← Κύπρος

Μόνικα Σοφοκλέους ν. Amaral Developments Company Ltd, Αρ. Αγωγής 3280/13, 21/5/2015

Μόνικα Σοφοκλέους ν. Amaral Developments Company Ltd, Αρ. Αγωγής 3280/13, 21/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A203 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3280/13 Μεταξύ: Μόνικα Σοφοκλέους Ενάγουσα Και Amaral Developments Company Ltd Εναγόμενοι Και δι' ανταπαιτήσεως: Amaral Developments Company Ltd Ενάγοντες Και

  1. Μόνικα Σοφοκλέους
  2. Σωτήρης Νεάρχου Αλέξη Εναγόμενοι ------------------------------------------------------------------------------------ Αίτηση εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένου 2 ημερομηνίας 30.10.2014 για απόρριψη της Ανταπαίτησης 21 Μαΐου, 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 2 - Αιτητή: κ. Ρ. Βραχίμης Για Εξ' ανταπαιτήσεως Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Φλωρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενος 2 (στο εξής ο Αιτητής) αποβλέπει σε διαγραφή και/ή παραμερισμό και/ή απόρριψη και/ή αναστολή της ανταπαίτησης εναντίον του, ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα και ως πρόωρη, ανύπαρκτη, γενική, αόριστη, ασαφή, παράτυπη, άσχετη, σκανδαλώδη, ενοχλητική, κακόβουλη, καταχρηστική, πεισματική, προκαλούσα αμηχανία και δυσμενείς εντυπώσεις και τείνουσα να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Αιτείται επίσης παράταση του χρόνου 14 ημερών από την έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου στην παρούσα αίτηση για την καταχώρηση της Υπεράσπισης του. Η αίτηση - η οποία βασίζεται στη Δ.19 Θ.14 και 26 Δ.20 Θ.2, Δ.21 Θ.1

(1), 7Α, 8
(1)
(2)και 9
(2), Δ.27 Θ.3, Δ.48 Θ.1-9 και Δ.57 Θ.2 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερ. 30.10.14 - προσέκρουσε σε ένσταση των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόντων (στο εξής οι Καθ' ων η Αίτηση) η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Θεόδωρου Μεϊβατζή ημερ. 14.1.
  1. Ο Αιτητής αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι σ' ό,τι αφορά τις θεραπείες Α και Β της ανταπαίτησης εναντίον του, αυτός δεν είναι μέρος του πωλητηρίου εγγράφου και δεν έχει σχέση με την αγοραπωλησία του διαμερίσματος. Επομένως οι θεραπείες αυτές δεν τον αφορούν. Σ' ότι αφορά τη θεραπεία Γ της ανταπαίτησης, προσθέτει ότι δεν τερμάτισε ο ίδιος το πωλητήριο έγγραφο και επομένως ούτε και αυτή η θεραπεία τον αφορά. Σε σχέση με τη θεραπεία Δ της ανταπαίτησης εναντίον του, ισχυρίζεται ότι εάν ο τερματισμός είναι έγκυρος και ακυρωθεί το πωλητήριο έγγραφο και οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν πλέον την πλήρη ιδιοκτησία του επίδικου διαμερίσματος, εφόσον αυτοί έχουν λάβει το προϊόν του δανείου, δεν δικαιούνται να ζητούν να λάβουν για δεύτερη φορά τα χρήματα του υπόλοιπου του δανείου ή οποιουδήποτε άλλου ποσού απλώς επειδή είναι ενυπόθηκοι εγγυητές του δανείου που συνήψε αυτός και η εξ' ανταπαιτήσεως εναγόμενη
  2. Από την παρ.69 της Ανταπαίτησης, προκύπτει ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση ότι πλήρωσαν οι ίδιοι οποιοδήποτε ποσό στην ΣΠΕ Λήδρα. Επομένως αυτοί δεν έχουν καμία πραγματική ζημιά για την οποία ευθύνεται ο ίδιος και για την οποία νομιμοποιούνται να εγείρουν απαίτηση εναντίον του για αποζημιώσεις. Αναφορικά με τις θεραπείες Ε, Στ και Ζ ισχυρίζεται ότι αυτές θα πρέπει να απορριφθούν διότι στηρίζονται στις θεραπείες Α-Δ οι οποίες είναι ανυπόστατες εναντίον του. Προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι η ανταπαίτηση εναντίον του είναι αντιφατική με την υπεράσπιση διότι ενώ στην ανταπαίτηση υπάρχει ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση ότι αν ο τερματισμός είναι νόμιμος, τότε θα δικαιούνται αποζημιώσεις εναντίον του ως συν-πρωτοφειλέτης σε δάνειο που αυτοί είναι ενυπόθηκοι εγγυητές, στην υπεράσπιση ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός του πωλητηρίου εγγράφου που έκαμε η εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1, είναι παράνομος. Εφόσον η θέση τους είναι ότι είναι παράνομος ο τερματισμός, δεν μπορούν να προωθούν την αντιφατική θέση ότι εάν είναι νόμιμος θα υποστούν ζημιά την οποία δεν υπέστηκαν ακόμα. Οι Καθ' ων η Αίτηση, με την ένστασή τους εγείρουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  3. Η παρούσα αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
  4. Η έγκριση της αίτησης θα στερήσει τους Καθ' ων η Αίτηση του Συνταγματικού Δικαιώματος για προσφυγή στο Δικαστήριο.
  5. Το δικόγραφο των Καθ' ων η Αίτηση εγείρει καλή βάση αγωγής εναντίον του Αιτητή και οποιαδήποτε παράλειψη στη σύνταξη του θα μπορούσε να διασωθεί με κατάλληλη διαταγή για τροποποίηση.
  6. Η ανταπαίτηση δεν είναι επιπόλαια και παρενοχλητική και για να αποφασισθεί το βάσιμο της αξίωσης των Καθ' ων η Αίτηση εναντίον του Αιτητή, θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία και επιχειρηματολογία. Αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αξίωση της Ενάγουσας εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση και τα εγειρόμενα στην αγωγή ζητήματα. Ο Θεόδωρος Μεϊβατζής είναι διευθυντής των Καθ' ων η Αίτηση. Αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι η Ενάγουσα με την αγωγή της αξίωνε την ειδική εκτέλεση του πωλητηρίου εγγράφου και Διάταγμα του Δικαστηρίου για παράδοση του επίδικου διαμερίσματος. Στην πορεία της υπόθεσης, αυτή τερμάτισε την επίδικη συμφωνία και προέβαλε αξιώσεις για ισχυριζόμενες ζημιές και επιστροφή χρημάτων. Οι Καθ' ων η Αίτηση στην Έκθεση Υπεράσπισης και ανταπαίτηση τους ισχυρίζονται ότι ο τερματισμός εκ μέρους της Ενάγουσας είναι παράνομος και αρνήθηκαν να της παραδώσουν το διαμέρισμα γιατί αυτή παρέλειψε να καταβάλει σ' αυτούς €133.875 έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος ως και άλλο σημαντικό ποσό για επιπλέον εργασίες. Η Ενάγουσα έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος κατέβαλε στους Καθ' ων η Αίτηση €202.500 το οποίο προήλθε από δάνειο που οι εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι εξασφάλισαν από την ΣΠΕ Καϊμακλίου με ενυπόθηκη εγγύηση των Καθ' ων η Αίτηση. Το ποσό αυτό η Ενάγουσα ζητά να της επιστραφεί ως αποζημιώσεις. Οι Καθ' ων η Αίτηση στις παρ.61 και 63 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους προβάλλουν ισχυρισμούς ότι με οδηγίες των εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένων προέβηκαν σε μετατροπές στο υπό ανέγερση διαμέρισμα, για τις οποίες έχουν αξίωση από αυτούς. Περαιτέρω στις παρ. 55
(2)και 69 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ισχυρίζονται ότι το ποσό που η Ενάγουσα κατέβαλε στους Καθ' ων η Αίτηση προέρχεται από δάνειο που οι εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι εξασφάλισαν με την εγγύηση των Καθ' ων η Αίτηση. Αυτό κατέστη μη εξυπηρετούμενο λόγω της παράλειψης των εξ' Ανταπαιτήσεως Εναγομένων να τηρήσουν τις υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα οι Καθ' ων η Αίτηση να είναι σήμερα υπόλογοι ως ενυπόθηκες οφειλέτες στο δάνειο ύψους €205.052,65 πλέον τόκους, το οποίο σε περίπτωση που ο τερματισμός της Ενάγουσας κριθεί ως έγκυρος, θα κληθούν να καταβάλουν για εξάλειψη της υποθήκης. Περαιτέρω οι Καθ' ων η Αίτηση με την παρ.Ε της ανταπαίτησης αξιώνουν και από τους δύο εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένους γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Αναφέρει περαιτέρω ότι και αν ακόμη η αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση έναντι του Αιτητή δεν είναι ορθά και με λεπτομέρεια διατυπωμένη, υπάρχει δυνατότητα με την κατάλληλη διαταγή για τροποποίηση να διορθωθεί. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στην Δ.27 Θ.3 και στη Δ.19 Θ.26 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίες έχουν ως ακολούθως: "Δ.27 Θ.3 The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just." Δ.19 Θ.26 "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action." Στην υπόθεση IN RE PELMAKO DEVELOPMENT LTD
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 στη σελ. 254 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα πιο κάτω σε σχέση με αίτηση για διαγραφή αίτησης διάλυσης εταιρείας, στη βάση της Δ.27 θ.3: «Η επιχειρηματολογία των εφεσειόντων παραγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό το σκοπό του μέτρου της διαγραφής δικογράφου και τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίζεται η βιωσιμότητα δικονομικού μέτρου. Στις εισηγήσεις των εφεσειόντων εξομοιώνονται σε μεγάλο βαθμό η εκδίκαση της αίτησης για διαγραφή με την εκδίκαση της αίτησης για διάλυση. Ενώ η νομική υπόσταση του Υπομνήματος κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του (Re Newman and Howard, Ltd. [1961] 2 All E.R. 495 και Re Fildes Bros Ltd) [1970] 1 All E.R.923" και στη σελ. 255 αναφέρονται και τα ακόλουθα: «Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος». Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316 αναφέρθηκαν τα εξής: «Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα». Και πιο κάτω αναφέρονται τα εξής: «Η κρινόμενη δε συνιστά περίπτωση τόσο φανερή που θα δικαιολογούσε τερματισμό της διαδικασίας στο ξεκίνημα της. Η πρωτόδικη απόφαση έχει προσδιορίσει τα ερείσματα της αγωγής και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβουμε. Στην έκθεση απαίτησης μνημονεύονται αρκετά γεγονότα που θα στήριζαν τη βάση αγωγής που καθόρισε η πρωτόδικη απόφαση. Πέραν τούτου, υπάρχει σοβαρή δυνατότητα για τροποποίηση στη βάση απευθείας συμφωνίας των διαδίκων, όπως προεκτέθηκε. Για τη δυνατότητα και τις θετικές διορθωτικές επιπτώσεις ενδεχομένων τροποποιήσεων βλέπε Rep. Of Peru, ανωτέρω, και Dadswell v. Jacobs 34 Ch. D. 278. Με τα δεδομένα, όπως εξετέθηκαν, δεν είναι νοητή η απόρριψη της αγωγής. Μια τέτοια ενέργεια θα υπερσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για παροχή θεραπείας». Επίσης, στην υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd. And Others [1999] 1 All E.R. 769, 782, αναφέρονται τα εξής: "The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see eg Lawrance v. Lord Norreys [1890] 15 App Cas at 219, [1886-90] All ER Rep 858 at 863), and should not be extended to become a trial of contentious matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney [1965] 2 All ER 871, [1965] 1 W.L.R. 1238)". (Βλ. επίσης Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305.) Η επιλογή των προνοιών της πιο πάνω διάταξης είναι κατάλληλη μόνο σε περιπτώσεις που είναι απλές, προφανείς και ξεκάθαρες. Όπου η διάγνωση του ζητήματος απαιτεί πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη ή λήψη μαρτυρίας, δεν εφαρμόζονται (Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 990, Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1 Α.Α.Δ. 704). Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119: «Ορθά η συζήτηση είχε περιστραφεί γύρω από το αν οι ισχυρισμοί που ο ίδιος ο ενάγων προέβαλε, όπως φαίνονται στην ειδική οπισθογράφηση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν, στην περίπτωση που θα αποδεικνύονταν, παραδεκτή νομική βάση των θεραπειών που επεδίωξε ή κάποιες από αυτές. Η δικανική κρίση στο στάδιο αυτό μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα νομικής ανάλυσης. Το έργο της διαπίστωσης της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εύλογης αιτίας αγωγής δεν έχει να κάμει με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο, στην περίπτωση αυτή, το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. ..Είναι απαραίτητο σε κάθε περίπτωση η επιδιωκόμενη θεραπεία να συνδέεται με γεγονότα που επικαλείται ο ενάγων και να βρίσκει σε' αυτά νομικό έρεισμα. Βλ. Lamaignere v. Selene Shipping
(1982)1 CLR 227.» Όπως ήδη αναφέρθηκε η αίτηση βασίζεται επίσης στη Δ.19 Θ.
  1. Οι πρόνοιες της Δ.19 Θ.26, είναι πανομοιότυπες με αυτές της Δ.19 Θ.27 του Supreme Court Practice του 1959, της Αγγλίας (βλ. The Annual Practice 1959 p.477). Οι πρόνοιες του αγγλικού κανονισμού υπήρξαν το αντικείμενο ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων. Όπως αναφέρεται σε σχόλιο στο The Annual Practice (ανωτέρω) στη σελ.477, η διατύπωση του κανόνα είναι ευρεία αλλά η εφαρμογή του περιορίστηκε σε κάποια έκταση με τις αποφάσεις που δόθηκαν σε σχέση μ' αυτόν. Η Δ.19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, θέτει τους κανόνες που διέπουν το όλο φάσμα της σύνταξης δικογράφου. Η εφαρμογή των δικονομικών παραμέτρων που η διαταγή αυτή θέτει, προκειμένου δικόγραφο να συμμορφώνεται με τις επιταγές της, τυγχάνει δικαστικού ελέγχου με βάση τις εξουσίες που παρέχουν στο Δικαστήριο οι πρόνοιες της Δ.19 Θ.
  2. Προβλέπεται μέσα από αυτές η δυνατότητα διαγραφής δικογράφου ή μέρους του. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τη Δ.19 Θ.26 στην υπόθεση Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1988)1 ΑΑΔ 1338, 1343, καθόρισε ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου περιορίζεται από το ίδιο το κείμενο του θεσμού στη διαγραφή μέρους των δικογράφων. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο έχει σε κάθε περίπτωση εγγενή ή συμφυή εξουσία να διατάσσει τη διαγραφή ολόκληρου δικογράφου, εφόσον αυτό κριθεί επιπόλαιο και/ή ενοχλητικό (The Annual Practice 1958 pp 577-8). Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι τα θέματα που εγείρει ο Αιτητής με την ένορκη δήλωση του ως ανωτέρω, δεν μπορούν να στηρίξουν και δικαιολογήσουν το αίτημα του στη βάση των προνοιών της Δ.27 Θ.3 και Δ.19 Θ.26 ανωτέρω. Και τούτο γιατί το δικόγραφο των Καθ' ων η Αίτηση αναμφίβολα περιέχει εύλογη αιτία ανταπαίτησης εναντίον του Αιτητή, η οποία δεν μπορεί να κριθεί στο στάδιο αυτό ως αναντίλεκτα ανυπόστατη ώστε να εφαρμοστεί το εξαιρετικό μέτρο της διαγραφής και απόρριψης της ανταπαίτησης. Προς τούτο επισημαίνεται ότι με τις παραγράφους 55
(2)και 69 της Υπεράσπισης των Καθ' ων η Αίτηση εγείρονται ζητήματα που εμπλέκουν τον Αιτητή και θα πρέπει να αποφασιστούν από το Δικαστήριο μετά από προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Ειδικότερα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είναι ενυπόθηκοι εγγυητές της εξ' ανταπαιτήσεως Εναγόμενης 1 και του Αιτητή, σε μη εξυπηρετούμενο δάνειο αυτών στην ΣΠΕ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ, με άμεσο κίνδυνο την εκποίηση της δοθείσας από αυτούς υποθήκης και το εν λόγω δάνειο σχετίζεται άμεσα με το επίδικο πωληθέν διαμέρισμα στην Ενάγουσα και την υπογραφείσα συμφωνία. Περαιτέρω, στις παρ.61 και 63 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι με οδηγίες της εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1 και του Αιτητή, προέβηκαν σε μετατροπές στο υπό ανέγερση διαμέρισμα, ως και σε εκτέλεση επιπλέον εργασιών για τις οποίες έχουν αξίωση από αυτούς. Επίσης στην παρ.Ε της ανταπαίτησης, οι Καθ' ων η Αίτηση αξιώνουν εναντίον της εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένης 1 και του Αιτητή, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ή/και αντισυμβατική συμπεριφορά. Στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι απλή, προφανής και ξεκάθαρη αλλά χρειάζεται λήψη μαρτυρίας και αξιολόγηση της από το Δικαστήριο προκειμένου να διαγνωστούν τα ζητήματα που εγείρονται. Επομένως δεν κρίνεται κατάλληλη ώστε να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της Δ.27 Θ.3 και Δ.19 Θ.26 ανωτέρω. Για όλα τα πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή, τα οποία όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ................ Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.