← Κύπρος

PASCAL EDUCATION LTD ν. ΑΝΤΩΝΙΑ ΠΗΛΙΝΑ, Αρ. Αγωγής: 1455/2009, 8/6/2015

PASCAL EDUCATION LTD ν. ΑΝΤΩΝΙΑ ΠΗΛΙΝΑ, Αρ. Αγωγής: 1455/2009, 8/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A227 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1455/2009 Μεταξύ: PASCAL EDUCATION LTD Ενάγουσας - και - ΑΝΤΩΝΙΑ ΠΗΛΙΝΑ Εναγόμενης Ημερομηνία: 8.6.2015 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Λεωνίδας Χατζηπέτρου Για την Εναγόμενη: κ. Κώστας Τουβανάς ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και ασχολείται, μεταξύ άλλων, με την παροχή εκπαιδευτικών υπηρεσιών. Ειδικότερα, η Ενάγουσα λειτουργεί και/ή είναι ιδιοκτήτρια μεταξύ άλλων, των ιδιωτικών σχολείων και/ή σχολών που είναι γνωστές ως Pascal English School και Ελληνική Σχολή ΠΑΣΚΑΛ. Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη ποσό εκ €1.000 ως ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης εργοδότησης και/ή ως προσυμφωνημένες αποζημιώσεις. Διαζευκτικά, η Ενάγουσα αξιώνει γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης. Επιπλέον, ζητεί νόμιμο τόκο επί του ποσού της απαίτησης που θα επιδικασθεί, πλέον έξοδα και Φ.Π.Α.. Είναι παραδεκτό από αμφότερους τους διάδικους ότι κατά ή περί τις 16/10/2008 καταρτίστηκε μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης γραπτή σύμβαση εργοδότησης σύμφωνα με την οποία η Εναγόμενη εργοδοτήθηκε από την Ενάγουσα ως Καθηγήτρια Μαθηματικών στα πιο πάνω αναφερόμενα σχολεία, ιδιοκτησίας της Ενάγουσας. Αντίγραφο της σύμβασης εργοδότησης της Εναγομένης κατατέθηκε ενώπιον μου, χωρίς ένσταση από το συνήγορο Υπεράσπισης, ως Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α, όπου Έγγραφο Α είναι η γραπτή δήλωση του κ. Γρηγόρη Μαρκίδη (στο εξής «ο ΜΕ1»), που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας για την υπόθεση της Ενάγουσας. Είναι παραδεκτό από την Εναγόμενη ότι, με βάση τους όρους της σύμβασης εργοδότησης - (α) η εν λόγω σύμβαση είχε έναρξη ισχύος από 1.9.2008 και διάρκεια εργοδότησης δύο ετών (βλ. τον όρο 2.3), (β) υπήρχε δυνατότητα για περαιτέρω ανανέωση της ισχύος της σύμβασης για δύο έτη από τη λήξη της αρχικής διετούς περιόδους (βλ. τον όρο 2.4), (γ) κατά τη διάρκεια της σύμβασης, υπήρχε η δυνατότητα τερματισμού αυτής από τον Καθηγητή ή την Εταιρεία κατόπιν γραπτής προειδοποίησης όχι μικρότερης από τρεις

(3)μήνες, ενώ η δυνατότητα αυτή σταματούσε να υφίσταται μετά τους πρώτους δώδεκα
(12)μήνες συνεχόμενης εργοδότησης (βλ. τον όρο 2.5), (δ) η Εναγόμενη θα δίδασκε για 26 σχολικές περιόδους τη βδομάδα για κάθε έτος της ισχύος της σύμβασης (βλ. τον όρο 3.1.2), (ε) ο μηνιαίος μισθός της Εναγομένης καθορίστηκε στη βάση των κλιμάκων μισθοδοσίας της Ενάγουσας και η Εναγόμενη τοποθετήθηκε στην κλίμακα Α2 με μισθό €1202 (βλ. τον όρο 4.4). Είναι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη, κατά ή περί τις 17/11/2008 τερμάτισε μονομερώς και/ή παράνομα και/ή αντισυμβατικά την επίδικη συμφωνία εργοδότησης. Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης εδράζεται σε ισχυριζόμενη παράβαση του όρου 2.6 της σύμβασης εργοδότησης και αφορά σε «προσυμφωνημένες αποζημιώσεις» για «παράνομο τερματισμό» της σύμβασης. Υπάρχει διαζευκτικά η αξίωση για γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρος ο όρος 2.
  1. Παραθέτω αυτούσιο τον όρο 2.6 της σύμβασης εργοδότησης꞉ «2.
  2. Σε περίπτωση που η Εταιρεία τερματίσει παράνομα τη Συμφωνία, τότε ο Καθηγητής θα δικαιούται νόμιμη αποζημίωση ως προβλέπεται από το δίκαιο των συμβάσεων꞉ Σε περίπτωση που ο Καθηγητής τερματίσει παράνομα τη Συμφωνία, τα δύο μέρη συμφωνούν τα ακόλουθα꞉ (α) ότι είναι πρακτικά αδύνατο να υπολογιστεί η ζημιά στο Σχολείο, ιδιαίτερα αφού παράνομος τερματισμός θα φέρει δυσμενέστερες συνέπειες στο σχολείο όσο πλησιάζει το τέλος της σχολικής χρονιάς, (β) είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί με μαρτυρία στο δικαστήριο το ύψος της ζημιάς που θα υποστεί η Εταιρεία και δικαστική διαμάχη θα επιφέρει δυσανάλογα έξοδα και στα δύο μέρη. Ως εκ τούτου προσυμφωνείται η ακόλουθη αποζημίωση που θα καταβληθεί από τον Καθηγητή προς την Εταιρεία σε περίπτωση παράνομου / αντισυμβατικού τερματισμού της Συμφωνίας από μέρους του Καθηγητή꞉ (α) Σε περίπτωση που ο παράνομος τερματισμός γίνει εντός των πρώτων τριών μηνών του σχολικού έτους, τότε ο Καθηγητής θα καταβάλει αποζημίωση ύψους €1000, (β) σε περίπτωση που ο τερματισμός γίνει μετά τους πρώτους τρεις μήνες της σχολικής χρονιά, αλλά πριν την αρχή του έβδομου μήνα, ο Καθηγητής θα καταβάλει αποζημίωση ύψους €2000, (γ) σε περίπτωση που παράνομος τερματισμός γίνει μετά τον έκτο μήνα της σχολικής χρονιάς, ο Καθηγητής θα καταβάλει αποζημίωση ύψους €3000.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Παρά τις συστάσεις του Δικαστηρίου προς τους συνηγόρους των διαδίκων όπως εξευρεθεί εξώδικη λύση, δεδομένου του μικρού μεγέθους της αξίωσης, εντούτοις ο κάθε διάδικος επέμεινε στην αλήθεια της εκδοχής του και συνεπακόλουθα στις νομικές τοποθετήσεις του για λόγους αρχής. Ο συνήγορος της Ενάγουσας εξέφρασε το ενδιαφέρον να δοκιμασθεί νομικά και να ελεχθεί δικαστικά η εφαρμογή του όρου 2.
  3. Οδηγήθηκε, ως εκ τούτου, η υπόθεση σε ακρόαση. Β. ΤΑ ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ Β.
  4. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί γεγονότων οι οποίοι δεν προωθήθηκαν και/ή εγκαταλείφθηκαν κατά την ακρόαση. Η γραμμή υπεράσπισης που είχε δικογραφηθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης (στο εξής «η Ε/Υ») ότι η σύμβαση εργοδότησης ήταν υπερμέτρως επαχθής για το πρόσωπο της Εναγόμενης και ότι η σύμβαση υπογράφηκε από αυτήν συνεπεία ψυχικής πιέσεως και όχι με την ελεύθερη της θέληση (βλ. σχετικά την παρα. 2 της Ε/Υ), εγκαταλείφθηκε προφανώς κατά την ακρόαση, αφού ουδεμία μαρτυρία προς απόδειξη των εν λόγω ισχυρισμών δόθηκε από την ίδια την Εναγόμενη που ήταν και η μοναδική μάρτυρας για την Υπεράσπιση. Εξάλλου, τέτοια γραμμή υπεράσπισης δεν υποβλήθηκε ούτε στον ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του για να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει σε αυτήν την εκδοχή. Τούτο οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη την εν λόγω εκδοχή (βλ. Adidas v Jonedixo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Ομοίως, φάνηκε ότι εγκαταλείφθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία και ο δικογραφημένος ισχυρισμός της Υπεράσπισης (βλ. πάλιν την παρα. 2 της Ε/Υ) ότι δήθεν οι όροι της σύμβασης εργοδότησης ήταν τέτοιοι που, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, περιλαμβανομένου και του πληρωτέου μισθού, η επιβολή ειδικής εκτέλεσης ή πληρωμής αποζημίωσης θα ήταν ανεπειηκής. Δεν προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός στο πλαίσιο της μαρτυρίας της Εναγόμενης ούτε υποβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός προς τον ΜΕ1 για να του δοθεί η ευκαιρία να τον αντικρούσει. Και πάλιν απορρίπτεται η εν λόγω εκδοχή ως μη προωθηθείσα. Περαιτέρω, δεν υποβλήθηκε προς τον ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί ακυρότητας της σύμβασης εργοδότησης ή, ειδικότερα, περί ακυρότητας του όρου 2.6, τον οποίο επικαλείται η Ενάγουσα ως βάση για την αξίωση αποζημιώσεων. Συγκεκριμένα, ουδέποτε υποβλήθηκε προς τον ΜΕ1, ως θέση της Υπεράσπισης, ότι ο όρος 2.6 αποτελεί, ως εκ του περιεχομένου και της φύσης του, ποινική ρήτρα και ότι ως τέτοιος θα πρέπει να αγνοηθεί. Απεναντίας, η άμυνα της Εναγομένης, φάνηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, από τον όλο χειρισμό της υπόθεσής της από το συνήγορο Υπεράσπισης τόσο κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 όσο και κατά την κυρίως εξέταση της Εναγομένης, να εστιάζεται στον ισχυρισμό που δικογραφήθηκε στην παρα. 3 της Ε/Υ, ότι δηλαδή η Ενάγουσα κωλύεται δια συμφωνίας ή δια της συμπεριφοράς ή άλλως πως να εγείρει τις αξιώσεις της στηριζόμενη στον όρο 2.6 της σύμβασης εργοδότησης. Εξ υποσχέσεως κώλυμα μπορεί να προκύψει μόνο από σαφείς και θετικές παραστάσεις, οι οποίες γίνονται από το πρόσωπο προς το οποίο οφείλεται η συμβατική υποχρέωση, ως αποτέλεσμα των οποίων ο οφειλέτης, βασιζόμενος σ' αυτές, αναπροσαρμόζει τη συμπεριφορά του επί του προκειμένου, με τρόπο που θα ήταν άδικο σε μεταγενέστερο στάδιο να κληθεί να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις - (βλ., μεταξύ άλλων, Ελληνική Τράπεζα Λτδ. ν. Πολυδωρίδη και ΄Αλλων
(1993)1 Α.Α.Δ.
  1. Η γραμμή υπεράσπισης όσον αφορά το ισχυριζόμενο «κώλυμα» ως δικογραφήθηκε και αναπτύχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν ότι꞉ · Η Εναγόμενη αποδέχθηκε τις πρόνοιες του όρου 2.6 ως έγκυρες και έδειξε προς τον ΜΕ1, κατά τη συνάντησή τους ημερομηνίας 14.11.2008, την ετοιμότητά της να τις εφαρμόσει, κρατώντας έτοιμη επιταγή για το ποσό των €1000 και εκδηλώνοντας την προθυμία της να καταβάλει το εν λόγω ποσό ως το προβλεπόμενο δυνάμει του όρου 2.6 προσυμφωνημένο ποσό αποζημιώσεων, προκειμένου να παραιτηθεί αμέσως, ήτοι χωρίς καμία προειδοποίηση τερματισμού της σύμβασης εργοδότησης. · Ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν μπορεί να τύχει τώρα επίκλησης από την Ενάγουσα ο όρος 2.6 είναι διότι ο ΜΕ1 τη διαβεβαίωσε, ενεργώντας εκ μέρους της Ενάγουσας, ότι η Ενάγουσα δεν θα επέμενε σε εφαρμογή των συμβατικών της δικαιωμάτων δυνάμει του όρου 2.6 ή/και θα αποδέσμευε την Εναγόμενη από τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τον όρο αυτό, νοουμένου ότι η Εναγόμενη συμφωνούσε να παρατείνει την παραμονή της «για λίγο χρονικό διάστημα» (βλ. την παρα. 3(β) της Ε/Υ), κατ' ισχυρισμόν, δύο εβδομάδων μόνο, και εφόσον βοηθούσε στην εξεύρεση αντικαταστάτη της. Η Εναγόμενη βασιζόμενη στη διαβεβαίωση αυτή παρέτεινε την παραμονή της στην υπηρεσία της Ενάγουσας από τις 14.11.2008 μέχρι τις 30.11.2008 και πρότεινε εντός του διαστήματος αυτού δύο άλλους καθηγητές για να εργοδοτηθούν στη θέση της. Επομένως, ως η θέση της Εναγόμενης, η Ενάγουσα εμποδίζεται να αξιώνει βάσει του όρου 2.6 λόγω συμφωνίας ή και υποσχέσεως της να αποδεσμεύσει από αυτόν την Εναγόμενη. Είναι, λοιπόν, με έκπληξη που είδα στη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης να εισηγείται τα εξής꞉ «Ευσεβάστως εισηγούμαστε Εντιμότατη ότι το άρθρο 2.6 της σύμβασης εργοδότησης της Εναγομένης και ειδικότερα η πρόνοια του άρθρου αυτού για καταβολή του ποσού των €1.000.- σε περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης της Εναγομένης στην Υπηρεσία των Εναγόντων δεν αποτελεί γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς αλλά ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας αφού γίνεται προσπάθεια εκφοβισμού της Εναγόμενης να μην τερματίσει τη σύμβαση λόγω του ύψους της αποζημίωσης που θα καταβάλει και ως τέτοια θα πρέπει σύμφωνα με τη νομολογία να αγνοηθεί.». Κρίνω ότι αντιστρατεύεται την όλη μαρτυρία της Εναγομένης και της ως άνω αναπτυχθείσας εκδοχής της, η έγερση τέτοιας εισήγησης στο τελικό στάδιο της δίκης μέσω της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου Υπεράσπισης. Κρίνω πως δεν είναι παραδεκτή η έγερσή της σε αυτό το στάδιο. Εν πάση περιπτώσει, για τους λόγους που θα εξηγήσω σε κατοπινό τμήμα της απόφασής μου, επεξηγώντας την έννοια του όρου «ποινική ρήτρα», θα απέρριπτα την εν λόγω εισήγηση. Β.
  2. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί οι οποίοι προωθήθηκαν μέχρι τέλους της δίκης. Είναι στην πιο πάνω προβαλλόμενη εκδοχή περί της ισχυριζόμενης σύναψης προφορικής συμφωνίας ή/και διαβεβαίωσης από τον ΜΕ1 εκ μέρους της Ενάγουσας για αποδέσμευση της Εναγομένης από τις πρόνοιες του όρου 2.6 της σύμβασης εργοδότησης, που η Εναγόμενη στήριξε την υπεράσπισή της μέχρι τέλους της δίκης. Ήταν συγχρόνως η δικογραφημένη και προωθηθείσα θέση της Υπεράσπισης ότι η Εναγόμενη τήρησε πλήρως την εν λόγω συμφωνία και ότι η Ενάγουσα δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της εν λόγω συμφωνίας, γι' αυτό και η αξίωσή της θα πρέπει να απορριφθεί. Ήταν περαιτέρω η δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης, η οποία προωθήθηκε και στην τελική αγόρευση του συνηγόρου της, ότι, διαζευκτικά, εάν δηλαδή ήθελε κριθεί από το Δικαστήριο ότι ουδεμία συμφωνία αποδείχθηκε να υπήρξε για αποδέσμευση από τον όρο 2.6 της εν λόγω σύμβασης, τότε και πάλιν η Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται βάσει του όρου 2.6 στο αξιούμενο ποσό των €1.000 ή σε οποιονδήποτε άλλο μικρότερο ποσό για οποιοδήποτε λόγο, διότι η Ενάγουσα καμιά ζημιά δεν υπέστη. Γ. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Γ.
  3. Η μαρτυρία του ΜΕ1 Μοναδικός μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν, όπως προανέφερα, ο κ. Γρηγόρης Μαρκίδης (στο εξής «ο ΜΕ1»), ο οποίος είναι στην υπηρεσία της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 ενεργούσε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ως υπεύθυνος προσωπικού της Ενάγουσας. Υιοθέτησε ο ΜΕ1 ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο και σημειώθηκε ως ΄Εγγραφο Α. Αποκαλύφθηκε στο πλαίσιο της ένορκης μαρτυρίας του ΜΕ1 η αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των διαδίκων μερών πριν από την έγερση της αγωγής. Ειδικότερα, τέθηκαν ενώπιόν μου οι ακόλουθες τρεις επιστολές꞉ (α) Η επιστολή παραίτησης της Εναγομένης, ημερομηνίας 17.11.2008, ως το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α, η οποία αναφέρει τα εξής (παρατίθεται αυτούσια η επιστολή)꞉ «Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008 Προς διεύθυνση Pascal, Θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι εγώ η Αντωνία Πηλίνα προτείθεμαι να παρετειθώ από τη θέση του καθηγητή μαθηματικών που κατέχω στο σχολείο σας. Κατανοώντας ότι η απόφαση μου αυτή επηρεάζει την ομαλή λειτουργία του σχολείου, σας ενημερώνω ότι πρόθεσή μου είναι όπως παραμείνω στη θέση μου για τις επόμενες δύο εβδομάδες, διάστημα κατά το οποίο θα μπορέσει να βρεθεί ο αντικαταστάτης μου. Με εκτίμηση, Αντωνία Πηλίνα.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) (β) Η επιστολή της Ενάγουσας, ημερομηνίας 16/12/2008, η οποία στάληκε στην Εναγόμενη μετά την παραίτησή της και με την οποία της γνωστοποιήθηκε η πρόθεση για εφαρμογή του όρου 2.6 προς αναζήτηση αποζημιώσεων, ως το Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Α. Παραθέτω꞉ «Αγαπητή κα Πηλίνα Σε συνέχεια της επιστολής σας, ημερομηνίας 17 Νοεμβρίου 2008, με την οποία μας κοινοποιήσατε την πρόθεση σας να τερματίσετε τις υπηρεσίες σας στην PASCAL Education Ltd μέχρι τις 30 Νοεμβρίου 2008, σας αναφέρω τα εξής꞉ Σύμφωνα με το άρθρο 2.6 της συμφωνίας εργοδότησης σας με την PASCAL Education Ltd, ο τερματισμός είναι παράνομος και ως εκ τούτου θα πρέπει να καταβάλετε την προβλεπόμενη αποζημίωση ύψους €1.000 εντός 10 ημερών. Σε διαφορετική περίπτωση η PASCAL Education Ltd θα σκήσει τα νόμιμα δικαιώματά της και θα κινηθεί νομικά εναντίον σας. [...] Με εκτίμηση Μαρκίδης Γρηγόρης Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) (γ) Η επιστολή της Εναγόμενης, ημερομηνίας 2/1/2009, με την οποία απάντησε στην επιστολή της Ενάγουσας, ημερομηνίας 16/12/2008, ανωτέρω, ως το Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α. Την παραθέτω αυτούσια꞉ «κ. Μαρκίδη Γρηγόρη, Καταρχήν θα ήθελα να σας αναφέρω ότι λόγο απουσίας μου στο εξωτερικό δεν μπόρεσα να απαντήσω άμεσα στην επιστολή σας, ημερομηνίας 16 Δεκεμβρίου
  4. Απαντώντας σε αυτή σας την επιστολή, σας αναφέρω τα εξής: Η επιστολή, 17 Νοεμβρίου 2008, που σας απέστειλα ήταν αποτέλεσμα της συνάντησης που είχα μαζί σας στις 14 Νοεμβρίου
  5. Κατά την συνάντηση μας αυτή σας ανάφερα ότι είχα πρόταση συνεργασίας από άλλο ιδιωτικό σχολείο και ως εκ τούτου την πρόθεση μου να παραιτηθώ από τη θέση μου ως καθηγήτρια μαθηματικών που κατείχα στο σχολείο σας επισημαίνοντας ότι η πρόταση αυτή προνοούσε την άμεση πρόσληψη μου. Σας ανέφερα επίσης ότι σκοπός μου ήταν η όσο το δυνατό ομαλή αποχώρηση μου από το σχολείο σας γιατί αυτό ήτανε το σωστό προς εσάς και ειδικότερα επειδή δεν είχα κανένα παράπονο από τη διεύθυνση του σχολείου σας. Ακούγοντας αυτό, μου αναφέρατε ότι δεν είχα κανένα δικαίωμα να παραιτηθώ από τη θέση μου αφού είχα συμβόλαιο σε ισχύ. Τότε εγώ η ίδια σας παρέπεμψα στο άρθρο 2.6 της συμφωνίας εργοδότησης μου από το PASCAL Education Ltd τονίζοντας το γεγονός ότι μπορούσα την ίδια στιγμή να παραιτηθώ καταβάλλοντος απλά την προβλεπόμενη αποζημίωση των €1000, αναφέροντας όμως ξανά ότι δεν είχα πρόθεση να έρθω σε αντιπαράθεση με το σχολείο. Προς απάντηση αυτού που σας είχα πει και αφού ανατρέξατε στο συμβόλαιο μου για να το επιβεβαιώσετε, αναφέρατε ότι η αναγραφή ποσού σε αυτό είναι τυπικού χαρακτήρα, ότι δεν έχετε σκοπό σαν ίδρυμα να μπείτε σε διαδικασία αντιπαράθεσης με οποιοδήποτε καθηγητή και ότι αν σας βοηθούσα δεν θα τίθετο θέμα καταβολής της αποζημίωσης. Αναλύοντας μου αμέσως μετά τι εννοούσατε με τη λέξη βοήθεια, μου αναφέρατε ότι θα επιθυμούσατε να παραμείνω στη θέση μου για ακόμη λίγο διάστημα μέχρι να αρχίσει η διαδικασία εξεύρεσης του αντικαταστάτη μου καθώς επίσης καλό θα ήταν αν μπορούσα να βοηθήσω, προτείνοντας κάποιο μαθηματικό ο οποίος θα ενδιαφερόταν για τη συγκεκριμένη θέση. Λαμβάνοντας υπόψη το ότι δεν είχα κάποιο παράπονο από τη διεύθυνση του σχολείου και βλέποντας την προσπάθεια σας να με βοηθήσετε, αποφάσισα άμεσα να δεχθώ αυτά που μου προτείνατε παίρνοντας με αυτό τον τρόπο το ρίσκο για μετάθεση της πρόσληψης μου από το άλλο σχολείο, αφού όπως ανάφερα πιο πάνω η πρόταση που είχα ήταν για άμεση πρόσληψη. Μετά την συνάντηση μας αυτή, σας παρέδωσα αυτοπροσώπος την επιστολή στην οποία αναφερθήκατε και την οποία αποδεχτήκατε. Η επιστολή ανέφερε εκτός των άλλων ότι πρόθεση μου ήτανε όπως παραμείνω στη θέση μου για τις επόμενες δύο βδομάδες διάστημα κατά το οποίο θα μπορούσε να βρεθεί ο αντικαταστάτης μου. Επίσης βοήθησα και έμπρακτα στην προσπάθεια να βρεθεί ο αντικαταστάτης μου αφού πρότεινα δύο μαθηματικούς τους οποίους μάλιστα καλέσατε σε συνέντευξη και ο ένας εκ των δύο έχει καταλάβει τη θέση μου. Με βάση τα πιο πάνω και του γεγονότος ότι η διαδικασία εξεύρεσης του αντικαταστάτη μου άρχισε και ολοκληρώθηκε εντός των δύο εβδομάδων προθεσμίας που σας είχα δώσει, θεωρώ ότι ανταποκρίθηκα πλήρως σε αυτά που είχαμε συμφωνήσει οι δύο μας στις 14 Νοεμβρίου
  6. Ως εκ τούτου επιθυμώ να σας αναφέρω ότι η στάση που κρατήσατε στην επιστολή σας αναφορικά με το θέμα αυτό με εκπλήσσει και δε με βρίσκει καθόλου σύμφωνη. [...] Με εκτίμηση, Αντωνία Πηλίνα». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Ήταν παραδεκτό από τον ΜΕ1 κατά την ενώπιον μου ακροαματική διαδικασία ότι η Ενάγουσα δεν απάντησε γραπτώς ή άλλως πως στην επιστολή της Εναγομένης ημερ. 2.1.
  7. Στη γραπτή του δήλωση, ο ΜΕ1 εξιστόρησε μία εκδοχή γεγονότων, η οποία επιβεβαιώνει ως αληθή τη δήλωση της Εναγόμενης ότι υπήρξε συνάντηση στις 14.11.2008 μεταξύ αυτού και της Εναγόμενης, η οποία προηγήθηκε της υποβολής της επιστολής παραίτησης, ημερ. 17.11.
  8. Η αντιδικία αφορά στο τί διαμείφθηκε και τί συμφωνήθηκε κατά την εν λόγω συνάντηση ημερ. 14.11.
  9. Επισημαίνω ότι꞉ Ήταν ενώπιον μου η θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι εκείνη ήταν η μόνη συνάντηση και η μόνη συνομιλία που είχε η Εναγόμενη με τον ΜΕ1, κατά την οποία και κατέληξαν στην ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία αποδέσμευσης από τον όρο 2.
  10. Απεναντίας, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ενώπιον μου ότι η συνάντηση της 14.11.2008 δεν ήταν η μόνη μεταξύ αυτού και της Εναγομένης. Ότι υπήρξε και νέα συνάντηση μεταξύ τους κατά ή περί τις 18.11.2008, όταν η Εναγόμενη του παρέδωσε την επιστολή παραίτησης ημερ. 17.11.2008 και ότι ήταν κατά την εν λόγω δεύτερη συνάντηση που δόθηκε στην Εναγόμενη η επίδικη διαβεβαίωση. Ο ΜΕ1 δήλωσε ενόρκως ότι κατά την 14/11/2008 - Η Εναγόμενη τον επισκέφθηκε στο γραφείο του με σκοπό να υποβάλει παραίτηση. · Ο ΜΕ1 εξήγησε στην Εναγόμενη ότι η απόφαση της αυτή προκαλούσε μεγάλη δυσχέρεια στην εύρυθμη λειτουργία του σχολείου και της ζήτησε να παραμείνει τουλάχιστον μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου, ώστε να γίνει ομαλά η αντικατάστασή της. · Η Εναγόμενη του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να δώσει προειδοποίηση αφού είχε προσληφθεί στο νέο σχολείο με άμεση πρόσληψη και υποσχέθηκε να προσπαθήσει να πάρει παράταση χρόνου από το νέο της εργοδότη. Ξεκαθάρισε, όμως, η Εναγόμενη στον ΜΕ1 ότι δεν θα έμενε μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου όπως της είχε ζητήσει εκείνος. · Η Εναγόμενη είπε στον ΜΕ1 ότι είχε υπόψιν της αντικαταστάτη ο οποίος θα μπορούσε να αναλάβει αμέσως καθήκοντα. Είπε η Εναγόμενη στον ΜΕ1 ότι η ίδια θα επικοινωνούσε μαζί με αυτό το άτομο και ότι θα του ζητούσε να πάρει τηλέφωνο τον ΜΕ
  11. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι μόνον όταν αυτός παρέλαβε στις 18.11.2008 την επιστολή παραίτησης της Εναγομένης, ημερ. 17/11/2008, αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι η παράταση της παραμονής της Εναγομένης στην υπηρεσία της Ενάγουσας θα διαρκούσε μόνο για δύο εβδομάδες, ήτοι μέχρι το τέλος Νοεμβρίου. Δεν το είχαν συμφωνήσει στις 14.11.
  12. Ήταν επίσης η θέση του ΜΕ1 ότι με τη λήψη της εν λόγω επιστολής παραίτησης, υπήρξε νέα συνομιλία αυτού με την Εναγόμενη, κατά την οποία της εξήγησε ότι μόνο δύο εβδομάδες προειδοποίηση θα δημιουργούσε μεγάλο πρόβλημα στην Ενάγουσα. Η Εναγόμενη επέμενε ότι θα μπορούσε να αντικατασταθεί εντός δύο εβδομάδων, διότι είχε υπόψιν της κάποιον ο οποίος θα μπορούσε να την αντικαταστήσει άμεσα. Τότε ήταν που ο ΜΕ1 της είπε (ήτοι μετά τη λήψη της επιστολής παραίτησης) ότι εάν βρισκόταν αντικαταστάτης και εάν γινόταν ομαλά η αντικατάσταση, η εταιρεία δεν θα επέμενε στην εφαρμογή του όρου 2.6 της συμφωνίας εργοδότησης. Αρνείται ο ΜΕ1 ότι εκπληρώθηκε ο όρος περί άμεσης και ομαλής αντικατάστασης της Εναγομένης. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι τέλος Νοεμβρίου 2008 η Εναγόμενη αποχώρησε από την υπηρεσία της Ενάγουσας χωρίς να υπάρχει αντικαταστάτης. Συγκεκριμένα꞉ Αν και παραδέχθηκε ο ΜΕ1 ότι - η Εναγόμενη πρότεινε, εντός των δύο εβδομάδων της προειδοποίησής της, συγκεκριμένο πρόσωπο, τον κ. Γιώργο Προκοπίου, και ότι το πρόσωπο αυτό είχε συνέντευξη με την αρμόδια επιτροπή πρόσληψης στις 25.11.2008, δηλαδή και πάλιν εντός της περιόδου της προειδοποίησής της, καταλήγοντας σε συμφωνία πρόσληψής του στις 4.12.2008, εντούτοις ο εν λόγω αντικαταστάτης δεν μπορούσε να αναλάβει αμέσως τα καθήκοντα του επειδή- χρειαζόταν να δώσει και ο ίδιος στον μέχρι τότε εργοδότη του δύο εβδομάδες προειδοποίηση που ουσιαστικά σήμαινε ότι δεν θα αναλάμβανε καθήκοντα στην Ενάγουσα πριν από τις 18/12/2008, δεν είχε προηγούμενη πείρα διδασκαλίας σε τάξη (εκτός από ιδιαίτερα μαθήματα) αφού μετά τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο εργαζόταν στην εταιρεία AC Nielsen, η οποία είναι εταιρεία έρευνας αγοράς, χρειάστηκε δύο εβδομάδες για να προετοιμαστεί για το μάθημα του. Στην εν λόγω περίοδο περιλαμβάνεται και το πιλοτικό μάθημα όπου διδάσκει στην παρουσία του υπεύθυνου του τμήματος ώστε να διαπιστωθεί η ικανότητα του για αναλάβει μόνος του την τάξη, εκ των πραγμάτων, ο κ. Προκοπίου άρχισε να αναλαμβάνει τα καθήκοντα του ως αντικαταστάτης της Εναγομένης όχι πριν από τις 7/1/
  13. Ο ΜΕ1 περιέγραψε τη ζημιά που κατ' ισχυρισμό υπέστη η Ενάγουσα από τον ισχυριζόμενο παράνομο τερματισμό της σύμβασης εργοδότησης της Εναγόμενης, λέγοντας τα εξής꞉ «Να εξηγήσουμε πρώτα ποιο είναι το προϊόν της εταιρείας μας, διότι όλη η εκπαιδευτική φιλοσοφία αλλά και η επιτυχία της εταιρείας μας βασίζεται στην εικόνα αυτού του προϊόντος. Το σχολείο μας είναι το μόνο αγγλόφωνο σχολείο που προσφέρει αναγνωρισμένο απολυτήριο στα 6 χρόνια φοίτησης. Με αυτό το απολυτήριο, βάσει της βαθμολογίας που παίρνουν οι μαθητές, μπορούν να εξασφαλίσουν θέση σε ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Βρετανίας χωρίς GCEs, μόνο με την εξασφάλιση πιστοποιητικού αγγλικής γλώσσας. Η περίοδος παραίτησης της κας Πηλίνας ήταν σε περίοδο εξετάσεων που ο τελικός βαθμός αυτών των εξετάσεων μετρούσε στο γενικό βαθμό του απολυτηρίου και στη γενική εικόνα του μαθητή που μπορεί να δείξει στα Πανεπιστήμια για να εξασφαλίσει θέση. Επιπλέον, η περίοδος των Χριστουγέννων είναι η περίοδος που οι υποψήφιοι γονείς συλλέγουν πληροφορίες για το σχολείο μας. Οποιαδήποτε αναστάτωση δημιουργήθηκε, είχε σαν αποτέλεσμα να δυσαρεστήσει κάποιους γονείς και αυτοί οι γονείς θα μπορούσαν με τη σειρά τους, δεν μπορώ να διευκρινίσω όμως σε ποιο βαθμό, να επηρεάσουν αρνητικά να εγγράψουν τα παιδιά τους στο δικό μας σχολείο. Ένας μαθητής μας αποφέρει περίπου 40χιλιάδες ευρώ στα 6 χρόνια. Επιπλέον μία κακή εικόνα μαθητών που δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν θέση στα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα, λόγω του βαθμού του απολυτηρίου που μπορούσε να επηρεαστεί από αυτήν την αναστάτωση, μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στην εικόνα του προϊόντος μας. Επιπλέον, να αναφέρω ότι η κα Πηλίνα είχε τα επιπρόσθετα καθήκοντα του «form teacher», υπεύθυνου τάξης, που στην ουσία τα καθήκοντα αυτού του καθηγητή περιστρέφονταν γύρω από τη στήριξη των μαθητών του συγκεκριμένου τμήματος. Ο καθηγητής ήταν υποχρεωμένος να στήσει γέφυρες επικοινωνίας με τους μαθητές, ούτως ώστε να μπορεί να τους επιλύει οποιαδήποτε προβλήματα συναντούν στη σχολική διάρκεια της περιόδου εκείνης. Η κα Πηλίνα δίδασκε από τμήματα μέχρι την Ε΄ τάξη γυμνασίου. Όταν ένας μαθητής στην Στ΄ τάξη, κοντά στα Χριστούγεννα, κάνει τις αιτήσεις του για το εξωτερικό, για εισδοχή σε ξένα πανεπιστήμια, πρέπει να παρουσιάσει μια είκόνα της πορείας του από την Δ΄ τάξη, την Ε΄ τάξη και τους βαθμούς των Χριστουγέννων της Στ΄ τάξης. Άρα οποιαδήποτε ζημιά εγινε, θα μπορούσε να βλάψει την εικόνα αυτού του μαθητή στο να εξασφαλίσει θέση στα Πανεπιστήμια εξωτερικού.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Όπως περαιτέρω εξήγησε ο ΜΕ1, η Ενάγουσα, προκειμένου να μειώσει τη ζημιά της υπό τις περιστάσεις και ειδικότερα υπό το δεδομένο ότι οι μαθητές είχαν στο τέλος του Δεκεμβρίου εξετάσεις του τριμήνου (οι οποίες ως ο ισχυρισμός του ΜΕ1 αποτελούν μέρος του τελικού βαθμού των μαθητών) και επειδή ήταν αναγκαίο, αφενός να διατηρηθεί το επίπεδο των μαθητών και αφετέρου να διδαχθεί το υπόλοιπο της ύλης πριν από τις εξετάσεις από έμπειρο καθηγητή, αναγκάστηκε να ζητήσει από τον Υπεύθυνο του Τμήματος των Μαθηματικών να αντικαταστήσει την Εναγόμενη μέχρι την πραγματική αντικατάστασή της. Και αυτό, παρά το ότι ο υπεύθυνος των μαθηματικών είχε τα επιπρόσθετα καθήκοντα του συντονισμού και επίβλεψης των καθηγητών του τμήματος του σε περίοδο εξετάσεων. Καταληκτικά, ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι εφόσον δεν έγινε ομαλά η αντικατάσταση της Εναγόμενης, η Ενάγουσα δεν είχε λόγο να μην επιμείνει στην εφαρμογή του όρου 2.6 και για το λόγο αυτό ο ΜΕ1 έστειλε τη σχετική επιστολή στην Εναγόμενη, ημερομηνίας 16/12/2008, ως το Τεκμήριο 3, πιο πάνω. Δηλαδή, εφόσον προκλήθηκε μεγάλη δυσχέρεια στην αντικατάσταση της Εναγομένης, δεν θεωρεί ο ΜΕ1 ότι είχε υποχρέωση να εγκαταλείψει τα δικαιώματα του σχολείου βάσει του όρου 2.
  14. Κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 ο συνήγορος Υπεράσπισης αμφισβήτησε την εκδοχή του ΜΕ1 ως αναληθή και /ή ως προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων του ΜΕ1, κάτι που αυτός αρνήθηκε και έμεινε σταθερός στις λεπτομέρειες της προεκτεθείσας εκδοχής του. Επιχειρήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης να λεχθεί ότι η περίπτωση της αποχώρησης της Εναγόμενης από την υπηρεσία της Ενάγουσας προσομοιάζει ή/και δεν διαφέρει ουσιωδώς από την περίπτωση μιας καθηγήτριας που αποχωρεί με άδεια ασθενείας ή άδεια μητρότητας, κάτι που ο ΜΕ1 αρνήθηκε ξεκάθαρα λέγοντας εμφαντικά ότι στη δεύτερη περίπτωση η σχολή το γνωρίζει έξι μήνες προηγουμένως και προγραμματίζει έγκαιρα την αντικατάσταση της. Αρνήθηκε ο ΜΕ1 την υποβληθείσα από τον συνήγορο Υπεράσπισης θέση ότι ουδεμία συζήτηση είχε ο ΜΕ1 με την Εναγόμενη μετά τη λήψη της εν λόγω επιστολής παραίτησης και ότι ούτε της υπέδειξε ποτέ ότι οι δύο εβδομάδες είναι μικρό χρονικό διάστημα. Ο ΜΕ1 επανέλαβε τη θέση που είχε διατυπώσει και κατά την κυρίως εξέτασή του ότι η προφορική συζήτηση που αυτός είχε με την Εναγόμενη για τους όρους υπό τους οποίους η Ενάγουσα θα δεχόταν να μην εφαρμόσει τον όρο 2.6, ήταν μετά τη λήψη της επιστολής παραίτησης της Εναγομένης (17.11.2008), διότι τότε ακριβώς ήταν που ο ίδιος είχε αντιληφθεί, βλέποντας το να αναφέρεται στην επιστολή, ότι η προειδοποίηση θα ήταν 2 εβδομάδων μόνο. Η συζήτηση με την Εναγόμενη έγινε για να της εξηγήσει ότι τόσο μικρή προειδοποίηση θα προκαλούσε πρόβλημα και επέμεινε στην αρχική του θέση ότι, αν η αντικατάσταση γινόταν ομαλά, τότε ο όρος 2.6 θα ήταν τυπικού χαρακτήρα, δηλαδή δεν θα τον εφάρμοζε. Ερωτηθείς ο ΜΕ1 να εξηγήσει γιατί, όταν αυτός πήρε την επιστολή παραίτησης της Εναγόμενης ημερ. 17.11.2008, δεν απάντησε αμέσως ότι είναι παράνομη η παραίτησή της και περίμενε μέχρι τις 16.12.2008 για να στείλει τέτοια επιστολή, ο ΜΕ1 έδειξε να το συσχετίζει με το ότι ανέμενε, σε συνέχεια των όσων διαμείφθηκαν μεταξύ τους προφορικά, να διαπιστώσει αν η αντικατάστασή της θα γινόταν ομαλά ή όχι. Β.
  15. Η μαρτυρία της Εναγόμενης Η Εναγόμενη, η οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης (βλ. το ΄Εγγραφο Δ), εξέθεσε την ακόλουθη εκδοχή γεγονότων όσον αφορά τα όσα κατ΄ισχυρισμόν διαδραματίστηκαν ή/και συμφωνήθηκαν κατά τη συνάντηση αυτής και του ΜΕ1 την 14.11.2008꞉ Στις 14.11.2008, μετά από ειδοποίηση που αυτή έλαβε από την Αγγλική Σχολή Λευκωσίας για άμεση πρόσληψή της ως Καθηγήτριας Μαθηματικών, η Εναγόμενη επισκέφθηκε το γραφείο του υπεύθυνου προσωπικού της Ενάγουσας, κ. Γρηγόρη Μαρκίδη (στο εξής «ο ΜΕ1»), για να συζητήσει μαζί του το θέμα της παραίτησης της. Η Εναγόμενη είχε μελετήσει τους όρους της συμφωνίας εργοδότησης που είχε συνάψει με την Ενάγουσα και ήταν έτοιμη, αν της εζητείτο να καταβάλει το ποσό των €1.000.- που προβλέπεται από το άρθρο 2.6 της αναφερόμενης συμφωνίας, γιατί ο μισθός της στη νέα εργασία θα ήταν ελαφρά αυξημένος και η Αγγλική Σχολή βρίσκεται πολύ κοντά στο πατρικό της σπίτι, όπου διέμενε η ίδια εκείνη την χρονική περίοδο. Η πρώτη αντίδραση του ΜΕ1 προς την Εναγόμενη ήταν ότι εκείνη δεν μπορούσε να παραιτηθεί αφού είχε συμφωνία μαζί με την Ενάγουσα, η οποία τη δέσμευε. Τότε, η Εναγόμενη παρέπεμψε τον ΜΕ1 στο άρθρο 2.6 της σύμβασης εργοδότησης, το οποίο προβλέπει ότι σε περίπτωση παραίτησής της, θα κατέβαλλε το ποσό των €1.
  16. Ο ΜΕ1 έδειξε ότι αγνοούσε πλήρως τον όρο αυτό και ανέτρεξε στη μεταξύ τους συμφωνία για να το εξακριβώσει. Αφότου εξακρίβωσε ο ΜΕ1 τον όρο του άρθρου 2.6 και βλέποντας ότι η Εναγόμενη ήταν αποφασισμένη να παραιτηθεί έστω και αν της επιβαλλόταν να καταβάλει το ποσό των €1.000, ο ΜΕ1 προσπάθησε να πείσει την Εναγόμενη να αναβάλει την ημερομηνία της παραίτησης της (γιατί η πρόταση της Αγγλικής Σχολής ήταν για άμεση πρόσληψη). Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 είπε στην Εναγόμενη ότι η πρόνοια του άρθρου 2.6 της σύμβασης εργοδότησης είναι τυπικού χαρακτήρα και ότι δεν είχε σκοπό η Ενάγουσα ως εκπαιδευτικό ίδρυμα να μπει σε διαδικασία αντιπαράθεσης με οποιονδήποτε καθηγητή. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αν η Εναγόμενη βοηθούσε το σχολείο, δεν θα τίθετο θέμα καταβολής του ποσού των €1.000.- που προέβλεπε η σύμβαση. Αναλύοντας στην Εναγόμενη αμέσως μετά τι εννοούσε με την λέξη «βοήθεια», ο ΜΕ1 της ανέφερε ότι θα επιθυμούσε να παραμείνει στη θέση της για λίγο χρονικό διάστημα, δηλαδή όπως διευκρίνισε μια έως δύο εβδομάδες ακόμα, για να βοηθήσει στην εξεύρεση του αντικαταστάτη της, προτείνοντας κάποιο μαθηματικό ο οποίος θα ενδιαφερόταν για τη συγκεκριμένη θέση. Παρά το γεγονός ότι η πρόταση που έγινε στην Εναγόμενη από την Αγγλική Σχολή ήταν για άμεσο διορισμό και παρά το γεγονός ότι υπήρχε ο κίνδυνος αναστολής ή ματαίωσης του διορισμού της από τους νέους εργοδότες, σε περίπτωση που θα ζητούσε αναβολή του διορισμού της, αφού θα μπορούσαν κάλλιστα να την αντικαταστήσουν με κάποιο άλλο καθηγητή, τελικά ο ΜΕ1 επέμενε και έπεισε την Εναγόμενη να δεχθεί την πρόταση του. Αυτό έγινε και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η Εναγόμενη δεν είχε κανένα παράπονο από τους πρώην εργοδότες της και γιατί πίστεψε ότι ο κ. Μαρκίδης προσπαθούσε να την βοηθήσει. Κατά την αντίληψη της Εναγομένης, με την εξεύρεση άλλου μαθηματικού, αυτή θα βοηθούσε να μην δημιουργηθεί οποιοδήποτε κενό στο σχολείο της Ενάγουσας και συνεργαζόμενη μαζί με τον ΜΕ1, η ίδια θα απέφευγε τις συνέπειες του άρθρου 2.6 της σύμβασης εργοδότησης. Έτσι, τελικά, η Εναγόμενη συμφώνησε με τον κ. Μαρκίδη τη διαδικασία της ομαλής αποχώρησης της από το PASCAL και, ολοκληρώνοντας τη συνάντηση τους, ο ΜΕ1 της είπε ότι θα έπρεπε να ετοιμάσει και γραπτώς την παραίτησή της, στην οποία να αναφέρει και τα όσα συμφωνήσανε, δηλαδή ότι θα παρέμενε στη θέση της για λίγες μέρες ακόμη, μέχρι να εξευρεθεί ο αντικαταστάτης της. Εφαρμόζοντας τα όσα συμφώνησαν με τον ΜΕ1, η Εναγόμενη προσπάθησε τις επόμενες μέρες, με πολύ φόβο και άγχος μήπως κάτι δεν πάει καλά και χάσει την ευκαιρία που της δόθηκε για εργοδότηση με ευνοϊκότερους όρους εργασίας και σταδιοδρομίας, και τελικά εξασφάλισε παράταση της πρόσληψης της από την Αγγλική Σχολή Λευκωσίας για δύο βδομάδες. Παράλληλα, επικοινώνησε με δύο γνωστούς της μαθηματικούς, οι οποίοι έψαχναν ευκαιρία εργοδότησης σε σχολείο και τους ενημέρωσε για την θέση που υπήρχε στο PASCAL. Παραδέχθηκε η Εναγόμενη στο πλαίσιο της ίδιας γραπτής δήλωσής της ως το Έγγραφο Δ ανωτέρω ότι υπήρξε και δεύτερη συνάντηση μεταξύ αυτής και του ΜΕ1 καθ' ον χρόνο του παρέδωσε γραπτώς πλέον την επιστολή παραίτησής της. Συγκεκριμένα, η εκδοχή της Εναγομένης ήταν ότι την επιστολή παραίτησής της η Εναγόμενη την ετοίμασε στις 17.11.2008 και την παρέδωσε στον κ. Μαρκίδη στις 18.11.
  17. Ήταν όμως η εκδοχή της Εναγομένης ότι κατά τη νέα αυτή συνάντηση, ημερ. 18.11.2008, αλλά και έως τις 30.11.2008 που αυτή αποχώρησε από την υπηρεσία της Ενάγουσας, δεν της αναφέρθη το παραμικρό πρόβλημα ούτε για το περιεχόμενο της επιστολής ούτε για οτιδήποτε άλλο που να σχετιζόταν με την όλη διαδικασία αντικατάστασής της. Αυτοί ήταν ευχαριστημένοι με την όλη διευθέτηση και ότι όλα πήγαιναν καλά όπως είχαν συμφωνήσει. Έτσι αυτή έφυγε με ήσυχη τη συνείδηση της ότι πρόσφερε τη βοήθεια που της ζητήθηκε από τον κ. Μαρκίδη, δηλαδή συνέχισε να διδάσκει για ακόμη δύο βδομάδες και βοήθησε στην εξεύρεση του καθηγητή, ο οποίος την αντικατέστησε. Είναι γι' αυτό το λόγο που όταν η ίδια πήρε την επιστολή του PASCAL με ημερομηνία 16.12.2008 με την οποία της ζητούσαν να καταβάλει το ποσό των €1.000.- με τη μοναδική δικαιολογία ότι αυτό προβλέπεται από το άρθρο 2.6 της σύμβασης εργοδότησης, αγνοώντας τα όσα συμφωνήσανε με τον κ. Μαρκίδη, η Εναγόμενη εκπλάγηκε και μόλις επέστρεψε από το εξωτερικό απάντησε με την επιστολή της ημερομηνίας 2.01.2009 (Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α). Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι τήρησε τη δέσμευση που αυτή ανέλαβε στο πλαίσιο της συμφωνίας με τον ΜΕ1 και παρέμεινε στο PASCAL μέχρι τις 30.11.2008 όπως της είχε ζητηθεί. Συγχρόνως εισηγήθηκε δύο μαθηματικούς που ήταν πρόθυμοι να την αντικαταστήσουν. Οι δύο μαθηματικοί τους οποίους η Εναγόμενη ενημέρωσε και οι οποίοι ενδιαφέρθηκαν για τη θέση στο PASCAL ήταν η Χριστίνα Θεοφίλου και ο Γιώργος Προκοπίου, για τους οποίους έδωσε την εξλης περιγραφή꞉ Η Χριστίνα Θεοφίλου ήταν συμφοιτήτρια της Εναγομένης στο μεταπτυχιακό και είχε τα ίδια ακριβώς προσόντα με την ίδια όταν προσλήφθηκε στο PASCAL. Δηλαδή έχει πτυχίο μαθηματικών και μεταπτυχιακό στη διδακτική και μεθοδολογία των μαθηματικών και είχε πείρα διδασκαλίας σε ιδιωτικά φροντιστήρια. Η Χριστίνα Θεοφίλου ήταν άνεργη και θα μπορούσε να εργοδοτηθεί αμέσως. Ο δεύτερος μαθηματικός που πρότεινε στο PASCAL ήταν ο Γεώργιος Προκοπίου, ο οποίος προσλήφθηκε τελικά ως αντικαταστάτης της Εναγομένης, του οποίου τα προσόντα δεν ήταν υποδεέστερα από τα δικά της και είχε πείρα σε ιδιωτικά φροντιστήρια όπως και εκείνη όταν πρωτοδιορίστηκε στο PASCAL. Παρά το γεγονός, όμως, ότι ο κ. Προκοπίου ενημέρωσε το PASCAL ότι θα έπρεπε να δώσει 15 μέρες προειδοποίηση στους εργοδότες του, προτιμήθηκε αντί της Χριστίνας Θεοφίλου που μπορούσε να εργοδοτηθεί αμέσως. Δεν γνωρίζει η Εναγόμενη αν η αρμόδια επιτροπή του PASCAL είχε καλέσει και άλλους προσοντούχους μαθηματικούς σε συνέντευξη για επιλογή του καταλληλότερου. Εκείνο το οποίο γνωρίζει είναι ότι οι δύο μαθηματικοί τους οποίους αυτή πρότεινε, και από τους οποίους επιλέγηκε ο ένας, δεν υστερούσαν καθόλου συγκρινόμενοι μαζί της, είτε σε ότι αφορά τα προσόντα είτε σε ότι αφορά την πείρα. Και τούτο διότι ούτε η ίδια είχε διδάξει σε άλλο σχολείο προτού προσληφθεί στο PASCAL και η μόνη εμπειρία της ήταν ότι δίδαξε σε ιδιωτικά φροντιστήρια. Εξ άλλου όταν την προσέλαβε το PASCAL, δεν της έγινε καμιά εκπαίδευση που να σχετίζεται με τη διδασκαλία, παρά μόνο για διαδικαστικής / λειτουργικής φύσεως θέματα. Αρνείται η Εναγόμενη τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι υπέστη ζημιά λόγω της παραίτησης της ιδίας. Μέχρι την ημέρα που αυτή αποχώρησε από το σχολείο, είχε ολοκληρώσει τη διδακτέα ύλη του εξαμήνου σε όλες τις τάξεις που δίδασκε, ήτοι στις τάξεις 1F, 2D, 3Α, 3C και 4D, και είχε αρχίσει ήδη τα επαναληπτικά μαθήματα που αφορούσαν την επίλυση διαγωνισμάτων κάτι που θα μπορούσε να καλυφθεί από τους συναδέλφους της χωρίς να δημιουργηθεί οποιονδήποτε πρόβλημα. Επίσης, μεσολαβούσαν εξεταστική περίοδος και διακοπές Χριστουγέννων όπου ουσιαστικά, κατά την κρίση της Εναγομένης, δεν ήταν απαραίτητη η παρουσία καθηγητή. Εκτός από τις τάξεις που ανέφερε πιο πάνω, η Εναγόμενη δεν δίδαξε σε καμιά άλλη τάξη και ειδικότερα δεν δίδαξε σε τελειόφοιτους ή πεμπτοετείς μαθητές που είναι ευαίσθητη χρονιά. Προς απόδειξη των λεγόμενών της, η Εναγόμενη κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο (βλ. το Έγγραφο Ε) αντίγραφο του ωρολόγιου προγράμματος, όπου φαίνονται οι τάξεις τις οποίες δίδασκε (1F, 2D, 3C, D) και ένα αντίγραφο με τα ονόματα των παιδιών που ήταν σε κάθε τάξη. Κατά την αντεξέταση της Εναγομένης, υποβλήθηκε σε αυτήν ότι αυτό που η ίδια συμφώνησε με τον ΜΕ1 ήταν αποδέσμευση από τον όρο 2.6 εάν αυτή παρέμενε μέχρι να βρεθεί αντικαταστάτης της με την έννοια της πραγματικής αντικατάστασης. Όχι με την έννοια της απλής υποβολής αίτησης για πρόσληψη. Η Εναγόμενη επέμεινε ότι η «λεκτική» (όπως την χαρακτήρισε) πρόσληψη του κ. Γιώργου Προκοπίου έγινε πριν φύγει η ίδια από το ΠΑΣΚΑΛ. Δεν αρνήθηκε όμως ότι η αντικατάσταση από μέρους του κ. Γ. Προκοπίου άρχισε τον Ιανουάριο του
  18. Ήταν ωστόσο η θέση της Εναγομένης ότι αν το ΠΑΣΚΑΛ χρειαζόταν κάποιον άμεσα, θα μπορούσε να προσλάβει τη Χριστίνα που ήταν άνεργη διότι στο ΠΑΣΚΑΛ γνώριζαν ότι ο κ. Προκοπίου εργαζόταν και χρειαζόταν 2 εβδομάδες για να υπογράψει συμβόλαιο με κάποιον άλλο οργανισμό. Υπεδείχθη στην Εναγόμενη από το συνήγορο της Ενάγουσας, το τεκμήριο υπ' αριθμό Έγγραφο Γ, το οποίο αποδεικνύει την εκδήλωση ενδιαφέροντος από μέρους του κ. Γιώργου Προκοπίου, με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 21.11.2008, για ανάληψη της θέσης μαθηματικού. Της υποβλήθηκε ότι η Χριστίνα Θεοφίλου δεν υπέβαλε αντίστοιχη αίτηση για πρόσληψη από την Ενάγουσα. Ζητήθηκε από την Εναγόμενη να παρουσιάσει αντίστοιχη επιστολή - αίτηση, αν υπήρχε, που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό της περί του ότι η ίδια είχε εισηγηθεί την κα Χριστίνα Θεοφίλου εναλλακτικά προς τον κ. Γιώργο Προκοπίου για την αντικατάστασή της. Η Εναγόμενη δήλωσε ότι δεν είχε τέτοιο έγγραφο να παρουσιάσει προς απόδειξη του ισχυρισμού της, αλλά δήλωσε ότι η κα Χριστίνα Θεοφίλου ήταν πρόθυμη να έρθει στο Δικαστήριο να μαρτυρήσει και να πει ότι προσκλήθηκε σε συνέντευξη από την Ενάγουσα. Παραδέχθηκε η Εναγόμενη ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ αυτής και του ΜΕ1, η οποία να αναγκάζει το ΠΑΣΚΑΛ να προσλάβει οποιονδήποτε έκαμνε αίτηση για εργοδότηση στο ΠΑΣΚΑΛ μετά από δική της εισήγηση, προκειμένου να απαλλαγεί η ίδια από τον όρο 2.
  19. Αρνήθηκε η Εναγόμενη κατά την αντεξέτασή της τη θέση της Ενάγουσας ότι δεν έγινε ομαλά η αντικατάστασή της. Στήριξε τη θέση της στα εξής σημεία꞉ Πρώτον, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι ο αναπληρωτής καθηγητής θα έπρεπε να την αναπληρώσει για το υπόλοιπο της ύλης. Η διδασκαλία της ύλης ολοκληρώνεται τέλος του Νιόβρη και αρχίζουν επαναληπτικά διαγωνίσματα, λόγω των εξετάσεων που έχουν οι μαθητές. Δεύτερον, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι ο Γιώργος Προκοπίου χρειάστηκε να μπει τον Δεκέμβριο μέσα σε τάξεις για να εκπαιδευθεί. Η Εναγόμενη μίλησε μαζί του μετά την έναρξη της ακρόασης της αγωγής και εκείνος της είπε ότι μόνο δύο 40λεπτες περιόδους μπήκε σε τάξη και παρακολούθησε μάθημα. Τρίτον, αν και είναι αλήθεια ότι το απολυτήριο βασίζεται στις εξετάσεις των Χριστουγέννων και του καλοκαιριού, εντούτοις τούτο ισχύει μόνο αναφορικά με τις εξετάσεις της έκτης τάξης, όχι και της πέμπτης τάξης. Τα πανεπιστήμια δεν αξιολογούν και την εικόνα του μαθητή κατά την πέμπτη τάξη προκειμένου να προσφέρουν θέσεις εισδοχής. Υποβλήθηκε στην Εναγόμενη ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο τόσο για το σχολείο όσο και για οποιοδήποτε καθηγητή να αξιολογήσει τη ζημιά του σχολείου είτε σε φήμη είτε σε αποτελέσματα εξετάσεων είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, όταν ο καθηγητής αποχωρεί παράνομα πριν τη λήξη της σχολικής χρονιάς. Η αντίδραση της Εναγόμενης στην υποβληθείσα θέση ήταν ότι꞉ «Συμφωνώ αλλά πάλι θα επιμένω στο απότομα. Όταν μάθουν ότι είναι για κάτι καλύτερο... [...] Δεν νομίζω να έχει ζημιά διότι υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις που ο καθηγητής πρέπει να φύγει και να αντικατασταθεί είτε λόγω ασθένειας είτε λόγω εγκυμοσύνης.». Γ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138). Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το γενικό βάρος είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο Ενάγων, ο Ενάγων οφείλει να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001), 1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Από την άλλη, το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το Δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών απαιτεί ουσιαστικά τον έλεγχο της αξιοπιστίας του ΜΕ1 και της ΜΥ1 υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας, προφορικής και έγγραφης. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Έλαβα υπόψη μου μία εξίσου βασική παράμετρο꞉ ότι η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να κρίνεται με μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, το περιεχόμενο της μαρτυρίας θα πρέπει να υποβάλλεται στη «βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Στην υπόθεση Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1367) λέχθηκε ότι «Επέμβαση επίσης δικαιολογείται όταν οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία (Αντωνίου ν. Γεστάμη & Σια Λτδ κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1070), ή όταν τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο (Παπαδόπουλος ν. Χριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2004, 2008 και A.S. Air Control Ltd v. Ερωτοκρίτου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1056). Η γενική εντύπωσή μου για τον ΜΕ1 υπήρξε θετική. Απαντούσε στις ερωτήσεις με σαφήνεια και λεπτομέρεια, χωρίς υπεκφυγές. Υπήρξε πράος κατά την αντεξέτασή του και έδειξε να διατηρεί την άνεση του λόγου του, δημιουργώντας έτσι την πεποίθηση στο Δικαστήριο ότι ήταν σίγουρος για όσα έλεγε και ότι έλεγε την αλήθεια. Αποδέχομαι στο σύνολό της τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως ειλικρινή, αληθή και αξιόπιστη. Αιτιολογώ την κατάληξη μου αυτή πιο κάτω, με γνώμονα όχι μόνον την εξωτερική εντύπωση που μου δημιούργησε ως μάρτυρας στην οποία αναφέρθηκα πιο πάνω, αλλά και την ποιότητα του περιεχομένου της μαρτυρίας του. Κατ' αρχάς, αποδέχομαι ω αληθή τη μαρτυρία του ότι υπήρξαν δύο συναντήσεις μεταξύ αυτού και της Εναγομένης, ήτοι στις 14.11.2008, καθώς και στις 18.11.2008 όταν η Εναγόμενη του παρέδωσε προσωπικά την επιστολή παραίτησης. Η προσπάθεια του συνηγόρου Υπεράσπισης να υποβάλει στον ΜΕ1 τη θέση ότι η Εναγόμενη τον συνάντησε μόνο στις 14.11.2008 και ότι η επιστολή παραίτησης παραδόθηκε στις 18.11.2008 στην ιδιαιτέρα του παρά στον ίδιο, διαψεύσθηκε από τα λεγόμενα της ίδιας της Εναγομένης και συνεπώς έπεσε στο κενό. Έπειτα, αποδέχομαι ως αληθή τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι εκείνος ουδέποτε συνέναισε στο να τερματισθεί η σύμβαση εργοδότησης χωρίς προειδοποίηση ή/και στο να θεωρηθεί νόμιμος ο τερματισμός νοουμένου ότι θα δίδετο προειδοποίηση δύο εβδομάδων. Η ίδια η Εναγόμενη παραδέχθηκε ότι όταν αυτή εκδήλωσε στις 14.11.2008 την πρόθεση να παραιτηθεί χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω προειδοποίηση, η απάντησή του ΜΕ1 ήταν ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει διότι υπήρχε σύμβαση δεσμευτική ως προς το ζήτημα του τερματισμού. Υπήρξε εξίσου σαφής ο ΜΕ1 ότι εκείνος της ζήτησε να μείνει μέχρι τέλος Δεκεμβρίου, ισχυρισμό τον οποίο αιτιολόγησε ο ΜΕ1 με αναφορά στην ανάγκη να μην προκληθεί αναστάστωση κατά την εξεταστική περιόδο του Δεκεμβρίου. Δεν συνάδει με την ανησυχία του αυτή ο ισχυρισμός της Εναγομένης ότι της εισηγήθηκε να μείνει μόνο για δύο εβδομάδες, ήτοι μέχρι τέλος Νοεμβρίου. Ο ΜΕ1 δεν μπορούσε να συνεναίσει σε κάτι το οποίο δεν ήταν βέβαιο. Εκείνος δεν γνώριζε στις 14.11.2008 ποια θα ήταν η περίοδος προειδοποίηση που θα έδινε τελικά η Εναγόμενη. Τούτο επαληθεύεται από τα λεγόμενα της Εναγομένης, η οποία ως δήλωσε είχε ήδη αποδεχθεί διορισμό στην Αγγλική Σχολή με άμεση ισχύ και συνεπώς της ήταν άγνωστο και αβέβαιο αν θα εξασφάλιζε οποιαδήποτε αναβολή της ημερομηνίας έναρξης ισχύος του διορισμού της εκεί, ώστε να μπορούσε να δώσει προειδοποίηση στην Ενάγουσα και να συνεχίσει στο μεσοδιάστημα να εργάζεται γι' αυτήν. Υπό το φως των προεκτεθέντων, η επιστολή παραίτησης της Εναγομένης, ημερ. 17.11.2008, εμφανίζεται να περιέχει και να εκδηλώνει τη μονομερή βούληση της Εναγομένης, κατόπιν των δικών της διεργασιών με το νέο της εργοδότη, να δώσει προειδοποίηση στην Ενάγουσα μόνο δύο εβδομάδων. Εξάλλου, αν η συγκεκριμένη περιόδος προειδοποίησης αποτελούσε το προϊόν συμφωνίας μεταξύ της Εναγομένης και του ΜΕ1, θα ανέμενα από την Εναγόμενη να το ανέφερε ρητά στην εν λόγω επιστολή, για να δεσμεύσει ρητά και εγγράφως τον ΜΕ1 στην όποια μεταξύ τους συνεννόηση ή συμφωνία. Η ανυπαρξία τέτοιας αναφοράς περί συμφωνίας ή συνεννόησης στην επιστολή ημερ. 17.11.2008 με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία ή συνεννόηση ως προς την περίοδο προειδοποίησης και κατ' επέκταση ως προς το νόμιμο ή μη του τερματισμού της σύμβασης εργοδότησης με τόσο μικρή περίοδο προειδοποίησης. Καταλήγω να αποδέχομαι την εκδοχή του ΜΕ1 ότι ο τερματισμός της σύμβασης εργοδότησης από μέρους της Εναγομένης, με περίοδο προειδοποίησης δύο εβδομάδων μόνο, υπήρξε εκ των πραγμάτων μονομερής. Εφόσον, δε, η περίοδος προειδοποίησης υπολειπόταν της περιόδου προειδοποίησης που προβλεπόταν στον προεκτεθέντα όρο 2.5 της σύμβασης εργοδότησης, ήτοι εφόσον ήταν μικρότερη των τριών μηνών, έπεται ότι ο τερματισμός της σύμβασης ήταν υπό τις περιστάσεις και παράνομος. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του ΜΕ1 όσον αφορά την ισχύ και εφαρμογή του όρου 2.6 της συμφωνίας. Επ' αυτού του σημείου, παρατηρώ ότι ο ΜΕ1 δεν αρνήθηκε την από μέρους του περιγραφή του εν λόγω όρου ως «τυπικού χαρακτήρα». Εκείνο το οποίο αρνήθηκε ήταν ότι αυτός έδωσε στην Εναγόμενη τη διαβεβαίωση ότι η Ενάγουσα δεν θα επέμεινε στην εφαρμογή του όρου 2.6 με μόνη προϋπόθεση αυτή να βοηθούσε να εξευρεθεί αντικαταστάτης. Υπενθυμίζω ότι η δική του εκδοχή ήταν ότι αυτό που είχε σημασία για την Εναγόμενη, και τούτο το κατέστησε σαφές στην ίδια άπαξ και παρέλαβε την επιστολή της ημερ. 17.11.2008, ήταν να εξασφαλισθεί η ομαλή αντικατάσταση της Εναγόμενης. Στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος Υπεράσπισης με κάλεσε να εξετάσω την εισήγησή του ότι ένα μέρος της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 βρίσκεται έξω από τα πλαίσια των δικογράφων και πως θα πρέπει να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι η προσαγωγή μαρτυρίας από τον ΜΕ1 περί ύπαρξης συμφωνίας για αποδέσμευση από τον όρο 2.6 της σύμβασης εργοδότησης υπό την προϋπόθεση της «ομαλής αντικατάστασης της Εναγόμενης» είναι δικονομικά απαράδεκτη και ως τέτοια μη επιτρεπτή. Τούτο διότι, ενώ η Ενάγουσα είχε την ευκαιρία να θέσει με Απάντηση στην Υπεράσπιση της Εναγομένης τον ισχυρισμό της αυτό, εντούτοις παρέλειψε να το πράξει (ήτοι παρέλειψε να δικογραφήσει τέτοια εκδοχή με την καταχώρηση δικόγραφου Απάντησης). Κρίνω πως το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν καταχώρησε δικόγραφο Απάντησης για να αρνηθεί ρητά την εκδοχή της Υπεράσπισης για ύπαρξη προφορικής συμφωνίας για αποδέσμευση από τον όρο 2.6 υπό συγκεκριμένη προϋπόθεση, συνάδει με το γεγονός ότι ο ΜΕ1 προσήλθε και παραδέχθηκε την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας. Επομένως, στην έκταση αυτή, η μαρτυρία του ΜΕ1 εξακολουθεί να βρίσκεται στις ράγιες των δικογράφων. Στο βαθμό, όμως, που με την προφορική του μαρτυρία ο ΜΕ1 εισήξε την εκδοχή ότι η συμφωνία για αποδέσμευση από τον όρο 2.6 θα ίσχυε μόνον υπό την προϋπόθεση (αίρεση) της «ομαλής αντικατάστασης» της Εναγομένης, αναγνωρίζω ότι η μαρτυρία του αυτή υπερβαίνει ή/και παρεκκλίνει από τη δικογραφηθείσα εκδοχή της Υπεράσπισης, η οποία δικογράφησε ως μόνη προϋπόθεση την παροχή βοήθειας από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα για εξεύρεση πιθανών αντικαταστατών της. Η μη δικογράφιση της συγκεκριμένης εκδοχής του ΜΕ1 περί «ομαλής αντικατάστασης» δεν θα μπορούσε απαραιτήτως να διασωθεί από το γεγονός και μόνο ότι δεν υπήρξε δικογραφημένη άρνηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, αφού τέτοια εκδοχή δεν προκύπτει ευθέως από την Έκθεση Υπεράσπισης. Ωστόσο, εκείνο που εν τέλει διασώζει, κατά την κρίση μου, τη μαρτυρία του ΜΕ1 επ' αυτού του θέματος είναι το γεγονός ότι η ίδια η Εναγόμενη κατέληξε να δίδει κατά την αντεξέτασή της μαρτυρία, η οποία επιβεβαιώνει ότι, όχι μόνον ο ΜΕ1, αλλά και η ίδια, αντελήφθησαν και συμφώνησαν ότι ο όρος 2.6 θα ήταν τυπικού χαρακτήρα και δεν θα εφαρμόζετο, νοουμένου ότι εξασφαλίζετο η ομαλή αντικατάστασή της. Αναλύω πιο κάτω τα σημεία στα οποία στηρίζω τη διαπίστωσή μου αυτή꞉ Ερωτηθείσα από το Δικαστήριο η Εναγόμενη να πει γιατί εφόσον η ίδια επανειλημμένα αναφέρθηκε στο ότι ήταν έτοιμη και πρόθυμη να εφαρμόσει το συμβόλαιο της με την Ενάγουσα και να τηρήσει τον όρο 2.6, επιμένει να προωθεί Υπεράσπιση μέχρι σήμερα σε αυτή την αγωγή, η Εναγόμενη απάντησε ότι η επιμονή της να προωθεί την Υπεράσπιση έγκειται στο εξής꞉ «Στο ότι ο κ. Μαρκίδης, μετά που μου είπε για τον τυπικό χαρακτήρα της παρα. 2.6, μου εζήτησε να παραμείνω για ακόμη μία δύο εβδομάδες στη θέση μου για να βρεθεί ο αντικαταστάτης και να γίνει πιο ομαλή η αντικατάστασή μου στο σχολείο. Επίσης, οι άριστες σχέσεις που είχα μέχρι τότε με τους Διευθυντές του σχολείου και ότι δεν θα έπρεπε να εξηγήσουν γιατί η καθηγήτρια τους εξαφανίστηκε σε μία νύχτα. [...] Αφού εσυμφωνήσαμε λεκτικά και ότι εσυμφωνήσαμε εγώ το έκανα, δεν μου το επιτρέπει το εγώ μου να δώσω πλέον τα 1000 ευρώ. Γι' αυττό και είμαστε άλλωστε εδώ.». Άδραξε την ευκαιρία ο συνήγορος της Ενάγουσας, ζητώντας από την Εναγόμενη να διευκρινίσει τα εξής꞉ «Με αυτά που είπατε στο Δικαστήριο τώρα, αντιλαμβάνομαι ότι στο δικό σας το μυαλό, δεν σημαίνει ότι ισχύει, αλλά στο δικό σας το μυαλό, αποδέσμευση από τον όρο 2.6 θα γινόταν εάν, πρώτον, δεν χρειαζόταν να δώσουν εξηγήσεις πού επήγε η καθηγήτρια, δεύτερον, θα γινόταν αντικατάσταση και τρίτον η αντικατάσταση θα ήταν ομαλή. Συμφωνείτε ή κακώς εκατάλαβα;». Και η απάντηση της Εναγόμενης, μονολεκτική, ήταν «Συμφωνώ». Κατεδείχθη, ενόψει της ανωτέρω τοποθέτησης της Εναγομένης, ότι ήταν αληθής η μαρτυρία του ΜΕ1 ως προς την από μέρους του διαβεβαίωση ότι η Ενάγουσα δεν θα επέμενε στις διατάξεις του όρου 2.6, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξασφαλίζετο «η ομαλή αντικατάσταση» της Εναγομένης πριν την αποχώρησή της. Συνεπώς, καθίσταται άνευ αντικειμένου η ενασχόληση με το κατά πόσον η εν λόγω εκδοχή του ΜΕ1 εισήχθη ή όχι κατά τρόπο δικονομικά παραδεκτό. Δεδομένης της πιο πάνω παραδοχής της Εναγόμενης, κατά την αντίληψη του Δικαστηρίου η αντιδικία καταλήγει να περιστρέφεται γύρω από το νόημα που θα πρέπει να αποδοθεί στον όρο «ομαλή αντικατάσταση». Κλήθηκε η Εναγόμενη κατά την αντεξέτασή της να εξηγήσει τί ήταν κατά την αντίληψή της η «ομαλή αντικατάσταση». Απάντησε, λέγοντας τα εξής꞉ «Δέχομαι ότι είστε δικηγόρος και δεν γνωρίζετε τί γίνεται στα σχολεία. Αν θα έφευγα όπως το είχα προγραμματισμένο, θα αναστάτωνα πολλά μωρά, γιατί περί μωρών πρόκειται, ενώ με το να μείνω και να εξηγήσω ότι θα έφευγα γιατί μου παρουσιάστηκε μια πολύ καλύτερη ευκαιρία, θα ήταν πιο ομαλό για τους ίδιους.». Η ερμηνεία που επέλεξε να δώσει η Εναγόμενη στον όρο «ομαλή αντικατάσταση» ασφαλώς δεν ανταποκρίνεται στην έννοια του όρου όπως τον συζήτησαν μεταξύ τους αυτή και ο ΜΕ1. Αρκεί να θυμήσω ότι στην παρα. 6 της γραπτής δήλωσής της (βλ. το Έγγραφο Δ), η ίδια η Εναγόμενη αναγνώρισε ότι το ζητούμενο της μεταξύ τους συνεννόησης / συμφωνίας ήταν «να μην δημιουργηθεί κενό στο σχολείο». Υπ' αυτήν την έννοια, την οποία αποδέχομαι ως την κοινώς αντιληπτή έννοια του όρου «ομαλή αντικατάσταση» κατά τον ουσιώδη χρόνο της σύναψης της μεταξύ των μερών προφορικής συμφωνίας για αποδέσμευση από τον όρο 2.6, κρίνω ότι δικαιολογημένα υποβλήθηκε στην Εναγόμενη από το συνήγορο της Ενάγουσας πως το ζητούμενο ήταν η «πραγματική αντικατάστασή» της, δηλαδή η αδιάλειπτη αναπλήρωσή της στο διδακτικό προσωπικό και διδακτικό πρόγραμμα του σχολείου της Ενάγουσας. Εφόσον η Εναγόμενη αναγνώρισε ενώπιόν μου ότι καθ' ον χρόνο αυτή αποχωρούσε, ήτοι στις 30.11.2008 δεν είχε ακόμη προσληφθεί ο αντικαταστάστης της, ούτε «λεκτικά» (ως ήταν η έκφρασή της), αλλά ούτε και «πραγματικά», αφού η μεν σύμβαση πρόσληψής του υπεγράφη στις 4.12.2008 αλλά η έναρξη ισχύος της συμφωνήθηκε για την 1.1.2009, έπεται ότι υπήρξε κενό στην αναπλήρωσή της και συνεπακόλουθα δεν υπήρξε «ομαλή» αντικατάστασή της. Ενισχυτικές του ευρήματος περί μη ομαλής αντικατάστασης της Εναγομένης είναι ασφαλώς και οι λοιπές λεπτομέρειες που έδωσε ο ΜΕ1 αναφορικά με το ότι η Ενάγουσα χρειάστηκε να αξιοποιήσει τις υπηρεσίες άλλου μέλους του προσωπικού της για να καλύψει - κατά την περίοδο από 1.12.2008 μέχρι 31.12.2008 - τις ανάγκες (όποιες και αν ήταν εκείνες) των τάξεων στις οποίες δίδασκε προηγουμένως η Εναγόμενη. Δεν θεωρώ πειστική ή ικανοποιητική την εξήγηση που έδωσε η Εναγόμενη ότι δεν υπήρχε πραγματικό κενό διότι η ύλη παραδόθηκε μέχρι το τέλος του Νοέμβρη. Ακόμη και αν κατά το μήνα Δεκέμβρη, ο καθηγητής που θα έμπαινε στις τάξεις θα έκανε μόνο επαναλειπτικά διαγωνίσματα στους μαθητές, η ανάγκη ύπαρξης καθηγητή μέσα στις τάξεις για το σκοπό αυτό, ειδικά σε περίοδο αμέσως πριν τις εξετάσεις του τριμήνου, δεν μπορεί παρά να κριθεί ως πρόδηλη και αυταπόδεικτη. Εν πάση περιπτώσει, η απάντηση που έδωσε η Εναγόμενη ότι η αντικατάστασή της θα ήταν κατά την αντίληψή της ομαλή, αν αυτή έμενε για κάποια περίοδο στο σχολείο, έτσι ώστε να της δοθεί η ευκαιρία να τους εξηγήσει ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο αυτή θα έφευγε ήταν γιατί της παρουσιάστηκε μια καλύτερη ευκαιρία εργοδότησης, αναδεικνύει το εύρος της ζημιάς από την οποία η Ενάγουσα ήθελε να προστατευεί σε περίπτωση αποχώρησης ενός καθηγητή από την υπηρεσία της. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στην ηθική ζημιά, ήτοι στη ζημιά που άπτεται της φήμης της Ενάγουσας. Πώς θα συζητήτο το ζήτημα της αποχώρησης ενός καθηγητή στα μέσα του χρόνου ή/και πολύ ενωρίτερα; Η μεν Εναγόμενη έδειξε να ενδιαφέρεται για τη δική της φήμη, ήτοι να προστατεύσει τη φήμη της ως καλής καθηγήτριας που φεύγει, όχι γιατί υστερεί και δεν κρίνεται επαρκής από την Ενάγουσα, αλλά γιατί έχει βρει κάτι καλύτερο για την ίδια. Η δε Ενάγουσα ασφαλώς και ενδιαφερόταν να μην προκαλέσει τη δυσμένεια των γονέων των μαθητών, αν έμεναν τα παιδιά τους χωρίς καθηγητή, σε περίοδο εξετάσεων. Είναι λογικό ότι η εικόνα της αποδιοργάνωσης του σχολείου, θα ήταν δυσφημιστική για την Ενάγουσα. Συνεπώς, το ζήτημα της «ομαλής αντικατάστασης» ενός καθηγητή, όπως επίσης το ζήτημα της ζημιάς που μπορεί να υποστεί μια σχολή σε περίπτωση που η αντικατάσταση καθηγητή δεν γίνει ομαλά, είναι πολυσχιδή και σύνθετα. Δεν είναι εύκολα προσδιοριστέα ή μετρήσιμα, όπως αμφότεροι οι διάδικοι έδειξαν με τη μαρτυρία τους να αναγνωρίζουν. Η μαρτυρία της Εναγόμενης ενίσχυσε κατά την άποψή μου, παρά να ατόνισε, τη σημασία του όρου 2.6, ως όρου που εξ αρχής αντικατόπτριζε μια ειλικρινή και γνήσια προσπάθεια που είχαν καταβάλει τα συμβαλλόμενα μέρη, στο πλαίσιο της σύμβασης εργοδότησης, να προσυμφωνήσουν τις αποζημιώσεις που θα καλείτο να πληρώσει στο αθώο μέρος το πρόσωπο που τερμάτιζε τη σύμβαση παράνομα (εν προκειμένω χωρίς επαρκή προειδοποίηση), ενόψει της πρακτικής δυσκολίας έως αδυναμίας να προσδιοριστεί η συνεπαγόμενη ζημιά. Θυμίζω ότι ο όρος 2.6, όπως προεκτίθεται ανωτέρω, έχει ως βάση του την κοινή αντίληψητων διαδίκων ότι꞉ «Σε περίπτωση που ο Καθηγητής τερματίσει παράνομα τη Συμφωνία, τα δύο μέρη συμφωνούν τα ακόλουθα꞉ (α) ότι είναι πρακτικά αδύνατο να υπολογιστεί η ζημιά στο Σχολείο, ιδιαίτερα αφού παράνομος τερματισμός θα φέρει δυσμενέστερες συνέπειες στο σχολείο όσο πλησιάζει το τέλος της σχολικής χρονιάς, (β) είναι πολύ δύσκολο να αποδειχθεί με μαρτυρία στο δικαστήριο το ύψος της ζημιάς που θα υποστεί η Εταιρεία και δικαστική διαμάχη θα επιφέρει δυσανάλογα έξοδα και στα δύο μέρη.». Η πιο πάνω εισαγωγική δήλωση στις πρόνοιες του όρου 2.6 επιτρέπει στο Δικαστήριο να αντιληφθεί ότι η πρόθεση των μερών ήταν να προσυμφωνήσουν εύλογα και δίκαια τις αποζημιώσεις που θα ήταν πληρωτέες σε περίπτωση παράνομου τερματισμού, παρά να προβούν σε εκατέρωθεν εκφοβισμό με τη θέσπιση ποινικής ρήτρας. Όπως το έθεσε ο Πασχαλίδης, Δ. στην απόφαση ημερ. 17.10.2011 στην Πολιτική Έφεση αρ. 272/2008, Τρύφωνας Χαραλάμπους ν Liberty Life Insurance Public Co Ltd꞉ «Αυτό που διακρίνει βασικά την ποινική ρήτρα από τον προκαθορισμό της ζημιάς είναι ότι ενώ ο προκαθορισμός της ζημιάς χαρακτηρίζεται και στην ουσία συνιστά μια γνήσια προσπάθεια από πλευράς των συμβαλλομένων να υπολογίσουν και να καθορίσουν εκ των προτέρων τη ζημιά την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, η ποινική ρήτρα στόχο έχει τον εκφοβισμό του παραβάτη έτσι ώστε ο τελευταίος να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Το στοιχείο του εκφοβισμού συνιστά θα λέγαμε την ουσία της ποινικής ρήτρας (βλ. Dunlop Pneumatic Tyre Co. Ltd. v. New Garage & Motor Co. Ltd.
(1915)A.A. 79). Όμως τόσο στη μια όσο και στην άλλη περίπτωση αυτό που προνοείται από τον επίμαχο όρο της σύμβασης είναι η καταβολή χρημάτων από τον παραβάτη συμβαλλόμενο, στον αθώο συμβαλλόμενο. Με άλλα λόγια, είτε πρόκειται για περίπτωση προκαθορισμού ζημιάς, είτε πρόκειται για περίπτωση ποινικής ρήτρας, αυτό που με το σχετικό όρο καλείται ο παραβάτης συμβαλλόμενος να κάμει, είναι να καταβάλει χρήματα στην άλλη πλευρά.». Σημειώνω επίσης ότι στην υπόθεση Dunlop Pneumatic Tyre Company Ltd v. New Garage and Motor Co Ltd,[1] ο Δικαστής Dunedin παράθεσε τα πιο κάτω τέσσερα στοιχεία με βάση τα οποία θα πρέπει να αποφασίζεται το θέμα αν κάποια πρόνοια είναι γνή­σια προσπάθεια καθορισμού αποζημιώσεων ή κατά πόσο αποτελεί ποινική ρήτρα. «If the sum stipulated for is extravagant and unconscionable in amount in comparison with the greatest loss that could conceivably be proved to have followed from the breach. If the breach consists only in not paying a sum of money, and the sum stipulated is a sum greater than the sum which ought to have been paid. There is a presumption (but no more) that it is penalty when a single lump sum is made payable by way of compensation, on the occurrence of one or more or all of several events, some of which may occasion serious and others but trifling damage. It is no obstacle to the sum stipulated being a genuine pre-estimate of damage, that the consequences of the breach are such as to make precise pre-estimation almost an impossibility. On the contrary, that is just the situation when it is probable that pre-estimated damage was the true bargain between the parties». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Τέλος, σημειώνω ότι στο Σύγγραμμα Chitty on Contracts, παρα. 26-126, σελ. 1682, αναφέρεται ότι τα Δικαστήρια θα πρέπει να είναι διστακτικά να χαρακτηρίζουν μια συμβατική πρόνοια ως ποινική ρήτρα, εκτός αν ικανοποιηθούν ότι η εν λόγω πρόνοια επιβλήθηκε με καταπίεση του ενός συμβαλλόμενου μέρος προς το άλλο. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ «Reluctance to find clause penal. The Privy Council659 has cited with approval660 the view of Dickson J. in the Supreme Court of Canada that: "... the power to strike down a penalty clause is a blatant interference with freedom of contract and is designed for the sole purpose of providing relief against oppression for the party having to pay the stipulated sum. It has no place where there is no oppression."661 Ουδέποτε ισχυρίστηκε η Εναγόμενη στη μαρτυρία της ότι αισθανόταν εκφοβισμό λόγω της ύπαρξης του όρου 2.
  1. Ουδέποτε ισχυρίστηκε η ίδια ότι το ποσό των €1000 ήταν υπερβολικό ή εξωφρενικό συγκριτικά προς το μισθό της ή συγκριτικά προς τη ζημιά που θα μπορούσε να υποστεί η Ενάγουσα. Ούτε αρνήθηκε ότι θα ήταν πρακτικά δύσκολο να μετρούσε η Ενάγουσα τη ζημιά της, εάν δεν είχαν προσυμφωνήσει το μέγεθος αυτής. Δεν ζήτησε την ακύρωση του όρου 2.6 ως συμφωνηθέντος υπό καθεστώς καταπίεσης, παρά μόνο ζήτησε από το Δικαστήριο απόφαση ότι αποδεσμεύθηκε από αυτόν με νέα συμφωνία, προκειμένου να αποκατασταθεί το εγώ της που θίγηκε όταν κατ' ισχυρισμόν υπαναχώρησε η Ενάγουσα από την εν λόγω νέα συμφωνία. Έστω και αν η μαρτυρία που παρουσίασε ο ΜΕ1 αναφορικά με τη ζημιά που υπέστη η Ενάγουσα ήταν γενική και μάλλον αναφερόμενη στη φύση της ζημιάς παρά σε μετρήσιμα αποτελέσματα ή σε συγκεκριμένα παράπονα, κρίνω πως δεν υπήρξε ενώπιον μου οποιαδήποτε πειστική μαρτυρία από πλευράς Εναγομένης η οποία να αναιρεί την ύπαρξη ζημιάς με τον τρόπο που την αντιλήφθηκε και περιέγραψε ο ΜΕ
  2. Δεν μπορώ επουδενή λόγο να αποδεχθώ την εισήγηση του συνηγόρουΥπεράσπισης, όπως εκτίθεται στην τελική του αγόρευση, ότι η Ενάγουσα ωφελήθηκε από την αποχώρηση της Εναγομένης ή/και δεν ζήμιωσε από αυτήν, επειδή δήθεν εξοικονόμησε το μισθό ενός καθηγητή κατά το μήνα Δεκέμβριο! Ούτε μπορώ να αποδεχθώ ως λογική την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ήταν επιλογή της Ενάγουσας να μην εργοδοτήσει τον Γιώργο Προκοπίου με άμεση ισχύ το Δεκέμβριο. Λαμβάνω, συναφώς, υπόψη ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο, ως ήταν παραδεκτό από την Εναγόμενη, εργαζόταν σε άλλη εταιρεία και χρειαζόταν να δώσει στον νέο του εργοδότη προειδοποίηση δύο εβδομάδων. Αν από τις 4.12.2008 που υπέγραψε συμβόλαιο με την Ενάγουσα, έδιδε δύο εβδομάδες στον παλαιό του εργοδότη, θα κατέληγε να μπορεί να αρχίσει να εργάζεται για την Ενάγουσα στις 18.12.
  3. Ως ζήτημα κοινής εμπειρίας από την καθημερινή μας ζωή, όλοι γνωρίζουμε ότι μέχρι τότε τα σχολεία ολοκληρώνουν την εξεταστική περίοδο προκειμένου να κλείσουν για τις διακοπές των Χριστουγέννων. Επομένως, θα ήταν ανώφελη η έναρξη της υπηρεσίας του κ. Προκοπίου στις 18.12.2008 και δεν θα αναπλήρωνε το κενό της Εναγομένης. Η θέση της Εναγόμενης ότι η Ενάγουσα θα μπορούσε να είχε μετριάσει τη ζημιά της, με το να προσλάβει την άλλη καθηγήτρια που είχε εισηγηθεί η ίδια και η οποία ήταν κατ' ισχυρισμόν διαθέσιμη για άμεση έναρξη καθηκόντων, παρατηρώ ότι η εν λόγω εκδοχή της Εναγόμενης δεν τεκμηριώθηκε δεόντως, εφόσον δεν υπάρχει ενώπιον μου κατατεθειμένο τεκμήριο που να αποδεικνύει την υποβολή αίτησης για πρόσληψη ούτε προσήλθε ενώπιον μου το εν λόγω ενδιαφερόμενο πρόσωπο για να δώσει μαρτυρία και να επιβεβαιώσει τα λεγόμενα της Εναγομένης, παρά το ότι ο συνήγορος της Ενάγουσας αμφισβήτησε ρητά την εκδοχή της Εναγομένης. Ασφαλώς δεν μπορώ να αποδεχθώ ως βάσιμη ούτε τη θέση της Εναγομένης ότι η περίπτωση της δικής της αποχώρησης είναι συγκρίσιμη με την περίπτωση προσώπου που αποχωρεί με άδεια μητρότητας ή ασθενείας. Ενόψει όλων των παρατηρήσεων και επισημάνσεών μου, απορρίπτω τη μαρτυρία της Εναγομένης ως μη αποδίδουσας την αλήθεια, όλη την αλήθεια και μόνο την αλήθεια. Τα γεγονότα ανιχνεύονται από το Δικαστήριο όχι με βάση την υποκειμενική αντίληψη των εμπλεκομένων μερών, αλλά με βάση την αντικειμενική θεώρησή τους υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ενόψει της ανωτέρω αξιολόγησης της μαρτυρίας και των καταγεγραμμένων ευρημάτων μου ως προς τα γεγονότα, καταλήγω να αποδέχομαι ότι η εκδοχή της Ενάγουσας είναι πιο αληθής παρά να μην είναι. Αποδέχομαι ότι υπήρξε μονομερής τερματισμός της σύμβασης, με προειδοποίηση που είναι μικρότερη της προβλεπόμενης στον όρο 2.5 της σύμβασης εργοδότησης και συνεπώς, παράνομος τερματισμός της σύμβασης. Υπεισέρχεται συνεπακόλουθα σε εξέταση ο όρος 2.6, ο οποίος εφαρμόζεται σε περίπτωση παράνομου τερματισμού. Εγείρεται το ερώτημα αν η Εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση λόγω κωλύματος της Ενάγουσας να επικαλεστεί τον όρο 2.6 της σύμβασης. Παρά την προφορική διαβεβαίωση την οποία εντοπίζω να είχε δώσει ο ΜΕ1 στην Εναγόμενη κατά ή περί τις 18.11.2008, ήτοι μετά την παράδοση της επιστολής παραίτησής της, ότι η Ενάγουσα δεν θα επέμενε σε εφαρμογή του όρου 2.6, εάν η ίδια βοηθούσε ώστε η αντικατάστασή της να γινόταν ομαλά, κρίνω ότι εκ των πραγμάτων δεν υπήρξε ομαλή αντικατάστασή της. Η ίδια αποχώρησε στις 30.11.2008 και ο αντικαταστάστης που εισηγήθηκε ανέλαβε καθήκοντα την 1.1.
  4. Παρέμεινε κενό στο διδακτικό πρόγραμμα και προσωπικό της Ενάγουσας κατά τη διάρκεια της εξεταστικής περιόδου του Δεκεμβρίου. Δεν μπορεί υπό τις συνθήκες αυτές να βασίζεται η Εναγόμενη στη διαβεβαίωση που είχε λάβει από τον ΜΕ1 για μη εφαρμογή του όρου 2.
  5. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 74
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ο προκαθορισμός της ζημιάς στη σύμβαση δεν είναι δεσμευτικός, επενεργεί μόνο στην οριοθέτηση του ανωτάτου ορίου της αποζημίωσης που μπορεί να επιδικασθεί. Εκεί όπου η προβλεπόμενη αποζημίωση ενέχει χαρακτήρα ποινικής ρήτρας (penalty) αυτή αγνοείται, ενώ εκεί που συνιστά γνήσια προσπάθεια προκαθορισμού της ζημιάς την οποία θα υποστεί το αθώο μέρος από την παράβαση της συμφωνίας, τότε μετρά ως στοιχείο σχετικό στον καθορισμό της εύλογης αποζημίωσης και λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ. The Holy Monastery of Ayios Neophytos v. Antoniades
(1968)1 C.L.R. 10, Panayiotou v. Island Beach Development Ltd.
(1985)1 C.L.R. 623, Σταύρος Χαραλάμπους ν. A.N. Stasis Estates Ltd. κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 418, Μ. Πογιάση κ.ά. ν. Σταυρινίδη Κεμ Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 και Σωματείο «Ανόρθωσις» ν. Σωματείου «Απόλλων»
(2002)1 Α.Α.Δ. 518). Έχω ήδη καταλήξει σε εύρημα ανωτέρω ότι στην παρούσα υπόθεση υπήρξε κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εργοδότησης γνήσια και ειλικρινής προσπάθεια για προκαθορισμό του τί θα συνιστούσε εύλογη αποζημίωση για το αθώο μέρος. Συνεπώς, απορρίπτω την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης, η οποία ηγέρθηκε στην τελική του αγόρευση, ότι ο όρος 2.6 αποτελεί πονική ρήτρα. Δεν αποτελεί ποινική ρήτρα υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης σύμβασης εργοδότησης και δεν δικαιολογείται η εισήγηση να αγνοηθεί ούτε με βάση τα ιδιαίτερα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα επικαλέστηκε τον όρο 2.6 με την επιστολή της ως το Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Α, αφότου είχε ήδη επέλθει ο τερματισμός της σύμβασης, δεν αφαιρεί το δικαίωμα της Ενάγουσας να το πράξει. Παραπέμπω στον όρος 9.1 της σύμβασης εργοδότησης, ο οποίος προβλέπει ότι꞉ «9.1. Η λήξη ή τερματισμός της παρούσας Συμφωνίας, με οποιονδήποτε τρόπο και αν συμβεί αυτό, δεν θα επηρεάσει οποιαδήποτε πρόνοια της για την οποία, σύμφωνα με τους όρους αυτής, υπάρχει πρόθεση να ισχύει ή έχει αποτέλεσμα μετά τη ρηθείσα λήξη ή τερματισμό.». Αποδέχομαι ότι η Ενάγουσα έχει καλό αγώγιμο δικαίωμα στη βάση του όρου 2.6 για τη διεκδίκηση προσυμφωνημένων αποζημιώσεων. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Iordanou v. Anyftos [1959 - 60] 24 CLR 97, σε κάθε περίπτωση, είτε πρόκειται περί ποινικής ρήτρας, είτε πρόκειται περί γνήσιου προκαθορισμού της ζημιάς, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να επιδικάσει εκείνο το ποσό που θεωρεί ότι αποτελεί εύλογες αποζημιώσεις υπό τις περιστάσεις, μέχρι του ποσού που προσυμφώνησαν τα μέρη꞉ «lt is clear from the wording of the section itself that whether the sums stipulated are in the nature of a genuine pre-estimate of damages or in the nature of penalty that makes no difference as to the discretion of the Judge to award as reasonable compensation to the party entitled thereto a sum not exceeding the amount stipulated. No doubt when the amount named in the contract is in the nature of pre-estimated damages, that will carry weight with the Judge in fixing the amount of damages but in either case a Court is precluded from awarding damages beyond and in excess of the amount named in the contract». Η πιο πάνω αρχή, ως προς τη διακριτική ευχέρεια που διατηρεί το Δικαστήριο, επιβεβαιώθηκε με τις αποφάσεις στην υπόθεση Γεώργιος Χρυσοστόμου & Υιός Λτδ V Long Life Construction Ltd, Π.Ε. Αρ. 10297, σελ. 1944 και την Παγιάση κ.α v Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 232 στις σελίδες 238-
  1. Αναδείχθηκε εκεί και η αναγκαιότητα να προσκομίζεται μαρτυρία προς απόδειξη της πραγματικής ζημιάς που ανέκυψε συνεπεία της παράβασης της σύμβασης για την οποία είναι υπόλογος ο εναγόμενος, ανεξαρτήτως του προκαθορισμού των αποζημιώσεων, έτσι ώστε να έχει το Δικαστήριο το εργαλείο για να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια καθορισμού εύλογης αποζημίωσης υπό τις περιστάσεις. Δεν μου διαφεύγει βεβαίως ότι στην υπόθεση Maltezou V Louka XVI CLR 88 το Εφετείο, παρά το γεγονός ότι δεν είχε αποδειχθεί οποιαδήποτε ζημιά, θεώρησε ότι ο Εφεσείων δικαιούτο σε εύλογη αποζημίωση για την αναστάτωση που είχαν υποστεί όταν ο Εφεσίβλητος, το 1940, που τα ήθη και έθιμα ήταν πολύ αυστηρά και ο γάμος διευθετείτο με συμφωνία των γονέων, αρνήθηκε να παντρέψει την κόρη του με τον Εφεσείοντα όπως είχαν αρχικά συμφωνήσει. Αντί όμως του ποσού των ΛΚ50 που είχε προκαθορισθεί στη μεταξύ τους συμφωνία, το Εφετείο έκρινε ως εύλογο το ποσό των ΛΚ
  2. Στην παρούσα υπόθεση έχει δοθεί μαρτυρία, η οποία έμεινε ακλόνητη, ότι δημιουργήθηκε κάποια αναστάτωση λόγω της παραίτησης της Εναγομένης, η οποία είχε σαν αποτέλεσμα να δυσαρεστήσει κάποιους γονείς. Αυτή είναι η κύρια ζημιά που επικαλέστηκε η Ενάγουσα. Δεν υπάρχουν μετρήσιμα αποτέλεσματα όσον αφορά τον επηρεασμό των ιδίων των μαθητών στις επιδόσεις τους στις εξετάσεις των μαθηματικών. Έχει επίσης δοθεί μαρτυρία ότι η Ενάγουσα έλαβε εύλογα μέτρα για να μετριάσει τη ζημιά της. Ότι για να αναπληρώσει το κενό, αναγκάστηκε να επιστρατεύσει άλλο μέλος του υφιστάμενου προσωπικού της, επιφορτίζοντάς το με επιπρόσθετα καθήκοντα. Δεν έχει προσδιοριστεί από την Ενάγουσα το χρηματικό κόστος που είχε (αν είχε) από αυτού του είδους την αναπλήρωση της Εναγομένης. Υπό το φως των ανωτέρω, και με δεδομένο ότι ήταν εξ υπαρχής προβλεπτή η δυσκολία να προσδιορισθεί η ζημιά που θα προκαλείτο στην Ενάγουσα από ενδεχόμενη αναστάτωση των γονέων και μαθητών, γι' αυτό και προκαθορίστηκε το ποσό των αποζημιώσεων, καταλήγω ότι στην παρούσα υπόθεση, παρομοίως προς την προμνησθείσα υπόθεση Maltezou V Louka, είναι εύλογο να επιδικάσω υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης το ποσό των €700 ως αποζημιώσεις για την αναστάτωση που προκλήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο παράνομος τερματισμός επήλθε στο μεταίχμιο μεταξύ του πρώτου τριμήνου και του δεύτερου τριμήνου (όπου οι αποζημιώσεις θα διπλασιάζονταν), αμέσως πριν την έναρξη της εξεταστικής περιόδου όπου ήταν αυταπόδεικτη η ανάγκη άμεσης και ομαλής αναπλήρωση του καθηγητή που αποχωρούσε, με προειδοποίηση που ανέρχεται στο 1/6 της αρχικά συμφωνηθείσας στη σύμβαση εργοδότησης και μη καλύπτουσας την εξεταστική περίοδο, αφήνοντας την Ενάγουσα ουσιαστικά εκτεθειμένη. Επιπλέον, επιδικάζω υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης τα δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)...................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] [1915] AC
  3. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.