← Κύπρος

Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα ν. CK RESTAURANT SYSTEM FRANCHISERS LIMITED κ.α., Αίτηση Εταιρείας: 385/2014, 11/6/2015

Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα ν. CK RESTAURANT SYSTEM FRANCHISERS LIMITED κ.α., Αίτηση Εταιρείας: 385/2014, 11/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A230 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση Εταιρείας: 385/2014 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, άρθρα 202 και 211(στ) και Αναφορικά με την εταιρεία CK RESTAURANT SYSTEM FRANCHISERS LIMITED Μεταξύ: Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα, από τη Λευκωσία Αιτήτριας και 1. CK RESTAURANT SYSTEM FRANCHISERS LIMITED 2. Χριστίνας Παρασκευαΐδου, από τη Λευκωσία 3. Κυριάκου Ανδρέου, από τη Λευκωσία Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτημα των καθ΄ ων η αίτηση για εξαίρεση Δικαστή Ημερομηνία: 11 Ιουνίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2 και 3: κ. Κ. Μιχαηλίδης με κα Κατσελή για Κυριάκος Μιχαηλίδης & Σια Για την Αιτήτρια: κ. Γ. Μούντης με κ. Καραμιχάλη και κα Νικολάου για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 11.5.15 η αιτήτρια στην κυρίως Αίτηση καταχώρισε μονομερή αίτηση (εφεξής «η αίτηση») με την οποία ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου για τον διορισμό προσωρινού παραλήπτη - διαχειριστή της εταιρείας CK RESTAURANT SYSTEM FRANCHISERS LIMITED (εφεξής «η εταιρεία») με περιορισμένες και συγκεκριμένες εξουσίες. Το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης αυθημερόν και διέταξε την επίδοση αυτής στους καθ΄ ων η αίτηση. Την ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ήταν ορισμένη για επίδοση, εμφανίστηκε για τους καθ΄ ων η αίτηση ο κ. Μιχαηλίδης, ο οποίος ήγειρε ζήτημα εξαίρεσης μου από την εκδίκαση της αίτησης, ενώ παράλληλα ζήτησε να του δοθεί χρόνος για να καταχωρίσει είτε αίτηση για παραμερισμό της αίτησης είτε ένσταση σε αυτή. Ο κ. Μιχαηλίδης προχώρησε στην υποβολή του αιτήματος για εξαίρεση του Δικαστηρίου προφορικώς και δήλωσε έτοιμος να αγορεύσει την ίδια μέρα. Ο κ. Μούντης, δικηγόρος της αιτήτριας, ζήτησε χρόνο για να προετοιμάσει την αγόρευση του επί του αιτήματος για εξαίρεση, επισημαίνοντας παράλληλα την επείγουσα φύση της αίτησης. Έτσι το Δικαστήριο όρισε την αίτηση σε σύντομη ημερομηνία για τις αγορεύσεις των δύο πλευρών επί του αιτήματος εξαίρεσης και σε μακρύτερη ημερομηνία για οδηγίες για να καταχωριστεί είτε αίτηση παραμερισμού είτε ένσταση. Ο λόγος στον οποίο βασίστηκε το αίτημα του κ. Μιχαηλίδη είναι η κατ΄ ισχυρισμόν του φαινομενική προκατάληψη της Δικαστού η οποία καλείται να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση λόγω έκδοσης προγενέστερης ενδιάμεσης απόφασης από την ίδια Δικαστή στο πλαίσιο της κυρίως Αίτησης. Ι. Πραγματικό υπόβαθρο Πριν την παράθεση των θέσεων των δύο πλευρών επί του εγερθέντος ζητήματος εξαίρεσης, κρίνεται αναγκαία η αναφορά τόσο στο περιεχόμενο της προγενέστερης ενδιάμεσης απόφασης όσο και στη φύση της αίτησης. Η προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 24.3.15 (εφεξής «η ενδιάμεση απόφαση») κατόπιν εκδίκασης της μονομερούς αίτησης της αιτήτριας ημ. 15.5.14 (εφεξής «η προγενέστερη αίτηση»). Με την ενδιάμεση απόφαση το Δικαστήριο διέταξε όπως το προσωρινό διάταγμα για τη μη παύση της αιτήτριας (ως μετόχου μειοψηφίας) από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας γίνει απόλυτο και περαιτέρω εξέδωσε διάταγμα διορισμού του κ. Μ. Αβραάμ ως παραλήπτη για τον χειρισμό συγκεκριμένων αγωγών που τότε εκκρεμούσαν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας εναντίον της εταιρείας και οι οποίες ηγέρθησαν από εταιρείες συμφερόντων των καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 (μετόχων πλειοψηφίας στην εταιρεία). Ειδικότερα επρόκειτο για τις αγωγές αρ. 1951/14, η οποία ηγέρθη από την A&P (Andreou & Paraskevaides) Enterprises Public Company Limited, και αρ. 1952/14, η οποία ηγέρθη από την A&P (Andreou & Paraskevaides) Food and Beverages Limited (εφεξής καλούμενες «οι σχετικές εταιρείες»). Στα πλαίσια της προγενέστερης αίτησης, η αιτήτρια είχε επικαλεστεί σωρεία γεγονότων τα οποία, κατ΄ ισχυρισμόν της, συνιστούσαν καταπιεστική συμπεριφορά των μετόχων πλειοψηφίας προς την ίδια ως μετόχου μειοψηφίας, ήταν εις βάρος των συμφερόντων της και αποτελούσαν προσπάθεια των μετόχων πλειοψηφίας για απομάκρυνση της από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας. Μεταξύ άλλων η αιτήτρια είχε αναφερθεί στην ύπαρξη των προαναφερόμενων αγωγών, σε υπερχρεώσεις των σχετικών εταιρειών προς την εταιρεία αναφορικά με τις συναλλαγές οι οποίες αποτελούσαν το αντικείμενο των αγωγών και στο ότι η εταιρεία (με απόφαση των μετόχων πλειοψηφίας) δεν επιθυμούσε να αμφισβητήσει τις απαιτήσεις αλλά να δεχθεί αποφάσεις χωρίς την καταχώριση υπεράσπισης. Ήταν βασικός ισχυρισμός της αιτήτριας ότι είχε ζητήσει επανειλημμένως να έχει πρόσβαση στα βιβλία της εταιρείας και να προβεί σε έλεγχο των σχετικών τιμολογίων, κάτι το οποίο δεν της επιτράπηκε ποτέ. Έτσι η αιτήτρια ζητούσε διατάγματα για τη μη απομάκρυνση της από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και για τον διορισμό του κ. Αβραάμ ως προσωρινού παραλήπτη - διαχειριστή για να λάβει αυτός αποκλειστική κατοχή, έλεγχο και κυριότητα όλων των αντικειμένων αγωγής (choses in action) της εταιρείας που πηγάζουν από, ή συνδέονται, με συναλλαγές της εταιρείας με τις σχετικές εταιρείες, συμπεριλαμβανομένων των δύο αγωγών, και για να καταχωρίσει και ή χειριστεί οποιαδήποτε απαίτηση και ή αγωγή και ή άλλη νομική διαδικασία είτε εκ μέρους είτε εναντίον της εταιρείας. Με την ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα για τον διορισμό του κ. Αβραάμ ως παραλήπτη για τον αποκλειστικό σκοπό χειρισμού των αγωγών και με συναφείς εξουσίες (όπως πρόσβαση σε βιβλία, αρχεία και έγγραφα σχετικά με τις εν λόγω συναλλαγές τα οποία τηρούνται στην εταιρεία) με περαιτέρω σκοπό την προστασία των συμφερόντων και της περιουσίας της εταιρείας και κατ΄ επέκταση της αιτήτριας, μέχρι την εκδίκαση της κυρίως Αίτησης. Με την αίτηση η αιτήτρια επανέρχεται με το ίδιο αιτητικό ζητώντας τον διορισμό του κ. Αβραάμ ως προσωρινού παραλήπτη σε σχέση με όλα τα αντικείμενα αγωγής (choses in action) της εταιρείας που πηγάζουν από, ή συνδέονται, με συναλλαγές της εταιρείας με τις σχετικές εταιρείες, και όπως ο παραλήπτης ενεργήσει εκ μέρους της (εταιρείας) για να καταχωρίσει και ή χειριστεί οποιαδήποτε απαίτηση και ή αγωγή και ή άλλη νομική διαδικασία είτε εκ μέρους είτε εναντίον της εταιρείας. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας που συνοδεύει την αίτηση ότι έναυσμα για την καταχώριση αυτής (της αίτησης) αποτέλεσε η διακοπή των δύο προαναφερόμενων αγωγών (με επιφύλαξη δικαιώματος καταχώρισης νέων), δύο μέρες μετά την ενημέρωση προς τους δικηγόρους των εναγουσών (στις αγωγές) από τον παραλήπτη για τον διορισμό του (με βάση το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 23.4.15) και για την πρόθεση του να διορίσει δικηγόρο, στο πλαίσιο των εξουσιών του δυνάμει του διατάγματος, για να εκπροσωπήσει την εταιρεία στις εν λόγω αγωγές εντός των προσεχών τότε ημερών. Η αιτήτρια αποδίδει τη διακοπή των αγωγών στη ματαίωση της προσπάθειας των μετόχων πλειοψηφίας (καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3) να εκδοθεί απόφαση ερήμην στις εν λόγω αγωγές αλλά και στην προσπάθεια παρεμπόδισης της αιτήτριας να εξετάσει τις συναλλαγές που αποτελούν το αντικείμενο των αγωγών, για τις οποίες (συναλλαγές) η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι υπάρχουν υπερχρεώσεις από τις σχετικές εταιρείες εις βάρος της εταιρείας. ΙΙ. Αγορεύσεις Ο κ. Μιχαηλίδης εισηγήθηκε ότι στην ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο προέβη σε ευρήματα αποδεχόμενο τις θέσεις της αιτήτριας και απορρίπτοντας τους λόγους ένστασης. Επίσης αναφέρθηκε στην κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αιτήτρια κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη αν δεν εκδιδόντο τα αιτούμενα διατάγματα και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας έκλινε υπέρ της αιτήτριας. Ο κ. Μιχαηλίδης επισήμανε ότι η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας στην οποία η τελευταία παρουσιάζει εκ νέου τη μαρτυρία της προς υποστήριξη αυτής (της αίτησης). Στην εν λόγω ένορκη δήλωση η αιτήτρια υιοθετεί επίσης τις ένορκες της δηλώσεις οι οποίες υποστήριζαν την προγενέστερη αίτηση και παραπέμπει στην ενδιάμεση απόφαση και στα ευρήματα του Δικαστηρίου. Με αυτά τα δεδομένα, ήταν η εισήγηση του ότι η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στα ίδια γεγονότα και ότι η αιτήτρια ουσιαστικά ζητά από το Δικαστήριο απλώς να υιοθετήσει την ενδιάμεση απόφαση του. Το δε Δικαστήριο δεν αναμένεται να διαφοροποιηθεί από τις προγενέστερες διαπιστώσεις του. Ήταν η κατάληξη του ότι εύλογα δημιουργείται η εντύπωση στον μέσο εχέφρονα πολίτη περί ύπαρξης προκατάληψης του Δικαστηρίου, κάτι που οδηγεί στη μη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η αγόρευση του κ. Μούντη εστιάστηκε στους τρεις ακόλουθους άξονες: (
  2. i)Το αίτημα εξαίρεσης πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και δεν παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο αίτημα το οποίο εγείρεται προφορικώς. (
  3. ii)Το αίτημα για εξαίρεση, συνεκτιμούμενο με τα γεγονότα που ακολούθησαν την έκδοση της απόφασης ημ. 23.4.15 μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, καταδεικνύουν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και παρεμπόδιση του δικαστικού έργου. Ο κ. Μούντης επισήμανε ότι η διακοπή των αγωγών αποτελεί παραγνώριση του διατάγματος του Δικαστηρίου και εμποδίζει την πορεία της δικαιοσύνης. Ήταν η εισήγηση του ότι τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί να γίνει ανεκτή από το Δικαστήριο και κάλεσε αυτό όπως απορρίψει το αίτημα λόγω του ότι αυτό συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. (iii) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις στοιχειοθέτησης φαινομενικής προκατάληψης του Δικαστηρίου λόγω της έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης. Ήταν η θέση του κ. Μούντη ότι η ενδιάμεση απόφαση δεν είναι απόφαση επί της ουσίας, και δεν τίθεται θέμα προκατάληψης στις περιπτώσεις όπου το ίδιο Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει επί παρόμοιων ή ίδιων νομικών θεμάτων ή μεταξύ των ίδιων διαδίκων, όπως ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Η υπόθεση έχει ανατεθεί στον φυσικό της Δικαστή, και τυχόν εξαίρεση του συνεπάγεται το δικαίωμα επιλογής Δικαστηρίου από τον διάδικο, κάτι το οποίο είναι ανεπίτρεπτο. ΙΙΙ. Τρόπος έγερσης αιτήματος εξαίρεσης Όπως αναφέρεται ανωτέρω, ο κ. Μούντης εισηγήθηκε ότι από τη στιγμή που δεν υπάρχει πρόνοια στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας για την υποβολή τέτοιου αιτήματος προφορικώς, το αίτημα για εξαίρεση πρέπει να γίνεται γραπτώς. Ο κ. Μούντης παρέπεμψε σε σωρεία αποφάσεων επί του θέματος υποστηρίζοντας ότι μόνο σε μία εξ αυτών το αίτημα υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου προφορικώς και το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το κατά πόσον αυτός ήταν ο ορθός τρόπος υποβολής τέτοιου ζητήματος. Επομένως, ήταν η θέση του κ. Μούντη πως αυτή η απόφαση δεν αποτελεί καθοδήγηση περί του ότι αίτημα εξαίρεσης δύναται να υποβληθεί προφορικώς. Είναι γεγονός ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας δεν περιέχουν οποιαδήποτε πρόνοια που να ρυθμίζει το θέμα εξαίρεσης και ή τη διαδικασία υποβολής σχετικού αιτήματος. Επομένως το Δικαστήριο θεωρεί ότι τέτοιο αίτημα μπορεί να υποβληθεί και προφορικώς. Αυτή άλλωστε είναι και η πρακτική η οποία ακολουθείται διαχρονικά από τα Δικαστήρια, και μάλιστα σε όλων των φύσεων υποθέσεις, τόσο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του όσο και ενώπιον των πρωτόδικων Δικαστηρίων διαφόρων δικαιοδοσιών. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται από σωρεία υποθέσεων στις οποίες ηγέρθη ζήτημα εξαίρεσης Δικαστή. Με αναφορά αρχικά στις υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε ο κ. Μούντης, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι σε όλες, πλην μιας, το αίτημα για εξαίρεση τέθηκε προφορικώς. Αυτές είναι οι υποθέσεις Σοφοκλέους v. Tαβελούδη κ.ά.

(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 837, Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2)
(1990)3 Α.Α.Δ. 69, Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(1990)3 Α.Α.Δ. 54, Xiros v. Republic
(1984)3 C.L.R. 1476, Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304, Razis and Another v. Republic
(1983)3 C.L.R. 309, Economides and Another v. Police
(1983)2 C.L.R. 301, και Hadjicosta v. Anastassiades
(1983)1 C.L.R. 296. Μόνο στην υπόθεση Adidas Ltd v. Krashias Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 Α.Α.Δ. 873 το αίτημα για εξαίρεση υποβλήθηκε με γραπτή αίτηση. Παρόμοιο αίτημα υποβλήθηκε και πάλι προφορικώς στις υποθέσεις Ανδρέα Συμεού
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 974, Μαργαρίτα Πετρίδου v. Alpha Bank
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 929, Χατζηχρυσάνθου v. Κυπριακές Αερογραμμές
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 2025, Κωνσταντίνου v. Κωνσταντίνου
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 761, και Κυπριακό Διυλιστήριο Πετρελαίου Λτδ (Αρ. 3)
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1676. Σε καμία από τις εν λόγω υποθέσεις δεν ηγέρθη ζήτημα μη δυνατότητας υποβολής αιτήματος εξαίρεσης προφορικώς αλλά αντιθέτως τέτοιο προφορικό αίτημα εξετάστηκε δεόντως και αποφασίστηκε από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί ότι αίτημα εξαίρεσης δύναται να υποβληθεί είτε προφορικώς είτε γραπτώς. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι το ζήτημα του νομότυπου του τρόπου υποβολής του αιτήματος για εξαίρεση έπρεπε να είχε εγερθεί από τον δικηγόρο της αιτήτριας κατά το στάδιο στο οποίο το αίτημα υπεβλήθη από τον δικηγόρο των καθ΄ ων η αίτηση. Κάτι τέτοιο όχι μόνο δεν έχει συμβεί αλλά αντιθέτως ο κ. Μούντης περιορίστηκε τότε στο να ζητήσει χρόνο για να αγορεύσει επί του αιτήματος. Με αυτή τη συμπεριφορά και την εξυπακουόμενη συναίνεση του κ. Μούντη, θεωρώ ότι η πλευρά της αιτήτριας δεν δικαιούται να προβάλλει τέτοιον ισχυρισμό εκ των υστέρων στο στάδιο των αγορεύσεων επί της ουσίας του αιτήματος. ΙV. Κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν σύμφυτη εξουσία να ελέγχουν τις δικαστικές διαδικασίες τόσο για να αποφεύγεται η κατάχρηση αυτών όσο και για να διασφαλίζεται η υπακοή στο νόμο. Σχετική είναι η υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd.
(1983)1 C.L.R. 348. Η εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο για τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα. Μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Ο κ. Μούντης απέδωσε καταχρηστική συμπεριφορά στους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 λόγω της διακοπής των αγωγών στις οποίες αφορούσε το διάταγμα διορισμού παραλήπτη ημ. 23.4.
  1. Εισηγήθηκε ότι οι καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 επέδειξαν παντελή έλλειψη σεβασμού προς το δικαστικό διάταγμα και ουσιαστικά έχουν επηρεάσει την πορεία της δικαιοσύνης. Επίσης εισηγήθηκε την ύπαρξη αλλότριων κινήτρων εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 καθότι με τη συμπεριφορά τους εμποδίζουν την εφαρμογή του διατάγματος και την πρόσβαση του παραλήπτη στα στοιχεία που αφορούν στις συναλλαγές μεταξύ της εταιρείας και των σχετικών εταιρειών. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι τέτοιο θέμα δεν μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο από πλευράς της αιτήτριας. Τέθηκε μόνο ο ισχυρισμός του δικηγόρου αυτής, ο οποίος όμως (ισχυρισμός) δεν είναι ικανός αφ΄ εαυτού να οδηγήσει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με τα γεγονότα και κατ΄ επέκταση την όλη συμπεριφορά και τα κίνητρα των καθ΄ ων η αίτηση 2 και
  2. Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η άλλη πλευρά δεν έχει προβάλει τις δικές της θέσεις επί του ζητήματος της διακοπής των αγωγών. Επομένως, το Δικαστήριο αδυνατεί, στο πρόωρο αυτό στάδιο, να προβεί σε οποιαδήποτε συμπεράσματα είτε αναφορικά με το ίδιο το γεγονός της διακοπής των αγωγών, είτε αναφορικά με τους λόγους που πιθανόν να οδήγησαν σε αυτή (τη διακοπή). Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει οποιαδήποτε συμπεριφορά στους καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 και ειδικότερα ασεβή συμπεριφορά, σε βαθμό μάλιστα που να τους στερηθεί ακόμη και το δικαίωμα υποβολής του παρόντος αιτήματος εξαίρεσης. V. Εξαίρεση Δικαστηρίου Με βάση τις υποθέσεις στις οποίες γίνεται αναφορά ανωτέρω είναι πρόδηλο ότι το θέμα εξαίρεσης Δικαστή έχει απασχολήσει εκτεταμένα τη νομολογία και τα κριτήρια που διέπουν αυτό έχουν πλέον σαφώς καθοριστεί. Η απόφαση Ανδρέα Συμεού (ανωτέρω) περιέχει μία διαφωτιστική ανάλυση και σύνοψη των αρχών που αφορούν το θέμα εξαίρεσης Δικαστή με πλούσια παραπομπή σε σχετική προγενέστερη νομολογία, ως ακολούθως: «... Με βάση το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κάθε διάδικο ή κατηγορούμενο πρόσωπο, δικαιούται σε ανεπηρέαστη, δημόσια ακροαματική διαδικασία, εντός ευλόγου χρόνου ενώπιον ανεξάρτητου, αμερόληπτου και αρμόδιου δικαστηρίου. Η αμεροληψία και ανεξαρτησία του δικαστή, αποτελεί μια από τις βασικότερες αρχές, αν όχι τη βασικότερη αρχή δικαίου, με θεμελιακή σημασία στην απονομή της δικαιοσύνης. Συνδέεται με τη γνωστή αρχή δικαίου, ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει μόνο να απονέμεται, αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται (βλ. Αυτοκέφαλος Αγιωτάτη Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1)
(1990)3 Α.Α.Δ. 54). Ο δικαστής τεκμαίρεται ότι είναι αμερόληπτος μέχρι να αποδειχθεί το αντίθετο. Το τεκμήριο αμεροληψίας μπορεί να ανατραπεί όταν τεθεί θέμα αμεροληψίας, οπότε και εξετάζεται με βάση τόσο το υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή την προσωπική περίπτωση του κάθε δικαστή, όσο και με βάση το αντικειμενικό κριτήριο, δηλαδή κατά πόσον ο δικαστής έδωσε εγγυήσεις ικανοποιητικές για να αποκλείσουν οποιαδήποτε εύλογη αμφιβολία περί έλλειψης αμεροληψίας. Σύμφωνα με τη δικαστική πρακτική που διαμορφώθηκε και τις αρχές της νομολογίας, δικαστής που αισθάνεται ότι για οποιοδήποτε λόγο, προσωπικό ή άλλο, κωλύεται να συμμετάσχει στην εκδίκαση μιας υπόθεσης, εξαιρείται από τη σύνθεση του δικαστηρίου (βλ. Καίτη Σπανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά., Υπόθ. Αρ. 74/09, ημερ. 22.4.2010). Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν ζητηθεί η εξαίρεση του από διάδικο. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hauschildt v. Denmark, 24.5.1989, Series A, No. 154:- «Η ύπαρξη αμεροληψίας για τους σκοπούς του Άρθρου 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης πρέπει να αποφασίζεται σύμφωνα με ένα υποκειμενικό κριτήριο, δηλαδή στη βάση της προσωπικής πεποίθησης ενός συγκεκριμένου δικαστή σε δοθείσα υπόθεση, και επίσης, σύμφωνα με το αντικειμενικό κριτήριο, που είναι η διακρίβωση κατά πόσο ο δικαστής πρόσφερε εγγυήσεις αρκετές για να αποκλείουν μια νόμιμη αμφιβολία ως προς αυτό.» (βλ. επίσης Findlay v. UK [1997] 24 EHRR 221, 244, Castillo Algar v. Spain [1998] 30 EHHR 826 και το Σύγγραμμα του Α. Λοΐζου «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», Έκδοση 2001, σελ. 193). Το κριτήριο προκατάληψης για εξαίρεση ενός δικαστή, είναι κατά πόσο θα δημιουργηθεί η εντύπωση στο μυαλό του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα, ότι υπάρχει πράγματι πιθανότητα προκατάληψης από το δικαστή (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου, ανωτέρω). Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Εικασίες και καχυποψίες μόνο, δεν είναι αρκετές (βλ. Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 και Porter ν. Magill [2002] 2 AC 357). Αποτελεί επίσης σημαντική αρχή της νομολογίας ότι ο δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά (Αρ. 1)
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 706). Επίσης, στην υπόθεση Δέσπω Αποστολίδου ν. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 80, τονίστηκε ότι:- «Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται: "One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the judge who will try him." "Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει." Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου (απαρτιζόμενου από τον Αρχιδικαστή, τον Πρόεδρο του Εφετείου και τον Αντικαγκελάριο (V-C)), Locabail Ltd v. Bayfield Properties [2000] 1 All E.R. 65, τονίζεται ότι αποτελεί καθήκον του δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που του ανατίθενται, αποκλείοντας κάθε ενδεχόμενο ο διάδικος να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει. Στην ίδια υπόθεση το Αγγλικό Εφετείο πραγματεύεται τις αρχές που διέπουν τη διαπίστωση προκατάληψης. Εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος είναι, καθώς επισημαίνεται, το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη διαπίστωση προκατάληψης. (Piersack v. Belgium [1982] 5 EHRR 169, De Cubber v. Belgium [1984] 7 EHRR 236, Hauschildt v. Denmark [1989] 12 EHRR 266, Langborger v. Sweden [1989] 12 EHRR 416.) .......................... Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Ex p. Pinochet Ugarte (No. 2) [1999] 1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.» (Βλ. επίσης, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612). Όπου ο δικαστής αποφασίσει να συμμετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου, παρά το αίτημα για εξαίρεσή του, η απόφασή του υπόκειται σε παραμερισμό. Σε τέτοια περίπτωση, ανεξάρτητα από την υποκειμενική συμπεριφορά του δικαστή, τα γεγονότα της υπόθεσης θα πρέπει να διερευνηθούν κατά πόσο υποδεικνύουν προς προκατάληψη. Το κριτήριο είναι ανεξάρτητο, δηλαδή κατά πόσο στο νου του μέσου εχέφρονος πολίτη ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα, δημιουργείται φόβος ή δικαιολογημένη εντύπωση ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης (βλ. Castillo Algar v. Spain, ανωτέρω, Κωνσταντίνου v. Kωνσταντίνου, ανωτέρω, Tekinder Pal. v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 55 και Costas Makrides v. The Republic
(1984)3(A) C.L.R. 304).» Στην παρούσα το αίτημα για την εξαίρεση μου δεν στηρίζεται, όπως έγινε σε άλλες περιπτώσεις, σε υποκειμενικά στοιχεία που αφορούν την προσωπική περίπτωση. Αντιθέτως βασίζεται αποκλειστικά σε αντικειμενικούς λόγους, ήτοι στο γεγονός της έκδοσης της ενδιάμεσης απόφασης πλην όμως εξειδικεύεται στο ότι το ίδιο πρόσωπο το οποίο εξέδωσε την παλαιότερη απόφαση καλείται ως Δικαστής να εξετάσει και τη νεώτερη αίτηση. Εν πάση περιπτώσει όμως και στη βάση αυτή το κριτήριο είναι αντικειμενικό, ήτοι κατά πόσον διαπιστώνεται «η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα» (βλ. Πίτσιλλος v. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268). Το αιτητικό της αίτησης είναι στην ουσία του παρόμοιο με μέρος του αιτητικού της προγενέστερης αίτησης, όσον αφορά τον διορισμό προσωρινού παραλήπτη - διαχειριστή και τις εξουσίες του. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση, όπως περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της αιτήτριας, είναι τόσο αυτά τα οποία περιλαμβάνονται στις ένορκες της δηλώσεις που συνοδεύουν την προγενέστερη αίτηση, όσο και τα γεγονότα που ακολούθησαν την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης. Με αυτά τα δεδομένα, είναι ευλόγως αντιληπτό ότι η αιτήτρια προσκομίζει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το ιστορικό των γεγονότων που αφορούν και υποστηρίζουν την αίτηση. Αυτά όμως θα πρέπει να ιδωθούν και αξιολογηθούν στο σύνολο τους. Είναι γεγονός πως η εξέταση δεν μπορεί να περιοριστεί στα όσα ακολούθησαν την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης. Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο δεν θα είχε την πλήρη εικόνα των γεγονότων που οδήγησαν στην καταχώριση της αίτησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή καταχωρίστηκε μονομερώς, επομένως η αιτήτρια είχε και το βάρος της πλήρους και δίκαιης αποκάλυψης όλων των γεγονότων. Ως εκ τούτου, είναι πρόδηλο ότι στα πλαίσια της αίτησης, το Δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει επί ακριβώς της ίδιας μαρτυρίας όσον αφορά τα γεγονότα αλλά και επί νέων μεταγενέστερων γεγονότων, τα οποία για πρώτη φορά τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η αιτήτρια παραπέμπει στην ενδιάμεση απόφαση, με ειδική αναφορά στις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου για την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 και για την αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης αν δεν εκδίδονταν τα εν λόγω διατάγματα. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση του κ. Μιχαηλίδη ότι με αυτή την παραπομπή (στην ενδιάμεση απόφαση) η αιτήτρια καλεί το Δικαστήριο να υιοθετήσει την εν λόγω απόφαση. Μία ανάγνωση του συνόλου του περιεχόμενου της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας καταδεικνύει ότι αυτή (η αιτήτρια) δεν στηρίζεται στην εν λόγω απόφαση προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Αντιθέτως η αιτήτρια προχωρεί και παραθέτει γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν τις θέσεις της, επαναλαμβάνοντας μεν ισχυρισμούς που προέβαλε στα πλαίσια της προγενέστερης αίτησης, αλλά και προσθέτοντας νέους ισχυρισμούς για να υποστηρίξει τη θέση ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης της αίτησης και έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι η αναφορά από την αιτήτρια στην ενδιάμεση απόφαση δεν συνεπάγεται από μόνη της ότι το Δικαστήριο αυτομάτως θα προβεί στην ίδια κατάληξη. Αφενός η αίτηση στηρίζεται στα δικά της νέα γεγονότα και αφετέρου το Δικαστήριο θα κληθεί να αξιολογήσει το σύνολο της μαρτυρίας που τώρα τίθεται ενώπιον του, και από τις δύο πλευρές, για να καταλήξει στην όποια νέα απόφαση του. Αξίζει να σημειωθεί ότι η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, και το Δικαστήριο (προφανώς μη επηρεαζόμενο από την ενδιάμεση απόφαση του) δεν έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς και διέταξε την επίδοση της αίτησης. Σχετικό είναι το πρακτικό ημ. 11.5.15. Το γεγονός ότι το ίδιο Δικαστήριο έχει ήδη προβεί σε ενδιάμεση απόφαση επί μέρους των ίδιων γεγονότων δεν αποτελεί καλό ούτε και σοβαρό λόγο εξαίρεσης του από την εκδίκαση της αίτησης. Αυτή η κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα στην υπόθεση Makrides v. Republic (ανωτέρω). Εκεί ζητήθηκε από το ενδιαφερόμενο μέρος σε προσφυγή η εξαίρεση του Δικαστή, κ. Πική, για τον λόγο ότι ο ίδιος Δικαστής εκδίκασε προγενέστερη προσφυγή του ίδιου αιτητή στην οποία εξέδωσε απόφαση ακύρωσης του διορισμού του ενδιαφερόμενου μέρους στην ίδια θέση. Ο Δικαστής απέδωσε ιδιαίτερη σημασία στο καθήκον εκδίκασης των υποθέσεων που του ανατίθενται με βάση το πρόγραμμα εργασίας, ως ο φυσικός δικαστής, και έκρινε ότι δεν συνέτρεχε βάσιμος λόγος για να εξαιρεθεί. Το καθήκον του Δικαστή προσδιορίστηκε ως εξής: «As I perceive my duty, in the absence of valid reasons disqualifying me from sitting in the case, to excuse myself would be an abdication of duty. An abdication of duty with visible dangers to the administration of justice. One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the Judge who will try him. I could neither condone such a practice nor shut off from my mind the repercussions from any such decision. It is not permissible to be merely guided by sentiment. The decision must turn on a proper appreciation of my duty. In exercising this duty, I cannot overlook there is a right of appeal from a decision of the Court in revisional jurisdiction and, that an appeal is by way of rehearing. In sum, there is no justification for disqualifying or excusing myself from trying the case.» Στην υπόθεση Adidas Ltd v. Krashias Ltd (Αρ. 1) (ανωτέρω) ο δικηγόρος της εφεσίβλητης, κ. Μιχαηλίδης, ζήτησε την εξαίρεση Δικαστή (πάλι του κ. Πική) από τη σύνθεση του Εφετείου για τον λόγο ότι ο ίδιος Δικαστής συμμετείχε στην εκδίκαση υπόθεσης μεταξύ των εφεσειόντων και τρίτων, και στην οποία εκδόθηκε απόφαση που περιείχε ευρήματα σε σχέση με το σήμα (έμβλημα) των προϊόντων των εφεσειόντων. Ο Δικαστής υιοθέτησε το προαναφερόμενο απόσπασμα καθώς επίσης απόσπασμα από την υπόθεση Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 1) (ανωτέρω), το οποίο έχει ως εξής: «Η κατάληξη σε δικαστικές αποφάσεις, καθώς και η διατύπωση των δικαστικών θέσεων και απόψεων σ΄ αυτές, δεν δημιουργεί, όπως ορθά υποστηρίχθηκε, κώλυμα για τη συμμετοχή Δικαστή σε μεταγενέστερη διαδικασία στην οποία εγείρονται άμεσα ή έμμεσα παρόμοια θέματα προς εξέταση.» Καθοδηγούμενος από τις πιο πάνω αρχές, ο Δικαστής κατέληξε ότι δεν συνέτρεχε λόγος για την εξαίρεση του. Το ίδιο σκεπτικό διέπει και την υπόθεση Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου v. Βουλής των Αντιπροσώπων (Αρ. 2) (ανωτέρω), το οποίο (σκεπτικό) εκφράστηκε με πιο αναλυτικό και επεξηγηματικό τρόπο ως ακολούθως: «Είναι κατάδηλο ότι οτιδήποτε λέγει ο Δικαστής στην εκτέλεση του καθήκοντός του, είτε αφορά στην αιτία της απόφασης ή αποτελεί παρατηρήσεις εν παρόδω (obiter dicta) και άλλες απόψεις, είναι κείμενο δικαστικής υφής, που κατά τη νομολογία μας, δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού του από μελλοντική υπόθεση, έστω και αν αυτή παρουσιάζει παραπλήσιο ή ακόμη ταυτόσημο θέμα. Με άλλες λέξεις η εκπλήρωση του δικαστικού έργου με την έκδοση απόφασης, δε δημιουργεί ποτέ κώλυμα εκδίκασης μεταγενέστερων υποθέσεων από τον ίδιο δικαστή σε μονομελή σύνθεση ή συμμετοχής του σε δικαστήριο με ευρύτερη σύνθεση. Και αυτή είναι η εδραιωμένη άποψη της νομολογίας στην οποία αναφερθήκαμε και που ακολουθήσαμε πιστά στην προκείμενη περίπτωση.» Με γνώμονα αυτό το κριτήριο, στην υπόθεση Σοφοκλέους v. Ταβελούδη (ανωτέρω) δεν εξαιρέθηκε Δικαστής από τη σύνθεση του Εφετείου σε έφεση εναντίον ενδιάμεσης απόφασης λόγω συμμετοχής του σε προηγούμενη διαδικασία έφεσης, με διαφορετική σύνθεση, εναντίον μίας άλλης ενδιάμεσης απόφασης μέσα στα πλαίσια της ίδιας αγωγής. Ούτε στην Hadjicosta v. Anastassiades (ανωτέρω) εξαιρέθηκε Δικαστής για τον προβληθέντα λόγο ότι ήταν μέλος προηγούμενης σύνθεσης η οποία εκδίκασε και απέρριψε αγωγή του συζύγου της εφεσείουσας. Στην υπόθεση Economides and Another v. Police (ανωτέρω) δεν κρίθηκε δικαιολογημένη η εξαίρεση Δικαστή από την εκδίκαση αίτησης προσωποκράτησης για τον λόγο ότι ο ίδιος Δικαστής εκδίκασε δύο προηγούμενες τέτοιες αιτήσεις εναντίον του πρώτου εφεσείοντα. Στην υπόθεση Meterin v. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 120, δεν κρίθηκε βάσιμος λόγος για εξαίρεση της Προέδρου του Κακουργιοδικείου Πάφου σε υπόθεση βιασμού το γεγονός ότι είχε προηγουμένως ακούσει μαρτυρία σε ποινική υπόθεση όπου είχε απαλλάξει τους κατηγορούμενους αφού διαπίστωσε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, ακολουθείται πιστά η πρακτική όπως ο φυσικός Δικαστής της υπόθεσης επιλαμβάνεται κάθε διαδικασίας που εγείρεται στο πλαίσιο αυτής (της υπόθεσης). Κλασικό φαινόμενο αποτελούν οι υποθέσεις που τίθενται ενώπιον Δικαστών Επαρχιακών Δικαστηρίων, στις οποίες ο φυσικός Δικαστής εκδικάζει και αποφασίζει επί σωρείας αιτήσεων μεταξύ των ιδίων διαδίκων και για ίδια ή παρόμοιας φύσης θέματα. Παραδείγματα αποτελούν η έκδοση διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και η μεταγενέστερη έκδοση διατάγματος για παραμερισμό της επίδοσης και ή του κλητηρίου εντάλματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, η έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος μη αποξένωσης περιουσίας και η μεταγενέστερη ακύρωση αυτού, η έκδοση διατάγματος για τον διορισμό παραλήπτη και η μεταγενέστερη έκδοση διατάγματος για την παύση αυτού και οι αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις αιτήσεων τροποποίησης δεν είναι σπάνια η περίπτωση καταχώρισης διαδοχικών τέτοιων αιτήσεων για διάφορους λόγους και πολλές φορές το θέμα της καθυστέρησης εγείρεται σε όλες. Εάν ευσταθούσε η εισήγηση του κ. Μιχαηλίδη θα έπρεπε ίσως κάθε φορά η αίτηση να τίθεται ενώπιον διαφορετικού Δικαστή, πράγμα που βεβαίως δεν ενδείκνυται και δεν ακολουθείται, βάσει καθιερωμένης δικαστικής πρακτικής. Αναμφίβολα αυτό οφείλεται στις προαναφερθείσες νομολογιακές αρχές, ήτοι αφενός στο ότι η διατύπωση των δικαστικών θέσεων και απόψεων δεν δημιουργεί ποτέ κώλυμα στη συμμετοχή Δικαστή σε μεταγενέστερη διαδικασία και αφετέρου στο ότι αποτελεί ύψιστο καθήκον κάθε Δικαστή να επιλαμβάνεται των υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του εκτός αν υπάρχει σοβαρός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση και με γνώμονα τα δεδομένα αυτής, δεν θεωρώ ότι συντρέχει οποιοσδήποτε πραγματικός και ουσιαστικός λόγος που να δικαιολογεί την εξαίρεση μου από την εκδίκαση της αίτησης. Θεωρώ ότι η αίτηση βασίζεται και σε νέα γεγονότα για τα οποία το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει νέα απόφαση αφού ακούσει και εξετάσει τις θέσεις των δύο πλευρών. Επί αυτού, δεν υιοθετώ τη θέση του κ. Μιχαηλίδη ότι το Δικαστήριο αδυνατεί να διαφοροποιηθεί από την ενδιάμεση απόφαση του. Στο παράδειγμα που χρησιμοποίησε ο κ. Μιχαηλίδης, ήτοι το πρόσωπο του παραλήπτη, όπως ορθώς ανέφερε και ο ίδιος (ο κ. Μιχαηλίδης), στα πλαίσια της προγενέστερης αίτησης η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση δεν ασχολήθηκε καθόλου με αυτό το θέμα. Το Δικαστήριο, βασιζόμενο στη μαρτυρία της αιτήτριας, έκρινε τον προτεινόμενο από αυτήν κ. Αβραάμ ως κατάλληλο για διορισμό. Σε περίπτωση που στα πλαίσια της αίτησης η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση αμφισβητήσει τα προσόντα και ή την ικανότητα του κ. Αβραάμ, το Δικαστήριο θα αξιολογήσει την εν λόγω μαρτυρία και δεν έχει οποιαδήποτε δυσκολία ενδεχομένως να την αποδεχθεί και να προβεί σε διαφορετική κατάληξη από αυτή της ενδιάμεσης απόφασης του. Όπως έχει τονιστεί στις υποθέσεις Economides and Another v. Police και Xiros v. Republic (ανωτέρω) ο κάθε Δικαστής μέσω της εμπειρίας και της επαγγελματικής του τριβής αποφασίζει επί κάθε υπόθεσης με αποκλειστικό γνώμονα το καθήκον απονομής της δικαιοσύνης, με ανεξαρτησία και αμεροληψία και μόνο με βάση τη μαρτυρία ενώπιον του. Ούτε και το γεγονός ότι η ενδιάμεση απόφαση εκδόθηκε υπέρ της αιτήτριας καταδεικνύει προκατάληψη υπέρ αυτής με οποιονδήποτε τρόπο. Σε αυτό το σημείο το Δικαστήριο οφείλει να τονίσει ότι με την ενδιάμεση απόφαση του ενέκρινε μέρος του αιτητικού που αφορούσε στον διορισμό παραλήπτη, και στην υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια επανέρχεται με το αρχικό αιτητικό βασιζόμενη στην εξέλιξη των γεγονότων μετά την έκδοση της απόφασης. Αν το επιχείρημα περί προκατάληψης ίσχυε, τότε πιθανότατα θα έπρεπε η πλευρά της αιτήτριας να έθετε τέτοιο ζήτημα εξαίρεσης καθότι το αίτημα της την προηγούμενη φορά δεν είχε γίνει πλήρως αποδεκτό. Χρήσιμη καθοδήγηση επί τούτου προσφέρει η υπόθεση Μαρία Θ. Κκούφου
(1994)1 Α.Α.Δ. 776, στην οποία λέχθηκε ότι «Όταν ένα Δικαστήριο αποφασίζει επί κάποιου θέματος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η απόφαση του έχει ληφθεί με προκατάληψη, απλώς και μόνον επειδή το Δικαστήριο αποφάσισε υπέρ του ενός ή εναντίον του άλλου». VI. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν υφίστανται τέτοιες συνθήκες οι οποίες να δημιουργούν εύλογη υπόνοια στον μέσο εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει τα σχετικά γεγονότα, ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή δίκαιης δίκης για τους καθ΄ ων η αίτηση και ότι η φυσική Δικαστής της υπόθεσης είναι προκατειλημμένη εξαιτίας του γεγονότος της έκδοσης της προγενέστερης ενδιάμεσης απόφασης. Ως εκ τούτου το αίτημα για εξαίρεση δεν γίνεται δεκτό και απορρίπτεται. Η επιτυχούσα διάδικος (η αιτήτρια) δικαιούται τα έξοδα των δικασίμων που χρησιμοποιήθηκαν για την υποβολή του αιτήματος εξαίρεσης, τις αγορεύσεις και την έκδοση της παρούσας. Μόνο η δικάσιμος των αγορεύσεων αφορούσε αποκλειστικά το αίτημα εξαίρεσης, ενώ στις άλλες δύο το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης και έδωσε οδηγίες για την περαιτέρω πορεία αυτής, ανεξαρτήτως και παράλληλα με το αίτημα εξαίρεσης. Με αυτά τα δεδομένα, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως για το αίτημα εξαίρεσης επιδικαστούν έξοδα για δύο δικασίμους. Επομένως τα έξοδα δύο δικασίμων, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως Αίτησης, συν Φ.Π.Α. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.