Kotsonis Enterprises Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, Αρ.Αίτησης: 749/2007, 26/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A260 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: M.Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Επί τοις αφορώσι τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.224 και Τροποποιητικοί Νόμοι 3/1960-123(Ι)/2001 Αρ.Αίτησης: 749/2007 Μεταξύ: Kotsonis Enterprises Ltd Αιτητών και Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Καθ'ου η Αίτηση ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ.9.1.2015 Ημερομηνία: 26 Ιουνίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή (Καθ'ου η Αίτηση στην κυρίως αίτηση): Η κα Δ.Παπαμιλτιάδους Για τους Καθ'ων η Αίτηση (Αιτητές στην κυρίως αίτηση): Η κα Α.Κοζάκου -------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση/έφεση ημερ.24.10.2007, οι αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος διαγραφής συγκεκριμένης σημείωσης επί του τίτλου ακίνητης ιδιοκτησίας, ως αναφέρεται στην παρά.Α της αίτησης και διαταγή του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω σημείωση παράνομα ενεγράφη στον τίτλο, ως η παρά.Β της αίτησης. Για να πετύχουν τις εν λόγω αξιώσεις, οι αιτητές/εφεσείοντες βασίζονται στους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κουφκή, ημερ.24.10.
- Ο καθ'ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, ως η ειδοποίηση ένστασης, ημερ.11.3.
- Η ένσταση του καθ'ου η αίτηση βασίζεται στα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Στέλιου Παπαδόπουλου, ημερ.11.3.
- Με την παρούσα αίτηση του, ο αιτητής ζητά να του επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, γενόμενης από την Άντρη Γαβριήλ εκ μέρους του καθ'ου η αίτηση/Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Αντίγραφο της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επισυνάπτεται στην παρούσα αίτηση. Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης, ως αναφέρεται στην αίτηση, αποτελούν οι Δ.39 και Δ.48 θθ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, συγκεκριμένα άρθρα του Κεφ.224, οι συμφυείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η παρούσα αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Άντρης Γαβριήλ, ημερ.9.1.2015, στην οποία αναφέρει ότι η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης επιζητείται για να θέσει, μέσω προσθήκης, ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και στηρίζουν τη θέση του Κτηματολογίου. Ως αναφέρει, η υπόθεση της δόθηκε για χειρισμό μεταγενέστερα της καταχώρησης της ένστασης και από το περιεχόμενο της προτιθέμενης ένορκης δήλωσης προκύπτει η αναγκαιότητα προσθήκης των αναφερόμενων γεγονότων. Οι καθ'ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην παρούσα αίτηση βασιζόμενοι επίσης στη Δ.48 θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως επίσης στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης συγκεκριμενοποιούνται στο σώμα της ένστασης, η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κουφκή, ημερ.26.1.2015. Ο ενόρκως δηλών ουσιαστικά αναφέρει ότι η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση, αφού η προηγούμενη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση υπεβλήθη την 11.3.2008 χωρίς να εξηγούνται οι λόγοι της καθυστέρησης. Προσθέτει δε, ότι με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκεται να αλλάξει ολόκληρη η δομή της προηγούμενης ένστασης με νέους διαφορετικούς ισχυρισμούς. Η ακρόαση της παρούσας αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των θέσεων της δικής τους πλευράς. Είναι γεγονός ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, στη Δ.48 θ.4
(2), προνοούν ότι το Δικαστήριο μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η δε ακρόαση διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Όπως προκύπτει από το λεκτικό της ως άνω Δ.48 θ.4
(2)καθώς επίσης και τη νομολογία, το ζητούμενο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι να προκύπτει καλός λόγος ώστε να είναι επιθυμητό να επιτραπεί η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων (βλέπετε, σχετικά, A.Messios&Sons Ltd v. Ανδρέα Α.Λεωνίδα
(2010)1(Α) Α.Α.Δ.195). Είναι αυτή η δικονομική πρόνοια και αυτές οι αρχές που τέθηκαν ως βάση για την παρούσα αίτηση. Παρά δε, το γεγονός ότι ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι η αίτηση είναι παράτυπη, και οι καθ'ων η αίτηση βασίζονται στην ίδια νομική βάση. Φαίνεται, συνεπώς, ότι διαφεύγει και των δύο πλευρών το ότι η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καμία σχέση δεν μπορεί να έχει ως βάση για την παρούσα αίτηση. Αίτημα ως το παρόν θα έπρεπε να έχει ως νομική βάση τον Κανονισμό 10
(3)του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1956, ως τροποποιήθηκε το έτος 2006, ο οποίος προνοεί ως εξής: «10
(3).Το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Αποτέλεσμα των ως άνω δεν μπορεί παρά να είναι η απουσία ορθής νομικής βάσης για την παρούσα αίτηση. Το ερώτημα που τίθεται, αναπόφευκτα, είναι ποια θα πρέπει να είναι η επίπτωση τούτου στην παρούσα αίτηση. Στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd v. 1.Orianda Management FZ Lsc κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A458, Πολ.Έφ.362/2009, ημερ.3.7.2014, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Με τη νέα Δ.64, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το διαδικαστικό κανονισμό 2/95, η προσπάθεια του Δικαστηρίου θα πρέπει πάντοτε να κλίνει υπέρ της διάσωσης οποιουδήποτε δικονομικού μέτρου που παρεκκλίνει από τους Θεσμούς, ενώ προηγουμένως αυτό θα θεωρείτο άκυρο. Ωστόσο, στη νομολογία τονίζεται ότι η Δ.64 δεν είναι πανάκεια και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να θεραπεύει θεμελιώδεις παραλείψεις και ελαττώματα ασύνδετα προς αυτούς.» Και παρακάτω: «Όμως τα Δικαστήρια έχουν τη διακριτική ευχέρεια στην κατάλληλη περίπτωση, όπως είναι η παρούσα, να ασκήσουν τη διακριτική τους ευχέρεια και να θεωρήσουν την παρατυπία που διαπιστώνεται ως θεραπευθείσα. Όμως αυτό θα πρέπει να γίνεται με φειδώ. Εάν όλες οι παρατυπίες θεραπεύονται αυτόματα, δεν θα υπάρχει πλέον κανένα κίνητρο για το διάδικο που διαπράττει την παρατυπία να αποτείνεται στο Δικαστήριο για να την θεραπεύσει (βλ. Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, ανωτέρω. Αντίθετα, για να αποφύγει την πληρωμή τυχόν εξόδων, θα προτιμά να επαναπαύεται αναμένοντας τον αντίδικο του να κινηθεί και το Δικαστήριο να ενεργήσει κατά τρόπο που να θεωρεί την παρατυπία ως θεραπευθείσα. Αυτό κατά την άποψη μας θα πρέπει να αποφεύγεται από τους δικηγόρους καθότι δεν αποτελεί την καλύτερη πρακτική σε τέτοιες περιπτώσεις.» Στην υπόθεση μας είναι εμφανές ότι και οι δύο πλευρές εσφαλμένα θεώρησαν ως βάση για το παρόν αίτημα τη Δ.48. Δεν θα θεωρούσα, όμως, από αυτό ότι φανερώνεται παραίτηση της πλευράς των καθ'ων η αίτηση σε σχέση με την παρατυπία μη ύπαρξης ορθής νομικής βάσης για την αίτηση. Παρά το γεγονός ότι οι αρχές για το υπό κρίση θέμα είναι οι ίδιες, είμαι της άποψης ότι ενασχόληση από το Δικαστήριο με την ουσία της αίτησης, θα είχε ως αποτέλεσμα το Δικαστήριο να παραγνωρίσει ότι ουσιαστικά η αίτηση παραμένει χωρίς νομική βάση. Στην υπόθεση Φλουρέντζου κ.ά. ν. Cashgrove Betting Ltd, Πολ.Έφ.7/2005, ημερ.27.3.2007 αναφέρονται τα εξής: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ., μεταξύ άλλων, Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ.965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ.1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ.Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση δεν έχει στηριχθεί στην ορθή δικονομική διάταξη και επομένως αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψη της.» Είμαι της άποψης, ότι αναλόγως και στην παρούσα περίπτωση ελλείπει παντελώς η ορθή νομική βάση για την παρούσα αίτηση. Αποτέλεσμα τούτου, θεωρώ ότι θα πρέπει υπό τας περιστάσεις να είναι η απόρριψη της αίτησης, χωρίς το Δικαστήριο να εξετάζει την ουσία της αίτησης. Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη ότι και οι δύο πλευρές, προφανώς εκ παραδρομής, είχαν την ίδια θεώρηση, αποφασίζω ότι η δικαιότερη διαταγή για έξοδα είναι η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα έξοδα της. (Υπ.) .......... Μ.Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο