← Κύπρος

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α. ν. TRUCKOMAN LTD, Αρ. Αγωγής: 1394/2014, 17/6/2015

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ κ.α. ν. TRUCKOMAN LTD, Αρ. Αγωγής: 1394/2014, 17/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A236 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1394/2014 Μεταξύ:

  1. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ
  2. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΪΔΟΥ Ενάγοντες - και - TRUCKOMAN LTD Εναγομένη Αίτηση ημερ. 15.12.14 για συνοπτική απόφαση εναντίον της Εναγομένης Ημερομηνία: 17 Ιουνίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μ. Σπανός. Για την Εναγομένη - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Τσάρκατζιης. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 7.3.2014, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, μέσω της οποίας αξιώνουν από την εναγομένη εταιρεία: «Α. €1,117,911.65 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ως χρέος και/ή ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει δανείου και/ή άλλως πώς. Β. €726,831.77 δεδουλευμένους τόκους μέχρι την 31.12.
  4. Γ. Τόκους 3,5371% επί του ποσού των €1,117,911.65 από 1.1.14 και/ή οιανδήποτε άλλη ημερομηνία ως το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως του ποσού των €1,117,911.
  5. Δ. Διαζευκτικά προς την παράγραφο (Γ) ανωτέρω νόμιμο τόκο και/ή οιονδήποτε άλλο τόκο επί του ποσού των €1,117,911.65 από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής και/ή από την 1.1.14 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως του ποσού των €1,117,911.
  6. Ε. Γενικές αποζημιώσεις. Στ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Ζ. Έξοδα πλέον έξοδα επίδοσης πλέον Φ.Π.Α.» Πυρήνας των ως άνω απαιτήσεων των εναγόντων σε βάρος της εναγομένης, ως προβάλλεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, αποτελεί η θέση των εναγόντων ότι οι τελευταίοι, μαζί με τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη δάνεισαν στην εναγομένη εταιρεία, το 2002, το ποσό των Λ.Κ. 654.284,62 (€1.117.911,65) για να εξοφλήσει η τελευταία χρέος της προς την Ελληνική Τράπεζα. Το εν λόγω ποσό, πλέον τους ανάλογους τόκους, που οι ενάγοντες διατείνονται ότι η εναγόμενη εταιρεία εξακολουθεί να τους οφείλει μέχρι σήμερα, αποτελούν τα ποσά που διεκδικούν με την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αγωγής τους. Στις 28.5.14, καταχωρήθηκε εμφάνιση εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας στη διαδικασία, ενώ στις 17.10.14, η πλευρά της τελευταίας προχώρησε στην καταχώριση της υπεράσπισης της. Με την υπό συζήτηση αίτηση τους, η οποία καταχωρίστηκε στις 15.12.14, οι ενάγοντες επιζητούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης σε βάρος της εναγομένης: «δια το ποσό των €1.117.911,65 πλέον €717.291,63 δεδουλευμένους τόκους μέχρι την 14.11.13 πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €1.117.911,65 από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως πλέον δικηγορικά έξοδα συν ΦΠΑ συν έξοδα επίδοσης καθ' ότι η Εναγόμενη στερείται οιασδήποτε υπεράσπισης». Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 Θ.Θ.1-4, 7-9, Δ.48 Θ.Θ.1-4, 8 και 9, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ως επίσης τις γενικές αρχές του νόμου και της νομολογίας. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστύλωση του αιτήματος, τίθεται με την ένορκη δήλωση του Πανίκου Αριστοτέλους, επίσης ημερ. 15.12.2014, που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση. Ο ως άνω ομνύων, εγκεκριμένος λογιστής και οικονομικός διευθυντής όχι μόνο εταιρειών που ανήκουν ή ελέγχονται από τους ενάγοντες αλλά και το άτομο που έχει την επίβλεψη και τον έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων κοινών και/ή προσωπικών λογαριασμών των εναγόντων, στα πλαίσια της πολυσέλιδης δήλωσης του, αφού υποδεικνύει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση από τους Ενάγοντες οι οποίοι είναι μόνιμα εγκατεστημένοι στο εξωτερικό, υιοθετεί και επιβεβαιώνει την απαίτηση των εναγόντων όπως αυτή περιλαμβάνεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής, πλην τους διεκδικούμενους δεδουλευμένους τόκους, τους οποίους κατά ανάλογο τρόπο περιορίζει, θέτοντας διάφορα τεκμήρια υπόψη του Δικαστηρίου. Εξηγεί παράλληλα ότι ο ίδιος ήταν άμεσα αναμεμειγμένος στη διαδικασία παροχής του ως άνω δανείου στην Εναγομένη εταιρεία, γνωρίζοντας τα γεγονότα από πρώτο χέρι. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, κατά ή περί τον Ιούλιο του 2002 οι ενάγοντες μαζί με τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη, (πατέρα της ενάγουσας 2) ο οποίος απεβίωσε κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2007, ζήτησαν δάνειο από την Ελληνική Τράπεζα ύψους Λ.Κ. 7.500.000 προς το σκοπό επιχειρηματικής δραστηριοποίησης στην Λιβύη. Η εν λόγω τράπεζα για να παραχωρήσει το δάνειο στους τρεις πιο πάνω, έθεσε ως όρο όπως μέρος του δανείου χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση των οφειλών της εναγομένης εταιρείας προς την συγκεκριμένη τράπεζα, ήτοι ενός ποσού της τάξης των Λ.Κ.654.284,
  7. Η εναγομένη εταιρεία, σημειώνει, αποτελούσε μια από τις πολλές εταιρείες του Γεώργιου Παρασκευαΐδη, την οποία ο τελευταίος (κατά τον τρόπο που ο ομνύων εξηγεί), ήλεγχε άμεσα ή έμμεσα κατά 80%. Πολλές φορές, όταν επιχειρήσεις που έλεγχε ο πατέρας της ενάγουσας 2, Γεώργιος Παρασκευαΐδης, αντιμετώπιζαν πρόβλημα ρευστότητας, οι ενάγοντες προσωπικά ή δια μέσου των εταιρειών τους παρείχαν σε αυτές οικονομική βοήθεια υπό μορφή δανεισμού. Οι ενάγοντες και ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης δανείστηκαν τελικά από την Ελληνική τράπεζα ποσό ύψους Λ.Κ. 8.000.000 ώστε μέρος του δανείου αυτού να χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση των οφειλών της εναγομένης προς την Ελληνική Τράπεζα. Πράγματι, το ποσό των Λ.Κ.654.284,62 (μέρος του ως άνω δανείου των Λ.Κ. 8.000.000) μεταφέρθηκε τελικά από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν οι ενάγοντες μαζί με τον Γ. Παρασκευαΐδη στον λογαριασμό της εναγομένης εταιρείας, ο οποίος στις 16.10.2002 εξοφλήθηκε πλήρως και έκλεισε. Ήταν ρητή συμφωνία των διαδίκων ότι το ως άνω ποσό θα διδόταν από τους ενάγοντες και τον κ. Γ. Παρασκευαΐδη προς την εναγομένη εταιρεία ως δάνειο. Η εναγομένη εταιρεία, υποστηρίζει, κατά διαστήματα αναγνώριζε ότι όφειλε το συγκεκριμένο χρέος προς τους ενάγοντες αφού ο ίδιος, ως διαχειριστής των οικονομικών δραστηριοτήτων των εναγόντων, ζητούσε από τον Γ. Παρασκευαΐδη όπως προχωρήσει η εναγομένη εταιρεία στην εξόφληση του δανείου. Ο τελευταίος, ποτέ δεν αρνήθηκε ότι το σχετικό ποσό αποτελούσε οφειλή προς τους ενάγοντες. Παραπέμποντας στην υπεράσπιση της εναγομένης εταιρείας, ο ομνύων υποδεικνύει ότι καμία από τις προβαλλόμενες γραμμές υπεράσπισης της εναγομένης εταιρείας ισχύει και ότι το χρέος της τελευταίας προς την τράπεζα εξοφλήθηκε αποκλειστικά και μόνον από τους ενάγοντες. Απορρίπτει παράλληλα ως παντελώς ψευδή και ανυπόστατη την θέση ότι η συγκεκριμένη οφειλή της εναγομένης εταιρείας προς την τράπεζα εξοφλήθηκε μόνον από τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη, υποστηρίζοντας ότι με βάση στοιχεία που περισυνέλεξε, το χρέος της εναγομένης πληρώθηκε αποκλειστικά και μόνον από τους ενάγοντες μέσω της εταιρείας A & P (Andreou & Paraskevaides) Holdings Ltd, η οποία ανήκει κατά 50% σε κάθε ένα από τους ενάγοντες και όχι από τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη. Ούτε έγινε οποιαδήποτε διευθέτηση μεταξύ του Γεώργιου Παρασκευαΐδη και των εναγόντων ώστε το ποσό να οφείλεται από την εναγομένη εταιρεία μόνον προς τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη. Ο τελευταίος, άλλωστε, δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό προς τους ενάγοντες. Περί τον Απρίλιο του 2011, δεδομένου ότι ο εύλογος χρόνος αναμονής για αποπληρωμή του δανείου παρήλθε, οι ενάγοντες επέδωσαν στην εναγομένη εταιρεία επιστολή, ημερ. 31.5.11, μέσω της οποίας απαιτούσαν την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού και επιφύλασσαν τα δικαιώματα τους αναφορικά με τους τόκους. Ενόψει της μη ανταπόκρισης της εναγομένης εταιρείας οι ενάγοντες προώθησαν αίτηση εκκαθάρισης της, η οποία όμως απερρίφθη, αφού το Δικαστήριο ως καταγράφει στην παράγραφο αρ. 20 της δήλωσης του: «έκρινε ότι οι ισχυρισμοί της Εναγομένης ότι (α) το χρέος που είχε η Εναγόμενη προς την Τράπεζα (Λ.Κ. £654.284,62) εξοφλήθηκε μόνο από τον κ. Παρασκευαΐδη και, συνεπώς, η οφειλή της Εναγομένης ήταν μόνο προς αυτόν και (β) ο κ. Παρασκευαΐδης είχε αναφέρει ότι είχε διευθετήσει το θέμα με τους Ενάγοντες και ότι το ποσό οφειλόταν μόνο σ΄ αυτόν, αποτελούσαν καλόπιστη και ουσιαστική υπεράσπιση η οποία θα έπρεπε να αποφασιστεί στα πλαίσια αγωγής και συνεπώς, η Αίτηση Εκκαθάρισης έπρεπε να απορριφθεί». Αποτελεί καταληκτική τοποθέτηση του μάρτυρα ότι με βάση στοιχεία που συνέλεξε μετά την έκδοση της προαναφερθείσας Δικαστικής απόφασης, η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και ότι η καταχώριση εμφάνισης και υπεράσπισης εκ μέρους της, σκοπό είχε να κερδίσει χρόνο η τελευταία και να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης εναντίον της. Η εναγόμενη εταιρεία, στις 24.4.2015 προχώρησε στην καταχώριση ειδοποίησης πρόθεσης ένστασης στην υπό συζήτηση αίτηση. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της και μεταφέρονται αυτούσιοι στην παρούσα: «(α) Δεν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης. (β) Η Εναγόμενη έχει καλή και γνήσια υπεράσπιση στην αγωγή και υπάρχουν σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και εγείρονται θέματα που χρήζουν εκδίκασης και που της δίδει το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση της. (γ) Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, 9 μήνες μετά την έγερση της αγωγής των Εναγόντων και 2 μήνες μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης. (δ) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική καθότι εάν η Εναγόμενη έχει γνήσια και καλόπιστη Υπεράσπιση αποφασίστηκε με απόφαση Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης με αρ.654/
  8. (ε) Ο ενόρκως δηλών δεν επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που αξιώνεται. Επίσης, αυτός δεν εκφράζει την πεποίθηση του πως δεν υπάρχει υπεράσπιση. (στ) Ο ενόρκως δηλών δεν έχει προσωπική γνώση της ισχυριζόμενης από μέρους του προφορικής συμφωνίας δανείου και/ή των γεγονότων που αφορούν τη παρούσα υπόθεση και/ή δεν μπορεί να ορκισθεί θετικά. (ζ) Η όλη γνώση του ενόρκως δηλούντα περί της ύπαρξης συμφωνίας δανείου βασίζεται αποκλειστικά σε εξ' ακοής μαρτυρία. (η) Τα όσα αναφέρει ο ενόρκως δηλούντας περί των όσων του δήλωσε ο αποβιώσας Γεώργιος Παρασκευαϊδης αναφορικά με το περιεχόμενο της συμφωνίας, αναιρούνται από έγγραφα και/ή δηλώσεις του ίδιου του Γεώργιου Παρασκευαϊδη. (θ) Οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης βασιζόμενοι σε ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Γεώργιου Παρασκευαϊδη από τη μια και της Εναγόμενης από την άλλη. (ι) Η Εναγόμενη καταχώρησε την Υπεράσπιση της δύο μήνες πριν από την καταχώρηση της αίτησης συνοπτικής απόφασης και αυτό συνιστά εμπόδιο για τους Εναγόντες να αποτείνονται δια την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγομένης και/ή σε κάθε περίπτωση οι Ενάγοντες δεν επεξηγούν γιατί δεν καταχώρησαν νωρίτερα τη παρούσα αίτηση. (κ) Η απαίτηση των Εναγόντων δεν είναι εκκαθαρισμένη και/ή υπάρχει διάσταση μεταξύ των τόκων που αξιούνται από την Εναγόμενη στην έκθεση απαιτήσεως και των τόκων που αξιούνται με το αιτητικό της παρούσας αίτησης. (λ) Τυχόν έκδοση της αιτούμενης απόφασης θα στερήσει από την Εναγόμενη το δικαίωμα να ακουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να θέσει αναλυτικά τις θέσεις της, οι οποίες είναι βάσιμες. (μ) Οι Ενάγοντες αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει την δέουσα και/ή την αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού και/ή η κατάσταση λογαριασμού στην οποία στηρίζουν την αξίωση τους και/ή το ύψος του αξιούμενου ποσού είναι ελλιπές και/ή ασαφές και/ή αόριστο και/ή δεν έχουν παρουσιάσει αρκούντως ικανοποιητικά στοιχεία δια των οποίων να αποδεικνύουν την απαίτηση τους. (ν) Οι θέσεις του ενόρκως δηλούντα ως προς την ύπαρξη της ισχυριζόμενης συμφωνίας και/ή των όρων αυτής έρχεται σε αντίθεση και/ή δεν συνάδει με προγενέστερη ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου.» Η νομική βάση της ένστασης εδράζεται επίσης στους Διαδικαστικού Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.3, Δ.18 Θ.Θ.1, 3, 5, 6, Δ.48 Θ.Θ.1-4, 8 και 9, Δ.64 Θ.1-2, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρα 29, 30, 31, 32, 39 και 43 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από τέσσερις συνολικά ένορκες δηλώσεις. Του Άκη Οικονομίδη, διευθυντή της εναγομένης εταιρείας, του Αθανάσιου Αθανασίου, υπαλλήλου της εταιρείας Archimides & Pavlos Paraskevaides Ltd, η οποία μέχρι τον Μάϊο του 2007 ήταν μέτοχος της εναγομένης εταιρείας, διατελέσας ο ομνύων γραμματέας της εναγομένης εταιρείας μέχρι το πιο πάνω διάστημα, του Κόκου Σκούλλου, λογιστή στον ελεγκτικό οίκο που ετοίμαζε τις οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης εταιρείας μέχρι το 2007 που αυτή πωλήθηκε και του Ανδρέα Λιασή, διευθυντή επίσης της εναγομένης εταιρείας από το 1992 μέχρι το 2007 και μετόχου οικογενειακής εταιρείας, η οποία μέχρι το 2007 ήταν μέτοχος της εναγομένης εταιρείας. Ο Άκης Οικονομίδης, διευθυντής της εναγομένης εταιρείας, επαναλαμβάνοντας και ουσιαστικά εξειδικεύοντας κάποιους από τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, αναφέρεται περαιτέρω στις συνθήκες αγοράς της εναγομένης εταιρείας κατά το 2007, υποδεικνύοντας ανάμεσα σε άλλα ότι ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης, στον οποίον σύμφωνα με τους ελεγμένους λογαριασμούς της εναγομένης εταιρείας φαινόταν να οφείλεται και το διεκδικούμενο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ποσό, συγκατατέθηκε στη διαγραφή του συγκεκριμένου ποσού για να καταστεί δυνατή η εξαγορά της εταιρείας. Οι θέσεις του Πανίκου Αριστοτέλους, όπως προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του τελευταίου που υποστηρίζει την αίτηση, ότι δήθεν ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης αναγνώριζε ότι η εναγομένη εταιρεία όφειλε το ισχυριζόμενο χρέος προς τους ενάγοντες και ότι αυτό θα αποπληρωνόταν, κάτι που γνώριζαν και αποδέχονταν και οι άλλοι μέτοχοι και διευθυντές της εναγομένης εταιρείας, αναιρούνται, υποδεικνύει ο Άκης Οικονομίδης, από έγγραφα και γραπτές διαβεβαιώσεις όχι μόνον του Γεώργιου Παρασκευαΐδη αλλά και άλλων μετόχων κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της εναγομένης εταιρείας στα οποία και παραπέμπει. Οι διευθυντές της εναγομένης εταιρείας, περιλαμβανομένου του Γεώργιου Παρασκευαΐδη, κατά τους ουσιώδεις χρόνους εξαγοράς της τελευταίας από την εταιρεία Economides Metal Recycling Ltd, με γραπτή τους υπεύθυνη δήλωση ή βεβαίωση, διαβεβαίωσαν τους αγοραστές της εναγομένης εταιρείας ότι η τελευταία δεν όφειλε σε κανένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο οποιοδήποτε ποσό, αναλαμβάνοντας μάλιστα την ευθύνη να αποζημιώσουν την ως άνω αγοράστρια εταιρεία για οποιαδήποτε ζημιά η τελευταία ήθελε υποστεί συνεπεία διεκδίκησης σε βάρος της εναγομένης εταιρείας οποιουδήποτε ποσού από οποιοδήποτε πρόσωπο αναφορικά με την περίοδο πριν τις 25.5.
  9. Παράλληλα, πέραν από τις ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις της εναγομένης εταιρείας όπου φαίνεται το συγκεκριμένο ποσό να οφείλεται στον Γεώργιο Παρασκευαΐδη, ο ομνύων παραπέμπει σε γραπτή βεβαίωση-δήλωση του Γεώργιου Παρασκευαΐδη, σύμφωνα με την οποία το συγκεκριμένο και διεκδικούμενο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ποσό οφείλεται σε αυτόν και όχι στους ενάγοντες αλλά και σε γραπτή συγκατάθεση του Γεώργιου Παρασκευαΐδη για διαγραφή του συγκεκριμένου ποσού. Αποτελεί τέλος θέση του Οικονομίδη ότι ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης δεν χαρίστηκε στην εναγόμενη εταιρεία, υποδεικνύοντας ότι για την εξόφληση του λογαριασμού του με την τελευταία έλαβε νόμιμο και ικανοποιητικό αντάλλαγμα. Τούτο, ήταν το τίμημα της πώλησης των μετοχών της εναγομένης εταιρείας στην εταιρεία Economides Metal Recycling Ltd. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει ο ομνύων και αν ακόμα υφίστατο η ισχυριζόμενη συμφωνία όπως αυτή προκρίνεται από τον Αριστοτέλους, η εξόφληση του ποσού των Λ.Κ.654.284,62 προς τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη συνιστά εκ των πραγμάτων απαλλαγή της εναγόμενης εταιρείας από οποιαδήποτε υποχρέωσή της προς τους ενάγοντες. Εν πάση περιπτώσει, συμπληρώνει, είναι φανερό ότι η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη αφού πέραν της διάστασης σε σχέση με τους τόκους που διεκδικούνται στην Έκθεση Απαίτησης και στο αιτητικό της υπό συζήτηση αίτησης, σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων, ενώ το ποσό δόθηκε στην εναγομένη εταιρεία ως δάνειο από τους ενάγοντες και τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη, στα πλαίσια της παρούσας απαιτείται, ολόκληρο, μόνον από τους ενάγοντες ενώ το τρίτο πρόσωπο, ήτοι ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης, όχι μόνον δεν απαιτεί οποιοδήποτε ποσό αλλά με δήλωσή του διακηρύσσει την εξόφληση οποιασδήποτε οφειλής της εναγομένης εταιρείας προς αυτόν. Ο Αθανάσιος (Νάσος) Αθανασίου, υπάλληλος στην ARCHIMIDES & PAVLOS PARASKEVAIDES LIMITED, η οποία μέχρι τον Μάιο του 2007 ήταν μέτοχος της εναγομένης εταιρείας, διατελέσας επίσης γραμματέας της εναγομένης εταιρείας μέχρι τον Μάιο του 2007 και συνδιαχειριστής μαζί με άλλο πρόσωπο όλων των οικονομικών ζητημάτων της εναγομένης εταιρείας, επιβεβαιώνει το γεγονός ότι το 2007, όταν η εναγομένη εταιρεία πωλήθηκε στην εταιρεία Economides Metal Recycling Ltd, μετά από απαίτηση των αγοραστών όλοι οι τότε μέτοχοι της εναγομένης εταιρείας υπέγραψαν δηλώσεις δυνάμει των οποίων συγκατατίθενται στη διαγραφή των οφειλόμενων σε αυτούς ποσών από την εταιρεία. Μεταξύ αυτών και ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης, στον οποίο, σύμφωνα με τους ελεγμένους οικονομικούς λογαριασμούς της εναγομένης εταιρείας, κατά ή περί το έτος 2007 η τελευταία όφειλε το ποσό του Λ.Κ. 1.025,822 στο οποίο περιλαμβανόταν το ποσό των Λ.Κ.654.284,
  10. Οι διευθυντές άλλωστε της εναγόμενης εταιρείας διαβεβαίωσαν γραπτώς ότι μέχρι τις 25.5.2007 η τελευταία δεν όφειλε σε οποιονδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο οποιοδήποτε ποσό. Αναφερόμενος στο δάνειο που η εναγομένη εταιρεία είχε προς την Ελληνική τράπεζα ύψους περίπου Λ.Κ. 650.000,00, υπέδειξε ότι τούτο εξοφλήθηκε το 2002 από τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη. Ενόψει του γεγονότος ότι η χρηματοδότηση για την εξόφληση του συγκεκριμένου δανείου προήλθε από κοινό λογαριασμό που είχε ο τελευταίος μαζί με τους ενάγοντες, ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης σε παρατήρηση του ομνύοντα ότι τα χρήματα μπήκαν από κοινό λογαριασμό του Γεώργιου Παρασκευαΐδη και των εναγόντων, του ανέφερε «Μην έχεις έννοια, τα κανόνισα, τα χρήματα είναι δικά μου, μου τα χρωστεί η εταιρεία και το ξέρουν καλά και ο Παύλος και ο Λιασής». Η αντίληψη του ομνύοντος ήταν ότι το συγκεκριμένο χρέος της εναγομένης εταιρείας προς την Ελληνική Τράπεζα εξοφλήθηκε με χρήματα του Γεώργιου Παρασκευαΐδη και ότι είχε προβεί σε σχετική συνεννόηση με τους ενάγοντες ότι τα χρήματα αυτά θα οφείλονταν στον ίδιον προσωπικά από την εναγομένη εταιρεία. Όλοι γνώριζαν, υποδεικνύει, ότι το συγκεκριμένο χρέος της εναγομένης εταιρείας προς την Ελληνική τράπεζα το πλήρωσε ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης. Είναι γι΄ αυτόν τον λόγο που στους ελεγμένους λογαριασμούς της εναγομένης εταιρείας, από το 2002, το συγκεκριμένο ποσό των Λ.Κ.654.284,62 πιστώθηκε στο λογαριασμό μετόχων του Γεώργιου Παρασκευαΐδη. Ο τελευταίος δε το 2007 που η εναγόμενη εταιρεία πωλήθηκε στην Economides Metal Recycling Ltd, ως δικαιούχος του συγκεκριμένου ποσού συγκατατέθηκε στη διαγραφή του, γεγονός που καταδεικνύεται και στους λογαριασμούς της εναγομένης εταιρείας του
  11. Ο ομνύων, ως γραμματέας της εναγομένης εταιρείας δεν γνώριζε για την ύπαρξη συμφωνίας δανείου μεταξύ της τελευταίας από την μια και των εναγόντων από την άλλη. Ούτε ως γραμματέας της εναγομένης εταιρείας αντιλήφθηκε να εγκρίθηκε στα πλαίσια συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου της τελευταίας η λήψη δανείου από τους ενάγοντες. Οι τελευταίοι άλλωστε, μέχρι το 2007 που ο ίδιος ήταν γραμματέας της εναγομένης εταιρείας, ουδέποτε αξίωσαν οποιοδήποτε ποσό από την τελευταία ή πρόβαλαν ισχυρισμούς περί δανειοδότησης της εναγομένης εταιρείας. Ο Αντρέας Λιασής, ως ο ίδιος διατείνεται στενός συνεργάτης και πολύ καλός φίλος του Γεώργιου Παρασκευαΐδη επί σειρά ετών μέχρι το θάνατο του τελευταίου, διετέλεσε κατόπιν παρότρυνσης του Γεώργιου Παρασκευαΐδη, διευθυντής της εναγομένης εταιρείας από το 1992 μέχρι το
  12. Υπήρξε επίσης ένας εκ των μετόχων της εταιρείας Dedosaco Ltd, η οποία ήταν ένας από τους μετόχους της εναγομένης εταιρείας μέχρι το
  13. Με την δήλωση του που υποστηρίζει την ένσταση, υποδεικνύει ότι το 2002, ο μακαρίτης Γεώργιος Παρασκευαΐδης του δήλωσε ότι θα προβεί σε εξόφληση του χρέους της εναγομένης εταιρείας προς την Ελληνική τράπεζα, πράγμα που σε κάποιο χρονικό διάστημα τον ενημέρωσε ότι έπραξε. Ο ίδιος με την σειρά του, όταν ερωτήθηκε προς τούτο από τους λογιστές της εναγομένης εταιρείας ενημέρωσε τους τελευταίους σχετικά. Όλοι οι μέτοχοι και διευθυντές της εναγομένης εταιρείας γνώριζαν ότι το χρέος της τελευταίας προς την Ελληνική τράπεζα το κατέβαλε ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης, ο οποίος και στο παρελθόν πλήρωσε χρέη της εναγομένης εταιρείας προς την Ελληνική τράπεζα. Ο ίδιος έλαβε γνώση του ισχυρισμού ότι η εναγομένη εταιρεία είχε συνάψει δάνειο από τους ενάγοντες για πρώτη φορά από τον συνήγορο των καθ΄ ων η αίτηση, όταν του ζήτησε να προβεί στη σχετική δήλωση. Για τον ίδιο, ως υποδεικνύει, θα ήταν πρωτάκουστο «να χρηματοδοτείται ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης από την κόρη του, ο οποίος χρηματοδοτούσε τους πάντες και τα πάντα». Ο Κόκος Σκούλλος, λογιστής στον ελεγκτικό οίκο ο οποίος μέχρι το 2007 που πουλήθηκε η εναγομένη εταιρεία ετοίμαζε τις οικονομικές καταστάσεις της τελευταίας οι οποίες καταχωρούνταν στον Φόρο Εισοδήματος, στη δική του δήλωση υποδεικνύει ότι το 2002 πληρώθηκε δάνειο που διατηρούσε η εναγομένη εταιρεία στην Ελληνική Τράπεζα ύψους ΛΚ 654.284,
  14. Σύμφωνα με πληροφόρηση την οποία έλαβε από τους διευθυντές της εναγομένης εταιρείας, το συγκεκριμένο δάνειο είχε πληρωθεί από τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη. Αυτός ήταν ο λόγος που το συγκεκριμένο ποσό πιστώθηκε στον λογαριασμό μετόχων του κ. Γεώργιου Παρασκευαΐδη. Τόσο στις οικονομικές καταστάσεις του 2002 όσο και σε αυτές που ετοιμάστηκαν τα επόμενα χρόνια, αναγραφόταν ότι η εναγομένη εταιρεία όφειλε στον Γεώργιο Παρασκευαΐδη το ποσό των Λ.Κ.1.025.822 στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το ποσό Λ.Κ. 654.284,
  15. Ολόκληρο το ποσό το οποίο οφειλόταν στον Γεώργιο Παρασκευαΐδη από την εταιρεία, ήτοι Λ.Κ. 1.025.822, εξοφλήθηκε με δήλωση του Γεώργιου Παρασκευαΐδη όταν επρόκειτο η εναγόμενη εταιρεία να αγοραστεί από την εταιρεία Economides Metal Recycling Ltd. Ο ίδιος για πρώτη φορά ενημερώθηκε ότι η εναγόμενη εταιρεία είχε συνάψει δάνειο από τους ενάγοντες, μόλις το 2012, από τον δικηγόρο της εναγομένης εταιρείας, όταν ο τελευταίος επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικώς ζητώντας του να δώσει μαρτυρία για το τι γνωρίζει για την υπό συζήτηση υπόθεση στα πλαίσια άλλης δικαστικής διαδικασίας. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για το ζήτημα που απασχολεί στην παρούσα. Τούτο έπραξαν και δια ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Το Δικαστήριο, με πολύ προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αυτοί αναφέρθηκαν ως και άλλες σχετικές με το ζήτημα που εδώ ενδιαφέρει. Πάγιες και καλά καθιερωμένες είναι οι αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο αποφασίζει σε σχέση με αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Θέλοντας συνειδητά να αποφύγω τον κίνδυνο άσκοπης φλυαρίας εκ μέρους μου στα πλαίσια της παρούσας απόφασης, δεν θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να τις επαναλάβω και να προχωρήσω σε λεπτομερή ανάλυσή τους. Είναι αρκετό να λεχθεί ότι η αίτηση για συνοπτική απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και επομένως η εξουσία του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, με φειδώ και όπου κατά τρόπο εμφανή τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση. Όπου ο εναγόμενος στην ένορκη δήλωσή του δίνει αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαίτησης που θα πρέπει να εκδικαστεί ή όπου ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι υπάρχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση, ή αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που μπορεί να κριθούν ως αρκετά για να δώσουν στον εναγόμενο-καθ΄ου η αίτηση τη δυνατότητα να προβάλει την υπεράσπισή του, τότε θα πρέπει να δίδεται αυτό το δικαίωμα στον εναγόμενο. Άλλωστε, στην περίπτωση που αποκαλύπτονται γεγονότα ικανά να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, θα πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα προβολής της υπεράσπισης στα πλαίσια δίκης κατ' αντιμωλίαν, ακόμα και αν φαίνεται ότι δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Είναι αρκετό για τον εναγόμενο να καταδείξει την ύπαρξη δικάσιμου ζητήματος, ανεξάρτητα αν το Δικαστήριο πιστεύει ότι τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Πριν όμως από την ενασχόληση με τα πιο πάνω ζητήματα, επιβάλλεται κατά την αντίληψη μου η συζήτηση, κατά προτεραιότητα, του ζητήματος της κατάχρησης των διαδικασιών, όπως αυτή προβλήθηκε από τον κ. Τσιάρκατζιη εκ μέρους της εναγομένης-καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας ότι προκύπτει από την δικονομική συμπεριφορά των εναγόντων- αιτητών. Τούτο γιατί, ως γίνεται κατανοητό, στην περίπτωση που υιοθετηθεί η πιο πάνω θέση, εκ των πραγμάτων μπορεί να σφραγίσει την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης. Ο συνήγορος της εναγομένης εταιρείας λοιπόν, πέραν και ανεξάρτητα από όλους τους άλλους λόγους ένστασης που η πλευρά του προκρίνει, υποδεικνύει ότι η προώθηση της παρούσας αίτησης εκ μέρους των εναγόντων είναι καταχρηστική αφού οι ενάγοντες πριν καταχωρήσουν την υπό συζήτηση αγωγή εναντίον της εναγομένης εταιρείας, προώθησαν εναντίον της τελευταίας την υπ' αριθμό 654/2011 αίτηση εκκαθάρισης, Ε.Δ. Λευκωσίας, με την οποία αξίωναν όπως η εναγόμενη εταιρεία εκκαθαριστεί ενόψει του γεγονότος ότι ήταν ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, ειδικότερα το ποσό που διεκδικείται στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Το Δικαστήριο, απορρίπτοντας την εν λόγω αίτηση εκκαθάρισης αποφάνθηκε πως στη βάση των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του, όχι μόνον προσκομίστηκε σχετική μαρτυρία με την οποία καταδεικνύεται αμφισβήτηση του ισχυριζόμενου χρέους στα πλαίσια της αίτησης εκκαθάρισης (του διεκδικούμενου με την παρούσα αγωγή) αλλά υπέδειξε παράλληλα ότι η πλευρά της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, (εναγόμενης στα πλαίσια της παρούσας) προέβαλε τέτοια στοιχεία σε σχέση με το συγκεκριμένο διεκδικούμενο χρέος που καταδείκνυαν μια γνήσια, ουσιαστική, καλή τι πίστη αμφισβήτηση και/ ή υπεράσπιση από την πλευρά της τελευταίας, προκρίνοντας ότι τα διάφορα ζητήματα τα οποία εγείρονταν θα πρέπει να επιλυθούν στο κατάλληλο πλαίσιο μιας αγωγής. Αδιαμφισβήτητη είναι η σύμφυτη δικαιοδοσία και εξουσία του Δικαστηρίου να ανακόψει και να καταστείλει, τη δεδομένη στιγμή, διαδικασίες οι οποίες καταχρηστικά προωθούνται ενώπιον του. Αποκαλυπτικό της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να περιστείλει καταχρήσεις της δικαιοδοσίας του, είναι το πιο κάτω απόσπασμα της απόφασης του σεβαστού πρώην Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Πική, στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα

(1995)1 ΑΑΔ 217: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσω τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα. Μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή κ. Καλλή στην υπόθεση Loucos Trad. Co Ltd κ.α. v. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(B) ΑΑΔ 1014: «Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της διαδικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348, Έλληνας υ. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 ΑΑΔ 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, Re Beogradska P.P. Πολιτική Έφεση 9495 ημερομηνίας 6/9/1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη Ποινική Έφεση 6805 ημερομηνίας 24/2/2000).» Το γεγονός ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές, έχει σημειωθεί άλλωστε και από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Hunter v. Chief Constable of West Midlands & Another
(1981)3 All E.R. 727. Στη σελίδα 729 του ως άνω τόμου που αυτή βρίσκεται δημοσιευμένη, υποδεικνύεται ειδικότερα πως: «It would, in my view, be most unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο, ότι Δικαστήριο της Δημοκρατίας, στα πλαίσια της ως άνω αναφερόμενης και προηγηθείσας της παρούσας αγωγής αίτησης εκκαθάρισης, διακήρυξε ότι η πλευρά της εναγομένης εταιρείας, σε σχέση πάντα με το διεκδικούμενο εκ μέρους των εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ποσό, δεν προέβη απλώς σε αμφισβήτηση του ισχυριζόμενου χρέους αλλά προέβαλε ζητήματα που αποτελούν μια ουσιαστική και καλή τη πίστει αμφισβήτηση. Δεν παραβλέπω ασφαλώς το γεγονός ότι η πιο πάνω διακήρυξη του Δικαστηρίου, έγινε στα πλαίσια εξέτασης αίτησης εκκαθάρισης της εναγομένης εταιρείας, ενώ η εκκρεμούσα αγωγή αντικειμενικό στόχο έχει τον επιδικασμό του πιο πάνω ποσού προς όφελος των εναγόντων. Ωστόσο, με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης από την πλευρά των εναγόντων στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, ουσιαστικά επιζητείται η τοποθέτηση-διακήρυξη του Δικαστηρίου, ως εύρημα του τελευταίου, ότι η εναγομένη εταιρεία (παρά το γεγονός ότι στο μεταξύ έχει μεσολαβήσει η απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.9.13, η ισχύς της οποίας παρέμεινε αλώβητη) δεν προβάλλει οποιαδήποτε συζητήσιμη υπεράσπιση στο βαθμό έστω που απαιτείται σε αιτήσεις ως η υπό εξέταση. Έχοντας κατά νου, ως αποκαλύπτεται στην απόφαση ημερ. 16.9.13 που εκδόθηκε στα πλαίσια της ως άνω αίτησης εκκαθάρισης και η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, ότι εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας προκρίθηκαν οι ίδιες θέσεις και ζητήματα τα οποία κρίθηκαν από το Δικαστήριο ότι αποτελούν ζητήματα που καλόπιστα εγείρουν συζητήσιμη υπεράσπιση, η πλευρά των εναγόντων με την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησής της, ουσιαστικά επιζητά την εκ νέου εξέταση του ίδιου ζητήματος, με ορατό το ενδεχόμενο, δύο διαφορετικά Δικαστήρια που επιλαμβάνονται ομοειδών ζητημάτων να καταλήξουν σε διαφορετικά αλλά και αλληλοσυγκρουόμενα συμπεράσματα. Εξέλιξη εντελώς ανεπιθύμητη. Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να λάβει διάφορες μορφές, κάποτε μοναδικές. Τέτοια κρίνεται και στην υπό συζήτηση περίπτωση η δικονομική συμπεριφορά των εναγόντων, οι οποίοι μέσω της προώθησης της παρούσας αίτησης τους ουσιαστικά στοχεύουν, καταχρηστικά, στην εκ νέου τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί του ίδιου ζητήματος. Η θέση ότι μετά την ολοκλήρωση της εκδίκασης της ως άνω αίτησης εκκαθάρισης της εναγόμενης εταιρείας και την έκδοση της σχετικής επί τούτης απόφασης του Δικαστηρίου στις 16.9.13, η πλευρά των αιτητών έχει συλλέξει στοιχεία που καταδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ουδεμία υπεράσπιση έχει η εναγομένη εταιρεία, δεν μπορεί ασφαλώς να υιοθετηθεί αφού οποιαδήποτε στοιχεία επικαλείται ως τέτοια στην ένορκη δήλωση του ο Πανίκος Αριστοτέλους, δεν κρίνονται ικανά να πλήξουν τον πυρήνα των ζητημάτων που προκρίνονται από την πλευρά της εναγομένης-καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας ως καλόπιστα εγειρόμενα και δυνάμενα να συζητηθούν ως υπεράσπιση, με την έννοια μάλιστα που αποδίδεται στον όρο σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση, (πέραν και ανεξάρτητα δηλαδή από την πιθανότητα τελικά αυτή να έχει επιτυχή κατάληξη) τα οποία προκρίθηκαν και αναγνωρίστηκαν ήδη ως τέτοια στα πλαίσια της ως άνω αίτησης εκκαθάρισης της εναγομένης εταιρείας. Με δεδομένο ότι το Δικαστήριο διατηρεί πάντοτε την γενικότερη εποπτεία και έλεγχο όλων των διαδικασιών ενώπιον του - έλεγχος που επιβάλλει όπως διασφαλίζεται η απρόσκοπτη δικονομική και ουσιαστική τάξη στην όλη διαδικασία - ακόμη και μέσω της καταστολής διαδικασιών που κρίνονται καταχρηστικές, χωρίς επ' ουδενί να παραβλέπω το γεγονός ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να παρεμβαίνει κατά τον πιο πάνω τρόπο σε δικαστικές διαδικασίες επιβάλλεται όπως ασκείται με φειδώ, συνάρτηση προφανώς της δραστικότητας αυτής της παρέμβασης, συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση ως πιο πάνω έχουν εντοπιστεί, αισθάνομαι ότι η παρούσα είναι η πρέπουσα περίπτωση παρέμβασης του Δικαστηρίου προς τον σκοπό διαφύλαξης των δικαστικών διαδικασιών και της παρεμπόδισης της καταχρηστικής προώθησης δικαστικών διαδικασιών και δικονομικών διαβημάτων με κίνδυνο να προκύψουν αντιφατικές τοποθετήσεις και αποφάσεις των Δικαστηρίων για ομοειδή θέματα. Ως εκ τούτου, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, η υπό συζήτηση αίτηση για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω δεν μπορεί παρά να αντιμετωπιστεί ως καταχρηστικά προωθούμενη και ως τέτοια να ανακοπεί και να απορριφθεί. Τα δικαιώματα άλλωστε της πλευράς των εναγόντων παραμένουν αλώβητα, αφού οι τελευταίοι έχουν κάθε δικαίωμα να προωθήσουν την απαίτηση τους στα πλαίσια της συνέχισης της αγωγής και της διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους μέσω αυτής, με την κανονική διαδικασία. Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου, η οποία εκ των πραγμάτων σφραγίζει την τύχη της υπό συζήτηση αίτησης, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας αισθάνομαι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί, εν τάχει έστω, με τα υπόλοιπα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν στην παρούσα. Η Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας δεν θέτει χρονικά πλαίσια μέσα στα οποία θα πρέπει να υποβληθεί η αίτηση για συνοπτική απόφαση, μετά την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Σπεύδω παράλληλα να σημειώσω πως το γεγονός ότι έχει ήδη καταχωρηθεί η υπεράσπιση εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας, τούτο δεν εμποδίζει την πλευρά των εναγόντων-αιτητών να προχωρήσουν δυνάμει του ως άνω διαδικαστικού κανονισμού (βλ. Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) 1958, σελ. 260). Όπως διαπιστώνεται από την ίδια τη Δ.18 και επανειλημμένα έχει επιβεβαιωθεί μέσω της νομολογίας, θα πρέπει, για να μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και να εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, να πληρούνται τρεις προκαταρκτικές προϋποθέσεις. Στη απόφαση του στα πλαίσια της υπόθεσης Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1ΑΑΔ 782, ο σεβαστός Δικαστής κ. Καλλής τις παραθέτει με τον πιο κάτω τρόπο. "Είναι νομολογημένο ότι για την ενεργοποίηση της διαδικασίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον αιτητή:
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ.6 της Δ.2,
(2)καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο,
(3)η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο τον ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή". Εφόσον δηλαδή ο ενάγων-αιτητής ικανοποιήσει τις Δικονομικές προϋποθέσεις της Δ.18, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του εναγομένου-καθ' ου η αίτηση για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει γεγονότα τέτοια και λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν επαρκή για να δώσουν στην πλευρά του το δικαίωμα υπεράσπισης. Δεν είναι ασφαλώς αναγκαίο να καταδειχτεί με βεβαιότητα η επιτυχία μιας προτεινόμενης υπεράσπισης. Η κατάδειξη μιας καλής πιθανότητας επιτυχίας της, είναι αρκετή. (Βλ. The Digest, Τόμος 37
(3), σελ. 29-42, Roberts v Plant
(1895)1 QB 597, 603, Spyros Stavrinides v Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130, Hermes Insurance v Theodorides
(1983)1 CLR 333, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν Χ"Νέστωρος
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239, Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνα
(1999)1(Β) 817, Μεττή v Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) ΑΔ 417, Ανδρονίκου κ.α. v Τράπεζα Κύπρου Δημ. Εταιρ. Λτδ
(2007)1(Β) 977, Νεάρχου κ.α. v Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, Κυριάκου ν Αναστασίου, Πολ. Έφ. Αρ. 230/2009, ημερ. 22.1.2003 και SENSUS GYMNASIUM LTD κ.ά ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 27/2010, ημερ. 4.9.
  1. Ζήτημα το οποίο κατά προτεραιότητα προέχει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο, είναι το κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν επιτύχει να θέσουν την υπόθεσή τους στο πλαίσιο των προνοιών της Δ.
  2. Η πλήρωση εξάλλου ειδικά της τρίτης προϋπόθεσης, της επάρκειας δηλαδή της ένορκης δήλωσης, έντονα έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας. Από τον φάκελο της διαδικασίας αβίαστα προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται. Το κλητήριο ένταλμα στην υπό συζήτηση αγωγή είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ενώ η εναγόμενη εταιρεία καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 17.10.
  3. Όσον αφορά την τρίτη προαναφερόμενη προϋπόθεση και την καταλληλότητα του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση να ορκιστεί, θα πρέπει εξ΄ αρχής να σημειωθεί ότι πράγματι η νομολογία των Δικαστηρίων μας αποκαλύπτει τον θεμελιακό χαρακτήρα της προϋπόθεσης αυτής, η οποία άπτεται κατ΄ ουσίαν της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση, όπου ανατρέπεται η συνήθης πορεία των πραγμάτων κατά την οποία το Δικαστήριο ακούει τους διαδίκους σε πλήρη ακροαματική διαδικασία πριν από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, η επιτυχία της ένορκης δήλωσης κατά τρόπο που αυτή να συμμορφώνεται απόλυτα με τις προϋποθέσεις της Δ.18 θα πρέπει να θεωρείται εκ τον ων ουκ άνευ. Η Δ.18, επιτάσσει όπως η επαλήθευση της απαίτησης γίνει από πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Δεν μπορεί να γίνει από πρόσωπο το οποίο καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει. Θα πρέπει πάντως να τονιστεί ότι ο σχετικός διαδικαστικός κανονισμός δεν κάνει αναφορά σε «προσωπική γνώση», αλλά για «θετική γνώση», γεγονός που παρέχει έτσι την δυνατότητα να ορκιστεί για τα πιο πάνω θέματα και άτομο το οποίο σε κάθε περίπτωση έχει θετική γνώση για τα επίδικα ζητήματα (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω) και Παύλου ν Οργ. Χρημ. Τραπ. Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051). Στη βάση των αναφορών του Πανίκου Αριστοτέλους, του οποίου η ένορκη δήλωση συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, είναι φανερό κατά την αντίληψή μου ότι ο τελευταίος είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά εκ μέρους των εναγόντων. Τούτο, όχι ασφαλώς επειδή ο ίδιος το δηλώνει και το διακηρύσσει. Κάτι τέτοιο άλλωστε, από μόνο του δεν είναι αρκετό. Με δεδομένη την εξέλιξη και την διαπλοκή των γεγονότων στην υπό συζήτηση περίπτωση ως τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, τις σχέσεις και τα καθήκοντα του Αριστοτέλους αναφορικά με τους ενάγοντες και τον όμιλο εταιρειών των τελευταίων, τις σχέσεις και τη συνεργασία του με τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη, την προσωπική του ανάμειξη στην εξέλιξη των γεγονότων και τον χειρισμό από την πλευρά του διαφόρων ζητημάτων σχετικά με την παραχώρηση και αποπληρωμή του ισχυριζόμενου και διεκδικούμενου ποσού και γενικότερα τη γνώση και εμπλοκή του με τα περιστατικά που ευρύτερα περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, όπως ο ίδιος τα εξηγεί χωρίς να αμφισβητηθεί, επιτρέπουν κατά την αντίληψή μου την κατάληξη στο συμπέρασμα ότι ο τελευταίος είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο σε αιτήσεις ως η υπό συζήτηση και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Μετά την διαπίστωση ότι η ένορκη δήλωση της πλευράς των εναγόντων-αιτητών είναι επαρκής, κατά τρόπο που να ικανοποιούνται όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις οι οποίες τίθενται με την Δ.18, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα κατά πόσον, με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εγείρεται καλόπιστη υπεράσπιση από την πλευρά των εναγομένων, αφού το βάρος με την πλήρωση των προϋποθέσεων της Δ.18 θ.1 μετατίθεται στους ώμους τους. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η εξουσία η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο με βάση τη Δ.18 θα πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ λόγω της ιδιαίτερης "φύσης της διαδικασίας" και ένας εναγόμενος που μέσω των γεγονότων τα οποία τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου δημιουργεί την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πρέπει να λαμβάνει την άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση του, έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. (Βλ. Jacobs ν Booths Distillery Co
(1901)85 L.T.R. 262, Knapp-Fisher ν Chrish
(1936)3 All E.R. 500 και Ν.V. Caterchef Ltd ν P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1912). Η ένσταση, θα πρέπει ουσιαστικά να περιέχει λεπτομέρειες των θέσεων του καθ' ου, (condescend upon particulars) αφού η παράθεση γενικών και αόριστων ισχυρισμών χωρίς να τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου το σχετικό υπόβαθρο των γεγονότων που θα του επέτρεπε να τους συνεκτιμήσει, καθιστά το Δικαστήριο ανίκανο να τους εξετάσει, ενώ παράλληλα προσκρούει στο λεκτικό της Δ.18, θ.1(α) όπου προβλέπεται ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομέρειες της θέσης του εναγομένου. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd ν Abdul Aziz Tlais (ανωτέρω) στην ένορκη δήλωση της ένστασης πρέπει να δίνονται: «........ αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή που ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του)». Την ίδια υποχρέωση του εναγομένου να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή εν πάση περιπτώσει να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία θα θεωρούνται ικανοποιητικά για να του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί, υπογραμμίζει και η απόφαση στην υπόθεση Hermes Insurance Co Ltd ν Theodorides (ανωτέρω). Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του ενάγοντα και η απλή δήλωση του εναγομένου ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν επαρκεί. Σχετική είναι επίσης και η υπόθεση John Wallingford - ν - The Directors of the Mutual Society (1979-80) A.C. 685 στη σελ. 704, η οποία υιοθετήθηκε σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας. Αναφέρεται χαρακτηριστικά για το ζήτημα στην πιο πάνω υπόθεση: "I thing that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough, you must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so". Έχοντας κατά νου τις ως άνω καλά καθιερωμένες αρχές σε σχέση με την αναγκαιότητα παρουσίασης λεπτομερειών που να καταδεικνύουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης από την πλευρά του Εναγομένου και γενικότερα το βάρος που θα πρέπει να αποσείσει η πλευρά του τελευταίου από τους ώμους της θέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία ικανά να του επιτρέψουν να διαβλέψει την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί πως στη συγκεκριμένη περίπτωση η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση έχει αποσείσει το όποιο βάρος εναποτίθεται στους ώμους της. Εξηγούμαι. Εγείρεται καταρχήν ζήτημα ενεργητικής νομιμοποίησης των εναγόντων να προωθήσουν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, διεκδικώντας μέσω της τα αξιούμενα ποσά. Το ζήτημα, δεν προκρίνεται από την πλευρά της εναγομένης -καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Αντίθετα, ένα ευρύτερο πλέγμα γεγονότων, στοιχείων και λεπτομερειών σε λογική πάντα έκταση τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου σε σχέση με αυτό, που συνολικά θεωρούμενα υπαγορεύουν κατά την αντίληψη μου όπως δοθεί η ευκαιρία στην πλευρά της εναγομένης εταιρείας να προβάλει την υπεράσπισή της στα πλαίσια της δίκης. Η σύναψη της προβαλλόμενης συμφωνίας δανειοδότησης της εναγομένης εταιρείας μεταξύ της τελευταίας από την μια και των εναγόντων και του Γεώργιου Παρασκευαΐδη από την άλλη, ως είναι η θέση των εναγόντων, αμφισβητείται, όχι μόνον από τον σημερινό διευθυντή της εναγομένης εταιρείας αλλά και από διευθυντικά στελέχη της τελευταίας κατά τον ουσιώδη χρόνο που εξασφαλίστηκε η ισχυριζόμενη δανειοδότηση αλλά και η μεταβίβαση των μετοχών της εναγομένης εταιρείας στην εταιρεία Economides Metal Recycling Ltd. Παρόμοια αμφισβήτηση του ζητήματος προκρίνουν επίσης και άλλα πρόσωπα που είχαν άμεση σχέση με την εναγόμενη εταιρεία, όπως ο λογιστής που ετοίμαζε τις οικονομικές καταστάσεις της τελευταίας μέχρι το 2007 αλλά και ο γραμματέας της εναγομένης εταιρείας μέχρι τον Μάϊο του 2007, ο οποίος συνδιαχειριζόταν με άλλο πρόσωπο όλα τα οικονομικά ζητήματα της εναγομένης εταιρείας. Ο κάθε ένας από τα πιο πάνω πρόσωπα έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, στοιχεία, γεγονότα και λεπτομέρειες που δικαιολογημένα επιτρέπουν την κατάληξη ότι το ζήτημα καλόπιστα δύναται να προβληθεί ως συζητήσιμη τουλάχιστον υπεράσπιση από την πλευρά της εναγομένης. Η απλοϊκή θεώρηση του ζητήματος όπως προκρίθηκε από την πλευρά των εναγόντων - αιτητών, της δανειοδότησης δηλαδή από τους ενάγοντες της εναγομένης εταιρείας και της μη εξόφλησης του δανείου από τη τελευταία στους δανειστές της, υπό τις περιστάσεις που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση και τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, συνολικά θεωρούμενες, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε αβασάνιστα να υιοθετηθεί στην υπό εξέταση περίπτωση. Τέθηκε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου, στα πλαίσια προφανώς της προσπάθειας της εναγομένης εταιρείας να πείσει το Δικαστήριο για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης εκ μέρους της, ότι το συγκεκριμένο και διεκδικούμενο ποσό από την πλευρά των εναγόντων, γινόταν αντιληπτό από όλους, επί σειρά ετών, ότι οφείλετο όχι στους ενάγοντες αλλά προσωπικά προς τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη. Υπεδείχθη παράλληλα πως αυτός ήταν ο λόγος που από το 2002 μέχρι και το 2007 που η εναγόμενη εταιρεία πωλήθηκε στην Economides Metal Recycling Ltd περιλαμβανόταν τούτο ως οφειλή της εναγομένης εταιρείας στην εταιρική- μετοχική μερίδα του συγκεκριμένου μετόχου στους ελεγμένους οικονομικούς λογαριασμούς της εναγομένης εταιρείας. Ο Γεώργιος Παρασκευαΐδης άλλωστε, ως τέθηκε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου, ήταν το πρόσωπο που όχι μόνον φαίνεται να συμφώνησε, εγγράφως, όπως διαγραφεί το συγκεκριμένο ποσό ως οφειλή προς τον ίδιον, για να μπορέσει έτσι να ολοκληρωθεί η εξαγορά της εναγομένης εταιρείας από την Economides Metal Recycling Ltd και να λάβουν οι μέτοχοι της εναγομένης εταιρείας το τίμημα πώλησης των μετοχών τους, αλλά ταυτόχρονα, ο ίδιος όπως και οι υπόλοιποι διευθυντές της εναγομένης εταιρείας βεβαίωνε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ότι η τελευταία δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την ευθύνη, όλοι τους, να αποζημιώσουν τους αγοραστές της εναγομένης εταιρείας για οποιανδήποτε ζημιά ήθελε υποστούν από τυχόν διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού από την εναγομένη εταιρεία για την περίοδο πριν από τις 25.5.2007. Τα πιο πάνω στοιχεία, λεπτομέρειες και θέσεις, αισθάνομαι ότι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να αγνοηθούν και να μην συνεκτιμηθούν ως στοιχεία καλόπιστα εγειρόμενης και πάντως συζητήσιμης υπεράσπισης από την πλευρά της εναγομένης εταιρείας. Είναι φανερό στη βάση των στοιχείων και εγγράφων που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ότι ο ένας τουλάχιστον εκ των φερόμενων ως δανειστών της εναγομένης εταιρείας, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή των εναγόντων, εγγράφως συγκατατίθεται στη διαγραφή του συγκεκριμένου και διεκδικούμενου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ποσού, το οποίο αναγνωρίζει παράλληλα ότι οφείλεται σε αυτόν και όχι στους ενάγοντες. Πέραν δε του ζητήματος του τρόπου υπολογισμού των διεκδικούμενων τόκων που εν πάση περιπτώσει φαίνεται να προκύπτει στην υπό συζήτηση περίπτωση κατά τον τρόπο που ο διευθυντής της εναγομένης εταιρείας εξηγεί στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει και υποστηρίζει την ένσταση, δεν μπορεί παράλληλα παρά να σημειωθεί ότι ουσιαστικό ζήτημα συζήτησης φαίνεται να εγείρεται και από το γεγονός πως ενώ η φερόμενη δανειοδότηση της εναγομένης εταιρείας σύμφωνα με τους ενάγοντες έγινε από τρία πρόσωπα, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε άλλου στοιχείου το οποίο να αποσαφηνίζει τον βαθμό συμμετοχής του καθενός από τα τρία αυτά πρόσωπα, εντούτοις, με την προώθηση της υπό συζήτηση αγωγής απαιτείται ο επιδικασμός ολόκληρου του ποσού από τα δύο μόνο πρόσωπα, τους ενάγοντες, ενώ το τρίτο μέρος, όχι μόνον δεν απαιτεί τούτο ή το όποιο μέρος τυχόν του αναλογεί, αλλά με δήλωσή του φέρεται να αναγνωρίζει την εξόφληση κάθε οφειλής της εταιρείας προς τον ίδιον. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου πως ακόμη και αν υπήρχε η συμφωνία δανειοδότησης της εναγομένης εταιρείας, όπως την εισηγούνται και με λεπτομέρεια εξηγούν οι ενάγοντες, η προτασσόμενη από την πλευρά της εναγομένης - καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας εξόφληση του διεκδικούμενου δυνάμει του ισχυριζόμενου δανείου ποσού προς τον ένα εκ των φερόμενων δανειστών, τον Γεώργιο Παρασκευαΐδη, με την παράθεση σχετικών λεπτομερειών και στοιχείων προς τούτο, είναι φανερό ότι από μόνη της εγείρει, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστο, συζητήσιμο ζήτημα απαλλαγής της εναγομένης από τις υποχρεώσεις της έναντι και των υπολοίπων δανειστών. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω είναι φανερό κατά την αντίληψή μου ότι οι προβαλλόμενες υπερασπίσεις στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών που διέπουν το ζήτημα της έκδοσης ή μη συνοπτικής απόφασης, επιβάλλουν στην υπό συζήτηση περίπτωση την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος της εναγομένης εταιρείας και την παραχώρηση σε αυτήν του δικαιώματος να προβάλει την υπεράσπιση της στα πλαίσια δίκης κατ΄ αντιμωλίαν. Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αναπόδραστα η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη. Με δεδομένο ότι έχει ήδη καταχωρηθεί η υπεράσπιση της πλευράς της εναγομένης εταιρείας στη διαδικασία, να ακολουθηθούν κατά τα λοιπά οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών για την προώθηση της αγωγής. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, σύμφωνα με τον οποίο αυτά συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλέπε Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30, σελ. 421, παρ. 791-796), τα έξοδα της αίτησης θα επιβαρυνθεί η πλευρά των εναγόντων-αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν δε στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............ Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.