ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 6726/2008, 18/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A242 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 6726/2008 Μεταξύ: ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΠΑΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Ενάγοντα -και- ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγομένου -------------------------------- 18 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις Για τον ενάγοντα: κα Μ. Παπαευσταθίου. Για τον εναγόμενο: κος Γ. Γεωργιάδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Η επίδικη αγωγή στρέφεται εναντίον του Δήμου Λευκωσίας (στη συνέχεια ο Δήμος). Αιτία αγωγής, σύμφωνα με τη δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντα, είναι το τροχαίο δυστύχημα που ο τελευταίος είχε εντός των ορίων του Δήμου, εφόσον οφείλεται, σύμφωνα με τον ενάγοντα, σε αμέλεια και/ή παράβαση καθήκοντος του Δήμου. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το σύνολο των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων. Η διαδικασία που ακολουθεί και δη η σύνοψη της μαρτυρίας που προσκομίστηκε, αποκαλύπτει ό,τι σχετικό, ιδιαίτερα εφόσον αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου ότι δεν προσφέρθηκε μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Αν είναι όμως κάτι που αξίζει να αναφερθεί, ώστε ο αναγνώστης να είναι σε θέση να συλλάβει την πεμπτουσία όσων ο ενάγων καταλογίζει στο Δήμο, είναι αυτή η συμπεριφορά που κατ' ισχυρισμό συνιστά αμέλεια και/ή παράβαση νόμιμου καθήκοντος. Ο ενάγων λοιπόν διατείνεται ότι η πρόκληση του δυστυχήματος οφείλεται σε παραλείψεις που βαρύνουν το Δήμο, εφόσον αιτία πρόκλησης τούτου ήταν η ολισθηρότητα του δρόμου που κινείτο ενόσω επέβαινε μοτοσυκλέτας. Σύμφωνα με τον ενάγοντα η ολισθηρότητα του οδοστρώματος προκλήθηκε από καρπούς παρακείμενων δέντρων τους οποίους ο Δήμος αμέλησε να καθαρίσει ή να μεριμνήσει να μην φθάσουν στο δρόμο δια να μην εμποδίζουν την ελεύθερη διέλευση τούτου. Η πλευρά του ενάγοντα περιόρισε την υπόθεσή της στη μαρτυρία του ιδίου. Από την άλλη ο Δήμος κάλεσε δυο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας για την υπεράσπιση κλήθηκε ο βοηθός επιθεωρητής καθαριότητας, ονόματι Κούλλης Φερεκύδης (στη συνέχεια ο επιθεωρητής), ενώ ακολούθησε η Μυρούλλα Αλωνεύτη, διοικητικός λειτουργός στην υπηρεσία του Δήμου (στη συνέχεια η λειτουργός). Ο ενάγων υποστήριξε ότι την 19.10.2007 και περί ώρα 01:00 πρωινή οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αριθμούς εγγραφής ΚΑΚ899, στη Λεωφόρο Στασίνου με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Σαλαμίνος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, συγκεκριμένα εκεί που δημιουργείται ελαφριά αριστερή στροφή ως η πορεία του ενάγοντα, η μοτοσυκλέτα παρεξέκλινε της πορείας της και οδηγήθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ο λόγος που η μοτοσυκλέτα του οδηγήθηκε με τούτον τον τρόπο οφείλεται στην ολισθηρότητα του δρόμου, εφόσον τούτος ήταν γεμάτος από καρπούς δέντρων που έπεσαν από τα παρακείμενα δέντρα, έσπασαν στην άσφαλτο και πολτοποιήθηκαν από τα διερχόμενα οχήματα, καθιστώντας έτσι το δρόμο λαδερό και συνακόλουθα ολισθηρό. Διατείνεται ο ενάγων ότι ενώ οδηγούσε με ταχύτητα εντός του επιτρεπόμενου ορίου, ένιωσε να χάνει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας, τότε επιχείρησε να φρενάρει, αλλά αντιλήφθηκε ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο καθ' ότι δεν ανέκοπτε την ανεξέλεγκτη πορεία της μοτοσυκλέτας και έτσι εγκατέλειψε τούτη με αποτέλεσμα να συρθεί στο οδόστρωμα μέχρι που ακινητοποιήθηκε σε πάσαλο οδικού φωτισμού. Προς υποστήριξη όλων των πιο πάνω ο ενάγων προσκόμισε το τεκμήριο 1, δηλαδή σχέδιο σκηνής που ετοίμασε αστυφύλακας που εξέτασε το ατύχημα. Περαιτέρω, ο ενάγων αναφέρθηκε και στο σύνολο των σωματικών και υλικών ζημίων που υπέστη. Έκανε εν προκειμένω λόγο για πολλαπλές σωματικές βλάβες, δηλαδή κάταγμα λεκάνης με διάσταση ηβικής σύμφυσης και συντριπτικό ενδοαρθρικό κάταγμα τύπου Barton με παλαμιαία παρεκτόπιση στην αριστερή πηχεοκαρπική. Επιπλέον, ανέφερε ότι εις αντιμετώπιση του κατάγματος στο χέρι χειρουργήθηκε και ότι νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο για μια εβδομάδα και ακολούθως ότι παρέμεινε εκτός εργασίας για περίοδο 6 σχεδόν μηνών, ενώ τους 3 πρώτους μήνες ήταν καθηλωμένος σε τροχοκάθισμα. Πέραν των πιστοποιητικών που παρουσίασε σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που υπέστη (τεκμήριο 3 - operation sheet, τεκμήριο 4 - ιατρικό πιστοποιητικό και τεκμήριο 6 - πιστοποιητικό του δρ. Γ. Βασιλείου) παρουσίασε και βεβαίωση της εταιρείας A. I. Motokinisi (Motorcycles) Ltd, τεκμήριο 7, αποδεικτικό της αξίας της μοτοσυκλέτας προ και μετά του δυστυχήματος, καθώς και της ζημίας που υπέστη. Ο επιθεωρητής του Δήμου ανέφερε ότι η οδός Στασίνου εμπίπτει στα όρια του δήμου και ότι σκουπίζεται με μηχανικό σάρωθρο κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή. Ανέφερε όμως πως παρ' ότι η 19η Οκτωβρίου 2007 ήταν Παρασκευή, εντούτοις ο καθαρισμός της επίδικης λεωφόρου ακολούθησε χρονικά το δυστύχημα, εφόσον, σύμφωνα με το πρόγραμμα, τέτοια εργασία διενεργείται η ώρα 04:00 πρωινή, ενώ το δυστύχημα έλαβε χώραν η ώρα 01:00 πρωινή. Τέλος, ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν η περίοδος είναι τέτοια που επικρατεί έξαρση καρποφορίας φίκων, πέραν του οδοστρώματος πλένεται και το πεζοδρόμιο της λεωφόρου. Προς υποστήριξη των θέσεών του ο επιθεωρητής παρουσίασε στο δικαστήριο το πρόγραμμα του μηχανικού σαρώθρου. Είναι τούτο το τεκμήριο
- Το παράπονο του Δήμου, ως εξάγεται από τα συμφραζόμενα του επιθεωρητή, είναι ότι δεν ενημερώθηκαν σε σχέση με το δυστύχημα παρά μόνο 13 μήνες μετά το συμβάν, δηλαδή με την επίδοση της αγωγής. Κατ' επέκταση ο Δήμος δεν είχε την ευχέρεια να ερευνήσει ό,τι σχετικό, όπως πράττει σε άλλες περιπτώσεις. Ανάλογη ως προς το παράπονο ήταν και η θέση της λειτουργού του Δήμου. Μάλιστα προχώρησε και εξήγησε τη διαδικασία που ακολουθείται άμα την υποβολή παραπόνου από πολίτη συνεπεία δυστυχήματος. Ζητείται, ανέφερε, έκθεση γεγονότων από την αστυνομία, ακριβής ημερομηνία και ώρα και η οδός και το σημείο που συνέβη το δυστύχημα. Επιπλέον, λαμβάνεται φωτογραφικό υλικό και διενεργείται επιθεώρηση του οχήματος και των ζημίων που προκλήθηκαν από αρμόδιο λειτουργό του Δήμου. Ακολούθως ειδοποιείται η ασφάλεια του Δήμου και άμα ήθελε διαπιστωθεί ευθύνη ο παραπονούμενος αποζημιώνεται. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση, ανέφερε η λειτουργός, ο Δήμος δεν είχε τη δυνατότητα να λειτουργήσει τοιουτοτρόπως καθ' ότι δεν ενημερώθηκε εγκαίρως. Παρ' όλα αυτά, η λειτουργός δέχθηκε ότι η πιο πάνω πρακτική δεν είναι παρά εσωτερική διαδικασία και τίποτα περαιτέρω. Καταλήγοντας η μάρτυρας υποστήριξε ότι ο Δήμος ουδεμία ευθύνη φέρει για το δυστύχημα. Πρόσθεσε δε ότι αποκλειστική ευθύνη φέρει ο ενάγων ο οποίος, λόγω και της ώρας που επεσυνέβη το δυστύχημα, πιθανόν να οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος ή αμελώς. Απ' όλα τα πιο πάνω είναι φανερό ότι το δυστύχημα αφ' εαυτό, καθώς επίσης οι επιπτώσεις τούτου, δηλαδή οι σωματικές βλάβες του ενάγοντα και οι υλικές ζημίες που υπέστη, δεν έτυχαν διερεύνησης από την υπεράσπιση. Μοναδικό ζήτημα στο οποίο η υπεράσπιση έστρεψε την προσοχή της είναι η ισχυριζόμενη από τον ενάγοντα αιτία του δυστυχήματος, δηλαδή η ολισθηρότητα του δρόμου λόγω των καρπών από τα παρακείμενα δέντρα. Με γνώμονα λοιπόν όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά, αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Και οι τρεις μάρτυρες που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο άφησαν θετικές εντυπώσεις. Με αυτό δεν εννοώ ότι αποδέχομαι καθετί που ανέφεραν, έστω και αν τούτο συνιστά πιθανολόγηση ή εικασία, αλλά ότι και οι τρεις παρουσιάστηκαν πρόθυμοι να βοηθήσουν το δικαστήριο στην αναζήτηση των πραγματικών γεγονότων και ουδεμία πτυχή της μαρτυρίας τους φανερώνει επιτηδειότητα ή σκοπιμότητα. Επιπλέον, σε σχέση με την ουσίαν του πράγματος, δηλαδή την κατάσταση του οδοστρώματος της λεωφόρου Στασίνου, η μαρτυρία και των τριών φανερώνει κοινό στοιχείο. Τούτο είναι η παραδοχή ότι η λεωφόρος Στασίνου περιβάλλεται από δέντρα, συγκεκριμένα φίκους, και ως επεξηγείται πιο κάτω, ότι οι καρποί τούτων εκχύνουν λάδι άμα την πολτοποίηση. Κατά τα λοιπά οι δυο μάρτυρες υπεράσπισης δεν έχουν προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. Είναι απλώς λειτουργοί του Δήμου και η μαρτυρία τους οφείλεται σε αυτήν ακριβώς την ιδιότητά τους και όχι ότι γνωρίζουν τι πραγματικά συνέβη την 19ην Οκτωβρίου
- Σε αυτό το πλαίσιο και οι δυο μάρτυρες του Δήμου παρουσιάστηκαν θετικοί, παρ' ότι προέβησαν σε κάποιας μορφής άστοχη και ανυπόστατη πιθανολόγηση. Περιττό βεβαίως να αναφέρω ότι παρά τη θετική αξιολόγηση τόσο του επιθεωρητή όσο και της λειτουργού, η θέση που εξέφρασαν ότι η πρόκληση του δυστυχήματος δυνατό να οφείλεται σε αμέλεια του ενάγοντα, είτε λόγω υπερβολικής ταχύτητας είτε λόγω κατανάλωσης οινοπνευματωδών ποτών, ή ακόμη ότι δυνατό να προηγήθηκε βροχή πριν το δυστύχημα, συνιστά εικασία και όχι γεγονός. Αυτό γιατί ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε που να δικαιολογεί κάτι τέτοιο και συνεπώς δεν μπορώ να δεχτώ αυτή την πτυχή της μαρτυρίας τους. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας τους κρίνεται αξιόπιστο και ως εκ τούτου υιοθετείται ως ορθό και αληθές. Από την άλλη το σύνολο της μαρτυρίας του ενάγοντα διακρίνεται από λεπτομέρειες που παραπέμπουν σε χώρο και χρόνο, με αναφορά σε γεγονότα που στιγμάτισαν τη μνήμη του, τα οποία ελεγχόμενα από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό είτε υποστηρίζονται είτε δεν αναιρούνται. Εν ολίγοις, καμία πτυχή της μαρτυρίας που προσκομίστηκε αναιρεί ή έστω σκιάζει τη θέση του ενάγοντα και αυτό σε συνδυασμό με τη θετική εντύπωση που άφησε δεν επιτρέπει άλλη από θετική αξιολόγηση. Για του λόγου το ασφαλές υποδεικνύω ότι ο ενάγων με περισσή προσοχή και σαφήνεια επεξήγησε στο δικαστήριο τίνι τρόπω συνέβη το δυστύχημα. Κατόρθωσε εν προκειμένω να σκιαγραφήσει την εικόνα του δυστυχήματος και να εξηγήσει κάθε στιγμή τούτου, από την απώλεια του ελέγχου της μοτοσυκλέτας μέχρι και τη στιγμή που κτύπησε στον πάσσαλο οδικού φωτισμού. Δράττομαι όμως της ευκαιρίας να τονίσω εδώ και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό. Η αντεξέταση του ενάγοντα σε σχέση με τον τρόπο πρόκλησης του δυστυχήματος, ήταν κατά το μάλλον ή ήττον περιορισμένη. Η διερεύνηση της υπεράσπισης δεν άγγιξε τις περιβάλλουσες περιστάσεις της 19ης Οκτωβρίου 2007, φερ' ειπείν πως ήταν ο φωτισμός της οδού, ποια ήταν η κατάσταση των δέντρων, ή ακόμη ποιες ήταν οι καιρικές συνθήκες, δηλαδή αν έβρεχε ή όχι. Περιορισμένη κρίνεται η αμφισβήτηση του ενάγοντα σε σχέση με το δυστύχημα, εφόσον οι δυο και μόνο θεματικές ενότητες που προωθήθηκαν, δηλαδή ότι το οδόστρωμα δεν ήταν λερωμένο και/ή ολισθηρό και ότι το δυστύχημα οφείλεται σε υπερβολική ταχύτητα και/ή αμέλεια του ενάγοντα, δεν συναρτήθηκαν και ούτε διερευνήθηκαν υπό το φως των άλλων περιβάλλουσων περιστάσεων που ενδεχομένως να εξυπηρετούσαν την αναζήτηση της αλήθειας, και απλώς τέθηκαν εν είδει υποβολής. Λέγοντας τούτο δεν κακίζω τον τρόπο που αντιμετωπίστηκε η υπόθεση, απλώς επισημαίνω ότι οι περιορισμένες σε αριθμό και θεματολογία ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον ενάγοντα, απαντήθηκαν στο ακέραιο και δη με αυθορμητισμό και απαιτούμενη λεπτομέρεια. Ενδεικτική είναι η αυθόρμητη και καθ' όλα λογική απάντηση του ενάγοντα στην υποβολή ότι έτρεχε, ότι δεν έτρεχε και αυτό επιβεβαιώνεται από το ότι λίγο πριν το δυστύχημα ήταν ακινητοποιημένος στα φώτα τροχαίας, γνωστά ως φώτα Τσαούσιη και συνεπώς η ταχύτητα που ανέπτυξε σε μικρή απόσταση δεν ήταν μεγάλη. Η θέση του ενάγοντα ότι αμέσως πριν ήταν ακινητοποιημένος στα φώτα τροχαίας, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά ούτε και διερευνήθηκε. Περαιτέρω, η αστυνομική έκθεση (τεκμήριο 2) επιβεβαιώνει την πρόκληση του δυστυχήματος, ενώ το σχέδιο σκηνής του δυστυχήματος, εν προκειμένω το τεκμήριο 1, επικουρεί τη μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με την πορεία που ακολούθησε η μοτοσυκλέτα αλλά και ο ίδιος αφότου εγκατέλειψε τούτην. Πέραν όμως του σχεδίου σκηνής το πλέον σημαντικό είναι πως η μαρτυρία του ενάγοντα υποστηρίζεται, έστω εμμέσως, από τη μαρτυρία του επιθεωρητή. Σε σχέση με την καθαριότητα της λεωφόρου Στασίνου ο τελευταίος ανέφερε ότι «το πλύσιμο του πεζοδρομίου γίνεται κατά την περίοδο που υπάρχει έξαρση καρποφορίας των φίκων και όταν παρουσιάζεται συγκεκριμένη ανάγκη». Με αυτό είναι αντιληπτό πως ο μάρτυρας δέχεται ότι η λεωφόρος Στασίνου περιβάλλεται από δέντρα, εν προκειμένω φίκους. Επιπλέον στην αντεξέταση δέχθηκε ότι τα δέντρα αυτά έχουν καρπούς οι οποίοι όταν ωριμάσουν πέφτουν στο έδαφος, καθώς ότι είναι λαδεροί. Εδώ είναι που εντοπίζεται έμμεση υποστήριξη της θέσης του ενάγοντα σε ένα μείζον μάλιστα ζήτημα, δηλαδή ότι η ολισθηρότητα της οδού οφείλεται στους καρπούς των δέντρων. Άλλωστε αυτή η ολισθηρότητα συνάγεται από την προμνησθείσα δήλωση του επιθεωρητή, διαφορετικά ποιος ο λόγος πλυσίματος του πεζοδρομίου σε περίοδο έξαρσης της καρποφορίας αν όχι επειδή ο Δήμος θεωρεί ότι οι καρποί αυτοί συνιστούν κάποιας μορφής εμπόδιο στην ελεύθερη διακίνηση των διερχομένων. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι το δυστύχημα έγινε ακριβώς όπως ανέφερε ο ενάγων. Αποτελεί λοιπόν εύρημα του δικαστηρίου ότι την 19.10.2007 και περί ώρα 01:00 πρωινή ο ενάγων ενεπλάκη σε δυστύχημα. Κατά τον εν λόγω χρόνο οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα με αριθμούς εγγραφής ΚΑΚ899 στη λεωφόρο Στασίνου με κατεύθυνση προς λεωφόρο Σαλαμίνος. Στο σημείο του δυστυχήματος η λεωφόρος Στασίνου είναι ως φαίνεται στο σχέδιο σκηνής (τεκμήριο 1) δηλαδή με δυο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Αμέσως προ του δυστυχήματος ο ενάγων κινείτο στην εξωτερική ή αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου. Στο σημείο που ο δρόμος κλίνει ελαφρώς προς τα αριστερά, η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε αιφνιδίως ακολούθησε ευθεία και ανεξέλεγκτη πορεία, καταλήγοντας στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ο ενάγων επιχείρησε να ανακόψει την πορεία τούτης φρενάροντας, χωρίς όμως επιτυχία. Ακολούθως εγκατέλειψε τη μοτοσυκλέτα πηδώντας στο έδαφος, με αποτέλεσμα να συρθεί στην άσφαλτο μέχρι που σταμάτησε σε πάσσαλο οδικού φωτισμού. Η ταχύτητα με την οποία οδηγείτο η μοτοσυκλέτα κυμαίνετο μεταξύ 35 με 40 km ανά ώρα. Κατά τον ίδιο χρόνο το οδόστρωμα της λεωφόρου Στασίνου, λεωφόρος που εμπίπτει στα όρια του Δήμου, και δη το πεδίο που κινείτο η μοτοσυκλέτα λίγο πριν λάβει ανεξέλεγκτη πορεία, ήταν λαδερό και ολισθηρό λόγω των καρπών παρακείμενων δέντρων που έπεσαν στο έδαφος και είχαν πολτοποιηθεί από διερχόμενα οχήματα. Η λεωφόρος Στασίνου καθαρίζεται από το Δήμο κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή και τούτος ο καθαρισμός διενεργείται η ώρα 04:00 πρωινή. Η 19η Οκτωβρίου 2007 ήταν ημέρα Παρασκευή αλλά το δυστύχημα προηγήθηκε του καθαρισμού από το Δήμο. Μετά το δυστύχημα ο ενάγων δεν ενημέρωσε το Δήμο σχετικά με αυτό. Τέτοια ενημέρωση διενεργήθηκε 13 μήνες μετά το δυστύχημα, δηλαδή άμα την καταχώριση και επίδοση της υπό κρίση αγωγής. Είναι αντιληπτό ότι συνεπεία του δυστυχήματος ο ενάγων υπέστη σωρεία σωματικών βλαβών και υλικών ζημίων. Αυτό προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία του ενάγοντα. Οφείλεται όμως εδώ η εξής επισήμανση. Η λοιπή μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του ενάγοντα σε σχέση με αυτό το θέμα, είναι έγγραφη και κατ' ουσίαν εξ ακοής. Βεβαίως εξ ακοής μαρτυρία είναι πλέον επιτρεπτή, εξ ου και το ότι η έγγραφη μαρτυρία, τεκμήρια 3, 5, 6 και 7, ενσωματώθηκε στο σύνολο του μαρτυρικού υλικού. Η βαρύτητα εντούτοις που δυνατόν να αποδοθεί σε τέτοια μαρτυρία εναπόκειται στο δικαστήριο. Αριθμός παραγόντων που προσμετρούν υπέρ ή κατά της υιοθέτησης τέτοιας μαρτυρίας αναφέρονται στο άρθρο 27 του Κεφ.
- Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω παρατηρώ ότι στην προκείμενη περίπτωση η υπεράσπιση δεν έκανε χρήση των διατάξεων του άρθρου 26 του Κεφ. 9, δηλαδή δεν ζήτησε να αντεξετάσει το συντάκτη της έγγραφης αυτής μαρτυρίας. Επιπλέον, δεν διερεύνησε το κατά πόσο ήταν εφικτό και εύκολο να παραστεί τούτος, δηλαδή ο συντάκτης, στο δικαστήριο. Από την άλλη ούτε ο ενάγων έδωσε οιονδήποτε λόγο γιατί περιόρισε την υπόθεσή του τοιουτοτρόπως. Δεν παραγνωρίζω όμως ότι το τεκμήριο 3 - operation sheet - συντάχθηκε αυθημερόν του δυστυχήματος και της εγχείρησης που διενεργήθηκε, ενώ το τεκμήριο 6 - ιατρικό πιστοποιητικό - ετοιμάστηκε λίγους μήνες μετά την επέμβαση, συγκεκριμένα την 04.07.2008, και συντάκτης τούτου είναι κυβερνητικός ιατρός ενώ το περιεχόμενό του απλώς διευρήνει όσα συνοπτικά αναφέρονται στο προηγηθέν operation sheet. Το δε τεκμήριο 7 - η βεβαίωση της εταιρείας A.I. Motokinisi (Motocycles) Ltd - μπορεί μεν να διενεργήθηκε κάποιο χρόνο μετά το δυστύχημα, εν προκειμένω την 11.06.2009, είναι όμως πολύ αναλυτικό και επεξηγηματικό. Επισημαίνω περαιτέρω ότι το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων αποτελεί πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία και ο συντάκτης τούτων δεν είναι άγνωστος εφόσον αναφέρεται στο ίδιο το έγγραφο. Περαιτέρω, η εξ ακοής μαρτυρία υποστηρίχθηκε από την ένορκη μαρτυρία του ενάγοντα, εφόσον ο τελευταίος έκανε αναφορά τόσο στις σωματικές βλάβες όσο και στις υλικές ζημίες που υπέστη. Τέλος, η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τον ενάγοντα σε σχέση με αυτή την πτυχή της μαρτυρίας του. Αν επεκτάθηκα κάπως σε ό,τι αφορά την εξ ακοής μαρτυρία είναι γιατί κρίνω ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις δεν χωρεί αντιμετώπιση άλλη από θετική. Άλλωστε, όπως προανέφερα, μέρος τούτης της μαρτυρίας υποστηρίχθηκε ενόρκως από τον ενάγοντα και δεν έτυχε αμφισβήτησης όπως ούτε αντίκρουσης από την υπεράσπιση. Εν όψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι οι σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων είναι ως ο ίδιος ανέφερε και ως περαιτέρω επεξηγείται στα τεκμήρια 3 και
- Συγκεκριμένα διαγνώστηκε με κάταγμα λεκάνης και γι' αυτό παρέμεινε σε τροχοκάθισμα για 3 μήνες ενώ και στη συνέχεια βάδιζε υποβασταζόμενος από πατερίτσες. Επιπλέον, υπέστη συντριπτικό ενδοαρθρικό κάταγμα τύπου Barton με παλαμιαία παρεκτόπιση στην αριστερή πηχεοκαρπική. Σε σχέση με αυτό το κάταγμα αμέσως μετά το δυστύχημα υπεβλήθη σε ορθοπαιδική επέμβαση υπό γενική αναισθησία. Μέχρι και 6 εβδομάδες μετά την εγχείρηση έφερε νάρθηκα στην αριστερή πηχεοκαρπική, ενώ παρέμεινε για νοσηλεία στο ορθοπεδικό τμήμα μέχρι την 27.10.
- Μετά την αφαίρεση του νάρθηκα έλαβε οδηγίες για φυσιοθεραπεία, την οποία ακολούθησε για 6 μήνες, δυο φορές ανά μήνα. Πέραν των σωματικών βλαβών ο ενάγων υπέστη και υλικές ζημίες. Λόγω του ότι έλαβε άδεια ασθενείας για 5½ μήνες, μεταξύ 19.10.2007 και 31.03.2008, έμεινε εκτός εργασίας και απώλεσε εισοδήματα από την εργασία του. Κατά τον επίδικο χρόνο τα μηνιαία εισοδήματα του ενάγοντα ανέρχονταν σε Λ.Κ.760,58 (βλ. τεκμήριο 5). Κατ' επέκταση το συνολικό ποσό που απώλεσε ανέρχεται σε Λ.Κ.4.183,19 (760,58 Χ 5½), δηλαδή €7.153,
- Επιπλέον η μοτοσυκλέτα του υπέστη ζημία ύψους €4.349,00, ενώ για να λάβει την αστυνομική έκθεση (τεκμήριο 2) χρειάστηκε να καταβάλει €85,43, ως αναφέρεται στο ίδιο το έγγραφο. Τέλος, για την έκδοση του ιατρικού πιστοποιητικού (τεκμήριο 6) κατέβαλε το ποσό των €47,
- Εκείνο που δεν μπορώ να αποδεχθώ ως υλική ζημία που υπέστη ο ενάγων, είναι τα μεταφορικά έξοδα, ύψους €300,
- Αυτό γιατί ο ενάγων δεν προσκόμισε οιονδήποτε αποδεικτικό, απόδειξη ή άλλως πως, που να δικαιολογεί το σύνολο ή μέρος τούτου. Είναι δε βασική αρχή στο δικαιϊκό μας σύστημα ότι οι ειδικές ζημίες πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά (βλ. Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239, 243). Έχοντας αποφασίσει όλα τα ανωτέρω στρέφομαι στο διά ταύτα. Ό,τι απομένει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο οι πάρα πάνω διαπιστώσεις του δικαστηρίου σε σχέση με τον τρόπο πρόκλησης του δυστυχήματος, αποδεικνύουν παράβαση νόμιμου καθήκοντος ή αμέλεια. Κρίνω βολικότερο πρώτα να διερευνηθεί η αμέλεια και στη συνέχεια η τυχόν παράβαση νόμιμου καθήκοντος. Δεν αποτελεί καινοφάνεια ότι το άρθρο 51 του Κεφ. 148 κωδικοποιεί τις αρχές του κοινού δικαίου. Ωσαύτως διαπιστώνεται ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι σχετικές αρχές του κοινού δικαίου. Είναι περαιτέρω φανερό ότι τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της αμέλειας είναι. ύπαρξη καθήκοντος επιμέλειας, παράβαση τούτου, και πρόκληση ζημίας συνεπεία της παράβασης (βλ. Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings 12η έκδοση, σελίδα 684 και Ιωάννου ν. Κουννίδη
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1215, 1230). Μπορεί μεν το καθήκον επιμέλειας να ποικίλλει ανά περίπτωση εκείνο όμως που πάντα παραμένει σταθερό είναι ο βαθμός επιμέλειας που ικανοποιεί το καθήκον αυτό. Κριτήριο είναι ο μέσος συνετός άνθρωπος, εφόσον αυτός τεκμαίρεται ότι κατανοεί και αντιλαμβάνεται την προσοχή και φροντίδα που οφείλει να έχει στον πλησίον του. Επιπλέον, η διερεύνηση του καθήκοντος αυτού ελέγχεται και από το εύλογο και εφικτό της προβλεψιμότητας της ζημίας που δυνατό να επιφέρει (βλ. Στρατμαρκο Λτδ ν. Μιχαήλ
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 453, 458). Στην προκείμενη περίπτωση είμαι της γνώμης ότι το καθήκον του Δήμου για επιμέλεια και φροντίδα είναι αδιαμφισβήτητο. Αν όμως αυτός χρειάζεται να υποστηριχθεί νομολογιακά, σχετική κρίνεται η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ζιπιτή κ.α.
(2003)1Β Α.Α.Δ. 749, 758 όπου αναφέρθηκε ότι: «Για τους δρόμους που βρίσκονται μέσα σε δημοτικά όρια προβλέπεται νομοθετικά η υποχρέωση των τοπικών δήμων να τους διατηρούν σε καλή κατάσταση». Η νομοθετική πρόνοια που επικαλέστηκε το δικαστήριο στην υπόθεση Ζιπιτή, πιο πάνω, δεν είναι άλλη από αυτή που επικαλείται η πλευρά του ενάγοντα, δηλαδή το εδάφιο (ε) του άρθρου 84, του περί Δήμων Νόμου Ν.111/85. Αναφέρεται εκεί ότι: «(ε) θα προνοή διά την κατασκευήν, συντήρησιν, καθαριότητα, φωτισμόν και ελευθέραν χρήσιν των οδών και γεφυρών θα ελέγχη την κατασκευήν, μετατροπήν, κλείσιμον ή αλλαγήν κατευθύνσεως οιωνδήποτε οδών και γεφυρών και θα παρεμποδίζη την καθ' οιονδήποτε τρόπον παρακώλυσιν της ελευθέρας χρήσεως οιασδήποτε οδού και γεφύρας». Ως εκ των πιο πάνω δεδομένο είναι το καθήκον του Δήμου δια συντήρηση των οδών. Παρεμβάλλω εδώ, ενδεχομένως εκ του περισσού, ότι η συντήρηση που αναφέρεται στο λεκτικό του νόμου δεν περιορίζεται σε ζητήματα επιδιόρθωσης, αλλά περικλείει την έννοια διατήρησης ενός πράγματος αναλλοίωτο, που στην περίπτωση οδού τούτο δεν σημαίνει οτιδήποτε άλλο από καθαρό και άνευ εμποδίων, και χρησιμοποιήσιμο, δηλαδή ελεύθερο για χρήση από το κοινό. Επί του προκειμένου σχετική είναι η αναφορά στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 12η έκδοση, στη σελίδα 718, όπου εξετάζεται η ευθύνη της αρμόδιας αρχής σε σχέση με αυτοκινητόδρομο και μάλιστα συναρτάται με παρακείμενα δέντρα. Υποδεικνύεται εκεί ότι: «The duty is to act as a prudent landowner to prevent trees which adjoin the highway from being a danger to highway users..». Στο ίδιο σύγγραμμα, στη σελίδα 719, αναφέρεται ότι: «A local authority which plants trees near the highway is under a duty to cut them when they grow over the highway so as to interfere with traffic. When this was not done, liability followed when an overhanging branch broke a window in a bus and injured a passenger». Απ' όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι η αρμόδια αρχή, εν προκειμένω ο Δήμος, οφείλει ή καλύτερα έχει υποχρέωση, έναντι παντός προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο, να διατηρεί τούτο σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ευσύνοπτη και αφοπλιστική είναι η αναφορά στην υπόθεση Burnside v. Emerson
(1968)1 W.L.R. 1490, 1497 όπου λέχθηκε ότι το καθήκον της αρμόδιας αρχής είναι να διατηρεί το δρόμο εύλογα βατό καθ' όλη τη διάρκεια του χρόνου και όλες τις εποχές (in such good repair as it renders it reasonably passable for the ordinary traffic of the neighborhood at all seasons of the year without danger caused by its physical condition). Στην προκείμενη περίπτωση σε μείζον ανάγεται το κατά πόσο παραβιάστηκε τούτο το καθήκον που υπέχει ο Δήμος. Είμαι της γνώμης ότι και εδώ η απάντηση είναι καταφατική. Όπως έχει διαπιστωθεί κατά τον επίδικο χρόνο το οδόστρωμα της λεωφόρου Στασίνου, τουλάχιστον στο χώρο που κινείτο η μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, ήταν επιστρωμένο από καρπούς που έπεσαν από παρακείμενα δέντρα, οι οποίοι πολτοποιήθηκαν και το κατέστησαν λαδερό και ολισθηρό. Διατείνεται ο Δήμος, και αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου, ότι η λεωφόρος Στασίνου καθαρίζεται τρεις φορές την εβδομάδα. Αφήνεται τοιουτοτρόπως να νοηθεί ότι. αφενός δεν παραβιάστηκε η υποχρέωση που απορρέει από το νόμο καθ' ότι εκπλήρωσε το καθήκον που επωμίζεται, αφετέρου δεν ήταν προβλέψιμος ο κίνδυνος και η ζημία που επακολούθησε. Με αυτό το συλλογισμό δεν μπορώ να συμφωνήσω. Κατ' αρχάς δεν αντιλαμβάνομαι γιατί χωρεί συμβιβασμός στην υποχρέωση του Δήμου για διατήρηση της οδού ελεύθερης εμποδίων, υπό την έννοια. γιατί εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι επαρκεί ο καθαρισμός τούτης τρεις φορές την εβδομάδα αντί άλλως πως. Επί του προκειμένου καθ' όλα σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen and Leake, πιο πάνω, στη σελίδα 468. Λέχθηκε εκεί ότι. «In order to sustain an action against a highway authority for failure to maintain or repair a highway, the plaintiff must show (a) that the highway was in such a condition as to be dangerous to traffic, (b) that the dangerous condition was due to a failure to maintain to repair the highway, and (c) that damage resulted from the failure to maintain or repair the highway (see Burnside v. Emerson
(1968)1 W.L.R. 1490, per Lord Denning M.R.). In order to establish that the condition of the highway was dangerous, foreseeability is an essential element, and thus a person using a pavement must take account of the fact that there may be unevenness here and there and there may occasionally be a ridge of half-an-inch or three-quarters of an inch (Meggs v. Liverpool Corporation, ante). "A length of pavement is only dangerous if, in the ordinary course of human affairs, danger may reasonably be anticipated form its continued use by the public who usually pass over it"" (Littler n. Liverpool Corporation, ante, per Cumming-Bruce J.). Where there is a permanent danger in the highway due to lack of repair, the court may infer that there has been a failure to maintain, but where there is a transient danger due to the elements e.g. snow, or ice or heavy rain, the existence of danger for a short time affords no evidence of failure to maintain (Burnside v. Emerson, ante, per Lord Denning M.R.). The highway authority may escape its prima facie liability for failure to maintain or repair by showing that they took such care as in all the circumstances was reasonable and rely for this purpose on the matters set out in section 1
(3)of the Act of 1961». (η έμφαση δική μου). Υποδεικνύεται εδώ ότι η υπόθεση Burnside ν. Emerson, που πιο πάνω αναφέρεται, καθώς και οι προϋποθέσεις που τέθηκαν από τον Lord Denning, υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Χαγκούδη ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2009)1Β Α.Α.Δ. 1574, 1585. Επιπλέον, στην υπόθεση Χαγκούδη, σελίδα 1584, λέχθηκαν και τα εξής σημαντικά: «Αναφορικά με το θέμα του κατά πόσο μια κατάσταση πραγμάτων επί του δρόμου συνιστά κίνδυνο, το Εφετείο ανέφερε ότι αυτό εξαρτάται από το κατά πόσο η ζημιά ήταν εύλογα προβλεπτή. Αν η δημιουργηθείσα κατάσταση είναι τέτοια που είναι εύλογο να αναμένεται από τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο πρόκληση ζημιάς, τότε υπάρχει δημόσια οχληρία. Αν δε ένας λογικός άνθρωπος, λαμβάνοντας υπόψιν όλες τις περιπτώσεις, μπορεί να θεωρήσει ότι υπάρχει πράγματι η πιθανότητα τραυματισμού κάποιου που ταξιδεύει στο δρόμο, τότε η κατάσταση συνιστά κίνδυνο». (η έμφαση δική μου). Επιπλέον στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, στη σελίδα 516, οι συγγραφείς πραγματεύονται το ίδιο ζήτημα. Αναφέρθηκε εκεί ότι. «The circumstances, which a court is required to take into account, include (
- a)the character of the highway and the traffic reasonably expected to use it; (
- b)the standard of maintenance appropriate to such a highway; (
- c)the state of repair which a reasonable person would expect; (
- d)the knowledge which the highway authority had, or should reasonably have had, of the dangerous condition in question; and (
- e)the kind of warning notices that had been displayed pending repair». Καταλήγω ότι στη δοσμένη περίπτωση η επίστρωση της λεωφόρου Στασίνου με καρπούς φίκων και βεβαίως με το χυμό που εκχύνεται άμα την πολτοποίηση των καρπών, σαφώς και καθιστά το δρόμο επικίνδυνο. Ιδιαίτερα δε αν αναλογιστεί κανείς ότι πρόκειται για πολυσύχναστη λεωφόρο, όπως αναφέρθηκε κατά την ακρόαση, και ότι στο σημείο που έγινε το δυστύχημα ο δρόμος δημιουργεί στροφή. Μάλιστα αυτή η επικινδυνότητα λόγω των καρπών φαίνεται να ήταν σε γνώση του Δήμου και γι' αυτό εν καιρώ έξαρσης της καρποφορίας πλένεται, όπως ανέφερε ο επιθεωρητής, όχι μόνο το οδόστρωμα αλλά και το πεζοδρόμιο. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος δεν μπορώ να αντιληφθώ το συμβιβασμό του Δήμου σε καθαριότητα, ήτοι πλύσιμο, του οδοστρώματος, μέρα παρά μέρα. Το καθήκον του Δήμου για επιμέλεια και φροντίδα, κάτι που αναγνωρίζεται και από τον ίδιο, εξ ου και μεριμνά για πλύσιμο της οδού έστω μέρα παρά μέρα, ανάγεται σε επαρκή, ήτοι ασφαλή, συντήρηση της οδού και δεν ικανοποιείται με τον τρόπο που κατά τον επίδικο χρόνο εκτελείτο από το Δήμο. Αξίζει να υποδειχθεί ότι στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell, πιο πάνω, στη σελίδα 516, οι συγγραφείς παραπέμπουν στην υπόθεση Jacobs v. Hampshire C.C. The Times, May 28 1984, όπου η ευθύνη της αρμόδιας αρχής κρίθηκε επί τω ότι ήταν ελλιπής η επίβλεψη δρόμου που ήταν υποκείμενος σε συσσώρευση νερού (liability for failure to inspect a road often enough which was susceptible to water penetration). Εδώ εκ του αποτελέσματος, δηλαδή του δυστυχήματος, και με δεδομένο ότι κατά τον επίδικο χρόνο το οδόστρωμα ήταν ολισθηρό συνεπεία των καρπών των παρακείμενων δέντρων, κάτι που φαίνεται ότι ήταν σε γνώση του Δήμου, προκύπτει ότι ο Δήμος παραβίασε το καθήκον του για φροντίδα και επιμέλεια, εφόσον δεν μερίμνησε να απαλλάξει το δρόμο από αυτό το εμπόδιο, είτε καθαρίζοντάς τον καθημερινά, είτε ακόμη εμποδίζοντας τους καρπούς των δέντρων να φτάσουν στο οδόστρωμα. Απέτυχε δηλαδή να διατηρήσει το δρόμο βατό (passable) και χρησιμοποιήσιμο. Εν κατακλείδι η αξιόπιστη μαρτυρία του ενάγοντα δεν αφήνει αμφιβολία ότι η πρόκληση του δυστυχήματος οφείλεται σε αυτήν ακριβώς την ολισθηρότητα του οδοστρώματος, της οποίας αίτιο ήταν η παράλειψη του Δήμου να απαλλάξει την οδό από το εμπόδιο που παρενέβαλε. Αυτή η πτυχή του μαρτυρικού υλικού, δηλαδή η μαρτυρία του ενάγοντα και οι σχετικές αναφορές του, επαρκεί ως απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας των δυο, δηλαδή ότι η ζημία επήλθε συνεπεία της αμέλειας του Δήμου. Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώνω ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Δήμος ήταν αμελής και λόγω αυτής της αμέλειας προκλήθηκε το δυστύχημα που επέφερε στον ενάγοντα σωματικές και υλικές ζημίες. Αν χρειάζεται να ειπωθεί υποδεικνύω ότι ουδεμία μαρτυρία και βεβαίως ουδεμία διαπίστωση του δικαστηρίου, παρέχει έρεισμα για συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντα. Οι επεξηγήσεις του ενάγοντα για το πώς προκλήθηκε το δυστύχημα δεν αφήνουν περιθώριο για διαπίστωση συντρέχουσας αμέλειας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί πέραν της αμέλειας η αξίωση εδράζεται και σε έτερη βάση, ήτοι παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Είναι πολλά εκείνα που μπορούν να ειπωθούν σε σχέση με αυτή τη νομική βάση. Ανασκόπηση της νομολογίας και των συγγραμμάτων αποκαλύπτει ότι εκεί όπου διαπιστώνεται ότι ο νόμος παρέχει αγώγιμο δικαίωμα το εν λόγω συμπέρασμα προκύπτει μετά από διερεύνηση αριθμού παραγόντων, ώστε να συλλάβει κανείς την πρόθεση του νομοθέτη σε κάθε περίπτωση (βλ. Perentis v. General Constructions Co Ltd a.o.
(1981)1 C.L.R.1, 16 - 17 και Flourentzou v. Christodoulou a.o.
(1988)1 C.L.R. 791, 794 ). Εκείνο που χρειάζεται να εξεταστεί επαναλήφθηκε στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ν. Γεωργίου Εφρέμ Δημητρίου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 336, 353. Λέχθηκε εκεί ότι. «Το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε σε έκταση και με πολλή λεπτομέρεια ανάλυσε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να εγερθεί αστική αξίωση για αποζημιώσεις σε περίπτωση παράβασης θέσμιου καθήκοντος. Μεταξύ των αυθεντιών στις οποίες αναφέρθηκε είναι και η Phillips v. Britania Hygienic Laundry Co Ltd and Others [1923] All E.R. 127, Dawson & Co v. Bingley U.D.C., 80 L.J.K.B. 842, Tan Chye Choo and Others v. Chong Kew Moi [1979] 1 All E.R. 266, Charlesworth on Negligence, 6η έκδοση, παρ. 1089, και επ. Είναι γεγονός πως ο νόμος δεν δίδει δικαίωμα έγερσης αγωγής για αποζημιώσεις για κάθε περίπτωση που ένα πρόσωπο υφίσταται ζημιά σαν αποτέλεσμα παράβασης θέσμιου καθήκοντος από άλλο. Όταν ο νόμος επιβάλλει τέτοιο καθήκο σε ένα άτομο, η διακρίβωση κατά πόσο δημιουργείται δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις εξαρτάται από το κατά πόσο το νομοθέτημα είχε σκοπό να επιβάλει το καθήκο αυτό σαν δημόσιο καθήκο, οπότε το πρόσωπο που υπέστη τη ζημιά δεν έχει δικαίωμα αγωγής ή αν επιπρόσθετα προς το δημόσιο καθήκο υπήρχε πρόθεση να επιβάλει το καθήκο αυτό και προς όφελος του προσώπου που υπέστη τη ζημιά, οπότε δημιουργείται το δικαίωμα στο πρόσωπο αυτό να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ενδιατρίψει επί του θέματος αυτού μεταξύ άλλων και στην Kythreotis v. Constantinou
(1984)1 C.L.R. 811, στην οποία γίνεται αναφορά και, σε σχετικές αγγλικές αποφάσεις. Δεν θα ενδιατρίψουμε άλλο στην ανάλυση του θέματος αυτού, αλλά θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολούμενο με το θέμα αυτό ορθά έθεσε τα ακόλουθα ερωτήματα προς απάντηση επί του θέματος: "(α) Η αγωγή έχει εγερθεί αναφορικά με το είδος της ζημιάς την οποία το συγκεκριμένο νομοθέτημα είχε πρόθεση να αποτρέψει; (β) Ανήκει ο ενάγων στην τάξη που το νομοθέτημα είχε πρόθεση να προστατεύσει; (γ) Είναι η ειδική θεραπεία που προβλέπεται από το νομοθέτημα αρκετή για την προστασία του ζημιωθέντος;"». Παρ' όλα αυτά, στην προκείμενη περίπτωση δεν επιβάλλεται απάντηση όλων των πιο πάνω ερωτημάτων. Αυτό γιατί ό,τι σχετικό της διάταξης που απασχολεί, εν προκειμένω του άρθρου 84(ε) του Ν.111/85, έχει απαντηθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Municipality of Nicosia a.o v. Kythreotis
(1983)1Α C.L.R. 154, 167. Εκεί απασχόλησε το άρθρο 123
(1)(t) του Κεφ. 240 που στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το Ν.111/85. Το λεκτικό του άρθρου 123
(1)του καταργηθέντος νόμου ήταν το ίδιο με αυτό που εδώ απασχολεί. Το δικαστήριο ανέφερε σχετικά ότι. «Under the above provision a statutory duty is imposed upon the first appellant to control the construction and divert or close any street and prevent obstructions thereon and failure to discharge such duty renders such body responsible for damage which may result from its breach. In dealing with a similar duty under the Highways (Miscellaneous Provisions) Act, 1961, Diplock, L.J. said in Griffiths v. Liverpool Corporation [1967] 1 Q.B. 374 that the statutory duty was an absolute one and this was confirmed by Lord Denning in Haydon v. Kent County Council [1978] 2 W.L.R. 485 in which the extent of the liability on local highway authorities in respect of accidents caused or alleged to be caused by the defective condition of a highway, was raised». (η έμφαση δική μου) Στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε το καθήκον που θεσπίζει το άρθρο 84(ε) του Ν.111/85 στην υπόθεση Παρτέλλα ν. Δήμου Λάρνακος
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1671, 1676, όπου λέχθηκε ότι. «... ... ... ...Η υποχρέωση του Δήμου κάτω από το άρθρο 84(ε), στα πλαίσια των καθηκόντων του, να προνοήσει για την ελεύθερη χρήση των οδών και να παρεμποδίσει την παρακώλυση της ελεύθερης χρήσης των οδών, την οποία το δικαστήριο διαπίστωσε ότι παρέβη ως προς την οδό στην οποία οδηγούσε η Εφεσείουσα, δεν έχει οτιδήποτε να κάμει με την τοποθέτηση σημάτων τροχαίας και δη την υποχρέωση συντήρησης τους ώστε να είναι ευκρινώς ορατά. Η υποχρέωση αυτή αφορά σύμφωνα με τους ίδιους τους όρους της, τη διασφάλιση της ανεμπόδιστης χρήσης των οδών προς όφελος της απρόσκοπτης διακίνησης εκείνων που τις χρησιμοποιούν. Τέτοια ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Municipality of Nicosia v. Kythreotis
(1983)1 C.L.R. 154, στην οποία αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος Δικαστής, αλλά όχι η προκειμένη». (η έμφαση δική μου) Από τα πιο πάνω είναι ηλίου φαεινότερον ότι το άρθρο 84(ε) του Ν.111/85 επιβαρύνει το Δήμο με καθήκον διατήρησης της οδού ελεύθερης εμποδίων, το οποίο καθήκον άμα δεν εκπληρωθεί παρέχει αγώγιμο δικαίωμα. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εκείνο που σε έκταση αναφέρθηκε πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του κατά πόσο η συμπεριφορά του Δήμου συνιστά αμέλεια. Επισημαίνω μόνο ότι αποτελεί διαπίστωση του δικαστηρίου πως ο Δήμος δεν εκπλήρωσε το καθήκον του εφόσον απέτυχε να διατηρήσει το δρόμο ελεύθερο εμποδίων και βατό (passable). Αυτό επαρκεί ώστε να διαπιστωθεί παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Εν κατακλείδι, ουδεμία αμφιβολία υφίσταται ότι αν δεν ήταν η παράβαση του Δήμου το δυστύχημα δεν θα προκαλείτο. Η μαρτυρία του ενάγοντα αποκαλύπτει ότι αιτία του δυστυχήματος είναι η ολισθηρότητα του οδοστρώματος συνεπεία των καρπών των δέντρων, δηλαδή λόγω της παράλειψης του Δήμου να διατηρήσει το δρόμο καθαρό και ελεύθερο εμποδίων. Διαπιστώνω λοιπόν ότι αιτία πρόκλησης του δυστυχήματος είναι αυτή η παράβαση θέσμιου καθήκοντος από το Δήμο. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ο Δήμος, πέραν της αμέλειας που επέδειξε, υπέπεσε και σε παράβαση νομίμου καθήκοντος, ως έχει επεξηγηθεί. Εν κατακλείδι, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το παράπονο του Δήμου ότι δεν ειδοποιήθηκε αμέσως μετά το δυστύχημα, δεν αναιρεί την αμέλειά του, όπως ούτε την παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Εν ολίγοις, το εν λόγω παράπονο δεν ακυρώνει το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα και ούτε βεβαίως καθορίζει την εξέλιξη τούτου. Τίθεται τώρα ζήτημα αποζημιώσεων του ενάγοντα για τις σωματικές βλάβες που υπέστη. Κατ' επανάληψη έχει λεχθεί ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται σε προηγούμενες υποθέσεις δεν αποτελούν αυστηρό νομικό προηγούμενο, εφόσον δύσκολα εντοπίζονται πανομοιότυποι τραυματισμοί σε πρόσωπα που έχουν τις ίδιες περιστάσεις και ανάγκες (βλ. G & L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1Β Α.Α.Δ.948). Περαιτέρω σε αριθμό αποφάσεων έχει λεχθεί ότι η αποτίμηση των γενικών αποζημιώσεων είναι το πλέον άχαρο έργο του δικαστηρίου. Αυτό γιατί το δικαστήριο καλείται να αποτιμήσει τον ανθρώπινο πόνο και ταλαιπωρία σε χρηματική μορφή. Το δικαίωμα στη ζωή και η σωματική ακεραιότητα, ύψιστα αγαθά, κατοχυρωμένα από τον υπέρτατο νόμο της πολιτείας το Σύνταγμα, δεν συμβιβάζονται και δεν συγκρίνονται με το χρήμα. Εντούτοις, αυτή η προσέγγιση αποτελεί την πλέον εφικτή απάμβλυνση, έστω οικονομική, της ταλαιπωρίας και του πόνου που προκάλεσε το δυστύχημα. Σε αυτό το πλαίσιο εστιάζω την προσοχή μου στα τραύματα που ο ενάγων ανέφερε ότι υπέστη. Επαναλαμβάνω ότι είναι τούτα δυο κατάγματα, αφενός λεκάνης αφετέρου πηχεοκαρπικής. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδω στο γεγονός ότι ο ενάγων υπεβλήθη σε εγχείρηση υπό γενική αναισθησία ώστε να αναχθεί το κάταγμα πηχεοκαρπικής, ενώ στη συνέχεια έφερε νάρθηκα για χρονικό διάστημα 6 εβδομάδων. Πλέον όμως σημαντικό είναι το κάταγμα λεκάνης. Η σημασία που προσλαμβάνει τούτο έγκειται στο ότι καθήλωσε τον ενάγοντα αρχικά στο κρεβάτι και στη συνέχεια σε τροχοκάθισμα για τρεις μήνες. Η δε αναρρωτική άδεια που έλαβε ο ενάγων ανέρχεται σε 5½ μήνες, ενώ τις πρώτες 8 ημέρες παρέμεινε κλινήρης στο νοσοκομείο. Τα πιο πάνω σε συνδυασμό με το δεδηλωμένο πόνο που είχε ο ενάγων σκιαγραφούν τον πόνο που συσσώρευσε και την ταλαιπωρία που υπέστη ένεκα του δυστυχήματος. Πέραν όμως αυτών δεν παραγνωρίζω ότι σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 6) μέχρι και τον Ιούλιο του 2008, δηλαδή σχεδόν 9 μήνες μετά το δυστύχημα, αιτιάτο πόνο κατά τη βάδιση, παρουσίαζε ελαφρύ οίδημα στη μετεγχειρητική ουλή στην πηχεοκαρπική και πολύ περισσότερο υπολείπετο μοιρών κάμψης και έκτασης. Τέλος, σημειώνεται ότι αμφίβολη είναι η πλήρης ίαση, εφόσον κατάγματα ως τα πιο πάνω συνοδεύονται από χρόνιο πόνο και αναπτύσσουν, συνήθως, μετατραυματική αρθρίτιδα στις αρθρώσεις. Όλα τα πιο πάνω υπό το φως πάντα των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντα, δηλαδή ότι κατά τον επίδικο χρόνο ήταν νεαρός, ηλικίας 25 ετών, δραστήριος και υγιής. Όπως προανέφερα δεν είναι συχνό φαινόμενο να ταυτίζονται οι σωματικές βλάβες ενός προσώπου με εκείνες άλλου. Αυτό δυσχεραίνει το έργο του δικαστηρίου στην ανασκόπηση της νομολογίας προς το σκοπό καθοδήγησης. Παρ' όλα αυτά, κρίνω ότι οι υποθέσεις που πιο κάτω αναφέρονται παρουσιάζουν μια κάποια ομοιότητα είτε ως προς τους τραυματισμούς είτε ως προς την ταλαιπωρία, και ως εκ τούτου παρατίθενται. Στην υπόθεση Μαγιάσι ν. Δεμιρτσιάδη
(2010)1Γ Α.Α.Δ. 1504, περίπτωση κατάγματος μετακαρπίου βάσης και δυο δακτύλων δια τα οποία χρειάστηκαν όμως τέσσερις επεμβάσεις, η επιδικασθείσα πρωτοδίκως αποζημίωση των Λ.Κ.20.000,00, αυξήθηκε σε €45.000,00. Η υπόθεση Αποστολίδης ν. Ζούλη
(2001)1Γ Α.Α.Δ.1695, αφορούσε συντριπτικό κάταγμα επιγονατίδας που αντιμετωπίσθηκε χειρουργικά και ακολούθως ακινητοποιήθηκε με νάρθηκα για δυο, περίπου, μήνες. Αποζημίωση Λ.Κ.12.000,00, ποσό στο οποίο συμπεριλήφθη και αποζημίωση Λ.Κ.2.000,00 για απώλεια εργασίας, κρίθηκε ικανοποιητική. Τέλος, κάποια ομοιότητα παρουσιάζει και η υπόθεση Χριστοδούλου ν. Αγαθοκλέους
(1997)1 Α.Α.Δ. 396 χωρίς όμως να παραγνωρίζεται ότι εκεί τα τραύματα ήταν περισσότερα και τα μόνιμα κατάλοιπα τούτων σοβαρότερα. Στην Χριστοδούλου, πιο πάνω, το Ανώτατο Δικαστήριο μείωσε τις αποζημιώσεις που πρωτοδίκως επιδικάστηκαν από Λ.Κ.20.000,00 σε Λ.Κ.10.000,00. Τέλος, κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι τη δεδομένη χρονική στιγμή λόγω της σοβαρής οικονομικής κρίσης που βιώνει η χώρα μας, η ατέλεια του χρήματος που έχει αναγνωριστεί νομολογιακά επηρεάζει και τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Εκεί όπου άλλοτε οι αποζημιώσεις είχαν αυξητική τάση ώστε να καλύψουν τη μείωση της αξίας του χρήματος, σήμερα δεν ισχύει τούτο εφόσον το κόστος ζωής έχει μειωθεί. Όπως επαναλήφθηκε στην A. Panayides Contracting Ltd ν. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416, 440, η ατέλεια του χρήματος δεν πρέπει να επενεργεί προς αύξηση των αποζημιώσεων. Βασικό κριτήριο είναι το ποσό που επιδικάζεται να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνω ότι στην προκείμενη περίπτωση αρμόζουσα αποζημίωση για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη ο ενάγων, είναι εκείνη των €35.000,00. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου επιδικάζονται αποζημιώσεις ως ακολούθως. ποσό €35.000,00 ως γενικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από την 19.10.2007, ημερομηνία του δυστυχήματος, και €11.635,52 (υποδιαιρείται στα ποσά €7.153,25, €4.349,00, €85,43 και €47,84, που πιο πάνω αναφέρονται) ως ειδικές αποζημιώσεις, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου επιδικάζονται και δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο