← Κύπρος

Αργύρης Οδυσσέως υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ευθυμίας Μιχαήλ Τύμβιου ν. Evgenia Michaelidou Developments Ltd κ

Αργύρης Οδυσσέως υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ευθυμίας Μιχαήλ Τύμβιου ν. Evgenia Michaelidou Developments Ltd κ.α., Αγωγή Αρ. 2977/13, 13/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2977/13 Μεταξύ: Αργύρης Οδυσσέως υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ευθυμίας Μιχαήλ Τύμβιου Ενάγοντα Και

  1. Evgenia Michaelidou Developments Ltd
  2. Μιχάλης (Μάικ) Τύμβιος
  3. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων ------------------------------------------------------------------------- Αίτηση Ενάγοντος ημερ. 26.2.2015 για Προσωρινά Διατάγματα 13 Μαΐου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Α. Κληρίδης Για Εναγομένους 1 και 2 - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Ν. Κληρίδης με κ. Αγγελιδη Για Εναγόμενο 3 - Καθ' ου η Αίτηση: κα Θ. Μαυρομουστάκη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14.5.13, ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνει Δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτός υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ευθυμίας Μιχαήλ Τύμβιου, «δικαιούται σε μερίδιο ισόποσου του 50% ή ως το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελεν αποφασίσει επί του συνολικού ποσού αποζημιώσεως που έλαβεν από τη Τουρκία και/ή το ψευδοκράτος ούτω καλούμενο TRNC σαν υποτελή δικαίωμα σε σχέση με τη απαίτηση της αποβιωσάσης δια αποκατάσταση/αποζημίωση δια παράβαση του ατομικού δικαιώματος της ποσό το οποίο οι εναγόμενοι εισέπραξαν ως ανωτέρω και/ή της Κυπριακής Δημοκρατίας σαν αποτέλεσμα.» Αξιώνει περαιτέρω σχετικές Δηλώσεις του Δικαστηρίου ως και αποζημιώσεις για παραβίαση του περιουσιακού δικαιώματος του άρθρου 23 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου ΕΣΑΔ. Μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης, ο Ενάγοντας (στο εξής ο Αιτητής), καταχώρησε στις 26.2.2015 την παρούσα αίτηση, στην βάση της οποίας εξασφάλισε μονομερώς στις 27.2.2015 την έκδοση του ακόλουθου Προσωρινού Διατάγματος: «Διάταγμα το οποίο εμποδίζει τον Εναγόμενο 3 και μέσω αυτού τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας από του να καταβάλλουν στους Εναγόμενους 1 και ή 2 οποιοδήποτε ποσό υπόλοιπο αποζημίωσης απαλλοτρίωσης ή άλλως πως, τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας της Σχολικής Εφορείας Μουσουλμανικών Σχολείων και/ή δυνάμει επελθόντος συμβιβασμού μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Εναγομένων 1 και ή 2 όπως το ποσό της απαλλοτρίωσης καταβληθεί εις αυτούς στο πλαίσιο συνολικής διευθέτησης απαιτήσεων των Εναγομένων 1 και ή 2 κατά της Τουρκίας και ή Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ. κατά ή περί 21.6.2012 μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής και/ή νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Σ' ότι αφορά το αιτούμενο Προσωρινό Διάταγμα υπό παρ.Β της αίτησης, το οποίο αιτήθηκε διαζευκτικά, δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο για επίδοση της στους Εναγόμενους. Η αίτηση - η οποία βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1, 2

(1),
(2), 8 (ss),
(2), 11, 12, 13 και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή ημερ. 26.2.2015 - προσέκρουσε σε ένσταση των Εναγομένων 1 και 2 (στο εξής οι Καθ' ων η Αίτηση) η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 και Νίκου Κληρίδη ημερ. 20.3.
  1. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του Εναγομένου 3 δήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 3 δεν ενίσταται στην έκδοση των Προσωρινών Διαταγμάτων υπό παρ. Α και Β της αίτησης. Ο Αιτητής είναι διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ευθυμίας Μιχαήλ Τύμβιου, δυνάμει γραμμάτων διαχείρισης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 285/08 ημερ. 12.5.08 (Τεκμήριο 1) και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι ο σύζυγος. Αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι στις 14 Αυγούστου 2006, η αποβιώσασα υπέβαλε αίτηση στην «Επιτροπή Αποζημιώσεων Ακίνητης Ιδιοκτησίας», με την οποία ζητούσε την αποκατάσταση της περιουσίας της στο χωριό Βασίλεια Κερύνειας (αίτηση 41/2006). Την ίδια ημέρα, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, καταχώρησαν ανάλογο σχετικό αίτημα στην «Επιτροπή Αποζημιώσεων Ακίνητης Ιδιοκτησίας» ζητώντας αποζημίωση για πλήρη και οριστικό διακανονισμό της περίπτωσης τους με την ΕΣΔΑ (αίτηση 42/2006). Στις 21 Μαΐου του 2007 και ενώ η αποβιώσασα ήταν εν ζωή, υπέγραψε μια φιλική συμφωνία διακανονισμού (στο εξής «η συμφωνία διακανονισμού») βάσει της οποίας εξετάστηκαν οι δύο περιπτώσεις μαζί, συγχωνεύθηκαν υπό τον τίτλο της Αίτησης 16163/90 και βάσει της συμφωνίας, η αποβιώσασα θα άφηνε κάποια από τα ακίνητα της στη Βασίλεια Κερύνειας μαζί με τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και σε αντάλλαγμα θα έπαιρνε οικόπεδο στη Λάρνακα. Εναπόκειτο φυσικά στο ΕΔΑΔ να επιτρέψει την ανταλλαγή. (Τεκμ.2Α και 2Β). Στην πραγματικότητα η αποβιώσασα μαζί με τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 μεταβίβασαν σχεδόν όλες τις περιουσίες τους στην «Επιτροπή Αποζημιώσεων Ακίνητης Ιδιοκτησίας», δηλαδή υπέγραψαν και υπέβαλαν αίτηση στην εν λόγω Επιτροπή με την οποία από κοινού η αποβιώσασα και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 θα αντάλλαζαν τις περιουσίες τους με τουρκοκυπριακά ακίνητα στη Λάρνακα. Η περιουσία της αποβιωσάσης είναι ίσης περίπου αξίας με αυτή του Καθ' ου η Αίτηση
  2. Στις 22.4.2008, το ΕΔΑΔ έκδωσε απόφαση σύμφωνα με την οποία η εν λόγω ανταλλαγή επικυρώθηκε όπως επίσης και η συμφωνία μεταξύ των μερών. Εντούτοις, στο μεσοδιάστημα, η Ευθυμία Τύμβιου απεβίωσε και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, δεν μπορούσαν να προχωρήσουν και να αποκτήσουν χρήματα ή να πάρουν τα τελικά έγγραφα από την «Επιτροπή Αποζημιώσεων Ακίνητης Ιδιοκτησίας», εκτός αν διοριζόταν διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης. Κατόπιν παροτρύνσεων του Καθ' ου η Αίτηση 2 ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας της αποβιωσάσης. Βάσει της προαναφερόμενης συμφωνίας διακανονισμού, η ανταλλαγή περιουσίας περιελάμβανε και περιουσία της αποβιωσάσης ίσης περίπου αξίας με του Καθ' ου η Αίτηση 2 και η απόφαση προνοεί ότι η αποβιώσασα είναι δικαιούχος. Ως εκ τούτου υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της παρουσίας της αποβιωσάσης δικαιούται στο 50% επί του συνολικού ποσού που έλαβαν οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ως αποζημίωση από την Τουρκία και/ή το ψευδοκράτος ούτω καλούμενο TRNC σαν υποτελή διοίκηση, σε σχέση με την απαίτηση της αποβιωσάσης για αποκατάσταση/αποζημίωση για παράβαση του ατομικού δικαιώματος της, ποσό το οποίο οι Καθ' ων η Αίτηση εισέπραξαν. Οι Καθ' ων η Αίτηση κατέχουν το ποσό της αποζημίωσης σαν καταπιστευματοδόχοι προς όφελος της περιουσίας της αποβιωσάσης στο ποσοστό της. Ισχυρίζεται ότι η περιουσία της διαχείρισης της αποβιωσάσης δικαιούται σε ίσο ½ μερίδιο και ή σε δίκαιο μερίδιο ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει με δεδομένο ότι το όλο πακέτο του συμβιβασμού και της διευθέτησης ως ανωτέρω συμπεριελάμβανε ίσης αξίας περιουσία της αποβιωσάσης η οποία άφησε χρέη έναντι τρίτων καλόπιστων πιστωτών και ο διαχειριστής της έχει υποχρέωση όπως εισπράξει κάθε ποσό που της αναλογεί για σκοπούς τακτοποίησης των χρεών αυτών. Η διαχείριση της αποβιωσάσης δικαιούται στο πιο πάνω ποσό δυνάμει των αρχών της επιεικείας από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεδομένου ότι αυτοί εισέπραξαν το συνολικό ποσό των USD1.000.000 και δικαιούνται σε €13.000.000 υπό την ιδιότητα τους σαν αντιπρόσωποι και ή καταπιστευματοδόχοι και ή οφειλέτες προς όφελος της δικαιούχου αποβιωσάσης και κατ' επέκταση της διαχείρισης. Δημιουργήθηκε υπό τας περιστάσεις τεκμαιρόμενο και η εξ ερμηνείας (constructive trust) που βαρύνει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και ή 2 οι οποίοι οφείλουν να αποδώσουν στον Αιτητή διαχειριστή το ½ και ή δίκαιο μερίδιο και ή ως το Δικαστήριο ήθελε καθορίσει. Αναφέρει ότι ορισμένα ποσά εισπράχθηκαν κατά ή περί το 2012, πριν τη καταχώρηση της παρούσας αγωγής και υπάρχει συμφωνία για καταβολή με δόσεις των υπολοίπων ποσών εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία συμφώνησε μαζί με τον Καθ 'ου η Αίτηση 2 όπως καταβάλει το εν λόγω ποσό στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, δεδομένου ότι η προς ανταλλαγή περιουσία που παραχωρήθηκε από την Επιτροπή έναντι μεταβίβασης περιουσιών της αποβιωσάσης και συζύγου της στο ψευδοκράτος, ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας και συγκεκριμένα της Σχολικής Εφορείας Μουσουλμανικών Σχολείων. Όμως η Κυπριακή Δημοκρατία συμφώνησε όπως το ποσό καταβληθεί στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αναγνωρίσασα ουσιαστικά την διευθέτηση η οποία επήλθε κατά ή περί την 21.5.
  3. Σχετικό είναι το (Τεκμήριο 3) που αποτελεί δημοσιοποίηση απόφασης του Εναγομένου 3 να αποδώσει στους Εναγομένους 1 και/ή 2 την αξία της ανταλλαγείσας τουρκοκυπριακής περιουσίας στη Λάρνακα. Ισχυρίζεται ότι η περιουσία της αποβιωσάσης, συνδικαιούχος των εν λόγω ποσών, δικαιούται να αποζημιωθεί και εν πάση περιπτώσει τα εν λόγω ποσά εισπράχθηκαν και ή θα εισπραχθούν από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 και θα πρέπει να επιστραφούν δυνάμει των αρχών της επιεικείας κατά ½ ή δίκαιο μερίδιο και ή αποδοθούν στον ίδιο σαν διαχειριστή. Οι Καθ' ων η Αίτηση παραβίασαν τα περιουσιακά δικαιώματα της αποβιωσάσης και ή της διαχείρισης όπως κατοχυρώνονται με το άρθρο 23 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου της ΕΣΑΔ και ή παραβίασαν τις υποχρεώσεις τους σαν καταπιστευματοδόχοι και ή ενήργησαν κατά παράβαση των καθηκόντων τους. Δικαιούται σε αποζημιώσεις για παράνομη κατακράτηση/σπατάλη και ή απώλεια των περιουσιακών στοιχείων της περιουσίας της αποβιωσάσης και οι Καθ ων η Αίτηση υπέχουν ευθύνη για παράνομη και ή αντικανονική εκποίηση και ή εκμετάλλευση περιουσιακών στοιχείων της διαχείρισης. Υπήρξε ρητή και ή σιωπηρή συμφωνία μετά της αποβιωσάσης και των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 κατά ή περί την 21.5.2007 ότι θα εισέπραττε το ½ μερίδιο του US$1.000.000 σαν δικαιούχος και το ½ μερίδιο στην ακίνητη ιδιοκτησία στη Λάρνακα έναντι μεταβίβασης της δικής της περιουσίας στις κατοχικές αρχές, συμφωνία την οποία οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 παραβίασαν και συνεπώς δικαιούται να αποζημιωθεί. Ήταν ρητός και ή σιωπηρός και ή εξυπακουόμενος όρος ότι σε περίπτωση απόδοσης χρηματικού ποσού για την αξία της περιουσίας στη Λάρνακα και πάλι θα δικαιούτο το ½ μερίδιο και ή το δίκαιο μερίδιο συμμετοχής στο προϊόν πώλησης, διάθεσης και ή καθ' οιονδήποτε τρόπο καταβολής οιουδήποτε χρηματικού ποσού αντί εγγραφής στην ακίνητη περιουσία όπως και τελικά έγινε. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 προσωπικά και για λογαριασμό των Καθ' ων η Αίτηση 1 είχε συμφωνήσει με τον ίδιο ως διαχειριστή ότι θα απέδιδε το μερίδιο της αποβιωσάσης στη διαχείριση, πλην όμως και πάλι αθέτησε τα συμφωνηθέντα και συνεπώς δικαιούται εις αποζημίωση. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 είναι ένοχοι απάτης σε βάρος της αποβιωσάσης, διότι απατηλά και διά ψευδών παραστάσεων πέτυχαν όπως καταβληθεί όλο το ποσό σ' αυτούς και όχι ως έπρεπε και προς όφελος της περιουσίας της αποβιωσάσης. Προέβηκαν σε ψευδείς δηλώσεις ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και ή αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας όσον αφορά τους πραγματικούς δικαιούχους και ή απέκρυψαν σκοπίμως και δολίως την πραγματικότητα. Ισχυρίζεται ότι σε περίπτωση που ο Καθ' ου η Αίτηση 2 εισπράξει την τελευταία δόση του επελθόντος συμβιβασμού, θα οικειοποιηθεί το ποσό εφόσον αρνείται να καταβάλει το μερίδιο στη διαχείριση της αποβιωσάσης η οποία έχει χρέη και υποχρεώσεις τις οποίες οφείλει να τακτοποιήσει. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4 που αποτελεί τους τελευταίους λογαριασμούς διαχείρισης, η διαχείριση έχει υποχρεώσεις προς τρίτους πιστωτές ύψους €800.000 περίπου και με ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Τεκμήριο 5) απορρίφθηκε αίτημα για να μετακινηθεί από διαχειριστής. Στόχος του Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι να μην πληρώσει η διαχείρισης τις υποχρεώσεις της. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι τακτικός επισκέπτης των κατεχομένων και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οποιονδήποτε ποσό ήθελε εισπραχθεί από αυτόν σαν τελευταία δόση του επελθόντος συμβιβασμού να διαφύγει στα κατεχόμενα ή μέσω των κατεχομένων π.χ. με κατάθεση σε μετρητά σε παράνομα τραπεζικά ιδρύματα στα κατεχόμενα. Θα ήταν άδικο να καταβληθεί το πιο πάνω ποσό από τη στιγμή που υπάρχει απαίτηση ότι όλο το ποσό ανήκει ουσιαστικά στη διαχείριση, με κίνδυνο να μην εισπραχθεί ποτέ είτε από την Δημοκρατία είτε από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και
  4. Εξ' όσων γνωρίζει οι Καθ' ων η Αίτηση 1 δεν διαθέτουν άλλη επαρκή περιουσία που να ικανοποιήσει την απαίτηση της διαχείρισης ούτε και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ο οποίος στο παρελθόν κηρύχθηκε πτωχεύσας (τεκμήριο 6) και αποκαταστάθηκε διότι εισέπραξε ήδη ένα μεγάλο μέρος της αποζημίωσης το οποίο όμως δεν γνωρίζει που διαφυλάττει και/ή εν πάση περιπτώσει όπου και να το διαφυλάττει υπάρχει ο κίνδυνος ήδη να έχει κατασπαταληθεί ή να διαφύγει στα κατεχόμενα. Ο δικηγόρος του τον πληροφόρησε ότι πριν λίγες μέρες, επικοινώνησε μαζί του αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου για να διερευνήσει κάποια θέματα που εγείρονται στην υπόθεση αυτή και στο πλαίσιο συνομιλίας τους του αποκάλυψε ότι την 1η Μαρτίου η Κυπριακή Δημοκρατία είχε υποχρέωση να καταβάλει περίπου €3.000.000 σαν τελευταία δόση εξόφλησης, δυνάμει του επελθόντος συμβιβασμού στους Καθ ων η Αίτηση 1 και
  5. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 με την ένστασή τους εγείρουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
  6. Ο Αιτητής απέκρυψε και/ή παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή έχει προβεί σε ψευδείς και/ή παραπλανητικές δηλώσεις προς εξαπάτηση του Δικαστηρίου για σκοπούς εξασφάλισης του Προσωρινού Διατάγματος.
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  8. Δεν πληρείται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος και/ή έχει υπάρξει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης.
  9. Η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή για αλλότριους σκοπούς. Ο Μιχαήλ (Μάϊκ) Τύμβιος είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 2, σύζυγος της αποβιωσάσης Ευθυμίας Μιχαήλ Τύμβιου και ιδιοκτήτης των Καθ' ων η Αίτηση
  10. Αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι το 1990 καταχώρησε μέσω του δικηγορικού γραφείου των Φοίβο, Χρίστο Κληρίδη, Ν. Πιριλίδη & Συνεργάτες την υπ' αρ. προσφυγή 16163/90 στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (το «ΕΔΑΔ») η οποία αφορούσε αποκλειστικά προσωπική περιουσία του, στην κατεχόμενη Τύμβου. Αυτή έγινε αποδεκτή από το ΕΔΑΔ στις 8.6.1999 και στις 31.7.2003 εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση κατά της Τουρκίας για την παραβίαση των περιουσιακών του δικαιωμάτων. Περαιτέρω το ΕΔΑΔ, επιφυλάχθηκε να αποφασίσει επί του ζητήματος των χρηματικών και μη χρηματικών αποζημιώσεων (Τεκμήριο 1). Την 16.3.2006 τέθηκε σε λειτουργία η Επιτροπή Αποζημιώσεων Ακίνητης Ιδιοκτησίας στα κατεχόμενα («η Επιτροπή Αποζημιώσεων») και ενόψει της πιο πάνω καταδικαστικής απόφασης κατά της Τουρκίας, η Επιτροπή τον κάλεσε με επιστολή της ημερ. 28.4.2006 να εμφανισθεί ενώπιον της, για σκοπούς εξέτασης / ικανοποίησης των αξιώσεων του κατά της Τουρκίας (Τεκμήριο 2). Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στην κατεχόμενη Λευκωσία περί τον Μάιο του 2006, στα γραφεία της Επιτροπής και παρά το γεγονός ότι η συνάντηση αφορούσε την προσωπική του περιουσία στην κατεχόμενη Τύμβου βάσει της προσφυγής 16163/90 στο ΕΔΑΔ, η σύζυγός του εκδήλωσε μεγάλο ενδιαφέρον και εξέφρασε την έντονη επιθυμία να είναι και αυτή παρούσα στη συνάντηση λόγω του ότι και η ίδια είχε περιουσία στην κατεχομένη επαρχία Κερύνειας. Κατά τη συνάντηση, συζητήθηκε και εξετάστηκε, πως η Επιτροπή Αποζημιώσεων, ως ένδικο μέσο της Τουρκίας, μπορούσε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις/αξιώσεις του για αποζημιώσεις βάσει της πιο πάνω καταδικαστικής απόφασης. Περαιτέρω η Επιτροπή Αποζημιώσεων τον πληροφόρησε ότι ήταν έτοιμοι να δώσουν είτε ένα ποσό χρημάτων με το οποίο θα συμφωνούσε ή να ανταλλαχθεί η περιουσία του στα κατεχόμενα με περιουσία Τουρκοκυπριακή, ανάλογης αξίας στις ελεύθερες περιοχές. Κατά το τέλος της συνάντησης, η σύζυγος του ρώτησε εάν μπορούσε και η ίδια να υποβάλει αίτηση την Επιτροπή Αποζημιώσεων για τα δικά της και μόνο κτήματα στην κατεχόμενη Κερύνεια. Η απάντηση της Επιτροπής Αποζημιώσεων, ήταν ότι η εντολή που είχαν από την Τουρκία σε συνεργασία με το ΕΔΑΔ, ήταν μόνο για αποζημιώσεις ή ανταλλαγή σε σχέση με την καταδικαστική απόφαση κατά της Τουρκίας στην προσφυγή 16163/90, που αφορούσε την προσωπική του περιουσία και υπήρχε πρόβλημα με πιθανή υποβολή αίτησης της συζύγου του, επειδή δεν είχε καταδικαστική απόφαση κατά της Τουρκίας για δικά της περιουσιακά στοιχεία στα κατεχόμενα. Τελικά η Επιτροπή Αποζημίωσης εισηγήθηκε όπως η σύζυγος του αποταθεί με ξεχωριστή αίτηση στην Επιτροπή και αυτή θα αναλάμβανε να εξετάσει το θέμα αυτό, με σκοπό να επιτευχθεί ένας κοινός διακανονισμός με στόχο να γίνει αποδεκτή μια πιθανή συνένωση των ξεχωριστών τους Αιτήσεων, από το ΕΔΑΔ. Τον Αύγουστο του 2006, ο ίδιος και η σύζυγος του καταχώρησαν ξεχωριστές αιτήσεις στην Επιτροπή αποζημιώσεων. Η αίτηση της συζύγου του πήρε τον αριθμό 41/2006 και αφορούσε ακίνητη περιουσία της στην Επαρχία Κερύνειας και η δική του αίτηση πήρε τον αριθμό 42/2006 και αφορούσε την ακίνητη του περιουσία στην κατεχόμενη Τύμβου, η οποία ήταν το αντικείμενο της υπ' αρ. προσφυγής 16163/90 στο ΕΔΑΔ. Ακολούθησαν και στη συνέχεια πραγματοποιήθηκαν πολλές συναντήσεις με την Επιτροπή Αποζημιώσεων και στις 21.5.2007 και έχοντας συμφωνήσει στο μεσοδιάστημα και το θέμα της δικής του προσωπικής αξίωσης κατά της Τουρκίας με την Επιτροπή Αποζημιώσεων καθώς και τη συνένωση των δύο αιτήσεων τους, δηλώθηκε απόφαση / διακανονισμός ο οποίος συμπεριελάμβανε την ανταλλαγή των ακινήτων τους με Τουρκοκυπριακό ακίνητο στην Λάρνακα και καταβολή του ποσού των $1.000.000 (Δολάρια Αμερικής). Συμφωνήθηκε επίσης ότι η απόφαση της Επιτροπής Αποζημιώσεων, θα είναι έγκυρη με την απόφαση του ΕΔΑΔ να διαγράψει την προσφυγή του με αρ. 16163/90 από τη λίστα του. Με επιστολή του στο ΕΔΑΔ ημερ. 22.5.2007, πληροφόρησε το Δικαστήριο για τον διακανονισμό και με αίτημα να διαγραφεί η προσφυγή του από την λίστα του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 3). Το ΕΔΑΔ όχι μόνο δεν αποδέχθηκε την συνένωση των δύο αιτήσεων τους αλλά ούτε καν δέχθηκε να απαντήσει στο θέμα αυτό αγνοώντας πλήρως αυτή την εισήγηση και Απόφαση της Επιτροπής Αποζημιώσεων, ακριβώς επειδή η σύζυγος του δεν είχε καταδικαστική απόφαση κατά της Τουρκίας όπως είχε ο ίδιος, και έτσι το ΕΔΑΔ προχώρησε και επικύρωσε μόνο τη δική του αίτηση / συμφωνία με την Επιτροπή Αποζημιώσεων. Από την απόφαση του ΕΔΑΔ ημερ. 22.4.08 (Τεκμ.4) αβίαστα προκύπτει ότι ο Φιλικός Διακανονισμός αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την Τουρκία και τη δική του αίτηση, ενώπιον της Επιτροπής Αποζημιώσεων και καμία αναφορά γίνεται στη σύζυγο του ή στα περιουσιακά στοιχεία της ως μέρος της όποιας συμφωνίας ή Φιλικού Διακανονισμού με την Τουρκία ημερ. 21.5.
  11. Περαιτέρω απόδειξη της θέσης ότι ο Φιλικός Διακανονισμός με την Τουρκία ημερ. 22.4.2008 δεν αφορούσε τα περιουσιακά στοιχεία / ακίνητα της αποβιωσάσης είναι: (α) Η παράγραφος 11 της Απόφασης / Φιλικού Διακανονισμού ημερ. 22.4.2008 (Τεκμήριο 4) όπου αναφορά γίνεται στα 51 τεμάχια στην κατεχόμενη Τύμβου τα οποία αποτελούσαν προσωπική του περιουσία και (β) Το γεγονός ότι περί τον Ιανουάριο του 2009 ο Αιτητής ως Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης μεταβίβασε στους νόμιμους κληρονόμους της, τα ακίνητα της, τα οποία ισχυρίζεται ότι αποτελούσαν μέρος του Φιλικού Διακανονισμού με την Τουρκία ημερ. 22.4.2008 και για τα οποία ισχυρίζεται ότι έλαβε αποζημίωση και για αυτά, τόσο από την Τουρκία, όσο και από την Κυπριακή Δημοκρατία. Συγκρίνοντας τους τίτλους ιδιοκτησίας τουρκοκρατούμενων ακινήτων στο Τεκμήριο 5 και την κατάσταση ακινήτων που αποτέλεσαν το αντικείμενο των αιτήσεων τους με αρ. 41 και 42 ενώπιον της Επιτροπής Αποζημιώσεων στα κατεχόμενα προκύπτει ότι (α) τα ακίνητα αυτά, έχουν μεταβιβασθεί στους νόμιμους κληρονόμους της αποβιωσάσης από τον Αιτητή και (β) ότι οι αριθμοί των τεμαχίων που αφορούν την αίτηση της αποβιωσάσης στην Επιτροπή Αποζημιώσεων φαίνονται στις Βεβαιώσεις Ιδιοκτησίας Τουρκοκρατούμενων Ακινήτων (Τεκμήριο 5). Ισχυρίζεται ότι κανένα μερίδιο οφείλεται από τον ίδιο στη διαχείριση της αποβιωσάσης και έχει τακτοποιήσει σχεδόν όλα τα χρέη της, υπολείπεται η εξόφληση μόνο, ενός ποσού πέριξ των €40.000 (Τεκμήριο 6). Αναφέρει ότι ήταν τακτικός επισκέπτης στα κατεχόμενα κατά την περίοδο που διαπραγματευόταν με την Επιτροπή Αποζημιώσεων και ο Αιτητής ήταν και είναι τακτικός «πελάτης» στα κατεχόμενα όπου έχει και διατηρεί πολλές διασυνδέσεις με άτομα του υποκόσμου εκεί. Γνωρίζει επίσης ότι ο Αιτητής τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε κατάσταση χρεοκοπίας και αναζητεί απεγνωσμένα την ανεύρεση χρημάτων με οποιονδήποτε τρόπο, για να καλύψει τις οικονομικές του υποχρεώσεις οι οποίες ανέρχονται σε αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Ο Αιτητής του οφείλει ένα ποσό €350.000, που του έχει δανείσει κατά διαστήματα περί το 2008 και μέχρι σήμερα δεν του έχει επιστρέψει. Ισχυρίζεται ότι κανένα ποσό από την τελευταία πληρωτέα δόση από την Κυπριακή Δημοκρατία, ανήκει και/ή οφείλεται στη Διαχείριση της αποβιωσάσης και από το 2012, έχει αποκατασταθεί και είναι πλήρως φερέγγυος (Τεκμήριο 8). Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 όσο και οι λοιποί Εναγόμενοι διαθέτουν επαρκή περιουσιακά στοιχεία για ικανοποίηση της οποιασδήποτε αξίωσης του Αιτητή και οι Καθ 'ων η Αίτηση 1 είναι ιδιοκτήτες ακινήτων μεγάλης αξίας. Αναφορικά με το ζήτημα του κατεπείγοντος αναφέρει ότι ο δικηγόρος του Αιτητή και ο Αιτητής γνώριζαν τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2012 για την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 27.6.2012 (α) για την μεταβίβαση του Τουρκοκυπριακού ακινήτου στη Λάρνακα επ' ονόματι του, (β) την ταυτόχρονη με την μεταβίβαση και εγγραφή του κτήματος επ' ονόματι του και την αγορά της περιουσίας από την Δημοκρατία για €13 εκατομμύρια και (γ) τις ημερομηνίες καταβολής των δόσεων και τα ποσά. Εξ' άλλου η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δημοσιεύτηκε αυτούσια από τον Ελληνοκυπριακό τύπο, και σχολιάστηκε σε νομικούς κύκλους (Τεκμήριο
  12. 9(α), 10 και 11). Ισχυρίζεται ότι η προϋπόθεση του κατεπείγοντος δεν πληρείται και τα όσα αναφέρονται περί δήθεν πρόσφατης αποκάλυψης από λειτουργό του Κτηματολογίου στον Δικηγόρο του Αιτητή περί επικείμενης πληρωμής την 1.3.2015, από την Δημοκρατία, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και αποτελούν και ασύστολα ψεύδη. Ο Νίκος Κληρίδης είναι δικηγόρος και εκπροσώπησε τον Καθ' ου η Αίτηση 2 στην τελική διευθέτηση της εκ συμφώνου απόφασης με την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας που κατέληξε στην Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 27.6.2012 (Τεκμήριο 1). Ισχυρίζεται ότι η ένορκη δήλωση του Αιτητή αποτελεί ένα καλά οργανωμένο σχέδιο εξαπάτησης του Δικαστηρίου με δόλια μέσα μέσω ψευδών δηλώσεων και ανύπαρκτων στοιχείων. Συγκεκριμένα ο Αιτητής καταχώρησε την παρούσα Αγωγή με αποκλειστικό σκοπό τον εκβιασμό για την ικανοποίηση δικής του αξίωσης για ισχυριζόμενες οφειλές για την συνδρομή του στον διακανονισμό ανταλλαγής της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση 2 που έγινε με το ψευδοκράτος. Έξι ημέρες μετά την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής, ο Αιτητής καταχώρησε την προσωπική του αγωγή υπ' αριθμό 3146/2013 στις 20.5.2013 εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2 αξιώνοντας: την καταβολή ποσού ύψους €1.450.000 περίπου για κατ' ισχυρισμόν προσφερθείσες υπηρεσίες διαμεσολάβησης με το Ψευδοκράτος για την ανταλλαγή/πώληση περιουσιακών στοιχείων του Καθ' ου η Αίτηση 2 στην Κατεχόμενη Τύμβου. Η μη καταβολή του υπολοίπου ποσού των €3.400.000 που οφείλετο στον Καθ' ου η Αίτηση 2 σαν υπόλοιπο της πώλησης της περιουσίας του στην Δημοκρατία σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (Τεκμήριο 1) δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Διαχείρισης για δήθεν πιστωτές στους οποίους υπάρχουν οφειλόμενα χρέη ύψους €800.000 και τους οποίους δήθεν οφείλει να εξασφαλίσει ο Αιτητής υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης. Στην «ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ» ημερομηνίας 6.5.2014, την οποία κατέθεσε ο Αιτητής στο Δικαστήριο (Τεκμήριο 2) καταχώρησε ψευδείς και κακόβουλες δηλώσεις σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της Διαχείρισης της αποβιωσάσης. Οι μοναδικοί δικαιούχοι της Διαχείρισης και κληρονόμοι της αποβιωσάσης είναι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 και τα δύο παιδιά του, οι οποίοι αποστερούνται από την καταβολήν του υπολοίπου της οφειλής της Δημοκρατίας προς τον Καθ' ου η Αίτηση 2, λόγω της έκδοσης του επίδικου Διατάγματος και υφίστανται ανυπολόγιστες ζημιές. Ο Αιτητής επικαλέστηκε την ύπαρξη ανύπαρκτων πιστωτών της Διαχείρισης και παραπλάνησε το Δικαστήριο στο να δεχθεί αυτόν τον ισχυρισμό, χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε σχετικά τεκμήρια για την ύπαρξη αυτών των χρεών αφού γνώριζε πολύ καλά ότι είχαν όλοι εξοφληθεί, πράγμα που απέκρυψε από το Δικαστήριο για να πετύχει την έκδοση του επίδικου διατάγματος, μέσω δόλου και απάτης. Ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι έμαθε πολύ πρόσφατα από τον δικηγόρο του για το γεγονός ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 θα έπαιρνε από την κυβέρνηση την τελευταία δόση, ύψους €3.400.000, και ότι κινήθηκε για καταχώρηση της επίδικης Αίτησης για προσωρινό Διάταγμα χωρίς καθυστέρηση, είναι παντελώς ψευδής, αφού τόσο ο Αιτητής όσο και ο δικηγόρος του γνώριζαν πολύ καλά και πριν την ημέρα καταχώρησης της παρούσας Αγωγής, για την διευθέτηση του Αιτητή με την Κυβέρνηση και το ποσό που είχε λάβει και θα ελάμβανε και είχαν την ευχέρεια να αιτηθούν για έκδοση του Διατάγματος από το 2012 ή τουλάχιστον από τον Μάιο του 2013 όταν καταχώρησαν την παρούσα Αγωγή, πράγμα που δεν έπραξαν. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα καθότι υπήρξε ο δικηγόρος που διαπραγματεύτηκε την διευθέτηση της υπόθεσης του Καθ' ου η Αίτηση 2 με την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας που κατέληξε στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (Τεκμήριο 1). Κατά την προώθηση της διαδικασίας εκτέλεσης της διευθέτησης με την Κυπριακή Δημοκρατία που θα εγίνετο μέσω πώλησης και μεταβίβασης του ακινήτου της Λάρνακας που δόθηκε με ανταλλαγή στον Καθ' ου η Αίτηση 2 και το πώλησε στην Κυβέρνηση το 2012, ο νυν δικηγόρος του Αιτητή, κος Χρίστος Κληρίδης, ο οποίος έλαβε γνώση του γεγονότος και γνώριζε όλα τα στοιχεία της διευθέτησης, καταχώρησε τότε Αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και εξασφάλισε το 2012, Διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων που αντάλλαξε ο Καθ' ου η Αίτηση 2 προς τον σκοπό είσπραξης δικηγορικής αμοιβής που του οφείλετο από τον Καθ' ου η Αίτηση
  13. (Τεκμ.4). Ο δικηγόρος του Αιτητή απέσυρε το Διάταγμα μόλις έλαβε το λαβείν του και επομένως ο ισχυρισμός ότι ο Αιτητής δεν είχε πληροφόρηση ούτε γνώριζε για την διευθέτηση του Καθ' ου η Αίτηση 2 με την Κυβέρνηση και τις λεπτομέρειες της είναι παντελώς αναληθής. Η μόνη ακίνητη περιουσία που ανταλλάγηκε με περιουσία που ανήκε στην Τουρκική Κοινοτική Συνέλευση στην Λάρνακα που δόθηκε στον Αιτητή, ήταν περιουσία που ανήκε αποκλειστικά στον Καθ' ου η Αίτηση 2, στην κατεχόμενη Τύμβου. Η περιουσία του Καθ' ου η Αίτηση 2 αναφέρεται καθαρά και στις αποφάσεις του Ε.Δ.Α.Δ. (Τεκμήρια 5 και 6) και ο ισχυρισμός του Αιτητή ότι στην διευθέτηση ανταλλάγηκε επίσης περιουσία που ανήκε στην Διαχείριση, είναι παντελώς ψευδής και έγινε με αποκλειστικό σκοπό την εξαπάτηση του Δικαστηρίου για την έκδοση του επίδικου Διατάγματος και την προώθηση του εκβιασμού του Καθ' ου η Αίτηση 2 για να πληρώσει χρήματα που απαιτεί ο Αιτητής στην παρούσα αγωγή. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ο Αιτητής καταχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 3.4.15 και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ως και η Ισαβέλλα Τύμβιου και Χαράλαμπος (Χάρης) Τύμβιος καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ημερ. 6.4.
  14. Ο Αιτητής στη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του ισχυρίζεται ότι υποβλήθηκαν οι αιτήσεις αρ.41 και 42 από τον Καθ' ου η Αίτηση 2 και την αποβιώσασα με σκοπό, να αντιμετωπιστούν ως μία αίτηση (Τεκμ.1 και 2) και έτσι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 περιέλαβε και την περιουσία της αποβιωσάσης στην όλη διαπραγμάτευση και τελικό διακανονισμό. Η ψευδοεπιτροπή προχώρησε με πρόταση για ανταλλαγή της περιουσίας που βρισκόταν στα κατεχόμενα με την αναφερόμενη περιουσία στη Λάρνακα η οποία ήταν μεγάλης αξίας. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 αποδέχτηκε την ανταλλαγή αλλά συνέχιζε να προβάλλει αξιώσεις για καταβολή σε αυτόν χρηματικού ποσού επιπρόσθετα της εν λόγω ανταλλαγής περιουσίας η οποία αφορούσε και την περιουσία της αποβιωσάσης. Η επιμονή αυτή του Καθ' ου η Αίτηση 2, στο τέλος είχε ως αποτέλεσμα την συμφωνία για ανταλλαγή περιουσίας και καταβολής του ποσού των $1.000.000 όχι όμως μόνο στον Καθ' ου η Αίτηση 2 αλλά και, στην αποβιώσασα. Αυτή ήταν η συμφωνία, νοουμένου ότι το Ε.Δ.Α.Δ. θα αποδεχόταν ότι η προσφυγή που εκκρεμούσε ενώπιον του ήταν διευθετηθείσα. Ουδέποτε το ΕΔΑΔ δήλωσε ότι δεν αποδέχεται την συνένωση της αίτησης του Καθ' ου η Αίτηση 2 με αυτή της αποβιωσάσης και κανένα απολύτως έγγραφο δεν υπάρχει που να λέει κάτι τέτοιο. Το αντίτιμο επίσης για τις περιουσίες του Καθ' ου η Αίτηση 2 και της αποβιωσάσης δεν εδόθηκαν από το ΕΔΑΔ αλλά είναι η «επιτροπή» που έκδωσε την «απόφαση της» και ο Καθ' ου η Αίτηση 2 συμφώνησε όπως και η αποβιώσασα να δώσουν όλα τα κτήματα ως αναγράφονται στις αιτήσεις τους στην «επιτροπή» έναντι του κτήματος στην Λάρνακα και ενός εκατομμυρίου δολαρίων Αμερικής. Η απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. στις παραγράφους 13 και 14 αυτής, απλά αναφέρει τις δηλώσεις των διαδίκων και την δήλωση εκ μέρους του Δικαστηρίου περί του ευπρόσδεκτου του ρηθέντος διακανονισμού. Αυτό που επίσης αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση είναι ότι ο διακανονισμός είναι ημερ. 21.5.
  15. Δηλαδή ο διακανονισμός αυτός είναι η απόφαση της ψευδοεπιτροπής ίδιας ημερομηνίας στην οποία μετέχει ο Καθ' ου η Αίτηση 2 προσωπικά και εκπροσωπώντας την αποβιώσασα. Απόφαση η οποία κάνει ρητή αναφορά στην αίτηση αρ.41/2006 (αίτηση αποβιωσάσης) αλλά και στην αποβιώσασα ονομαστικά και, απόφαση και διακανονισμός που αφορά ξεκάθαρα και τους δύο. (Τεκμήριο 4). Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 παραδέχτηκε ότι έστειλε επιστολή στο ΕΔΑΔ όπως και η Τουρκία με την οποία ενημέρωναν το Δικαστήριο ότι βρέθηκε ικανοποιητικός Συμβιβασμός μέσω της «επιτροπής» κατεχομένων και ζητά από το ΕΔΑΔ να την διαγράψει. (Τεκμήριο 5). Το ΕΔΑΔ έλαβε την επιστολή Τεκμήριο 5 και την απόφαση της «επιτροπής» όπου ξεκάθαρα αναφέρεται και η αποβιώσασα και, έκδωσε την τελική του απόφαση που διαγράφει την υπόθεση από το πινάκιο του Ε.Δ.Α.Δ. χωρίς να εξετάσει την ουσία της απόφασης της «επιτροπής». Το Ε.Δ.Α.Δ. ουδέποτε απέρριψε την απαίτηση της αποβιωσάσης αλλά, απλούστατα, δεν επενέβηκε εφόσον ο Καθ' ου η Αίτηση 2 τους διεμήνυε ότι έχει φτάσει σε συμβιβασμό εντέχνως πετυχαίνοντας ελλιπή αναφορά του εν λόγω συμβιβασμού. Αυτό ήταν το σχέδιο του και το επεδίωκε εξ αρχής. Ήθελε και πέτυχε να περιλάβει την περιουσία της αποβιωσάσης στον εν λόγω διακανονισμό εισπράττοντας μεγάλο όφελος από αυτή αλλά, επίσης πέτυχε να μην παρουσιάσει τις λεπτομέρειες του στο Ε.Δ.Α.Δ. Κάνοντας το αυτό, αρνείται σήμερα ψευδώς ότι τα οφέλη που εισέπραξε δεν αφορούν την περιουσία της αποβιωσάσης επειδή δήθεν αυτή δεν αναφέρεται στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. Όσο αφορά τη θέση του Καθ' ου η Αίτηση 2, ότι μεταβίβασε τα ακίνητα της αποβιωσάσης τα οποία ήταν σχετικά με το διακανονισμό που έγινε με την ψευδοεπιτροπή, σ' αυτόν και τα παιδιά του, αναφέρει ότι τα ακίνητα αυτά μπορεί να δόθηκαν και να αποτελούν σήμερα ιδιοκτησία του ψευδοκράτους αλλά αυτό ισχύει για τα αρχεία του ψευδοκράτους και όχι τα αρχεία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συμφωνία μεταβίβασης, δεν έλαβε χώρα στην Κυπριακή Δημοκρατία αλλά στα εδάφη που τελούν υπό τον έλεγχο του ψευδοκράτους. Τα κτήματα του Καθ' ου η Αίτηση 2 που αναφέρονται και στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. και στην συμφωνία του και της αποβιωσάσης με την ψευδοεπιτροπή, όσο αφορά τα αρχεία της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν έχουν μεταβιβαστεί στο Ψευδοκράτος. Τα κτήματα στην Τύμπου τα οποία συμφώνησε να παραχωρήσει στο Ψευδοκράτος την 21.05.2007, κατά την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας 21.5.2007 είχαν χρέη, μέμο ή υποθήκες στη Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δευτεράς όπως διαφαίνεται από την έρευνα του Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 21.5.2007 (Τεκμήριο 7). Με άλλα λόγια η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα μπορούσε να μεταβιβάσει τα κτήματα σε οποιοδήποτε πρόσωπο εκτός αν πληρώνονταν αυτά τα χρέη και, αν πληρώνονταν, βέβαια δεν θα τα μεταβίβαζε στο Ψευδοκράτος εφόσον πρόκειται για μια παρανόμως συσταθείσα οντότητα που δεν αναγνωρίζεται και επομένως, δεν μπορεί να κατέχει νόμιμα περιουσία. Στις ελεύθερες περιοχές τα εν λόγω ακίνητα φαίνεται πως είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι των κληρονόμων της αποβιωσάσης, όμως σύμφωνα με το «μητρώο» που τηρείται στο κατοχικό καθεστώς, τα ίδια κτήματα είναι ταυτόχρονα εγγεγραμμένα επ' ονόματι του «Ψευδοκράτους» (Τεκμήριο 8). Όταν η ψευδοεπιτροπή ήταν έτοιμη να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό του $1.000.000 δολαρίων, δεν του το έδινε όταν παρουσιάστηκε μόνο ο ίδιος. Η ψευδοεπιτροπή αρνήθηκε να του καταβάλει το εν λόγω ποσό χωρίς την υπογραφή της αποβιωσάσης. Εξ ου και ανοίχτηκε κοινός λογαριασμός μεταξύ του ιδίου ως διαχειριστή της αποβιωσάσης και του Καθ' ου η Αίτηση 2, υπέγραψε και ο ίδιος και μετά εστάληκε το εν λόγω ποσό από την ψευδοεπιτροπή. Η ουσία της αγωγής προέκυψε κατά το 2013 όταν ήταν ξεκάθαρη η ανέντιμη άρνηση του Καθ' ου η Αίτηση 2 να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Η θέση του Καθ' ου η Αίτηση 2 ότι το Τεκμήριο 3 της αρχικής του ένορκης δήλωσης καταγράφει την ημερομηνία πληρωμής των δόσεων είναι άκρως ανυπόστατη. Το έγγραφο αυτό εξασφαλίστηκε πρόσφατα από τους δικηγόρους του και δεν ήταν σε γνώση του από το
  16. Ήρθε στην αντίληψη του ότι επέκειτο η καταβολή αυτής της δόσης την εβδομάδα που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση και το ότι οι δικηγόροι του είχαν παλαιότερα καταχωρήσει memo επί της περιουσίας του Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν αποτελεί απόδειξη ότι γνώριζαν για τις ημερομηνίες καταβολής των εν λόγω δόσεων. Ακριβώς αυτό είναι το κατεπείγον της παρούσας αιτήσεως, όχι δηλαδή η απόφαση να καταβληθούν τα εν λόγω ποσά από τη Δημοκρατία αλλά η καταβολή της δόσης που περιήλθε κατά την εν λόγω χρονική περίοδο στην αντίληψή του. Όσον αφορά τη φερεγγυότητα του Καθ' ου η Αίτηση 2, ναι μεν έχει αποκατασταθεί αλλά αυτό δεν τον κάνει σε καμία περίπτωση αξιόπιστο ή αξιόχρεο αφού αυτός ακόμα και με τα εκατομμύρια που καρπώθηκε, δεν εξόφλησε τα χρέη του και μόνο όταν κινήθηκαν οι παρούσες αγωγές θυμήθηκε να πληρώσει κάποια από τα χρέη ως οι αποδείξεις που έχει επισυνάψει. Το επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής είναι ότι η διαχείριση δικαιούται όσα αξιώνονται και, εκτελώντας πιστά το καθήκον του, καταχώρησε την παρούσα αγωγή και αίτηση. Περαιτέρω, τα συμφέροντα των κληρονόμων διαφυλάσσονται με την απόδοση του ποσού στη διαχείριση αφού εκεί νομότυπα και έννομα θα διαμοιραστούν, αφού πληρωθούν τα χρέη της διαχείρισης στους κληρονόμους αυτής. Εάν δοθούν στον Καθ' ου η Αίτηση 2 δεν διασφαλίζεται ο διαμοιρασμός τους στους κληρονόμους της διαχείρισης. Η αλήθεια είναι ότι ο διακανονισμός αφορούσε ξεκάθαρα και την περιουσία της αποβιωσάσης, συζύγου του Καθ' ου η Αίτηση
  17. Ο Καθ' ου η Αίτηση 2 στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ισχυρίζεται ότι όλοι οι ισχυρισμοί του τεκμηριώνονται με τεκμήρια που αποδεικνύουν ότι καμία περιουσία της Διαχείρισης δεν ανταλλάγηκε μέσω της διευθέτησης με την Κυπριακή Δημοκρατία, ούτε έχει να παίρνει η διαχείρηση οποιοδήποτε ποσό από την Κυβέρνηση και οι «Πιστωτές» που ισχυρίζεται ο Αιτητής ότι τους χρωστά η Διαχείριση είναι ανύπαρκτοι. (Τεκμήρια 1 και 2 στην αρχική του ένορκη δήλωση). Το Δικαστήριο εξαπατήθηκε από τους ψευδείς και δόλιους ισχυρισμούς του Αιτητή και έκδωσε το επίδικο διάταγμα χωρίς καμία μαρτυρία ή τεκμήριο εκ μέρους του για τα κατ' ισχυρισμόν χρέη και πιστωτές της Διαχείρισης, και με βάση παραπλανητικά τεκμήρια όσον αφορά τους ανυπόστατους ισχυρισμούς του για δήθεν συμπερίληψη της περιουσίας της Διαχείρισης της αποβιωσάσης συζύγου του στον διακανονισμό της ανταλλαγής. Κατέθεσε το Τεκμήριο 1 το οποίο τεκμηριώνει ξεκάθαρα ότι όλα τα χρέη της περιουσίας του είχαν διευθετηθεί πριν την μεταβίβαση μέσω ανταλλαγής της περιουσίας του στην Τύμβου, η οποία μεταβίβαση δεν έγινε επ' ονόματι του Ψευδοκράτους όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής, πράγμα το οποίο θα ήταν παράνομο, αλλά η μεταβίβαση έγινε επ' ονόματι του τελευταίου νόμιμου Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη της περιουσίας όπως ήταν εγγεγραμμένος στο Κτηματολόγιο Λάρνακας το
  18. [Τεκμήριο 4(α), 4(β)] Η Ισαβέλλα Τύμβιου είναι η θυγατέρα του Καθ' ου η Αίτηση 2 και μαζί με αυτόν και τον αδελφό της είναι οι αποκλειστικοί κληρονόμοι της αποβιωσάσης μητέρας της. Ισχυρίζεται στην ένορκη της δήλωση ότι ο μοναδικός σκοπός του Αιτητή δεν ήταν και δεν είναι η προστασία δήθεν των νόμιμων δικαιωμάτων τους στην διαχείριση αλλά αντίθετα η παράνομη και με δόλια μέσα χρήση της ιδιότητας του ως διαχειριστή για να εκβιάζει τον Καθ' ου η Αίτηση 2 και τους κληρονόμους για την απόσπαση μεγάλων ποσών χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Ο Χαράλαμπος (Χάρης) Τύμβιος είναι ένας από τους τρεις αποκλειστικούς κληρονόμους της αποβιωσάσης μητέρας του, μαζί με τον Καθ ου η Αίτηση 2 και την αδελφή του Ισαβέλλα Τύμβιου. Η μητέρα του, Ευθυμία (Μίμα) Τύμβιου απεβίωσε στις 02.11.2007 και κατόπιν εισήγησης του Καθ' ου η Αίτηση 2 αποδέχθηκαν τον διορισμό του Αιτητή ως διαχειριστή της περιουσίας της ένεκα των φιλικών σχέσεων και της εμπιστοσύνης που είχε προς τον Αιτητή τον οποίο οι ίδιοι δεν γνώριζαν και δεν είχαν καμία σχέση. Ισχυρίζεται ότι οι ένορκες δηλώσεις του Αιτητή αποτελούν ένα καλά οργανωμένο σχέδιο του για να εξαπατήσει το Δικαστήριο μέσω ψευδών ισχυρισμών που οδήγησαν στην έκδοση του επίδικου Διατάγματος με αποκλειστικό και μοναδικό στόχο τον εκβιασμό του Καθ' ου η Αίτηση 2 αλλά και των υπόλοιπων κληρονόμων για την απόσπαση μεγάλων χρηματικών ποσών από τους κληρονόμους με ψευδείς παραστάσεις. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή ότι η διαχείριση έχει πιστωτές και χρωστεί ποσά ύψους €800.000 περίπου, είναι παντελώς ψευδείς, ανυπόστατοι και δόλιοι και έγιναν με αποκλειστικό σκοπό την εξαπάτηση του Δικαστηρίου για την έκδοση του επίδικου Διατάγματος. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι η περιουσία της αποβιωσάσης μητέρας του ήταν μέρος της συναλλαγής για ανταλλαγή που έγινε με την ψευδοεπιτροπή και ότι δικαιούται €7.000.000 από τα χρήματα που εισέπραξε ο Καθ' ου η Αίτηση 2 μέσω της διευθέτησης που έγινε με την Κυπριακή Δημοκρατία, είναι σκανδαλώδες ψεύδος που έγινε με αποκλειστικό λόγο την εξασφάλιση του επίδικου διατάγματος για σκοπούς εκβιασμού των κληρονόμων και απόσπαση μεγάλων ποσών από αυτούς με ψευδείς παραστάσεις από τον Αιτητή. Παρά το γεγονός ότι η μοναδική περιουσία που ανταλλάγηκε μέσω της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ανήκει στον Καθ' ου η Αίτηση 2, και επομένως μοναδικός δικαιούχος ολόκληρου του ποσού της διευθέτησης είναι ο ίδιος και όχι η Διαχείριση, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 επένδυσε ποσά πολλών εκατομμυρίων προς όφελος του και προς όφελος της αδελφής του και εξόφλησε όλους τους πιστωτές τόσο της Διαχείρισης όσο και τους προσωπικούς τους πιστωτές, και τα όσα ο Αιτητής αναφέρει στην συμπληρωματική του ένορκη δήλωση ότι δήθεν ο Καθ' ου η Αίτηση 2 θα εξανεμίσει όλα τα χρήματα που θα πάρει μέσω της διευθέτησης δεν είναι απλώς άσχετα αλλά και κακόβουλα ψεύδη. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις - στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο - θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Αποτελεί λόγον ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ότι δεν έχει τεκμηριωθεί το στοιχείο του «κατεπείγοντος» ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που απαιτούνται για την έκδοση Διαταγμάτων τέτοια φύσεως μονομερώς. Το στοιχείο του «κατεπείγοντος» ως προϋπόθεση για την έκδοση μονομερούς διατάγματος, έχει εξεταστεί και νομολογηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ.In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 861, Timberland Co v. Evans & Sons Ltd κ.α., Πολ. Έφεση 9776/29.05.98, Μ & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, In re Stavros Apartments Ltd κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 958 και Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην In re Stavros Apartments Ltd κ.α
(1994)1 Α.Α.Δ. 836 λέχθηκε ότι «το στοιχείο του επείγοντος ή οποιασδήποτε άλλης ιδιαίτερης περίστασης αποτελεί όρο για την ύπαρξη εξουσίας προς έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος μετά από ex parte αίτηση». Το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 598, έκρινε ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί «δικαιοδοτικό όρο» για την παροχή μιας αιτούμενης θεραπείας μονομερώς, με αποτέλεσμα μόνο όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι αυτό αποδεικνύεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία, να μπορεί να ασκήσει διακριτική εξουσία στην απουσία του εναγομένου. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Αίτηση των 1. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά και Adeona Holdings Limited Πολ. Έφεση Ε6/2014 ημερ. 27.2.2015 αποφασίστηκε ότι: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ.312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο ..και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ' αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του.» Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β Α.Α.Δ.784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α Α.Α.Δ. 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Στην προκειμένη περίπτωση, είναι η θέση του Αιτητή ότι ο δικηγόρος του τον πληροφόρησε ότι προ ολίγων ημερών είχε επικοινωνήσει μαζί του αρμόδιος υπάλληλος του Κτηματολογίου για να διερευνήσει κάποια θέματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση και στο πλαίσιο της συνομιλίας τους, του αποκάλυψε ότι την 1.3.15 η Κυπριακή Δημοκρατία, είχε την υποχρέωση να καταβάλει περίπου €3.000.000 στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, ως την τελευταία δόση εξόφλησης δυνάμει του επελθόντος συμβιβασμού. Υπό αυτές τις περιστάσεις, ήταν επείγον να εκδοθεί μονομερώς το αιτούμενο Διάταγμα για να αποφευχθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή. Αντίθετα ο Καθ' ου η Αίτηση 2 χαρακτηρίζει την πιο πάνω θέση του Αιτητή ως ασύστολα ψεύδη και ισχυρίζεται ότι τόσο ο δικηγόρος του Αιτητή, όσο και ο ίδιος ο Αιτητής γνώριζαν τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2012 για την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ. 27.6.12, (Τεκμ.11 στην ένσταση) για την μεταβίβαση του Τουρκοκυπριακού ακινήτου στη Λάρνακα επ' ονόματι του και την αγορά της περιουσίας από τη Δημοκρατία για €13.000.000 καθώς και τις ημερομηνίες καταβολής των δόσεων και τα ποσά. Περαιτέρω, η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δημοσιεύθηκε αυτούσια στον Τύπο (Τεκμ.9, 9(α), 10) (Τεκμ.3 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή). Επιπρόσθετα ο Νίκος Κληρίδης στην ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι ως ο δικηγόρος που διαπραγματεύθηκε τη διευθέτηση της υπόθεσης του Καθ' ου η Αίτηση 2 με την κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας που κατέληξε στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (Τεκμήριο 1), γνωρίζει ότι κατά την προώθηση της διαδικασίας εκτέλεσης της διευθέτησης με την Κυπριακή Δημοκρατία, ο νυν δικηγόρος του Αιτητή κ. Χρ. Κληρίδης που γνώριζε όλα τα στοιχεία της διευθέτησης, καταχώρησε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το 2012 και εξασφάλισε Διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων που αντάλλαξε ο Καθ' ου η Αίτηση 2, προκειμένου να εισπράξει τη δικηγορική αμοιβή που του οφειλόταν από τον Καθ' ου η Αίτηση
  1. Συνεκτιμώντας τις πιο πάνω θέσεις των διαδίκων, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι η ενδεχόμενη γνώση του δικηγόρου του Αιτητή για την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερ 27.6.12 (Τεκμ.11 στην ένσταση) δεν τεκμηριώνει αφ' εαυτής και γνώση του ίδιου του Αιτητή και ο ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 περί εξασφάλισης το 2012, Διατάγματος παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων του Καθ' ου η Αίτηση 2 από τον δικηγόρο του Αιτητή, δεν τεκμηριώνει εξ' αντικειμένου και γνώση του για τις ακριβείς ημερομηνίες καταβολής των δόσεων εκ μέρους της Δημοκρατίας. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που έχει σημασία για σκοπούς ικανοποίησης του στοιχείου του κατεπείγοντος, δεν είναι η γνώση του δικηγόρου του Αιτητή, αλλά η γνώση του ίδιου του Αιτητή. Περαιτέρω οι δημοσιεύσεις της εν λόγω απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου στον ημερήσιο τύπο δεν τεκμηριώνει εξ' αντικειμένου και γνώση της από τον ίδιο τον Αιτητή. Πέραν τούτου επισημαίνεται ότι η πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση δεν προχώρησε με αντεξέταση του Αιτητή επί του περιερχομένου των ενόρκων δηλώσεων του επί του θέματος αυτού, προκειμένου να διαπιστωθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο πράγματι ο Αιτητής γνώριζε από προηγουμένως τις ημερομηνίες καταβολής των δόσεων εκ μέρους της Δημοκρατίας. Προς τούτο επισημαίνεται ότι ο Αιτητής στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του σχολιάζοντας το τεκμ.3 της αρχικής του ένορκης δήλωσης - που αποτελεί δημοσίευμα στην εφημερίδα Πολίτης - ισχυρίζεται ότι αυτό εξασφαλίστηκε πρόσφατα από τους δικηγόρους του και δεν ήταν εν γνώση του το 2012, διαβάζοντας το δεν διακρίνονται οι ημερομηνίες πληρωμής των εν λόγω δόσεων και επαναλαμβάνει ότι περιήλθε στην αντίληψη του ότι επέκειτο η καταβολή της δόσης, την εβδομάδα που καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, ισχυρισμούς για τους οποίους ο Αιτητής , επαναλαμβάνω, δεν αντεξετάστηκε από την άλλη πλευρά. Με βάση την πιο πάνω θέση κρίνω ότι ο Αιτητής έχει τεκμηριώσει, στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας το στοιχείο του «κατεπείγοντος» και δεν έχω πεισθεί ότι έχει παραπλανήσει το Δικαστήριο ώστε αυτό να ακυρώσει το Προσωρινό Διάταγμα γι' αυτό το λόγο. Επομένως η σχετική εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Αποτελεί περαιτέρω, λόγον ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ότι ο Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση του Προσωρινού Διατάγματος με δόλο και/ή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Αίτηση των
  2. Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G κ.ά και Adeona Holdings Ltd (ανωτέρω) επαναλαμβάνονται οι καλώς γνωστές αρχές της νομολογίας επί του θέματος και σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 AAΔ.607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 AAΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 AAΔ 598 και Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ. α.
(2004)1Γ AAΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd's Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd's Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink's-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 ο δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R ν Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat ν Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd ν Britannia Arrow Holdings Plc, ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D) 199.» Στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 απαριθμούν στη σελ.15 της γραπτής τους αγόρευσης τα ουσιώδη γεγονότα που κατ' ισχυρισμό τους συνιστούν δόλο και εξαπάτηση του Δικαστηρίου εκ μέρους του Αιτητή ως ακολούθως: «
  1. Ο Ενάγοντας / Αιτητής καταχώρησε την παρούσα Αγωγή στις 14/05/2013 υπό την ιδιότητα του σαν Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης συζύγου του Εναγομένου 2 / Καθ' ου η Αίτηση 2, Δρ. Μιχαήλ Τύμβιου, με αποκλειστικό σκοπό τον εκβιασμό για την ικανοποίηση δικής του αξίωσης για ισχυριζόμενες οφειλές για την συνδρομή του στον διακανονισμό ανταλλαγής της περιουσίας του Εναγομένου 2 / Καθ' ου η Αίτηση 2, που έγινε με το ψευδοκράτος.
  2. Έξι ήμερες μετά την καταχώρηση της παρούσας Αγωγής ο Ενάγων / Αιτητής καταχώρησε την προσωπική του Αγωγή υπ' αριθμόν 3146/2013 στις 20/05/2013 εναντίον του Εναγομένου 2 / Καθ' ου η Αίτηση 2 αξιώνοντας: Την καταβολή ποσού ύψους €1.450.000 περίπου για κατ' ισχυρισμόν προσφερθείσες υπηρεσίες διαμεσολάβησης με το Ψευδοκράτος για την ανταλλαγή/πώληση περιουσιακών στοιχείων του Εναγομένου 2 / Καθ'ού η Αίτηση 2 στην Κατεχόμενη Τύμβου.
  3. Ο Ενάγοντας / Αιτητής χρησιμοποίησε τη θέση του σαν Διαχειριστής της περιουσίας της συζύγου του Εναγομένου 2 / Καθ' ου η Αίτηση 2 για να εξασφαλίσει με ψευδείς παραστάσεις και απάτη το επίδικο Διάταγμα δια του οποίου ανέκοψε την καταβολήν του υπολοίπου ποσού των €3.400.000 που οφείλετο στον Εναγόμενο 2 / Καθ' ου η Αίτηση 2 σαν υπόλοιπο της πώλησης της περιουσίας του στην Δημοκρατία σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ( βλέπε Τεκμ. 1 της ΕΔ. του Νίκου Κληρίδη ημερομηνίας 20/03/2015).
  4. Η μη καταβολή του υπολοίπου ποσού στον Εναγόμενο 2 / Καθ' ου η Αίτηση 2, ουδόλως εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Διαχείρισης όπως επικαλείται ο Ενάγοντας / Αιτητής, χύνοντας κροκοδείλια δάκρυα για δήθεν πιστωτές στους οποίους υπάρχουν οφειλόμενα χρέη ύψους €800.000 και τους οποίους δήθεν οφείλει να εξασφαλίσει ο Ενάγοντας / Αιτητής υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης.
  5. Στην «ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ», ημερομηνίας 06/05/2014, την οποίαν κατάθεσε ο Ενάγοντας / Αιτητής στο Δικαστήριο υπό την ιδιότητα του σαν Διαχειριστής (ίδε Τεκμήριο 2 της Ε.Δ. του Νίκου Κληρίδη, ημερομηνίας 20/03/2015), καταχώρησε ψευδείς και κακόβουλες δηλώσεις εν σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία της Διαχείρισης της αποβιωσάσης.» Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις επ' αυτού του θέματος. Έχω την άποψη ότι τα πιο πάνω γεγονότα που οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι παρουσιάστηκαν από τον Αιτητή κατά τρόπο παραπλανητικό ως και ότι αποτελούν ψευδείς ισχυρισμούς, αποτελούν τις δικές τους προβαλλόμενες θέσεις και ισχυρισμούς. Η διάσταση των θέσεων των δύο πλευρών ως προς τα πιο πάνω ζητήματα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Και τούτο γιατί κάτι τέτοιο θα προϋπόθετε, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας μέσω ένορκων δηλώσεων και ευρήματα του Δικαστηρίου επ' αυτών των γεγονότων. Η αμφισβήτηση δηλαδή εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση των γεγονότων που επικαλούνται οι Αιτητές και η προβολή της δικής τους εκδοχής επ' αυτών, δεν συνιστά απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, έχοντας κατά νου την πάγια θέση της νομολογίας ότι σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία των εκατέρωθεν θέσεων και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεση (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, σελ. 269-270 και Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκος Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209). Επομένως κρίνω ότι ούτε και αυτή η εισήγηση των Καθ' ων η Αίτηση ευσταθεί και ως αβάσιμη απορρίπτεται Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο ο Αιτητής έχει καταδείξει ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Το άρθρο 32 έτυχε νομολογιακής εξέτασης κατ' επανάληψη (βλ. Karydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 321 Papastratis v Pierides
(1979)1 C.L.R 231, Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R. 557 και άλλες) και είναι γνωστές οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής. Θα πρέπει να καταδείξει ότι:
  1. Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
  2. Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
  3. Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Με βάση το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχω την γνώμη ότι οι πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 έκδηλα ικανοποιούνται. Προς τούτο είναι αρκετό να επισημάνω ότι ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι βάσει της συμφωνίας διακανονισμού ημερ. 21.5.07 (Τεκμ.2Α στην αίτηση) - βάσει της οποίας εξετάστηκαν οι δύο αιτήσεις του Καθ' ου η Αίτηση 2 και της αποβιωσάσης (αρ.41/06) στην «Επιτροπή Αποζημιώσεων Ακίνητης Ιδιοκτησίας» - αυτές συγχωνεύθηκαν υπό τον τίτλο της Αίτησης 16163/90 και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 μαζί με την αποβιώσασα, μεταβίβασαν σχεδόν όλες τις περιουσίες τους στην «Επιτροπή Αποζημιώσεων Ακίνητης Ιδιοκτησίας» ανταλλάζοντας τις με τουρκοκυπριακά ακίνητα στη Λάρνακα. Με βάση την εν λόγω συμφωνία διακανονισμού, η ανταλλαγή περιουσίας περιελάμβανε και περιουσία της αποβιωσάσης, ίσης περίπου αξίας με του Καθ' ου η Αίτηση
  4. Επομένως, ο Αιτητής - όπως ισχυρίζεται - υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης, δικαιούται στο 50% επί του συνολικού ποσού που οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 έλαβαν ως αποζημίωση από την Τουρκία και/ή το ψευδοκράτος. Η αμφισβήτηση εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, των πιο πάνω θέσεων του Αιτητή και οι αντίθετοι ισχυρισμοί τους ότι ο φιλικός διακανονισμός του ΕΔΑΔ ημερ. 22.4.08 (Τεκμ.4 στην ένσταση) δεν αφορούσε περιουσιακά στοιχεία και ακίνητα της αποβιωσάσης αλλά μόνο ακίνητη ιδιοκτησία του Καθ' ου η Αίτηση 2 - για τους λόγους που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις τους - δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης και εξαγωγής σχετικού ευρήματος από το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, με βάση τη νομολογία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω κατά την εξέταση του ζητήματος απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Συνακόλουθα, το κατά πόσο ευσταθούν ή όχι οι πιο πάνω θέσεις του Αιτητή, δεν είναι του παρόντος σταδίου. Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό να λεχθεί ότι, στη βάση των όσων ο Αιτητής αποδίδει στους Καθ' ων η Αίτηση εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συζητήσιμη υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου και η προοπτική ότι δικαιούται εναντίον τους θεραπεία, δεν είναι δυσδιάκριτη. Παρέμεινε προς εξέταση η τρίτη προϋπόθεση. Όπως είναι νομολογημένο το βασικό κριτήριο για να κριθεί ότι η έκδοση του διατάγματος είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατή ή να διευκολυνθεί η απονομή της δικαιοσύνης, είναι το κατά πόσο αν τελικά ο Ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Αν η απάντηση είναι καταφατική, τότε η έκδοση προσωρινού Διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Η επιδίκαση αποζημιώσεων κρίνεται ότι αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς. Είναι περαιτέρω νομολογημένο ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για την πράγματι πρόθεση του Εναγομένου να αποξενώσει ή επιβαρύνει περιουσία. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση, αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90). Στην προκειμένη περίπτωση ο Αιτητής προβάλλει τον ισχυρισμό ότι σε περίπτωση που ο Καθ' ου η Αίτηση 2 εισπράξει την τελευταία δόση του προαναφερθέντος συμβιβασμού, θα οικειοποιηθεί το ποσό αυτό, εφόσον αρνείται να καταβάλει το μερίδιο στη διαχείριση της αποβιωσάσης συζύγου του, η οποία έχει χρέη και υποχρεώσεις που οφείλει να τακτοποιήσει. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είναι τακτικός επισκέπτης των κατεχομένων και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οποιοδήποτε ποσό ήθελε εισπραχθεί από τον ίδιο ως τελευταία δόση του συμβιβασμού, να διαφύγει στα κατεχόμενα ή μέσω των κατεχομένων π.χ. με κατάθεση σε μετρητά ή παράνομα τραπεζικά ιδρύματα στα κατεχόμενα. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν διαθέτουν άλλη επαρκή περιουσία που να ικανοποιεί την απαίτηση της διαχείρισης, ο δε Καθ' ου η Αίτηση 2 στο παρελθόν είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και αποκαταστάθηκε αφού εισέπραξε ήδη ένα μεγάλο μέρος της αποζημίωσης, το οποίο είναι άγνωστο πού το διαφυλάττει και εν πάση περιπτώσει υπάρχει ο κίνδυνος ήδη να έχει κατασπαταληθεί ή διαφύγει στα κατεχόμενα. Οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 έχει αποκατασταθεί και είναι πλήρως φερέγγυο άτομο, και οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 διαθέτουν επαρκή περιουσιακά στοιχεία προς ικανοποίηση της αξίωσης του Αιτητή. Προς τούτο παραπέμπουν σε απλή έρευνα στο Κτηματολόγιο όπου φαίνεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 είναι ιδιοκτήτες ακινήτων μεγάλης αξίας, χωρίς όμως να επισυνάπτουν στην ένορκη τους δήλωση σχετικό πιστοποιητικό του Κτηματολογίου, ούτε και υποδεικνύουν συγκεκριμένα την ισχυριζόμενη ακίνητη ιδιοκτησία που επικαλούνται. Κάτω από αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι έχει ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση, εφόσον η μη παρεμπόδιση των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 να εισπράξουν την τελευταία δόση του πιο πάνω συμβιβασμού, ενέχει τον κίνδυνο άμεσης αποξένωσης της, κατά τρόπο που πολύ πιθανόν να καταστήσει ανικανοποίητη τη δικαστική απόφαση που ενδεχομένως να εκδοθεί προς όφελος του Αιτητή. Και τούτο, συνυπολογίζοντας τη θέση του Αιτητή ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν διαθέτουν άλλη επαρκή περιουσία προς ικανοποίηση της αξίωσης του, οι δε Καθ' ων η Αίτηση κατά τρόπο γενικό και αόριστο επικαλούνται περιουσιακά στοιχεία, τα οποία όμως δεν αποκαλύπτουν στο Δικαστήριο. Παρέμεινε προς εξέταση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(Β) Α.Α.Δ, 788, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελ.795: «Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφασή του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Huffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή."» Στην προκειμένη περίπτωση με το επίδικο διάταγμα ο Αιτητής στοχεύει στην διασφάλιση μη αποξένωσης με οποιονδήποτε τρόπο της τελευταίας δόσης του πιο πάνω συμβιβασμού από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2. Είναι επομένως επάναγκες να διατηρηθεί η κατάσταση πραγμάτων ως έχει σήμερα, με ασφαλή διαφύλαξη της τελευταίας δόσης, στην κατοχή των αρμόδιων αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με βάση τα πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ του Αιτητή. Για όλα τα πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο, το Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 27.2.2015 καθίσταται απόλυτο. Το αιτούμενο Διάταγμα υπό παρ. Β το οποίο ζητείται διαζευκτικά προς το ήδη εκδοθέν Διάταγμα απορρίπτεται, ενόψει του ότι αποτελεί ένα εναλλακτικό τρόπο διασφάλισης της τελευταίας δόσης του συμβιβασμού, η οποία έχει ήδη διασφαλιστεί διαφορετικά με το ήδη εκδοθέν Διάταγμα υπό παρ.Α. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος του Αιτητή και σε βάρος των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, τα οποία, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .................. Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.