Αίτηση της εταιρείας Bank of Moscow (Open Joint Stock Company) ν. Αναφορικά με την εταιρεία Koultis Holdings Limited, Αίτηση Εταιρείας: 905/2011, 3/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A276 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας: 905/2011 Αναφορικά με την εταιρεία Koultis Holdings Limited και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 και Αίτηση της εταιρείας Bank of Moscow (Open Joint Stock Company), από τη Ρωσία Αίτηση ημ. 23 Αυγούστου 2013 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 3 Ιουλίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κα Ε. Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κα Α. Στυλιανού για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την κυρίως Αίτηση την οποία καταχώρισε το 2011, η αιτήτρια ζητά την εκκαθάριση της εταιρείας Koultis Holdings Limited (εφεξής «η εταιρεία») λόγω ισχυριζόμενης παράλειψης πληρωμής χρέους της προς την αιτήτρια κατόπιν επίδοσης σε αυτή απαίτησης δυνάμει του άρθρου 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Στις 21.8.13 η αιτήτρια καταχώρισε την υπό κρίση μονομερή αίτηση (εφεξής «η αίτηση»), δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία ουσιαστικά απαγορεύεται, μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου: (
- i)στην εταιρεία να αποξενώσει οποιοδήποτε περιουσιακό της στοιχείο, και (
- ii)στην εταιρεία και ή την Isdell Holdings Ltd (εφεξής «η Isdell») να αποξενώσουν Ευρωομόλογα (Eurobonds, εφεξής «τα Ευρωομόλογα») συνολικής αξίας US$2.077.145, και ή να προχωρήσουν με οποιοδήποτε τρόπο στην εκτέλεση γραπτής συμφωνίας ημ. 23.4.13 μεταξύ της εταιρείας και της Isdell, δυνάμει της οποίας τα δικαιώματα από τα Ευρωομόλογα εκχωρούνται στην Isdell. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 209, 211, 212(α) και (γ), 214, 216, 217 και 301
(1)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στα άρθρα 4, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στη Δ.48 Θθ.1, 2, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στη νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια, στην εγγενή εξουσία και στην πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Κουάλη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Οι βασικοί ισχυρισμοί του κ. Κουάλη συνοψίζονται ως ακολούθως: i. Η εταιρεία είναι δικαιούχος των Ευρωομολόγων τα οποία εκδόθηκαν από τη Royal Bank of Scotland (εφεξής «η RSB»), και τα οποία κατέχονται για λογαριασμό της εταιρείας από την τράπεζα Russia National Commercial Bank OJSC (εφεξής «η RNKB») ως θεματοφύλακα, δυνάμει συμφωνίας ημ. 17.2.
- ii. Στις 24.3.09 η αιτήτρια, τραπεζικός οργανισμός στη Ρωσία, και η εταιρεία, με έδρα της τη Λευκωσία, συνήψαν συμφωνία δανείου (εφεξής «η συμφωνία δανείου»), Τεκμήριο
- iii. Κατά τη σύναψη της συμφωνίας δανείου και για σκοπούς έγκρισης και εξασφάλισης αυτού, η εταιρεία ενεχυρίασε προς όφελος της αιτήτριας τα Ευρωομόλογα της RBS. Η αξία των Ευρωομολόγων είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με το ποσό του δανείου, και ακόμα και αν εκτελείτο η εξασφάλιση θα παρέμενε οφειλόμενο ένα πολύ μεγάλο ποσό. iv. Ακολούθησε η υπογραφή συμπληρωματικού εγγράφου της συμφωνίας δανείου ημ. 24.3.10, Τεκμήριο 1(α), το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αρχικής συμφωνίας δανείου. v. Η εταιρεία παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας, με αποτέλεσμα η αιτήτρια να εξασκήσει το δικαίωμα της, με βάση τον όρο 7 της συμφωνίας, ήτοι να στείλει επιστολή απαιτώντας την πληρωμή του ποσού του δανείου, των τόκων και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού, Τεκμήριο
- vi. Στις 3.10.11 η αιτήτρια επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας γραπτή απαίτηση με βάση το άρθρο 212(α) του Κεφ.113 για την εξόφληση του ποσού των US$23.000.000 πλέον τόκους, Τεκμήριο
- Η εταιρεία παρέλειψε να πληρώσει την οφειλή της και έτσι καταχωρίστηκε η κυρίως Αίτηση. vii. Η εταιρεία είναι αναξιόχρεη και ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και έτσι δικαιολογείται η εκκαθάριση της. Η αιτήτρια έχει πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην κυρίως Αίτηση. viii. Όπως προκύπτει από την ένσταση της εταιρείας στην κυρίως Αίτηση, η εταιρεία δεν αμφισβητεί την ύπαρξη της συμφωνίας δανείου και την οφειλή της και προβάλλει γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν συνιστούν υπεράσπιση αλλά αντιθέτως επιβεβαιώνουν την αδυναμία της να πληρώσει τα χρέη της. ix. Πρόσφατα η αιτήτρια πληροφορήθηκε ότι, καθ΄ ον χρόνο εκκρεμούσε η κυρίως Αίτηση, η εταιρεία εντελώς παράνομα και κακόβουλα προχώρησε στη σύναψη συμφωνίας με την Isdell ημ. 23.4.13 για την παραχώρηση των δικαιωμάτων της σε περιουσιακά της στοιχεία, ήτοι στα Ευρωομόλογα, (εφεξής «η συμφωνία εκχώρησης»),Τεκμήριο
- x. Η συμφωνία εκχώρησης είναι εικονική και έγινε με μοναδικό σκοπό την παράνομη αποξένωση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, καθότι οι δύο εταιρείες είναι συνδεδεμένες. Συγκεκριμένα, οι δύο εταιρείες έχουν κοινό εγγεγραμμένο γραφείο, κοινό γραμματέα και κοινό διευθυντή, τον κ. Μάριο Τζωρτζή, πρώην διευθυντή της εταιρείας και νυν διευθυντή της Isdell, και ο οποίος υπέγραψε τη συμφωνία εκχώρησης εκ μέρους της τελευταίας υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή αυτής. Το συμφωνηθέν ποσό ως αντάλλαγμα για την εκχώρηση είναι αδικαιολόγητα πολύ μικρότερο από την αξία των μερισμάτων των Ευρωομολόγων και ο χρόνος καταβολής του ποσού είναι αδικαιολόγητα πολύ μεταγενέστερος, ήτοι στις 31.12.
- xi. Επίσης η συμφωνία εκχώρησης είναι άκυρη με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 216 του Κεφ.
- xii. Στις 29.5.13 η Isdell, επικαλούμενη τη συμφωνία εκχώρησης, καταχώρισε αγωγή εναντίον της RNKB με την οποία διεκδικεί το ποσό των US$2.077.145 πλέον τόκους. Στην εν λόγω αγωγή προστέθηκε ως τριτοδιάδικος η αιτήτρια. Η αγωγή ήταν ορισμένη στις 18.9.13, ημερομηνία κατά την οποία πιθανό να ολοκληρώνετο η διαδικασία και εκδίδετο και απόφαση. xiii. Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της αιτήτριας για τη διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων, καθότι με την εκτέλεση της συμφωνίας εκχώρησης, αυτό το περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας δεν θα υφίσταται σε περίπτωση εκκαθάρισης της. xiv. Είναι επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να αποφευχθεί η περαιτέρω αποξένωση περιουσίας από την εταιρεία. xv. Αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η αίτηση με την προσθήκη του άρθρου 31 του Ν.14/60 και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Ειδικότερα δεν έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. 2) Υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης. Διάταγμα που να απαγορεύει γενικά την αποξένωση περιουσίας της εταιρείας εκδίδεται μόνο στα αρχικά στάδια της καταχώρισης της αίτησης εκκαθάρισης και όχι δύο χρόνια αργότερα. 3) Το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς ενόψει της καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης. Ούτε συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. 4) Το διάταγμα που αφορά και την Isdell πρέπει να ακυρωθεί καθότι στρέφεται εναντίον νομικού προσώπου που δεν είναι διάδικο μέρος στην παρούσα διαδικασία. 5) Επίσης το εν λόγω διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί και για τον λόγο ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εμποδίσει την υλοποίηση και εκτέλεση συμφωνίας η οποία είχε ήδη συναφθεί. 6) Σε περίπτωση που η εταιρεία προχωρήσει με αποξένωση της περιουσίας της, τότε η μόνη κατάλληλη θεραπεία είναι η έγερση αγωγής και όχι η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. 7) Δεν καταδεικνύεται καλή βάση αγωγής ούτε και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. 8) Δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία ότι η αιτήτρια θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. 9) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της εταιρείας. 10) Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει είναι γενική και αόριστη. 11) Δεν έχει αποδειχθεί ο κίνδυνος μη ικανοποίησης της αιτήτριας. 12) Υπάρχει απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου. 13) Η αιτήτρια δεν έρχεται με καθαρά χέρια αλλά αντιθέτως ενεργεί καταπιεστικά και καταχρηστικά. 14) Η διατήρηση των διαταγμάτων δεν εξυπηρετεί τη δικαιοσύνη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Φιλιππίδη, γενικού διευθυντή της Oneworld Ltd, η οποία διαχειρίζεται την εταιρεία. Στην ένορκη του δήλωση ο κ. Φιλιππίδης παραδέχεται την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου, επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης και προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς: (α) Η συμφωνία δανείου προνοεί ότι το δίκαιο που διέπει αυτή είναι το Ρωσικό και ότι αρμόδιο για την επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς προκύψει είναι το Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο στη Ρωσία. (β) Προς εξασφάλιση του δανείου, η εταιρεία ενεχυρίασε 45000 Ευρωομόλογα της RBS ονομαστικής αξίας US$1000 δυνάμει συμφωνίας ημ. 24.8.09 (εφεξής «η συμφωνία ενεχυρίασης»), Τεκμήριο Α. Η εν λόγω συμφωνία προνοούσε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της εταιρείας με τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας δανείου η αιτήτρια θα είχε το δικαίωμα να αποκτήσει τις μετοχές και να τις πωλήσει σε τρίτο μέρος. Επομένως η αιτήτρια δέχθηκε ως ικανοποιητική εγγύηση την ενεχυρίαση των μετοχών και δεν μπορεί να ισχυρίζεται τώρα ότι αυτή η εγγύηση δεν είναι επαρκής για να καλύψει το χρέος. (γ) Η συμφωνία ενεχυρίασης τερματίστηκε στις 8.8.12 και η εταιρεία είναι η δικαιούχος του ποσού των US$2.077.
- (δ) Το επίδικο δάνειο αποτελεί μέρος άλλων δανείων τα οποία έγιναν προς Κυπριακές εταιρείες με στόχο τη χρήση των δανείων για επενδύσεις από τις οποίες τα δάνεια θα αποπληρώνονταν σταδιακά και τα έσοδα και περιουσιακά στοιχεία θα διατίθεντο δυνάμει καταπιστεύματος προς όφελος δικαιούχων, μεταξύ των οποίων ήταν και η RBS. H εταιρεία συστάθηκε μέσα σε αυτό το πλέγμα, και οι διαχειρίστριες αυτού του πλέγματος, Oneworld Ltd και Oneworld Trustees Ltd, ενήργησαν καλή τη πίστει με οδηγίες της αιτήτριας, μέσω του προέδρου και του αντιπροέδρου της, Andrei Borodin και Dimitri Akulinin αντίστοιχα. (ε) Το σύστημα λειτούργησε κανονικά μέχρι το 2011 όταν για αλλότριους πολιτικούς λόγους ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της αιτήτριας εκδιώχθηκαν από τη διεύθυνση της και η μετοχική δομή της τέθηκε υπό τη διεύθυνση και τον έλεγχο της VTB Bank καθ΄ υπόδειξη του Κρεμλίνου. (στ) Γύρω στον Σεπτέμβριο του 2011 και ενώ η εταιρεία βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την αιτήτρια για διευθέτηση του δανείου της, η τελευταία καταχώρισε την κυρίως Αίτηση. Η εταιρεία ζήτησε από την αιτήτρια να αποσύρει την Αίτηση για να μπορέσει να συνεχιστεί η διαδικασία διαπραγματεύσεων, αλλά η αιτήτρια αρνήθηκε να το πράξει. Στις 3.10.11 η εταιρεία έστειλε επιστολή (Τεκμήριο Δ) προς την αιτήτρια εκφράζοντας τις θέσεις της και επισυνάπτοντας δημοσιεύματα των Ρωσικών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης τα οποία αναφέρονται σε θέματα παρανομίας και απάτης από στελέχη της αιτήτριας κατά τη χορήγηση δανείων. (ζ) Η αιτήτρια επίσης εξασφάλισε τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και των υπολοίπων εταιρειών του πλέγματος, και ενώ με καταπιεστικό τρόπο αποστέρησαν την εταιρεία από την περιουσία της, η αξία της οποίας υπερβαίνει τα ποσά των δανείων, ταυτόχρονα απαιτούν την εξόφληση των δανείων. (η) Κατά τον Ιανουάριο του 2012 ο ενόρκως δηλών είχε διευθετήσει συνάντηση με το νέο πρόεδρο της αιτήτριας στη Μόσχα, και κατά την επίσκεψη του εκεί τέθηκε υπό κράτηση για ανακρίσεις με σκοπό τον εκφοβισμό του και ικανοποίηση των αιτημάτων της αιτήτριας. (θ) Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της κυρίως Αίτησης καθότι απαραίτητη προϋπόθεση είναι η έκδοση δικαστικής απόφασης στη Ρωσία σύμφωνα με το Ρωσικό δίκαιο. (ι) Σύμφωνα με νομική γνωμάτευση (Τεκμήριο Ζ) η απαίτηση της αιτήτριας είναι άκυρη. Η συμφωνία δανείου συνήφθη από μέρους της αιτήτριας παράτυπα και σε αντίθεση με τις πρόνοιες του καταστατικού της. (κ) Η εταιρεία είναι σε θέση να πληρώσει το ισχυριζόμενο ποσό του δανείου, ως φαίνεται στον ισολογισμό που ετοίμασαν οι λογιστές της για το 2011, Τεκμήριο Η. (λ) Η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι στις 14.5.12 η εταιρεία, άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της, μεταβίβασε σε αυτή περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν στη Ρωσία από τα δάνεια στις Κυπριακές εταιρείες, ύψους US$3 δις, και ότι περί τον Ιούνιο του 2013 υπήρξε μεταβίβαση της διαχείρισης των Ρωσικών εταιρειών που είναι οι ιδιοκτήτριες των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στην αιτήτρια, Τεκμήρια Θ και Ι αντίστοιχα. (μ) Η συμφωνία ενεχυρίασης έληξε τον Αύγουστο του 2012 και η συμφωνία εκχώρησης συνήφθη μεταγενέστερα στις 23.4.
- Η συμφωνία εκχώρησης ήταν εις γνώση της αιτήτριας από το 2012 εξ ου και ζήτησε στοιχεία για τα μερίσματα για να γίνει μεταφορά των ποσών σε τραπεζικό λογαριασμό που επιθυμούσε η εταιρεία. Η αιτήτρια χρονοτριβούσε για το θέμα με αποτέλεσμα τη σύναψη της συμφωνίας εκχώρησης μεταξύ δύο ανεξάρτητων εταιρειών έναντι του νομίμου ανταλλάγματος των US$1.800,
- (ν) Η αιτήτρια δεν έρχεται με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο καθότι απέκρυψε όλο το πιο πάνω ιστορικό των γεγονότων. Κατόπιν απόφασης του Δικαστηρίου ημ. 4.7.14, η αιτήτρια καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Ιωάννου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Σε αυτήν ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει την απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου ημ. 3.2.14 στην αγωγή μεταξύ της Isdell και της RNKB. Με την εν λόγω απόφαση η απαίτηση απορρίφθηκε και μάλιστα το Δικαστήριο ανέφερε ότι οι δύο εταιρείες έχουν σχέση μητρικής θυγατρικής και ότι η συμφωνία έγινε συνωμοτικά σε μία προσπάθεια αποξένωσης περιουσίας της εταιρείας. Ο κ. Ιωάννου ισχυρίζεται ότι η απόφαση αποτελεί δεδικασμένο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Εκ μέρους της εταιρείας καταχωρίστηκε απαντητική ένορκη δήλωση του κ. Φιλιππίδη. Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει τα όσα περιέχονται στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και προσθέτει ότι η απόφαση δεν έχει σχέση με την παρούσα διαδικασία ούτε και αποτελεί δεδικασμένο. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις. Και οι δύο δικηγόροι κατέθεσαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις με παραπομπή σε νομολογία προς υποστήριξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών τους. Όπως έχει ήδη διαφανεί, στα πλαίσια της παρούσας αίτησης εγείρονται αρκετά θέματα προς εξέταση. Το Δικαστήριο θα ασχοληθεί με καθένα εξ αυτών με τη σειρά που το ίδιο θεωρεί ορθότερη και όχι κατ΄ ανάγκην όπως αυτά ηγέρθησαν από την κάθε πλευρά. Κατά την ενασχόληση του με το κάθε θέμα το Δικαστήριο θα προβαίνει, στον βαθμό που αυτό κρίνεται σκόπιμο, σε πιο αναλυτική αναφορά στις θέσεις των δύο πλευρών, είτε αυτές προκύπτουν μέσα από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα είτε μέσω των αγορεύσεων. Ι. Δυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος σε Αίτηση Εκκαθάρισης Βασική θέση της εταιρείας είναι ότι η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης που να παρεμποδίζει την εκτέλεση συμφωνίας και τη διάθεση περιουσίας είναι λανθασμένη καθότι δεν προβλέπεται από το Νόμο. Ειδικότερα, στην ένορκη του δήλωση ο κ. Φιλιππίδης αναφέρει ότι δεν έχει επέλθει παραβίαση του άρθρου 216 του Κεφ. 113, αλλά ακόμα και αν θεωρηθεί ότι η συμφωνία εκχώρησης αποτελεί διάθεση εντός των προνοιών του άρθρου 216, τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει την εκτέλεση συμφωνίας και την οποιαδήποτε διάθεση περιουσίας είναι άκυρη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σκοπός του άρθρου 216 είναι να παρεμποδιστούν οι αξιωματούχοι της εταιρείας να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία αυτής μετά την υποβολή αίτησης εκκαθάρισης, και αν επέλθει αποξένωση τότε η ανάκτηση της περιουσίας ζητείται μόνο με αγωγή. Η δικηγόρος της εταιρείας εισηγήθηκε ότι το άρθρο 216 τυγχάνει εφαρμογής μόνο όταν η διάθεση περιουσίας έχει ολοκληρωθεί, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση εφόσον η συμφωνία εκχώρησης δεν έχει υλοποιηθεί. Ήταν η θέση της ότι δεν προνοείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια του άρθρου 216 το οποίο παρέχει μεν τη δυνατότητα ανάκτησης περιουσίας η οποία έχει ήδη αποξενωθεί αλλά μέσω άλλων διαδικασιών, οι οποίες μπορούν να εγερθούν είτε πριν είτε μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Αντίθετη ήταν η θέση της δικηγόρου της αιτήτριας η οποία ανέφερε ότι το άρθρο 216 τυγχάνει εφαρμογής κατά την περίοδο μεταξύ της καταχώρισης αίτησης εκκαθάρισης και της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης. Παρέπεμψε επίσης σε νομολογία στην οποία αναγνωρίστηκε η δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης με βάση το άρθρο 214
(1)του Κεφ.113. Το άρθρο 214 του Κεφ. 113 ρητώς προνοεί για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος στα πλαίσια αίτησης για εκκαθάριση ως ακολούθως: «214.-
(1)Κατά την ακρόαση αίτησης για εκκαθάριση, το Δικαστήριο δύναται να την απορρίψει, ή να αναβάλει την ακρόαση με όρους ή χωρίς όρους, ή να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα, ή οποιοδήποτε άλλο διάταγμα θεωρήσει πρέπον, αλλά το Δικαστήριο δεν δύναται να αρνηθεί να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης μόνο επειδή τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας έχουν επιβαρυνθεί ή υποθηκευθεί για ποσό ίσο με ή που υπερβαίνει τα περιουσιακά εκείνα στοιχεία ή ότι η εταιρεία δεν έχει περιουσιακά στοιχεία.» Στην υπόθεση Metrosvyaz Ltd κ.ά.
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1843, αναγνωρίστηκε η παροχή εξουσίας στο Δικαστήριο με βάση το άρθρο 214
(1)να εκδίδει προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα στα πλαίσια αίτησης εκκαθάρισης. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτηση εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 211(f) του Κεφ. 113, και το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εκδώσει προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στην καθ΄ ης η αίτηση εταιρεία η παύση μελών του διοικητικού της συμβουλίου, η πληρωμή ποσών σε τρίτα πρόσωπα από τους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας και η δημιουργία οποιωνδήποτε οικονομικών υποχρεώσεων της εταιρείας. Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου 214
(1)και όσα αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση, προκύπτει ότι το εν λόγω άρθρο παρέχει ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα κρίνει σκόπιμο εκκρεμούσης αίτησης εκκαθάρισης εταιρείας. Το άρθρο 216 προνοεί ως ακολούθως: «216. Κατά την εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο οποιαδήποτε διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, περιλαμβανομένων και αγωγίμων δικαιωμάτων, και οποιαδήποτε μεταβίβαση μετοχών, ή αλλαγή της υπόστασης των μελών της εταιρείας, που γίνεται μετά την έναρξη της εκκαθάρισης είναι άκυρη, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.» Με βάση το άρθρο 218
(2)η εκκαθάριση εταιρείας από το Δικαστήριο λογίζεται ότι αρχίζει από τον χρόνο υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Νίκος Χριστοφή, Πολ. Αίτηση αρ. 153/13, ημ. 9.8.13, το λεκτικό του άρθρου 216 φανερώνει ότι «εκείνο που απαγορεύεται είναι η διάθεση της ιδιοκτησίας της εταιρείας, η αλλαγή της υπόστασης των μελών αυτής και η μεταβίβαση μετοχών ούτως ώστε να μην αλλοιώνεται το υφιστάμενο, κατά το χρόνο της εταιρικής αίτησης για διάλυση, ιδιοκτησιακό καθεστώς της εταιρείας». Στην υπόθεση Helindo Shipping Company Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 238, τονίστηκε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 216 εφαρμόζονται κατά την περίοδο μεταξύ της καταχώρισης της αίτησης εκκαθάρισης και της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης. Στην εν λόγω υπόθεση οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας προέβησαν σε ενέργειες αποξένωσης περιουσίας (μεταβίβαση ποσού από τραπεζικό λογαριασμό) της εταιρείας μετά τον διορισμό εκκαθαριστή, ο οποίος επιχείρησε να ανακτήσει το διατεθέν ποσό επικαλούμενος τις πρόνοιες του άρθρου 216. Τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ΄ έφεση αποφασίστηκε ότι μετά την εκκαθάριση της εταιρείας το άρθρο 216 δεν τύγχανε εφαρμογής και έτσι ο εκκαθαριστής δεν είχε δικαίωμα να αναζητήσει θεραπεία με βάση το εν λόγω άρθρο. Εξ ου και το Δικαστήριο κατέληξε στην εξής διαπίστωση: «.Εξ αντικειμένου ο σκοπός του άρθρου αυτού έγκειται στην παρεμπόδιση των αξιωματούχων της εταιρείας από του να αποξενώσουν περιουσιακά της στοιχεία μετά την υποβολή αίτησης για τη διάλυσή της. Τέτοια δυνατότητα τους παρέχεται μόνο πριν τη διάλυση της εταιρείας. Μετά τη διάλυση καταπίπτουν του αξιώματός τους. Σκοπεί ο νομοθέτης να περιορίσει τη δυνατότητα των εχόντων την εξουσία να προβούν στη διάθεση περιουσίας της εταιρείας από του να το πράξουν, επί ποινή ακύρωσης της πράξης.» Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην Αγγλική υπόθεση Re Wiltshire Iron Company Ex parte Pearson
(1868)3 Ch. App. 443, η οποία αφορούσε το αντίστοιχο Αγγλικό άρθρο 153 του Νόμου. Στην εν λόγω υπόθεση αναγνωρίστηκε η αρχή ότι το άρθρο 153 αποτελεί μία ευεργετική και αναγκαία πρόνοια για παρεμπόδιση, κατά τη διάρκεια της περιόδου η οποία μεσολαβεί μεταξύ της ακρόασης της αίτησης μέχρι την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, της αντικανονικής αποξένωσης και διασπάθισης της περιουσίας της εταιρείας κάτω από την εξαιρετικότητα των περιστάσεων. Στην εν λόγω υπόθεση, ενόσω εκκρεμούσε αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας, η τελευταία προέβη σε συμφωνία πώλησης σιδήρου. Με τον διορισμό του ο εκκαθαριστής αποτάθηκε στο Δικαστήριο ζητώντας όπως ο σίδηρος, ο οποίος βρισκόταν ήδη στη διαδικασία παράδοσης στον αγοραστή, παραδοθεί στον ίδιο (τον εκκαθαριστή) ως περιουσία της εταιρείας. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η συμφωνία αγοραπωλησίας σιδήρου είχε ήδη ολοκληρωθεί πριν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, στα πλαίσια εκτέλεσης της συνήθους εργασίας της εταιρείας, και επομένως ο αγοραστής δικαιούτο στην κατοχή του σιδήρου. Με άλλα λόγια, κρίθηκε ότι το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να παρέμβει σε μία συμφωνία η οποία είχε ήδη ολοκληρωθεί. Είναι προφανές ότι το άρθρο 216 αποσκοπεί στην προστασία και διατήρηση της περιουσίας της εταιρείας από τη στιγμή που καταχωρείται αίτηση για την εκκαθάρισης της μέχρι και την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Αυτό είναι ακριβώς το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η υπό κρίση αίτηση, δηλαδή εκκρεμούσης της κυρίως Αίτησης για εκκαθάριση και πριν την ακρόαση επί της ουσίας αυτής, καθ΄ ον χρόνο είναι κοινώς αποδεκτό ότι υπεγράφη η συμφωνία εκχώρησης η οποία δεν έχει υλοποιηθεί εφόσον τα Ευρωομόλογα δεν έχουν εκχωρηθεί ακόμη στη δικαιούχο Isdell. Αυτά τα δεδομένα διαφοροποιούν την παρούσα περίπτωση από τις δύο τελευταίες υποθέσεις. Στην μεν Helindo Shipping Company Ltd (ανωτέρω) η αποξένωση έγινε μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης και τον διορισμό εκκαθαριστή, ενώ στην Re Wiltshire Iron Company Ex parte Pearson (ανωτέρω) η συμφωνία είχε ήδη ολοκληρωθεί πριν την παρέμβαση και απαίτηση του εκκαθαριστή. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, προκύπτει ξεκάθαρα ότι, εκκρεμούσης αίτησης για εκκαθάριση, το άρθρο 214 παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η αποξένωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας η οποία σκοπείται να διενεργηθεί, μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας της αίτησης για εκκαθάριση, ενόψει των προνοιών του άρθρου 216.΄Οπως λέχθηκε στην υπόθεση Genemp Trading Ltd
(2009)1(B) A.A.Δ. 1658, το διάταγμα εκκαθάρισης δυνάμει του άρθρου 214 ενεργοποιεί τη συγκέντρωση και προστασία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας. Επομένως είναι απολύτως λογικό το εν λόγω άρθρο να μπορεί να ενεργοποιείται και εφαρμόζεται στην πράξη για να προλαβαίνει και παρεμποδίζει οποιαδήποτε αποξένωση ή διάθεση περιουσίας εταιρείας η οποία γίνεται στο στάδιο μετά την καταχώριση αίτησης εκκαθάρισης, ακριβώς για να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων και διαφυλαχθεί η περιουσία της εταιρείας μέχρι την εκδίκαση της αίτησης εκκαθάρισης. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα κατέληγε στη μη αποτελεσματική εφαρμογή των συγκεκριμένων νομοθετικών προνοιών. Επομένως, από τη στιγμή που η συμφωνία εκχώρησης έχει συναφθεί μετά την καταχώριση της κυρίως Αίτησης και δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί, τότε είναι καθόλα νομότυπη η έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην εταιρεία να αποξενώσει την περιουσία που αποτελεί το αντικείμενο της συμφωνίας. Αναμφίβολα, σε περίπτωση που η συμφωνία είχε ήδη υλοποιηθεί πριν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, τότε η μόνη κατάλληλη θεραπεία, σε περίπτωση έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης, θα ήταν η καταχώριση αγωγής από τον εκκαθαριστή. Αναφορικά δε με το συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας, στην προκειμένη περίπτωση την Isdell, αυτή θα μπορεί ενδεχομένως να διεκδικήσει τα οποιαδήποτε δικαιώματα της απορρέουν από τη συμφωνία μέσω νομικών διαδικασιών εναντίον της εταιρείας για τυχόν παράβαση συμφωνίας και ή απαίτηση αποζημιώσεων. Αυτό όμως δεν επηρεάζει την ύπαρξη εξουσίας έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος εναντίον της εταιρείας. Το κατά πόσο το εν λόγω διάταγμα θα μπορούσε να αφορά και την Isdell είναι ξεχωριστό θέμα το οποίο θα τύχει εξέτασης στο κατάλληλο στάδιο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει ότι η έκδοση του προσωρινού διατάγματος εναντίον της εταιρείας με το οποίο απαγορεύεται η εκτέλεση της συμφωνίας εκχώρησης και η αποξένωση των Ευρωομολόγων, περιουσία της εταιρείας, είναι καθόλα επιτρεπτή και νομότυπη με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 214 του Κεφ.
- ΙΙ. Αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου και πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τον λόγο ένστασης ότι η αιτήτρια παρέλειψε να προβεί σε αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία αφορούν την αίτηση. Η εταιρεία, μέσω του κ. Φιλιππίδη, παραθέτει ένα πλαίσιο γεγονότων με κύρια στάδια τη σύσταση της εταιρείας, τη δανειοδότηση αυτής από την αιτήτρια, τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας στην αιτήτρια και την καταχώριση της κυρίως Αίτησης για την εκκαθάριση της. Είναι ισχυρισμός του ότι το όλο φάσμα αυτών των γεγονότων ήταν σε γνώση της αιτήτριας η οποία είχε υποχρέωση να το αποκαλύψει στα πλαίσια της υπό κρίση μονομερούς αίτησης. Μία γενική αναφορά σε αυτό το ιστορικό γεγονότων παρατίθεται ανωτέρω στο στάδιο παράθεσης του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του κ. Φιλιππίδη. Για τον σκοπό εξέτασης του υπό κρίση ζητήματος της αποκάλυψης, κρίνεται αναγκαία μία πιο λεπτομερής μελέτη των ισχυρισμών του κ. Φιλιππίδη. Έτσι, πέραν των όσων καταγράφονται πιο πάνω, το ιστορικό των γεγονότων, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εταιρείας, έχει ως ακολούθως:
- Το επίδικο δάνειο ήταν ένα από πολλά άλλα δάνεια τα οποία δόθηκαν κατά παρόμοιο τρόπο συνολικά σε περίπου 52 Κυπριακές εταιρείες οι οποίες συστάθηκαν για τον σκοπό αυτό.
- Μετά την αλλαγή του μετοχικού κεφαλαίου και την ανάληψη του ελέγχου της εταιρείας από την αιτήτρια που έγιναν τον Απρίλιο του 2011, ξεκίνησε επιχείρηση καταδίωξης του πρώην προέδρου της αιτήτριας Andrei Borodin και άλλων ανώτατων στελεχών της η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όλο το ιστορικό βρίσκεται καταγραμμένο στο συνημμένο Τεκμήριο Β, το οποίο είναι ένα κείμενο 454 σελίδων και αποτελεί τη σύνοψη της μαρτυρίας προς υποστήριξη της υπόθεσης του κ. Borodin και των άλλων στελεχών στο πλαίσιο της δικαστικής διαδικασίας στην Αγγλία. Μετά την αλλαγή η εταιρεία, μέσω του κ. Φιλιππίδη, ήρθε σε επικοινωνία με τη νέα διεύθυνση της αιτήτριας και ενημέρωσε πλήρως τόσο την ίδια όσο και τον δικηγόρο της κ. Σταύρο Παύλου για το πλέγμα των γεγονότων.
- Γύρω στον Σεπτέμβριο του 2011 έγινε πρόταση προς την αιτήτρια όπως όλα τα περιουσιακά στοιχεία που εξασφαλίστηκαν από τις εταιρείας του πλέγματος και τα οποία υπερκαλύπτουν τις δανειοδοτήσεις στην Κύπρο μεταβιβαστούν στην αιτήτρια, και το οποιοδήποτε υπόλοιπο υπολογιστεί έναντι των δανείων που έγιναν από την αιτήτρια σε μη Κυπριακές εταιρείες στη Ρωσία. Διαζευκτικά έγινε πρόταση για να διενεργηθεί εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων από ανεξάρτητους λογιστές και μετά αυτά να μεταβιβαστούν αναλόγως προς εξόφληση των χρεών και άλλων.
- Ενώ η διαδικασία διαπραγμάτευσης βρισκόταν σε εξέλιξη και είχε συμφωνηθεί ότι θα προσφέρετο αποζημίωση στην Oneworld Ltd για την πιο πάνω μεταφορά και για τη ζημιά που θα υφίστατο από την παύση της διαχείρισης, Τεκμήριο Γ, η αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα Αίτηση για εκκαθάριση. Η εταιρεία αντέδρασε με αποστολή επιστολής, Τεκμήριο Δ, όμως η αιτήτρια αγνόησε πλήρως τις θέσεις της.
- Παράλληλα, η αιτήτρια πέτυχε όπως τα περιουσιακά στοιχεία που εξασφαλίστηκαν με τα πιο πάνω δάνεια και περιλαμβάνουν ακίνητη περιουσία και μετοχές στη Ρωσία περιέλθουν στον έλεγχο της μέσω των διοικητικών συμβουλίων των Ρωσικών εταιρειών, οι οποίες είναι θυγατρικές ή συγγενικές σε σχέση με την εταιρεία και τις άλλες Κυπριακές εταιρείες του πλέγματος, στερώντας τις τελευταίες από τα περιουσιακά τους στοιχεία και πετυχαίνοντας τον «στραγγαλισμό» τους.
- Το σύνολο των δανείων που δόθηκαν από την αιτήτρια στο πλέγμα των εταιρειών ανέρχεται στα US$2.1 δις. Έχουν πληρωθεί US$1.5 δις μέσω των Κυπριακών εταιρειών, όμως με βάση εκτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων που διατέθηκαν στην Τράπεζα της Μόσχας αυτά ανέρχονται στα US$2.75 δις.
- Έχει επέλθει μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας τα οποία αποκτήθηκαν στη Ρωσία από τα δάνεια προς τις Κυπριακές εταιρείες, και η εταιρεία έχει περιουσία ικανή να εξοφλήσει οποιοδήποτε χρέος προκύψει εναντίον της.
- Ο κ. Φιλιππίδης είχε προσωπικά συμφωνήσει με τον κ. Akulinin για την ανανέωση όλων των συμβάσεων δανείου μέχρι και 10 έτη, ανεξαρτήτως των προνοιών περί τερματισμού αυτών, για να δοθεί επαρκής χρόνος είτε για την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων είτε για την απόκτηση κερδών από τις επιχειρήσεις για εξασφάλιση των χρεών. Επομένως, η συμφωνία δανείου ακόμη να καταστεί πληρωτέα.
- Πέραν της μεταβίβασης όλων των Ρωσικών περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας αξίας US$3δις στην αιτήτρια περί τις 14.5.12, όπως αναφέρεται ανωτέρω, περί τον Ιούνιο του 2013 υπήρξε μεταβίβαση της διαχείρισης των Ρωσικών εταιρειών οι οποίες είναι ιδιοκτήτριες των περιουσιακών στοιχείων στην αιτήτρια, Τεκμήριο Ι. Αυτά τα γεγονότα η αιτήτρια όφειλε να τα αποκαλύψει στο Δικαστήριο και όχι να ισχυρίζεται ότι η εταιρεία προβαίνει παράνομα σε διάθεση της περιουσίας της.
- Αναφορικά με τη συμφωνία εκχώρησης, αυτή συνήφθη στις 23.4.13, πολύ μεταγενέστερα της λήξης της συμφωνίας ενεχυρίασης των Ευρωομολόγων στην αιτήτρια. Τον Ιανουάριο του 2013 η εταιρεία έλαβε ειδοποίηση από την RNCB για να της δώσει στοιχεία και να μεταφερθούν τα μερίσματα σε τραπεζικό λογαριασμό καθ΄ υπόδειξη της εταιρείας. Έγιναν συναντήσεις προς τούτο, δόθηκαν τα στοιχεία αλλά δεν επιτεύχθηκε η μεταφορά. Υπήρξε χρονοτριβή εκ μέρους της RNCB με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας, προφανώς για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα της αιτήτριας η οποία ήταν ενήμερη για τις διαδικασίες.
- Όταν φάνηκε πλέον ότι δεν θα μεταφέρονταν τα ποσά στον λογαριασμό της εταιρείας, συνήφθη η συμφωνία εκχώρησης έναντι νομίμου ανταλλάγματος. Οι δύο εταιρείες είναι ξεχωριστές οντότητες με κοινό εγγεγραμμένο γραφείο και ο κ. Μάριος Τζωρτζής, ο οποίος υπέγραψε τη συμφωνία εκ μέρους της Isdell, δεν ήταν διευθυντής της εταιρείας κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. Η εταιρεία προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο επί τούτου. Δυνάμει της συμφωνίας μεταβιβάστηκε στην Isdell το δικαίωμα διεκδίκησης των μερισμάτων με αντάλλαγμα το ποσό των US$1.800,
- Η συμφωνία έγινε εφόσον η εταιρεία δεν μπορούσε να πάρει τα χρήματα. Η αιτήτρια γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει αυτό το γεγονός το οποίο και πάλι απέκρυψε από το Δικαστήριο.
- Επίσης η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν επείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα για να μην επισπευθούν οι προσπάθειες της εταιρείας και της Isdell για αποξένωση της περιουσίας, ενώ γνώριζε ότι εκκρεμούσαν δικαστικές διαδικασίες εναντίον της λόγω της άρνησης και αδυναμίας της RNCB να μεταβιβάσει στην εταιρεία ή στην Isdell το ποσό από τα μερίσματα. H αιτήτρια γνώριζε πλήρως αυτά τα δεδομένα και όφειλε να τα αποκαλύψει στο Δικαστήριο. Η δικηγόρος της αιτήτριας ισχυρίζεται ότι η αιτήτρια απεκάλυψε όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την υπό κρίση αίτηση και ήρθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, η κα Χριστοφή ανέφερε τα ακόλουθα: i. Η αιτήτρια ουδέποτε αποδέχθηκε εξόλφηση της οφειλής της εταιρείας και η όλη προσπάθεια της εταιρείας στερείται πειστικότητας αλλά και σοβαρότητας. Άλλωστε οι ισχυρισμοί της εταιρείας περιέχονται στην ένσταση της στην κυρίως Αίτηση, οι οποίοι είναι εις γνώση του Δικαστηρίου, επομένως δεν υπήρχε υποχρέωση επανάληψης τους από την αιτήτρια στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης. ii. Ακόμα και αν το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι η αιτήτρια όφειλε να αποκαλύψει τα γεγονότα τα οποία αναφέρει η εταιρεία, θα πρέπει να διατηρήσει την ισχύ των διαταγμάτων καθότι θα είναι άδικο αυτά να ακυρωθούν ενόψει των υπόλοιπων λόγων που συντρέχουν υπέρ της οριστικοποίησης τους. iii. Η αιτήτρια επισύναψε τη συμφωνία εκχώρησης. iv. Η αιτήτρια διευκρινίζει ότι ο υπογράφων τη συμφωνία εκχώρησης εκ μέρους της Isdell, κ. Μάριος Τζωρτζής, ήταν πρώην διευθυντής της εταιρείας. v. Η αιτήτρια προέβη σε πλήρη αποκάλυψη της διαδικασίας η οποία ηγέρθη από την Isdell στη Ρωσία. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι στις μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος «εξαπάτησης» του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπεια την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη αρχή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί, όπως έχει χαρακτηριστικά λεχθεί στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453. Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Με μίαν ανάγνωση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, είναι εμφανές ότι σε αυτή δεν γίνεται αναφορά σε όλο το πλέγμα των γεγονότων το οποίο επικαλείται και παρουσιάζει η εταιρεία. Η ένορκη δήλωση του κ. Κουάλη ουσιαστικά περιορίζεται στα γεγονότα τα οποία αφορούν: · την ύπαρξη της οφειλής · την επίδοση απαίτησης για πληρωμή με βάση το άρθρο 212(α) · την αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει το χρέος της · τη σύναψη της συμφωνίας εκχώρησης ενόσω εκκρεμούσε η κυρίως Αίτηση για εκκαθάριση της εταιρείας · την εκκρεμότητα δικαστικής διαδικασίας δυνάμει της οποίας η Isdell διεκδικεί το ποσό των Ευρωομολόγων · τον κίνδυνο έκδοσης απόφασης και αποξένωσης της περιουσίας της εταιρείας. Το Δικαστήριο έχει προβληματιστεί στο κατά πόσο η πλευρά της αιτήτριας όφειλε να αποκαλύψει τα γεγονότα τα οποία επικαλείται η εταιρεία. Ομολογουμένως, αν η αιτήτρια απεκάλυπτε μέρος αυτών των γεγονότων, ήτοι τη μεταβίβαση στην αιτήτρια όλων των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας που βρίσκονται στη Ρωσία, την αξία αυτών, το γεγονός ότι η εταιρεία ήταν πρόθυμη και υπέβαλλε προτάσεις προς εξεύρεση διευθέτησης των οφειλών της προς την αιτήτρια και την αντίδραση της εταιρείας στη λήψη της απαίτησης πληρωμής, πιθανόν το Δικαστήριο να αποκόμιζε μία διαφορετική εικόνα για το όλο πλέγμα των γεγονότων και ειδικότερα τη στάση και συμπεριφορά της εταιρείας έναντι της αιτήτριας. Συγκεκριμένα, ενώ η αιτήτρια παρουσιάζει απλώς και μόνο την εικόνα μίας εταιρείας η οποία παραλείπει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της και η οποία δεν ασχολείται καν με την απαίτηση πληρωμής, εντούτοις, με βάση τα όσα παρουσιάζει η άλλη πλευρά, διαφαίνεται ότι η εταιρεία έχει ήδη συνεργαστεί με την αιτήτρια με τη μεταβίβαση περιουσιακών της στοιχείων και ήταν πρόθυμη να εξευρεθεί λύση για την αποπληρωμή των οφειλών της προς την αιτήτρια. Με αυτά τα δεδομένα υπάρχει σαφώς μία διαφοροποίηση στην όλη εικόνα της εταιρείας. Το ζητούμενο όμως είναι κατά πόσο αυτά τα γεγονότα είναι ουσιώδη σε βαθμό που θα είχαν τη σημασία τους και θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της μονομερούς αίτησης. Η αίτηση στηρίχθηκε κυρίως στις πρόνοιες του άρθρου 216, οι οποίες καθορίζουν σαφώς ένα περιοριστικό πλαίσιο υποβάθρου γεγονότων. Αυτό περιλαμβάνει την αποξένωση περιουσίας ενόσω εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης. Με δεδομένες τις πρόνοιες του άρθρου 216, θεωρώ ότι, στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, η αιτήτρια απεκάλυψε όλα τα σχετικά και αναγκαία γεγονότα. Τα όσα αναφέρονται πιο πάνω από την εταιρεία μπορεί να δίνουν μία διαφορετική εικόνα αλλά στο τέλος της ημέρας ουδόλως διαφοροποιούν τα βασικά στοιχεία τα οποία έπρεπε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για τον σκοπό έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Εκείνο που έχει τελικώς σημασία είναι η σύναψη της συμφωνίας εκχώρησης, ο χρόνος σύναψης αυτής και ο κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας. Κρίνεται πως οποιαδήποτε άλλα γεγονότα είναι δευτερευούσης σημασίας τα οποία δεν θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης. Θα ήταν ίσως ορθότερο, για σκοπούς πληρέστερης και δίκαιης παρουσίασης της θέσης και των δύο πλευρών, να παρουσιάζετο η απάντηση της εταιρείας στην απαίτηση πληρωμής. Όμως ακόμη και αυτή η παράλειψη δεν είναι τέτοιας σημασίας που ενδεχομένως να διαφοροποιούσε την κρίση του Δικαστηρίου δεδομένου ότι, ανεξαρτήτως της θέσης της εταιρείας, η αιτήτρια όφειλε να καταδείξει ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις των άρθρων 214 και 216, ήτοι η σύναψη συμφωνίας εκχώρησης εκκρεμούσης της αίτησης εκκαθάρισης και η πιθανότητα διάθεσης περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ζητήματα στα οποία είχε αναφερθεί. H θέση της δικηγόρου της αιτήτριας ότι τα γεγονότα ήταν εις γνώση του Δικαστηρίου εφόσον υπήρχε ήδη καταχωρημένη στον φάκελο του Δικαστηρίου η ένσταση στην κυρίως Αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Παρόλο που το Δικαστήριο μπορεί να λάβει γνώση του περιεχόμενου του φακέλου (βλ. Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2)
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1938), εντούτοις αυτό δεν διαφοροποιεί τη φύση της μονομερούς αίτησης ως υψίστης πίστεως έτσι ώστε η αιτήτρια να μην απαλλάσσεται από την υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης. Σημειώνω ακόμα ότι, πέραν της προβολής των ισχυρισμών της, η αιτήτρια επισύναψε τις συμφωνίες δανείου και τη συμφωνία εκχώρησης, παρουσιάζοντας έτσι το πλήρες κείμενο και τους όρους αυτών, καθώς επίσης παρουσίασε τα στοιχεία της εταιρείας και της Isdell προς υποστήριξη του ισχυρισμού της για τη σύνδεση των δύο αυτών εταιρειών. Σε αυτό το πλαίσιο, ανέφερε ρητώς τα κοινά στοιχεία των δύο εταιρειών και ότι ο κ. Τζωρτζής ήταν πρώην διευθυντής της εταιρείας, χωρίς να παραπλανήσει με οποιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο. Αυτό καταδεικνύει ότι η αιτήτρια προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των στοιχείων που είχε στην κατοχή της και τα οποία θεώρησε αναγκαίο να παρουσιάσει στο πλαίσιο της υπό κρίση αίτησης. Τέλος, αναφέρω ότι οι ισχυρισμοί της εταιρείας περί εξόφλησης της οφειλής της, περί ακυρότητας της συμφωνίας δανείου, και περί εγκυρότητας της συμφωνίας εκχώρησης, αφορούν στην πραγματικότητα τις θέσεις της ίδιας και όχι γεγονότα τα οποία η αιτήτρια είχε υποχρέωση να παρουσιάσει στο πλαίσιο της μονομερούς αίτησης. Άλλωστε, όπως έχει ήδη επισημανθεί, βασικά γεγονότα για την εφαρμογή του άρθρου 216 είναι η ίδια η σύναψη της συμφωνίας εκχώρησης και ο χρόνος σύναψης της. Επομένως, θεωρώ ότι η αιτήτρια απεκάλυψε όλα τα ουσιώδη γεγονότα στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης και ουδόλως παραπλάνησε το Δικαστήριο. Με αυτή τη διαπίστωση του Δικαστηρίου δεν υιοθετεί τη θέση της εταιρείας ότι η αιτήτρια δεν ήρθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. ΙΙΙ. Επείγον έκδοσης διαταγμάτων - Καθυστέρηση Πριν την εξέταση της ουσίας της αίτησης, κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με ακόμη δύο από τους λόγους ένστασης. Αυτοί αφορούν στη μη ύπαρξη του στοιχείου του κατεπείγοντος για την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς και στην υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης η οποία (καθυστέρηση) δεν δικαιολογούσε την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι η θέση της εταιρείας ότι η αιτήτρια γνώριζε για την άρνηση και αδυναμία της RCNB να μεταβιβάσει τα μερίσματα από τα Ευρωομόλογα και αυτός ήταν ο λόγος που ώθησε την Isdell να κινηθεί δικαστικά εναντίον της στη Ρωσία, επομένως δεν υπήρχε επίσπευση προσπαθειών της εταιρείας για αποξένωση περιουσίας, ως ο ισχυρισμός της αιτήτριας, ούτε και συνέτρεχε το στοιχείο του επείγοντος στην έκδοση μονομερώς των αιτούμενων διαταγμάτων. Επίσης είναι ισχυρισμός της εταιρείας ότι το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα με το οποίο η εταιρεία εμποδίζεται γενικά να αποξενώσει περιουσία μπορούσε μόνο να εκδοθεί σε πρώιμο στάδιο της παρούσας διαδικασίας και όχι δύο χρόνια μετά την καταχώριση της κυρίως Αίτησης. Η αιτήτρια, μέσω του κ. Κουάλη, ισχυρίζεται ότι στις 19.8.13 πληροφορήθηκε μέσω του Δικαστηρίου στη Ρωσία για τη διεκδίκηση από την Isdell των μερισμάτων από τα Ευρωομόλογα, όταν και κατέστη τριτοδιάδικος στην εν λόγω διαδικασία και εξασφάλισε αντίγραφο της συμφωνίας εκχώρησης από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Επίσης αναφέρθηκε στην προσπάθεια αποξένωσης της περιουσίας της εταιρείας σε συνεργασία ή χρησιμοποιώντας τη συνδεδεμένη της, Isdell, η οποία δεν απεκάλυψε στο Ρωσικό Δικαστήριο την ύπαρξη της κυρίως Αίτησης για εκκαθάριση της εταιρείας. Ήταν περαιτέρω θέση της αιτήτριας ότι η διαδικασία ήταν ορισμένη ενώπιον του Ρωσικού Δικαστηρίου στις 18.9.13, ημερομηνία κατά την οποία ενδεχομένως να ολοκληρώνετο η διαδικασία και να εκδίδετο απόφαση. Σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6, κάθε διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν καταδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση ενός εκ των διαδίκων χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1475, η οποία παραπέμπει στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179: «Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, το Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd.
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 2029, έθεσε τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία ως ακολούθως: «
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να επιτύχει τελικά την αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορεί να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets (ανωτέρω), ο έντιμος τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χ΄Χαμπής παρατήρησε ότι: «Το κρίσιμο σημείο για την αίτηση, δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για την δυνατότητα του να πετύχει την ενδιάμεση θεραπεία.» Ο ισχυρισμός της αιτήτριας για το πότε περιήλθε εις γνώση της η ύπαρξη της διαδικασίας στη Ρωσία και ειδικότερα η σύναψη της συμφωνίας εκχώρησης δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την πλευρά της εταιρείας. Η εταιρεία πρόβαλε μόνο τη θέση ότι ο ισχυρισμός της αιτήτριας αναφορικά με τη γνώση της για τη διαδικασία στη Ρωσία είναι γενικός και αόριστος καθότι η αιτήτρια δεν αποκαλύπτει πότε ακριβώς και με ποιον τρόπο έμαθε γι΄ αυτήν. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή τη θέση. Η αιτήτρια έδωσε επαρκείς πληροφορίες για το όλο θέμα με ιδιαίτερη σημασία στο πότε κατέστη διάδικο μέρος στην εν λόγω διαδικασία, ιδιότητα η οποία της επέτρεψε να λάβει γνώση του φακέλου και αντίγραφο της συμφωνίας εκχώρησης. Θεωρώ ότι η λήψη της συμφωνίας εκχώρησης ήταν η πηγή άντλησης γνώσης της αιτήτριας για το τι ακριβώς συμφωνήθηκε και μεταξύ ποίων, και ότι αυτή αποτέλεσε τη βάση για τις διαπιστώσεις της αιτήτριας και την καταχώριση της μονομερούς αίτησης. Με αυτά τα δεδομένα διαπιστώνεται ότι μόλις η αιτήτρια πληροφορήθηκε για τη συμφωνία εκχώρησης, προχώρησε άμεσα και χωρίς καθυστέρηση, μόνο τέσσερις μέρες αργότερα, στην καταχώριση της υπό κρίση μονομερούς αίτησης. Προκύπτει επίσης ότι ο λόγος για τον οποίο η αιτήτρια έδρασε αμέσως είναι ότι υπήρχε ενδεχόμενο η διαδικασία στη Ρωσία να ολοκληρώνετο με την έκδοση απόφασης υπέρ της Isdell σε σύντομο χρονικό διάστημα. Θεωρώ ότι αυτά τα δεδομένα καθιστούσαν τον κίνδυνο αποξένωσης της περιουσίας της εταιρείας και κατάληξης της στα χέρια τρίτου προσώπου πιθανό και άμεσο. Ενόψει αυτού του προβλεπτού κινδύνου, και με δεδομένη τη θέση της εταιρείας ότι η συμφωνία εκχώρησης έγινε ακριβώς με σκοπό τη μεταβίβαση περιουσίας της εταιρείας σε άλλο πρόσωπο εκκρεμούσης της Αίτησης για εκκαθάριση, η αιτήτρια θεώρησε ότι έπρεπε να λάβει άμεσα μέτρα για να διατηρήσει την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων και αποτρέψει την απομάκρυνση της περιουσίας από τα χέρια της εταιρείας. Επί τούτου το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση της εταιρείας ότι επειδή η αιτήτρια γνώριζε για την άρνηση και αδυναμία της RCNB να μεταβιβάσει τα μερίσματα από τα Ευρωομόλογα, δεν υπήρχε κίνδυνος αποξένωσης αυτών από την εταιρεία. Το Δικαστήριο έχει ήδη αναφερθεί στον ισχυρισμό της αιτήτριας για τις συνθήκες και τον σκοπό σύναψης της συμφωνίας εκχώρησης, χωρίς βεβαίως να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση αυτού. Εν πάση όμως περιπτώσει με τη δικαστική διαδικασία της Isdell στη Ρωσία, επιδιώκετο ακριβώς ο τερματισμός αυτής της άρνησης και αδυναμίας της RCNB να προβεί στη μεταβίβαση, με αποτέλεσμα η εν λόγω μεταβίβαση, μέσω δικαστικής απόφασης, να καθίστατο πλέον μία υπαρκτή πιθανότητα. Όπως έχει ήδη λεχθεί ανωτέρω, το κρίσιμο χρονικό στάδιο που καθιστά επείγουσα την έκδοση διατάγματος μονομερώς είναι αυτό κατά το οποίο προέκυψε η πληροφόρηση περί της αποξένωσης της περιουσίας. Επομένως, το γεγονός ότι η καταχώριση της υπό κρίση αίτησης έγινε δύο χρόνια μετά την καταχώριση της κυρίως Αίτησης δεν ενέχει σημασία ούτε και καταδεικνύει καθυστέρηση από πλευράς αιτήτριας. Αντιθέτως αυτό αποδεικνύει ότι η αιτήτρια προχώρησε με την καταχώρηση μονομερούς αίτησης για την έκδοση διαταγμάτων μόνο όταν αισθάνθηκε ότι υπήρχε τέτοιος ορατός κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας της εταιρείας με δεδομένη την εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας στη Ρωσία. Σε αυτό το πλαίσιο θα πρέπει επίσης να αξιολογηθεί και η χορήγηση του διατάγματος για γενική απαγόρευση στην εταιρεία να αποξενώσει οποιοδήποτε περιουσιακό της στοιχείο. Το έναυσμα για αυτό το αιτητικό ήταν η ενέργεια της εταιρείας να συνάψει τη συμφωνία εκχώρησης και η πιθανότητα αποξένωσης περιουσίας της, επομένως η συμπεριφορά της εταιρείας δικαιολογούσε τη λήψη άμεσων μέτρων για την προστασία της περιουσίας της εταιρείας μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Σχετική είναι η υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Aristo Developers Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1377, η οποία αφορούσε προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε τριάμισι χρόνια μετά τη σύναψη συμφωνίας πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας σε τρίτο πρόσωπο. Το Εφετείο ανέφερε τα ακόλουθα: «Το κριτήριο επομένως που καθιστούσε επείγον την έκδοση του διατάγματος σε μονομερή βάση στις συνθήκες της υπό κρίση υπόθεσης δεν ήταν πότε οι εφεσίβλητοι πληροφορήθηκαν το γεγονός της σύναψης της συμφωνίας της εφεσείουσας με την Pafilia (λεπτομέρειες του περιεχομένου της οποίας, ως δέχθηκε στην αντεξέταση του ο Χαράλαμπος Παναγιώτου ουδέποτε μεταφέρθηκαν στους εφεσίβλητους), αλλά πότε προέκυψε η πληροφόρηση περί της αποξένωσης της περιουσίας με βάση αυτή τη συμφωνία και συνεργασία με την εφεσείουσα.» Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ ότι η αιτήτρια ενήργησε χωρίς οποιαδήποτε καθυστέρηση και ότι συνέτρεχε το στοιχείο του επείγοντος το οποίο δικαιολογούσε την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς. ΙΙΙ. Προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος - άρθρο 32 Ν.14/60 Επί της ουσίας της αίτησης, το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R. 557, το θέμα δεν τελειώνει εδώ, και το Δικαστήριο πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο στο οποίο το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου και άλλων ν. Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Όπως ήδη αναφέρεται ανωτέρω, με την κυρίως Αίτηση ζητείται η εκκαθάριση της εταιρίας λόγω ισχυριζόμενης παράλειψης πληρωμής χρέους της προς την αιτήτρια κατόπιν επίδοσης σε αυτή απαίτησης δυνάμει του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113 και αδυναμίας της να εξοφλήσει τα χρέη της. Έχοντας υπ΄ όψιν το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης, την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και τη φύση της αιτούμενης θεραπείας, ικανοποιούμαι ότι η αιτήτρια έχει αποκαλύψει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Αυτό συνίσταται στο κατά πόσον στη βάση των πιο πάνω θα πρέπει η εταιρεία να τεθεί υπό εκκαθάριση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντα στην αγωγή και κατ΄ αναλογία της αιτήτριας στην κυρίως Αίτηση. Ενδεικτικά παραπέμπω στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Κυτάλα και Άλλοι ν. Χρυσάνθου και Άλλων
(1996)1 Α.Α.Δ. 253: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others
(1982)1 C.L.R.557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R.585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στη Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 All E.R.417 (σελ.430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R.504, η προοπτική επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relief to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held. Likewise, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that certain trustees have in the past been acting in breach of trust, he must adduce factual evidence sufficient to show not only what acts or omissions are relied on but also that he has a real prospect of establishing that they constituted a breach of trust under the relevant system of law."» Στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, η αιτήτρια έχει παρουσιάσει τα στοιχεία τα οποία κατά κανόνα απαιτούνται προς υποστήριξη μίας αίτησης για εκκαθάριση. Αυτά συνίστανται στην ύπαρξη οφειλής από πλευράς της εταιρείας, δυνάμει συμφωνίας δανείου, στην επίδοση απαίτησης για πληρωμή με βάση το άρθρο 212(α) του Κεφ. 113, και στην παράλειψη αλλά και αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει το χρέος της. Η εταιρεία αποδέχεται τη σύναψη της συμφωνίας δανείου, καθώς και ότι δεν έχει συμμορφωθεί με την απαίτηση για καταβολή του ποσού, πλην όμως: (α) Ισχυρίζεται ότι η κυρίως Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει καθότι η εν λόγω συμφωνία δανείου ρητώς προνοεί ότι διέπεται από το Ρωσικό Δίκαιο, δυνάμει του οποίου προϋπόθεση για την καταχώριση της Αίτησης είναι η έκδοση απόφασης από αρμόδιο Ρωσικό Διαιτητικό Δικαστήριο με την οποία να αναγνωρίζεται η οφειλή της εταιρείας προς την αιτήτρια. Σχετικό είναι το Τεκμήριο Ζ. (β) Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η συμφωνία δανείου είναι άκυρη και συνήφθη παράτυπα και αντικανονικά από την πλευρά της αιτήτριας, κατά παράβαση των προνοιών του καταστατικού της, καθότι η συμφωνία υπεγράφη από τον αντιπρόεδρο της αιτήτριας, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα διεξαγωγής συναλλαγών ή διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων της. Περαιτέρω, δεν φαίνεται ότι οι εν λόγω συναλλαγές εγκρίθηκαν από τη Γενική Συνέλευση των μετόχων ή ότι οι λειτουργοί της αιτήτριας ενέκριναν την επίδικη συναλλαγή κατά τον χρόνο σύναψης της. (γ) Θεωρεί την επίδικη δανειοδότηση ως μέρος παρανομίας και απάτης στελεχών της αιτήτριας κατά τη χορήγηση δανείων και αποδίδει την απαίτηση της αιτήτριας για πληρωμή σε αλλότρια και πολιτικά κίνητρα με την καταδίωξη και απομάκρυνση των τότε στελεχών της εταιρείας. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια Β και Δ. Η δικηγόρος της αιτήτριας ισχυρίζεται ότι αυτά τα γεγονότα είναι άσχετα με την παρούσα διαδικασία και ειδικότερα με τα επίδικα θέματα της υπό κρίση αίτησης. (δ) Όσον αφορά την ύπαρξη απαίτησης, η εταιρεία ισχυρίζεται, από τη μια, ότι κατά τη σύναψη της συμφωνίας δανείου η αιτήτρια αποδέχθηκε ως εξασφάλιση την ενεχυρίαση των Ευρωομολόγων, επομένως δεν δικαιούται να προβάλλει εκ των υστέρων ότι η αξία αυτών δεν αποτελεί επαρκή ικανοποίηση για την εξόφληση του επίδικου δανείου. Από την άλλη η εταιρεία αναφέρει ότι η εν λόγω συμφωνία ενεχυρίασης έληξε τον Αύγουστο του 2012. (ε) Αναφέρεται στο πλέγμα γεγονότων στο οποίο εμπίπτει και η δανειοδότηση της εταιρείας, καθώς επίσης στη μεταβίβαση προς την αιτήτρια όλων των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας τα οποία αποκτήθηκαν στη Ρωσία από τα δάνεια που δόθηκαν στις Κυπριακές εταιρείες, η αξία των οποίων υπερκαλύπτει την οφειλή της. Η επιστολή ημ. 14.5.12 του κ. Φιλιππίδη προς την αιτήτρια, Τεκμήριο Θ, πράγματι επιβεβαιώνει ότι αυτή είναι η θέση της εταιρείας. Μέρος του Τεκμηρίου Θ είναι ακόμα μια επιστολή ημ. 15.5.12 του κ. Φιλιππίδη προς την αιτήτρια, με την οποία επισυνάπτει αντίγραφα εγγράφων καταπιστεύματος των μετοχών και στην οποία αναφέρει ότι τα πρωτότυπα θα αποσταλούν μόλις γίνει η εκτίμηση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. Η εταιρεία ισχυρίζεται ακόμη ότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας μεταξύ των μερών η συμφωνία δανείου δεν έχει ακόμη καταστεί πληρωτέα. Η δικηγόρος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι τα έγγραφα καταπιστεύματος δεν είναι έγκυρα, καθότι δεν πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο και επομένως δεν υπάρχει εξόφληση του επίδικου δανείου. (στ) Ήταν επίσης η θέση της εταιρείας ότι μεταβίβασε στην αιτήτρια και τη διαχείριση των Ρωσικών εταιρειών οι οποίες είναι ιδιοκτήτριες των προαναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων. Σχετική είναι η επιστολή του κ. Φιλιππίδη ημ. 6.6.13, Τεκμήριο Ι. Η δικηγόρος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι η εν λόγω μεταβίβαση αφορά μόνο τη διαχείριση των εταιρειών και δεν φαίνεται να συνδέεται με την επίδικη οφειλή. (ζ) Τέλος, ενώ η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, η εταιρεία προβάλλει αντίθετη θέση, προς υποστήριξη της οποίας ο κ. Φιλιππίδης επισυνάπτει ισολογισμό της εταιρείας τον οποίο ετοίμασαν οι λογιστές και ελεγκτές της, Τεκμήριο Η. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί των δύο πλευρών αφορούν σοβαρά νομικά ζητήματα, αλλά και θέσεις επί πολύπλοκων και αμφισβητούμενων γεγονότων, τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης και όχι σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο. Ειδικότερα, τα θέματα που εγείρονται στις παρ. (α), (β), (γ) και (ε) ανωτέρω αφορούν νομικά αλλά και πραγματικά ζητήματα, στην παρ. (δ) εγείρεται μόνο νομικό ζήτημα, ενώ οι παρ. (στ) και (ζ) αφορούν αμιγώς πραγματικά γεγονότα. Πέραν αυτής της γενικής πλην όμως καθοριστικής διαπίστωσης, θα πρέπει για τις παρ. (α) - (ζ) ανωτέρω να επισημανθούν κατ΄ ανάλογη σειρά τα ακόλουθα: (α) Το Δικαστήριο θα πρέπει αρχικά να αποφασίσει επί του νομικού θέματος ως προς το ποιο δίκαιο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Σε περίπτωση δε που θεωρηθεί ότι το δίκαιο της Ρωσίας διέπει τη συμφωνία δανείου και κατ΄ επέκταση τη διαδικασία εκκαθάρισης, τότε οι πρόνοιες αυτού αποτελούν πραγματικό γεγονός το οποίο θα πρέπει να αποδειχθεί με μαρτυρία, εξ ου και η εταιρεία παρουσίασε νομική γνωμάτευση επί τούτου. (β) Το θέμα της εγκυρότητας της συμφωνίας δανείου είναι νομικό και θα πρέπει να αποφασιστεί με βάση τις πρόνοιες του καταστατικού της αιτήτριας. Αυτό είναι καθοριστικό όσον αφορά τη νομιμότητα της απαίτησης της αιτήτριας η οποία και αποτελεί τη βάση της Αίτησης για εκκαθάριση. Προϋποτίθεται όμως και εδώ η προσκόμιση του καταστατικού, στη βάση του οποίου θα γίνει η σχετική νομική ερμηνεία. (γ) Ο ισχυρισμός περί παρανομίας και απάτης εκ μέρους της αιτήτριας κατά τη χορήγηση του επίδικου δανείου, καθώς επίσης της ύπαρξης πολιτικών κινήτρων στην απαίτηση της έναντι της εταιρείας, είναι ακόμα ένας ιδιαίτερα σοβαρός νομικός ισχυρισμός, ο οποίος μάλιστα προϋποθέτει εξέταση τεράστιου όγκου μαρτυρίας και κατάληξη επί γεγονότων. Μάλιστα η πλευρά της αιτήτριας εγείρει και θέμα σχετικότητας τους με την παρούσα διαδικασία. Έχει ήδη αναφερθεί ότι το Τεκμήριο Β είναι ένα ιδιαίτερα μακροσκελές κείμενο στο οποίο παρατίθεται σωρεία θεμάτων αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στη Ρωσία σε σχέση με τα κίνητρα απόκτησης ελέγχου εταιρειών μεγάλων οικονομικών συμφερόντων, τις πολιτικές καταδιώξεις πρώην στελεχών αυτών, την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους και τη διαφθορά σε όλο το σύστημα, συμπεριλαμβανομένου και του τομέα της δικαιοσύνης. Όσον αφορά τα δημοσιεύματα που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου Δ, το Δικαστήριο, στο παρόν στάδιο, περιορίζεται στην επισήμανση ότι αυτά περιέχουν καταγγελίες της αιτήτριας εναντίον του πρώην προέδρου και αντιπροέδρου αυτής για απάτη και κατάχρηση κατά τη δανειοδότηση της εταιρείας. Σε ένα εξ αυτών αναφέρεται ότι στενός συνεργάτης του κ. Borodin, o κ. Akulinin, είναι ύποπτος για παράνομη χορήγηση δανείων ύψους US$63εκ. σε δύο Κυπριακές εταιρείες, χωρίς όμως να διαφαίνεται ότι η εταιρεία είναι μία εξ αυτών, ή έστω μία από το σύνολο των 52 Κυπριακών εταιρειών στις οποίες η αιτήτρια χορήγησε δάνεια, πάντοτε με βάση τους ισχυρισμούς της ίδιας της εταιρείας. (δ) Το εγερθέν ζήτημα είναι νομικό. Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατηρεί την ύπαρξη αντίφασης μεταξύ αυτών των δύο θέσεων της εταιρείας, καθότι δεν είναι δυνατό να ισχυρίζεται ότι η εξασφάλιση που δόθηκε για τη χορήγηση του δανείου είναι επαρκής καθ΄ ον χρόνο αυτή έχει τερματιστεί. (ε) Το ερώτημα κατά πόσο η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας στη Ρωσία προς την αιτήτρια αφορά την επίδικη απαίτηση και αποτελεί εξόφληση της, ως επίσης και η αξία αυτών, είναι θέμα γεγονότων. Εδώ τονίζεται ότι η επίλυση του θέματος εξόφλησης του δανείου είναι καθοριστική στο ζήτημα του κατά πόσον υπάρχει οφειλή η οποία δικαιολογεί την Αίτηση για εκκαθάριση. Η δε εγκυρότητα των εγγράφων καταπιστεύματος αποτελεί καθαρά νομικό ζήτημα. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης πως ο ισχυρισμός της εταιρείας ότι η συμφωνία δανείου δεν έχει ακόμη καταστεί πληρωτέα έρχεται σε αντίφαση με τα όσα αναφέρει περί εξόφλησης του επίδικου δανείου. (στ) Και το ζήτημα κατά πόσο η μεταβίβαση της διαχείρισης των εταιρειών σχετίζεται με την επίδικη οφειλή αποτελεί πραγματικό θέμα. Επί τούτου το Δικαστήριο παρατηρεί ότι με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Ι, η θέση της δικηγόρου της αιτήτριας δεν είναι απολύτως ορθή. Στην εν λόγω επιστολή γίνεται ρητή αναφορά ότι η μεταβίβαση της διαχείρισης των εταιρειών γίνεται σε συνέχεια της μεταβίβασης των μετοχών και των εγγράφων καταπιστεύματος, τα οποία ο κ. Φιλιππίδης συνδέει με το επίδικο δάνειο. (ζ) Τέλος, η ικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της συνιστά θέμα γεγονότος. Διαπιστώνεται όμως ότι ο ισολογισμός, Τεκμήριο Η, δείχνει το ενεργητικό και παθητικό της εταιρείας κατά τις 31.12.11, δηλαδή παρουσιάζει την εικόνα σε μία συγκεκριμένη ημερομηνία, πολύ προγενέστερη της καταχώρισης της ένστασης (11.10.13), χωρίς να επιβεβαιώνεται ότι αυτή η κατάσταση εξακολουθούσε να παραμένει η ίδια κατά τον χρόνο καταχώρισης της ένστασης. Είναι εμφανές ότι όλα τα πιο πάνω ζητήματα απαιτούν σοβαρή μελέτη τόσο επί νομικής όσο και επί πραγματικής βάσης, η επίλυση των οποίων προδιαγράφει, σε μεγάλο βαθμό, την πορεία της κυρίως Αίτησης επί της ουσίας της. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί, στα πλαίσια της ενδιάμεσης διαδικασίας, να προβεί σε τελικά συμπεράσματα επί τέτοιων ζητημάτων τα οποία δυνατόν να προκαταλάβουν αλλά και βλάψουν τα δικαιώματα των διαδίκων κατά την εκδίκαση της ουσίας της κυρίως Αίτησης. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co. Ltd κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, στην οποία γίνεται παραπομπή στην Αγγλική νομολογία και στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright,12η έκδοση, παρ. 620 και 621, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα σε μετάφραση: «Επομένως δεν είναι σωστό για το δικαστήριο να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτά αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στη δίκη. . . . . . . . . . . . . . . . . . . 621. Συζητήσιμη υπόθεση. ... ... ... ... ... Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. . . » Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται επίσης αναφορά στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653 στην οποία τονίστηκε ότι «... το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. .... θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας». Σχετική επίσης είναι η πιο πρόσφατη υπόθεση Recnex Trading Ltd κ.ά. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. αρ. 71/11, ημ. 16.4.14, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Διιστάμενες απόψεις για διαπραγματεύσεις και θέματα που προηγήθηκαν της υπογραφής των επιδίκων Συμφωνιών, διαφορετικές νομικές ερμηνείες των συμφωνιών ή εγγράφων και άλλη αντίκριση ως προς την επίλυση των προβλημάτων που προκλήθηκαν ή προέκυψαν στη συνέχεια, οικονομικών, φορολογικών ή άλλων, θα πρέπει να εξετασθούν σε βάθος στο τελικό στάδιο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας: εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκου Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ. 209.» Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, θεωρώ ότι η αιτήτρια έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία για το ενδιάμεσο αυτό στάδιο όσον αφορά τη σύναψη συμφωνίας δανείου από την οποία προκύπτει οφειλή, την παράλειψη της εταιρείας να συμμορφωθεί με την απαίτηση πληρωμής και την αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει αυτή. Επί του τελευταίου ζητήματος, λαμβάνω υπ΄ όψιν τη σχετική νομολογία και ειδικότερα τις υποθέσεις M. Moulettaris Machinery Co. Ltd. v. Zήνωνος
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1649 και GIP Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, στις οποίες γίνεται παραπομπή σε Αγγλική νομολογία σύμφωνα με την οποία απόδειξη από τον πιστωτή ότι το χρέος που του οφείλεται δεν έχει πληρωθεί από την εταιρεία εντός εύλογου χρονικού διαστήματος αποτελεί εκ πρώτης όψεως μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι αφερέγγυος. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επί όλων των θέσεων που προβάλλει η εταιρεία, στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο και για τους σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας, ικανοποιούμαι ότι η αιτήτρια έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος απόδειξης πιθανότητας επιτυχίας στην Αίτηση της ή κατ΄ ελάχιστον συζητήσιμη υπόθεση. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd. and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Αν η υπόθεση εκ της φύσης της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δε θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος. Διαφωτιστικό επί τούτου είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd. and Another ν. Timberland Co.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791: «Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R.231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.» Έχοντας υπ΄ όψιν τη φύση της διαδικασίας εκκαθάρισης και τον σκοπό του άρθρου 216, είναι σαφές ότι σε περίπτωση αποξένωσης των Ευρωομολόγων από την εταιρεία, τότε, κατά την εκκαθάριση της η εταιρεία δεν θα κατέχει αυτή την περιουσία και έτσι αυτή δεν θα μπορεί να διατεθεί προς ικανοποίηση των πιστωτών της. Ο κίνδυνος αποξένωσης προερχόταν από τη σύναψη της συμφωνίας εκχώρησης μεταξύ της εταιρείας και της Isdell. Αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι η εν λόγω συμφωνία συνήφθη στις 23.4.13, εκκρεμούσης της κυρίως Αίτησης για εκκαθάριση, Τεκμήριο
- Προκύπτει επίσης ότι το αντάλλαγμα ήταν για ποσό πολύ μικρότερο σε σχέση με την αξία των Ευρωομολόγων και ότι η ημερομηνία αποπληρωμής ήταν αρκετά μεταγενέστερη της ημερομηνίας της συμφωνίας. Με βάση τα Τεκμήρια 5 και 6, διαπιστώνεται ότι οι δύο εταιρείες έχουν κοινό εγγεγραμμένο γραφείο και κοινό γραμματέα και ότι ο πρώην διευθυντής της εταιρείας έγινε διευθυντής της Isdell, εκ μέρους της οποίας υπέγραψε τη συμφωνία εκχώρησης. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι αυτή η σύνδεση των εταιρειών και οι όροι αυτής καταδεικνύουν ότι η συμφωνία είναι εικονική με σκοπό την αποξένωση της περιουσίας της εταιρείας και την αποφυγή ικανοποίησης της οφειλής της. Επομένως προκύπτει ότι η εταιρεία παρουσιάζει στοιχεία προς υποστήριξη της θέσης της περί εικονικότητας της συμφωνίας εκχώρησης, και έτσι δεν συμφωνώ με τη θέση της δικηγόρου της εταιρείας ότι αυτός ο ισχυρισμός της αιτήτριας είναι γενικός και αόριστος. Μάλιστα, είναι γεγονός ότι η απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου με την οποία απερρίφθη η απαίτηση της Isdell, Τεκμήριο 1β, επιβεβαιώνει και δικαιώνει την αιτήτρια σε αυτές τις θέσεις της. Ειδικότερα, στην απόφαση επισημαίνεται η σύνδεση των δύο εταιρειών, η αμφισβήτηση της οικονομικής βιωσιμότητας της συμφωνίας και τα κίνητρα των δύο συμβαλλομένων εταιρειών για την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων από την εκκαθάριση. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι η απόφαση του Ρωσικού Δικαστηρίου αποτελεί δεδικασμένο και δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο. Η εταιρεία αντέκρουσε αυτούς τους ισχυρισμούς, λέγοντας ότι η ύπαρξη κοινών στοιχείων δεν αποκαλύπτει σύνδεση μεταξύ των δύο εταιρειών και ότι η απόφαση είναι άσχετη με την παρούσα διαδικασία και δεν αποτελεί δεδικασμένο. Θεωρώ ότι και σε αυτό το πλαίσιο εγείρονται νομικά και πραγματικά ζητήματα, τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Εκείνο όμως το οποίο μπορεί να λεχθεί με ασφάλεια είναι ότι από τη στιγμή που η συμφωνία εκχώρησης συνήφθη καθ΄ ον χρόνο εκκρεμούσε η Αίτηση εκκαθάρισης, η πιθανότητα αποξένωσης της περιουσίας της εταιρείας είναι ορατή και σε περίπτωση εκκαθάρισης της εταιρείας οι πιστωτές της θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον η εταιρεία δεν θα έχει αυτή την περιουσία προς διάθεση και ικανοποίηση αυτών. Είναι βέβαια αντιληπτό πως σε μια τέτοια περίπτωση ούτε κατά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης αλλά ούτε και αργότερα εναντίον εταιρείας η οποία θα βρίσκεται υπό εκκαθάριση δεν θα ήταν πρόσφορο μέτρο η επιδίκαση αποζημιώσεων στον οποιονδήποτε πιστωτή για περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποξενωθεί. Οι ισχυρισμοί της εταιρείας ότι παρείχε ικανοποιητικές εγγυήσεις για το δάνειο και ότι είναι ικανή να ξοφλήσει το χρέος της έχουν ήδη εξεταστεί ανωτέρω. Επαναλαμβάνω μόνο την αντιφατικότητα της θέσης της για την επάρκεια των εγγυήσεων και ότι τα στοιχεία τα οποία προσκομίστηκαν από την εταιρεία αφορούν παλαιότερη χρονική περίοδο και δεν καταδεικνύουν με οποιονδήποτε τρόπο την οικονομική κατάσταση της εταιρείας κατά τον χρόνο καταχώρισης της ένστασης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω καταλήγω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου
- Ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας κρίνω ότι κλίνει σαφώς υπέρ της αιτήτριας. Η διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος είναι αναγκαία για τη διασφάλιση και προστασία των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας μέχρι την αποπεράτωση της Αίτησης για εκκαθάριση, ιδιαίτερα ενόψει του ότι τέτοια πράξη πιθανόν να θεωρηθεί άκυρη, ενώ σε αντίθετη περίπτωση η εταιρεία παραμένει ελεύθερη να αποξενώσει την περιουσία της εις βάρος των συμφερόντων των πιστωτών της οι οποίοι θα πρέπει να εμπλακούν σε άλλες διαδικασίες για τη διεκδίκηση της περιουσίας της εταιρείας. Με βάση όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, ικανοποιούμαι ότι δικαιολογείται η οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων. ΙV. Έκδοση διατάγματος εναντίον τρίτου προσώπου - μη διάδικου Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινό διάταγμα εναντίον τρίτου προσώπου που δεν είναι διάδικο μέρος στη σχετική διαδικασία επιβεβαιώνεται τόσο από Αγγλική όσο και από Κυπριακή νομολογία. Η βασική υπόθεση επί του θέματος είναι η Αγγλική T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another
(1992)1 W.L.R. 231, στην οποία η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος διεξήγαγε τις επιχειρήσεις του με μια πολύπλοκη διάρθρωση εταιρειών, που προέβλεπε ότι η διαχείριση όλων των περιουσιακών στοιχείων γινόταν από εταιρείες που ελέγχονταν από τον ίδιο. Το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα Mareva εναντίον του πρωτοφειλέτη, όπως επίσης και παρόμοιο διάταγμα εναντίον εταιρείας την οποία κατέστησε ως συνεναγόμενη, στην οποία ο οφειλέτης ήταν διευθυντής και κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών κατά 90%. Όπως αναφέρθηκε: «In my judgment, I have jurisdiction to grant an injunction against the company and it is appropriate to grant it in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against Mr. Chabra. The injunction which I grant, though made against a party against whom there is no cause of action, is in support of and in respect of that cause of action against Mr. Chabra." Η πιο πάνω απόφαση υιοθετήθηκε λίγο αργότερα στην Yukong Line Ltd v. Rendsburg Investments Corporation and Others [2001] Lloyd's Rep. 113, στην οποία τονίστηκε ότι: «It is now settled law that, although the Court has no jurisdiction to grant an interlocutory Mareva injunction in favour of a plaintiff who has no good arguable cause of action against a sole defendant, it has power to grant such an injunction against a co-defendant against whom no direct cause of action lies, provided that the claim for the injunction is ancillary and incidental to the plaintiff's cause of action against that co-defendant. ... Once the Court is satisfied that there are such assets in the possession or control of the co-defendant, the jurisdiction exists to make a freezing order as ancillary and incidental to the claim against the principal defendant, although there is no direct cause of action against the co-defendant.» Επίσης στην υπόθεση Cetelem S.A. v. Roust Holdings Ltd [2005] 2 Lloyd's Rep. 494, τονίστηκε από το Αγγλικό Εφετείο ότι: «... Equally, there may be instances where a party seeks an order that will have an effect on a third party, which only the court could grant. ... I can see no reason why "assets" should be limited to the defendant's assets.» Οι πιο πάνω υποθέσεις υιοθετήθηκαν και εφαρμόστηκαν στην Κυπριακή υπόθεση Helington Commodities Ltd κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 926, η οποία αφορούσε διαδικασία με βάση τον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Ν.101/87. Στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν τόσο στην εταιρεία Ε.Ν.+Group Ltd, διάδικο μέρος, όσο και στις αιτήτριες 1-4, μη διάδικα μέρη, και στις οποίες η εταιρεία ήταν μέτοχος να προβεί σε αλλαγές στη μετοχική δομή της εταιρείας και ή να εκδώσει μετοχές σε τρίτα πρόσωπα για να βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση. Στα πλαίσια της έφεσης οι αιτήτριες 1-4 υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ότι δεν αποκαλύφθηκε καλή βάση αγωγής εναντίον τους αφού δεν ήταν διάδικοι στην επίδικη διαιτησία. Το Εφετείο αναφέρθηκε στις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 το οποίο δίδει ευρεία εξουσία στα Δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο και του άρθρου 9 του Ν.101/87 το οποίο προνοεί για τη λήψη συντηρητικών μέτρων πριν την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας. Κατέληξε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει και να καταστήσει απόλυτο το επίδικο διάταγμα αφού άκουσε και αξιολόγησε τις θέσεις των δύο πλευρών. Οι ίδιες αρχές υιοθετήθηκαν στις υποθέσεις PJSC Vseukrainskyi Aktsionernyi Bank v. Maksimov and others
(2013)EWHC 422 (Comm.) και C Inc Plc v. Mrs L, Mr L
(2001)2 Lloyd's Rep.459. Στην τελευταία υπόθεση εκδόθηκε διάταγμα παγοποίησης περιουσίας εναντίον της εναγομένης προς υποβοήθηση εκτέλεσης εκδοθείσας απόφασης εναντίον της. Η περιουσία συμπεριλάμβανε μετοχές οι οποίες είχαν ήδη μεταβιβαστεί στον σύζυγο της δυνάμει συμφωνίας ανταλλαγής μετοχών μεταξύ τους. Το εκδοθέν διάταγμα αφορούσε και τον σύζυγο της ο οποίος κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος δεν ήταν διάδικο μέρος στην αγωγή. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι υπήρχε εξουσία έκδοσης του διατάγματος παγοποίησης εναντίον του τρίτου μέρους καθότι το διάταγμα ήταν συνδεδεμένο (incidental
- to)και εξαρτώμενο (dependent upon) στο ουσιαστικό δικαίωμα του αιτητή εναντίον της εναγομένης. Η εν λόγω υπόθεση περιέχει μία ιδιαίτερα διαφωτιστική και λεπτομερή ανάλυση του όλου θέματος αλλά και του σκοπού έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων και εναντίον και τρίτων προσώπων. Παραθέτω το ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «37. The Court will also grant a freezing order over assets that are held in the name of a third party, against whom no claim for substantive relief is made, if it is satisfied that there is an arguable case that the assets are, in fact, those of the Defendant to the claim. See: SCF v. Masri; TSB Private Bank International SA v. Chabra; Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela; Yukong Line Ltd v. Rendsberg Investments Corp and others. This type of order has been made in a pending action, and also where a judgment has been obtained against the principal defendant. The rationale for what has been called the "Chabra type of jurisdiction" was explained by Mummery J in the Chabra case: pages 241-2. The action is against the principal defendant; the objective of the freezing order is to preserve his assets to ensure that there is a fund to meet the judgment against the principal defendant if it is obtained; if the Court is satisfied that the third party holds assets that are arguably those of the principal defendant, then the freezing order is "ancillary and incidental" to the main cause of action against the principal defendant.» Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο κατέληξε ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος σε τέτοιες περιπτώσεις δικαιολογείται μόνο εφόσον τηρούνται τα ακόλουθα τρία κριτήρια: «60. Οn that basis, the grant of an interlocutory injunction will depend upon three tests being fulfilled: (
- i)does the English court recognize the cause of action that is to be the subject of the final order (wherever that is made); (
- ii)can the respondent to the interlocutory injunction be "duly served" with the English Court proceedings for an interlocutory injunction; and (iii) is the injunction "ancillary" to the final order sought (or- presumably - already obtained) in the English Court or elsewhere.» Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 201, στην οποία αναγνωρίστηκε η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος Mareva και εναντίον τρίτου προσώπου το οποίο δεν κατονομάζεται στην αγωγή. Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στο σύγγραμμα Mareva Injunctions: Law and Practice των Steven Gee και G. M. Andrews, όπου στη σελ. 71 αναφέρονται τα εξής: «A third party who has been notified of a Mareva injunction is bound to do whatever he reasonably can to preserve the defendant's assets. If he assists in their disposal or in any dealings prohibited by the count order, he will be guilty of a contempt of court (Z Ltd v. A-Z and AA-LL [1982] QB 558; Searose Ltd v. Seatrain (UK) Ltd [1981] 1 W.L.R. 894, applying the principles in Acrow (Automation) Ltd v. Rex Chainbelt Inc [1971] 1 W.L.R. 1676: see also the comments of Kerr J in Harbottle Ltd v. National Westminster Bank [1978] QB 146,157).» Σε ελληνική μετάφραση «Τρίτο μέρος το οποίο έχει ειδοποιηθεί για την έκδοση διατάγματος τύπου Mareva υποχρεούται να κάμει ότι είναι εύλογο να διατηρήσει τα κεφάλαια του εναγομένου. Αν βοηθήσει στη διάθεση τους ή σε οποιεσδήποτε πράξεις που απαγορεύονται από το διάταγμα του δικαστηρίου θα είναι ένοχος για περιφρόνηση του δικαστηρίου (Ζ Ltd ν. Α-Ζ and AA-LL[1982] QB 558; Searose Ltd v. Seatrain (UK) Ltd [1981] 1 W.LR. 894, η οποία εφάρμοσε τις αρχές της Acrow (Automation) Ltd v. Rex Chainbelt Inc [1971] 1 W.L.R. 1676: βλ. επίσης τα σχόλια του Δικαστή Kerr στην Harbottle Ltd v. National Westminster Bank [1978] QB 146, 157).» Τέλος, χρήσιμη αναφορά γίνεται στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου v. Αristo Developers Ltd
(2011)1 (B) A.Α.Δ. 1377, στην οποία το Εφετείο, κατά πλειοψηφία, επικύρωσε την έκδοση πρωτοδίκως προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία απαγορευόταν στην εναγομένη (Μητρόπολη) να αποξενώσει τεμάχια γης τα οποία η τελευταία είχε ήδη συμφωνήσει να πωλήσει σε τρίτα πρόσωπα και εισπράξει το τίμημα πώλησης από αυτά. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο είχε εξουσία να εκδώσει και έχει εξουσία να οριστικοποιήσει το διάταγμα που αφορά και το τρίτο πρόσωπο, μη διάδικο μέρος, την Isdell. Με βάση τα δεδομένα της υπό κρίση περίπτωσης, προκύπτει ότι η αιτήτρια έχει βάση απαίτησης εναντίον της εταιρείας στην κυρίως Αίτηση. Επίσης ικανοποιούμαι ότι τόσο η μονομερής αίτηση όσο και το προσωρινό διάταγμα επιδόθηκαν δεόντως στις 30.8.13 στην Isdell, ως η θέση της δικηγόρου της αιτήτριας, η οποία επιβεβαιώνεται και από τον φάκελο του Δικαστηρίου μέσω των σχετικών ενόρκων δηλώσεων επίδοσης. Διαπιστώνεται ότι η Isdell έλαβε γνώση και επέλεξε να μη εμφανιστεί στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Τέλος, εφόσον κρίνεται αναγκαία η διατήρηση της περιουσίας στα χέρια της εταιρείας μέχρι την αποπεράτωση της κυρίως Αίτησης και η συνακόλουθη απαγόρευση αποξένωσης της περιουσίας της εταιρείας, η οποία (περιουσία) αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας εκχώρησης από την εταιρεία προς την Isdell, ως δικαιούχου αυτής δυνάμει της συμφωνίας, για τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, θεωρώ ότι η έκδοση του διατάγματος και εναντίον της Isdell καθίσταται αναγκαία καθότι το διάταγμα αυτό είναι απολύτως συνδεδεμένο και εξαρτώμενο με το ουσιαστικό δικαίωμα το οποίο έχει η αιτήτρια επί της εταιρείας. V. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ικανοποιούμαι ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την οριστικοποίηση των εκδοθέντων προσωρινών διαταγμάτων. Ως εκ τούτου τα προσωρινά διατάγματα ημ. 23.8.13 καθίστανται απόλυτα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της εταιρείας -καθ΄ ης η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο συν Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως Αίτησης. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής E.E./Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο