ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΙΑΤΡΩΝ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 895/10, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A272 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 895/10 Μεταξύ: ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΗΣ ΙΑΤΡΩΝ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ Εναγόντων -και- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Εναγόμενου Ημερομηνία: 30 Ιουνίου 2015 Για Ενάγοντες: κ. Γ. Κορφιώτης Για Εναγόμενο: κ. Δ. Κακουλλής ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες είναι το Ταμείο που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Ιατρών (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 295/99 (στο εξής «οι Κανονισμοί») που εκδόθηκαν δυνάμει του άρθρου 15 των Περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμων του 1967 ν. 16/1967και εδρεύει στην Λευκωσία. Με βάση τους κανονισμούς όπως ίσχυαν πριν την τροποποίηση τους το 2011, κάθε Ιατρός εγγεγραμμένος δυνάμει των διατάξεων του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου, ο οποίος ασκεί στην Κύπρο το επάγγελμα του ως ιδιώτης καθίσταται εισφορέας του Ταμείου. Παύει να είναι εισφορέας σε περίπτωση διαγραφής του από το Μητρώο των Ιατρών σύμφωνα με το άρθρο 13 του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου ή αναλήψεως καθηκόντων στην Δημόσια Υπηρεσία. Με την τροποποίηση των πιο πάνω κανονισμών με την Κ.Δ.Π.157/2011 εξαιρέθηκαν από εισφορείς οι ιατροί που κατέχουν συντάξιμη θέση στη δημόσια υπηρεσία ή άλλη υπηρεσία της Δημοκρατίας ή στην υπηρεσία οργανισμού δημοσίου δικαίου ή αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ενώ δόθηκε η δυνατότητα στους ιατρούς που απασχολούνται στη δημόσια υπηρεσία ως έκτακτοι, να απαλλαγούν της υποχρέωσης στο Ταμείο κατόπιν γραπτής δήλωσης τους και για όσο χρονικό διάστημα ευρίσκονται κάτω από αυτό το εργασιακό καθεστώς. Το Δικαστήριο στην παρούσα περίπτωση καλείται να αποφασίσει κατά πόσον, όταν κάποιος εισφορέας - ιατρός που ανέλαβε καθήκοντα στην δημόσια υπηρεσία ως έκτακτος υπάλληλος πριν το 2011, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής εισφορών στο Ταμείο Συντάξεως Ιατρών (στο εξής «το Ταμείο») καθώς και εάν δικαιούται σε επιστροφή όλων των εισφορών που κατέβαλε καθ' όλη την διάρκεια που ήταν εισφορέας. Αφενός, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος ήταν ιατρός εγγεγραμμένος δυνάμει των διατάξεων του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου, ο οποίος ασκούσε στη Κύπρο το επάγγελμα του ως ιδιώτης ιατρός και κατέστη εισφορέας των Εναγόντων από 1.1.2000 δυνάμει των περί Ιατρών (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμών, Κ.Δ.Π. 295/
- Η εισφορά για κάθε μήνα είναι €88,00 καταβλητέα όχι αργότερα από το τέλος του ημερολογιακού μήνα, ο οποίος έπεται του μήνα που αφορά η εισφορά. Σε περίπτωση μη καταβολής ή καθυστέρησης καταβολής της εισφοράς από οποιονδήποτε εισφορέα επιβάλλεται 3% πρόσθετο τέλος στο ποσό της οφειλόμενης εισφοράς για κάθε μήνα καθυστέρησης με ανώτατο όριο 15% στο ποσό της οφειλόμενης εισφοράς. Ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος αρνήθηκε και/ή παρέλειψε να καταβάλει εισφορά για τους μήνες Σεπτέμβριο 2007 μέχρι Δεκέμβριο 2009 και γι αυτό αξιώνουν το ποσό των €2.464,00 πλέον το ποσό των €369,60 πρόσθετο τέλος. Από την άλλη ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι από τον Μάιο του 2008 προσλήφθηκε ως έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός 2ης τάξης και ως εκ τούτου δεν ήταν υπόχρεος να καταβάλλει εισφορές από την πιο πάνω ημερομηνία. Εγείρει μάλιστα ανταπαίτηση με την οποία αξιώνει το ποσό των €8,063.00 που ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στους Ενάγοντες ως εισφορές από την 1.1.2000 μέχρι και τον Αύγουστο του 2007, νόμιμο τόκο και έξοδα καθότι λόγω της διαγραφής του από το Μητρώο Ιατρών δεν θα έχει οποιαδήποτε ωφελήματα από το Ταμείο Σύνταξης Ιατρών. Απαντώντας στην υπεράσπιση και υπερασπιζόμενοι την Ανταπαίτηση, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει αρμοδιότητα για να εκδικάσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου καθότι οι Ενάγοντες ως διοικητικό όργανο απέστειλαν διάφορες επιστολές στον Εναγόμενο αξιώνοντας τις εισφορές τις οποίες ο Εναγόμενος παρέλειψε και/ή αμέλησε και/ή αρνήθηκε να καταβάλει, στις οποίες ο Εναγόμενος ουδέποτε ανταποκρίθηκε και/ή το περιεχόμενο των οποίων ουδέποτε προσέβαλε σε αρμόδιο Διοικητικό Δικαστήριο. Οι Ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο Εναγόμενος κωλύεται ως εκ της συμπεριφοράς και/ή των πράξεων του να ισχυρίζεται ότι από τον Μάιο του 2008 δεν ασκεί το επάγγελμα του ιδιώτη ιατρού και/ή δεν υπάγεται στις διατάξεις του Περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου καθότι ουδέποτε ενημέρωσε προς τούτο τους Ενάγοντες και να παρουσιάσει τα σχετικά αποδεικτικά. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι έστω και αν ο Εναγόμενος διαγράφηκε από το μητρώο Ιατρών διατηρεί τα δικαιώματα τα οποία έχει αποκτήσει με βάση τις εισφορές που έχει καταβάλει και ως εκ τούτου δεν δικαιούται στην επιστροφή από τους Ενάγοντες των χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν από τον Εναγόμενο από την 1.1.2000 μέχρι και τον Αύγουστο του
- Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε απλή και σύντομη. Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε η κα Μάρω Κανιού (στο εξής «Μ.Ε 1»), διοικητικός λειτουργός στην εταιρεία Muhanna &Co. Actuaries & Consultants που προσφέρει διοικητικές υπηρεσίες στους Ενάγοντες. Διαχειρίζεται μεταξύ άλλων τις εισφορές που καταβάλλονται στο Ταμείο. Για την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος (στο εξής «Μ.Υ 1»). Αδιαμφισβήτητα γεγονότα Έχω διεξέλθει την μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο και διαπιστώνω ότι μεταξύ των μερών δεν υπήρξαν αντικρουόμενες εκδοχές ούτε αμφισβητήθηκαν τα λεχθέντα από τους μάρτυρες ως προς τα πιο κάτω γεγονότα τα οποία αποδέχομαι ως αναντίλεκτα. Ο Εναγόμενος, εγγράφηκε ως Ιατρός δυνάμει του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου. Την 1.1.2000 ενεγράφη ως εισφορέας στο Ταμείο, καταβάλλοντας σχετικά και το ποσό των £30,00 (Τεκμήριο 1). Ο Εναγόμενος επέλεξε την καταβολή του ποσού των £25 μηνιαίως αντί £50 που προβλέπεται από το Βασικό Σχέδιο (Τεκμήριο 2). Μετά από 2 χρόνια, ήτοι από 1.1.2002 η εισφορά αυξήθηκε αυτοδικαίως σε £
- Ο Εναγόμενος προσλήφθηκε ως έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός 2ης τάξης από 2.5.2008 και έκτοτε εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου υπό την αυτή ιδιότητα. Στη συνολική διάρκεια της εγγραφής του στο Ταμείο Συντάξεως Ιατρών ο Εναγόμενος κατέβαλε το συνολικό ποσό των €6.890,16 ως εισφορές. Σταμάτησε να καταβάλλει εισφορές από τον Οκτώβριο του 2007 ενώ για τον μήνα Σεπτέμβριο του 2007 κατέβαλε μόνο μέρος της εισφοράς. Το συνολικό ποσό που θα οφείλεται σε περίπτωση που κριθεί ότι ο Εναγόμενος είχε υποχρέωση να καταβάλλει εισφορές για τους μήνες από τον Οκτώβριο του 2007 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2009 είναι €2.397,96 πλέον το ποσό των €359,68 ως επιβαρύνσεις (Τεκμήριο 3). Οι Ενάγοντες απέστειλαν προς τον Εναγόμενο στην διεύθυνση που αναγραφόταν στο τεκμήριο 1, επιστολές ημερομηνίας 8.1.2008, 19.3.2009, 16.7.2009 και 5.8.2010 (Τεκμήριο 4), με τις οποίες καλείται ο Εναγόμενος να καταβάλει εντός 30 ημερών από την ημερομηνία έκαστης επιστολής το ποσό των Καθυστερημένων εισφορών. Ο Εναγόμενος όμως κατά τον χρόνο αποστολής των εν λόγω επιστολών δεν διέμενε ή εργαζόταν στις διευθύνσεις που φέρουν οι εν λόγω επιστολές. Τον Μάρτιο του 2012 ο Εναγόμενος έλαβε μια επιστολή από τους Ενάγοντες με την οποία οι Ενάγοντες ζητούσαν γραπτή δήλωση εκτάκτων ή ειδικευόμενων στη Δημόσια Υπηρεσία με την οποία να ζητούν την απαλλαγή τους (Τεκμήριο 8). Κατόπιν αυτού στις 30.3.2012 ο Εναγόμενος ενημέρωσε τους Ενάγοντες με επιστολή (Τεκμήριο 5) ότι από τις 2.5.2008 έχει διοριστεί ως Έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός 2ης τάξης στην Δημόσια Υπηρεσία και ζήτησε την απαλλαγή του από την καταβολή εισφοράς και επιστροφή των ασφαλίστρων τα οποία κατέβαλε τα προηγούμενα έτη. Στο τεκμήριο 5 επισυνάπτεται βεβαίωση υπογεγραμμένη από την Δρ. Φλωρεντία Ζεϊτούνι, Υπεύθυνου Ιατρικού Λειτουργού Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου ως έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός 2ης τάξης από 2.5.
- Αμφισβητούμενα γεγονότα Εκτός από τις εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις των μερών ως προς τη νομική πτυχή της υπόθεσης στην οποία θα αναφερθώ πιο κάτω, η αντιδικία των μερών όσον αφορά τα πραγματικά γεγονότα περιορίστηκε στα πιο κάτω θέματα:
- Κατά πόσον οι επιστολές ημερομηνίας 8.1.2008, 19.3.2009, 16.7.2009 και 5.8.2010 (τεκμήριο 4), με τις οποίες καλείται ο Εναγόμενος να καταβάλει τις κατ' ισχυρισμό καθυστερημένες εισφορές αποστάληκαν στην σωστή διεύθυνση. (δεν αμφισβητήθηκε αυτή καθεαυτή η αποστολή τους)
- Κατά πόσον και πότε ο Εναγόμενος ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι ανέλαβε καθήκοντα στη Δημόσια Υπηρεσία
- Πότε και πως ενημέρωσαν οι Ενάγοντες τον Εναγόμενο σε σχέση με την δυνατότητα που του παρείχαν οι τροποποιητικοί κανονισμοί του 2011 να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής εισφορών. Σε σχέση με τα πιο πάνω η ME1, ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 1 (αίτηση του Εναγομένου για εγγραφή ως εισφορέας) αναγράφονται ως διεύθυνση διαμονής η οδός Καντάρας 71, Άγιος Βασίλειος, Στρόβολος Λευκωσία ενώ ως διεύθυνση εργασίας η οδός Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ 39, Μιτσερό Λευκωσία. Ο Εναγόμενος δεν τους ενημέρωσε για οποιαδήποτε αλλαγή της διεύθυνσης του επομένως εκεί έστελναν τις επιστολές του Τεκμηρίου
- Στις επιστολές αυτές ο Εναγόμενος ουδέποτε ανταποκρίθηκε. Σε σχέση με το κατά πόσον ενημέρωσαν τον Εναγόμενο για την δυνατότητα που του παρείχαν οι τροποποιημένοι κανονισμοί ανέφερε ότι έστειλαν σε όλα τα μέλη επιστολές μετά την τροποποίηση των κανονισμών με τις οποίες τους ενημέρωναν και επισύναπταν έντυπο το οποίο μπορούσαν τα μέλη να συμπληρώσουν και να στείλουν πίσω στο Ταμείο. Δεν ήταν βέβαιη πότε ακριβώς στάλθηκαν οι πιο πάνω επιστολές. Έστειλαν την επιστολή στην διεύθυνση που αναγραφόταν στην Αίτηση εγγραφής του μέλους στο τεκμήριο 1 καθώς και στην διεύθυνση διαμονής του Εναγομένου που επίσης αναγραφόταν στο Τεκμήριο
- Υποστήριξε ότι είναι υποχρέωση του κάθε μέλους να ενημερώνει για τυχόν αλλαγή της διεύθυνσης του. Δεν ήταν βέβαιη πότε τους ενημέρωσε ο Εναγόμενος, ότι άλλαξε διεύθυνση. Από την άλλη ο Εναγόμενος ανέφερε ότι στην οδό Καντάρας 71, Άγιος Βασίλειος, Στρόβολος Λευκωσία βρίσκεται το σπίτι το οποίο ενοικίαζε από το έτος 1997 και για περίοδο 2-3 χρόνων μετέπειτα. Μετά μετακόμισε αλλού. Η διεύθυνση Αρχ. Μακαρίου ΙΙΙ 39, Μιτσερό Λευκωσία είναι το Ιατρείο το οποίο ενοικίαζε στο εν λόγω χωριό και το οποίο διατηρούσε μέχρι το
- Οι δύο αυτές διευθύνσεις είναι οι αναγραφόμενες στο Τεκμήριο
- Ανέφερε περαιτέρω ότι είχε επανειλημμένως τηλεφωνική επικοινωνία με το Ταμείο Συντάξεως και ειδικότερα με την κα Μάρω Κάνιου (Μ.Ε.1) και την ενημέρωσε ότι εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Παραλιμνίου. Δεν καθόρισε όμως χρονικά πότε έγιναν οι επικοινωνίες αυτές. Όταν η τελευταία του ζήτησε χρήματα για τις εισφορές την ενημέρωσε ότι δεν είναι πλέον Ιδιώτης Ιατρός και ότι εργάζεται στο δημόσιο. Ανέφερε επίσης ότι τον Μάρτιο του 2012 πήρε μια επιστολή από τους Ενάγοντες μέρος της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο 8 και με την οποία οι Ενάγοντες ζητούσαν γραπτή δήλωση εκτάκτων ή ειδικευόμενων στη Δημόσια Υπηρεσία με την οποία να ζητούν την απαλλαγή τους. Σε αυτή την επιστολή απάντησε με την επιστολή Τεκμήριο
- Αξιολόγηση μαρτυρίας και ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων. Προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576.) Μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου και Άλλος ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Η αποτίμηση της μαρτυρίας του κάθε μάρτυρα είναι δεν πρέπει να συγχέεται με το βάρος απόδειξης που φέρει ο κάθε διάδικος .(Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερομηνίας 22/5/2015). Περαιτέρω το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους. Κατά την παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα είχα την ευκαιρία να τους παρακολουθήσω και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους όπως η πηγή της γνώσης τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του καθενός ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Η ΜΕ1 έδωσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν ήρεμη και σταθερή στις απαντήσεις της. Δεν έδειξε να διακατέχεται από ιδιοτέλεια ή προσωπικό συμφέρον στην έκβαση της υπόθεσης. Προσπάθησε να δώσει την δική της εξήγηση στα γεγονότα συσχετίζοντας τα με τους κανονισμούς όπως η ίδια αντιλαμβάνεται το περιεχόμενο τους. Η αξιοπιστία της δεν πλήγηκε κατά την αντεξέταση της από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγομένου. Αποδέχομαι ότι τουλάχιστον μέχρι τον Αύγουστο του 2010 δεν γνώριζε για την αλλαγή διεύθυνσης ή εργασίας του Εναγομένου. Δεν υπήρχε λόγος να αποστείλει τις επιτολές του τεκμηρίου 4 σε διευθύνσεις που γνώριζε ότι δεν διέμενε ή εργαζόταν ο Εναγόμενος. Όσον αφορά τον ΜΥ1 παρατηρώ ότι ήταν σχετικά ήρεμος στο Δικαστήριο αλλά δεν ήταν ιδιαίτερα κατατοπιστικός. Σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή εικόνα και επαρκείς λεπτομέρειες και αρκέστηκε σε γενικές αναφορές όπως για παράδειγμα όταν ανέφερε ότι είχε τηλεφωνικές με την Μάρω Κάνιου χωρίς όμως να τις προσδιορίσει χρονολογικά έστω και κατά προσέγγιση έτους. Αποδέχομαι την θέση του η οποία δεν αμφισβητήθηκε ούτως η άλλως από τους Ενάγοντες ότι από τον Μάιο του 2008 προσλήφθηκε ως έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός 2ης Τάξης κάτι το οποίο όπως θα διαφανεί στην συνέχεια της απόφασής μου είναι το πλέον ουσιαστικό στοιχείο για την παρούσα αγωγή. Εξάλλου το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από σχετική επιστολή που οι Ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο (τεκμήριο 5). Αποδέχομαι επίσης ότι σε κάποιο στάδιο πριν το 2012 ενημέρωσε με κάποιο τρόπο τους Ενάγοντες ότι εργάζεται στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου. Αυτό προκύπτει από υλικό που βρίσκεται εντός του φακέλου της υπόθεσης και ειδικότερα στα πλαίσια Αίτησης για ανανέωση του κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 15.2.2011 οι Ενάγοντες προς υποστήριξη του Αιτήματος τους αναφέρουν ότι ενημερώθηκαν πρόσφατα ότι ο Εναγόμενος εργάζεται στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει στοιχεία από το περιεχόμενο του φακέλου της ίδιας διαδικασίας ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (αρ.2)
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1938). Η προφορική αυτή ενημέρωση όμως δεν έγινε πριν από τον Αύγουστο του 2010 που απεστάλη η τελευταία επιστολή των Εναγόντων προς αυτόν ημερομηνίας 5.8.
- Εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος για πρώτη φορά τους ενημέρωσε γραπτώς για την νέα του εργασία με την επιστολή ημερομηνίας 30.3.
- Νομική Πτυχή Κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι διαφορές οι οποίες ανακύπτουν κατά την εφαρμογή των πιο πάνω κανονισμών υπάγονται στην σφαίρα του Ιδιωτικού Δικαίου και όχι του Δημόσιου Δικαίου. Παρόμοιο θέμα εξετάστηκε σε σχέση με το Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων στην Ραφαήλ Γλαύκος ν. Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων και Άλλων,
(2008)1 Α.Α.Δ. 300 όπου λέχθηκαν τα εξής τα οποία θεωρώ ότι ισχύουν αναλογικά και για το Ταμείο Συντάξεως Ιατρών: «Τελειώνουμε με ένα γενικό σχόλιο. Όπως ήδη αναφέραμε το Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων δεν είναι κρατικό, αλλά ιδιωτικό έστω και αν η θέσπιση του έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου και οι σχετικοί Κανονισμοί που διέπουν τη λειτουργία του εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.» Επίσης στην προσφυγή Μιχάλη Γ. Κούμα ν. Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων
(2000)4 Α.Α.Δ. 1167 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το Ταμείο λειτουργεί σύμφωνα με Κανονισμούς που εξέδωσε το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, που δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 15.9.66, ΚΔΠ642. Οι Κανονισμοί εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 26
(1)του περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ.2. Οι δικηγόροι του Ταμείου έχουν απόλυτο δίκαιο στην προδικαστική ένσταση που ήγειραν, για τους λόγους που ανέφεραν, και συνοψίζω πιο πάνω. Το Ταμείο αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα. Διοικείται από Συμβούλιο που απαρτίζεται από μέλη του δικηγορικού σώματος, με εισφορείς στο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρο 26
(1)του περί Δικηγόρων Νόμου, τους εγγεγραμμένους δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμα τους. Μόνο αυτοί δικαιούνται στα ωφελήματα του Ταμείου, που είναι η παροχή σύνταξης και άλλα χορηγήματα, σ' αυτούς που αποσύρονται από την άσκηση του επαγγέλματος, και σε περίπτωση θανάτου τους στις χήρες και ορφανά τους. Είναι φανερό από τα πιο πάνω πως η δημόσια διοίκηση δεν έχει να κάνει τίποτε με το Ταμείο, και κατά τον ίδιο τρόπο το δημόσιο δεν έχει οποιαδήποτε όφελος. Μόνο μέλη του δικηγορικού σώματος, που δικαιούνται να είναι εισφορείς στο Ταμείο είναι και δικαιούχοι στα ωφελήματα.» H δυνατότητα δημιουργίας Ταμείου Συντάξεως Ιατρών προνοείται στον περί Ιατρών (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείον Συντάξεων) Νόμο του 1967 (N. 16/1967). Ειδικότερα στο άρθρο 15 προνοούνται τα εξής: «15.-
(1)Το Συμβούλιον δύναται, τη εγκρίσει του Υπουργικού Συμβουλίου, να εκδίδη Κανονισμούς δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους, προνοούντας την δημιουργίαν Ταμείου κληθησομένου "Ταμείον Συντάξεως Ιατρών" διά την χορήγησιν συντάξεων και χορηγημάτων προς αποσυρομένους της ασκήσεως του Ιατρικού επαγγέλματος ιατρούς εισενεγκόντας εις το Ταμείον (εν τω παρόντι Νόμω αναφερομένους ως "οι εισφορείς") και εν περιπτώσει θανάτου αυτών εις τας χήρας και τα ορφανά αυτών.» Κατ' εξουσιοδότηση του πιο πάνω νόμου εκδόθηκαν οι περί Ιατρών (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμοί του 1999 Κ.Δ.Π 295/99 οι οποίοι τροποποιήθηκαν με τους περί Ιατρών (Συντάξεις και Χορηγήματα) (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2011 Κ.Δ.Π 157/
- Όπως συμβαίνει και με το Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων έτσι και το Ταμείο Συντάξεως Ιατρών αποτελεί ανεξάρτητη νομική οντότητα που διοικείται από Συμβούλιο που απαρτίζεται από μέλη του Ιατρικού Επαγγέλματος οι οποίοι είναι και οι μόνοι που καθίστανται εισφορείς και κατ' επέκταση δικαιούνται στα ωφελήματα του Ταμείου. Επομένως η επιβολή εισφορών δεν μπορεί να θεωρηθεί ως εκτελεστή διοικητική πράξη κάτι που θα σήμαινε ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επέμβει όπως εγέρθηκε στα δικόγραφα των Εναγόντων. Κατόπιν των πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω την παρούσα υπόθεση. Παρατηρώ εξ αρχής ότι οι διάδικοι αχρείαστα επεκτάθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία στο νομοθετικό καθεστώς όπως αυτό διαμορφώθηκε με τους περί Ιατρών (Συντάξεις και Χορηγήματα) (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2011 Κ.Δ.Π 157/
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγομένου, εσφαλμένα κατά την κρίση μου, επικεντρώθηκε κατά την αγόρευσή του εξ ολοκλήρου στους Κανονισμούς όπως αυτοί τροποποιήθηκαν το
- Η παρούσα αγωγή αφορά εισφορές στο Ταμείο Συντάξεως Ιατρών για την περίοδο από τον Σεπτέμβριο του 2007 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2009, πριν δηλαδή την τροποποίηση των Κανονισμών. Δεν έχω εντοπίσει στην Κ.Δ.Π 157/11 να υπάρχει ρητή πρόνοια περί αναδρομικής εφαρμογής των τροποποιήσεων. Εξάλλου, έστω και αν υπήρχε τέτοια πρόνοια θα ήταν αμφίβολη η εγκυρότητα της καθότι σύμφωνα με την νομολογία η δευτερογενής νομοθεσία μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ μόνο αν ο Νόμος ειδικά εξουσιοδοτεί την αναδρομικότητα (βλ. Βανέζης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.,
(1989)3 Α.Α.Δ. 2522). Πρόνοια για αναδρομικότητα δεν υπάρχει ούτε στον εξουσιοδοτικό νόμο. Επομένως η παρούσα υπόθεση θα κριθεί με βάση το προ της τροποποίησης με την Κ.Δ.Π. 157/2011 κανονιστικό καθεστώς. Οι διατάξεις των Κανονισμών που ενδιαφέρουν στην παρούσα περίπτωση πριν την τροποποίηση τους το 2011 είναι αυτές του άρθρου 7
(1),7
(3)και 9 των Κανονισμών που προνοούν τα ακόλουθα: «7.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των παρόντων κανονισμών εισφορέας καθίσταται κάθε Ιατρός εγγεγραμμένος δυνάμει των διατάξεων του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου, ο οποίος ασκεί στην Κύπρο το επάγγελμα του ως ιδιώτης κατά και μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των παρόντων Κανονισμών.
(2)..
(3)Εισφορέας παύει να είναι εισφορέας σε περίπτωση διαγραφής του από το Μητρώο των Ιατρών σύμφωνα με το άρθρο 13 του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου ή αναλήψεως καθηκόντων στην Δημόσια Υπηρεσία.
- Για κάθε μήνα εισφοράς, κατά τον οποίο ή μέρος του οποίου ο εισφορέας άσκησε το επάγγελμα ως ιδιώτης ιατρός στην Κύπρο, έχει υποχρέωση καταβολής εισφοράς στο Ταμείο.» Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του ιδίου νόμου καθορίζεται ότι: "ιατρός" σημαίνει πρόσωπο εγγεγραμμένο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εγγραφής Γιατρών Νόμου και δεν περιλαμβάνει ιατρό πολίτη κράτους μέλους που ασκεί υπηρεσίες ιατρού στην Κύπρο προσωρινά και περιστασιακά Σύμφωνα με την μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Εναγόμενος καθ' όλη την χρονική διάρκεια που αφορά η παρούσα αγωγή ήταν και είναι εγγεγραμμένος σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου. Όπως ο ίδιος ο Εναγόμενος ανέφερε δεν θα μπορούσε να ασκήσει ιατρική εάν δεν ήταν εγγεγραμμένος στο εν λόγω μητρώο. Αυτό προκύπτει εξάλλου και από τα άρθρα 20 και 24 του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου Κεφ.
- Επομένως το κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση είναι η ερμηνεία των φράσεων «ιδιώτης Ιατρός» και «ανάληψη καθηκόντων στην Δημόσια Υπηρεσία». Οι όροι - φράσεις αυτές δεν ερμηνεύονται στους Κανονισμούς ούτε και στον εξουσιοδοτικό νόμο. Εναπόκειται στο Δικαστήριο να προσδώσει την ορθή ερμηνεία με βάση τους κανόνες που η νομολογία καθόρισε για την ερμηνεία νομοθετικών διατάξεων. Βασική αρχή είναι ότι όπου το λεκτικό του νόμου είναι σαφές τότε αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοια τους. (Βλέπε: Μακεδόνας ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348 και ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλος
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, όπου στη σελίδα 89 αναφέρονται και τα εξής:- "Η τελεολογική μέθοδος ερμηνεία των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά τα άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη." Επίσης στο Halsbury's Laws of England, 3ηέκδοση, Τόμος 36, παραγ. 578-79 αναφέρονται τα ακόλουθα: "The object of all interpretation of a written instrument is to discover the intention of the author as expressed in the instrument. The dominant purpose in construing a statute is to ascertain the intention of the legislature as so expressed. This intention, and therefore the meaning of the statute, is primarily to be sought in the words used in the statute itself, which must, if they are plain and unambiguous, be applied as they stand, however strongly it may be suspected that the result does not represent the real intention of Parliament. 579. Construction where statute is unambiguous. If the words of a statute are clear and unambiguous, they themselves indicate what must be taken to have been the intention of Parliament, and there is no need to look elsewhere to discover their intention or their meaning." Με βάση τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω τις επίμαχες πρόνοιες των Κανονισμών. Κατ' αρχήν, θεωρώ ότι οι φράσεις «Ιδιώτης Ιατρός» και «ανάληψη καθηκόντων στην δημόσια υπηρεσία» χρησιμοποιούνται στους Κανονισμούς για να προσδιορίσουν, το ίδιο ακριβώς γεγονός. Το άρθρο 7
(1)των κανονισμών ορίζει ποιος καθίσταται εισφορέας. Απαιτούνται δύο προϋποθέσεις, ήτοι να είναι κάποιος εγγεγραμμένος στο Μητρώο Ιατρών και να είναι «Ιδιώτης Ιατρός». Το άρθρο 7
(3)των Κανονισμών ορίζει ποιος παύει να είναι εισφορέας. Ειδικότερα, παύει να είναι εισφορέας κάποιος αν συμβεί κάποια από δύο περιπτώσεις, ήτοι η διαγραφή από το Μητρώο Ιατρών ή η «ανάληψη καθηκόντων στην Δημόσια Υπηρεσία». Με τον ίδιο τρόπο που η «εγγραφή» και «διαγραφή» από τον μητρώο Ιατρών χρησιμοποιείται στις πιο πάνω υποπαραγράφους του άρθρου 7 των Κανονισμών, για να προσδιορίσει την ίδια κατάσταση πραγμάτων, έτσι και οι φράσεις «ιδιώτης Ιατρός» και «ανάληψη καθηκόντων στην Δημόσια Υπηρεσία» θεωρώ ότι χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν το ίδιο αποτέλεσμα. Ειδικότερα κρίνω ότι ο όρος «ιδιώτης Ιατρός» αντιπαραβάλλεται ακριβώς με τον ιατρό ο οποίος εργάζεται στην δημόσια υπηρεσία και ο οποίος δεν έχει το δικαίωμα να ασκεί παράλληλα άλλη εργασία, επάγγελμα ή επιτήδευμα εκτός από την δημόσια υπηρεσία. Αλλά και στην φράση «ανάληψη καθηκόντων στην Δημόσια Υπηρεσία» δεν μπορεί να προσδοθεί ερμηνεία άλλη από αυτή που η ίδια η πρόταση εκφράζει. Είναι διατυπωμένη με τέτοια ευρύτητα ώστε να μην περιορίζεται μόνο σε διορισμένους με βάση τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμο υπαλλήλους της Δημόσιας Υπηρεσίας αλλά σε όλους όσους ασκούν καθήκοντα στην δημόσια υπηρεσία χωρίς να έχουν παράλληλα την δυνατότητα να ασκούν άλλη εργασία, επάγγελμα ή επιτήδευμα εκτός από την Δημόσια Υπηρεσία Δεν μου διαφεύγει ότι με βάση τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμο ν. 1/1990: "δημόσια υπηρεσία" σημαίνει κάθε υπηρεσία πoυ υπάγεται στη Δημοκρατία εκτός από τη δικαστική υπηρεσία της Δημοκρατίας, τηv υπηρεσία στις Ένοπλες Δυνάμεις της Δημοκρατίας ή τις Δυνάμεις Ασφάλειας της Δημοκρατίας, τηv υπηρεσία στη θέση τoυ Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή τoυ Γενικού Ελεγκτή ή τωv Βοηθών τους ή, τηρουμένων τωvπαραγράφωv 3 και 4 τoυ Άρθρου 126 τoυ Συντάγματος, τoυ Γενικού Λογιστή ή τωv Βοηθών τoυ ή υπηρεσία σ' οποιαδήποτε θέση αναφορικά με τηv oπoία γίνεται διαφορετική πρόνοια με νόμο ή τηv υπηρεσία εργατών ή τηv υπηρεσία από πρόσωπα τωvοποίων η αμοιβή υπολογίζεται πάνω σε ημερήσια βάση ή τηv υπηρεσία από πρόσωπα τα oπoία προσλαμβάνονται πάνω σε έκτακτη βάση δυνάμει των περί Προσλήψεως Έκτακτων Υπαλλήλων (Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία) Νόμων του 1985 έως 1991 και των περί της Διαδικασίας Πρόσληψης Έκτακτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμων του 1995 έως (Αρ. 3) του 2004,όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται· Όμως οι πρόνοιες των κανονισμών Κ.Δ.Π. 295/99 αναφέρονται σε καθήκοντα και όχι διορισμό στη δημόσια υπηρεσία. Ο ν. 1/1990πραγματεύεται μεταξύ άλλων τους διορισμούς στην Δημόσια υπηρεσία και όχι τις προσλήψεις εκτάκτων υπαλλήλων. Οι προσλήψεις εκτάκτων υπαλλήλων διέπονται από τον περί της Διαδικασίας Πρόσληψης Έκτακτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία νόμου ν.108(I)/1995. Στον τελευταίο αυτό νόμο δίδεται ευρύτερη ερμηνεία του όρου δημόσια υπηρεσία από ότι στο νόμο 1/1990 η οποία δεν αποκλείει τους έκτακτους υπαλλήλους. Αναφέρεται ειδικότερα ότι «Δημόσια Υπηρεσία σημαίνει υπηρεσία υπαγόμενη στη Δημοκρατία, αλλά δεν περιλαμβάνει υπηρεσία στο Στρατό, στην Εθνική Φρουρά, στην Αστυνομία και στην Εκπαιδευτική Υπηρεσία». Δεν μπορεί ο ένας ορισμός να υπερισχύσει έναντι του άλλου στην παρούσα περίπτωση. Σύμφωνα με το άρθρο14
(1)του περί Ερμηνείας νόμου Κεφ. 1 «Όταν ορίζονται όροι στο Νόμο, οι όροι αυτοί στο Νόμο που ορίζονται, θα έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από το Νόμο εκείνο, εκτός αν υπάρχει οτιδήποτε στο θέμα ή το κείμενο αντίθετο ή ασυμβίβαστο με τέτοια ερμηνεία.» Επομένως όσο βοηθητικές και να είναι οι ερμηνείες που δίδονται από άλλες νομοθεσίες δεν αποτελούν τον μοναδικό οδηγό του Δικαστηρίου. Πόσο μάλλον εδώ που όπως υποδείχθηκε πιο πάνω τα δύο άλλα νομοθετήματα δίδουν ορισμούς διαφορετικούς σε ευρύτητα. Στην παρούσα περίπτωση, όπως ήδη ανέφερα δεν δίνεται κάποιος ορισμός στους κανονισμούς Κ.Δ.Π. 295/99 ή στον εξουσιοδοτικό νόμο. Επομένως οι φράσεις «ιδιώτης ιατρός» και «καθήκοντα στη δημόσια υπηρεσία» θα ερμηνευθούν με βάση την σημασία που έχουν ακριβώς οι λέξεις οι οποίες χρησιμοποιούνται. Μόνο εάν δεν είναι αυτό εφικτό το Δικαστήριο θα καταφύγει σε άλλες μεθόδους ερμηνείας. Με βάση την νομοθεσία τόσο οι έκτακτοι υπάλληλοι αλλά και οι εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου δεν δικαιούνται να ασκούν άλλη εργασία πέρα από αυτή που ασκούν στην Δημόσια υπηρεσία και ασκούν τα καθήκοντα τους σύμφωνα με τις ίδιες νομοθετικές διατάξεις και διοικητικές οδηγίες και εγκύκλιες διαταγές, οι οποίες ισχύουν στη Δημόσια Υπηρεσία. Ειδικότερα στο άρθρο 5 του περί της Διαδικασίας Πρόσληψης Έκτακτων Υπαλλήλων στη Δημόσια και Εκπαιδευτική Υπηρεσία Νόμος του 1995 (108(I)/1995) προνοείται ότι: «Οι εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου, καθώς και οι έκτακτοι υπάλληλοι οφείλουν να συμμορφώνονται προς τις νομοθετικές διατάξεις και τις σύμφωνες προς αυτές διοικητικές οδηγίες και εγκύκλιες διαταγές, οι οποίες ισχύουν στη Δημόσια Υπηρεσία, κατ' αναλογίαν των ισχυόντων για τους δημόσιους υπάλληλους: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή μεριμνά για την εφαρμογή των όσων αναφέρονται πιο πάνω.» Στο άρθρο 65 του περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμου (ν.1/1990) κάτω από τον τίτλο «Ιδιωτική απασχόληση και ενδιαφέρον σε εταιρείες» αναφέρεται ότι: «
(2)Δεv επιτρέπεται σε δημόσιο vα ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα ή vα ασχολείται με οποιαδήποτε εργασία ή επιχείρηση εκτός από τηv εργασία του στη δημόσια υπηρεσία» Από την συνδυασμένη εφαρμογή των δύο πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι οι έκτακτοι υπάλληλοι και οι εργοδοτούμενοι αορίστου χρόνου σε υπηρεσία υπαγόμενη στη Δημοκρατία δεν μπορούν να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα ή να ασχοληθούν με οποιαδήποτε άλλη εργασία εκτός από την εργασία τους στη Δημόσια υπηρεσία. Δεν μπορούν επομένως να ασκήσουν ιατρική ιδιωτικά. Η άσκηση των καθηκόντων τους στηρίζεται στις ίδιες νομοθετικές διατάξεις και διοικητικές οδηγίες και εγκύκλιες διαταγές, οι οποίες ισχύουν στη Δημόσια Υπηρεσία. Επομένως εμπίπτουν στον όρο «πρόσωπο που αναλαμβάνει καθήκοντα στη Δημόσια Υπηρεσία» και αντιπαραβάλλονται από τον όρο «Ιδιώτης Ιατρός» Δεν παραγνωρίζω ότι με βάση τη νομολογία «η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν και η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει εδραιωθεί».(Hermes Insurance Ltd. κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 406). Όμως, όσο και αν μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι ο σκοπός των συντακτών των Κανονισμών ήταν να καλύψουν όλους εκείνους τους Ιατρούς οι οποίοι δεν καλύπτονται από άλλο ασφαλιστικό ή συνταξιοδοτικό σχέδιο, το ίδιο σθεναρά μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι η εξαίρεση των εκτάκτων ιατρών από την υποχρέωση πληρωμής εισφοράς οφείλεται στο ότι αυτοί εργάζονται σε υπηρεσία υπαγόμενη στη Δημοκρατία έχοντας προκαθορισμένες μηνιαίες απολαβές ενώ παράλληλα δεν μπορούν να ασκήσουν άλλη εργασία για να αυξήσουν τις απολαβές τους και συνεπώς θα ήταν ιδιαίτερη επιβάρυνση γι αυτούς να καταβάλλουν το ποσό των €88 μηνιαίως ως εισφορά. Και θα μπορούσε κάποιος να ενισχύσει το επιχείρημα λέγοντας ότι ο συντάκτης των Κανονισμών του 2011, ακριβώς γι αυτό τον λόγο κατέστησε προαιρετική την εισφορά εκτάκτων υπαλλήλων. Σε κάθε περίπτωση, από τον εξουσιοδοτικό νόμο και από τους Κανονισμούς δεν προκύπτει με σαφήνεια η πολιτική που οι συντάκτες αυτών ήθελαν να προωθήσουν ούτε έχω ενώπιον μου υλικό που θα μπορούσε να διαφωτίσει επί του προκειμένου. Όπως αναφέρθηκε στην Mazmanian ν. Δημοκρατίας κ.ά.,
(1989)3 Α.Α.Δ. 3361: «Η τελεολογική ερμηνεία επιτρέπεται. Δεν είναι επιτρεπτό όμως οι Δικαστές να ερμηνεύουν τους νόμους με βάση τις δικές τους απόψεις αναφορικά με την πολιτική του νόμου. Ο σκοπός του νόμου και η πολιτική η οποία εκφράζεται από τη νομοθετική εξουσία, πρέπει να ευρίσκεται στον ίδιο το νόμο ως σύνολο, ή σε υλικό το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο ερμηνευτικό έργο του Δικαστηρίου - (βλ. Shah v. Barnet London Borough Council and other appeals [1983] 1 All E.R. 226, στη σελ. 238). Εν όψει των πιο πάνω η ερμηνεία των φράσεων «ιδιώτης Ιατρός» και «καθήκοντα στην δημόσια υπηρεσία» δεν μπορεί να επεκταθεί ή να περιοριστεί εκτός των πλαισίων των λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν. Προσθέτω στα πιο πάνω ότι οι κανονισμοί θεσπίστηκαν από το Συμβούλιο του Ιατρικού Σώματος και αποτελούν το θεσμοθετημένο πλαίσιο λειτουργίας τους. Θα ήταν κατά την άποψη μου παράλογο και άδικο οι ίδιοι που θέσπισαν τους κανονισμούς να μπορούν επικαλεστούν ή να ωφεληθούν από τυχόν ασάφειες στους Κανονισμούς. Όπως η διοίκηση δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εγκυρότητα διοικητικών πράξεων που η ίδια θέσπισε (βλ. Δημοκρατία ν. Πογιατζή
(1992)3 ΑΑΔ 196) και όπως η διοίκηση δεν μπορεί να δημιουργεί στον διοικούμενο καταστάσεις πλάνης και να επωφελείται από αυτές έτσι και το Ταμείο Συντάξεως Ιατρών δεν μπορεί να επικαλείται συσταλτική ή διασταλτική ερμηνεία εις βάρος των συμφερόντων των μελών του. Αυτό θα δημιουργούσε αβεβαιότητα και θα έδιδε εν λευκώ επιταγή σε διοικητικά όργανα ή όργανα συσταθέντα δυνάμει νόμου, όπως το Συμβούλιο του Ιατρικού Σώματος, να χρησιμοποιούν στους Κανονισμούς που προωθούν προς έγκριση φράσεις με «εποικοδομητική ασάφεια» με αποτέλεσμα να μπορούν να εφαρμόζονται κατά το δοκούν. Εν όψει των πιο πάνω, κρίνω ότι ο Εναγόμενος έπαψε να είναι υπόχρεος να καταβάλλει εισφορές στο Ταμείο από τον χρόνο πρόσληψης του ως έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός, ήτοι από τον Μάιο του 2008 καθότι από εκείνο το χρονικό σημείο έπαψε να είναι ιδιώτης Ιατρός αναλαμβάνοντας καθήκοντα στη δημόσια υπηρεσία. Αυτό συνάγεται από την επιστολή τεκμήριο 5, στην οποία επισυνάπτεται βεβαίωση υπογεγραμμένη από την Δρ. Φλωρεντία Ζεϊτούνι, Υπεύθυνου Ιατρικού Λειτουργού Γενικού Νοσοκομείου Αμμοχώστου σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου ως έκτακτος Ιατρικός Λειτουργός 2ης τάξης από 2.5.
- Την εν λόγω βεβαίωση την αποδέχτηκαν οι Ενάγοντες ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της. Ειδικότερα η ΜΕ1 ανέφερε ότι ο Εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει εισφορές μέχρι και την ημερομηνία που τους ενημέρωσε εννοώντας προφανώς το τεκμήριο
- Συνάγεται ότι δεν αμφισβητούν αυτή καθεαυτή την ιδιότητα του Εναγομένου ως έκτακτου υπαλλήλου. Αυτό που αμφισβητούν είναι το χρονικό σημείο που έπαυσε να είναι εισφορέας ο Εναγόμενος. Δηλαδή η διαμάχη έγκειται στο αν ο Εναγόμενος έπαυσε να είναι εισφορέας από την πρόσληψη του ή από το χρονικό σημείο που ειδοποίησε σχετικά τους Ενάγοντες. Κατά την κρίση μου δεν έχει καμία σημασία πότε ο Εναγόμενος ενημέρωσε τους Ενάγοντες για την πρόσληψή του. Με την απώλεια της ιδιότητας του εισφορέα έπαυσε αυτοδικαίως και η υποχρέωση καταβολής εισφορών. Οι κανονισμοί όπως ίσχυαν τότε δεν απαιτούσαν έγγραφη ειδοποίηση. Ο υπολογισμός του ύψους των εισφορών που εκκρεμούν θα γίνει σύμφωνα με το Τεκμήριο 3 που κατατέθηκε χωρίς ένσταση και δεν αμφισβητήθηκε το περιεχόμενο του. Σύμφωνα λοιπόν με αυτό, οι εισφορές για τους μήνες Σεπτέμβριο 2007 μέχρι και τον Απρίλιο του 2008 ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €733,
- Σε σχέση με την ανταπαίτηση του Εναγομένου παρά το ότι ο τελευταίος δεν επέμεινε σε αυτή εντούτοις δεν υπάρχει δήλωση στα πρακτικά ότι αυτή αποσύρθηκε. Εν πάση περιπτώσει η ανταπαίτηση του Εναγομένου είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Όσα κατέβαλε ο Εναγόμενος ως εισφορές δεν παρέμειναν άνευ ανταλλάγματος. Από την εγγραφή του ως εισφορέας στο Ταμείο Συντάξεως Ιατρών είχε εξασφαλίσει ασφαλιστική κάλυψη η οποία παραμείνει σε ισχύ για όσο χρονικό διάστημα παρέμεινε εισφορέας, ήτοι μέχρι 2.5.
- Ειδικότερα καθ' όλη την διάρκεια της εγγραφής του ήταν δικαιούχος σε παροχή ανικανότητας, παροχή αναπηρίας, παροχή θανάτου και βοήθημα λόγω θανάτου εάν επισυνέβαινε κάποιο από τα γεγονότα τα οποία με βάση τους Κανονισμούς δικαιολογούσαν τέτοιες παροχές. Ευτυχώς βέβαια δεν επισυνέβη τέτοιο περιστατικό. Εν πάση περιπτώσει οι κανονισμοί δεν προνοούν επιστροφή των ποσών που κατέβαλε ο εισφορέας όταν απολέσει την ιδιότητα του εισφορέα. Αντίθετα ο Κανονισμός 20 των Κανονισμών προνοεί ότι εισφορέας ο οποίος κατέβαλε εισφορές για 60 τουλάχιστον μήνες δικαιούται παροχή αφυπηρέτησης. Με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία ο Εναγόμενος εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία. Θα πρόσθετα στα πιο πάνω ότι εάν ο Εναγόμενος επιθυμεί σε κάποιο στάδιο να επιστρέψει ως εισφορέας στο Ταμείο τότε οι προγενέστερες εισφορές του θα συνυπολογιστούν στο ποσό που θα δικαιούται ως παροχή αφυπηρέτησης. Εν όψει των πιο πάνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €733,64 που αντιπροσωπεύει εισφορές και επιβαρύνσεις για τους μήνες Σεπτέμβριο 2007 μέχρι και τον Απρίλιο του
- Επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου τα έξοδα της αγωγής. Η ανταπαίτηση του Εναγομένου αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Εν όψει του ότι η ανταπαίτηση εκδικάστηκε ταυτόχρονα με την απαίτηση δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο