MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ν. Μιχαλάκη Σιδέρη, Αρ. Αγωγής 3840/2008, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A270 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3840/2008 ΜΕΤΑΞΥ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD Ενάγουσα -και- Ο Επίσημος Παραλήπτης ως ο διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα κ. Μιχαλάκη Σιδέρη Εναγόμενος Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 05.02.2014 MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD Ενάγουσα -και- Μιχαλάκη Σιδέρη Εναγόμενος --------------------- 30 Ιουνίου 2015 Για την ενάγουσα: κος Κούσιος. Για τον εναγόμενο: αυτοπροσώπως. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν έκδοση διατάγματος πώλησης δύο ακινήτων που βαρύνονται με υποθήκη. Η υποθήκη είναι η υπ' αριθμό Υ2547/
- Αξίζει να τονιστεί ότι σε αυτό μόνο είναι που περιορίζεται η απαίτηση των εναγόντων, δηλαδή δεν αξιώνεται απόφαση για οιονδήποτε ποσό. Παράθεση των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων, έστω εν συντομία, θα αναδείξει τα επίδικα θέματα καθώς επίσης την ιδιαιτερότητα αμφότερων των ισχυρισμών. Είναι η θέση της ενάγουσας, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο ασκούσε τραπεζικές εργασίες και ως εκ τούτου στη συνέχεια θα καλείται «η τράπεζα», ότι την 10.01.1990 ο εναγόμενος εγγυήθηκε την εταιρεία Κώστας Σιδέρης & Υιοί Λτδ (στη συνέχεια η εταιρεία). Περαιτέρω, προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας, την 03.04.1991 ο εναγόμενος υποθήκευσε δυο ακίνητα προς όφελος της τράπεζας. Τούτα, σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή της τράπεζας, είναι τα ακίνητα που βαρύνονται με την υποθήκη Υ2547/91 διά την οποία η τράπεζα αξιώνει διάταγμα εκποίησης. Η θέση της τράπεζας δεν περιορίζεται όμως μέχρι αυτού του σημείου, προσθέτει και τα εξής. Μετά την παραχώρηση της υποθήκης που πιο πάνω αναφέρεται, και συγκεκριμένα την 26.05.1997, η εταιρεία έλαβε δάνειο από την τράπεζα, το υπ' αριθμό 070-12-
- Τούτο ήταν για ποσό Λ.Κ.59.500,00 το οποίο συμφωνήθηκε ότι θα εξοφλείτο δια εξαμηνιαίων δόσεων εκ Λ.Κ.7.500,00, της πρώτης δόσης πληρωτέας την 30.06.1997, των δε υπολοίπων την 30ην κάθε επόμενου εξάμηνου. Αν και η εταιρεία κατέβαλε μεγάλο μέρος έναντι του δανείου, αμέλησε να εξοφλήσει τούτο. Ως εκ τούτου την 20.02.2003 η τράπεζα κάλεσε τον εναγόμενο να εξοφλήσει την οφειλή της εταιρείας, που τότε ανερχόταν σε Λ.Κ.8.401,
- Παράλληλα τον ενημέρωσε για τερματισμό του λογαριασμού και αύξηση του επιτοκίου σε 11,75%. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό της τράπεζας, την 11.06.2008 το χρεωστικό υπόλοιπο της εταιρείας ανερχόταν σε €21.543,61, ενώ από την 21.01.2000 είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας στα πλαίσια της αίτησης 33/
- Ωσαύτως η τράπεζα επικαλείται την υποθήκη ως εγγύηση που παραχωρήθηκε από τον εναγόμενο για τις υποχρεώσεις της εταιρείας και είναι δια αυτό το λόγο που ζητά έκδοση διατάγματος εκποίησης τούτης. Σκόπιμο κρίνεται να παρατεθεί και η δικογραφημένη εκδοχή της υπεράσπισης. Σημειώνω όμως ότι με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η πλευρά του εναγομένου προέβη σε παραδοχές και κατάθεση τεκμηρίων, οι οποίες επηρεάζουν, ως θα φανεί και στη συνέχεια, μέρος της δικογραφημένης υπεράσπισης. Ο εναγόμενος διατείνεται πως ουδέποτε συνήψε συμφωνία δανείου με την τράπεζα και ποτέ εγγυήθηκε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Παρ' όλα αυτά αναφέρει ότι τη 10.01.1990 εγγυήθηκε την εταιρεία χωρίς να γνωρίζει για ποιο λόγο. Προσθέτει όμως ότι η συμφωνία εγγυήσεως είναι ημερομηνίας που προηγείται της συμφωνίας δανείου και ότι δόθηκε για άλλα δάνεια και όχι για το επίδικο και συνεπώς δεν τον δεσμεύει και/ή δεν είναι έγκυρη. Περαιτέρω, είναι η θέση του ότι η υποθήκη εξοφλήθηκε και/ή αποδεσμεύτηκε. Πέραν των πιο πάνω η υπεράσπιση διατείνεται ότι η τράπεζα υπερχρέωνε το λογαριασμό δανείου με παράνομες χρεώσεις και/ή έξω από τα πλαίσια της συμφωνίας και/ή πέραν του 9%. Επιπλέον υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε τις επιστολές που αναφέρονται στην έκθεση απαιτήσεως και υποδεικνύει ότι ο λογαριασμός της εταιρείας τερματίστηκε το 2003 ενώ η εταιρεία είχε τεθεί υπό εκκαθάριση το
- Τέλος, είναι η θέση της υπεράσπισης ότι καταβλήθηκαν διάφορα ποσά μετά την αποστολή των διαφόρων επιστολών και ότι τα ακίνητα που αφορά η επίδικη υποθήκη βαρύνονται με άλλη υποθήκη για πολύ μεγαλύτερο ποσό. Τώρα, όπως έχω ήδη αναφέρει με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασία οι δυο πλευρές προέβησαν σε δήλωση παραδεχτών γεγονότων και ακολούθως κατάθεση εγγράφων για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Ό,τι δηλώθηκε είναι πως η συμφωνία δανείου ημερομηνίας 26.05.1997, για Λ.Κ.59.500,00, ήτοι ισόποσο σε €101.661,80, στο όνομα Κώστας Σιδέρης & Υιοί Λτδ, υπογράφηκε από τον εναγόμενο διά λογαριασμό της εταιρείας. Επιπλέον, δηλώθηκε ότι την 03.04.1991 ο εναγόμενος υπέγραψε προς όφελος της τράπεζας την υποθήκη με αριθμό 2547/
- Μετά τη δήλωση κατατέθηκαν, εκ συμφώνου και για την αλήθεια του περιεχομένου τους, τα τεκμήρια 1, 2 και 3, δηλαδή η συμφωνία δανείου με αριθμό 070-12-032421, η σύμβαση υποθήκης και το έγγραφο υποθήκης, αντίστοιχα. Ως παραδεχτό γεγονός δηλώθηκε και η υπόσταση της τράπεζας καθώς και οι διάφορες ονομασίες τούτης. Από τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι οι δηλώσεις των διαδίκων κατέστησαν γεγονός ότι ο εναγόμενος παραχώρησε στην τράπεζα την επίδικη υποθήκη, καθώς επίσης ότι τα τεκμήρια 2 και 3 είναι τα συναφή τούτης έγγραφα, και περαιτέρω, ότι υπέγραψε τη συμφωνία δανείου (τεκμήριο 1) ημερομηνίας 26.05.1997 εκ μέρους της εταιρείας. Αυτά λοιπόν τα γεγονότα, σε συνδυασμό με τη φύση και την ονομασία των εναγόντων, είναι αδιαμφισβήτητα και υιοθετούνται ως ευρήματα του δικαστηρίου. Ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα οι δυο πλευρές κάλεσαν από ένα μάρτυρα. Για την τράπεζα κλήθηκε ο Κώστας Λαμπράκης (στη συνέχεια ο τραπεζικός), ενώ για την υπεράσπιση ο εναγόμενος. Ο τραπεζικός υπάλληλος επεξήγησε ό,τι σχετικό της σύναψης του δανείου ημερομηνίας 26.05.
- Προσκόμισε το τεκμήριο 4, δηλαδή επιστολή ημερομηνίας 05.02.1997, που σύμφωνα με τον τραπεζικό απέστειλε στην τράπεζα ο εναγόμενος εκ μέρους της εταιρείας. Όπως εκεί αναφέρεται η εταιρεία πρότεινε στην τράπεζα διευθέτηση του τρεχούμενου λογαριασμού που διατηρούσε με σύναψη δανείου. Η τράπεζα απάντησε τη σχετική επιστολή την 19.02.
- Η επιστολή της τράπεζας είναι το τεκμήριο
- Με αυτή την τελευταία επιστολή η τράπεζα πληροφορούσε την εταιρεία ότι δεν κατέστη δυνατή η έγκριση του αιτήματός της, αλλά ότι η τράπεζα ήταν διατεθειμένη να εξετάσει ευνοϊκά την εισήγηση της εταιρείας για μετατροπή του υπολοίπου του τρεχούμενου της εταιρείας σε δάνειο τακτής προθεσμίας με αποπληρωμή ανά εξάμηνο, έκαστη δόση για Λ.Κ.7.500,
- Σύμφωνα με τον τραπεζικό ακολούθησε επιστολή από την εταιρεία, επιστολή ημερομηνίας 10.04.1997 (τεκμήριο 6), με την οποία αποδεχόταν την προηγηθείσα θέση της τράπεζας. Εν κατακλείδι την 26.05.1997 η τράπεζα παρέδωσε στην εταιρεία επιστολή η οποία περιείχε τους όρους που η πρώτη έθεσε ως απαίτηση διά έγκριση του δανείου - η επιστολή αυτή είναι το τεκμήριο 7 - την οποία η εταιρεία αποδέχθηκε και υπέγραψε. Είναι η θέση του τραπεζικού ότι τα τεκμήρια 4 και 7 υπογράφτηκαν από τον εναγόμενο δια λογαριασμό της εταιρείας. Υπέδειξε ο μάρτυρας ότι ως φαίνεται στο τεκμήριο 7 ένας εκ των όρων έγκρισης του δανείου ήταν οι εξασφαλίσεις. Το τεκμήριο 7 παραπέμπει σε υφιστάμενες εξασφαλίσεις και αναφέρει «Δεύτερη υποθήκη για £40.000 επί δυο χωραφιών στα Λατσιά (½ μερίδιο)». Σύμφωνα με τον τραπεζικό, η επίδικη υποθήκη είναι η αναφερόμενη στο τεκμήριο
- Κατόπιν των πιο πάνω, ανέφερε ο τραπεζικός, επ' ονόματι της εταιρείας ανοίχθηκε ο λογαριασμός 070-12-
- Εντούτοις λόγω μη τήρησης των συμφωνηθέντων από μέρους της εταιρείας, την 20.02.2003 η τράπεζα αναγκάστηκε να τερματίσει τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού, που τη δεδομένη στιγμή δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.8.401,
- Το γεγονός του τερματισμού γνωστοποιήθηκε στον εναγόμενο με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, 20.02.2003, ενώ παράλληλα η τράπεζα τον πληροφόρησε δια αύξηση του επιτοκίου σε 11,75%. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο
- Τέλος ο τραπεζικός παρουσίασε στο δικαστήριο και κατάσταση του λογαριασμού της εταιρείας, την οποία και επεξήγησε. Είναι τούτη το τεκμήριο
- Όπως ανέφερε την 31.03.2014 το υπόλοιπο του λογαριασμού ανερχόταν σε €42.708,
- Παρεμβάλλεται εδώ ότι το εν λόγω υπόλοιπο περιορίστηκε την αμέσως επόμενη δικάσιμο με δήλωση του συνηγόρου της τράπεζας, ο οποίος ανέφερε ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχεται σε €33.045,
- Από την άλλη ο εναγόμενος αναγνώρισε ότι τα τεκμήρια 4, 5, 6 και 7 είναι η αλληλογραφία που αντάλλαξε με την τράπεζα και περαιτέρω, ότι ο ίδιος είναι που υπέγραψε τρία εξ αυτών (τεκμήρια 4, 6 και 7). Εντούτοις αμφισβήτησε το τεκμήριο 7 λέγοντας ότι η 2η σελίδα, η οποία είναι υπογραμμένη από τον ίδιο, δεν φέρει οποιαδήποτε στοιχεία της τράπεζας και αμφιβάλλει ότι οι δυο σελίδες ήταν μαζί. Εντούτοις ο εναγόμενος αναγνώρισε το δάνειο ημερομηνίας 26.05.1997 και μάλιστα δέχθηκε ότι η εταιρεία οφείλει στην τράπεζα κάποιο ποσό, της τάξης όμως των Λ.Κ.7.000,00, περίπου. Για ό,τι αφορά την υποθήκη ήταν η θέση του ότι δόθηκε για άλλες υποχρεώσεις της εταιρείας, πολύ πριν την 26.05.1997, και ότι τη δεδομένη στιγμή δεν υφίστατο εφόσον είχε ήδη εξοφληθεί. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι από τους δυο μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο η μαρτυρία που ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα είναι του τραπεζικού και όχι του εναγομένου. Βεβαίως η αξιολόγηση δεν έχει να κάνει με επιλογή. Στην προκείμενη περίπτωση η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αφήνει περιθώριο για άλλη κρίση. Και εξηγώ. ο τραπεζικός παρουσιάστηκε θετικός, δηλαδή απάντησε το σύνολο των ερωτήσεων που του τέθηκαν με αυθορμητισμό και χωρίς στιγμή να διστάσει, έστω και αν η απάντηση ήταν δεν γνωρίζω. Επιπλέον, η μαρτυρία του υποστηρίζεται από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίστηκαν και τις παραδοχές των διαδίκων. Από την άλλη η μαρτυρία του εναγομένου υπολείπεται λογικής και συνέπειας και προσκρούσει στο περιεχόμενο των τεκμηρίων που προσκομίστηκαν. Επί του προκειμένου υποδεικνύω ότι η υπεράσπιση του εναγομένου έχει δυο θεματικές. Η πρώτη αφορά την υποθήκη και η άλλη το υπόλοιπο του λογαριασμού του δανείου. Σε αυτό όμως το πλαίσιο οφείλεται η ακόλουθη παρατήρηση. είναι παραδεχτό γεγονός ότι την 26.05.1997 τράπεζα και εταιρεία συνομολόγησαν συμφωνία δανείου (τεκμήριο 1) και ότι ο εναγόμενος είναι το πρόσωπο που υπέγραψε τούτη τη συμφωνία εκ μέρους της εταιρείας. Επιπλέον ο εναγόμενος αναγνωρίζει ότι τα τεκμήρια 4 μέχρι και 7 είναι τα τεκμήρια που αντάλλαξαν οι διάδικοι ώστε να καταλήξουν στο δάνειο που η τράπεζα χορήγησε την εταιρεία, καθώς ότι ο ίδιος είναι το πρόσωπο που υπέγραψε τα τεκμήρια 4, 6 και
- Μοναδική ένσταση του εναγομένου είναι το τεκμήριο 7 και συγκεκριμένα η 1η σελίδα τούτου. Επί του προκειμένου ο εναγόμενος αναφέρει ότι η 2η σελίδα που υπογράφεται από τον ίδιο δεν συνόδευε την 1η σελίδα που φαίνεται στο υφιστάμενο τεκμήριο
- Το πρώτο που πρέπει να ειπωθεί είναι πως η σχετική θέση δεν τέθηκε στο μάρτυρα της τράπεζας. Γνωστή βεβαίως είναι η δικαιϊκή αρχή ότι παράλειψη υποβολής βασικής θέσης σε μάρτυρα, δημιουργεί πέπλο αναξιοπιστίας που σκεπάζει την προώθηση τούτης ετεροχρονισμένα. Τίθεται τούτη εν αμφιβόλω εφόσον το δικαστήριο αποστερείται, ένεκα τακτικισμών και νομικισμών της πλευράς που πράττει τοιουτοτρόπως, ευχέρειας να ακούσει την αντίθετη άποψη. Τέτοια ενέργεια δεν συνάδει με τους κανόνες της δίκης εφόσον δεν σκοπεί σε αναζήτηση της αλήθειας αλλά σε απόκτηση πλεονεκτήματος έναντι της άλλης πλευράς, πλεονέκτημα όμως που επιζητείται κατά παράβαση αυτής καθ' εαυτής της πεμπτουσίας της όλης διαδικασίας, δηλαδή ορθής απονομής της δικαιοσύνης μέσω διάγνωσης των αληθινών γεγονότων από αντιπαράθεση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. ν. Acuac Inc.
(2002)1 ΑΑΔ 1527). Αν και τα πιο πάνω είναι ικανοποιητικός λόγος απόρριψης της σχετικής θέσης του εναγομένου, παρατηρώ ότι και επί της ουσίας η θέση του σε σχέση με το τεκμήριο 7 πάσχει και δεν μπορεί να γίνει αποδεχτή. Έγκειται τούτος ο λόγος στο ότι η σχετική θέση προωθήθηκε αόριστα και χωρίς λεπτομέρειες που να την υποστηρίζουν ή έστω προσδιορίζουν. Ο εναγόμενος αφοριστικά και δογματικά επαναλάμβανε ότι αμφισβητεί το τεκμήριο
- Δεν παρέπεμψε σε γεγονότα, φερ' ειπείν ότι την ημέρα υπογραφής του εγγράφου η συζήτηση που είχε ο ίδιος, ως υπογράφων το έγγραφο, με τους υπεύθυνους της τράπεζας ήταν σε άλλη βάση, ή ότι θυμάται πως το έγγραφο στο οποίο έθεσε την υπογραφή του, δηλαδή η 2η σελίδα του τεκμηρίου 7, αφορούσε άλλο πράγμα. Απλώς αρκέστηκε σε αόριστη και πεισματική επανάληψη της φράσης «αμφισβητώ το τεκμήριο 7». Περιπλέον, ο εναγόμενος ουδεμία εξήγηση έδωσε γιατί υπέγραψε την 2η σελίδα του τεκμηρίου
- Έστω ότι είναι αλήθεια και η 2η σελίδα του τεκμηρίου 7 δεν συνόδευε την 1η σελίδα, προς τι τότε υπογράφηκε και ποιο έγγραφο αφορούσε; Επί του προκειμένου η μαρτυρία του εναγομένου τηρεί σιγή ιχθύος. Αυτό όμως χωρίς να παραγνωρίζεται πως το ίδιο το έντυπο που υπέγραψε αριθμείται ως 2ο και επιπλέον, ότι η 1η σελίδα του τεκμηρίου 7 παραπέμπει σε 2η σελίδα, στοιχεία που αναδεικνύουν μια κάποια συνέχεια. Ως εκ των πιο πάνω δεν δέχομαι την γενική και αόριστη θέση του εναγομένου σε σχέση με το τεκμήριο 7, ενώ αδιαμφισβήτητη είναι η ευρύτερη θέση ότι υπέγραψε τα τεκμήρια 4, 6 και
- Σε σχέση με την υποθήκη, δηλαδή τα τεκμήρια 2 και 3, ο εναγόμενος ανέφερε ότι έχει εξοφληθεί. Τίποτα όμως προσκομίστηκε στο δικαστήριο που να υποστηρίζει ότι κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 26.05.1997 (τεκμήριο 1), η υποθήκη δεν ήτο σε ισχύ. Άλλωστε το έγγραφο υποθήκης, τεκμήριο 3, αποκαλύπτει ότι δόθηκε ως εξασφάλιση διά τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος, σύμφωνα με τη μαρτυρία και συγκεκριμένα την αλληλογραφία των διαδίκων (τεκμήρια 4 μέχρι και 7), το 1997 παρουσίαζε πρόβλημα, εξ ου και οι διαπραγματεύσεις του εναγομένου με την τράπεζα ώστε να διευθετηθεί. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος δεν αντιλαμβάνομαι που εδράζεται ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η υποθήκη δεν ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου. Τέλος, ούτε και ο ισχυρισμός για υπερχρεώσεις ή παράνομες χρεώσεις, ή εξόφληση του δανείου, υποστηρίζεται από το μαρτυρικό υλικό που προσκομίστηκε. Ο εναγόμενος ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε σε σχέση με εξόφληση, ενώ από την άλλη η μαρτυρία της τράπεζας, συγκεκριμένα η κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 8) και οι επεξηγήσεις του τραπεζικού, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι ο σχετικός λογαριασμός δεν έχει εξοφληθεί. Είναι γι' αυτούς τους λόγους που πιο πάνω ανέφερα ότι η μαρτυρία του εναγομένου είναι ανερμάτιστη και υπολείπεται λογικής και συνοχής. Ως εκ τούτου, τη μαρτυρία του εναγομένου δεν την αποδέχομαι στην έκταση που πιο πάνω αναφέρθηκε. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία και εν προκειμένω τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 7, καταλήγω ότι το δάνειο ημερομηνίας 26.05.1997 (τεκμήριο 1) που η τράπεζα χορήγησε την εταιρεία, εξασφαλίστηκε, μεταξύ άλλων, από την υποθήκη του εναγομένου, δηλαδή τα τεκμήρια 2 και
- Επιπλέον, το εν λόγω δάνειο δεν έχει εξοφληθεί και αυτός είναι ο λόγος που την 20.02.2003 η τράπεζα απέστειλε στον εναγόμενο την επιστολή τεκμήριο 9, με την οποία τερμάτισε τη λειτουργία του λογαριασμού και περαιτέρω τον πληροφόρησε για αύξηση του επιτοκίου σε 11,75%. Κατά το χρόνο τερματισμού ο λογαριασμός δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.8.401,
- Σημερινό χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού είναι εκείνο που αναφέρθηκε από τον τραπεζικό και περιορίστηκε με τη δήλωση του συνηγόρου της τράπεζας, δηλαδή €33.045,
- Κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 26.05.1997, τεκμήριο 1, η υποθήκη που ο εναγόμενος παραχώρησε στην τράπεζα την 03.04.1991, τεκμήρια 2 και 3, ήταν σε ισχύ. Τέλος, είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η εταιρεία εκκαθαρίστηκε την 21.01.2000 στα πλαίσια της αίτησης 33/
- Παραμένει βεβαίως να αποφασιστεί η σημασία της επίδικης υποθήκης υπό το φως των διαπιστώσεων του δικαστηρίου. Σε αυτό το πλαίσιο διερευνώνται και οι αιτιάσεις του εναγομένου ότι η υποθήκη παραχωρήθηκε πολύ πριν το δάνειο ημερομηνίας 26.05.1997 και μάλιστα για σκοπό άλλο από το επίδικο δάνειο. Η απάντηση στα πιο πάνω ζητήματα δεν μπορεί παρά να προέρχεται από το ίδιο το έγγραφο υποθήκης, στην προκείμενη περίπτωση το τεκμήριο
- Αυτό γιατί το έγγραφο υποθήκης δεν είναι τίποτα άλλο από σύμβαση με ιδιαίτερη όμως εξειδίκευση ως προς την εξασφάλιση της αντιπαροχής (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 27, παρ. 236 «A mortgage is a disposition of property as security for a debt» και παρ. 237 «A mortgage consists of two things, namely a personal contract for payment of a debt and a disposition or charge of an estate or interest of the mortgagor as security for there payment of the debt»). Στην προκείμενη περίπτωση η προσοχή στρέφεται στο περιεχόμενο των τεκμηρίων 2 και 3, ιδιαίτερα του τελευταίου, τεκμήριο 3, εφόσον σε αυτό το τεκμήριο αναφέρονται οι όροι που διέπουν την υποθήκη. Κρίνω πως η προσοχή εστιάζεται στις παραγράφους 1 και 3 του εν λόγω τεκμηρίου, οι οποίες αναφέρουν τα ακόλουθα: «
- Επειδή η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, που στα επόμενα θα ονομάζεται «η Τράπεζα», συμφώνησε να παρέχει και/ή να συνεχίσει να παρέχει δάνεια σε Τρεχούμενο, ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό και/ή με Γραμμάτια ή ομόλογα ή δάνεια τακτής προθεσμίας προσωπικά και/ή μαζί με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα, προς εμένα/εμάς τον/την/τους Κώστας Σιδέρης & Υιοί Λτδ ..
- Η υποθήκη αυτή αποτελεί πρόσθετη και παραπέρα εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι τωρινή ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση είτε έγινε ή ενδέχεται να γίνει απαιτητή και είτε είναι προσωπική ή κοινή μαζί με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και για οποιοδήποτε λογαριασμό, δάνεια, γραμμάτια ή ομόλογα, χωρίς δε περιορισμό των όρων και προϋποθέσεων είναι παράλληλη εξασφάλιση κάθε είδους υποχρεώσεως του πρωτοφειλέτη είτε σαν πρωτοφειλέτης είτε σαν εγγυητή είτε σαν προσωπική ή κοινή υποχρέωση». Το περιεχόμενο των παραγράφων 1 και 3 του τεκμηρίου 3, σε συνδυασμό βεβαίως με το υπόλοιπο κείμενο, ουδεμία αμφιβολία αφήνουν ότι η εξασφάλιση που παραχώρησε ο εναγόμενος δεν περιορίστηκε σε οιονδήποτε συγκεκριμένο δάνειο, αλλά συμπεριέλαβε και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Είναι ο τύπος της επίδικης υποθήκης, δηλαδή ο σκοπός διά τον οποίο παρέχεται, ασφάλεια τρεχούμενου λογαριασμού που διατηρούσαν οι συμβαλλόμενοι, ή ο ενυπόθηκος δανειστής με τρίτο πρόσωπο, όπως εδώ που τούτο το τρίτο πρόσωπο είναι η εταιρεία. Διαπιστώνω συναφώς ότι κατά το χρόνο συνομολόγησης της υποθήκης, δηλαδή 03.04.1991, η υποθήκη παραχωρήθηκε λόγω του ότι η τράπεζα παρουσιάστηκε πρόθυμη να παραχωρήσει ή να συνεχίσει να παραχωρεί, πιστωτικές διευκολύνσεις στην εταιρεία και όχι γιατί η τράπεζα δάνεισε στην εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.40.000,00 που αναφέρεται στο έγγραφο. Το εν λόγω ποσό, Λ.Κ.40.000,00, επιλέχθηκε από τους συμβαλλόμενους στη συμφωνία υποθήκης, εν προκειμένω τον εναγόμενο ως ενυπόθηκο οφειλέτη και την τράπεζα ως ενυπόθηκο δανειστή, ως το μέγιστο ποσό που θα βάρυνε την ακίνητη περιουσία που προαναφέρθηκε ως εξασφάλιση. Υποστηρίζεται τούτο από την αναφορά στο σύγγραμμα Halsbury's Law of England, πιο πάνω, όπου στην παράγραφο 863 αναφέρεται ότι: «A mortgage for a specific sum may, by the agreement between the parties, be in fact a mortgage to secure a current account up to the limit of that sum, but the burden of proof is on the party who seeks to establish that it is a running security». Η δε ιδιότητα ενός έκαστου των προσώπων που υπογράφουν το έγγραφο υποθήκης, είτε η υποθήκη παραχωρείται ως εξασφάλιση για προσωπικό δάνειο, είτε ως εγγύηση για υποχρεώσεις τρίτου προσώπου, έχει επεξηγηθεί στις υποθέσεις Επιφανίου ν. Οδυσσέως
(2001)1Α Α.Α.Δ. 161 και Χ¨Οικονόμου ν. Ελληνική Τραπέζης Λτδ
(1992)1Β Α.Α.Δ. 949. Στην υπόθεση Επιφανίου, αναφέρθηκε ότι. «Στην υπόθεση Χ" Οικονόμου ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, στην οποία αναφέρεται και η κα Βραχίμη στο περίγραμμα αγόρευσης της, αποφασίστηκε πως είναι δυνατή η υποθήκευση ακινήτου υπό μορφή εγγύησης τρίτου, έστω και αν φαίνεται ως ενυπόθηκος οφειλέτης ο εγγυητής. Λέχθηκαν επί του προκειμένου τα πιο κάτω σε σχέση με τις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, 1965, στη σελ. 961 της απόφασης: "Ακόμα, σύμφωνα με το άρθρο 22, η σύσταση υποθήκης μπορεί να γίνει ως ασφάλεια υφιστάμενης, μελλούσης ή υπό αίρεση υποχρέωσης και λαμβάνοντας υπόψη πως ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθορίζεται στο άρθρο 2, σαν ο κύριος ακινήτου που συνιστά υποθήκη επί του ακινήτου του, χωρίς να αναφέρεται σε πραγματικούς οφειλέτες, καταλήγουμε στο συμπέρασμα πως είναι δυνατή η υποθήκευση ακινήτου υπό μορφή εγγύησης τρίτου προσώπου και σαν ενυπόθηκος οφειλέτης να εμφανίζεται ο εγγυητής." Κρίνουμε πως η επισύναψη του τεκμηρίου 3 του μεσοπρόθεσμου γραμματίου ορθά έγινε και ορθά η υποθήκη παραπέμπει σε αυτό, αφού μόνο συνολική θεώρηση των δύο εγγράφων θα οδηγήσει στο τελικό συμπέρασμα της φύσης και του περιεχομένου της συμφωνίας. (Βλ. και πάλιν Χ" Οικονόμου, ανωτέρω)». (και πιο κάτω) «Κρίνουμε ότι η εφεσείουσα υπέγραψε τη σύμβαση και δήλωση υποθήκευσης ως ασφάλεια για το δάνειο, το οποίο δόθηκε από τη ΣΠΕ Στροβόλου στον τότε γαμπρό της, εφεσίβλητο. Τούτο προκύπτει σαφώς, όπως τονίσαμε πιο πάνω, από τις συνδυασμένες πρόνοιες των τεκμηρίων 3 και 4. Το ότι αναλαμβάνει με βάση την υποθήκη να πληρώσει τις £10.500 δεν την καθιστούν πρωτοφειλέτιδα γιατί, όπως φαίνεται, δεν έλαβε ποτέ αυτό το ποσό. Είναι καθαρόν ότι αναλαμβάνει να το πληρώσει ως εγγυήτρια για την υποχρέωση πληρωμής του από τον εφεσίβλητο, και εν περιπτώσει που δεν το πληρώσει η εφεσείουσα, τότε ο ενυπόθηκος δανειστής θα δικαιούται στην εκποίηση της υποθήκης. Για τον ενυπόθηκο δανειστή είναι βεβαίως πρωτοφειλέτις η εφεσείουσα όσον αφορά την υποχρέωση που ανέλαβε που εξασφαλίζεται με την υποθήκη. Σε σχέση όμως με τον εφεσίβλητο, είναι απλώς εγγυήτριά του και δικαιούται, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 98 του Κεφ.149 να απαιτήσει απ΄αυτόν ότι πλήρωσε για λογαριασμό του». Τα πιο πάνω δεν αφήνουν αμφιβολία ότι το τεκμήριο 3 κατέστησε τον εναγόμενο ενυπόθηκο οφειλέτης της τράπεζας. Έναντι της τράπεζας λοιπόν ο εναγόμενος είναι οφειλέτη λόγω του εγγράφου υποθήκης, έστω και αν στην πραγματικότητα η υποθήκη παραχωρήθηκε ως εγγύηση των υποχρεώσεων της εταιρείας. Η υπόθεση Επιφανίου, πιο πάνω, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι η υποχρέωση του εναγομένου είναι πρωτογενής (βλ. Αγγελίδης ν. ΣΠΕ Παλλουριώτισσας
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1771, 1778). Αν όμως χρειάζεται περαιτέρω εμβάθυνση τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, πιο πάνω, στην παράγραφο 237, αποκρυσταλλώνουν το θέμα. Αναφέρεται εκεί ότι. «Every mortgage implies a debt and a personal obligation by the mortgagor to pay it». Επιτακτική λοιπόν είναι η υποχρέωση του ενυπόθηκου οφειλέτη να εξοφλήσει την υποχρέωση δια την οποία η υποθήκη παραχωρήθηκε ως εξασφάλιση. Περαιτέρω, ανίκανη να διαφοροποιήσει τα πράγματα είναι και η άλλη θέση του εναγομένου ότι η υποθήκη παραχωρήθηκε χρόνια πριν τη σύναψη του δανείου. Έχω ήδη υποδείξει ότι το λεκτικό της συμφωνίας, τεκμήριο 3, καλύπτει και υποχρεώσεις που θα παραχωρούνταν στο μέλλον. Πέραν όμως τούτου το ζήτημα ρυθμίζεται νομοθετικά και έχει ερμηνευθεί στην υπόθεση Χ¨Οικονόμου, πιο πάνω. Λέχθηκε εκεί ότι: «Έχουμε μελετήσει τα θέματα που εγέρθηκαν ενώπιο μας και έχουμε την άποψη πως οι σημειώσεις που αναφέρονται στο έντυπο της υποθήκης πράγματι είναι επεξηγηματικές. Ο τύπος της υποθήκης, που καθορίζεται από το άρθρο 21
(2)του Νόμου, διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1), όπου καθορίζονται τα στοιχεία εκείνα που πρέπει να διαλαμβάνουν οι έγγραφες δηλώσεις. Μεταξύ αυτών των στοιχείων είναι η σύμβαση υποθήκης και η βεβαίωση αποδοχής της. Ο όρος "υποθήκη" μετά των γραμματικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων σημαίνει "επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηματικού τίνος χρέους ή υποχρεώσεως"· και σύμφωνα με το άρθρο 22
(1), "υποθήκη" δύναται να συσταθεί "προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού". Συνεπώς, η σύσταση υποθήκης δεν προϋποθέτει την ύπαρξη χρέους, γιατί, σύμφωνα με τα πιο πάνω, είναι δυνατή η σύσταση της προς εξασφάλιση και μελλούσης ή υπό αίρεση υποχρέωσης, περιλαμβανομένης και υποχρέωσης αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού». Συνεπώς ούτε αυτό το ζήτημα είναι ικανό να αποτρέψει την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης, εφόσον η υπό κρίση υποθήκη καλύπτει μελλοντικές διευκολύνσεις, κάτι το οποίο είναι καθ' όλα νόμιμο και επιτρεπτό. Επιπλέον, το τεκμήριο 7 φανερώνει ότι εδώ η παραχώρηση της υποθήκης ήταν ένας εκ των όρων που έθεσε η τράπεζα για χορήγηση του δανείου. Τέλος, η νομολογία ρυθμίζει και αυτή ακόμα την εισήγηση του εναγομένου ότι η τράπεζα όφειλε, πριν οτιδήποτε άλλο, να στρέψει τα πυρά της κατά της εταιρείας και ακολούθως να αναζητήσει τον εναγόμενο. Επί του προκειμένου αφοπλιστική είναι η απάντηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Πολυκάρπου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1688, 1693 όπου λέχθηκε πως. «Ούτε και τελούσε η υποθήκη υπό την αίρεση οιουδήποτε άλλου μέσου εξασφάλισης». Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η τράπεζα απέδειξε ό,τι όφειλε να αποδείξει ώστε να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Οφείλω όμως να επισημάνω το εξής. υποδείχθηκε ήδη ότι η επίδικη υποθήκη προσδιορίζει μέγιστο ποσό. Στη δοσμένη περίπτωση η αξίωση της τράπεζας, το παρακλητικό εν προκειμένω στην αγωγή, αναφέρει σταθερό ποσό και όχι μεταβαλλόμενο μέχρι του ποσού των Λ.Κ.40.000,
- Εκείνο που αναφέρεται στο παρακλητικό της αγωγής έχει ως ακολούθως: «
- Ως εκ των πιο πάνω η Ενάγουσα αξιοί: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον την πώληση των δυνάμει της υποθήκης Υ2547/91 ενυπόθηκων ακινήτων ως αυτά περιγράφονται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Απαίτησης και όπως τα εκ της τοιαύτης πώλησης έσοδα διατεθούν έναντι και/ή προς εξόφληση του χρέους ήτοι €21.543,61 πλέον νόμιμο τόκο προς την Ενάγουσα νοουμένου ότι οιονδήποτε υπόλοιπο διατεθεί προς όφελος της περιουσίας του κ. Μιχαλάκη Σιδέρη». Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι η τράπεζα περιόρισε την αξίωσή της στο ποσό των €21.543,
- Όσο δε αφορά τον τόκο, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, πιο πάνω, στην παράγραφο
- Αναφέρεται εκεί ότι. «Where the mortgage deed provides for payment of interest on a principal debt after default, and judgment for the principal debt is obtained, the mortgage debt is merged in the judgment, and, if the covenant to pay interest was merely incidental to the covenant to pay the principal debt, the interest will no longer be recoverable under the covenant to pay interest, but interest at four per cent is recoverable on the judgment..». Στην προκείμενη περίπτωση έχω την άποψη ότι η τράπεζα περιόρισε την αξίωσή της στο ποσό των €21.543,61, δηλαδή ως είχε το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Αυτό λοιπόν είναι το ποσό που δικαιούται η τράπεζα από την εκποίηση της υποθήκης πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, και βεβαίως δικηγορικά έξοδα. Ως προς το εύλογο και δικαιολογημένο της επιδίκασης δικηγορικών εξόδων σχετική είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, πιο πάνω, παράγραφος 617, όπου αναφέρεται ότι: «Where, however, the court in a suit ordered that money should be raised by mortgage, a direction was given that the mortgagee should be allowed his costs, including the costs of settling the security». Ως εκ των πιο πάνω εκδίδω διάταγμα ως η παράγραφο 15Α της αγωγής. Ο τόκος που θα επισύρει το ποσό των €21.543,61 θα είναι νόμιμος και θα υπολογίζεται από την καταχώριση της αγωγής. Επιπλέον, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Είναι κατανοητό ότι από την εκποίηση της υποθήκης το μέγιστο ποσό που η τράπεζα δικαιούται επ' ουδενί μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των Λ.Κ.40.000,00 ή ισόποσο σε €68.400,
- (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο