C.D.O. PASO CARD LTD ν. FBME Card Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 6146/2013, 18/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A241 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6146/2013 Μεταξύ: C.D.O. PASO CARD LTD Ενάγουσας v. FBME Card Services Ltd Εναγομένης Αίτηση ημ. 18 Σεπτεμβρίου 2014 για διαγραφή μέρους της έκθεσης απαίτησης Ημερομηνία: 18 Ιουνίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη - Αιτήτρια: κ. Κ. Λαμπριανίδης για Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Κοζάκου για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης η εναγομένη - αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση (εφεξής «η αίτηση»), με την οποία ζητούσε τη διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος και ή της έκθεσης απαίτησης και διαζευκτικά τη διαγραφή των παραγράφων 4, 6 και 12 της έκθεσης απαίτησης. Τελικώς ο δικηγόρος της αιτήτριας εγκατέλειψε το πρώτο αιτητικό που αφορούσε στη διαγραφή ολοκλήρου του δικογράφου και περιορίστηκε στο αιτητικό για τη διαγραφή των προαναφερόμενων παραγράφων. Η απαίτηση της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή αφορά αποζημιώσεις για κατ΄ ισχυρισμόν παράνομο τερματισμό και ή παράβαση της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας Συνεργασίας ημ. 16.11.11 (εφεξής «η Συμφωνία»). Η Συμφωνία υπεγράφη λίγους μήνες μετά την υπογραφή Μνημονίου Συνεργασίας (εφεξής «το Μνημόνιο») και προνοούσε για την έκδοση και διαχείριση της κάρτας επιστροφής χρημάτων Paso - Card (εφεξής «η κάρτα») η οποία δίδεται στα μέλη - συνδρομητές της ενάγουσας και χρησιμοποιείται για αγορές εμπορευμάτων από διάφορες εταιρείες έναντι επιστροφής χρημάτων και άλλων σχεδίων. Η παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται στο Μνημόνιο το οποίο υπεγράφη στις 19.5.11 μεταξύ των διαδίκων αναφορικά με την παροχή και κυκλοφορία της κάρτας στην Κυπριακή αγορά. Στην εν λόγω παράγραφο υπό σχετικούς τίτλους, γίνεται αναφορά σε ουσιώδεις όρους του Μνημονίου οι οποίοι ρυθμίζουν διάφορα θέματα και σε υποχρεώσεις κάθε συμβαλλόμενου μέρους, ως ακολούθως:
- Διαδικασία έκδοσης καρτών · Έξοδα για την έκδοση καρτών · Αριθμός έκδοσης καρτών · Χρόνος έκδοσης καρτών · Υποβολή αιτήσεων για έκδοση καρτών · Ταχυδρόμηση καρτών στους δικαιούχους · Επιλογή των εμπόρων οι οποίοι θα εισαχθούν στο πρόγραμμα Paso - Card
- Είδος κάρτας · MasterCard, debit Card · Kάρτα επιστροφής χρημάτων και κάρτα πληρωμής προϊόντων
- Υποχρεώσεις «Δεύτερου Συμβαλλόμενου» (εναγομένης) · Λήψη των απαιτούμενων ενεργειών ώστε να δοθεί η δυνατότητα κατάθεσης χρημάτων από κάτοχο κάρτας στην εναγομένη, άλλη τράπεζα, ΑΤΜ ή στους εμπόρους που έχουν τερματικά της Paso - Card · Διαφύλαξη δικαιώματος ένταξης κατόχων κάρτας σε άλλα προγράμματα έκδοσης καρτών
- Υποχρεώσεις κατόχου κάρτας · Καμία χρέωση για έκδοση και διατήρηση λογαριασμού της κάρτας · Δυνατότητα άλλων χρεώσεων δυνάμει της τελικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων
- Τεχνολογία · Υποχρέωση εναγομένης για εγκατάσταση και συντήρηση των τερματικών στους εμπόρους · Υποχρέωση εναγομένης για την παραχώρηση στην ενάγουσα της δυνατότητας παρακολούθησης και ελέγχου των τερματικών Στην παρ. 6 παρατίθενται οι ουσιώδεις όροι της Συμφωνίας (για την οποία αναφέρεται στην παρ. 5 ότι οι διάδικοι την υπέγραψαν στις 16.11.11) ως ακολούθως: Α. Οι όροι συνεργασίας που περιέχονται στις παρ. 1-6 του Μνημονίου αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας. Η παρ. 3 του Μνημονίου τίθεται σε λειτουργία με τη χορήγηση των απαραίτητων εγκρίσεων από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στην εναγομένη. Β. Όροι Συμφωνίας και Τερματισμός · Έναρξη ισχύος συμφωνίας, διάρκεια και τρόπος ανανέωσης και τερματισμού αυτής · Λόγοι χρήσης δικαιώματος τερματισμού της Συμφωνίας · Δυνατότητα τερματισμού της Συμφωνίας όπως προβλέπεται από τις σχετικές ρυθμιστικές αρχές Γ. Συνέπειες Τερματισμού · Η ενάγουσα θα πληρώσει οποιεσδήποτε εκκρεμείς πληρωμές στην εναγομένη εντός 10 ημερών από την ημερομηνία τερματισμού Στις παρ. 7 και 8 γίνεται αναφορά στην έκδοση 9252 καρτών και την εγκατάσταση τερματικών από την εναγομένη, στο πλαίσιο συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, και στην παρουσίαση προβλημάτων από την αρχή της συνεργασίας λόγω της αδυναμίας της εναγομένης να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υφίσταται ζημιές. Στις παρ. 9 - 11 γίνεται αναφορά στα προβλήματα και στις ενέργειες της ενάγουσας προς αντιμετώπιση αυτών με ειδική αναφορά σε επιστολές της ενάγουσας προς την εναγομένη. Στην παρ. 12 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στις 11/9/2013 η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή σε δύο στελέχη της FBME BANK με την οποίαν τους ενημέρωνε για τη συνεργασία τους με την νέα διεύθυνση της Εναγομένης αναφέροντας ότι «Η στάση της νέας διεύθυνσης της εταιρείας σας μας ανάγκασε να καταγγείλουμε την συμφωνία συνεργασίας του Οργανισμού μας με την FBMECS στην Κυπριακή Δημοκρατία και στις αρμόδιες αρχές».» Στις επόμενες παραγράφους συνεχίζεται η αναφορά σε επιστολές της ενάγουσας προς την εναγομένη στο πλαίσιο προσπάθειας διευθέτησης των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί, και σε επιστολή της εναγομένης ημ. 12.11.13, στην οποία δηλώνει ότι αρνείται να εφαρμόσει οποιουσδήποτε όρους της Συμφωνίας επικαλούμενη ότι με την επιστολή ημ. 11.9.13 η ενάγουσα είχε τερματίσει τη Συμφωνία. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας από πλευράς εναγομένης είναι παράνομος, ότι λόγω αυτού η ενάγουσα έχει υποστεί ζημιές και ότι η φήμη της έχει πληγεί, εξ ου και απαιτεί ειδικές και γενικές αποζημιώσεις. Με βάση το υπό κρίση αιτητικό ζητείται να διαγραφούν οι παράγραφοι 4, 6 και 12 «ως συνταχθείσες κατά παράβαση των δικονομικών θεσμών και ή .. των κανόνων σύνταξης δικογράφων και ή ως παράτυπες και ή ενοχλητικές καθότι σε αυτές γίνεται εκτενής αναφορά και ή περιγραφή μαρτυρίας». Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.19 Θθ.2, 4, 13, 14 και 26, στη Δ.20, στη Δ.21, στη Δ.27 Θ.3, στη Δ.48 Θθ.1, 2 και 9 και στη Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Στην αίτηση αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Η ένσταση της ενάγουσας - καθ΄ ης η αίτηση έχει την ίδια νομική βάση ως η αίτηση με την προσθήκη της Δ.48 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη.
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και η νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Η αίτηση είναι γενική και αόριστη.
- Η καταχώριση της αίτησης σε αυτό το στάδιο αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.
- Οι παρ. 4, 6 και 12 της έκθεσης απαίτησης είναι αναγκαίες και προβάλλουν τους ισχυρισμούς της ενάγουσας.
- Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας είναι σύμφωνοι και σε πλήρη συνάρτηση με τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς και τους σχετικούς κανονισμούς που αφορούν τους κανόνες δικογραφίας.
- Όλα τα θέματα που εγείρονται είναι πραγματικά και θα κριθούν στην ακροαματική διαδικασία. Στην ένσταση επίσης αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο της υπόθεσης. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Βασική θέση του δικηγόρου της αιτήτριας είναι ότι οι εν λόγω παράγραφοι περιέχουν μαρτυρία και όχι γεγονότα και ότι σε αυτές παρατίθεται περιεχόμενο εγγράφων, ήτοι γίνεται αναφορά ρητώς και κατά λέξη στους όρους τόσο της Συμφωνίας όσο και στο περιεχόμενο της επιστολής ημ. 11.9.
- Ο κ. Λαμπριανίδης εισηγήθηκε ότι με αυτά τα δεδομένα, οι εν λόγω παράγραφοι είναι σκανδαλώδεις, ενοχλητικές, περιττές και τείνουν να περιπλέξουν τη διαδικασία. Η δικηγόρος της καθ΄ ης η αίτησης εξέφρασε τη θέση ότι οι εν λόγω παράγραφοι περιέχουν λεπτομερώς την απαίτηση για αποζημιώσεις λόγω παράβασης της Συμφωνίας και δεν επηρεάζουν δυσμενώς, δεν προκαλούν αμηχανία και δεν καθυστερούν τη δίκαιη δίκη. Η κα Κοζάκου αναφέρθηκε στην κάθε παράγραφο της οποίας ζητείται η διαγραφή και ισχυρίστηκε τα ακόλουθα: i. H παρ. 4 περιέχει το ιστορικό και τους όρους του Μνημονίου για να διαφανεί πώς οι διάδικοι κατέληξαν στην υπογραφή της Συμφωνίας, στηριζόμενοι στους όρους του Μνημονίου. ii. H παρ. 6 περιέχει τους όρους της Συμφωνίας, η παράβαση της οποίας οδήγησε στην έγερση της παρούσας αγωγής. Τέτοια αναφορά ήταν απαραίτητη για να τεθούν πλήρως οι όροι της Συμφωνίας και έτσι το Δικαστήριο να αντιληφθεί πλήρως την υπόθεση. iii. Η παρ. 12 αναφέρεται σε ειδοποίηση που στάληκε σε στελέχη της εναγομένης, με την οποία ενημερώνονταν για τη διακοπή της συνεργασίας. Ι. Χρόνος υποβολής αίτησης - Κατάχρηση Διαδικασίας Πριν την ενασχόληση με την ουσία της αίτησης, κρίνεται σκόπιμη η εξέταση του λόγου ένστασης ότι η καταχώριση της αίτησης σε αυτό το στάδιο αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Επί τούτου αρχικά αναφέρω ότι τέτοιος λόγος ουδόλως προωθήθηκε από την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση κατά το στάδιο της αγόρευσης της, επομένως θεωρώ ότι αυτός ο λόγος έχει εγκαταλειφθεί. Ανεξαρτήτως από την πιο πάνω κατάληξη μου, και όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, η αίτηση καταχωρίστηκε λίγες μέρες μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και ήταν το αμέσως επόμενο βήμα στα πλαίσια της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή, χωρίς να μεσολαβήσει άλλο διάβημα μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Williams and Glyns Bank v. Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 821 η αίτηση για διαγραφή μπορεί να γίνει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, αλλά πρέπει όμως πάντοτε να γίνεται έγκαιρα. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, αδυνατώ να αντιληφθώ πώς η καταχώριση της αίτησης συνιστά με οποιονδήποτε τρόπο κατάχρηση της διαδικασίας. Η πλευρά της αιτήτριας ενήργησε αμέσως και χωρίς καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος της για διαγραφή. Άλλωστε θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αιτήτρια γενικότερα δεν έχει επιδείξει με οποιονδήποτε τρόπο καθυστέρηση στα πλαίσια της αγωγής. Με την καταχώριση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, η ενάγουσα καταχώρισε μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, η οποία, κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, επιδόθηκε στην άλλη πλευρά. Κατόπιν ακρόασης της το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 22.11.13 με την οποία απέρριψε την αίτηση. Ακολούθησε η καταχώριση αίτησης από πλευρά της εναγομένης για απόρριψη της αγωγής λόγω μη προώθησης της, η οποία αποσύρθηκε μόλις καταχωρίστηκε η έκθεση απαίτησης. Όπως ήδη αναφέρεται, ακολούθησε η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Επομένως, δεν συμφωνώ ότι η αίτηση, η οποία καταχωρίστηκε σε αυτό το στάδιο, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. ΙΙ. Νομική Ανάλυση Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο, το οποίο (θέμα) μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να τείνει να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό, ενόχληση ή καθυστέρηση στη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Χρήσιμη καθοδήγηση για την εφαρμογή της πιο πάνω Διάταξης περιέχεται στο The Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια Δ.19 Θ.27, και στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270, στην οποία αναφέρεται πως ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφα τους, νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν θα πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Αν κάποιος διάδικος εισαγάγει με το δικόγραφο του θέμα που είναι αχρείαστο και που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του διαδίκου. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd. κ.ά. v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787 γίνεται αναφορά στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ. κ.ά. v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, στην οποία λέχθηκε ότι «τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων ή τετελεσμένων γεγονότων». Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο ανέφερε ότι σύμφωνα με το The Annual Practice 1960 η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια της Δ.19 Θ.26 έχει ερμηνευτεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, στην οποία λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξη τους διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19 Θ.4, δυνάμει της οποίας μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς. Γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd.
(1936)1 K.B. 697, στην οποία η λέξη «ουσιώδες» («material») ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει «αναγκαίο για τη διατύπωση μίας ολοκληρωμένης αιτίας αγωγής» («necessary for the purpose of formulating a complete cause of action»). Τα οποία, ας σημειωθεί ότι επαναλήφθηκαν αργότερα στην υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Πλατωνία Λτδ v. Sharif
(2012)1(A) A.A.Δ. 28. Στην υπόθεση Christie v. Christie L.R.8 Ch. 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι σχετικός με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Willington v. Loring 6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί ενοχλητικό ("embarrassing") είναι σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914)111 L.T.: «I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές που διέπουν γενικά το θέμα της διαγραφής μέρους δικογράφου, το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με το κάθε θέμα που προκύπτει στα πλαίσια της υπό κρίσης αίτησης ξεχωριστά. ΙΙΙ. Μαρτυρία και όχι Γεγονότα - Αναφορά σε Περιεχόμενο Εγγράφων Βασικός ισχυρισμός της αιτήτριας είναι ότι οι επίδικες παράγραφοι περιέχουν μαρτυρία και όχι γεγονότα, καθότι σε αυτές γίνεται ρητή αναφορά στους όρους της επίδικης συμφωνίας και αυτούσια αναφορά στο περιεχόμενο της επιστολής ημ. 11.9.13. Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο συνοπτική δήλωση των ουσιωδών γεγονότων στα οποία ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή υπεράσπιση του και όχι τη μαρτυρία με την οποία προτίθεται να τα αποδείξει. Στο The Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια Δ.19 Θ.4, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Pleadings now are to be merely concise statements of the facts which the party pleading deems material to his case (per Brett, j, in Lord Hammer v. Flight 1876, 24 W.R at p. 347, not evidence to prove the facts (N.W Salt Co. Ltd v. Electrolytic Alakli Co. Ltd. [1913] 3 K.B. The inferences of law to be drawn from those facts need to be stated in the pleading.» Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και στο σύγγραμμα Odger's Principles of Pleadings and Practice, 16η έκδοση, σελ. 99, με αναφορά στην Αγγλική Διάταξη, όπου αναφέρονται τα εξής: «Facts should be alleged as facts. It is not necessary to state in the pleadings circumstances which merely tend to prove the truth of the facts already alleged. The fact in issue between the parties is the factum probandum, the fact to be proved, and therefore the fact to be alleged. It is unnecessary to tell the other side how it is proposed to prove the fact; such matters are merely evidence, facta probantia, facts by means of which one proved the fact in issue. Such facts will be relevant at the trial but they are not material facts for pleading purposes. This was always a clear rule of the common law. Evidence shall never be pleaded because it tends to prove matter in fact and therefore the matter in fact shall be pleaded.» Η πιο πάνω νομική αρχή υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Alpan (Taki Bros.) Ltd v. Nakufreight Ltd
(1978)1 C.L.R. 582 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη (ανωτέρω). Η τελευταία υπόθεση περιέχει μία ιδιαίτερα διαφωτιστική ανάλυση του θέματος, ως ακολούθως : «Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει σχέση με δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance co. v. Davies [1938] 1 K.B. 196,
- Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμά του. Οι Bullen & Leake 'Precedents of Pleadings' 12η έκδοση, σελ. 44 θέτουν τα ζητήματα που αφορούν έγγραφα ή μια συνομιλία ως εξής: "Where any document or conversation is referred to in any pleading, the precise words of the document or conversation should not be stated, but only the effect of the document or the purport of the conversation should be briefly stated; but if the precise words of a document or conversation are themselves material, they must be set out in full in the pleading. Thus, it is not ordinarily necessary to set out verbatim the entire terms of a written contract, but only to state briefly the effect thereof and to specify the particular terms in respect of which any breach is alleged. So it is not ordinarily necessary to set out the precise words used by the parties when making a contract or taking part in any conversation relied on." Μια τέτοια περίπτωση παράθεσης του ακριβούς κειμένου είναι εκείνη που τα ουσιαστικά γεγονότα ταυτίζονται με τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, όπως, λ.χ., δημοσίευμα εφημερίδας σε αγωγή λιβέλλου: βλέπε Π.Ε. 9435 "Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. και ΄Αλλος ν. Χαράλαμπου Λεωνίδα ημερ. 19/5/
- Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι΄ αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being -made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. . . . Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing." Όπως και να εξετασθεί το θέμα που ανέκυψε έχουμε στην παρούσα περίπτωση παραβίαση σε μεγάλη κλίμακα του παραπάνω θεμελιακού κανόνα. Και στις τρεις περιπτώσεις το δικόγραφο περιέχει εκτεταμένη μαρτυρία, που ο κανονισμός αυτός απαγορεύει. Παρέχει πολύτιμη καθοδήγηση, γιατί άπτεται της ουσίας των θεμάτων που συζητήσαμε και περαιτέρω καθορίζει το ρόλο Εφετείου σε τέτοια ζητήματα, η απόφαση Davy ν. Garrett [1878] 7 C. D. 473: "Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence." Ας σημειωθεί ότι η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε στη μεταγενέστερη Re W. R. Willcocks & Co. Ltd. [1973] 2 All E.R. 93.» Η πιο πρόσφατη υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1422 ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με τη Δ.19 Θ.19, η οποία αναφέρεται στον τρόπο δικογράφησης περιεχομένου εγγράφου το οποίο κρίνεται ουσιώδες. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι: «Δεν συμφωνούμε ότι οι Εφεσείοντες είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση να δικογραφήσουν αυτές τις λεπτομέρειες. Σύμφωνα με την Δ.19, θ.18 το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου δεν είναι ανάγκη να δικογραφείται, εκτός και αν οι ακριβείς λέξεις είναι ουσιώδεις, που δεν είναι η περίπτωσή μας. Όπως αναφέρεται στη Δ.19, θ.19, αρκεί στο δικόγραφο να αναφέρεται «το αποτέλεσμα» («effect»), χωρίς να χρειάζεται να παρατεθεί ολόκληρο ή μέρος του εγγράφου, εκτός εάν οι ακριβείς λέξεις του εγγράφου είναι ουσιώδεις. Παρόμοιες είναι και οι πρόνοιες της Δ.19, θ.22 σε σχέση με συμβάσεις.» Με μιαν πρώτη ανάγνωση των παραγράφων 4 και 6 της έκθεσης απαίτησης, εύκολα διαπιστώνεται ότι οι όροι του Μνημονίου αλλά και της Συμφωνίας δεν παρατίθενται υπό τη μορφή ενός κειμένου στο οποίο να γίνεται συνοπτική περιγραφή των ουσιωδών προνοιών τους. Αντιθέτως, από το λεκτικό διαπιστώνεται ότι οι εν λόγω παράγραφοι έχουν τη μορφή παράθεσης των όρων όπως αυτοί συνήθως παρουσιάζονται στο ίδιο το κείμενο, δηλαδή με αρίθμηση και παράθεση του κάθε τίτλου, με τις πρόνοιες αριθμητικά κάτω από τον κάθε τίτλο και με αναφορά στα συμβαλλόμενα μέρη όπως αυτά αναφέρονται στη Συμφωνία. Ενδεικτικά παραθέτω το ακόλουθο παράδειγμα από την παρ. 4, στην οποία γίνεται αναφορά στους ουσιώδεις όρους του Μνημονίου: «1. Διαδικασία Έκδοσης Καρτών α) Ο «ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ» θα εκδίδει με δικά του έξοδα, για λογαριασμό του «ΠΡΩΤΟΥ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΥ», την κάρτα PASO - CARD. β).. γ) Ο χρόνος έκδοσης των καρτών PASO - CARD δε θα ξεπερνά τις δύο
(2)εργάσιμες ημέρες από την ημέρα που ο «ΠΡΩΤΟΣ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΣ» προσκόμισε στον «ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟ» αίτηση έκδοσης PASO - CARD. δ) Οι αιτήσεις καρτών PASO - CARD θα παραδίδονται από τον «ΠΡΩΤΟ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟ» στον «ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟ» ηλεκτρονικά. ...» Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου προκύπτει από την απλή ανάγνωση των παρ. 4 και 6, και της γλωσσικής διατύπωσης (π.χ. ρηματικοί χρόνοι). Πέραν τούτου όμως, εφόσον τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση παραπέμπουν στον φάκελο της υπόθεσης αναφορικά με το πραγματικό υπόβαθρο στο οποίο και οι δύο (αίτηση και ένσταση) βασίζονται, κρίνεται ότι το Δικαστήριο έχει και τη δυνατότητα να ανατρέξει στον φάκελο και λάβει υπ΄ όψιν στοιχεία τα οποία περιέχονται σε αυτόν για τον σκοπό εξέτασης της υπό κρίση αίτησης. Ειδικότερα, το Δικαστήριο δύναται να λάβει υπ΄ όψιν στοιχεία από την ένορκη δήλωση άλλης αίτησης που περιέχεται στον φάκελο της αγωγής, από τη στιγμή που αυτή (η άλλη αίτηση) αποτελεί μέρος του φακέλου και αφορά στην ίδια διαδικασία και τους ίδιους διάδικους. Σχετική είναι η υπόθεση Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ.
- Ως εκ τούτου το Δικαστήριο λαμβάνει υπ΄ όψιν τη μονομερή αίτηση της ενάγουσας για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Παπαγιάννη, διευθυντή της ενάγουσας, και στην οποία επισυνάπτονται τόσο το Μνημόνιο όσο και η Συμφωνία, ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Από τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι η ενάγουσα, κατά τη σύνταξη της παρ. 4 παρέθεσε αυτούσιο το περιεχόμενο των όρων 1-4 του Μνημονίου, παρέλειψε τον όρο 5 του Μνημονίου με τίτλο «Προσωπικά Δεδομένα» και από τον όρο 6 με τίτλο «Τεχνολογία» παρέθεσε επίσης αυτούσιες τις παρ. (γ) και (δ), με τη διαφοροποίηση ότι στην έκθεση απαίτησης ο όρος 6 αριθμείται ως 5, ενώ οι παρ. (γ) και (δ) αριθμούνται ως (α) και (β). Η Συμφωνία, Τεκμήριο 2, είναι στην Αγγλική, ενώ η παρ. 6 της έκθεσης απαίτησης μεταφέρει τη μετάφραση όρων αυτής. Συγκεκριμένα, η υποπαρ. Α της παρ. 6 παραθέτει το περιεχόμενο του όρου (D) του προοιμίου της Συμφωνίας, η υποπαρ. Β αντιστοιχεί στον όρο 2 της Συμφωνίας με τον τίτλο «Term of Agreement and Termination», από τον οποίο παρατίθενται ως παρ. 1-3 οι παρ. 2.1-2.3 ενώ παραλείπονται οι παρ. 2.4 και 2.
- Η υποπαρ. Γ παραθέτει τον όρο 4 της Συμφωνίας με τον τίτλο «Effect of Termination». Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η σύνταξη των παρ. 4 και 6 δεν συνάδει απολύτως με τις σχετικές δικονομικές διατάξεις και δεν έγινε με τον ενδεδειγμένο και ορθόδοξο τρόπο. Οι εν λόγω παράγραφοι έπρεπε να περιέχουν μία συνοπτική περιγραφή (υπό μορφή κειμένου) των ουσιωδών όρων της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας, στους οποίους η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της. Αντ΄ αυτού περιέχουν αυτούσιους τους όρους, όπως δηλαδή αυτοί είχαν καταγραφεί στο Μνημόνιο και στη Συμφωνία. Γεγονός όμως παραμένει ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να περιλάβει στο δικόγραφο της (την έκθεση απαίτησης) τους ουσιώδεις όρους τόσο του Μνημονίου (εφόσον αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας) όσο και της Συμφωνίας στους οποίους βασίζει το αγώγιμο δικαίωμα της και οι οποίοι αποτελούν τη βάση της απαίτησης της. Με άλλα λόγια δεν θα ήταν νοητή και δικονομικά ορθή μία αξίωση για παράβαση ουσιωδών όρων συμφωνίας χωρίς τη συμπερίληψη αντίστοιχων ισχυρισμών στην έκθεση απαίησης για το ποιοι ήταν οι συμφωνηθέντες όροι οι οποίοι παραβιάστηκαν. Το κατά πόσον όντως υπήρξαν ή όχι τέτοιοι όροι σε συμφωνία είναι κάτι που απομένει να αποδειχθεί στη δίκη με μαρτυρία που θα προσκομίσει το μέρος που προέβαλε τους εν λόγω ισχυρισμούς. Επομένως, η αναφορά στους ουσιώδεις όρους ήταν δικονομικά επιβεβλημένη. Επί τούτου το Δικαστήριο αρχικά επισημαίνει ότι η ενάγουσα δεν παραθέτει ολόκληρο το περιεχόμενο των δύο αυτών εγγράφων, αλλά μέρος αυτών και μάλιστα με ρητή αναφορά ότι οι όροι οι οποίοι παρατίθενται στις παρ. 4 και 6 είναι οι ουσιώδεις όροι αυτών (των εγγράφων). Στην παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης η ενάγουσα εξειδικεύει την παράλειψη της εναγομένης να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της δυνάμει της Συμφωνίας, με ειδική αναφορά σε προβλήματα καταθέσεων, σε τεχνικά προβλήματα με τα τερματικά και στη μη εξασφάλιση από την εναγομένη άδειας για να δέχεται κατάθεση τόσο η ίδια όσο και μέσω της συνδεδεμένης σε αυτή τράπεζας FBME Bank. Ως εκ τούτου προκύπτει ότι η ενάγουσα επικαλείται παράβαση ουσιωδών όρων της Συμφωνίας από μέρους της εναγομένης, και ειδικότερα των όρων 3 και 5 του Μνημονίου, οι οποίοι περιέχονται στην παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης. Στην παρ. 22 της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι η Συμφωνία είχε διάρκεια πέντε ετών και δεν μπορούσε να τερματιστεί χωρίς προηγουμένη ειδοποίηση δύο ετών καθότι οι κάρτες κυκλοφορούσαν στην αγορά και οι κάτοχοι τους είχαν αποκτήσει δικαιώματα. Επομένως, γίνεται και πάλι επίκληση παράβασης ουσιώδους όρου της Συμφωνίας, ο οποίος αφορά στη διάρκεια και τον τερματισμό της Συμφωνίας, και περιέχεται στην παρ. 6 Β της έκθεσης απαίτησης. Ο δε ισχυρισμός της ενάγουσας για την πρόκληση ζημιών, καθώς και η απαίτηση της για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις (παρ. 20 και 23-28) απορρέουν και από παράβαση άλλου ουσιώδους όρου, ο οποίος αφορά στις συνέπειες τερματισμού και στην υποχρέωση της εναγομένης για πληρωμή προς την ενάγουσα, και περιέχεται στην παρ. 6 Γ της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με τη βάση της αξίωσης της ενάγουσας, όπως αυτή εξειδικεύεται στην έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα επικαλείται και στηρίζεται σε ουσιώδεις όρους της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας, οι οποίοι πρέπει απαραιτήτως να αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Αυτοί είναι οι όροι 3 και 5 της παρ. 4 και όλοι οι όροι που αναφέρονται στην παρ.
- Αναμφίβολα, όπως ήδη εξηγείται ανωτέρω, η αναφορά σε αυτούς τους όρους δεν έγινε με τον ορθώς προβλεπόμενο τρόπο, υπό την έννοια ότι αντί να γίνεται μία σύνοψη αυτών γίνεται αυτούσια παράθεση ή επί λέξει μεταφορά τους, όπως δηλαδή περιέχονται στα αντίστοιχα έγγραφα. Ανάλογη διαπίστωση γίνεται και για την παρ. 12 της έκθεσης απαίτησης. Η ενάγουσα αναφέρεται σε επιστολή της ημ. 11.9.13 και αντί να αναφέρει σε πλάγιο λόγο το περιεχόμενο και τη σημασία αυτής (όπως έπραξε για άλλες επιστολές), παραθέτει αυτούσιες τρεις γραμμές από την επιστολή οι οποίες αποκαλύπτουν από μόνες τους το περιεχόμενο. Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, καταλήγω ότι η παράθεση τόσο των προαναφερόμενων όρων του Μνημονίου και της Συμφωνίας, όσο και του συγκεκριμένου περιεχόμενου της επιστολής, δεν αποτελούν μαρτυρία η οποία τείνει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας αλλά ισχυρισμούς για το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων και υπ΄ αυτή την έννοια γεγονότα στα οποία η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της και τα οποία πρέπει να περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Η μορφή με την οποία αυτά παρατίθενται ομολογουμένως δεν αποτελεί αυστηρή συμμόρφωση με τις δικονομικές πρόνοιες. Εντούτοις, από τη στιγμή που αυτά είναι γεγονότα τα οποία πρέπει να περιέχονται στο δικόγραφο και με την συμπερίληψη τους, ως έχει, δεν προκαλείται οποιαδήποτε αδικία ή δυσμενής επηρεασμός ή οποιαδήποτε σύγχυση στην πλευρά της εναγομένης, τότε θεωρώ ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε καλός λόγος διαγραφής τους. ΙΙΙ. Σκανδαλώδες ή Ενοχλητικό Περιεχόμενο Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, προκύπτει ότι η λεπτομερής και αυτούσια παράθεση των υπόλοιπων όρων 1, 2 και 4 όπως αυτοί περιέχονται στην παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης δεν κρίνεται απαραίτητη. Επί αυτού δεν υιοθετώ τη θέση της δικηγόρου της ενάγουσας ότι η παράθεση και των συγκεκριμένων όρων ήταν αναγκαία για να διαφανεί το ιστορικό και οι όροι της Συμφωνίας. Θεωρώ ότι μία σύνοψη και γενική παραπομπή στις βασικές υποχρεώσεις των διαδίκων δυνάμει των εν λόγω όρων του Μνημονίου θα ήταν ικανοποιητική για να τεθεί το γενικό πλαίσιο του πεδίου εφαρμογής της επίδικης Συμφωνίας. Ιδιαίτερα εφόσον δεν φαίνεται να συνδέεται οποιαδήποτε κατ΄ ισχυρισμόν παράβαση με αυτούς τους όρους και υποχρεώσεις και στην πραγματικότητα θα μπορούσε να λεχθεί πως δεν αποτελούν τους βασικούς όρους του Μνημονίου ούτως ώστε να επιβάλλεται η ρητή αναφορά τους όπως κρίθηκε στην υπόθεση Λεωνίδου κ.ά. v. Σπυριδάκη
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1694. Όμως το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν είναι και πάλι ικανοποιητικός λόγος για να διαταχθεί η διαγραφή τους. Μια δήλωση δεν διαγράφεται μόνο για τον λόγο ότι είναι αχρείαστη, εκτός αν τείνει να βλάψει την άλλη πλευρά. Στο σύγγραμμα Odger's on Pleadings and Practice, 21η έκδοση, σελ. 144, αναφέρεται ότι το γεγονός ότι ένας ισχυρισμός είναι αχρείαστος δεν αποτελεί αφ΄ εαυτού λόγο για τη διαγραφή του και γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Mayor of London v. Horner (ανωτέρω). Αν όμως επουσιώδη θέματα διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και με αυτό τον τρόπο καθίστανται επίδικα άσχετα θέματα τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης, τότε αυτά θα διαγραφούν επειδή επηρεάζουν τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης. Ούτε και η μακρηγορία από μόνη της δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή. Στις περιπτώσεις όμως όπου πέραν της μακράς παράθεσης ουσιωδών γεγονότων περιέχονται μακρές δηλώσεις άσχετων γεγονότων και εγγράφων τα οποία είναι σχετικά μόνο ως μαρτυρία, τότε προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στην άλλη πλευρά αναφορικά με την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Davy v. Garrett (ανωτέρω). Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, καταλήγω ότι η παράθεση των όρων 1, 2 και 4 ως περιέχεται στην παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης είναι μεν αχρείαστη, πλην όμως δεν είναι τέτοιας φύσης και έκτασης που να δημιουργεί αμηχανία ή ταλαιπωρία στην άλλη πλευρά έτσι ώστε να επηρεάζεται δυσμενώς. ΙV. Kατάληξη Για όλους τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της εναγομένης - αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α., και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο