← Κύπρος

Ανδρέα Πολυκάρπου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Αρ. Αγωγής: 6210/2014, 29/6/2015

Ανδρέα Πολυκάρπου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων, Αρ. Αγωγής: 6210/2014, 29/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A265 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6210/2014 Μεταξύ: Ανδρέα Πολυκάρπου Ενάγοντα και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων Εναγομένου --------------------- Αίτηση ημερ. 4.12.2014 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2015 Για τον ενάγοντα - αιτητή : κ. Λ. Λουκαΐδης Για τον εναγόμενο - καθ΄ ου η αίτηση : κ. Α. Χριστοφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρίστηκε με κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ. 1), ο ενάγων αξιώνει δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ως εξής: «ότι είναι άκυρη η απαίτηση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων να ζητούν από τον ενάγοντα το ποσό των €8.500 και να αποκόπτουν χωρίς την συγκατάθεση του από την σύνταξη του η οποία είναι €465 μηνιαίως €150 με τον ισχυρισμό ότι υπήρξε ποινική απόφαση εναντίον του το 1997 ενώ ουδέν γνωρίζει ο ίδιος περί τούτου και ουδεμία νόμιμη διαδικασία υπήρξε που να υποστηρίζει το αίτημα των Κοινωνικών Ασφαλίσεων άρα το ποσό που ζητούν είναι προϊόν νομικά ανύπαρκτης διαδικασίας και βάσης». Αξιώνει επιπλέον «διάταγμα τερματισμού των πιο πάνω αποκοπών από την σύνταξη του ενάγοντα και της εν λόγω απαίτησης». Με την καταχώριση της αγωγής στις 27.10.14 καταχωρίστηκε και αίτηση δια κλήσεως για αναστολή των αποκοπών, η οποία όμως αποσύρθηκε ένα μήνα αργότερα άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρισης νέας. Στις 4.12.2014 καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση δια κλήσεως, παρόμοια με αυτήν που αποσύρθηκε, με την οποία ο ενάγων - αιτητής εξαιτείται διάταγμα που να διατάσσει την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων να αναστείλει περαιτέρω αφαιρέσεις μηνιαίων ποσών εκ €150 από τη σύνταξη του ενάγοντα και οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη, εκτέλεση ή προώθηση της δικαστικής απόφασης στην ποινική υπόθεση με αρ. 8727/97, μέχρι την οριστική εκδίκαση της παρούσας αγωγής «για παραμερισμό της ίδιας απόφασης». Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στη διαταγή 48 Θ.1-4 και 9 των Θεσμών, στις «αντίστοιχες αρχές του αγγλικού κοινοδικαίου για παρόμοια πρόνοια 14 (Ε.27,15)», στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει ότι είναι συνταξιούχος από τις 27.7.2013 και λαμβάνει σύνταξη €465 μηνιαίως. Συντηρεί την οικογένειά του η οποία αποτελείται από τον ίδιο και τη σύζυγό του. Προσθέτει ότι οι Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων απαιτούν από τον ίδιο €8.500 ως οφειλόμενα καθυστερημένα ποσά εισφορών, ισχυριζόμενοι ότι πρόκειται για προϊόν επιδικασθέντος ποσού στην ποινική υπόθεση 8727/1997 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Ισχυρίζεται ότι υπήρξε μεν ένα κατηγορητήριο με τον εν λόγω αριθμό για καθυστερημένες εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων το 1997, αλλά δεν του δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιαστεί και να απαντήσει στο κατηγορητήριο, την ορθότητα του οποίου αμφισβητούσε. Ειδικότερα, προβάλλει ότι υπήρξε μια εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά η υπόθεση αναβλήθηκε χωρίς νέα ημερομηνία για να παρουσιαστεί. Προσθέτει ότι ουδέποτε πληροφορήθηκε για οποιαδήποτε απόφαση στην ποινική υπόθεση, ενώ στις 3.3.2014 συνελήφθη και οδηγήθηκε στις Κεντρικές Φυλακές για 12 μέρες για καταδίκη η οποία ουδέποτε του γνωστοποιήθηκε. Θεωρεί ότι δεν υπήρξε ποτέ νομική διαδικασία που να οδηγεί σε καταδίκη του για το ποσό των €8.500, καθότι δεν ακολουθήθηκε η νόμιμη πορεία της ποινικής υπόθεσης που να του δίνει την ευκαιρία να απαντήσει σε οποιαδήποτε κατηγορία. Ως εκ τούτου, θεωρεί την απαίτηση των Κοινωνικών Ασφαλίσεων νομικά ανύπαρκτη και αυθαίρετη και άρα άκυρη. Αναφέρει επιπλέον ότι το γεγονός ότι οι Κοινωνικές Ασφαλίσεις επιδίωξαν να του επιβάλουν την πληρωμή του ποσού 17 χρόνια μετά την υποτιθέμενη δικαστική απόφαση επιβεβαιώνει ότι η όλη υπόθεση είναι αβάσιμη. Θεωρεί ότι υπήρξε θύμα αυθαιρεσίας και παρανομίας και ότι το μόνο μέσο θεραπείας που έχει είναι η παρούσα αγωγή και το διάταγμα που επιζητεί με την παρούσα αίτηση, έτσι ώστε να αποφύγει την επιβολή πληρωμής ποσού που δεν οφείλει και που μειώνει το εισόδημά του σε βαθμό ανυπόφορο. Προκαλεί τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις να του παρουσιάσουν την όποια υπαρκτή νομική διαδικασία που δικαιολογεί την απαίτησή τους και δηλώνει την πεποίθησή του ότι η επιμονή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων να εισπράξουν ποσό που δεν χρωστά, οφείλεται στην οικονομική δυσπραγία της κυβέρνησης, η οποία προσπαθεί με διάφορα προσχήματα να αυξήσει τα εισοδήματά της. Μετά την επίδοση της αίτησης, ο εναγόμενος καταχώρισε ένσταση, με την οποία επικαλείται τους εξής λόγους: (α) Η αποκοπή €150 μηνιαίως από τη σύνταξη του ενάγοντα αποτελεί συμφωνημένη δόση μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου για αποπληρωμή οφειλής προς τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις όπως έχει αποφασιστεί από Δικαστήριο με απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη. (β) Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και υπονόμευση και αποδυνάμωση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. (γ) Η αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση. (δ) Η αίτηση έχει γίνει κακόπιστα και/ή με αυτήν ο ενάγων προσπαθεί, μετά την παρέλευση 15 και πλέον ετών από την έκδοση δικαστικής απόφασης που έχει καταστεί τελεσίδικη, να αμφισβητήσει την ορθότητά της, ζητώντας από το Δικαστήριο να ενεργήσει ως Εφετείο. (ε) Με την αίτησή του ο ενάγων ζητά από το Δικαστήριο να επέμβει και να ακυρώσει συμβατικές του υποχρεώσεις και κατά συνέπεια ο αιτητής εμποδίζεται λόγω συμπεριφοράς να προωθήσει την παρούσα αίτηση. (στ) Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τη νομιμότητα των πράξεων του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή οποιουδήποτε αντιπροσώπου του που επηρεάζουν την παρούσα υπόθεση καθότι τέτοιες πράξεις δεν εμπίπτουν στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου αλλά στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. (η) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. (θ) Η αίτηση πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Δήμητρας Ιωάννου, ασφαλιστικού λειτουργού στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, η οποία αναφέρει ότι είχε καταχωριστεί η ποινική υπόθεση 8727/97 του Ε.Δ. Λευκωσίας εναντίον του ενάγοντα ως κατηγορούμενου για παράλειψη οφειλόμενων εισφορών για τους εργοδοτούμενούς του για την περίοδο 6.5.1996 μέχρι 1.12.1996 (Τεκμήριο 1 εκτύπωση κατάστασης από το μηχανογραφημένο σύστημα Κοινωνικών Ασφαλίσεων). Η υπόθεση εκδικάστηκε στις 9.7.1997 και εναντίον του ενάγοντα εκδόθηκε διάταγμα καταβολής των οφειλόμενων εισφορών και πρόσθετων τελών συνολικού ύψους €7.723,45. Καταδικάστηκε, επιπρόσθετα, σε χρηματική ποινή ύψους €709,06. Λόγω μη συμμόρφωσης του ενάγοντα στην εν λόγω απόφαση του Ε.Δ. Λευκωσίας, εκδόθηκε ένταλμα πληρωμής με αριθμό 22695/97 για το συνολικό ποσό των €8.432,52. Στις 19.6.1998 ο ενάγων καταχώρισε στο Ε.Δ. Λευκωσίας αίτηση αναστολής των ενταλμάτων που εκκρεμούσαν εναντίον του για επιδικασθείσες εισφορές Κοινωνικών Ασφαλίσεων, για τρεις ποινικές υποθέσεις, μεταξύ των οποίων και η επίδικη υπόθεση 8727/97, αιτούμενος ταυτόχρονα την έκδοση διατάγματος αποπληρωμής των οφειλόμενων ποσών με μηνιαίες δόσεις (Τεκμήριο 2 η αίτηση του ενάγοντα ημερ. 19.6.1998). Η εν λόγω αίτηση εγκρίθηκε, πλην όμως ο αιτητής δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Ακολούθως, ο ενάγων δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Αστυνομίας για εξόφληση του εντάλματος πληρωμής με συνέπεια να συλληφθεί το 2014. Κατά τον χρόνο που βρισκόταν στις φυλακές, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν όφειλε τις επιδικασθείσες εισφορές σε σχέση με την πιο πάνω ποινική υπόθεση. Η ενόρκως δηλούσα προσθέτει ότι ο εναγόμενος εξήγησε κατ' επανάληψη στον ενάγοντα ότι ορθά είχε καταδικαστεί και τελικά ο ενάγων αποφάσισε όπως εξουσιοδοτήσει τον Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων να του αποκόπτει το ποσό των €150 μηνιαίως από τη σύνταξη γήρατός του, αρχής γενομένης από τον Απρίλιο του 2014, με σκοπό την εξόφληση των επιδικασθέντων ποσών (Τεκμήριο 3 εξουσιοδότηση υπογραμμένη από τον ενάγοντα ημερ. 17.3.2014). Μέχρι σήμερα έχει αποκοπεί από τη σύνταξή του το συνολικό ποσό των €1.500 με βάση την εν λόγω εξουσιοδότηση. Η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνεται ότι αρχικά είχε ζητηθεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εκατέρωθεν, ιδιαίτερα σε σχέση με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην ποινική υπόθεση 8797/97. Στη συνέχεια, όμως, ο κ. Χριστοφόρου δήλωσε ότι από έρευνα που είχε γίνει στο ποινικό Πρωτοκολλητείο διαπιστώθηκε ότι ο φάκελος της υπόθεσης είχε καταστραφεί με βάση σχετική εγκύκλιο, και οι συνήγοροι δήλωσαν ότι θα περιορίζονταν σε αγορεύσεις. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Ο κ. Λουκαΐδης επεσήμανε ότι με την αγωγή επιχειρείται η ακύρωση της απόφασης ενώ με την παρούσα αίτηση επιχειρείται μόνο η προσωρινή αναστολή των αποκοπών προς εκτέλεσή της. Υποστήριξε ότι ο ενάγων υπήρξε θύμα έκδηλης κακοδικίας εφόσον εκδόθηκε απόφαση στην ποινική διαδικασία χωρίς να ειδοποιηθεί ο ενάγων (εκεί κατηγορούμενος) για την επόμενη ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης. Εισηγήθηκε δε, με αναφορά σε σχετική Αγγλική νομολογία όπως την υπόθεση Macfoy v. United Africa Co Ltd [1961] 3 All E.R., ότι εφόσον η απόφαση προκύπτει από έκδηλο ελάττωμα στη διαδικασία, είναι άκυρη (null and void) χωρίς καν να υπάρχει ανάγκη διαταγής Δικαστηρίου για τον παραμερισμό της. Αναφέρθηκε στο άρθρο 89

(1)της Ποινικής Δικονομίας και στο γεγονός ότι ναι μεν επιδόθηκε το κατηγορητήριο στον ενάγοντα, ο οποίος παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο την πρώτη φορά, πλην όμως δεν του γνωστοποιήθηκε η επόμενη ημερομηνία και η απόφαση. Συνεπώς, όταν ενημερώθηκε από την Αστυνομία μετά από 17 χρόνια, δεν ήταν σε θέση να αμφισβητήσει οτιδήποτε λόγω του χρόνου που είχε παρέλθει. Εν τούτοις, τόνισε ότι «a nullity cannot be waived». Τέλος, εισηγήθηκε ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και τόνισε, σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, ότι ο ενάγων είναι σε κατάσταση οικονομικής ενδείας και ότι υπάρχει κίνδυνος να οδηγηθεί εκ νέου στη φυλακή. Ο κ. Χριστοφόρου με τη γραπτή αγόρευσή του επεσήμανε ότι είναι ανεπίτρεπτο να ζητείται από το Επαρχιακό Δικαστήριο να λειτουργήσει ως Εφετείο μετά από 15 και πλέον χρόνια από την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης καθότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα έχει ως επακόλουθο την ανατροπή της απόφασης στην ποινική υπόθεση 8727/
  1. Σημείωσε επιπλέον ότι ο ενάγων έδωσε τη συγκατάθεσή του για την επίδικη αποκοπή, ενώ τώρα ζητά από το Δικαστήριο να επέμβει για να διαρρήξει μια νομότυπα καταρτισμένη συμφωνία. Όσον αφορά την ποινική διαδικασία του 1997, τόνισε ότι η αίτηση του ενάγοντα ημερ. 19.6.1998 για μηνιαίες δόσεις ανατρέπει τους σημερινούς ισχυρισμούς του περί άγνοιας της εν λόγω διαδικασίας. Εισηγείται περαιτέρω ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας καθότι οι επίδικες πράξεις υπόκεινται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου. Επεσήμανε δε ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αίτησης, θα ενεργοποιηθεί το φυλακιστήριο το οποίο αναστάληκε μετά τη συμφωνία του ενάγοντα να πληρώνει δόσεις με αποκοπή από τη σύνταξη, και αυτός θα οδηγηθεί στις φυλακές. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του άρθρου 32, ο ευπαίδευτος συνήγορος εισηγήθηκε ότι ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι ικανοποιούνται σωρευτικά και ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της διατήρησης του status quo. Τέλος, τονίζει ότι η έκδοση απόφασης στην ποινική υπόθεση είναι γεγονός και το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραμερίσει την εν λόγω απόφαση είτε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης είτε στα πλαίσια της παρούσας πολιτικής αγωγής. Η αίτηση βασίζεται κυρίως στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Το άρθρο 32 αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εδάφιο
(1)του εν λόγω άρθρου καθορίζει τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το αιτούμενο παρεμπίπτον διάταγμα, εφόσον βέβαια το κρίνει δίκαιο και πρόσφορο. Οι προϋποθέσεις είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία. (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Περαιτέρω, το Δικαστήριο πρέπει να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Κατά την εξέταση του κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το διάταγμα, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κριτήριο του ισοζυγίου ευχέρειας (balance of convenience) των διαδίκων. Το Δικαστήριο θα πρέπει να προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σε αυτό το αρχικό στάδιο (βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 366 «Balance of convenience considered»). Η ερμηνεία του άρθρου 32 αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Τransport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Οdysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, Tσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Η πρώτη προϋπόθεση - η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη - ικανοποιείται όταν με βάση τα δικόγραφα αποκαλύπτεται μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case). H δεύτερη προϋπόθεση - η ύπαρξη πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία - ικανοποιείται όταν με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα ή ενδεχόμενο επιτυχίας του στην αγωγή. Είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι αναγκαίο για την απόδειξη της αγωγής (βλ. υπόθεση Οdysseos, ανωτέρω, και Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέλου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 2075). Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και τη μαρτυρία που προκύπτει από τυχόν αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη νομικής βάσης αγωγής, εφόσον κάτι τέτοιο αποκαλύπτεται από το δικόγραφο. Η δεύτερη προϋπόθεση προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης . Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση - ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή - εξετάζεται το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Συνήθως, εάν κατά την τελική απόφαση επί της ουσίας της αγωγής η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Είναι όμως σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας, εκτός εκεί όπου τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο, καθότι διαφορετικά θα επηρεαζόταν δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο θα έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd ν. Αdidas, ανωτέρω, στις σελ. 267 - 8 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή πρέπει να παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία και το Δικαστήριο αποφεύγει να υπεισέλθει στην ουσία σε αυτό το στάδιο (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D.
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225, Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802). Στρέφομαι στο σημείο αυτό να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Εξετάζοντας τόσο την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση, όσο και τη δεύτερη προϋπόθεση σχετικά με την κατάδειξη ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, σημειώνω ότι από ανάγνωση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, καθώς και της ενώπιόν μου μαρτυρίας στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, προκύπτει ότι η απαίτηση βασίζεται στον βασικό ισχυρισμό ότι η απόφαση στην ποινική υπόθεση του 1997 είναι άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio) λόγω θεμελιώδους ελαττώματος στη διαδικασία, και κατά συνέπεια θα πρέπει να ακυρωθεί τόσο η απαίτηση των Κ.Α. για είσπραξη του ποσού των €8.500 βάσει άκυρης απόφασης του ποινικού Δικαστηρίου, όσο και η αποκοπή μηνιαίας δόσης από τη σύνταξή του «χωρίς τη συγκατάθεσή του». Η βασιμότητα της απαίτησης στηρίχθηκε, κατά την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα, σε διάφορες Αγγλικές αποφάσεις όπου επισημάνθηκε ότι δεν υπάρχει υποχρέωση υπακοής σε μια άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio) διαταγή (Crane v. Director of Public Prosecutions [1921] 2 AC 299, ότι ένα θεμελιώδες ελάττωμα στη διαδικασία (fundamental defect in proceedings), όπως είναι η μη επίδοση κλητηρίου, καθιστά όλη τη διαδικασία άκυρη (a nullity - Firman v. Ellis [1978] WLR 1, Craig v. Kanssen [1943] 1 KB 256) και ότι ουδείς μπορεί να αποποιηθεί μια ακυρότητα (a nullity cannot be waived - In re Pritchard (deceased) [1963] 1 Ch 502). Εν τούτοις, από τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το πρώιμο στάδιο, δεν διαφαίνεται σε αυτό το στάδιο η όποια έκδηλη ελαττωματικότητα, κακοδικία και παρανομία όσον αφορά την απόφαση στην οποία βασίζεται η απαίτηση των Κ.Α. και η αποκοπή, ως η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του ενάγοντα κατά την αγόρευσή του στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Η πλευρά του ενάγοντα δέχεται ότι του επιδόθηκε δεόντως το κατηγορητήριο και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσής του ότι «ουδέποτε μου δόθηκε η ευκαιρία να παρουσιαστώ και να απαντήσω στο κατηγορητήριο την ορθότητα του οποίου αμφισβητούσα». Σχετικά δε με την αναφορά του ότι η υπόθεση αναβλήθηκε «χωρίς να συνοδευτεί με διαδικασία παρουσίασης μου στο δικαστήριο σε προσεχή ημερομηνία ή ποτέ», ότι ουδέποτε μέχρι το 2014 πληροφορήθηκε για την απόφαση αλλά και τη συναφή δικογραφημένη θέση ότι «ουδέν γνωρίζει» περί της ποινικής απόφασης, σημειώνω ότι, όπως προκύπτει από τα ενώπιόν μου στοιχεία, ο ίδιος ο ενάγων καταχώρισε αίτηση, με δικηγόρο, στο εν λόγω ποινικό Δικαστήριο στις 19.6.1998 με την οποία εξαιτείτο την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεση ενταλμάτων που εκδόθηκαν στα πλαίσια της συγκεκριμένης ποινικής υπόθεσης με αρ. 8727/97 μεταξύ άλλων (Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Περαιτέρω, σχετικά με τη θέση στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα περί αποκοπής χωρίς τη συγκατάθεση του ενάγοντα, προκύπτει ότι στις 17.3.2014 ο ίδιος ο ενάγων εξουσιοδότησε γραπτώς τον Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων να προβαίνει στην επίδικη αποκοπή, προς εξόφληση της ποινικής υπόθεσης 8727/1997 (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Αυτά τα στοιχεία δεν έχουν αμφισβητηθεί από την πλευρά του ενάγοντα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Το άρθρο 89
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, στο οποίο αναφέρθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, προνοεί ότι, αν σε συνοπτική δίκη κατηγορούμενος ο οποίος δεν έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση να παραστεί αυτοπροσώπως παραλείπει να εμφανιστεί στον ορισμένο χρόνο για εμφάνιση, κατόπιν απόδειξης επίδοσης σε αυτόν κλητηρίου εντάλματος, το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην ακρόαση της υπόθεσης και να αποφασίσει στην απουσία του ή, αν θεωρεί σκόπιμο, να αναβάλει την υπόθεση και να εκδώσει ένταλμα για τη σύλληψή του. Στην προκειμένη περίπτωση, επαναλαμβάνω ότι ο ενάγων δέχεται ότι του επιδόθηκε το κατηγορητήριο, εφόσον παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μία φορά. Αυτό, άλλωστε, δηλώθηκε και από τον ευπαίδευτο συνήγορό του κατά την αγόρευσή του. Το μόνο που προβάλλεται, προς στήριξη της θέσης ότι η απόφαση επί της οποίας βασίζεται η απαίτηση των Κ.Α. και η αποκοπή είναι άκυρη εξ υπαρχής (void ab initio) και κατά συνέπεια η απαίτηση και η αποκοπή θα πρέπει να «ακυρωθούν» ή να «τερματιστούν» (ως καταγράφεται επί του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος), είναι ένας γενικός ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα ότι η υπόθεση αναβλήθηκε χωρίς να συνοδευθεί με επόμενη ημερομηνία ορισμού και χωρίς να λάβει γνώση ο ενάγων για την απόφαση που εκδόθηκε στην απουσία του. Επαναλαμβάνω, όμως, ότι στη συνέχεια ο ίδιος ο ενάγων στις 19.6.1998 υπέβαλε αίτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η οποία και εγκρίθηκε, για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εφόσον καταβάλλει μηνιαίες δόσεις προς εξόφληση του ποσού της απόφασης. Δεν αμφισβήτησε, δηλαδή, τη νομιμότητα ή την ορθότητα της απόφασης, ούτε και προέβαλε οποιαδήποτε ελαττωματικότητα στη διαδικασία ή ότι δεν είχε ενημερωθεί για την ημερομηνία ορισμού. Σημειώνω δε ότι ο αιτητής υπέβαλε την εν λόγω αίτηση ημερ. 19.6.2008 με δικηγόρο, γεγονός που αντικρούει την τοποθέτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση ότι ουδέποτε πληροφορήθηκε για την απόφαση και την καταδίκη μέχρι τις 3.3.2014 που συνελήφθη από την Αστυνομία. Αντίθετα, διαφάνηκε από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου στα πλαίσια της παρούσας και δεν έχουν αμφισβητηθεί, ότι ο ενάγων όχι μόνο γνώριζε για την ποινική απόφαση και δεν την αμφισβήτησε, αλλά είχε ζητήσει, από το Δικαστήριο το οποίο είχε εκδώσει την απόφαση, διάταγμα αναστολής εκτέλεσής της ενόσω θα κατέβαλλε συγκεκριμένο ποσό μηνιαίως προς εξόφλησή της. Το δε ποινικό Δικαστήριο ενέκρινε την αίτησή του, πλην όμως ο αιτητής παρέλειψε να συμμορφωθεί με το διάταγμα που ο ίδιος είχε αιτηθεί και εξασφαλίσει. Πέραν των πιο πάνω, όμως, και πιο σημαντικά, από τη στιγμή που η ουσιαστική επιδίωξη του ενάγοντα, όπως διευκρινίστηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό του, είναι δήλωση του παρόντος Δικαστηρίου ότι η απόφαση στην ποινική υπόθεση επί της οποίας βασίζεται η αποκοπή από τη σύνταξη είναι άκυρη, σημειώνω ότι εν πάση περιπτώσει είναι ιδιαίτερα αμφίβολο κατά πόσο η διαδικασία της αγωγής είναι η ενδεδειγμένη προς τον εν λόγω σκοπό. Σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα κατά την αγόρευσή του, το άτομο το οποίο επηρεάζεται από μια άκυρη απόφαση έχει το δικαίωμα παραμερισμού της ex debito justitiae. Η δε διαδικασία για τον παραμερισμό είναι με αίτηση στο Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την άκυρη απόφαση, το οποίο προβαίνει στον παραμερισμό βάσει της σύμφυτης εξουσίας του για παραμερισμό δικής του άκυρης διαταγής, ή με έφεση. Αν και δεν είναι απαραίτητη η καταχώριση έφεσης για τον παραμερισμό άκυρης διαταγής, «if permission to appeal is requested, even if out of time, the court should grant permission because time does not run because the order is void and the person affected by it has the right to have it said aside (Lord Greene στην Craig v. Kanssen, πιο πάνω). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων έχει αποταθεί στο (πρωτόδικο) πολιτικό Δικαστήριο και όχι στο ποινικό Δικαστήριο το οποίο είχε εκδώσει την απόφαση την οποία ο ενάγων θεωρεί άκυρη, ούτε και στο εφετείο. Επίσης, στο βαθμό που η αξίωση του ενάγοντα για τερματισμό των αποκοπών βασίζεται στη θέση ότι η απόφαση του Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων για την αποκοπή από τη σύνταξη ήταν παράνομη και άκυρη, τότε θα πρέπει να τονιστεί ότι, βάσει του Συντάγματος, η αρμοδιότητα για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία ανήκει αποκλειστικά στο Ανώτατο Δικαστήριο, όπως ορίζει το άρθρο 146. Συνεπώς, δεν παρέχεται παράλληλη αρμοδιότητα για την αναθεώρηση απόφασης της διοίκησης σε οποιοδήποτε άλλο Δικαστήριο (βλ. Αγρόκτημα Λανίτης Λτδ και 4 άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(1991)3 Α.Α.Δ. 493). Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, από την εξέταση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (δεν έχει καταχωριστεί μέχρι στιγμής έκθεση απαίτησης) και της ενώπιόν μου μαρτυρίας, εκ πρώτης όψεως και χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε ευρήματα ή αξιολόγηση μαρτυρίας, κρίνω ότι ο ενάγων δεν έχει αποκαλύψει στο δικόγραφό του σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ή συζητήσιμη υπόθεση, ούτε και ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Επαναλαμβάνω και τονίζω, βεβαίως, ότι η κατάληξη αυτή είναι για σκοπούς της παρούσας αίτησης και μόνο και βάσει καθαρά αντικειμενικής θεώρησης των στοιχείων που βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου σε αυτό το πρώιμο στάδιο, χωρίς να προβαίνω σε οποιαδήποτε αξιολόγηση μαρτυρίας ή τελικά συμπεράσματα ή ευρήματα επί γεγονότων και νομικών ζητημάτων. Για σκοπούς πληρότητας προχωρώ στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 και κατά πόσο ο ενάγων κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται συνήθως όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία, αλλά και στην περίπτωση όπου υφίσταται κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως να ληφθεί εναντίον του. Δεν πρέπει όμως να παραγνωριστεί το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο (βλ. Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία, εφόσον ο επηρεασμός κάποιων δικαιωμάτων ή άλλων παραγόντων είναι δύσκολο να αποτιμηθεί σε χρήμα ή να εξακριβωθεί με βεβαιότητα (βλ. Μ. & Ch. Mitsingas Tr. Ltd κ.α. ν. The Timberland Co.
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, 1799). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων - αιτητής ισχυρίζεται ότι με την αποκοπή των €150 τον μήνα από τη σύνταξή του, το εισόδημά του μειώνεται σε βαθμό ανυπόφορο και ότι δεν οφείλει το ποσό των €8.500 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Πέραν του ότι παραμένει άγνωστο το κατά πόσο η σύνταξη αυτή είναι το μοναδικό του εισόδημα, επαναλαμβάνω ότι ο ίδιος ο ενάγων είχε αποταθεί το 1998 στο ποινικό Δικαστήριο ζητώντας να καταβάλει την εν λόγω οφειλή με μηνιαίες δόσεις, ενώ στις 17.3.2014 είχε εξουσιοδοτήσει γραπτώς τον Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων να του αποκόπτει το ποσό των €150 από τη σύνταξη γήρατός του από τον Απρίλιο του 2014 μέχρι εξόφλησης «των επιδικασμένων οφειλών μου, που ανέρχονται σε €8.432,53 και αφορούν τις πιο κάτω ποινικές υποθέσεις: 8727/1997» (Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση). Ο ενάγων δεν έχει αμφισβητήσει την υπογραφή της εξουσιοδότησης αυτής. Ούτε και έχει επεξηγήσει ακριβώς τι έχει αλλάξει από τον χρόνο που επέλεξε να υπογράψει την εξουσιοδότηση μέχρι τον χρόνο υποβολής της παρούσας αίτησης, έτσι ώστε να καθίσταται τώρα οικονομικά ανυπόφορη η αποκοπή, ενώ κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 3 ήταν σε θέση να του αποκόπτεται το συγκεκριμένο ποσό. Όσον αφορά το επιχείρημα που προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα κατά την αγόρευσή του ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά υπό την έννοια ότι υπάρχει κίνδυνος να φυλακιστεί εκ νέου, σημειώνω ότι είναι ακριβώς το αντίθετο που ισχύει. Είναι μόνο στην περίπτωση που ο ενάγων θα σταματήσει να καταβάλλει οποιαδήποτε δόση που θα ελλοχεύει ο κίνδυνος να ενεργοποιηθεί το ένταλμα είσπραξης €8.432,53 που αναστάληκε με την υπογραφή της εξουσιοδότησης για την αποκοπή μηνιαίων δόσεων από τη σύνταξη, και ανάλογο φυλακιστήριο. Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι ούτε και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 πληρούται εφόσον δεν έχει καταδειχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό από τον ενάγοντα - αιτητή η ύπαρξη σοβαρού κινδύνου πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, το Δικαστήριο οφείλει να προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σε αυτό το αρχικό στάδιο (βλ. σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 21, σελ. 366 «Balance of convenience considered»). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι θα ήταν δίκαιο και εύλογο υπό τις πιο πάνω αναφερόμενες περιστάσεις να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, για την αναστολή αποκοπής την οποία ο ίδιος ο ενάγων είχε εξουσιοδοτήσει γραπτώς λίγους μήνες πριν την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Καταληκτικά των πιο πάνω και ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του εναγομένου - καθ΄ ου η αίτηση και σε βάρος του ενάγοντα - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.