← Κύπρος

Αναφορικά με το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΤΙΣΚΟΥ, Αρ. Αίτησης: 32/15, 17/6/2015

Αναφορικά με το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ ν. ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΤΙΣΚΟΥ, Αρ. Αίτησης: 32/15, 17/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αίτησης: 32/15 Αναφορικά με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, άρθρο 52

(2)(β) όπως τροποποιήθηκε, και τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρο 21 Αναφορικά με το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΛΤΔ Αιτήτρια και Αναφορικά με τους: ΕΛΕΝΗ ΠΑΝΤΙΣΚΟΥ Καθ' ης η Αίτηση Ημερομηνία: 17 Ιουνίου 2015 Για Αιτητές: κα Α. Γεωργίου για Ανδρέας Ι. Καρύδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Θ. Αγγελίδης για Π. Αγγελίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αίτηση από τους Καθ' ων η Αίτηση για παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο Στις 3.2.2015 οι Αιτητές υπέβαλαν Αίτηση με την οποία ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου όπως η Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 17.7.2012 εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση καταχωρηθεί και εγγραφεί προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 52
(1)(β), 52
(2)(β), 52
(3), 52
(4)και 52
(5)στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 2 και 21 και 30, στην Δ.47 και Δ.48, θθ1-3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της κας Έλενας Ππαλή από την Λευκωσία, η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία των Αιτητών και δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από αυτούς να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση. Με την Ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης ημερομηνίας 27.4.2015 παρατίθενται 3 λόγοι ένστασης και ειδικότερα ότι η Αίτηση είναι (α) παράτυπη, (β) αντίκειται στους Νόμους και στο δικαίωμα για δίκαιη δίκη και είναι άδικη υπό την έννοια ότι αντίκειται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και (γ) αντίκειται και/ή προσβάλλει την περί Αδίκων και/ή Καταχρηστικών ρητρών Νομοθεσία (γ). Η Ένσταση βασίζεται στο άρθρο 12 του Συντάγματος, στην Δ.47 , Δ.48 θ.θ.1-4 και 8
(1)(nn) των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 82-87 περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, Ν. 22/85, στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θεσμός 79, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθώς και στην νομολογία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της ίδιας της Καθ' ης η αίτηση. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της ειδοποίησης για την πρόθεση υποβολής Ένστασης, καταχωρήθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση αίτημα για υποβολή Νομικού Ερωτήματος προς το Ανώτατο Δικαστήριο στηριζόμενο στο άρθρο 144.1 του Συντάγματος το οποίο προνοεί τα εξής: «Πας διάδικος δικαιούται, καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας συμπεριλαμβανομένης και της κατ' έφεσιν, να εγείρη ζήτημα αντισυνταγματικότητος νόμου ή αποφάσεως η διατάξεώς τινος αυτών ουσιώδους δια την διάγνωσιν της εκκρεμούς ενώπιον του δικαστηρίου υποθέσεως. Tο δικαστήριο, ενώπιον του οποίου εγείρεται το ζήτημα, παραπέμπει παρευθύς τούτο ενώπιον του Aνωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και αναστέλλει την πρόοδον της διαδικασίας, μέχρις ου αποφανθή επ αυτού το Aνώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριο.» Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η υποβολή του νομικού ερωτήματος είναι ότι με την Ένσταση εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας του άρθρου 52
(1)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν. 22/85πριν αυτό τροποποιηθεί με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών (τροποποιητικό) Νόμο του 2013, Ν. 107(Ι)/2013. Ειδικότερα αναφέρεται σε μια ρήτρα που περιλήφθηκε στην σύμβαση δανείου που δεν επέτρεπε στην Καθ' ης η Αίτηση την πρόσβαση σε Δικαστήριο αλλά την εξανάγκαζε να προχωρήσει σε διαιτησία. Το Δικαστήριο στις 2.6.2015 άκουσε τις θέσεις των μερών επί του Αιτήματος. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και όπου κρίνω σκόπιμο θα αναφερθώ σε αυτές στην συνέχεια της απόφασής μου. Κατ' αρχήν είναι νομολογημένο ότι απόφαση επί θεμάτων αντισυνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε Δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης. Στην υπόθεση The Attorney General of the Republicv. Ibrahim
(1964)C.L.R. 195) λέχθηκε ότι η διάταξη 144.1 του Συντάγματος είναι διαδικαστικής φύσης. Η χρησιμότητα και εφαρμογή της εξαρτιόταν από την διχοτόμηση της δικαιοσύνης στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αφενός και στο Ανώτατο Δικαστήριο αφετέρου, όπως προβλέπεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Από την στιγμή που με τον περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 (Ν. 33/64) οι αρμοδιότητες των δύο Δικαστηρίων περιήλθαν στο Ανώτατο Δικαστήριο που συγκροτήθηκε βάσει τον ίδιο νόμο, η πρόνοια του άρθρου 144.1 του Συντάγματος δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αναγκαία ή εφαρμόσιμη. Το Ανώτατο Δικαστήριο μετά το νόμο ν. 33/64είναι πλέον αρμόδιο να αποφασίζει θέματα ισχυριζόμενης αντισυνταγματικότητας αλλά παράλληλα είναι και το μόνο εφετείο αποφάσεων πρωτόδικων Δικαστηρίων που υπάγονται σε αυτό. Κατά συνέπεια όλα τα θέματα συνταγματικότητας πρέπει να αντιμετωπίζονται ως νομικά θέματα που προκύπτουν κατά την δίκη σε όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας με τον τελικό λόγο βέβαια όταν πρόκειται για αποφάσεις κατώτερων Δικαστηρίων, να ανήκει πάντοτε στο Ανώτατο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση εφέσεων. Μάλιστα δε, ο Δικαστής Βασιλειάδης, ανέφερε ότι η διαδικασία του άρθρου 144.1 του Συντάγματος στην πράξη αποτέλεσε εμπόδιο και πηγή καθυστέρησης και εξόδων κατά την διαδικασία της δίκης κάτι από το οποίο ο ν. 33/64απάλλαξε τους διαδίκους. Στην απόφαση Oρφανίδης Xρίστος και Άλλοι ν. Aστυνομίας,
(1999)2 Α.Α.Δ. 168 λέχθηκε ότι η απόφαση Ibrahim, εγκαινίασε το διάχυτο έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων με αποτέλεσμα να καταστεί ουσιαστικά ανενεργός η διαδικασία παραπομπής του άρθρου 144 του Συντάγματος. Η απόφαση επί θεμάτων αντισυνταγματικότητας λαμβάνεται από οποιοδήποτε κατώτερο δικαστήριο στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι στην απόφαση Νικολάου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1045 κρίθηκε πως η διαδικασία παραπομπής που καθιερώνει το άρθρο 144.1 του Συντάγματος δεν έχει ατονήσει σε σχέση με παραπομπή θέματος αντισυνταγματικότητας νόμου από τα Οικογενειακά Δικαστήρια. Τούτο διότι, όπως λέχθηκε, το δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο το οποίο λειτουργεί με βάση το άρθρο 21 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου ν. 23/1990, δεν διαθέτει το συνταγματικό στίγμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο καθιδρύθηκε και λειτουργεί με τον ν. 33/64 έστω και αν το πρώτο αποτελείται από Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου η διαδικασία παραπομπής παραμένει ο μόνος τρόπος για να μπορούν να τεθούν θέματα αντισυνταγματικότητας που εγείρονται στο Οικογενειακό Δικαστήριο, είτε πρωτοβάθμιο είτε δευτεροβάθμιο, σε έγκυρη δικαστική κρίση. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Ορφανίδης (ανωτέρω). Με βάση τα πιο πάνω και εφόσον θέμα συνταγματικότητας στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να εξεταστεί από το παρόν Δικαστήριο με τελικό κριτή βεβαίως το Ανώτατο Δικαστήριο σε περίπτωση έφεσης, καταλήγω ότι το Αίτημα για παραπομπή νομικού ερωτήματος στο Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 144
(1)του Συντάγματος δεν μπορεί να επιτύχει. Ως εκ τούτου το Αίτημα απορρίπτεται. Τα έξοδα που προκλήθηκαν συνεπεία του Αιτήματος επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.