← Κύπρος

L.P. TRANSBETON PUBLIC LTD ν. Αποστόλας Σεργίου, Αρ. Αγωγής: 7136/2008, 15/6/2015

L.P. TRANSBETON PUBLIC LTD ν. Αποστόλας Σεργίου, Αρ. Αγωγής: 7136/2008, 15/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A231 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7136/2008 Μεταξύ: L.P. TRANSBETON PUBLIC LTD εκ Λευκωσίας Ενάγουσας - και - Αποστόλας Σεργίου εκ Λευκωσίας Εναγόμενης Ημερομηνία: 15.6.2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Έλενα Φράγκου Αντωνιάδου, για Κώστα Χρ. Σωτήρη Για την Εναγόμενη: κα. Αυγή Κοζάκου, με κα Μ. Ιωαννίδου, κα Μηνά και κ. Σιβιτανίδη, για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €2.926,22, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, πλέον ΦΠΑ. Η βάση της αξίωσής της, ως δικογραφείται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, αφορά σε ποσό οφειλόμενο δυνάμει προφορικής συμφωνίας, η οποία συνήφθη μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης κατά ή περί το έτος 2008 στη Λευκωσία για την αγορά μπετόν από μέρους της Εναγόμενης σε συμφωνημένες και/ή εύλογες τιμές, και/ή ποσό οφειλόμενο ως υπόλοιπο ανοικτού λογαριασμού και/ή σε ποσό οφειλόμενο δυνάμει τιμολογίων και/ή άλλως πως. Συγκεκριμένα, είναι η δικογραφημένη εκδοχή της Ενάγουσας - · Ότι κατά τον Μάρτιον 2008 και κατά ή περί τις 4/3/2008 ο λογαριασμός που τηρούσε η Ενάγουσα αναφορικά με την ως άνω ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία με την Εναγόμενη για την πώληση σε αυτήν μπετόν, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο €2.926,22σ. μετά από χρεωπιστώσεις που είχαν γίνει, βάσει τιμολογίων και/ή αποδείξεων, μπετόν που προμήθευσε προς την Εναγόμενη κατά την περίοδον από Φεβρουάριο 2008 μέχρι Μάρτιον 2008, · ότι η Εναγόμενη ανεγνώρισεν ότι οφείλει το εν λόγω ποσό, και · ότι παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη όπως εξοφλήσει το ως άνω ποσό, αυτή αρνείται και/ή αμελεί και/ή παραλείπει να πράξει τούτο μέχρι σήμερον. Η Εναγόμενη αρνήθηκε την πιο πάνω εκδοχή και αντέταξε στην Έκθεση Υπεράσπισής της (στο εξής «η Ε/Υ») την πιο κάτω εκδοχή꞉ Η Εναγόμενη ουδέποτε συμφώνησε με την Ενάγουσα για την αγορά μπετόν. Η Εναγόμενη δεν γνώριζε την Ενάγουσα και δεν είχε οποιαδήποτε σχέση μαζί της και ουδέποτε προέβηκε σε παραγγελία μπετόν. Η Εναγόμενη, μαζί με την αδελφή της Μαρία, συμφώνησαν με τον εργολάβο Ανδρέα Πίσση κατά/ή περί τον Ιανουάριο του 2008 για την κατασκευή, μεταξύ άλλων, μπετόν τριφτού με λεία επιφάνεια (τελειωμένη) παραμετρικά της οικίας, γύρω στα 270 τετραγωνικά μέτρα. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η αγορά του μπετόν περιλαμβάνετο στα υλικά που ήταν υπόχρεος να προμηθεύσει ο εργολάβος Ανδρέας Πίσσης, στον οποίο ανατέθησαν οι εγασίες και με τον οποίον συμφώνησε η Ενάγουσα. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η μόνη σχέση που είχε με την Ενάγουσα ήταν όταν της εζητείτο να βεβαιώσει την παράδοση μπετόν στη οικία. Η Εναγόμενη επαναλαμβάνει ότι η Ενάγουσα συμφώνησε για την προμήθεια μπετόν με τον εργολάβο Ανδρέα Πίσση και όχι μαζί της. Είναι η θέση της ότι υπόχρεος για την πληρωμή του είναι ο Ανδρέας Πίσσης, γι' αυτό και εισηγείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας. Με το δικόγραφο της Απάντησης, η Ενάγουσα αρνήθηκε πλήρως την εκδοχή της Εναγόμενης και επεσήμανε προς το Δικαστήριο ότι - · Το μπετόν (έτοιμο σκυρόδεμα) τοποθετήθηκε με αντλία στον χώρο της οικίας της Εναγομένης που τους υπέδειξε η ίδια η Εναγόμενη για λογαριασμό και προς όφελος αυτής. · Κατά την παράδοση του σκυροδέματος η Εναγόμενη παρελάμβανε τα σχετικά τιμολόγια και υπέγραφε τα σχετικά δελτία μεταφοράς (way bills). · Η Εναγομένη ουδέποτε ανέφερε στην Ενάγουσα ότι την αξία τους σκυροδέματος που παρελάμβανε θα την πλήρωνε ο Ανδρέας Πίσσης και ουδέποτε απεκάλυψε οποιαδήποτε συμφωνία είχε η ίδια με τον Ανδρέα Πίσση. · Η Ενάγουσα ουδεμία συμφωνία είχε με τον Ανδρέα Πίσση. Η Εναγόμενη είναι η μόνη προσωπικά υπεύθυνη και υπόχρεη έναντι της Ενάγουσας. Είναι παραδεκτό ότι η Ενάγουσα αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με έδρα τη Λευκωσία, και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την ετοιμασία και προμήθεια μπετόν και παρεμφερών ειδών. Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεσή της, η Ενάγουσα παρουσίασε τρεις μάρτυρες꞉ Τον κ. Ανδρέα Παναγίδη (στο εξής «ο ΜΕ1»), ο οποίος ως δήλωσε είναι Διευθυντής της Ενάγουσας και ενεργό στέλεχος αυτής ώστε η Ενάγουσα να ταυτίζεται με αυτόν, δηλ. να θεωρείται ότι αυτός είναι η L. Transbeton Public Ltd. Την κα Δέσπω Παναγίδου (στο εξής «η ΜΕ2»), η οποία ως δήλωσε είναι θυγατέρα του ΜΕ1 και εργάζεται στο Τμήμα Λογιστηρίου της Ενάγουσας από το έτος 2000, όπου ασχολείται με την έκδοση των τιμολογίων. Τον κ. Ελευθέριο Παναγίδη (στο εξής «ο ΜΕ3»), ο οποίος ως δήλωσε είναι γιος του ΜΕ1 και αδερφός της ΜΕ2, καθώς επίσης είναι και αυτός υπάλληλος της Ενάγουσας ως οδηγός ο οποίος ασχολείται με τη μεταφορά και την τοποθέτηση μπετόν. Από πλευράς Υπεράσπισης, μαρτυρία έδωσαν - η ίδια η Εναγόμενη (στο εξής «η ΜΥ1»), και ο κ. Χρίστος Χατζηχρίστου (στο εξής «ο ΜΥ2»), που είναι ο Πολιτικός Μηχανικός στον οποίο ανατέθηκε, μέσω του ΕΤΕΚ, στο οποίο η Εναγόμενη απευθύνθηκε, η κοστολόγηση των εργασιών που έγιναν στην οικοδομή της από τον εργολάβο κ. Πίσση και η διαμόρφωση εκτίμησης ως προς το κατά πόσον το ποσό που αυτή κατέβαλε προς τον εν λόγω εργολάβο περιλαμβάνει και την αξία του μπετόν. Όλη η δοθείσα μαρτυρία βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν το θεωρώ αναγκαίο να την επαναλάβω αυτούσια στο κείμενο της παρούσας απόφασης. Με δεδομένο ότι ενώπιον μου έχουν εγερθεί δύο συγκρουόμενες εκδοχές γεγονότων, θα αξιολογήσω και αναλύσω τη δοθείσα μαρτυρία, παραπέμποντας εκεί και όπου κρίνω κατάλληλο προς αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης. Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.

(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο Ενάγων, ο Ενάγων οφείλει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών απαιτεί ουσιαστικά τον έλεγχο της αξιοπιστίας των μαρτύρων που προσήλθαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν εκδοχών, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας, προφορικής και έγγραφης. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Έλαβα υπόψη μου μία εξίσου βασική παράμετρο꞉ ότι η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να κρίνεται με μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, το περιεχόμενο της μαρτυρίας θα πρέπει να υποβάλλεται στη «βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Στην υπόθεση Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1367) λέχθηκε ότι «Επέμβαση επίσης δικαιολογείται όταν οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία (Αντωνίου ν. Γεστάμη & Σια Λτδ κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1070), ή όταν τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο (Παπαδόπουλος ν. Χριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2004, 2008 και A.S. Air Control Ltd v. Ερωτοκρίτου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1056). Στην παρούσα υπόθεση, για τους λόγους που επεξηγώ πιο κάτω, έχω καταλήξει να μην αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, ενώ αποδέχομαι ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του ΜΕ3 και των ΜΥ1 και ΜΥ
  1. Λέγω συγχρόνως ότι η εκδοχή της Ενάγουσας δεν έχει αποδειχθεί να είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Αναλύω το σκεπτικό μου ως εξής꞉ Γ.
  2. Αποδεικτικά στοιχεία επί των οποίων στηρίχθηκε και προωθήθηκε η εκδοχή της Ενάγουσας Η εκδοχή της Ενάγουσας όσον αφορά τη σύναψη προφορικής συμφωνίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης για την αγορά και προμήθεια μπετόν στηρίχθηκε ουσιαστικά στα εξής δύο στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΕ1꞉ (α) στη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη του τηλεφώνησε τον Ιανουάριο του 2008 για να του πει ότι θα ήθελε μπετόν για την οικοδομή της στην Αλάμπρα, και (β) στη μαρτυρία του ΜΕ1 τα δελτία μεταφοράς και τα τιμολόγια για το μπετόν που τοποθετήθηκε στην οικία της Εναγόμενης κατά τους μήνες Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2008 παραδόθηκαν στην Εναγόμενη από τον ΜΕ3 έναντι της υπογραφής της. Οι άλλοι δύο μάρτυρες, ήτοι η ΜΕ2 και ο ΜΕ3 προσήλθαν με στόχο και σκοπό να ενισχύσουν τα λεγόμενα του ΜΕ1꞉ η μεν ΜΕ2, όσον αφορά το περιεχόμενο των τιμολογίων, για την έκδοση των οποίων ήταν υπεύθυνη, ο δε ΜΕ3 για τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η παράδοση των δελτίων παράδοσης και των τιμολογίων στην Εναγόμενη. Κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1, ακόμη και εάν επρόκειτο να γίνει πιστευτή, δεν είναι ικανή ή/και επαρκής για να αποδείξει τη σύναψη της ισχυριζόμενης σύμβασης. Λαμβάνω υπόψη τα εξής στοιχεία꞉ Ο ίδιος ο ΜΕ1 παραδέχεται και δηλώνει ρητά στη γραπτή του δήλωση, (βλ. την παρα. 3 του Έγγραφου Α), ότι όταν κατ' ισχυρισμόν του τηλεφώνησε η Εναγόμενη τον Ιανουάριο του 2008 για να τον ενημερώσει ότι θα ήθελε μπετόν για την οικοδομή της, η συνομιλία τους ολοκληρώθηκε χωρίς να του πει ούτε πότε θα το ήθελε ούτε πόσο μπετόν ήθελε. Το σπουδαιότερο κατά την κρίση μου είναι ότι, προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι ολοκληρώθηκε η τηλεφωνική τους επικοινωνία χωρίς να συζητήσουν για τιμές, ήτοι για το ποιες ήταν οι τρέχουσες τιμές μπετόν στην αγορά ή ποιες ήταν οι εύλογες τιμές πώλησης μπετόν ή σε ποια τιμή ανά τετραγωνικό μέτρο προτίθετο ο ΜΕ1 να πουλήσει στην Εναγόμενη το μπετόν. Ο ΜΕ1 δεν ισχυρίστηκε να έδωσε στην Εναγόμενη οποιαδήποτε προσφορά από τηλεφώνου, την οποία η Εναγόμενη να αποδέχθηκε. Επομένως, τίποτα το συγκεκριμένο δεν συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της τηλεφωνικής επικοινωνίας του ΜΕ1 με την Εναγόμενη τον Ιανουάριο του
  3. Απεναντίας, αυτό που ο ΜΕ1 αναγνωρίζει και δηλώνει στην παρα. 3 της Γραπτής του Δήλωσης ως το Έγγραφο Α, είναι ότι η Εναγόμενη του δήλωσε ρητά κατά την τηλεφωνική τους επικοινωνία ότι η παραγγελία του μπετόν θα γινόταν από τον εργολάβο. Και επιβεβαιώνει ο ΜΕ1 στην παρα. 4 της γραπτής του δήλωσης ότι όντως, η παράδοση του μπετόν στην οικία της Εναγομένης έγινε κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας που είχε ο εργολάβος της Εναγόμενης μαζί με τον ΜΕ1 τρείς φορές, τέλος του Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου 2006, όπου και παρήγγειλε τις ποσότητες μπετόν που εν τέλει παραδόθηκαν και για τις οποίες η Ενάγουσα αξιώνει την αμοιβή της. Από την πιο πάνω μαρτυρία του ΜΕ1 προκύπτει ότι η Εναγόμενη μέχρι και την ημερομηνία τοποθέτησης του μπετόν στην οικία της τελούσε σε άγνοια για το ποιες ποσότητες μπετόν παραγγέλθηκαν από τον Εργολάβο, ως επίσης και για τις τιμές ανά τετραγωνικό μέτρο που ο εργολάβος συμφώνησε με τον ΜΕ1 κατά την παραγγελία των εν λόγω ποσοτήτων μπετόν. Διερωτάται κανείς για ποιο λόγο έκρινε σκόπιμο ο ΜΕ1 να αναφερθεί σε τηλεφωνική επικοινωνία που κατ' ισχυρισμόν είχε ο ίδιος με την Εναγόμενη, εφόσον τίποτα δεν συμφωνήθηκε μεταξύ τους. Η απάντηση βρίσκεται στην τελευταία πρόταση της παρα. 3 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α). Αυτό που επιδιώκει ο ΜΕ1 είναι να πείσει το Δικαστήριο ότι το τηλεφώνημα από την Εναγόμενη έγινε για να του δηλώσει ότι αναλάμβανε αυτή προσωπικά να πληρώσει την Ενάγουσα για ό,τι θα παράγγελνε ο εργολάβος. Αυτό δηλαδή που συμφέρει στην εταιρεία του ΜΕ1 (την Ενάγουσα) προκειμένου να συνδέσει την Εναγόμενη με την όλη υπόθεση για να μπορεί να εισπράξει από αυτήν! Στη δική της μαρτυρία η Εναγόμενη αρνήθηκε κατηγορηματικά τη θέση του ΜΕ1 περί ύπαρξης της οποιασδήποτε τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ τους, ως επίσης και τη δικογραφημένη στην Έκθεση Απαίτησης θέση της Ενάγουσας ότι η ίδια η Εναγόμενη αναγνώρισε οποτεδήποτε την οφειλή της προς την Ενάγουσα ή/και υποσχέθηκε να την εξοφλήσει. Έχοντας παρακολουθήσει την Εναγόμενη και κρίνοντάς τα λεγόμενά της υπό το φως του συνόλου της δοθείσας μαρτυρίας, ουδόλως γίνεται αποδεκτή αυτή η θέση και εκδοχή του ΜΕ
  4. Η Εναγόμενη δεν μου φάνηκε άτομο που θα έδινε σε άγνωστό της πρόσωπο (και εδώ παρατηρώ και σημειώνω ότι ο ΜΕ1 δεν ισχυρίστηκε οποτεδήποτε ότι είχε προηγουμένως οποιαδήποτε συνεργασία ή/και τακτική συνεργασία ή/και συναλλαγή ή/και γνωριμία με την Εναγόμενη ως πελάτιδα της Ενάγουσας) τέτοια εν λευκώ εξουσιοδότηση, να χρεωθεί για οτιδήποτε θα παράγγελνε κάποιο τρίτο άτομο. Απεναντίας, κρίνω απόλυτα λογική και πιστευτή την εκδοχή της Εναγόμενης ότι- · η ίδια, από αυτόν με τον οποίο συναλλάγηκε, ήτοι με τον εργολάβο, ζήτησε (όπως θα έπραττε ο κάθε μέσος λογικός άνθρωπος) να λάβει προσφορά για να γνωρίζει πόσα θα στοιχήσει (βλ. την παρα. 5 της γραπτής δήλωσης της Εναγόμενης ως το Έγγραφο ΣΤ), και · ότι, εφόσον η ίδια δεν συμφώνησε με την Ενάγουσα οτιδήποτε ούτε παρήγγειλε από την Ενάγουσα η ίδια προσωπικά οτιδήποτε, δεν είναι από αυτήν που θα έπρεπε να αναμένει η Ενάγουσα ότι έχει δικαίωμα να εισπράξει ή πληρωθεί. Κρίνω ότι το βάρος της απόδειξης ήταν στους ώμους της Ενάγουσας να αποδείξει τί ακριβώς συμφώνησε με την Εναγόμενη και τί ακριβώς συμφώνησε με τον Εργολάβο. Εφόσον η Ενάγουσα ήθελε να αποδείξει ότι άλλος έκανε την παραγγελία και άλλος αναλάμβανε την ευθύνη της πληρωμής για την παραγγελία, ήταν στους δικούς της ώμους να το αποδείξει, δεδομένης της άρνησης της εν λόγω εκδοχής από την Υπεράσπιση. Σημειωτέον ότι δεν δόθηκε καμία εξήγηση ενώπιον μου από τη συνήγορο της Ενάγουσας γιατί να μην μπορούσε να είχε κλητευθεί από την ίδια ο εργολάβος ως δικός της μάρτυρας. Διαπιστώνω, βάσει της δοθείσας μαρτυρίας, ότι ο εργολάβος δεν ήταν πρόσωπο άγνωστο προς την Ενάγουσα, απεναντίας ήταν το πρόσωπο που, ως ο ισχυρισμός του ΜΕ1, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς «3 φορές τέλος Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου» για να του υποβάλει την παραγγελία για το μπετόν. Πρόδηλη ήταν, εξάλλου, η ανακολουθία στις δηλώσεις του ΜΕ1, ο οποίος αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε προσωπικά ποιος ήταν ο εργολάβος, ενώ στη συνέχεια δεν δίστασε να δώσει μαρτυρία ως προς το χαρακτήρα του εργολάβου, περιγράφοντάς τον ως «δυστυχή και τιμιότατο». Δεν αντικρούστηκε ούτε η θέση της Υπεράσπισης ότι η Ενάγουσα διατηρούσε λογαριασμό με αριθμό πελάτη που αντιστοιχούσε στην εταιρεία «MENELAND», η οποία (ως η μαρτυρία της Εναγομένης επί της οποίας δεν αντεξετάσθηκε) ανήκε στον κ. Ανδρέα Πίσση και ότι είχε τα στοιχεία επικοινωνίας (διεύθυνση και αριθμό τηλεφώνου) που ανήκαν στον εν λόγω εργολάβο. Απώλεσε έτσι η Ενάγουσα την ευκαιρία να προσφέρει μαρτυρία για να αποδείξει ή/και να ενισχύσει την εκδοχή της ότι ο εργολάβος ουδεμία ευθύνη ανέλαβε έναντί της για την αγορά του μπετόν, παρά το γεγονός ότι ήταν εκείνος που ως η θέση της το παρήγγειλε. Επανέρχομαι στο ζήτημα της ισχυριζόμενης ευθύνης της Εναγόμενης. Πέραν της τηλεφωνικής επικοινωνίας, που ως ο ισχυρισμός του ΜΕ1 είχε μαζί της πριν να γίνει η παραγγελία από τον εργολάβο, η μόνη άλλη σύνδεση με την Εναγόμενη που επιχείρησε να δείξει ο ΜΕ1 για να αιτιολογήσει την αξίωση εναντίον της, ήταν ως προανέφερα τα δελτία μεταφοράς και τα τιμολόγια που κατ' ισχυρισμόν φέρουν την υπογραφή της Εναγομένης. Ειδικότερα, στην παρα. 5 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Α, ο ΜΕ1 στήριξε την αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγόμενης στα ακόλουθα έγγραφα꞉ «(α) Τιμολόγιο αρ. 81512, ημερομηνίας 29/2/2008, με το δελτίο μεταφοράς του. (β) Τιμολόγιο αρ. 81541, ημερομηνίας 1/3/2008, με το δελτίο μεταφοράς του. (γ) Τιμολόγιο αρ. 81615, ημερομηνίας 4/3/2008, με το δελτίο μεταφοράς του.». Πρόκειται, αντίστοιχα, για τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 υπό το Έγγραφο Α. Τα εν λόγω έγγραφα τέθηκαν, ως ήταν αναμενόμενο, στο επίκεντρο της αντεξέτασης - του ΜΕ1 ο οποίος, ως η μαρτυρία του, έδωσε την εντολή για την έκδοσή τους (βλ. την παρα. 4 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Α) και, εν συνεχεία, της ΜΕ2, η οποία ως ισχυρίστηκε είχε την ευθύνη για την ετοιμασία και εκτύπωσή τους (βλ. την παρα. 4 της γραπτής της δήλωσης ως το Έγγραφο Β), καθώς επίσης και του ΜΕ3 που ήταν αυτός που τα παρέδωσε στην Εναγόμενη. Απασχόλησε αναπόδραστα το Δικαστήριο η αποδεικτική αξία και βαρύτητα των πιο πάνω εγγράφων. Κατ' αρχάς, έχω να παρατηρήσω ότι κανένα από τα τρία τιμολόγια ως ανωτέρω δεν είναι υπογεγραμμένο στο σημείο της ένδειξης «Υπογραφή Παραλήπτου». Επομένως, ακόμη και εάν ήθελαν γίνει δεκτά ως γνήσια, αυθεντικά και αληθή, κάτι που έχει αμφισβητηθεί έντονα από την Υπεράσπιση, και πάλιν τα εν λόγω τιμολόγια δεν θα ήταν ικανά από μόνα τους να στοιχειοθετήσουν τη σύνδεση της Εναγόμενης με την Ενάγουσα για την αγορά του μπετόν ούτε να αποδείξουν αποδοχή από μέρους της Ενάγουσας της συγκεκριμένης τιμής στην οποία πωλήθηκαν οι παραδοθείσες ποσότητες μπετόν. Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι τα μόνα εκ των ανωτέρω έγγράφα που φέρουν την υπογραφή της Εναγόμενης είναι τα δελτία μεταφοράς. Εκείνα τα Δελτία Μεταφοράς η Εναγόμενη παραδέχθηκε ότι κλήθηκε να τα υπογράψει και τα υπέγραψε όταν παραδίδονταν στην οικία της οι ποσότητες του μπετόν. Παρά το ότι το σημείο της υπογραφής της γίνεται υπό την ένδειξη «ο Αγοραστής», όταν η Εναγόμενη ρωτήθηκε κατά την αντεξέτασή της «δεν διερωτηθήκατε γιατί να υπογράψω κύριε τα δελτία παραλαβής αφού δεν θα τα πληρώσω εγώ;», αποκαλυπτική του τρόπου σκέψης της ήταν η απάντηση που έδωσε ως ακολούθως꞉ «Δεν το θεώρησα κάτι σοβαρό. Μπορούσα να παραλάβω κάποιου γείτονα μου μια τηλεόραση. Έπιασα ένα χαρτί να του το δώσω. Δεν ήξερα ότι ενεργούν εκ του πονηρού.». Επισημαίνω, εν πάση περιπτώσει, ότι στα Δελτία Μεταφοράς ουδεμία αναφορά γίνεται σε ό,τι αφορά το κόστος του παραδοτέου υλικού και συνεπώς δεν υπάρχει οτιδήποτε στην όψη τους που να μπορεί να αποδεικνύει την αποδοχή της αγοράς των παραδοθέντων ποσοτήτων μπετόν από την Εναγόμενη έναντι του αξιούμενου ποσού. Πέραν τούτου, προέκυψε κατά την ακρόαση και συγκεκριμένα στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ΜΕ3, το εξής ενδιαφέρον έως καθοριστικό στοιχείο꞉ ότι τα προαναφερθέντα τιμολόγια δεν παραδόθηκαν στην Εναγόμενη ταυτόχρονα με την παράδοση των υπογεγραμμένων από αυτήν Δελτίων Μεταφοράς (ως άφηνε να νοηθεί ο ΜΕ1), αλλά αντίθετα τα μεν Δελτία Μεταφοράς παραδίδονταν σταδιακά με κάθε παραδοτέο, τα δε τιμολόγια της παραδόθηκαν όλα μαζί στο τέλος, όταν συμπληρώθηκε η παράδοση όλης της ποσότητας του μπετόν. Δηλαδή, ενώ ο ΜΕ1 τα κατέθεσε στο Δικαστήριο ως επισυνημμένα το ένα στο άλλο, αφήνοντας να νοηθεί ότι καθ' ον χρόνο η Εναγόμενη παραλάμβανε το Δελτίο Μεταφοράς, λάμβανε γνώση και της κοστολόγησης του παραδοτέου υλικού μέσω του τιμολογίου που το συνόδευε, ήρθε ο ΜΕ3 και τον διέψευσε λέγοντας ότι παρέδιδε μόνο του το Δελτίο Μεταφοράς στην Εναγόμενη. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η μαρτυρία του ΜΕ3 υπήρξε από θετική και προσωπική γνώση των γεγονότων, ενώ ο ΜΕ1 μετέφερε εξ ακοής αυτά που δήθεν έκανε ο ΜΕ3, επιλέγω να αποδεχθώ ως αληθή τη μαρτυρία του ΜΕ
  5. Δεδομένης της χρονικής αποσύνδεσης της παράδοσης των δύο εγγράφων (Δελτίων Μεταφοράς από τα Τιμολόγια), στην πραγματικότητα το μόνο που θα μπορούσε να αποδείξει η υπογραφή της Εναγόμενης επί των Δελτίων Μεταφοράς είναι ότι οι εκεί αναφερθείσες ποσότητες παραδόθηκαν στον προορισμό τους, ήτοι στην Αποστόλα Σεργίου στην Αλάμπρα, αλλά τούτο δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα με βάση τη δικογραφία και τη δοθείσα μαρτυρία. Απεναντίας, το ερώτημα ποιος ήταν αυτός που ήταν υπόχρεος έναντι της Ενάγουσας για την πληρωμή των παραδοθέντων ποσοτήτων, δεν απαντάται στα Δελτία Μεταφοράς, αφού δεν φαίνεται εκεί τιμή και χρειάζεται κάποιος να ανατρέξει στα τιμολόγια για να δει ποιος είναι πελάτης. Η ικανότητα της Ενάγουσας να αποδείξει τη βάση της αξίωσής της καταλήγει να εξαρτάται από την αποδεικτική αξία και βαρύτητα των τιμολογίων. Έχω ήδη επισημάνει ανωτέρω ότι τα τιμολόγια είναι ανυπόγραφα από πλευράς αγοραστή, στοιχείο που αφαιρεί σημαντικά από τη δυναμική της εκδοχής της Ενάγουσας. Εύστοχα, η Υπεράσπιση επεσήμανε στο Δικαστήριο κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 και της ΜΕ2 και το εξής꞉ ότι τρία διαφορετικά στοιχεία επί των τιμολογίων δεν ανταποκρίνονται σε στοιχεία της Εναγόμενης ή/και αναφέρονται σε πρόσωπο άλλο από αυτήν. Πρόκειται για꞉ τον κωδικό πελάτη, όπου αναφέρεται «Customer Code꞉ MENELAND», όπου MENELAND είναι το όνομα της εταιρείας του εργολάβου κ. Ανδρέα Πίσση ως είναι η μαρτυρία της Εναγόμενης, η οποία παρέμεινε ακλόνητη επί τούτου, ο αριθμός τηλεφώνου του πελάτη, όπου αναφέρεται «Customer Tel No꞉ 99429474», ο οποίος η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε ευθέως προς τους μάρτυρες της Ενάγουσας ότι αποτελεί αριθμό του εν λόγω εργολάβου, τη διεύθυνση στα στοιχεία πελάτη, όπου αναφέρεται υπό το όνομα της Εναγόμενης η διεύθυνση «7, Politexniou Street, Alampra.» Το ότι η πραγματική διεύθυνση της οικίας της Εναγομένης, όπου παραδόθηκε το μπετόν και τα Δελτία Μεταφοράς είναι διαφορετική από εκείνην που αναγράφεται στα τιμολόγια, επιβεβαιώθηκε από τον ΜΕ
  6. Ο ίδιος ευθαρσώς δήλωσε ότι η διεύθυνση της οικίας της Εναγόμενης ήταν «Γρηγόρη Αυξεντίου 18, Αλάμπρα». Άλλωστε σε αυτήν τη διεύθυνση είναι που η Ενάγουσα εμφανίζεται να αναζήτησε την Εναγόμενη όταν θέλησε να της αποστείλει επιστολή για να ζητήσει την εξόφληση των τιμολογίων (βλ. το Τεκμήριο Δ προς αναγνώριση, μετέπειτα κατατεθέν ως Τεκμήριο 13 υπό Έγγραφο ΣΤ). Πέραν όμως του πιο πάνω στοιχείου που αποδυναμώνει τη θέση της Ενάγουσας, δίκαιο έχει η Υπεράσπιση να βάλλει και κατά της αυθεντικότητας και γνησιότητας των τιμολογίων. Δεν αποτελεί τέχνασμα της Υπεράσπισης το γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατέληξαν να κατατίθενται τρία διαφορετικά αντίτυπα που κατ' ισχυρισμόν παριστάνουν το τιμολόγιο με τον ίδιο αριθμό έκδοσης. Συγκεκριμένα꞉ Τα τιμολόγια ως κατατέθηκαν από τον ΜΕ
  7. Πρόκειται για τα διπλότυπα (κίτρινα) των τιμολογίων με ημερ. 29.2.2008, 1.3.2008 και 4.3.2008 και, αντίστοιχα, με αρ. 81512, 81541 και 81615, τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα, αντίστοιχα, ως τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 υπό το Έγγραφο Α. Τα τιμολόγια ως κατατέθηκαν από την Εναγόμενη. Πρόκειται για δύο ξεχωριστές δέσμες πρωτότυπων (σε λευκό αντίτυπο) τιμολογίων με ίδια ημερομηνία έκδοσης και αριθμό ως ανωτέρω꞉ Αφενός, αυτά που παραδόθηκαν στην Εναγόμενη από τον ΜΕ3 κατά ή περί τις 13.3.
  8. Βρίσκονται κατατεθειμένα ως Τεκμήρια Α, Β και Γ προς αναγνώριση και εν συνχεία ως κανονικά Τεκμήρια αρ. 10, 11 και 12 υπό Έγγραφο ΣΤ. Αφετέρου, αυτά που αποστάληκαν στην Εναγόμενη ως επισυνημμένα σε επιστολή της Ενάγουσας, ημερ. 22.5.2008, με απαίτηση για άμεση εξόφλησή τους, ως το Τεκμήριο Δ προς αναγνώριση και εν συνεχεία το Τεκμήριο 13 υπό το Έγγραφο Στ. Η συνήγορος Υπεράσπισης αμφισβήτησε έντονα τη γνησιότητα των τιμολογίων υποδεικνύοντας προς το Δικαστήριο ότι σε κάθε ένα πρωτότυπο/αντίτυπο τιμολογίου υπάρχει η ένδειξη «Προηγ. Υπόλοιπο» και «Νέο Υπόλοιπο» το οποίο διαφέρει στα τιμολόγια ως κατατέθηκαν από τον ΜΕ1 από τα τιμολόγια ως παραδόθηκαν στην Εναγόμενη το Μάρτη 2008 ή/και από τα τιμολόγια ως αποστάληκαν στην Εναγόμενη το Μάη
  9. Τούτο δείχνει, ως η εισήγηση της Υπεράσπισης, ότι υπήρχε ανεπίτρεπτη επέμβαση στα τιμολόγια μετά την ημερομηνία έκδοσής τους. Ο ΜΕ1 επιχείρησε να αντικρούσει την τοποθέση αυτή λέγοντας ότι από τεχνικό λάθος του συστήματος, το οποίο ανάγεται πίσω στο χρόνο της εγκατάστασής του, το σύστημα βγάζει από μόνο του τυχαίες ενδείξεις για προηγούμενο και νέο υπόλοιπο, στις οποίες ουδεμία σημασία δίνει η Ενάγουσα, αφού δεν στηρίζει σε εκείνες την αξίωσή της. Η ΜΕ2 επιχείρησε να αντικρούσει την ίδια τοποθέτηση λέγοντας ότι πρόκειται για σφάλμα του λογισμικού τους συστήματος το οποίο γνωρίζουν οι λογιστές τους και δεν το θεωρούν ουσιώδες, αφού ουδόλως λαμβάνεται υπόψη στους λογαριασμούς της Ενάγουσας. Παραδέχθηκε η ΜΕ2 ότι το εν λόγω λογισμικό σύστημα επιτρέπει επέμβαση στο περιεχόμενο ενός τιμολογίου, αλλά υποστήριξε ότι τούτο γίνεται μόνον όσον αφορά τα στοιχεία επικοινωνίας των πελατών. Δεν έχω ικανοποιηθεί από τις απαντήσεις που έδωσαν οι ΜΕ1 και ο ΜΕ
  10. Μου φαίνεται εντελώς εξωπραγματικό να παράγει το λογισμικό σύστημα διαφορετικό αντίτυπο του πρωτοτύπου! Αν την ίδια στιγμή τυπώνεται ένα πρωτότυπο για τον πελάτη και ένα αντίτυπο για το φάκελο της Ενάγουσας, θα ανέμενα το ένα να περιέχει τις ίδιες ακριβώς πληροφορίες με το άλλο. Συνεπώς το γεγονός ότι στα αντίτυπα της εταιρείας όπως τα κατέθεσε ο ΜΕ1 εμφανίζονται διαφορετικά προηγούμενα και νέα υπόλοιπα από εκείνα που αντίστοιχα εμφανίζονται στα πρωτότυπα του πελάτη όπως τα κατέθεσε η Εναγόμενη, μου δημιουργεί ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία της βάσης δεδομένων από την οποία παρήχθησαν τα τιμολόγια και κατ' επέκταση ως προς την αξιοπιστία των τιμολογίων. Ακόμη όμως και αν επρόκειτο να δεχθώ ως γνήσια και αξιόπιστα τα τιμολόγια, το κρίσιμο ζήτημα που αναφύεται είναι άλλο꞉ θυμίζω ότι η βάση της απαίτησης της Ενάγουσας εδράζεται, διαζευκτικά, σε «ποσό οφειλόμενο ως υπόλοιπο ανοικτού λογαριασμού». Με δεδομένο ότι σε ένα έκαστο εκ των ως άνω πρωτότυπων και/ή αντίτυπων των τιμολογίων, ο κωδικός πελάτη παραμένει στο όνομα MENELAND και η διεύθυνση πελάτη δεν είναι η διεύθυνση της οικίας της Εναγόμενης, η συνήγορος Υπεράσπισης έστρεψε την προσοχή του Δικαστηρίου σε ακόμη ένα στοιχείο που ως η θέση της αποδεικνύει ότι ο πελάτης προς τον οποίο απευθύνονταν τα τιμολόγια και ο οποίος είχε ανοικτό και/ή τρεχούμενο λογαριασμό με την Ενάγουσα δεν ήταν η Εναγόμενη, αλλά η εταιρία MENELAND꞉ το γεγονός ότι στο πρώτο τιμολόγιο ως η δέσμη που παραδόθηκε στην Εναγόμενη (ήτοι το Τεκμήριο 10 υπό το Έγγραφο Στ) εμφανίζεται να υπάρχει προηγούμενο υπόλοιπο «2976.41» και νέο υπόλοιπο «4012,93». Κρίνω ότι, εφόσον η Ενάγουσα δεν προσκόμισε καθόλου μαρτυρία για να αποδείξει ότι η Εναγόμενη είχε οποιεσδήποτε προηγούμενες δοσοληψίες με την Ενάγουσα, έτσι ώστε η τελευταία να δικαιολογήτο να διατηρεί από προηγουμένως λογαριασμό με υπόλοιπο οφειλόμενο από την Εναγόμενη, οι ενδείξεις περί προηγούμενου και νέου υπόλοιπου δημιουργούν αμφιβολίες για την αξιοπιστία της εκδοχής της Ενάγουσας ότι ο πελάτης για τον οποίο ανοίχθηκε ο συγκεκριμένος λογαριασμός ήταν η Αποστόλα Σεργίου και όχι η ΜENELAND. Απεναντίας, καταλήγω να κρίνω ως πιο πιθανή, υπό το φως του στοιχείου αυτού, την εκδοχή της Εναγόμενης ότι ήταν η εταιρεία του εργολάβου της ο πραγματικός πελάτης εν σχέση προς τον οποίο ανοίχθηκε από την Ενάγουσα ο συγκεκριμένος λογαριασμός. Εξάλλου, έχω προχωρήσει και έχω εξετάσει σε ποιο βαθμό είναι εντελώς τυχαίοι οι αριθμοί που αναγράφονται στις ενδείξεις «προηγούμενο» και «νέο» υπόλοιπο, ώς ήταν η εισήγηση του ΜΕ1 και έχω καταλήξει σε αντίθετο συμπέρασμα. Λαμβάνοντας ως παράδειγμα το τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 10 υπό το Έγγραφο ΣΤ, παρατηρώ ότι προσθέτοντας το προηγούμενο υπόλοιπο που είναι 2976,41 και το ποσό που είναι πληρωτέο για την ποσότητα μπετόν που εκεί τιμολογείται, ήτοι το ποσό των €1036,52, το άρθροισμα είναι 4012,93, όσα ακριβώς και το αναφερόμενο «νέο υπόλοιπο». Ομοίως, στο Τεκμήριο 11 υπό το Έγγραφο Στ, προσθέτοντας το προηγούμενο υπόλοιπο 2976,41 και το ποσό που είναι πληρωτέο για την ποσότητα μπετόν που εκεί τιμολογείται, ήτοι το ποσό των €547,63, το άρθροισμα είναι 3524,04, όσα ακριβώς και το αναφερόμενο «νέο υπόλοιπο». Την ίδια διαπίστωση έχω κάνει αναφορικά με το Τεκμήριο 12 υπό το Έγγραφο Στ. Πρόκειται δηλαδή για αριθμούς που λογικά συσχετίζονται μεταξύ τους. Υπό το φως του πιο πάνω ευρήματος, δεν με ξενίζει ούτε βρίσκω παράλογη (κρίνοντάς την από απόψεως κοινής λογικής παρά από απόψεως της εμπειρογνωμοσύνης του) την επισήμανση στην οποία προέβηκε ο πολιτικός μηχανικός κ. Χατζηχρήστος (ΜΥ2), στην έκθεσή του ως το Τεκμήριο 14 υπό το Έγγραφο ΣΤ, ότι εφόσον το τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 10 υπό το Έγγραφο ΣΤ και το τιμολόγιο ως το Τεκμήριο 11 υπό το Έγγραφο ΣΤ το ίδιο ποσό ως «προηγούμενο υπόλοιπο», δηλαδή εμφανίζουν τον λογαριασμό να ανοίγει και στις δύο ημερομηνίες έκδοσης των τιμολογίων με το ίδιο ποσό, έπεται ότι θα πρέπει στο χρονικό διάστημα μεταξύ της μιας ημερομηνίας και της άλλης να έγινε από τον πελάτη πληρωμή του ποσού της μεταξύ τους διαφοράς (ήτοι του ποσού των €1036 που είναι η διαφορά μεταξύ του ποσού του νέου υπόλοιπου, ήτοι 4012,93, που φέρει το πρώτο τιμολόγιο, ημερ. 29.2.2008 και του ποσού προηγούμενου υπόλοιπου, ήτοι 2976,41, που φέρει το δεύτερο τιμολόγιο, ημερ. 1.3.2008). Το ποσό της διαφοράς, ήτοι το ποσό των €1036,52 είναι ουσιαστικά ίσο με το ποσό για το οποίο τιμολογήθηκε το μπετόν που παραδόθηκε στην Εναγόμενη. Πιθανολογείται εύλογα από την Υπεράσπιση ότι έγιναν πληρωμές από τρίτο πρόσωπο, εν προκειμένω από τον πελάτη MENELAND, έναντι του συγκεκριμένου λογαριασμού, στοιχείο που δηλώνει την αναγνώριση οφειλής από εκείνον. Σε καμία περίπτωση δεν έγινε πληρωμή έναντι λογαριασμού καθ' οιονδήποτε χρόνο από την Εναγόμενη, ώστε να μπορεί να πιθανολογηθεί αναγνώριση οφειλής από την ίδια. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας που η ίδια η Ενάγουσα προσκόμισε, κρίνω ότι αυτή δεν υπήρξε από μόνη της επαρκής ή/και ικανή να αποδείξει ότι η υπόθεσή της είναι πιο πιθανή παρά μην είναι. Προχωρώ εν πάση περιπτώσει να εξετάσω και την εκδοχή που αντέταξε η Εναγόμενη αμυνόμενη. Θυμίζω ότι η εκδοχή της είναι ότι πλήρωσε τον εργολάβο, βάσει της προσφοράς του την οποία αυτή απεδέχθη, για όλες τις εργασίες, συμπεριλαμβανομένων των αναγκαίων προς εκτέλεση αυτών υλικών. Η συνήγορος της Ενάγουσας επιτέθηκε στην Εναγόμενη κινούμενη στους εξής άξονες꞉ Πρώτον, αμφισβητώντας την προέλευση της προσφοράς που προσκόμισε. Δεύτερον, αμφισβητώντας τον ισχυρισμό της Εναγόμενης περί κάλυψης στην προσφορά του κόστους των υλικών που συνεπαγόταν η κατασκευή των εκεί περιγραφόμενων εργασιών. Τρίτον, αμφισβητώντας τον ισχυρισμό της Εναγόμενης περί εξόφλησης του Εναγόμενου. Παρατηρώ ότι η ισχυριζόμενη προσφορά του εργολάβου Ανδρέα Πίσση είναι χειρόγραφα καταγραμμένη σε λευκή κόλλα, ήτοι όχι σε επιστολόχαρτο, και δεν φέρει υπογραφή του προσφοροδότη (εν προκειμένου του προαναφερόμενου εργολάβου). Τιτλοφορείται «Προσφορά Αποστόλας και Μαρούλλας» και καταγράφει σε τρεις σελίδες τις εργασίες που ο εργολάβος προσφέρετο να εκτελέσει, τα υλικά που θα χρησιμοποιούσε και το κόστος των εργασιών. Κατά την κατάθεση του εγγράφου της προσφοράς ως τεκμηρίου, ηγέρθηκε ένσταση από τη συνήγορο Υπεράσπισης λέγοντας ότι επρόκειτο για ένα γενικό και αόριστο έγγραφο, ανυπόγραφο, που σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε νομικά να ονομαστεί «συμφωνία», εφόσον δεν αναγραφόταν σε αυτό ούτε ποιοι είναι οι συμβαλλόμενοι ούτε η ημερομηνία ούτε σε ποιαν οικοδομή αφορούσε. Επέτρεψα την κατάθεση του εγγράφου της προσφοράς ως τεκμηρίου, στο πλαίσιο της παρα. 6 της γραπτής δήλωσης της Εναγόμενης (βλ. Έγγραφο ΣΤ), όχι ως έγγραφο «γραπτής συμφωνίας» αλλά ως έγγραφο «προσφοράς», όπως ακριβώς το περιέγραψε η Εναγόμενη. Πέραν της προαναφερόμενης εγερθείσας ένστασης στην κατάθεση του εγγράφου της προσφοράς, υποβλήθηκε στην Εναγόμενη, καθ' ον χρόνο αντεξετάζετο, και ο ισχυρισμός ότι το έγγραφο που η ίδια επικαλέστηκε ως περιέχων την προσφορά του εργολάβου Ανδρέα Πίσση, δεν δόθηκε σε αυτήν από τον κ. Πίσση. Στην ουσία, αμφισβητήθηκε το ότι ήταν έγγραφο προερχόμενο από τον ίδιο. Η Εναγόμενη επέμεινε στη θέση της ότι «Εμένα αυτήν μου έδωσε, αυτήν παρουσιάζω.». Ως προς την πιο πάνω θέση της Υπεράσπισης, έχω να παρατηρήσω ότι ο εργολάβος δεν κλήθηκε ενώπιον μου ως μάρτυρας για να δώσει μαρτυρία προς αμφισβήτηση του εν λόγω εγγράφου ως προερχόμενου από τον ίδιο ή/και ως προς το τί συμφώνησε με την Εναγόμενη και τί όχι. Αναφέρω, συναφώς, ότι ο συγκεκριμένος εργολάβος ήταν πρόσωπο που θα μπορούσε να είχε κλητευθεί είτε από την Ενάγουσα (για τον λόγο που είχα εξηγήσει προηγουμένως σχετικά με την παραγγελία του μπετόν) είτε από την Εναγόμενη (σχετικά με την προσφορά του). Η Εναγόμενη, η οποία επέλεξε να εισάξει την προσφορά και να την περιγράψει ως έγγραφο συνταχθέν από τον εν λόγω εργολάβο, δεν τον κλήτευσε ως μάρτυρα. Παρέμεινε ως εξ ακοής μαρτυρία ενώπιον μου η κατατεθείσα προσφορά (ήτοι ως δήλωση η οποία έγινε αρχικά από τρίτο πρόσωπο, άλλο από την Εναγόμενη η οποία αναφέρθηκε στη δήλωση αυτή). Ενώ η συνήγορος της Ενάγουσας επεδίωξε να λάβει εξηγήσεις από την Εναγόμενη, γιατί να μην προσέφερε τον εργολάβο ως μάρτυρα, εντούτοις ούτε η εν λόγω συνήγορος αναζήτησε οποτεδήποτε την άδεια του Δικαστηρίου, ως είχε δικαίωμα δυνάμει του άρθρου 26 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, ως έκτοτε τροποποιήθηκε, για να τον κλητεύσει η ίδια η Ενάγουσα, έτσι ώστε να τον αντεξετάσει επί του περιεχομένου της προσφοράς, η οποία του αποδίδετο ως έγγραφο συνταχθέν από τον ίδιο. Συνεπακόλουθα, δεν υπάρχει ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να συγκρούεται με τη μαρτυρία της Εναγομένης και ειδικότερα η οποία να κλονίζει την εκδοχή της ότι το έγγραφο ως το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Στ αποτελεί προσφορά προερχόμενη από τον εργολάβο Ανδρέα Πίσση, όπως της δόθηκε από αυτόν και ως την αποδέχθηκε η ίδια. Παρέμεινε ακλόνητη η μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο της προσφοράς του. Παρατηρώ λοιπόν ότι η συγκεκριμένη προσφορά περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων προσφερόμενων εργασιών, και τις εξής εργασίες꞉ «Να γίνει κουνκρίν πίσω στο σπίτι στο πλευρό και δύο διαδρομούθκεια μέσα στο κήπο 367 Χ £6 = £2.202». «Να κάμουμεν ενιαίο πέδιλο αποθήκης, μαζί με το μπόιλερ, 13 τετ. Μέτρα. Τοποθέτηση καλούπι σίδερο και μπετό. £100.». Αξίζει να επισημάνω ότι στην εν λόγω προσφορά γίνεται αναφορά στα υλικά που θα χρησιμοποιούνταν για τις διάφορες εργασίες, όπως για παράδειγμα, τα τούβλα, κεραμικά, κεραμίδια, κλπ. (βλ., για παράδειγμα, «Να τοποθετήσουμεν μαρίνες στη στέγη, πλακάσς, κατρόχαρτο, μαρινούες και κεραμίδια 16 Χ £25» ή «Να τοποθετήσουμεν κεραμικά στην αποθήκη 16 τετραγωνικά μέτρα με ίσιες γραμμές 16 Χ £13 = £208»), χωρίς να καταγράφεται εκεί ξεχωριστή τιμή για το κόστος αγοράς των υλικών και ξεχωριστή τιμή για τη χρέωση του εργολάβου για σκοπούς τοποθέτησης των εν λόγω υλικών. Επομένως, δεν είναι καθόλου παράλογη η εκδοχή της Εναγόμενης ότι κατά τον ίδιο τρόπο αυτή εξέλαβε την προσφορά που της έγινε από τον εργολάβο για την κατασκευή του κουγκριού και / ή την τοποθέτηση μπετόν (βλ. την χρήση των όρων αυτών στην προσφορά ανωτέρω), ως περιλαμβάνουσα την τιμή αγοράς των υλικών αυτών από τον ίδιο. Είναι λογικό υπό το φως του συνόλου του κειμένου της προσφοράς να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη συμφώνησε με τον Εργολάβο το συνολικό κόστος που θα είχαν για την ίδια οι εργασίες του, περιλαμβανομένων των υλικών που εκείνος θα χρησιμοποιούσε, και πως με την προσφερόμενη από τον ίδιο τιμή, ως έγινε αποδεκτή από την Εναγόμενη, εκείνος θα προμήθευε τα αναγκαία υλικά. Έχω μελετήσει με την πρέπουσα προσοχή τη μαρτυρία του ΜΥ
  11. Δεν μου διαφεύγει ότι η συνήγορος Υπεράσπισης αμφισβήτησε ακόμη και αυτήν την ίδια την εμπειρογνωμοσύνη του ΜΥ2 και την από μέρους του κατοχή των απαραίτητων ακαδημαϊκών προσόντων και/ή αδειών για την επιμέτρηση ποσοτήτων ή/και κοστολόγηση των επίδικων εργασιών. Εντούτοις, δεν έχει καταδειχθεί κατά την κρίση μου οποιοσδήποτε λόγος απόρριψης της μαρτυρίας του ΜΥ2 σε αυτή τη βάση, ήτοι ως μαρτυρίας που είχε την εμπειρογνωμοσύνη για να προβεί σε επιμέτρηση. Λαμβάνω συναφώς υπόψη τη συνολική εικόνα του ΜΥ2, ήτοι τις γνώσεις, εκπαίδευση, πείρα και επάγγελμά του, έχοντας κατά νου τη νομολογημένη θέση ότι δεν είναι μόνο στη βάση των ακαδημαϊκών προσόντων που κρίνεται αν ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (βλ. υποθέσεις Ευαγγέλου κ.α. ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 57, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ. 984, R.K.B. LEADERGOODS LTD. ν. Αγγελίδη
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1071, Παπαχριστοφόρου ν. Καπνίση κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 244 και Δημητρίου ν. Εγγλέζου κ.α. 1(Γ) Α.Α.Δ. 1285). Συγκεριμένα, λαμβάνω υπόψη όσον αφορά τον ΜΥ2 το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία του꞉ Κατέχει πτυχίο BSc Civil Engineering, Polytechnic of Central London (βλ. το Έγγραφο Η). Είναι πολιτικός μηχανικός με πείρα πέραν των 30 χρόνων, ήτοι από 8.2.1984 που ενεγράφη στο Μητρώο των Πολιτικών Μηχανικών (βλ. το Έγγραφο Θ). Κατέχει την ετήσια άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στον κλάδο πολιτικής μηχανικής, η οποία ισχύει μέχρι 31.12.2015 (βλ. το Έγγραφο Ζ) και ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι κατέχει τέτοια άδεια καθ' ον χρόνο ετοίμασε την κοστολόγηση των εργασιών. Ότι έχει παρακολουθήσει μαθήματα 200 ωρών στο Ανωτερο Τεχνολογικό Ινστιτούτο για επιμέτρηση ποσοστήτων. Ότι είναι πραγματογνώμονας και διαιτητής του ΕΤΕΚ εδώ και 10 χρόνια, θέση στην οποία διορίζεται κανείς με ελάχιστο προαπαιτούμενο την 15χρονη κατασκευαστική εμπειρία. Ότι αν και η εξειδίκευση των επιμετρήσεων ανήκει στους επιμετρητές ποσοτήτων, εντούτοις σε πλείστες πραγματογνωμοσύνες που ανατίθενται σε πολιτικούς μηχανικούς γίνεται και κοστολογηση εργασιών από τους πολιτικούς μηχανικούς καθώς και επιμέτρηση. Ότι ο ίδιος ο ΜΥ2 έχει κάνει κοστολογήσεις και επιμετρήσεις σε αρκετές πραγματογνωμοσύνες και διαιτησίες. Η δυναμική και αποδεικτική αξία της μαρτυρίας του ΜΥ2 αφορά στο ερώτημα που απασχολεί το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση, ήτοι το αν περικλείετο στην προσφορά του εργολάβου το κόστος των υλικών και ειδικότερα του μπετόν. Η κοστολόγηση των εργασιών έγινε από τον ΜΥ2 λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η προμήθεια του σκυροδέματος θα γινόταν από τον εργολάβο όπως είχε χρεωθεί στην ανάλυση της προσφοράς. Όπως εξήγησε ο ΜΥ2 αν η τιμή του σκυροδέματος δεν περιέχετο στις τιμές χρέωσης του εργολάβου, η δική του κοστολόγηση θα ήταν διαφορετική. Ο ΜΥ2 θα κοστολογούσε κατά περίπου €2000- λιγότερο το κόστος τοποθέτησης δαπέδου αυλής, αν το σκυρόδεμα δεν περιλαμβανόταν στη χρέωση της εργασίας αυτής. Ο ΜΥ2 εξήγησε ότι προέβηκε στην κοστολόγηση λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι για το δάπεδο χρησιμοποιήθηκε σκυρόδεμα τύπου C20 που είναι κατάλληλης αντοχής για το σκοπό αυτό. Όταν του υπεδείχθη ότι στα τιμολόγια της Ενάγουσας αναφερόταν ότι το παραδοτέο υλικό ήταν τύπου C25, ο ΜΥ2 εξήγησε ότι η διαφορά στην τιμή μεταξύ σκυροδέματος του ενός τύπου ή του άλλου είναι περίπου 4 ευρώ στο κυβικό μέτρο. Αυτό σημαίνει μια διαφορά του μισού ευρώ (€0,50) στο τετραγωνικό μέτρο. Δηλαδή, στο σύνολο του μπετόν που είχε παραδοθεί στην οικία της Εναγόμενης, η κοστολόγησή του ΜΥ2 θα επηρεάζετο κατά €132- μόνο, αν είχε υπόψη του ότι χρησιμοποιήθηκε από τον εργολάβο μπετόν τύπου C
  1. Σημειώνω λοιπόν ότι꞉ Ο ΜΥ2 έλαβε υπόψη του ως τιμή μπετόν ανά τετραγωνικό μέτρο το ποσό των €
  2. Κοστολόγησε τη διεκπεραιωθείσα εργασία κατασκευής μπετόν δαπέδου της αυλής σε έκταση 265 τ.μ. επί €12 το τ.μ. ως αξίας €
  3. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρέδωσε στην Εναγόμενη μπετόν συνολικής αξίας (€1036, 52 + €547,63 + €1,342,07) = €2.926,
  4. Η δε προσφορά του εργολάβου για την εργασία κατασκευής του δαπέδου της αυλής με μπετόν και του πέδηλου της αποθήκης έγινε σε τιμή £6 ανά τ.μ. (δηλαδή σε €10,25 τ.μ.) με συνολικό ποσό προσφοράς για τις εργασίες αυτές (€2.202 + £100 =) £2.302 (δηλαδή €3.933,20). Συγκρίνοντας τα πιο πάνω στοιχεία, φαίνεται καθαρά ότι ο εργολάβος συμπεριέλαβε στην προσφορά του χρέωση για τις εν λόγω εργασίες, η οποία υπερβαίνει τόσο την αξία του μπετόν ως την τιμολόγησε η Ενάγουσα όσο και την αξία της εργασίας ως την τιμολόγησε, με ευνοϊκότερη για τον εργολάβο τιμή, ο ΜΥ
  5. Καταλήγω να συμμερίζομαι το συμπέρασμα του ΜΥ2 - και κατ' επέκταση την εκδοχή της Εναγόμενης - ότι η χρέωση των εργασιών από μέρους του εργολάβου κάλυπτε και το κόστος αγοράς του μπετόν. Το αν η Εναγόμενη εξόφλησε τον εργολάβο ή όχι για το ποσό που της χρέωσε είναι ζήτημα ξεχωριστό και ανεξάρτητο από αυτό που ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση. Θυμίζω ότι η Εναγόμενη επικαλέστηκε την εξόφληση του εργολάβου, για να ενισχύσει την εκδοχή της ότι το ποσό που αυτή πλήρωσε στον εργολάβο κάλυπτε και την αξία του μπετόν που ως ήταν η θέση της περικλείετο στην τιμή προσφοράς του εργολάβου. Δεν θεωρώ ότι χρειάζεται να απασχολήσει το Δικαστήριο ενδελεχώς το ζήτημα της εξόφλησης ή μη του εργολάβου, ενόψει του ότι έχει ήδη εξαχθεί ως εύρημα γεγονότων το συμπέρασμα ότι όντως η τιμή χρέωσης της συγκεκριμένης εργασίας περιλάμβανε και την τιμή του μπετόν. Ο ίδιος ο ΜΥ2 διευκρίνισε σαφώς κατά την αντεξέτασή του ότι αυτός δεν προσήλθε για να αποδείξει ότι η Εναγόμενη εξόφλησε τον εργολάβο της. Εκείνο για το οποίο ήρθε να μαρτυρήσει είναι ότι ο ίδιος, κοστολογώντας τις διεκπεραιωθείσες εργασίες, κατόπιν επιτόπιας επίσκεψης στην οικία της Εναγόμενης κατά ή περί τις 23.5.2011 και κατόπιν υπόδειξης των εν λόγω εργασιών από την Εναγόμενη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι διεκπεραιώθηκαν εργασίες συνολικού κόστους €9665 (βλ. τη δήλωσή του ως το Τεκμήριο 14 υπό το Έγγραφο ΣΤ). Με δεδομένο ότι ως η πληροφόρηση που του έδωσε η Εναγόμενη, αυτή πλήρωσε €9500, ο ΜΥ2 διευκρίνισε ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε ο ίδιος να ισχυριστεί ότι ο εργολάβος έχει εξοφληθεί. Τούτο εξάλλου, παρατηρώ ότι είναι ζήτημα γεγονότων και όχι ζήτημα που να χωρεί γνώμης εμπειρογνώμονα. Ενδιαφέρον εν πάση περιπτώσει παρουσιάζει το γεγονός ότι το ποσό της μικρής διαφοράς των €165 μεταξύ του ποσού κοστολόγησης από τον ΜΥ2 και του πληρωθέντος ποσό ως η μαρτυρία της Εναγομένης, δεν είναι τέτοιο που να μην επιτρέπει στο Δικαστήριο να πιθανολογήσει ότι η Εναγόμενη πλήρωσε ήδη τον εργολάβο για την αξία του μπετόν. Δράττομαι της ευκαιρίας αυτής, για να σημειώσω ότι ούτε στη βάση της μαρτυρίας της ιδίας της Εναγομένης θα μπορούσα να καταλήξω με βεβαιότητα σε εύρημα ότι αυτή έχει εξοφλήσει τον εργολάβο ως προς την τιμή της προσφοράς του, ελλείψει προσκόμισης οποιασδήποτε εξοφλητικής απόδειξης. Τούτο βεβαίως δεν πλήττει τη δική της αξιοπιστία, εφόσον έχει αιτιολογήσει δεόντως την παράλειψή της να προσκομίσει τέτοια απόδειξη, λέγοντας ότι ουδέποτε της δόθηκε οποιαδήποτε απόδειξη ή εξοφλητική απόδειξη από τον εργολάβο, για το λόγο ότι εκείνος ήθελε να αποφύγει το ενδεχόμενο «να του τα φάει ο φόρος». Δυστυχώς δεν είναι ξένες προς την Κυπριακή κοινωνία και πραγματικότητα τέτοιες συμπεριφορές. Θα πιθανολογούσα πάντως ότι, όπως εύστοχα επεσήμανε η Εναγόμενη, αν ο εργολάβος δεν είχε εξοφληθεί, θα κινήτο δικαστικά ή άλλως πως εκείνος εναντίον της, για να εισπράξει το οφειλόμενο υπόλοιπο, κάτι που ως η μαρτυρία της Εναγομένης δεν έγινε ποτέ, στοιχείο που δεικνύει ότι εκείνος θεωρεί ότι δεν έχει να λαμβάνει από την ίδια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ενόψει της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των καταγεγραμμένων ευρημάτων μου, καταλήγω ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ήτοι δεν κατάφερε να αποδείξει ότι η δική της εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η απαίτηση της Ενάγουσας απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)...................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.