ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ ν. Δ. Ι. ΔΗΜΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1449/2009, 29/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A264 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1449/2009 Μεταξύ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ Ενάγοντα - και - Δ. Ι. ΔΗΜΑΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 29.6.2015 Εμφανίσεις: Για τoν Ενάγοντα: κ. Λουκάς Ανδρέου, για Ιεροθέου & Καμπέρης Για τους Εναγόμενους: κ. Ανδρέας Ρήγας, για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Ο Ενάγων αξιώνει γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης αγοράς μηχανοκίνητου οχήματος λόγω άρνησης και/ή παράλειψης των Εναγομένων να επιδιορθώσουν και/ή αντικαταστήσουν το κιβώτιο ταχυτήτων του οχήματος κατά παράβαση ισχυριζόμενης εγγύησης δοθείσας καθ' ον χρόνο συνήφθη η σύμβαση και/ή διαβεβαίωσης δοθείσας καθ' ον χρόνο παραδόθηκε σε αυτόν το όχημα. Η επίδικη σύμβαση αγοραπωλησίας αφορά στο όχημα με αρ. εγγραφής KKU477, μάρκας Alfa Romeo (που στο εξής θα αναφέρεται ως «το επίδικο όχημα»). Είναι παραδεκτό γεγονός στη βάση της δικογραφίας και της δοθείσας μαρτυρίας ότι το επίδικο όχημα δεν ήταν καινούριο κατά το χρόνο της πώλησης του στον Ενάγοντα. Ήταν μεταχειρισμένο, άνω των 3 ετών. Απόδειξη τούτου συνιστά η ημερομηνία πρώτης εγγραφής του στην Κύπρο ως φαίνεται στο Πιστοποιητικό Εγγραφής Μηχανοκίνητου Οχήματος ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, που ήταν η 29.3.2005). Ο Ενάγων ενεγράφη ως ιδιοκτήτης του επίδικου όχημα την 19.6.2008, στοιχείο που επίσης αποδεικνύεται στην όψη του Πιστοποιητικού Εγγραφής ως το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α, Εξακολουθούσε, δε, να είναι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος κατά το χρόνο έγερσης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Οι Εναγόμενοι αρνούνται οποιαδήποτε συμβατική ευθύνη για καταβολή των αξιούμενων αποζημιώσεων στον Ενάγοντα, ισχυριζόμενοι - · αφενός, ότι οι ίδιοι ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι τρίτου προσώπου και όχι ως ιδιοκτήτες του επίδικου οχήματος, · αφετέρου ότι δεν έδωσαν εγγύηση για ολόκληρο το όχημα παρά μόνο για ορισμένες εργασίες που διεξήγαγαν κατά παραγγελία του Ενάγοντος στο επίδικο όχημα, και · ότι ουδεμία διαβεβαίωση έδωσαν για δωρεάν επιδιόρθωση οποιουδήποτε άλλου προβλήματος ή/και εξαρτήματος του οχήματος καθ' ον χρόνο αυτοί παρέδωσαν το όχημα. Τρία είναι τα κύρια επίδικα θέματα ως αναφύονται στη βάση της δικογραφίας, στην οποία θα αναφερθώ λεπτομερέστερα στη συνέχεια꞉ · πρώτον, ποιος ήταν, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, ο πωλητής του επίδικου οχήματος προς τον Ενάγοντα, · δεύτερον, ποιες εγγυήσεις ή/και διαβεβαιώσεις δόθηκαν στον Ενάγοντα ως αγοραστή καθ' ον χρόνο έγινε η πώληση του επίδικου οχήματος στον ίδιο, και · τρίτον, εάν υπήρξε παραβίαση των εγγυήσεων ή/και διαβεβαιώσεων, από την οποία να αναφύεται βάσιμο αγώγιμο δικαίωμα του αγοραστή. Β. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ Ο Ενάγων καταχώρησε την υπό κρίση αγωγή εναντίον των Εναγομένων, θεωρώντας τους ως αυτούς που, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ενεργούσαν ως οι πωλητές του επίδικου οχήματος προς τον ίδιο και οι οποίοι του έδωσαν συγκεκριμένες διαβεβαιώσεις στις οποίες στηρίχθηκε καθ' ον χρόνο έλαβε την απόφαση αγοράς του εν λόγω οχήματος. Είναι ειδικότερα η δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντος ότι (βλ. τις παρα. 3 έως 6 της Έκθεσης Απαίτησης - στο εξής «η Ε/Α)꞉ · Παρα. 3 της Ε/Α꞉ Κατά ή περί τις 23.4.2008 αυτός παρήγγειλε και /ή συμφώνησε με τους Εναγόμενους την αγορά του επίδικου οχήματος. Με την υποβολή της παραγγελίας, ο Ενάγων κατέβαλε στους Εναγόμενους το ποσό των €1700 ως προκαταβολή. Το υπόλοιπο εκ €20.512 ήταν καταβλητέο από τον Ενάγοντα στους Εναγόμενους με την παράδοση του οχήματος. Οι Εναγόμενοι έκδωσαν σχετικό έντυπο παραγγελίας και απόδειξη για το ποσό των €1.700 στο όνομα του Ενάγοντος. · Παρα. 4 της Ε/Α꞉ Ήταν όρος της παραγγελίας και/ή της συμφωνίας αγοράς του οχήματος ότι οι Εναγόμενοι θα προέβαιναν στην αντικατάσταση της μηχανής του οχήματος με καινούρια και θα έβαφαν τον προφυλακτήρα του οχήματος. · Παρα. 5 της Ε/Α꞉ Πριν την υποβολή της παραγγελίας του οχήματος, οι Εναγόμενοι και/ή υπάλληλοι τους και/ή αντιπρόσωποι τους ανέφεραν στον Εναγόμενο ότι το όχημα και η καινούρια μηχανή καλύπτεται από εγγύηση 6 μηνών. Βασιζόμενος στη διαβεβαίωση ότι τόσο το όχημα όσο και η μηχανή καλύπτονται από εγγύηση, ο Ενάγων υπέβαλε την παραγγελία και/ή συμφώνησε με τους Εναγόμενους την αγορά του οχήματος ως αναφέρεται στην παράγραφο 3 ανωτέρω. · Παρα. 6 της Ε/Α꞉ Κατά ή περί τις 12.6.2008 οι Εναγόμενοι ολοκλήρωσαν την αντικατάσταση της μηχανής με καινούρια και ειδοποίησαν τον Ενάγοντα να παραλάβει το επίδικο όχημα. Το παράπονο του Ενάγοντος επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αγωγή, αφορά σε ελάττωμα του επίδικου οχήματος, το οποίο κατ' ισχυρισμόν διαφάνηκε κατά την παραλαβή του οχήματος από τον ίδιο στις 12.6.2008, χωρίς ωστόσο να είχε γίνει τότε αντιληπτή είτε από τον ίδιο είτε από τους Εναγόμενους η αιτία του προβλήματος. Συγκεκριμένα, είναι η δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντος ότι (βλ. την παρα. 7 της Ε/Α)꞉ «Πριν την παραλαβή του οχήματος, ο Ενάγοντας ο οποίος είναι πτυχιούχος μηχανικός αεροσκαφών επιθεώρησε το όχημα στο συνεργείο επιδιόρθωσης οχημάτων των Εναγομένων. Κατά την επιθεώρηση του οχήματος ο Ενάγοντας διαπίστωσε ότι υπήρχε διαρροή λαδιού στο κάτω μέρος του οχήματος. Ο Ενάγοντας υπέδειξε στους Εναγομένους και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους τη διαρροή. Παρά τους ελέγχους που έγιναν τόσο από τον Ενάγοντα όσο και από τους Εναγόμενους και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους για να διαπιστωθεί η πηγή της διαρροής λαδιών, αυτό δεν κατέστη δυνατόν.». Είναι περαιτέρω η δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντος ότι (βλ. την παρα. 8 της Ε/Α)꞉ «Ο Ενάγοντας κατά ή περί τις 12.6.2008 εξόφλησε τους Εναγόμενους και/ή αγόρασε και/ή παρέλαβε το όχημα βασιζόμενος στην υπόσχεση και/ή τη συμφωνία και/ή τις διαβεβαιώσεις που έλαβε από τους Εναγόμενους και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους τους ότι όταν διαπιστωθεί η πηγή της διαρροής, οι Εναγόμενοι θα προβούν σε δωρεάν επιδιόρθωση της βλάβης και/ή βασιζόμενος στο γεγονός ότι το όχημα καλύπτεται από εγγύηση ως αναφέρεται στην παρα. 5 πιο πάνω. Οι Εναγόμενοι έκδωσαν σχετική απόδειξη στο όνομα του Ενάγοντα για το ποσό των €20.512, ημερομηνίας 12.6.2008.» Είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι αυτός αντιλήφθηκε για πρώτη φορά την πηγή και/ή την αιτία της διαρροής και/ή απώλειας λαδιού από το επίδικο όχημα κατά ή περί τις 9/9/2008 και έκτοτε κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια να το φέρει σε γνώση των Εναγομένων και να αξιώσει όπως εκείνοι αναλάβουν να επιδιορθώσουν τη βλάβη, στο πλαίσιο της εγγύησης που - ως ο ισχυρισμός του Ενάγοντος - κάλυπτε το όχημα. Συγκεκριμένα, ως είναι η δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντος στις παρα. 9 έως 14 της Ε/Α꞉ · Παρα. 9꞉ Στις 9.9.2008 ο Ενάγων διαπίστωσε ύστερα από έλεγχο του οχήματος ότι η απώλεια λαδιών προερχόταν από το σύστημα κιβωτίου ταχυτήτων (selespeed). Το μετέφερε αυθημερόν στο συνεργείο των Εναγομένων για επιδιόρθωση. Οι Εναγόμενοι και/ή αντιπρόσωποί τους αρνήθηκαν να το επιδιορθώσουν ισχυριζόμενοι ότι η απώλεια λαδιών ήταν περιορισμένη. · Παρα. 10꞉ Κατά ή περί τις 7.10.2008 ο Ενάγων μετέφερε εκ νέου το όχημα στο συνεργείο επισημαίνοντας ότι η διαρροή είχε μεγαλώσει. Οι Εναγόμενοι και/ή αντιπρόσωποί τους αρνήθηκαν να το επιδιορθώσουν ισχυριζόμενοι ότι παρά το ότι το όχημα καλύπτετο από εγγύηση, εντούτοις δεν υπήρχε εγγύηση για το συγκεκριμένο εξάρτημα και ότι απαιτείτο ποσό €2400 για επιδιόρθωση του οχήματος. · Παρα. 11 και 12꞉ Κατά ή περί τις 8.10.2008 και κατόπιν επιμονής του Ενάγοντος ότι το όχημα έπρεπε να επιδιορθωθεί δωρεάν επειδή καλυπτόταν από εγγύηση και/ή επειδή η απώλεια ήταν γνωστή κατά την αγορά του οχήματος και ο Ενάγων βασίστηκε στη συμφωνία και/ή υπόσχεση ότι όταν θα διαπιστώνετο η βλάβη, αυτή θα επιδιορθώνετο από τους Εναγόμενους, Οι Εναγόμενοι του έκαναν πρόταση να επιδιορθωθεί από αυτούς το όχημα, αλλά ο Ενάγων να καταβάλει το μισό κόστος της επιδιόρθωσης. Ο Ενάγων απέρριψε αυτή την πρόταση. · Παρα. 13꞉ Κατά ή περί τις 10.10.2008, οι Εναγόμενοι και/ή οι υπάλληλοί τους και/ή οι αντιπρόσωποί τους ισχυρίστηκαν ότι το όχημα δεν καλύπτεται από εγγύηση. · Παρα. 14꞉ Κατά ή περί τις 13.10.2008 ο Ενάγων με επιστολή του που εστάλη μέσω των δικηγόρων του κάλεσε τους Εναγόμενους να προβούν σε επιδιόρθωση, χωρίς όμως να υπάρξει ανταπόκριση από πλευράς Εναγομένων. Συνεπεία της ισχυριζόμενης άρνησης των Εναγομένων να επισκευάσουν τη βλάβη, είναι η θέση του Ενάγοντος ότι αυτός αναγκάστηκε να αγοράσει καινούριο εξάρτημα (selespeed actuator) από το Ηνωμένο Βασίλειο μέσω διαδικτύου. Το κόστος στο οποίο υποβλήθηκε ο Ενάγων, όσον αφορά την αγορά του εξαρτήματος και την αποστολή του στην Κύπρο ήταν 700 στερλίνες, ενώ το κόστος τοποθέτησης του νέου εξαρτήματος από άλλο συνεργείο στην Κύπρο ήταν €
- Αμφότερα τα ποσά αυτά[1], ο Ενάγων αξιώνει όπως επιδικασθούν υπέρ του και εναντίον των Εναγομένων ως «Ειδικές αποζημιώσεις» συνεπεία παράβασης συμφωνίας αγοράς και/ή των όρων παραγγελίας του οχήματος και/ή των όρων εγγύησης αγοράς του οχήματος και/ή του θέσμιου καθήκοντος που υπείχαν οι Εναγόμενοι. Ειδικότερα, είναι η θέση του Ενάγοντος (σχετική η παρα. 17 της Ε/Α) ότι οι Εναγόμενοι κατά παράβαση του καθήκοντος που είχαν δυνάμει των άρθρων 4, 5, 8 και 13 του περί Ορισμένων Πτυχών της Πώλησης καταναλωτικών Αγαθών και των Συναφών Εγγυήσεων Νόμου του 2000, ως ετροποποιήθη - · Δεν αντικατέστησαν και/ή δεν επισκεύασαν το όχημα του Ενάγοντος ως όφειλαν, και · δεν συμμορφώθηκαν και/ή δεν τήρησαν τις υποχρεώσεις τους όπως προκύπτουν από τη σύμβαση πώλησης και την εγγύηση που παρείχαν στον Ενάγοντα. Περαιτέρω, ο Ενάγων αξιώνει «Γενικές αποζημιώσεις» και/ή «Παραδειγματικές» και/ή «Τιμωρητικές» αποζημιώσεις για την αναστάτωση, το άγχος, την ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία της άρνησης των Εναγομένων να επιδιορθώσουν το όχημα, καθ' ότι- · αυτός αναγκαζόταν να διευθετεί καθημερινά με συναδέλφους του τη μεταφορά του στην εργασία του στη Λάρνακα, καθώς επίσης · στερήθηκε τη χρήση του οχήματός του από τις 7.10.2008 μέχρι και τις 8.1.2009, ημερομηνίες κατά τις οποίες δεν μπορούσε να ασκεί τις καθημερινές του δραστηριότητες αφού δεν είχε μέσο μεταφοράς. Γ. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Πλην του ισχυρισμού του Ενάγοντος ότι οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία εισαγωγής και πώλησης καινούριων και μεταχειρισμένων οχημάτων και διαθέτουν συνεργείο επιδιόρθωσης οχημάτων (βλ. την παρα. 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης - στο εξής «η Ε/Υ»), οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν κατά τα λοιπά την πιο πάνω εκδοχή του Ενάγοντος. Οι Εναγόμενοι, αποποιούμενοι της ευθύνης που τους αποδίδει ο Ενάγων, αντέταξαν στην Έκθεση Υπεράσπισής τους (στο εξής «η Ε/Υ») ότι (βλ. τις παρα. 3 και 7 της Ε/Υ)꞉ αυτοί προέβηκαν στην πώληση του επίδικου οχήματος προς τον Εναγόμενο, ως μεσάζοντες και/ή ως μεσολαβητές και όχι ως ιδιοκτήτες του επίδικου οχήματος· κατά τον ουσιώδη χρόνο της πώλησης του επίδικου οχήματος, ιδιοκτήτριά του ήταν η εταιρεία David Salon Services, στην οποία και παραδόθηκε από τους Εναγόμενους το τίμημα πώλησης που εισέπραξαν από τον Ενάγοντα, ήτοι το ποσό των €20.
- Η χρονική εξέλιξη των πραγμάτων μέχρι την πώληση του επίδικου οχήματος και την παράδοσή του στον Ενάγοντα περιγράφεται από τους Εναγόμενους ως εξής꞉ · Παρα. 6(α) της Ε/Υ - Προτού εισέλθει στο σκηνικό της υπόθεσης ο Ενάγων, η David Salon Services είχε μεταφέρει το επίδικο όχημα στο συνεργείο των Εναγομένων, όπου διαγνώστηκε πρόβλημα στη μηχανή του, γι' αυτό και συμφωνήθηκε μεταξύ της David Salon Services και των Εναγομένων η αλλαγή της μηχανής. Συγχρόνως, συμφωνήθηκε όπως οι Εναγόμενοι βοηθήσουν την εν λόγω ιδιοκτήτρια εταιρεία στην πώληση του επίδικου οχήματος. · Παρα. 6(γ) - Ο Ενάγων προσήλθε αργότερα στο συνεργείο των Εναγομένων όπου, αφού εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για αγορά του επίδικου οχήματος, και αφού ενημερώθηκε από τους Εναγόμενους για τις εργασίες που γίνονταν επί του εν λόγω οχήματος, συμφώνησε με αυτούς όπως, αφού αποπερατωθούν οι εργασίες, προβεί στην αγορά του. · Παρα. 6(δ) - Κατά την περίοδο της επισκευής του επίδικου οχήματος από τους Εναγόμενους, διαγνώστηκαν και άλλα προβλήματα, τα οποία ο Ενάγων ζήτησε να επισκευαστούν και επισκευάστηκαν προς πλήρη και τελεία ικανοποίησή του. · Παρα. 6(στ) - Οι Εναγόμενοι με την παράδοση του οχήματος στον Ενάγοντα την 12.6.2008 ως μεσάζοντες και/ή ως μεσολαβητές και την αλλαγή και/ή αντικατάσταση της μηχανής είχαν εκπληρώσει τους όρους της μεταξύ των μερών συμφωνίας προς τελεία και πλήρη ικανοποίηση του ενάγοντα. Όσον αφορά τις ισχυριζόμενες παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στον Ενάγοντα, είναι η θέση των Εναγομένων ότι - · Παρα. 6(ε)꞉ Όταν καταβλήθηκε το συνολικό ποσό της αγοράς, ο Ενάγων ενημερώθηκε από τους Εναγόμενους ότι από την ημέρα έκδοσης του τιμολογίου, ήτοι την 12.6.2008, όλες οι δουλειές και/ή επιδιορθώσεις που είχαν γίνει επί του οχήματος θα καλύπτονταν με εγγύηση. · Παρα. 6(η)꞉ Δηλαδή η εγγύηση θα κάλυπτε τη μηχανή του επίδικου οχήματος όπως και κάθε νέο εξάρτημα το οποίο επιδιορθώθηκε και/ή αντικαταστάθηκε. · Παρα. 6(ζ)(θ)꞉ Καμία άλλη παράσταση δεν έγινε προς εξώθηση του Ενάγοντος στην αγορά του επίδικου οχήματος ή/και ουδεμία εγγύηση δόθηκε επί όλου του οχήματος ως ο Ενάγων ισχυρίζεται. · Παρα. 7(στ)꞉ Οι Εναγόμενοι και/ή οι υπαλλήλοι τους ουδέποτε διαβεβαίωσαν τον ενάγοντα για το ότι το όχημα καλυπτόταν από εγγύηση. Αρνούνται οι Εναγόμενοι την εκδοχή του Ενάγοντος ότι διαφάνηκε οποιοδήποτε ελάττωμα του οχήματος κατά το χρόνο παράδοσής του στον Ενάγοντα. Ειδικότερα, είναι η θέση των Εναγομένων ότι꞉ · Παρα. 7(α) - «Καθ' όλο το χρονικό διάστημα πριν και κατά την παράδοση του επίδικου οχήματος και της συνακόλουθης μετάθεσης οιουδήποτε κινδύνου από τους πωλητές - εναγόμενους προς τον αγοραστή - ενάγοντα δεν υφίστατο καμία διαρροή λαδιού ως ο ενάγοντας ισχυρίζεται». · Παρα. 7(β) - Η διαρροή του λαδιού στην οποία αναφέρεται ο Ενάγων εμφανίστηκε μετά την παράδοση του οχήματος και της εξόφλησης του τιμήματος αγοράς του, ήτοι μετά την ολοκλήρωση της σύμβασης, γι' αυτό και υπεύθυνος για τη διαρροή είναι ο ίδιος ο Ενάγων και όχι οι Εναγόμενοι. · Παρα. 7(γ) - Πριν από την πώληση και/ή μεταβίβαση του οχήματος δεν έγινε καμία αναφορά από τον Ενάγοντα προς τους Εναγομένους και/ή τους υπαλλήλους τους για την ύπαρξη της διαρροής, πόσο μάλλον για την επιδιόρθωσή της. · Παρα. 7(δ)(ε) - Οι Εναγόμενοι και/ή οι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποί τους δεν παρατήρησαν καμία διαρροή ούτε δεσμεύτηκαν σε επιδιόρθωση και/ή αποζημίωση σε περίπτωση εμφάνισης της και/ή σε αποζημίωση του Ενάγοντος επί τούτου. Ουδεμία διαβεβαίωση και/ή υπόσχεση έδωσαν στον Ενάγοντα, καθ' ότι δεν υπήρχε τέτοια διαρροή εξ υπαιτιότητάς τους. · Παρα. 8(ε) - Οι Εναγόμενοι δεν πρότειναν ποτέ στον Ενάγοντα την επιδιόρθωση του οχήματος με την καταβολή του μισού κόστους λόγω της δήθεν ευθύνης τους ως ο ισχυρισμός του, αλλά λόγω καλής θέλησης και χωρίς να δεσμεύονται από καμία εγγύηση, οι εναγόμενοι πρότειναν να του επιδιορθώσουν τη διαρροή, χωρίς να του χρεώσουν την εργασία τους παρά μόνο το κόστος αγοράς του εξαρτήματος. · Παρα. 9, 10 και 11 - Οι Εναγόμενοι αρνούνται την παραλαβή οποιασδήποτε επιστολής εκ των δικηγόρων του Ενάγοντος, αγνοούν δε τις ειδικές ζημιές που εκείνος υπέστη για την αντικατάσταση του κιβωτίου ταχυτήτων ή/και οποιαδήποτε άλλη ζημιά ή ταλαιπωρία που κατ' ισχυρισμόν είχε. Όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης, είναι η θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγων κωλύεται από το να ζητεί από το Δικαστήριο να του επιδικάσει αποζημιώσεις για τη ζημιά ως την δικογραφεί, λόγω του ότι (βλ. την παρα. 12Α(α)(β) της Ε/Υ) όπως ο ίδιος ο Ενάγων ισχυρίζεται, αυτός γνώριζε για την επίδικη διαρροή πριν καν προχωρήσει στην αγορά του επίδικου οχήματος, ήτοι πριν προχωρήσει στην πληρωμή, τόσο διότι ήταν εμφανής όσο και διότι εκείνος είχε τα προσόντα και/ή την επαγγελματική κατάρτιση για να τη διαπιστώσει, και, αφού την εκτίμησε, την αποδέκτηκε. Επισημαίνουν οι Εναγόμενοι στην παρα. 12Α(β) της Ε/Υ ότι ο Ενάγων βασίστηκε αποκλειστικά στις δικές του γνώσεις και/ή προσόντα και/ή έλεγχο και/ή έρευνα για να εκτελέσει και/ή προβεί σε σύναψη της εν λόγω σύμβασης και /ή τα πιο πάνω αποτελούν σημαντικό και καθοριστικό ρόλο στη σύναψη και την εκτέλεση της εν λόγω συμφωνίας. Είναι η θέση των Εναγομένων (βλ. παρα. 12Α(δ) της Ε/Υ) ότι αυτοί ουδέποτε παρέβησαν τα θέσμια καθήκοντά τους σύμφωνα με τον περί Ορισμένων Πτυχών της Πώλησης Καταναλωτικών Αγαθών και των Συναφών Εγγυήσεων Νόμο του 2000, ως ετροποποιήθη, εφόσον αυτοί ουδέποτε αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν να επιδιορθώσουν και/ή αντικαταστήσουν οποιαδήποτε εξαρτήματα και/ή μηχανήματα τα οποία περιλαμβάνονταν στις προσυμφωνηθείσες επιδιορθώσεις. Έκλεισαν τα δικόγραφα χωρίς να καταχωρηθεί Απάντηση από τον Ενάγοντα. Δ. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Για να αποδείξει την υπόθεσή του, ο Ενάγων έδωσε μαρτυρία ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Έκλεισε την υπόθεσή του στη βάση της δικής του μαρτυρίας. Από την άλλη, η Υπεράσπιση κάλεσε δύο μάρτυρες꞉ Τον κ. Αχιλλέα Γαβριηλίδη (στο εξής «ο ΜΥ1»), ο οποίος ως δήλωσε είναι Διευθυντής των Εναγομένων, και τον κ. Μάριο Παρασκευά (στο εξής «ο ΜΥ2»), ο οποίος ως δήλωσε είναι Λειτουργός του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (στο εξής «το ΤΟΜ») και έχει, μεταξύ των εξουσιών και καθηκόντων του, το δικαίωμα πρόσβασης στους φακέλους και στο Μητρώο Μηχανοκινήτων Οχημάτων που τηρεί το ΤΟΜ, περιλαμβανομένου του φακέλου του επίδικου οχήματος. Όλη η δοθείσα μαρτυρία βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν το θεωρώ αναγκαίο να την επαναλάβω αυτούσια στο κείμενο της παρούσας απόφασης. Με δεδομένο ότι ενώπιον μου έχουν εγερθεί δύο συγκρουόμενες εκδοχές γεγονότων, θα αξιολογήσω και αναλύσω τη δοθείσα μαρτυρία, με αναφορά σε αυτήν στο βαθμό που κρίνω κατάλληλο προς αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης. Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήριο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138). Η αντιπαραβολή των δύο εκδοχών απαιτεί ουσιαστικά τον έλεγχο της αξιοπιστίας των μαρτύρων που προσήλθαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν εκδοχών, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας, προφορικής και έγγραφης. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Έλαβα υπόψη μου μία εξίσου βασική παράμετρο꞉ ότι η κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν πρέπει να κρίνεται με μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση του προκαλεί ο μάρτυρας, αλλά θα πρέπει να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Όπως επισημάνθηκε στην Αθηνής v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 256, το περιεχόμενο της μαρτυρίας θα πρέπει να υποβάλλεται στη «βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής». Στην υπόθεση Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1367) λέχθηκε ότι «Επέμβαση επίσης δικαιολογείται όταν οι διαπιστώσεις του δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική και δεν δικαιολογούνται από τη μαρτυρία (Αντωνίου ν. Γεστάμη & Σια Λτδ κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1070), ή όταν τα συμπεράσματα είναι εξ αντικειμένου ανυπόστατα, παράλογα ή αυθαίρετα και δεν υποστηρίζονται από τη μαρτυρία που έχει αποδεχθεί το πρωτόδικο δικαστήριο (Παπαδόπουλος ν. Χριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 2004, 2008 και A.S. Air Control Ltd v. Ερωτοκρίτου κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1056). Η γενική μου εντύπωση για τον Ενάγοντα ήταν ότι πολύ θετική. Παρουσίασε με συνοχή την εκδοχή του και με πλήρη στοιχεία. Αντεξετάσθηκε χωρίς να υποπέσει σε οποιαδήποτε αντίφαση. Κρίνω ότι υπήρξε ειλικρινής, αληθής και αξιόπιστη. Αναλύω τη μαρτυρία του λεπτομερέστερα πιο κάτω. Η γενική μου εντύπωση για τον ΜΥ1 ήταν ότι, παρά την ετοιμότητα του να δώσει απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα που του τίθονταν, εντούτοις η μαρτυρία του δεν αποτελεί ασφαλή βάση για τη διαμόρφωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα. Ο ΜΥ1 δεν δίστασε να παραδεχθεί τα κενά και/ή τις ελλείψεις στο πεδίο γνώσης του για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Πρώτιστα και κύρια, παραδέχθηκε ότι η ανάμειξή του στα γεγονότα της υπόθεσης άρχισε μετά την υποβολή του αιτήματος του Ενάγοντος για δωρεάν επιδιόρθωση του κιβωτίου ταχυτήτων του επίδικου οχήματος και ότι ως εκ τούτου ο ίδιος δεν μπορούσε να γνωρίζει προσωπικά λεπτομέρειες για τις υποσχέσεις ή/και διαβεβαιώσεις που είχαν δοθεί από αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους των Εναγομένων προς την πλευρά του Ενάγοντος καθ' ον χρόνο εκείνος παρήγγειλε το επίδικο όχημα, ως επίσης καθ' ον χρόνο του παραδόθηκε το επίδικο όχημα. Κρίνω ότι ορισμένες παραδοχές του ΜΥ1 ενίσχυσαν, παρά να απομείωσαν, την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντος εναντίον των Εναγομένων. Η μαρτυρία του ΜΥ2 ήταν εξαιρετικά σύντομη και τυπική, χωρίς οποιαδήποτε αποδεικτική αξία με τον τρόπο που εκτυλίχθηκε. Προσήλθε για να καταθέσω μόνο τη φόρμα μεταβίβασης του επίδικου οχήματος, κάτι που για σικονομικούς λόγους δεν επετράπη, αλλά όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια, τούτο δεν επηρέασε την έκβαση της δίκης εν πάση περιπτώσει. (i) Ανάλυση της μαρτυρίας όσον αφορά το πρώτο επίδικο θέμα -ποιος ο πωλητής. Κατά την κυρίως εξέτασή του, ο Ενάγων υιοθέτησε το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο και σημειώθηκε ως «Έγγραφο Α». Η γραπτή δήλωση του Ενάγοντος ήταν απόλυτα ευθυγραμμισμένη με τη δικογραφημένη εκδοχή του ως την έχω παραθέσει ανωτέρω, γι' αυτό και δεν κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω το περιεχόμενό της στην ολότητά του. Σημειώνω ότι η σταθερότητα και συνέπεια στην προώθηση της δικογραφημένης εκδοχής του Ενάγοντος στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας αποτελεί, σύμφωνα με τη νομολογία, δείκτη της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Η μαρτυρία του Ενάγοντος υπήρξε αρκούντως λεπτομερής. Κατονόμασε τους υπαλλήλους ή αξιωματούχους των Εναγομένων με τους οποίους αυτός συνομίλησε στο πλαίσιο σύναψης της επίδικης σύμβασης. Συγκεκριμένα꞉ ο Ενάγων τοποθέτησε χρονολογικά στις 23/04/2008 την πρώτη του επίσκεψη στο κατάστημα των Εναγομένων όπου εκδήλωσε την επιθυμία αγοράς ενός αυτοκινήτου Άλφα Ρομέο GT Selespeed 2.0 με αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων. Κατονόμασε τον κ. Αλέξανδρο Ποτσίδη ως τον υπάλληλο - πωλητή εκ μέρους των Εναγομένων, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι διέθεταν προς πώληση έναν μεταχειρισμένο όχημα της ίδιας μάρκας και τύπου όπως αυτό που έψαχνε, το οποίο βρισκόταν στο συνεργείο των Εναγομένων για επιδιόρθωση. Ως η θέση του Ενάγοντος, ο κ. Ποτσίδης του συνέστησε να επισκεφτεί το συνεργείο των Εναγομένων και να δει το όχημα γιατί ήταν διαθέσιμο σε τιμή ευκαιρίας. Ο Ενάγοντας τότε επισκέφτηκε το συνεργείο των Εναγομένων για να δει από κοντά το όχημα που του συνέστησε ο πωλητής των Εναγομένων. Ο Ενάγων κατονόμασε περαιτέρω τον υπεύθυνο του συνεργείου των Εναγομένων, ήτοι τον κ. Ηλία Εξαδάκτυλο. Εκείνος τον ενημέρωσε ότι το όχημα ήταν προς πώληση, ότι θα επιδιορθωνόταν πλήρως, αφού θα αντικαθίστατο η μηχανή του με καινούργια καθώς και σειρά άλλων εξαρτημάτων, τα οποία μαζί με το όχημα θα καλύπτονταν από εγγύηση. Ήταν η θέση του Ενάγοντος ότι μετά τη συνομιλία που είχε με τον κ. Εξαδάκτυλο, ο ίδιος επισκέφτηκε ξανά το κατάστημα των Εναγομένων όπου ενημερώθηκε από τον πωλητή των Εναγομένων, κ. Ποτσίδη, ότι η τιμή πώλησης του οχήματος ανερχόταν στις €23.000,00. Του ανέφερε επίσης ότι το όχημα συμπεριλαμβανομένων όλων των εξαρτημάτων που θα επιδιορθώνονταν και/ή αντικαταθίστονταν θα καλύπτονταν από εγγύηση 6 μηνών από την ημερομηνία πώλησης του οχήματος. Είναι στις διαβεβαιώσεις των προαναφερόμενων δύο υπαλλήλων περί ύπαρξης εγγύησης για το όχημα και για τα εξαρτήματά του, που ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι βασίστηκε προκειμένου να αποφασίσει την αγορά του επίδικου οχήματος. Η τιμή όπως τελικά συμφωνήθηκε μαζί τους ήταν για το συνολικό ποσό των €22.211. Σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης του Ενάγοντος δεν αμφισβητήθηκε η δήλωσή του ότι οι κ.κ. Αλέξανδρος Ποτσίδης και Ηλίας Εξαδάκτυλος ήσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάλληλοι και /ή υπηρέτες των Εναγομένων. Ούτε κατά την κυρίως εξέταση του ΜΥ1, λέχθηκε οτιδήποτε το οποίο να θέτει υπό αμφιβολία τη δήλωση του Ενάγοντος ότι οι εν λόγω δύο υπάλληλοι κατείχαν στην υπηρεσία των Εναγομένων τις θέσεις που περιέγραψε ο Ενάγων. Δεν υπήρξε σε κανένα στάδιο της δίκης άρνηση του ισχυρισμού του Ενάγοντος ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της συμφωνίας είχε συναντηθεί με τα εν λόγω δύο άτομα. Ουδέποτε υποβλήθηκε στον Ενάγοντα ότι τα εν λόγω άτομα δεν είχαν εξουσιοδότηση να συμφωνήσουν την τιμή με τον Ενάγοντα ή να υποσχεθούν σε αυτόν την παροχή εγγύησης. Παρατηρώ περαιτέρω ότι ο Ενάγων τεκμηρίωσε δεόντως τις δηλώσεις του όσον αφορά τους όρους σύναψης της συμφωνίας αγοράς του οχήματος με παραπομπή στην έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε (έγγραφο παραγγελίας του επίδικου οχήματος και αποδείξεις πληρωμής), την ύπαρξη της οποίας είχε αποκαλύψει εγκαίρως στην άλλη πλευρά. Συγκεκριμένα, ο Ενάγων παρουσίασε꞉ · ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α το έντυπο της παραγγελίας αρ. 29892, ημερ. 23.4.2008, το οποίο παρατηρώ ότι- o φέρει το σήμα της εταιρείας των Εναγομένων, o αναφέρει ρητά ότι η παραγγελία δίδεται υπό του Ενάγοντος προς «Δ.Ι. Δημάδης & Υιοι Λτδ», o αναφέρει ότι το παραγγελθέν εμπόρευμα είναι το επίδικο όχημα, ήτοι το «A/Romeo GT, KKU477», και όχι επιμέρους εξαρτήματα. Μάλιστα, δεν φαίνεται να έχει διαγραφεί η πλαϊνή σημείωση «Καινούρια εμπορεύματα συμφώνως προδιαγραφών και όρων κατασκευαστών». o η τιμή €22.211, o οι όροι πληρωμής (€1700 προκαταβολή, τα άλλα με την παράδοση (αλλαγή μηχανής παραγγελμένη, βάψιμο προφυλακτήρα)), o και υπογράφεται από τον αγοραστή και από την εταιρεία Δ.Ι. Δημάδης & Υιοι Λτδ· · ως Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α, την απόδειξη πληρωμής ημερ. 23.4.08 της συμφωνηθείσας προκαταβολής των €1700. Παρατηρώ ότι η απόδειξη αυτή είναι και πάλιν σε έντυπο που φέρει το σήμα της εταιρείας των Εναγομένων και εκδίδεται από «Maro Constantinou, DJ.Demades & Sons Ltd». · ως Τεκμήριο 6 υπό το Έγγραφο Α, την απόδειξη ημερ. 12.06.08 για την πληρωμή συνολικού ποσού €20.512 προς πλήρη εξόφληση του οχήματος. Παρατηρώ ότι και πάλιν η απόδειξη αυτή εκδίδεται σε έντυπο με το σήμα των Εναγομένων από «Maro Constantinou, D.J.Demades & Sons Ltd». Ήταν παραδεκτό από τον ΜΥ1 κατά τη δική του αντεξέταση ότι η Μάρω Κωνσταντίνου, η οποία εξέδιδε τις αποδείξεις πληρωμής, ήταν ταμίας στην υπηρεσία των Εναγομένων. Επισημαίνω ότι ουδεμία ένδειξη ή σημείωση υπάρχει στα πιο πάνω τεκμήρια η οποία να θέτει σε αμφιβολία την αλήθεια της εκδοχής του Ενάγοντος ότι αυτός συμβλήθηκε ευθέως με τους Εναγόμενους, χωρίς να του αποκαλύψουν ότι εκείνοι ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι τρίτου προσώπου, άλλου από τον κατασκευαστή του επίδικου οχήματος, ο οποίος να ήταν μέχρι τότε ιδιοκτήτης του οχήματος. Ουδεμία αναφορά στην David Salon Services Ltd γινόταν στα εν λόγω έγγραφα που εξέδωσαν προς τον Ενάγοντα οι Εναγόμενοι. Όπως εξάλλου επεσήμανε ο Ενάγων ενώπιον του Δικαστηρίου, αντί αποσύνδεσής τους από την πράξη της πώλησης του οχήματος, οι Εναγόμενοι επέτρεψαν σε αυτόν, να εκδίδει τις επιταγές του για την πληρωμή του συνολικού τιμήματος αγοράς του επίδικου οχήματος στο όνομα των Εναγομένων και του εξέδωσαν αποδείξεις στο όνομά τους, χωρίς να του λεχθεί οτιδήποτε διαφορετικό. Η προσπάθεια του ΜΥ1 να πείσει το Δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες ενεργούσαν κατά τον ουσιώδη χρόνο ως αντιπρόσωποι του μέχρι τότε ιδιοκτήτη του επίδικου οχήματος στηρίχθηκε στο περιεχόμενο των εξής εγγράφων꞉ (α) στην κατάσταση λογαριασμού για τα έτη 2007 - 2009 (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Β) που διατηρούσε με τους εναγόμενους η εταιρεία David Salon Services Ltd, η οποία ήταν ως ο ισχυρισμός του ΜΥ1 η ιδιοκτήτρια του επίδικου οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο πώλησής του. Ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι φαίνεται ξεκάθαρα από την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού ότι το ποσό που εισέπραξαν οι Εναγόμενοι από τον Ενάγοντα, πιστώθηκε ολόκληρο στο λογαριασμό της David Salon Services Ltd, χωρίς οποιαδήποτε αποκοπή προς όφελος των Εναγομένων, έστω υπό τη μορφή προμήθειας. (β) στο τιμολόγιο αρ. Μ8Ν01053 που εξέδωσαν στις 27.05.2008 οι Εναγόμενοι προς την David Salon Services Ltd (βλ. το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Β) το οποίο τιμολόγιο καταγράφει τα διάφορα εξαρτήματα και/ή τις διάφορες εργασίες επισκευής του επίδικου οχήματα και τα ανάλογα εργατικά κόστα που έγιναν επί του επίδικου οχήματος. Ήταν ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι όλες αυτές τις εργασίες επιδιόρθωσης της είχε ήδη ζητήσει η David Salon Services Ltd προτού ενδιαφερθεί να αγοράσει το όχημα ο Ενάγων και ότι ήταν ενήμερος περί τούτου ο Ενάγων. Το ποσό του εν λόγω τιμολογίου ανέρχεται συνολικά στο ποσό των €6,743.09 και περιλαμβάνεται σε αυτό το κόστος της μηχανής €4.880. Ακόμη και εάν ήθελαν γίνει δεκτοί οι ισχυρισμοί του ΜΥ1 όσον αφορά την αλήθεια του περιεχομένου των πιο πάνω εγγράφων ως τα Τεκμήρια 1 και 2 υπό το Έγγραφο Β, τούτοι από μόνοι τους δεν είναι ικανοί να αποδείξουν ότι ο Ενάγων είχε γνώση αυτών. Απεναντίας, προκύπτει από τη δοθείσα μαρτυρία να είναι ορθή η θέση του συνηγόρου του Ενάγοντος ότι τα πιο πάνω δύο έγγραφα ουδέποτε προηγουμένως περιήλθαν σε γνώση του Ενάγοντα, παρά μόνον όταν δόθηκε η μαρτυρία από τον ΜΥ1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε εκείνη τη δικάσιμο ήταν που αποκαλύφθηκαν στον Εναγόμενο οι εν λόγω λεπτομέρειες. Ο ΜΥ1 επιχείρησε επιπρόσθετα να στηρίξει τον ισχυρισμό του, περί του ότι ιδιοκτήτης του επίδικου οχήματος ήταν η David Salon Services Ltd, στο περιεχόμενο της φόρμας μεταβίβασης του επίδικου οχήματος. Ωστόσο, ο ίδιος ο ΜΥ1 δεν την είχε στην κατοχή του και προς τούτο κλήθηκε ο ΜΥ2. Πέραν του ότι ο ΜΥ1 δεν είχε στην κατοχή του τη φόρμα μεταβίβασης για να μπορεί να μαρτυρεί ως προς το περιεχόμενό της, το σημαντικό στοιχείο είναι ότι ο ίδιος ο ΜΥ1 αναγνώρισε ότι μόνο αν ο Ενάγων έβλεπε ποιος θα υπέγραφε ως προηγούμενος ιδιοκτήτης στη φόρμα μεταβίβασης του επίδικου οχήματος, θα μπορούσε να γνωρίζει ότι δεν ήταν οι Εναγόμενοι οι ιδιοκτήτες. Παραδέχθηκε συγχρόνως ο ΜΥ1 ότι δόθηκε η φόρμα μεταβίβασης στον Ενάγοντα για να υπογράψει ως αγοραστής, χωρίς να είναι ήδη υπογραμμένη και συμπληρωμένη η εν λόγω φόρμα από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη. Ακολούθως επιστράφηκε η φόρμα μεταβίβασης στους Εναγόμενους, για να μεριμνήσουν οι ίδιοι για την εγγραφή του οχήματος στο όνομα του Ενάγοντος. Το νέο πιστοποιητικό Εγγραφής (ως το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α) δεν φανερώνει ποιος ήταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης και συνεπώς δεν θα μπορούσε ο Ενάγων να γνωρίζει το όνομα εκείνου απλώς και μόνον διαβάζοντας το εν λόγω Πιστοποιητικό. Εν πάση περιπτώσει, ο Ενάγων αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι του είχε λεχθεί οποτεδήποτε προφορικά ποιος ήταν ο προηγούμενος ιδιοκτήτης του οχήματος. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι αυτό που του λέχθηκε από τον κ. Ποτσίδη, ήταν μόνο ότι το επίδικο όχημα το είχε «δώσει μέσα» στους Εναγόμενους ο προηγούμενος ιδιοκτήτης. Ήταν δηλαδή ήδη στην κατοχή και υπό τον έλεγχο των Εναγομένων με εξουσία αυτών να το πωλήσουν. Σε κανένα στάδιο δεν αναζητήθηκε η έγκριση της συμφωνηθείσας τιμής από τρίτο πρόσωπο. Η αξιοπιστία της μαρτυρίας του Ενάγοντος δεν διαταράχθηκε ούτε με τον ερχομό του ΜΥ2. Συγκεκριμένα, επιχειρήθηκε να κατατεθεί από τον ΜΥ2 στο Δικαστήριο ως τεκμήριο η φόρμα μεταβίβασης του επίδικου οχήματος, ημερ. 12.6.2008 και η οποία - ως η θέση των Εναγομένων - ήταν υπογεγραμμένη, αφενός, από την εταιρεία David Saloon Services Ltd ως προηγούμενο ιδιοκτήτη, εν προκειμένω πωλητή, και από τον Ενάγοντα ως νέο ιδιοκτήτη, εν προκειμένω αγοραστή. Ηγέρθη, ωστόσο, ένσταση από μέρους του συνηγόρου του Ενάγοντος στην κατάθεση του συγκεκριμένου εγγράφου ως τεκμηρίου, με την αιτιολογία ότι ενώ ήταν ουσιώδες έγγραφο για την υπόθεση των Εναγομένων, εντούτοις δεν έτυχε αποκάλυψης προς την πλευρά του Ενάγοντος και επομένως δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη δίκη. Η ένσταση αυτή έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Αποκλείσθηκε η κατάθεση του εγγράφου μεταβίβασης και όπως ήταν αναμενόμενο δεν απέμεινε οποιαδήποτε δήλωση του ΜΥ2 επί της οποίας να έχρηζε αντεξέτασης, γι' αυτό και δεν αντεξετάσθηκε. Εν πάση περιπτώσει, η θέση του συνηγόρου του Ενάγοντος όπως διατυπώθηκε κατά την ίδια δικάσιμο που ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΥ2 ήταν σαφής꞉ ο Ενάγων δεν αμφισβητεί στο παρόν στάδιο της δίκης τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο της πώλησης του επίδικου οχήματος στον ίδιο, προηγούμενος ιδιοκτήτης του οχήματος ήταν η εταιρεία David Saloon Services Ltd. Αυτό που ο Ενάγων αμφισβητεί είναι τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι του είχαν αποκαλύψει από την αρχή, (είτε καθ' ον χρόνο εκείνος υπέβαλε παραγγελία για το όχημα είτε καθ' ον χρόνο εκείνος πλήρωσε το τίμημα του οχήματος ή/και καθ' ον χρόνο του παρέδωσαν το όχημα και σε κάθε περίπτωση προτού εκείνος υποβάλει το παράπονο για τη διαρροή ή/και αξιώσει εφαρμογή της εγγύησης για δωρεάν επιδιόρθωση του κιβωτίου ταχυτήτων), ότι οι Εναγόμενοι δεν ήσαν ιδιοκτήτες του επίδικου οχήματος ή/και ότι ενεργούσαν μόνο ως αντιπρόσωποι τρίτου προσώπου ή/και ότι το εν λόγω τρίτο πρόσωπο ήταν η εταιρεία David Saloon Services Ltd. Ήταν σαφής ο Ενάγων στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ότι αυτό που ενδιέφερε τον ίδιο ήταν να αγοράσει ένα όχημα από την εταιρεία των Εναγομένων για να έχει το όφελος της εγγύησης του οχήματος και όχι να αγοράσει ένα όχημα από οποιονδήποτε ιδιώτη, στην οποία περίπτωση δεν θα είχε απαραιτήτως τέτοια υπόσχεση εγγύησης. Συνεπώς, δεν θα του ήταν αδιάφορο να γνωρίζει ότι οι Εναγόμενοι ενεργούσαν για λογαριασμό κάποιου ιδιώτη και ήταν ευθύνη των Εναγομένων να τον ενημέρωναν περί τούτου και των τυχόν συνεπειών, κάτι που δεν αποδεικνύεται να έπραξαν. Υπό το φως του συνόλου της προεκτεθείσας μαρτυρίας καταλήγω να αποδέχομαι ως αληθή την εκδοχή του Ενάγοντος, ήτοι ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να αποκαλύψουν στον Ενάγοντα ότι ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της David Saloon Services Ltd ακόμη και εάν ενεργούσαν ως τέτοιοι. (
- ii)Αναφορικά με το δεύτερο επίδικο θέμα꞉ τί εγγύηση δόθηκε στον Ενάγοντα από τους Εναγόμενους. Προς απόδειξη της εκδοχής του ότι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης της αγοράς του επίδικου οχήματος, οι Εναγόμενοι του υποσχέθηκαν 6μηνη εγγύηση για το όχημα και για τα καινούρια εξαρτήματα που τοποθετήθηκαν σε αυτό, ο Ενάγων κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Α, το Βιβλιάριο Εγγύησης που του δόθηκε από τους Εναγόμενους. Το εν λόγω βιβλιάριο έχει εξωτερικά το όνομα της εταιρείας των Εναγομένων και εσωτερικά καταγράφει τους όρους της λεγόμενης «ΕΓΓΥΗΣΗ ΔΗΜΑΔΗΣ». Αξίζει εδώ να επισημάνω ότι δεν αντιλήφθηκα να αντεξετάστηκε ο Ενάγων κατά τρόπο που να αμφισβητείται η αλήθεια της δήλωσής του ότι του παραδόθηκε πράγματι το εν λόγω Βιβλιάριο. Ούτε υπήρξε πλήρης άρνηση του ισχυρισμού του ότι έλαβε κάποια εγγύηση από τους Εναγόμενους. Διερωτήθηκε μάλιστα, εφόσον οι Εναγόμενοι του έδωσαν, ως παραδέχονται 6μηνη εγγύηση, πώς μπορεί να αρνούνται ότι ενήργησαν οι ίδιοι άμεσα και ευθέως ως πωλητές. Εκείνο που επιχειρήθηκε από τον συνήγορο Υπεράσπισης αντεξετάζοντας τον Ενάγοντα και ακολούθως από τον ΜΥ1 ήταν να αποδοθεί διαφορετική ερμηνεία στο πεδίο εφαρμογής της εγγύησης. Ήταν ειδικότερα ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ότι αν το Βιβλιάριο προορίζετο να είχε πλήρη ισχύ επί του επίδικου οχήματος, θα έπρεπε να ήταν σφραγισμένο και να έχει τα στοιχεία του επίδικου οχήματος συμπληρωμένα σε αυτό καθώς και ιστορικό των προηγούμενων επισκευών του. Το ότι ως είναι παραδεκτό από τον Ενάγοντα, το Βιβλιάριο δεν έχει συμπληρωμένα τα εν λόγω στοιχεία, δεικνύει, ως ο ισχυρισμός του ΜΥ1, ότι δεν είναι το Βιβλιάριο Εγγύησης που είχε δοθεί για το συγκεκριμένο όχημα στον προηγούμενο ιδιοκτήτη του οχήματος. Είπε τούτο ο ΜΥ1 για να δείξει ότι δεν μεταβιβάστηκε αυτούσια η αρχική Εγγύηση του οχήματος, ως περικλείεται στο Βιβλιάριο, στον Ενάγοντα ως νέο ιδιοκτήτη του οχήματος, παρά μόνο του δόθηκε προφορικά 6μηνη εγγύηση για τα συγκεκριμένα καινούρια ανταλλακτικά που παρήγγειλε ο Ενάγων κατά την αγορά του οχήματος. Ο Ενάγων αναγνώρισε ότι το βιβλιάριο εγγύησης που είχε στην κατοχή του δεν ήταν υπογεγραμμένο ή σφραγισμένο, καθώς και ότι είναι το βιβλιάριο που δίδεται συνήθως κατά την πώληση καινούριων αυτοκινήτων. Παραταύτα, επεσήμανε ότι αυτό του δόθηκε από τους Εναγόμενους και αυτό παρουσίαζε στο Δικαστήριο. Ο ίδιος δεν μπορούσε να ξέρει ότι το εν λόγω βιβλιάριο θα έπρεπε να είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο συμπληρωμένο. Τυχόν παράλειψη συμπλήρωσής του, ενδεχομένως να αποτελεί αμέλεια των Εναγομένων, δήλωσε ο συνήγορος του Ενάγοντος. Το ζητούμενο βεβαίως, κρίνω πως δεν είναι κατά πόσον το συγκεκριμένο Βιβλιάριο Εγγύησης ανήκει αυτούσιο στο επίδικο όχημα, αλλά αν ευσταθεί, ως ζήτημα πραγματικών γεγονότων, η εκδοχή του Ενάγοντος ότι δόθηκε σε αυτόν εγγύηση περιορισμένης μεν χρονικής ισχύος (ήτοι για 6 μήνες αντί για όλη τη διάρκεια ισχύος που περιγράφει το εν λόγω Βιβλιάριο), αλλά υπό τους ίδιους όρους όσον αφορά τα μέρη ή/και εξαρτήματα του οχήματος στο σύνολό του, που καλύπτονται στο Βιβλιάριο Εγγύησης. Το τί υπόσχεση εγγύησης δόθηκε στον Ενάγοντα είναι ζήτημα πραγματικών γεγονότων. Δεν υπάρχει ενώπιον μου πραγματικός αντίλογος στα λεγόμενα του Ενάγοντος, εφόσον δεν προσήλθαν ως μάρτυρες τα άτομα με τα οποία συνομιλούσε ο Ενάγων καθ' ον χρόνο του δόθηκε η ισχυριζόμενη υπόσχεση. Ούτε ο κ. Ποτσίδης ούτε ο κ. Εξαδάκτυλος προσήλθαν για να δώσουν αντικρουστική μαρτυρία. Ο ΜΥ1 αναγνώρισε ενώπιον μου ότι δεν είχε προσωπική επαφή με τον Εναγόμενο οποτεδήποτε πριν από τον Οκτώβριο του 2008 που επέστρεψε ο Ενάγων στους Εναγόμενους αξιώνοντας εφαρμογή της δοθείσας εγγύησης. Δεν είχε ιδίαν γνώση των υποσχέσεων που δόθηκαν στον Ενάγοντα ως προς το περιεχόμενο της εγγύησης. Όσα δήλωσε ο ΜΥ1 δεν αποτελούν καν εξ ακοής μαρτυρία. Δεν ισχυρίστηκε οποτεδήποτε ο ΜΥ1 ότι μεταφέρει όσα αυτός έμαθε ή άκουσε από τους εν λόγω δύο υπαλλήλους που είχαν επαφή με τον Ενάγοντα. Η τελευταία φορά που ο ΜΥ1 είδε τον κ. Ποτσίδη ήταν το 2009 και έκτοτε δεν συνομίλησε εκ νέου μαζί του για την παρούσα υπόθεση. Όσα ο ΜΥ1 δήλωσε αποτελούν μόνο τις δικές του εκ των υστέρων σκέψεις και αντιλήψεις, οι οποίες στηρίζονται στη γενική του πείρα ως Διευθυντή των Εναγομένων. Εξέφρασε την πεποίθηση ο ΜΥ1 ότι για ένα μεταχειρισμένο όχημα της συγκεκριμένης ηλικίας και κατάστασης, οι Εναγόμενοι δεν θα έδιδαν εγγύηση, γι' αυτό και πιθανολογογεί ότι έδωσαν εγγύηση μόνο για τα νέα εξαρτήματα. Αμφισβητήθηκε από το συνήγορο του Ενάγοντος η ίδια η νομιμότητα ενός τέτοιου χειρισμού ως αυτού που ισχυρίστηκε ο ΜΥ1. Θα εξετάσω τη νομική πτυχή της θέσης του ΜΥ1 σε μετέπειτα στάδιο. Στο παρόν στάδιο θα ασχοληθώ με την πραγματική πτυχή. Κατ' αρχάς, αν υπάρχει κάτι το οποίο απέδειξε ο Ενάγων με τη δική του μαρτυρία είναι ότι αυτός αγόρασε από τους Εναγόμενους το όχημα και όχι απλώς επιμέρους εξαρτήματα. Όπως ο Ενάγων δήλωσε χαρακτηριστικά, η συμφωνία που έκανε με τους Εναγόμενους, ήταν να αλλαχθεί ή/και επισκευασθεί οτιδήποτε είχε πρόβλημα, διότι αυτός αγόραζε κάτι που για τον ίδιο θα ήταν «καινούριο». Το ότι οι Εναγόμενοι του πώλησαν όχημα και όχι συγκεκριμένο εξάρτημα ή εξαρτήματα αντανακλάται στο έγγραφο της παραγγελίας του οχήματος και στις αποδείξεις πληρωμής που εξέδωσαν οι Εναγόμενοι. Αν οι Εναγόμενοι θεωρούσαν ότι πωλούσαν σε αυτόν μόνο την καινούρια μηχανή του οχήματος και ότι δεν είχαν καμία ευθύνη έναντι του για το όχημα αυτό καθ' εαυτό, ορθό θα ήταν να χρησιμοποιούσαν τα δικά τους έντυπα μόνο για το/τα εξαρτήματα που θεωρούσαν ότι πωλούσαν. Θα μπορούσαν να του εξέδιδαν τιμολόγιο ειδικά για τα συγκεκριμένα εξαρτήματα όπως το τιμολόγιο που εξέδωσαν προς τη David Salon Services Ltd (Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β). Δεν χειρίστηκαν όμως έτσι την περίπτωση. Περαιτέρω, ο Ενάγων υπέδειξε, ως προς την κατάσταση του οχήματος στις 12.6.2008, δηλαδή τη μέρα παράδοσης του οχήματος σε αυτόν από τους Εναγόμενους, ότι το όχημα έδειχνε να είχε διανύσει μόλις 32.000 χιλιόμετρα. Η αλήθεια του ισχυρισμού του Ενάγοντος όσον αφορά τα διανυθέντα χιλιόμετρα κατά το χρόνο πώλησής του, αποδεικνύεται, ως παρατηρώ, από όσα αναγράφονται επί του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Β (βλ. «οδόμετρο/odometer꞉ 32200). Από το περιεχόμενο του Βιβλιάριου Εγγύησης και των όρων εγγύησης που καταγράφονται σε αυτό, κρίνω ότι διαψεύδεται η θέση του ΜΥ1 ότι οι Εναγόμενοι δεν θα κάλυπταν με εγγύηση ένα όχημα υπό τη δεδομένη κατάσταση. Παραπέμπω συναφώς στη σελ. 9 του εν λόγω Βιβλιάριου, όπου αναφέρεται ότι «Η εταιρεία Δημάδη αναλαμβάνει να επιδιορθώσει ή να αντικαταστήσει δωρεάν οποιοδήποτε ελαττωματικό μέρος ή εξάρτημα του οχήματος ως αναφέρεται πιο πάνω, νοουμένου ότι꞉ 1. Δεν έχει παρέλθει η χρονική περίοδος ή ο προκαθορισμένος αριθμός χιλιομέτρων της εγγύησης που αναφέρονται αναλυτικά πιο πάνω». Σημειωτέον ότι όσον αφορά το κιβώτιο ταχυτήτων του οχήματος, που είναι εν προκειμένω το επίδικο ελαττωματικό εξάρτημα ως η εκδοχή του Ενάγοντος, η εγγύηση ίσχυε (βλ. τις σελ. 4 και 7 του Βιβλιάριου) «για περίοδο 60 μηνών από την ημερομηνία παράδοσης του οχήματος ή μέχρι συμπλήρωσης 100.000 χιλιομέτρων όποιο εκ των δύο προηγηθεί». Συνεπώς, η κατάσταση του επίδικου οχήματος, τουλάχιστον από απόψεως χιλιομέτρων, κατά τον ουσιώδη χρόνο της πώλησής του στον Ενάγοντα, δεν ήταν τέτοια που να καθιστά ασύνηθες ή εξωπραγματικό στο πλαίσιο της εμπορικής πρακτικής των Εναγομένων το να παράσχουν εγγύηση γι' αυτό. Υπό το φως της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας, καταλήγω να αποδέχομαι την εκδοχή του Ενάγοντος όσον αφορά τη δοθείσα σε αυτόν εγγύηση. Ειδικότερα, δέχομαι ότι θα ήταν υπό τους όρους του Βιβλιάριου Εγγύησης, με μόνη διαφοροποίηση ή/και επιφύλαξη ότι θα διαρκούσε για 6 μήνες μόνο από την παράδοση του οχήματος. Κατά την ημερομηνία που ο Ενάγων επέστρεψε το όχημα στο συνεργείο για πρώτη φορά, ήτοι στις 9.9.2008, το όχημα είχε διανύσει περίπου 34.000 έως 35.000, αφού με ένα πρόχειρο υπολογισμό του Ενάγοντος, το όχημα διένυε 1000 χιλιόμετρα το μήνα. Κρίνω λοιπόν ότι εξακολουθούσε να εμπίπτει στους όρους της Εγγύησης του Βιβλιάριου, όσον αφορά το επίδικο εξάρτημα - ήτοι το κιβώτιο ταχυτήτων - λόγω του ότι το όχημα δεν είχε καλύψει ακόμη όλα τα χιλιόμετρα (100.000) και εφόσον δεν είχε παρέλθει ακόμη η 6μηνη περίοδος εγγύησης που συμφώνησε με τους Εναγόμενους. Εύστοχη ήταν βεβαίως και η παρατήρηση του συνηγόρου του Ενάγοντος στην τελική του αγόρευση ότι το κιβώτιο ταχυτήτων ήταν σε κάθε περίπτωση ένα από τα εξαρτήματα που έτυχαν αντικατάστασης κατά την επισκευή του οχήματος προτού πωληθεί και παραδοθεί στον Ενάγοντα (βλ. στο Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Β, το σημείο 4 «R & R Engine with G/Box Alfa GT»). Επομένως, ακόμη και εάν δεν ίσχυε η εγγύηση στη βάση των όρων του Βιβλιάριου Εγγύησης ως ήταν η θέση του Ενάγοντος, παρά μόνο στη βάση της προφορικής συμφωνίας μεταξύ των μερών για 6μηνη εγγύηση όσων εξαρτημάτων αντικαταστάθηκαν κατά την επισκευή του οχήματος πριν την παράδοση του στον Ενάγοντο, ως ήταν η θέση των Εναγόμενων, και πάλιν το επίδικο ελαττωματικό εξάρτημα θα καλύπτετο από την εγγύηση αυτή εφόσον το ελάττωμα ανέκυψε εντός της 6μηνης περιόδου. (iii) Αναφορικά με το τρίτο επίδικο θέμα꞉ ποια διαβεβαίωση δόθηκε στον Ενάγοντα κατά την παράδοση του επίδικου οχήματος όσον αφορά το διαφαινόμενο ελάττωμα και αν υπήρξε αθέτηση της διαβεβαίωσης αυτής από τους Εναγόμενους. Όσον αφορά το χρόνο που ανέκυψε το ελάττωμα του επίδικου οχήματος, ήταν σταθερός στη θέση του ο Ενάγων ότι την ίδια μέρα που αυτός πήγε να παραλάβει το όχημα, προτού εξοφλήσει το επίδικο όχημα, βρήκε τη διαρροή λαδιού και έλαβε τη διαβεβαίωση των Ηλία Εξαδάκτυλου και Αλέξανδρου Ποτσίδη ότι όταν έβρισκαν από πού προέκυπτε η διαρροή, θα το επιδιόρθωναν ή θα το αντικαθιστούσαν. Τότε και μόνον προχώρησε σε εξόφληση ο Ενάγων. Υποβλήθηκε στον Ενάγοντα η θέση ότι «Άρα κανένας, ακόμα και εσείς που ήσασταν έμπειρος, δεν το καταλάβατε», θέση με την οποία ο Ενάγων συμφώνησε, προσθέτοντας ότι είναι γι' αυτό το λόγο που συμφώνησαν να το παρακολουθεί ο ίδιος και να το πάρει πίσω στο συνερεγείο. Δεν υπάρχει ενώπιον μου θετική μαρτυρία η οποία να κλονίζει την πιο πάνω μαρτυρία του Ενάγοντος. Ο ΜΥ1 παραδέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι είχε γνωρίσει τον Ενάγοντα στις 10/10/2008, την μέρα δηλαδή που απαίτησε ο Ενάγοντας με έντονο τρόπο να δει των διευθυντή των Εναγομένων και να του εκφράσει τα παράπονα του ως προς την μη επιδιόρθωση του οχήματος χωρίς χρέωση ως του είχαν υποσχεθεί οι κ.κ. Ποτσίδης και Εξαδάκτυλος. Δεν ήταν ο ίδιος ο ΜΥ1 παρών κατά το χρόνο της παράδοσης του οχήματος γι' αυτό και δεν μπορούσε να έχει προσωπική γνώση των όσων διαμείφθηκαν μεταξύ του Ενάγοντος και των υπαλλήλων των Εναγομένων σε ό,τι αφορά την παρατηρηθείσα διαρροή λαδιού και την ανάληψη δέσμευσης επιδιόρθωσης του προβλήματος. Καταλήγω να αποδέχομαι την εκδοχή του Ενάγοντος ως αληθή αναφορικά με το ότι καθ' ον χρόνο αυτός έλαβε την κατοχή του επίδικου οχήματος, είχε διαφανεί το ελάττωμα, ήτοι η διαρροή λαδιού, και δεν απέρριψε το όχημα λόγω του ότι η διαρροή ήταν μικρή, στηριζόμενος όμως συγχρόνως στη διαβεβαίωση των υπαλλήλων των Εναγομένων ότι όταν εντοπίζετο η πηγή της διαρροής ή αν αυτή συνεχιζόταν εντονότερα, τότε θα είχε το δικαίωμα να το επιστρέψει για δωρεάν επιδιόρθωση από τους Εναγόμενους. (
- iv)Αναφορικά με τις ειδικές ζημιές που αξιώνει ο Ενάγων και τις ενέργειες του για να μειώσει τη ζημιά του. Αιτιολόγησε ο Ενάγων την επιλογή του να αρνηθεί την πρόταση των Εναγομένων περί δωρεάν εργατικών, λέγοντας ότι η πρόταση εκείνη ίσχυε υπό τον όρο ότι αυτός θα κατέβαλλε στους Εναγόμενους το ποσό των €2400 ως κόστος επιδιόρθωσης, ενώ ο ίδιος βρήκε το ίδιο εξάρτημα πιο φθηνά στο διαδίκτυο. Συγκεκριμένα, για την αγορά του συστήματος του κιβώτιου ταχυτήτων ο Ενάγων προχώρησε σε έρευνα και αγορά του εξαρτήματος από το Ηνωμένο Βασίλειο αφού δεν υπήρχε τέτοιο εξάρτημα στην Κύπρο. Ο Ενάγων για την αγορά του εν λόγω εξαρτήματος κατέβαλε το ποσό των £700 λιρών Αγγλίας και για την τοποθέτησή του ποσό €345. Αν αποδεχόταν την πρόταση των Εναγομένων, ο Ενάγων θα γλύτωνε το κόστος εργατικών που είναι τα €345, αλλά θα είχε να πληρώσει €2000 αντί €700 που είναι το κόστος με το οποίο αγόρασε το εξάρτημα τελικά στο διαδίκτυο. Παρουσίασε ο Ενάγων πλήρη αποδεικτικά στοιχεία για την αξίωση του προς τους Εναγόμενους να επιδιορθώσουν το όχημα, καθώς και για τις διαπάνες στις οποίες εν τέλει αυτός υποβλήθηκε για την επιδιόρθωσή του. Συγκεκριμένα, κατέθεσε στο Δικαστήριο꞉ · ως Τεκμήριο 7 υπό το Εγγραφο Α, την επιστολή των δικηγόρων του ημερ. 13.10.2008, η οποία - ως η μαρτυρία του Ενάγοντος - έμεινε αναπάντητη ενώ ουδέποτε επεστράφη ως αζήτητη, · ως Τεκμήριο 8 υπό το Εγγραφο Α, την απόδειξη πληρωμής £700 λιρών Αγγλίας στις 6.11.2008 προς Paul Gawn για αγορά ενός «alfa selespeed actuator», · ως Τεκμήριο 9 υπό το Έγγραφο Α, την απόδεξη πληρωμής προκαταβολής £50 λιρών Αγγλίας στις 29.10.2008 και την απόδειξη πληρωμής του υπόλοιπου των £650 λιρών Αγγλίας, · ως Τεκμήριο 10 υπό το Έγγραφο Α, την ειδοποίηση ημερ. 14.11.2008 για την άφιξη δέματος που κατ' ισχυρισμόν ήταν το επίδικο εξάρτημα. · Ως Τεκμήριο 11 υπό το Έγγραφο Α, το τιμολόγιο που εκδόθηκε από το συνεργείο D. Demetriou προς τον Ενάγοντα στις 8.1.2009 για την αλλαγή του ελαττωματικού εξαρτήματος και των εργατικών, έναντι ποσού €345. Υπό το φως της ως άνω μαρτυρίας, η οποία έμεινε αναντίλεκτη, αποδέχομαι ως επαρκώς αποδειχθείσες τις δαπάνες ή/και ειδικές ζημιές, για τις οποίες ο Ενάγων αξιώνει να αποζημιωθεί. Συνοψίζοντας, υπό το φως των επιμέρους ευρημάτων μου ως προς τα γεγονότα καταλήγω να κρίνω ότι ο Ενάγων απέδειξε την εκδοχή του ως αληθή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ήτοι ότι αυτή είναι πιο πιθανό να είναι αληθής παρά να μην είναι. ΣΤ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Παρά το μικρό μέγεθος της αξιούμενης θεραπείας, εντούτοις η νομική πτυχή της υπόθεσης παρουσιάζει ενδιαφέρον. O Ενάγων αξιώνει τη θεραπεία επικαλούμενος παράβαση θέσμιου καθήκοντος το οποίο οι Εναγόμενοι κατ' ισχυρισμόν υπέχουν έναντί του ως καταναλωτή δυνάμει του περί Ορισμένων Πτυχών της Πώλησης Καταναλωτικών Αγαθών και των Συναφών Εγγυήσεων Νόμου του 2000 (N.7(I)/2000, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Ν.90(Ι)/2007). Σπεύδω να αναφέρω ότι ο εν λόγω Νόμος έχει ενσωματώσει και μεταφέρει στην Κυπριακή έννομη τάξη τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 25ης Μαΐου 1999, σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών (Επίσημη Εϕημερίδα αριθ. L 171 της 07/07/1999 σ. 12 - 16). Χρήσιμη καθοδήγηση προς τα δικαιοδοτικά όργανα των κρατών μελών, όπως είναι το παρόν Δικαστήριο, για την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ παρέχει η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «το Δ.Ε.Ε.») της 4ης Ιουνίου 2015 στην υπόθεση C‑497/13, Froukje Faber κατά Autobedrijf Hazet Ochten BV (μη δημοσιευθείσα ακόμη στη Συλλογή αποφάσεων του ΔΕΕ, αλλά διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του εν λόγω Δικαστηρίου). Παρά το ότι η παρούσα υπόθεση δεν αφορά κάποια διασυνοριακού χαρακτήρα διαφορά και παρά το ότι αμφότεροι οι διάδικοι είναι ιδιώτες, έτσι που να μην μπορούν να επικαλούνται ο ένας έναντι του άλλου το άμεσο αποτέλεσμα της οδηγίας 1999/44/ΕΚ, εντούτοις, το παρόν Δικαστήριο υποχρεούται, όταν εφαρμόζει τις διατάξεις του εσωτερικού δικαίου, ήτοι του Κυπριακού εναρμονιστικού Νόμου (εν προκειμένω του Ν.7(Ι)/2000, ανωτέρω), «να το ερμηνεύει κατά το μέτρο του δυνατού, υπό το πρίσμα του γράμματος καθώς και του σκοπού της εφαρμοστέας στον τομέα αυτό οδηγίας, προκειμένου να καταλήξει σε λύση σύμφωνη προς τον σκοπό που αυτή επιδιώκει». Σχετική η παρα. 33 της απόφασης του ΔΕΕ στην προμνησθείσα υπόθεση C‑497/13 καθώς και προγενέστερη νομολογία του ΔΕΕ (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση LCL Le Crédit Lyonnais, C‑565/12, EU:C:2014:190, σκέψη 54 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). ΣΤ.1. Υπαγωγή της επίδικης σύμβασης στις διατάξεις του Ν.7(Ι)/2000 και της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ. Η εφαρμογή των διατάξεων της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ και κατ' επέκταση του Ν.7(Ι)/2000 προς όφελος ενός διάδικου, κρίνεται αναλόγως του αν η επίδικη σύμβαση πώλησης - (α) αφορά πράγματι σε «καταναλωτικά αγαθά», και (β) συνάπτεται μεταξύ προσώπων που υπέχουν την ιδιότητα «καταναλωτή» και «πωλητή». Με βάση την παρα. 38 της ίδιας απόφασης του ΔΕΕ στην C‑497/13, «Εναπόκειται, κατ' αρχήν, στον εθνικό δικαστή, για τον προσδιορισμό των κανόνων δικαίου που εφαρμόζονται σε διαφορά της οποίας έχει επιληφθεί, να προβεί σε νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών και πράξεων που προβάλλουν οι διάδικοι προς στήριξη των αιτημάτων τους. Ο εν λόγω νομικός χαρακτηρισμός προαπαιτείται σε περίπτωση κατά την οποία, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, η εγγύηση του πωληθέντος αγαθού, την οποία επικαλείται η ενάγουσα, μπορεί να διέπεται από διαφορετικούς κανόνες αναλόγως της ιδιότητας του αγοραστή.». Τα πιο πάνω λεχθέντα αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση, όπου αμφισβητείται από τους Εναγόμενους το καθεστώς τους ως «πωλητών» του επίδικου οχήματος, εφόσον, αν ευσταθεί η θέση τους ότι δεν ήσαν αυτοί οι πωλητές, αλλά τρίτο πρόσωπο, το οποίο ενδεχομένως να μην πληροί τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα πωλητή κατά την έννοια της Κοινοτικής Οδηγίας και του Κυπριακού Νόμου αντίστοιχα, θα επηρέαζε την ίδια την υπαγωγή της επίδικης σύμβασης στους κανόνες της εν λόγω Οδηγίας και του Νόμου, και, κατ' επέκταση, θα επηρέαζε τα δικαιώματα του Ενάγοντος να λάβει το όφελος της επίδικης εγγύησης. Θα εξετάσω ένα ένα τα σημεία. ΣΤ.1.(
- i)Το επίδικο όχημα, αν και μεταχειρισμένο, αποτελεί καταναλωτικό αγαθό. Δεν αποτέλεσε ζήτημα αντιδικίας στην όψη της δικογραφίας το ότι το επίδικο όχημα εμπίπτει στην έννοια των «καταναλωτικών αγαθών». Όντως, ο ορισμός του όρου αυτού που περιέχεται στο άρθρο 2 του Ν.7(Ι)/2000, σε ευθυγράμμιση με το Άρθρο 1, παράγραφος 2, υποπαράγραφος β) της προμνησθείσας Οδηγίας, είναι αρκετά ευρής, έτσι ώστε να καλύπτει - «κάθε ενσώματο κινητό πράγμα, εκτός από: - τα αγαθά τα οποία πωλούνται στα πλαίσια αναγκαστικής εκτέλεσης ή με άλλο τρόπο από δικαστική αρχή, - το νερό και το φυσικό αέριο όταν δεν είναι συσκευασμένα προς πώληση σε περιορισμένο όγκο ή καθορισμένη ποσότητα, - την ηλεκτρική ενέργεια». Παρατηρώ, συγχρόνως, ότι το γεγονός πως το εν λόγω όχημα ήταν μεταχειρισμένο όχημα, καθ' ον χρόνο συνήφθη η επίδικη σύμβαση πώλησης, ουδόλως μεταβάλλει την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του Ν.7(Ι)/2000. Λαμβάνω υπόψη τα εξής στοιχεία: Δεν υπάρχει οποιαδήποτε διάταξη στον εν λόγω Νόμο η οποία να εξαιρεί ρητά τα μεταχειρισμένα αγαθά, εν γένει, από την έννοια των καταναλωτικών αγαθών. Απεναντίας, εκφράζεται ρητή πρόθεση του Νομοθέτη όπως ο Ν.7(Ι)/2000καλύπτει τα μεταχειρισμένα αγαθά. Η εν λόγω πρόθεση προκύπτει ευθέως από τις διατάξεις του άρθρου 13
(2)[2], όπου γίνεται ρητή αναφορά στην περίπτωση των αγαθών αυτών. Η εκεί προβλεπόμενη ρύθμιση φαίνεται να συνάδει εξάλλου με τις πρόνοιες του άρθρου 7, παράγραφος 1, πρώτη υποπαράγραφος της Οδηγίας 1999/44/ΕΚ.[3] Επί της ουσίας της η ρύθμιση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στο πλαίσιο της υπό κρίση αντιδικίας και θα αναφερθώ σε αυτήν αργότερα. Η Οδηγία 1999/44/ΕΚ έδιδε στα κράτη μέλη την ευχέρεια να εξαιρούν από το πεδίο εφαρμογής των εθνικών νόμων που επιδιώκουν την εναρμόνιση με αυτήν, μόνον εκείνων των μεταχειρισμένων αγαθών «που πωλούνται σε δημόσιους πλειστηριασμούς με αυτοπρόσωπη παρουσία των αγοραστών» (βλ. σχετικά το Άρθρο 1, παράγραφος 3 της Οδηγίας). Από τις διατάξεις του Ν.7(Ι)/2000 δεν φαίνεται να ασκήθηκε η ευχέρεια αυτή από τον Κύπριο Νομοθέτη. Ανεξαρτήτως τούτου, τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τη δικογραφία, καθιστούν παραδεκτό το γεγονός ότι το επίδικο όχημα πωλήθηκε στα υποστατικά των Εναγομένων, στο πλαίσιο διμερούς συναλλαγής που ουδόλως μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «δημόσιος πλειστηριασμός». Επομένως, δεν υπάρχει κανένα περιθώριο εξαίρεσης του επίδικου οχήματος, ως μεταχειρισμένου οχήματος, από την έννοια του όρου «καταναλωτικό αγαθό» και κατ' επέκταση από το πεδίο εφαρμογής του Ν.7(Ι)/
- Καταλήγω σε εύρημα ότι το επίδικο όχημα αποτελεί καταναλωτικό αγαθό υπαγόμενο στις διατάξεις του Ν.7(Ι)/
- ΣΤ.1.(ii) Ο Ενάγων αποτελεί «καταναλωτή». Στρέφομαι τώρα στο κατά πόσον ο Ενάγων αποτελεί «καταναλωτή» κατά την έννοια του όρου ως αποδίδεται στο Ν.7(Ι)/2000και στην Οδηγία. Ο εν λόγω όρος ορίζεται στο άρθρο 2 του Ν.7(Ι)/2000 κατά τρόπο ευθυγραμμισμένο με την Οδηγία, ώστε να σημαίνει «το φυσικό πρόσωπο το οποίο, στο πλαίσιο των συμβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου, ενεργεί για σκοπό μη εντασσόμενο στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας». Ο Ενάγων ισχυρίστηκε (βλ. την παρα. 7 της Ε/Α) ότι ο ίδιος είναι πτυχιούχος μηχανικός αεροσκαφών και απέδειξε τούτο παρουσιάζοντας ενώπιον μου αντίγραφο του πτυχίου του (σχετικό το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α). Έδωσε επίσης μαρτυρία περί του ότι αυτός εργάζεται ως λοχίας στην Μονάδα Αεροπορικών Επιχειρήσεων της Αστυνομίας. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται στην Ε/Υ την ιδιότητα του Ενάγοντος ως πτυχιούχου μηχανικού αεροσκαφών για να υποστηρίξουν ότι αυτός είχε την τεχνική ικανότητα να ελέγξει και να διαπιστώσει την κατάσταση του επίδικου οχήματος. Όσο και αν αυτή η επαγγελματική ιδιότητα ή/και η τεχνική ικανότητά του Ενάγοντος είναι παραδεκτες, εντούτοις αυτές ουδόλως οδηγούν σε αφαίρεση από αυτόν της ιδιότητας του καταναλωτή. Κατά την κρίση μου, δεν θα μπορούσε να γίνει τέτοιος συσχετισμός, στην απουσία μαρτυρίας η οποία να αποδεικνύει ότι η αγορά του οχήματος έγινε για σκοπό εντασσόμενο στο πλαίσιο της επαγγελματικής δραστηριότητας του Ενάγοντος αντί για ιδιωτική χρήση. Καταλήγω ότι ο Ενάγων δύναται να απολαύει της ιδιότητας του καταναλωτή. ΣΤ.1.(iii) Οι Εναγόμενοι αποτελούν «πωλητή». Εκείνο που απομένει να εξεταστεί και να αποφασιστεί είναι αν οι Εναγόμενοι αποτελούσαν, υπό τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης, «πωλητή» κατά την έννοια του Ν.7(Ι)/2000 και της συναφούς Οδηγίας. Το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει τον όρο αυτό κατά τρόπο που σημαίνει «το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, δυνάμει συμβάσεως, πωλεί καταναλωτικά αγαθά στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας». Ήταν παραδεκτό από τους Εναγόμενους ότι η πώληση μεταχειρισμένων οχημάτων εμπίπτει στην επαγγελματική δραστηριότητά τους (βλ. συναφώς την παρα. 2 της Ε/Α και αντίστοιχα την παρα. 4 της Ε/Υ). Ήταν εξίσου παραδεκτό ότι η επιδιόρθωση μεταχειρισμένων οχημάτων εμπίπτει στην επαγγελματική δραστηριότητα των Εναγομένων, οι οποίοι διατηρούν συνεργείο προς το σκοπό αυτό. Θυμίζω ότι αλλού είναι που έστρεψαν την προσοχή του Δικαστηρίου οι Εναγόμενοι προκειμένου να επιτύχουν την εξαίρεσή τους από το πεδίο εφαρμογής του Νόμου. Το κέντρο βάρους της δικής τους επιχειρηματολογίας εστιάζεται στον ισχυρισμό ότι, ως ζήτημα πραγματικών γεγονότων, οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δεν ήσαν ιδιοκτήτες του επίδικου οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο της πώλησής του και ότι συνεπακόλουθα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτοί ήταν οι πωλητές, παρά μόνο ότι ενήργησαν ως αντιπρόσωποι του ιδιοκτήτη - πωλητή. Λέγουν τούτο με το πνεύμα ότι δεν θα μπορούσαν οι Εναγόμενοι να αναλάβουν μεγαλύτερες υποχρεώσεις ή να μεταβιβάσουν περισσότερα δικαιώματα (περιλαμβανομένων των εγγυήσεων) από εκείνες/εκείνα που είχαν ο αντιπροσωπευόμενος ιδιοκτήτης του οχήματος. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 14 του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 (Ν.10(Ι)/94όπως τελευταία τροπποποιήθηκε με το Ν.101(Ι)/99), «
- Στη σύμβαση πώλησης, εκτός αν οι περιστάσεις της σύμβασης είναι τέτοιες, ώστε να φανερώνουν διαφορετική πρόθεση, υπάρχει— (α) Σιωπηρός ουσιώδης όρος εκ μέρους του πωλητή, ότι, σε περίπτωση πώλησης, αυτός έχει το δικαίωμα να πωλήσει τα αγαθά και ότι, σε περίπτωση συμφωνίας για πώληση αυτός έχει το δικαίωμα να πωλήσει τα αγαθά κατά το χρόνο που η κυριότητα πρόκειται να μεταβιβασθεί·». Ο συνήγορος του Ενάγοντος εισηγήθηκε στην τελική του αγόρευση ότι το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να αποκαλύψουν στον Ενάγοντα ότι ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της David Salon Services Ltd δίδει δικαίωμα στον Ενάγοντα να θεωρεί τους Ενάγοντες ως πωλητές κατά την έννοια του Ν.7(Ι)/2000 και να εγείρει την αγωγή εναντίον τους. Ως η εισήγηση του εν λόγω συνηγόρου, τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής το δόγμα του «Undisclosed Agent». Εξετάζοντας τις εκατέρωθεν εισηγήσεις, καταλήγω να τοποθετούμαι ως εξής꞉ Κατ' αρχάς, δεν εντοπίζω να υπάρχει οποιαδήποτε διαφορετική ρύθμιση στην Οδηγία 1999/44/ΕΚ όσον αφορά τους πωλητές που ενεργούν υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα. Δεν προβλέπεται ρητά οποιαδήποτε εξαίρεσή τους από το πεδίο εφαρμογής. Απεναντίας, προβλέπεται η ανάληψη ευθύνης τουλάχιστον από αυτόν που στο πλαίσιο της επαγγελματικής του δραστηριότητας πωλεί ως αντιπρόσωπος του κατασκευαστή ή του παραγωγού. Τα ίδια μεταφέρθηκαν και στο Ν.7(Ι)/
- Όσον αφορά την πώληση υπό αντιπροσώπου άλλου ιδιώτη, θεωρώ πως η συμβατική ευθύνη του αντιπροσώπου θα πρέπει να προσδιορίζεται κατά τον ίδιο τρόπο που προσδιορίζεται η ευθύνη οποιουδήποτε άλλου αντιπροσώπου με βάση το δίκαιο των Συμβάσεων της Κύπρου και συγκεκριμένα με βάση τον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149.[4] Στο πλαίσιο του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, άρθρο 142, ο όρος «Αντιπρόσωπος» σημαίνει το πρόσωπο το οποίο προσλαμβάνεται για την τέλεση πράξης για λογαριασμό άλλου ή για αντιπροσώπευση άλλου σε συναλλαγές με τρίτους. Το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου τελείται η πράξη αυτή, ή το οποίο αντιπροσωπεύεται με τον τρόπο αυτόν, καλείται «αντιπροσωπευόμενος». Όπως αναφέρει το άρθρο 186 του Κεφ. 149, «Οι συμβάσεις που συνάπτονται με αντιπρόσωπο και οι υποχρεώσεις που απορρέουν από πράξεις του αντιπροσώπου είναι εκτελεστές κατά τον ίδιο τρόπο και επιφέρουν τις ίδιες έννομες συνέπειες, ωσάν να συνάπτοντο ή εκτελούντο από τον ίδιο τον αντιπροσωπευόμενο». Είναι όμως δυνατόν να αποδοθεί προσωπική ευθύνη στον αντιπρόσωπο στο πλαίσιο μιας σύμβασης. Οι συνθήκες υπό τις οποίες τεκμαίρεται η ανάληψη προσωπικής συμβατικής ευθύνης από τον αντιπρόσωπο, περιγράφονται εξαντλητικά στο άρθρο 190 του Κεφ. 149, το οποίο και παραθέτω꞉ «190.—
(1)Ελλείψει συμβατικού όρου γι' αυτό, ο αντιπρόσωπος δεν δύναται να εκτελέσει προσωπικά σύμβαση που συνάφθηκε από αυτόν για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ούτε δεσμεύεται προσωπικά από αυτή.
(2)Τέτοιος συμβατικός όρος τεκμαίρεται ότι υπάρχει στις ακόλουθες περιπτώσεις— (α) όταν η σύμβαση καταρτίζεται από αντιπρόσωπο για την πώληση ή την αγορά αγαθών, για λογαριασμό εμπόρου που διαμένει στην αλλοδαπή· (β) όταν ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει το όνομα του αντιπροσωπευόμενου· (γ) όταν ο αντιπροσωπευόμενος, παρόλο ότι αποκαλύφτηκε το όνομά του, δεν δύναται να εναχθεί.». Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως τα προεκτεθέντα ευρήματά μου, κατατάσσουν την παρούσα υπόθεση στην περίπτωση του άρθρου 190
(2)(β), ήτοι την περίπτωση όπου ο αντιπρόσωπος έχει ευθύνη καθ' ότι δεν απεκάλυψε το όνομα του αντιπροσωπευόμενου. Δηλαδή, οι Εναγόμενοι ενεργώντας έστω ως αντιπρόσωποι της David Salon Serrvices Ltd, έχουν προσωπική ευθύνη έναντι του Ενάγοντος εφόσον δεν του αποκάλυψαν το όνομα του αντιπροσωπευόμενου. Υπό τις εν λόγω συνθήκες, δικαιωματικά και βάσιμα ο Ενάγων άσκησε την αγωγή εναντίον των Εναγομένων γνωρίζοντας μόνο εκείνους ως τους πωλητές, αφού όπως το άρθρο 193 του Κεφ. 149 προβλέπει- «193. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο αντιπρόσωπος έχει προσωπική ευθύνη,το πρόσωπο που συναλλάσσεται με αυτόν δύναται να στραφεί είτε εναντίον αυτού είτε εναντίον του αντιπροσωπευόμενου, είτε εναντίον και των δύο.». Στην υπόθεση Ιάκωβος v. The Bernoulli Trading Co. Ltd,
(1994)1 ΑΑΔ 629, ο Νικήτας, Δ, όπως ήταν τότε δήλωσε τα εξής: «Το άρθρο 190 του Κεφ. 149 ενσωματώνει την αρχή ότι στην περίπτωση που ο αντιπρόσωπος δεν αποκαλύπτει στον τρίτο με τον οποίο συναλλάσσεται το όνομα του αντιπροσωπευομένου δεσμεύεται προσωπικά ο ίδιος και μπορεί να διωχθεί δικαστικά. Οι Cheshire & Fifoot "The Law of Contract" 9η έκδοση, 1976, αναφέρουν σχετικά στη σελ. 472: "Where an agent, having authority to contract on behalf of another, makes the contract in his own name, concealing the fact that he is a mere representative, the doctrine of the undisclosed principal comes into play. By this doctrine either the agent, or the principal when discovered, may be sued; and either the agent or the principal may sue the other party to the contract." Εδώ ο εφεσείων όχι μόνο δεν αποκάλυψε το όνομα του αντιπροσωπευομένου αλλά ούτε καν την ύπαρξη αντιπροσώπευσης.» ΣΤ.2. Πότε δικαιούται ο καταναλωτής σε θεραπεία από τον πωλητή - πως κατανέμεται το βάρος της απόδειξης. Ό,τι ο Ενάγων αξιώνει ως θεραπεία κρίνω ότι εμπίπτει στο είδος θεραπείας που πβολέπεται στο άρθρο 5 του Ν.7(Ι)/2000, το οποίο και παραθέτω꞉ «5.-
(1)Ο πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή για κάθε έλλειψη συμμόρφωσης που υπάρχει κατά την παράδοση του αγαθού.»
(2)Όταν υπάρχει έλλειψη συμμόρφωσης, ο καταναλωτής έχει δικαίωμα είτε σε δωρεάν αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού με επισκευή ή αντικατάσταση, σύμφωνα με το εδάφιο
(3), είτε σε προσήκουσα μείωση του τιμήματος, είτε σε υπαναχώρηση από τη σύμβαση όσον αφορά το αγαθό αυτό, σύμφωνα με τα εδάφια
(5)και
(6).
(3)Ο καταναλωτής έχει, κατ' αρχάς, δικαίωμα να απαιτήσει από τον πωλητή τη δωρεάν επισκευή ή αντικατάσταση του αγαθού, εκτός εάν μια τέτοια πράξη είναι αδύνατη ή δυσανάλογη. Η επανόρθωση θεωρείται δυσανάλογη εάν, σε σύγκριση με τον εναλλακτικό τρόπο επανόρθωσης, συνεπάγεται για τον πωλητή υπερβολικά υψηλό κόστος, λαμβάνοντας υπόψη — (α) Την αξία που θα είχε το αγαθό, εάν δεν υπήρχε έλλειψη συμμόρφωσης, (β) τη σημασία της έλλειψης συμμόρφωσης, και (γ) το κατά πόσον ο εναλλακτικός τρόπος επανόρθωσης θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς σημαντική ενόχληση του καταναλωτή.
(4)[...]
(5)Ο όρος «δωρεάν» στα εδάφια
(2)και
(3)αναφέρεται στα απαραίτητα έξοδα που συνεπάγεται η αποκατάσταση της συμμόρφωσης του αγαθού, ιδίως στις δαπάνες αποστολής, το εργατικό κόστος και στο κόστος των υλικών. Προκειμένου να δικαιούται ο Ενάγων να λάβει την αξιούμενη θεραπεία, θα πρέπει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 7 του Ν.7(Ι)/2000, ιδίως ως προς το εκεί αναφερόμενο χρονοδιάγραμμα꞉ «7.—
(1)Ο πωλητής ευθύνεται έναντι του καταναλωτή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 5, όταν η έλλειψη συμμόρφωσης εκδηλώνεται εντός δύο ετών από την παράδοση του αγαθού.
(2)Ο καταναλωτής, προκειμένου να απολαύσει των δυνάμει του άρθρου 5 δικαιωμάτων του, οφείλει να ενημερώνει τον πωλητή για την έλλειψη συμμόρφωσης, εντός προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία διαπίστωσε την έλλειψη συμμόρφωσης.
(3)Μέχρις αποδείξεως του αντιθέτου, η έλλειψη συμμόρφωσης, η οποία εκδηλώνεται εντός έξι μηνών από την παράδοση του αγαθού, τεκμαίρεται ότι υφίσταται κατά την παράδοση, εκτός εάν το τεκμήριο αυτό είναι ασυμβίβαστο με τη φύση του αγαθού ή τη φύση της έλλειψης συμμόρφωσης.
(4)[...]». Στην παρούσα υπόθεση, καθ' ον χρόνο ο Ενάγων αξίωσε από τους Εναγόμενους θεραπεία κατά τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 5 του Ν. 7(Ι)/2000, διαπιστώνω ότι δεν είχαν ακόμη συμπληρωθεί 2 χρόνια από την παράδοση του οχήματος σε αυτό, άρα δεν είχε παραγραφεί το δικαίωμα του να αναζητήσει τέτοιες αποζημιώσεις. Στο σύστημα ευθύνης που θεσπίζει η οδηγία 1999/44, το άρθρο 3, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας διευκρινίζει ότι ο πωλητής ευθύνεται για κάθε έλλειψη συμμορφώσεως που υφίσταται κατά την παράδοση του αγαθού. Εναπόκειται, κατ' αρχήν, στον καταναλωτή να αποδείξει την έλλειψη συμμορφώσεως και την ύπαρξή της κατά την ημερομηνία παραδόσεως του αγαθού (βλ. την παρα. 52 της απόφασης του ΔΕΕ στην C-497/13). Στην περίπτωση όμως που η έλλειψη συμμορφώσεως εκδηλώνεται εντός εξαμήνου από την παράδοση του αγαθού, η έλλειψη συμμορφώσεως τεκμαίρεται ότι υπήρχε κατά τη στιγμή της παραδόσεως (βλ. την παρα. 53 της ίδιας απόφασης του ΔΕΕ). Ο καταναλωτής οφείλει να αποδείξει μόνον την έλλειψη συμμορφώσεως. Δεν οφείλει να αποδείξει την αιτία της ούτε ότι για την έλλειψη αυτή ευθύνεται ο πωλητής. Κατόπιν αποδείξεως των εν λόγω πραγματικών περιστατικών, ο καταναλωτής απαλλάσσεται από την υποχρέωση αποδείξεως του γεγονότος ότι η έλλειψη συμμορφώσεως υφίστατο κατά την ημερομηνία παραδόσεως του αγαθού. Εναπόκειται στον επαγγελματία πωλητή να αποδείξει ότι η έλλειψη συμμορφώσεως δεν υφίστατο κατά τον χρόνο παραδόσεως του αγαθού, αποδεικνύοντας ότι η αιτία ή η προέλευσή της έγκειται σε πράξη ή παράλειψη μεταγενέστερη της παραδόσεως αυτής. Σε περίπτωση που ο πωλητής δεν μπορεί να αποδείξει επαρκώς κατά νόμο ότι η αιτία ή η προέλευση της ελλείψεως συμμορφώσεως έγκειται σε γεγονός το οποίο επήλθε μετά την παράδοση του αγαθού, το τεκμήριο του άρθρου 5, παράγραφος 3, της οδηγίας 1999/44 παρέχει στον καταναλωτή τη δυνατότητα επικλήσεως των δικαιωμάτων που αντλεί από την οδηγία αυτή. Η κατά τον πιο πάνω τρόπο κατανομή του βάρους αποδείξεως είναι, κατά το άρθρο 7 της εν λόγω οδηγίας, δεσμευτικού χαρακτήρα, τόσο για τους συμβαλλομένους, οι οποίοι δεν μπορούν να παρεκκλίνουν από τη διάταξη αυτή συμβατικώς, όσο και για τα κράτη μέλη, τα οποία πρέπει να μεριμνούν για την τήρησή της. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι ο κανόνας αυτός περί του βάρους αποδείξεως πρέπει να εφαρμόζεται αυτεπαγγέλτως από τα Δικαστήρια ακόμη κι αν δεν τον επικαλέστηκε ρητώς ο καταναλωτής που μπορεί να επωφεληθεί από την εφαρμογή του (σχετική η παρα. 55 της απόφασης του ΔΕΕ στην C-497/13). Αμυνόμενοι οι Εναγόμενοι επικαλέστηκαν ουσιαστικά ως υπεράσπιση ότι ο Ενάγων γνώριζε εξ αρχής για το ελάττωμα και παραταύτα δεν απέρριψε το αγαθό ή/και το αποδέκτηκε. Η εν λόγω γραμμή υπεράσπισης κινείται στο πλαίσιο του άρθρου 4 του Ν.7(Ι)/2000, το οποίο και παραθέτω꞉ «4.—
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, ο πωλητής πρέπει να παραδίδει στον καταναλωτή αγαθά που είναι σύμφωνα προς τους όρους της σύμβασης πώλησης. [
(2)...
(3)...]
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δεν υφίσταται έλλειψη συμμόρφωσης προς τους όρους της σύμβασης εάν, κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης, ο καταναλωτής εγνώριζε ή δεν μπορούσε ευλόγως να αγνοεί την έλλειψη της συμμόρφωσης ή εάν η έλλειψη συμμόρφωσης οφείλεται σε υλικά που προμηθεύει ο καταναλωτής.». Έχω εξετάσει την πιο πάνω γραμμή υπεράσπισης υπό το φως και των διατάξεων του άρθρου 14
(2)
(5)του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 (Ν.10(Ι)/94όπως τελευταία τροπποποιήθηκε με το Ν.101(Ι)/99), το οποίο και παραθέτω꞉ «14. -
(2)Όταν ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμηθεύει δυνάμει της σύμβασης είναι αποδεκτής ποιότητας.
(5)Ο σιωπηρός ουσιώδης όρος που αναφέρεται στο εδάφιο
(2)δεν εκτείνεται σε οποιοδήποτε θέμα που καθιστά την ποιότητα των αγαθών απαράδεκτη— (α) Για το οποίο επισύρεται ειδικά η προσοχή του αγοραστή πριν από τη σύναψη της σύμβασης, ή (β) όταν ο αγοραστής εξετάζει τα αγαθά πριν από τη σύναψη της σύμβασης, το οποίο όφειλε να αποκαλύψει η εξέταση αυτή, ή [...].» Δεν μου διαφεύγει ότι, ως η δήλωση του Ενάγοντος το ελάττωμα, ήτοι η διαρροή λαδιού, αποκαλύφθηκε και έγινε αντιληπτό από τον Ενάγοντα κατά την εξέταση του οχήματος από τον ίδιο κατά το χρόνο παράδοσης του οχήματος. Δεν μπορεί ωστόσο να παραγνωρισθεί ότι ως η εκδοχή του Ενάγοντα την οποία έχω αποδεχθεί ως αληθή, αυτός το έθεσε ευθύς υπόψη των Εναγομένων. Επειδή όμως οι Εναγόμενοι θεωρούσαν πολύ μικρή έως ασήμαντη τη διαρροή λαδιού κατά το χρόνο της παράδοσης του οχήματος, του ζήτησαν να το παρακολουθεί και να επανέλθει αν συνέχιζε η διαρροή, με υπόσχεση να το διορθώσουν δωρεάν. Ο Ενάγων επανήλθε τον Σεπτέμβρη για να τους εφιστήσει την προσοχή στο ότι μεγεθύνθηκε το πρόβλημα και ότι διαπίστωσε την αιτία του προβλήματος Δεν θεωρώ ότι είναι δίκαιο να θεωρηθεί, υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, ότι ο Ενάγων αποδέχτηκε το ελάττωμα. Ούτε θεωρώ δίκαιο να κριθεί ότι υπήρξε από μέρους του αποδοχή επειδή δεν υπαναχώρησε από τη σύμβαση. Το ίδιο το άρθρο 5
(7)του Ν.7(Ι)/2000 καθορίζει ότι «
(7)Ο καταναλωτής δε δικαιούται να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εάν η έλλειψη συμμόρφωσης είναι ασήμαντη.». Στο στάδιο παράδοσης του οχήματος, τόσο ο ίδιος ο Ενάγων όσο και οι Εναγόμενοι κρίνω ότι αντίκρυσαν τη διαρροή ως ασήμαντη. Διαφοροποιήθηκαν τα πράγματα στην πορεία και εν πάση περιπτώσει εντός έξι μηνών από την ημερομηνία της παράδοσης του οχήματος. Έδρασε εντός του χρονοδιαγράμματος των 2 μηνών ο Ενάγων από τότε που η διαρροή του φάνηκε να είναι σημαντικό ελάττωμα και να συσχετίζεται με το κιβώτιο ταχυτήτων. Πληρούνται κατά την κρίση μου οι προϋποθέσεις για να δικαιούται ο ενάγων σε επανόρθωση του ελαττώματος με έξοδα των Εναγομένων ως ανωτέρω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγομένων - (α) το ποσό των GB£700 ή το ισόποσό τους σε Ευρώ, πλέον το ποσό των €345-, ως οι ειδικές ζημιές υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον των Εναγομένων, με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής (9.3.2009), (β) πλέον τα έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)...................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ [1] Όπου το ποσό σεστερλίνες, ζητείται διαζευκτικά το ισόποσό του σε Ευρώ. [2] «13.-
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, σε περίπτωση μεταχειρισμένων αγαθών, ο πωλητής και ο καταναλωτής μπορούν να συμφωνούν συμβατικούς όρους ή να συνάπτουν συμφωνίες που προβλέπουν μικρότερη περίοδο όσον αφορά την ευθύνη του πωλητή από εκείνη που προβλέπεται στο άρθρο 7
(1), αλλά σε καμιά περίπτωση η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός έτους.» [3] Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι, σε περίπτωση μεταχειρισμένων αγαθών, ο πωλητής και ο καταναλωτής μπορούν να συμφωνούν συμβατικούς όρους ή συμφωνίες που προβλέπουν μικρότερη χρονική περίοδο όσον αφορά την ευθύνη του πωλητή από εκείνην που προβλέπεται στο άρθρο 5 παράγραφος 1. Η περίοδος αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη του ενός έτους. [4] Βλ. το άρθρο 15 του Ν.7(Ι)/2000꞉ «Οι διατάξεις του περί Συμβάσεων Νόμου και των περί Πωλήσεων Αγαθών Νόμων του 1994 έως 1999 θα εξακολουθούν να εφαρμόζονται στις συμβάσεις πώλησης καταναλωτικών αγαθών, εκτός κατά την έκταση που αυτές συγκρούονται ή είναι ασυμβίβαστες με τις ρητές διατάξεις του παρόντος Νόμου.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο