ΚαλλιόπηΤουμπουρή, Ειδ. Πτώχευσης: 149/2014, 29/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A266 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Ειδ. Πτώχευσης: 149/2014 Πρωτοκολλητείο Λευκωσίας Εν πτωχεύσει: ΚαλλιόπηΤουμπουρή, εκ Λευκωσίας Αίτηση ημ. 23 Δεκεμβρίου 2014 για Παραμερισμό Ειδοποίησης Πτώχευσης Ημερομηνία: 29 Ιουνίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια - Οφειλέτιδα: κ. Πασχαλίδης για Κλεόπας & Κλεόπας Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Πιστωτές: κ. Κουρσάρης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 6.11.14 εκδόθηκε Ειδοποίηση Πτώχευσης (εφεξής «η Ειδοποίηση») εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ ως εξ αποφάσεως Πιστωτών (εφεξής «οι Πιστωτές») εναντίον της ως άνω αναφερόμενης Καλλιόπης Τουμπουρή, Οφειλέτιδας, κατόπιν σχετικής Παράκλησης της ίδιας ημερομηνίας από τους Πιστωτές. Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αίτησης με την οποία ζητείται ο παραμερισμός και ή η ακύρωση και ή η διαγραφή της Ειδοποίησης Πτώχευσης για τους ακόλουθους λόγους: 1) Η Ειδοποίηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική και ή νομικά αβάσιμη καθότι καταχωρίστηκε κατά παράβαση του περί Πτωχεύσεως Νόμου και ή των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών και ή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. 2) Η Ειδοποίηση είναι καταχρηστική και ή καταπιεστική καθότι αποσκοπεί στον εκβιασμό της Οφειλέτιδας να πληρώσει και ή χρησιμοποιείται ως μέτρο εκτέλεσης. Εν πάση περιπτώσει καταχωρίστηκε παλαιότερη Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ΄ αρ. 630/2012 στην οποία εκδόθηκε απόφαση. 3) Οι Πιστωτές είναι και ή ήταν εξασφαλισμένοι πιστωτές. 4) Η Ειδοποίηση είναι πρόωρη εφόσον μεταξύ των μερών υπάρχει συμφωνία η οποία βρίσκεται σε ισχύ στην αγωγή αρ. 4238/
- 5) Τα ποσά τα οποία απαιτούν οι Πιστωτές είναι λανθασμένα και ή διογκωμένα και ή αντίθετα με την εν λόγω απόφαση του Δικαστηρίου στην αγωγή αρ. 4238/
- Ως αναφέρεται στην Αίτηση, τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται εμφαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, καθώς επίσης περιέχονται στη συνημμένη σε αυτή ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Η Αιτήτρια προβάλλει τους ακόλουθους ισχυρισμούς στην ένορκη της δήλωση: (α) Η εκτέλεση της απόφασης στην αγωγή αρ. 4238/06, η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 30.7.09, αναστάληκε μέχρι τις 30.6.10 όπως προνοείται στην παρ. 1 της συνημμένης στην απόφαση επιστολής των εξ αποφάσεων πιστωτών-εναγόντων ημ. 15.7.
- Σύμφωνα με την παρ. 1, προκύπτει ότι οι τόκοι θα έπρεπε να ξεκινούν να υπολογίζονται από το τέλος της περιόδου αναστολής και όχι κατά τη διάρκεια αυτής. (β) Η Ειδοποίηση είναι πρόωρη καθότι η προαναφερόμενη συμφωνία ημ. 15.7.09 εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. (γ) Με την έκδοση της απόφασης εκδόθηκε και διάταγμα του Δικαστηρίου για την πώληση μετοχών, το οποίο προνοούσε ότι, προς ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων, θα πρέπει να πωληθούν οι ενεχυριασμένες μετοχές. Αυτό σημαίνει ότι η Αιτήτρια θα είναι υπόλογη για οποιοδήποτε υπόλοιπο ήθελε προκύψει και αυτή ήταν και η δική της αντίληψη με βάση το λεκτικό της απόφασης. Γι΄ αυτό άλλωστε δόθηκε ο χρόνος αναστολής, ήτοι να γίνει προσπάθεια εξεύρεσης χρημάτων για ικανοποίηση της απόφασης και σε αντίθετη περίπτωση θα διενεργείτο η πώληση των μετοχών προς εξόφληση της απόφασης. (δ) Οι Πιστωτές είναι εξασφαλισμένοι καθότι η συνολική αξία των μετοχών και των ακινήτων όλων των εναγομένων στην αγωγή επί των οποίων οι Πιστωτές έχουν εγγράψει memo υπερβαίνει το σημερινό υπόλοιπο. (ε) Αν οι μετοχές πωλούνταν το 2010, όταν η αξία τους ήταν πολλαπλάσια της σημερινής, το εξ αποφάσεως χρέος θα ήταν εξοφλημένο. (στ) Η έκδοση της Ειδοποίησης είναι καταπιεστική και εκβιαστική καθότι γίνεται με μοναδικό σκοπό τον εξαναγκασμό της Αιτήτριας να προβεί στην πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Οι Πιστωτές θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν την εκτέλεση της απόφασης με τη λήψη μέτρων εναντίον άλλων εναγομένων, οι οποίοι είναι ικανοί να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο. (ζ) Η Ειδοποίηση είναι παράτυπη καθότι απουσιάζει η νομική βάση επί της οποίας εδράζεται. Οι Πιστωτές καταχώρισαν ένσταση με την οποίαν προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1) Η Αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και ή βασίζεται σε λανθασμένους Θεσμούς. 2) Ως χρεωστικό υπόλοιπο προς τους Πιστωτές παραμένει όλο το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση στην αγωγή αρ. 4238/06 και το οποίο δεν έχει εξοφληθεί. Επομένως το χρέος εξακολουθεί να υφίσταται και η Αιτήτρια δεν προσκόμισε εξοφλητική απόδειξη αυτού. 3) Η πτωχευτική διαδικασία δεν θεωρείται μέτρο εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης. 4) Η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου δυνάμει των οποίων η Αιτήτρια θα μπορούσε να ζητά την ακύρωση και ή τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης. 5) Η ένορκη δήλωση της Αιτήτριας δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε σοβαρό λόγο για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό της Ειδοποίησης Πτώχευσης. 6) Η παρούσα Αίτηση βασίζεται σε γενικούς, αόριστους και αβάσιμους ισχυρισμούς και η Αιτήτρια δεν παρουσιάζει αποδεικτικά στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών της. 7) Η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι καταχωρίστηκε με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας πτώχευσης. 8) Η Ειδοποίηση είναι νομότυπη, εμπρόθεσμη και συνάδει με τις πρόνοιες των Πτωχευτικών Κανονισμών. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Κουντούρη, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Πιστωτών και αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Σε αυτή ο κ. Κουντούρης αναφέρει ότι διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και προσθέτει τα ακόλουθα: (i) Η Αιτήτρια προβάλλει αναληθείς, γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς αποσκοπώντας στην αποφυγή ικανοποίησης των χρεών της. (ii) H Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική καθότι αυτή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 για ακύρωση της Ειδοποίησης. Επίσης η Αιτήτρια δεν μπορεί να καταχωρίσει αίτηση για ακύρωση της Ειδοποίησης με βάση τους Κανονισμούς 40
(2)και
(3)και 41 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, καθότι αυτή θα έπρεπε να καταχωρείτο εντός τριών ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. (iii) Η συνημμένη στην απόφαση επιστολή αποτελεί μέρος αυτής και προσδιορίζει την αναστολή εκτέλεσης αυτής. Δεν προκύπτει από την εν λόγω επιστολή ότι οι τόκοι έπρεπε να ξεκινούν να υπολογίζονται από το τέλος της περιόδου αναστολής, αλλά αντιθέτως η απόφαση προνοεί για επιβολή τόκου κανονικά. Το χρέος εξακολουθεί να υφίσταται, η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης έχει λήξει, η απόφαση είναι νομότυπη και εκτελεστή, και έτσι η Ειδοποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόωρη. (
- iv)Όσον αφορά την Ειδοποίηση Πτώχευσης υπ΄ αρ. 630/12, η ίδια αίτηση ως η παρούσα είχε απορριφθεί από το Δικαστήριο και διαπράχθηκε πράξη πτώχευσης χωρίς όμως το Δικαστήριο να αναφέρει τον χρόνο διάπραξης πράξης πτώχευσης με αποτέλεσμα η χρονική περίοδος των τριών μηνών να είχε εκπνεύσει. Αυτό δεν εμποδίζει τους Πιστωτές από του να προβούν σε νέα Ειδοποίηση Πτώχευσης, κάτι το οποίο έχουν πράξει. (
- v)Το διάταγμα πώλησης των μετοχών αφορά τους εναγόμενους 6 και 7 και όχι την Αιτήτρια. Εν πάση περιπτώσει, με βάση την απόφαση, οι ενάγοντες έχουν δικαίωμα και όχι υποχρέωση να πωλήσουν τις μετοχές. (
- vi)Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι οι ενάγοντες είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές είναι αβάσιμος και ατεκμηρίωτος, αλλά αυτός εξετάζεται από το Δικαστήριο μόνο στο στάδιο της αίτησης πτώχευσης. (vii) H Αιτήτρια παραλείπει να εξηγήσει πώς η Ειδοποίηση είναι παράτυπη και επομένως κωλύεται από του να προβάλλει τέτοιον ισχυρισμό. Στο πλαίσιο της ακρόασης της υπό κρίση Αίτησης οι δύο πλευρές περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις. Στις αγορεύσεις τους και οι δύο δικηγόροι ανέπτυξαν τους λόγους στους οποίους βασίζεται η Αίτηση και η ένσταση αντίστοιχα, με παραπομπή σε νομολογία προς υποστήριξη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων τους, στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω εάν και όπου κρίνεται αναγκαίο. Πλείστα από τα ζητήματα τα οποία εγείρονται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης απασχόλησαν πρόσφατα κατά την εκδίκαση της Ειδοποίησης Πτώχευσης υπ΄ αρ. 615/12, στην οποία το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στις 5.6.15. Ο Αιτητής στην εν λόγω Ειδοποίηση ήταν ο εναγόμενος 2 στην ίδια αγωγή (4238/06) στην οποία η Αιτήτρια είναι η εναγομένη 3, εναντίον των οποίων εκδόθηκε η απόφαση στις 30.7.09. Επί των ίδιων ζητημάτων οι δύο πλευρές ήγειραν ακριβώς τις ίδιες θέσεις και οι δικηγόροι προέβαλαν τα ίδια επιχειρήματα. Κατά την εξέταση τους, το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τα όσα έχει αναφέρει στην απόφαση του ημ. 5.6.15 και τα επαναλαμβάνει για σκοπούς της παρούσας απόφασης του, εκτός όπου ρητώς αναφέρεται κατωτέρω ότι υπάρχει διαφορετική προσέγγιση ενόψει διαφορετικών γεγονότων. Ι. Νομότυπο της υπό κρίση Αίτησης Το πρώτο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι το νομότυπο της παρούσας Αίτησης, εν όψει του λόγου ένστασης ότι αυτή δεν καταχωρίστηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας και στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Η πλευρά των Πιστωτών αναφέρεται στο άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 και στους Καν. 40 και 41 των περί Πτωχεύσεων Κανονισμών. Το άρθρο 3
(1)(ζ) του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, (νυν άρθρο 3
(1)(ε) με βάση τον περί Πτώχευσης (Τροποποιητικό) Ν. 61(Ι)/15)καθορίζει ως μία από τις περιπτώσεις διάπραξης «πράξης πτώχευσης» την παράλειψη του οφειλέτη εντός επτά ημερών από την επίδοση της (ειδοποίησης), είτε να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης, είτε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει ανταπαίτηση, δικαίωμα συμψηφισμού ή ανταγωγή η οποία να είναι ίση ή να υπερβαίνει το ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και την οποία δεν μπορούσε να προβάλει στην αγωγή στην οποία εξασφαλίστηκε η απόφαση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 40
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών ο οφειλέτης έχει δικαίωμα να καταχωρίσει ένορκη δήλωση στην οποία να αναφέρει ότι έχει τέτοια ανταξίωση, συμψηφισμό ή ανταγωγή όπως αναφέρεται πιο πάνω. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 41, η ένορκη δήλωση λειτουργεί ως αίτηση παραμερισμού της ειδοποίησης πτώχευσης, και πρέπει να καταχωρείται εντός τριών ημερών από την επίδοση της ειδοποίησης στον οφειλέτη. Οι πρόνοιες του άρθρου 3
(1)(ζ) του Νόμου και του Καν. 40
(2)είναι σαφείς και καθορίζουν περιοριστικά τις ενστάσεις που ένας οφειλέτης μπορεί να προβάλει με την ένορκη δήλωση, και συγκεκριμένα ανταπαίτηση, συμψηφισμό και ανταγωγή. Είναι πρόδηλο ότι στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης η Αιτήτρια δεν εγείρει οποιοδήποτε από αυτά τα ζητήματα και μάλιστα το δηλώνει ρητώς στον τίτλο της υπό κρίση Αίτησης, στον οποίο αναφέρεται ότι η παρούσα είναι «Αίτηση με Κλήση .από την κυρία Καλλιόπη Τουμπουρή .. με την οποία εξαιτείται τον παραμερισμό και/ή την διαγραφή και/ή την ακύρωση της ειδοποίησης πτώχευσης με αριθμό 149/2012 ημερομηνίας 6/11/2014 για λόγους άλλους από εκείνους για τους οποίους γίνεται αναφορά στον κανονισμό 40
(2)των Περί Πτωχεύσεως Κανονισμών». Το Δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια να παραμερίσει μια ειδοποίηση για λόγους άλλους από αυτούς που προβλέπονται στο άρθρο 3
(1)(ζ) και στον Καν. 40
(2). Σε μια τέτοια περίπτωση η πρέπουσα διαδικασία είναι η καταχώριση ξεχωριστής αίτησης για παραμερισμό που διέπεται από τις πρόνοιες των Κανονισμών 16, 17 και 18 και όχι αίτησης υπό μορφή ένορκης δήλωσης η οποία προβλέπεται στον Καν. 40
(2). Στην υπόθεση Re Costas Louca
(1986)2 J.S.C. 365, ο Έντιμος Δικαστής τότε του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Καλλής, αφού προέβη σε εκτενή αναφορά στη σχετική Αγγλική νομολογία, ανέφερε τα ακόλουθα: «In view of the above authorities I hold that a debtor is entitled to apply for the setting aside of a bankruptcy notice on grounds other than those set out in r.40
(2)of the Bankruptcy Rules, but in such a case he has to apply by means of an application and not by means of an affidavit. In this connection, I think, r.16 of the Bankruptcy Rules is the rule applicable.» Στην εν λόγω υπόθεση έχει επίσης λεχθεί ότι σ' αυτές τις περιπτώσεις δεν ισχύει η προθεσμία των τριών ημερών που προβλέπεται για ένορκη δήλωση με βάση τον Καν. 40. Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Αλωνεύτη v. Alpha Bank Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 475. Λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης εκτός αυτών που αναφέρονται στον Καν. 40
(2)συνιστούν η παρατυπία στην έκδοση, η κακή επίδοση της ειδοποίησης καθώς και ο ισχυρισμός για πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Στο σύγγραμμα Williams and Muir Hunter on Bankruptcy, 19η έκδοση, στη σελ.38, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The debtor may apply by motion (i.e. not by the summary affidavit procedure of B.R. 139) to set aside the notice on other grounds, e.g. irregularity, bad service, payment (or quaere legal tender) of the debt, etc.;» Συνεπώς προκύπτει ότι από τη στιγμή που η Αιτήτρια προβάλλει άλλους λόγους από αυτούς που προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 3
(1)(ζ) του Κεφ. 5 και τον Καν. 40
(2), τότε ο ορθός, νομότυπος και ενδεδειγμένος τρόπος να αιτηθεί την ακύρωση της υπό κρίση Ειδοποίησης είναι η καταχώριση Αίτησης, όπως ακριβώς έχει πράξει. Σημειώνεται δε ότι η Αίτηση περιέχει και την ορθή νομική βάση, εφόσον αυτή βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους Καν. 16-18 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Επομένως, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η παρούσα Αίτηση αποτελεί το ορθό μέτρο για την υποβολή του αιτήματος ακύρωσης της Ειδοποίησης και ότι αυτή στηρίζεται στην ορθή νομική βάση. Επίσης στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει ο χρονικός περιορισμός καταχώρισης τέτοιας Αίτησης εντός τριών ημερών από την επίδοση της Ειδοποίησης. Δεδομένου ότι δεν τίθεται θέμα προθεσμίας όσον αφορά την καταχώριση τέτοιου είδους Αίτησης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι έγκυρη και δύναται να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. ΙΙ. Εγκυρότητα Ειδοποίησης Πτώχευσης Ένας από τους βασικούς λόγους στους οποίους στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση είναι ότι η Ειδοποίηση είναι παράτυπη και ή αντικανονική καθότι απουσιάζει η νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται. Αυτό το θέμα καλύπτει στο μεγαλύτερο μέρος της η αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας. Η πλευρά των Πιστωτών, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Κουντούρη, επικαλείται κώλυμα εκ μέρους της Αιτήτριας στην προβολή τέτοιου ισχυρισμού για τον λόγο ότι η Αιτήτρια δεν προσδιορίζει τις νομοθετικές διατάξεις με τις οποίες η Ειδοποίηση δεν συνάδει. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί αυτή τη θέση των Πιστωτών. Είναι γεγονός ότι στην υπό κρίση Αίτηση δεν διευκρινίζεται ποιες είναι οι νομοθετικές διατάξεις με τις οποίες η Ειδοποίηση δεν συνάδει. Όμως, θεωρώ ότι από τη στιγμή που στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης περιέχεται αυτός ο ισχυρισμός ως ένας από τους λόγους στον οποίο βασίζεται η Αίτηση και ο οποίος υιοθετείται και από την ενόρκως δηλούσα - Αιτήτρια, τότε το ζήτημα εγείρεται επαρκώς προς εξέταση. Δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου ότι αυτός ο νομικός ισχυρισμός αποτελεί αντικείμενο εκτενούς αναφοράς και λεπτομερούς ανάλυσης από τον δικηγόρο της Αιτήτριας κατά την αγόρευση του, έτσι ώστε έχει καταστεί σαφές σε ποιες νομοθετικές πρόνοιες αφορά το εν λόγω ζήτημα. Το επιχείρημα του δικηγόρου της Αιτήτριας ήταν ότι τόσο στην Παράκληση για την έκδοση Ειδοποίησης όσο και στην ίδια την Ειδοποίηση δεν αναγράφεται η νομική βάση ή οι Κανονισμοί επί των οποίων αυτές στηρίζονται με αποτέλεσμα να μην προσδιορίζεται επαρκώς η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η νομική βάση της Ειδοποίησης. Συγκεκριμένα, εισηγήθηκε ότι ελλείπει η αναφορά στον Καν. 39 από την Παράκληση για την έκδοση Ειδοποίησης και η αναφορά στον Καν. 40 από την Ειδοποίηση, όπως απαιτείται με βάση τους Τύπους 3 και 4 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Ισχυρίστηκε ότι λόγω της φύσης της παρούσας διαδικασίας, που είναι οιονεί ποινική, και λόγω του επιτακτικού λεκτικού του Καν. 16 που επιβάλλει την αναφορά στην ορθή νομική βάση σε κάθε αίτηση, η επίδικη Ειδοποίηση πρέπει να παραμεριστεί. Ήταν η θέση του ότι η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ή το άρθρο 188 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών δεν μπορούν να θεραπεύσουν τέτοια παράλειψη, η οποία καθιστά την όλη διαδικασία της Ειδοποίησης εξ υπαρχής άκυρη. Ο Κανονισμός 16 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών βρίσκεται ακριβώς κάτω από τον τίτλο Αιτήσεις («Applications»). Αυτός ρητώς προνοεί ότι κάθε «αίτηση» («application») προς το Δικαστήριο θα αναγράφει το νόμο ή τους κανονισμούς επί των οποίων βασίζεται και θα υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση η οποία θα επιβεβαιώνει τα γεγονότα στα οποία επίσης βασίζεται. Στους Κανονισμούς 17 και 18 περιγράφεται η διαδικασία που ακολουθείται αναφορικά με την επίδοση της αίτησης και τη δυνατότητα καταχώρισης ένστασης η οποία επίσης πρέπει να περιέχει τη νομική βάση και να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με τα γεγονότα στα οποία αυτή (η ένσταση) βασίζεται. Η διαδικασία που αφορά την Ειδοποίηση Πτώχευσης περιέχεται στους Κανονισμούς 39-43 κάτω από τον τίτλο «Bankruptcy Notice», σε αντιπαραβολή με τη διαδικασία που αφορά την αίτηση πτώχευσης η οποία προνοείται στους Κανονισμούς 44-48 κάτω από τον τίτλο «Bankruptcy Petitions». Παρά την ύπαρξη των προνοιών του Καν. 16, οι ίδιοι οι Κανονισμοί περιέχουν τον τύπο της Παράκλησης για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης (Τύπος αρ. 3) και της Ειδοποίησης (Τύπος αρ. 4). Σύμφωνα και με τους δύο Τύπους, πρέπει πρώτα να αναγράφεται η φύση - περιγραφή του εγγράφου και ο τίτλος ως ακολούθως: «BANKRUPTCY FORM No. 3. Request for Issue of Bankruptcy Notice (r. 39) - (Title). ...» και «BANKRUPTCY FORM No. 4. Bankruptcy Notice (r. 40) - (Title). ...» Η πλευρά της Αιτήτριας στηρίχθηκε στην απουσία καταγραφής των Καν. 39 και 40 στην Παράκληση και στην Ειδοποίηση αντίστοιχα, σε συνάρτηση με την επιτακτική πρόνοια του Καν. 16 για την συμπερίληψη της νομικής βάσης σε αυτά τα έγγραφα. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο Καν. 16 δεν αφορά την Παράκληση (request) για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης ούτε και την Ειδοποίηση Πτώχευσης η οποία, ας σημειωθεί, εκδίδεται από τον Πρωτοκολλητή, αλλά σε οποιαδήποτε άλλη αίτηση η οποία καταχωρείται στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης (συμπεριλαμβανομένης και της διαδικασίας της Ειδοποίησης Πτώχευσης) και η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Τέτοια αίτηση μπορεί να καταχωριστεί και στις περιπτώσεις οι οποίες αναφέρονται στις προαναφερόμενες υποθέσεις Re Costas Louca και Αλωνεύτη v. Alpha Bank Ltd (ανωτέρω) για την ακύρωση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Τόσο ο Τύπος 3 όσο και ο Τύπος 4, οι οποίοι καθορίζουν τον τρόπο σύνταξης των προαναφερομένων εγγράφων, δεν προνοούν την ύπαρξη ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη των εν λόγω εγγράφων. Από αυτό και μόνο το γεγονός προκύπτει το εύλογο συμπέρασμα ότι η παράκληση για έκδοση ειδοποίηση πτώχευσης δεν εμπίπτει εντός των αιτήσεων για τις οποίες γίνεται πρόνοια στον Καν. 16, εφόσον αυτή ουσιαστικά είναι ένα απλό αίτημα προς τον Πρωτοκολλητή για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης στο οποίο πρέπει να επισυνάπτεται μόνο η συναφής δικαστική απόφαση, ενώ η ειδοποίηση πτώχευσης που εκδίδεται δυνάμει της παράκλησης δεν αποτελεί καν αίτηση εν τη εννοία του Καν. 16 με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση του δικηγόρου των Πιστωτών ότι ο Καν. 16 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην Παράκληση για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης και στην Ειδοποίηση που συνακόλουθα εκδίδεται. Συνεπώς, δεν υπάρχει πρόνοια στους Κανονισμούς η οποία να επιβάλλει την υποχρέωση συμπερίληψης της νομικής βάσης σε αυτά τα έγγραφα. Άλλωστε, όπως διαφαίνεται από τους Τύπους 3 και 4, αυτή (η νομική βάση) απλώς περιέχεται σε παρένθεση δίπλα ακριβώς από την περιγραφή του εγγράφου ως υποβοηθητική και υποδεικνύουσα τον Κανονισμό στον οποίο αυτό (το έγγραφο) προβλέπεται. Η απόφαση στην υπόθεση Ηλία v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 313, στην οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος της Αιτήτριας, διαφοροποιείται από την υπό κρίση περίπτωση γιατί εκείνη ακριβώς αφορούσε αίτηση πτώχευσης με βάση τους Καν. 44-46, και για αυτό διαχωρίζεται ως προς τη φύση της από την παράκληση για έκδοση ειδοποίησης και την ειδοποίηση. Στην εν λόγω υπόθεση ο Έντιμος Δικαστής τότε του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Κραμβής θεώρησε ότι η αναφορά στους Κανονισμούς όπως προνοείται στον Τύπο 6, ήτοι σε παρένθεση δίπλα από την περιγραφή του εγγράφου, ήταν ικανοποιητική για την παράθεση της νομικής βάσης στην αίτηση έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι υπήρχε συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Καν.
- Με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν υπάρχει υποχρέωση συμπερίληψης στα εν λόγω έγγραφα της νομικής βάσης στην οποία τόσο η Παράκληση όσο και η Ειδοποίηση στηρίζονται. Επομένως, καταλήγω ότι η παράλειψη συμπερίληψης των Κανονισμών σε αυτά δεν επηρεάζει τη νομιμότητα ούτε και την εγκυρότητα της όλης διαδικασίας που ακολουθήθηκε για την έκδοση της επίδικης Ειδοποίησης. Ανεξαρτήτως από την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι στα εν λόγω έγγραφα έπρεπε να αναφέρεται η νομική βάση επί της οποίας αυτά στηρίζονται, θεωρώ ότι αυτή η παράλειψη δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη σύμφωνα με τις πρόνοιες του Καν.
- Θεωρώ ότι η μη αναφορά της νομικής βάσης στα εν λόγω έγγραφα ουδόλως επηρέασε τα δικαιώματα της Αιτήτριας, η οποία προφανώς αντιλήφθηκε πλήρως τη φύση της όλης διαδικασίας εξ ου και προέβη σε διάβημα για την ακύρωση της εν λόγω Ειδοποίησης. Ο Καν. 2 παρέχει ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης οποιασδήποτε παράλειψης συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας διαδικασίας, θα θεωρούσα ότι αυτή η παράλειψη είναι τυπικής μορφής και θεραπεύσιμη, χωρίς την αναγκαιότητα λήψης οποιωνδήποτε μέτρων πέραν της έκδοσης διατάγματος για άρση της παρατυπίας. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας παρέπεμψε επίσης στις πρόνοιες του Καν. 188 ο οποίος παραπέμπει στην εφαρμογή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για οποιοδήποτε θέμα προκύπτει στη διαδικασία πτώχευσης και το οποίο δεν ρυθμίζεται από τους παρόντες Κανονισμούς. Θεωρώ όμως ότι το υπό εξέταση θέμα καλύπτεται από τους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς μέσα από τους Καν. 39-43, τους Τύπους 3 και 4 και τον Καν.
- Επομένως, θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση η παραπομπή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι αχρείαστη. Επί του ιδίου θέματος, ο δικηγόρος της Αιτήτριας αναφέρθηκε στο άρθρο 102
(1)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, ισχυριζόμενος όμως ότι αυτό δεν τυγχάνει εφαρμογής σε αυτής της φύσης διαδικασία καθότι ο εν λόγω Νόμος αφορά την πτωχευτική διαδικασία η οποία αρχίζει με την τέλεση πράξης πτώχευσης, στάδιο στο οποίο δεν βρίσκεται ακόμη η παρούσα διαδικασία. Επί αυτού του σημείου το Δικαστήριο διαφοροποιείται από την κατάληξη του στην προγενέστερη απόφαση του στα πλαίσια της Ειδοποίησης Πτώχευσης υπ΄ αρ. 605/12, καθότι το χρονικό σημείο καταχώρισης της αίτησης για παραμερισμό της Ειδοποίησης διαφέρει. Συγκεκριμένα, στην Ειδοποίηση 605/12 η αίτηση είχε καταχωριστεί πριν τη λήξη της προθεσμίας των επτά ημερών, ενώ στην παρούσα η Αίτηση καταχωρίστηκε μεταγενέστερα, δηλαδή αφού παρήλθε η προθεσμία για διάπραξη πράξης πτώχευσης. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου του Δικαστηρίου, φαίνεται ότι η υπό κρίση Ειδοποίηση επιδόθηκε στην Οφειλέτιδα την 1.12.14 και ότι αυτή (η Οφειλέτιδα) καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση στις 23.12.14 η οποία ορίστηκε στις 30.1.
- Επομένως, η τέλεση της πράξης πτώχευσης είχε ήδη επέλθει επτά μέρες μετά από την 1.12.
- Στο σημείο αυτό επιθυμώ να παρατηρήσω ότι το Δικαστήριο, από την πρώτη φορά κατά την οποία επιλήφθηκε της υπό κρίση Αίτησης, ήτοι στις 30.1.15, και σε όλες τις μετέπειτα δικασίμους, ανέφερε κάθε φορά ότι ο χρόνος τέλεσης της πράξης πτώχευσης παρατείνετο μέχρι την επόμενη δικάσιμο. Από τη στιγμή όμως που η πράξη πτώχευσης είχε ήδη διαπραχθεί, θεωρώ ότι η οποιαδήποτε μεταγενέστερη αναφορά του Δικαστηρίου περί παράτασης του χρόνου διάπραξης της πράξης πτώχευσης είναι άνευ σημασίας και νομικού αποτελέσματος. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι πρόνοιες του άρθρου 102
(1)του Κεφ. 5 τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση. Σύμφωνα με το εν λόγω εδάφιο, καμία πτωχευτική διαδικασία δεν ακυρώνεται εξαιτίας τυπικού ελαττώματος ή αντικανονικότητας, εκτός αν το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι προκλήθηκε αδικία η οποία δεν δύναται να θεραπευθεί από οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου εκείνου. Με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου περί της τυπικής μορφής της παράλειψης, της μη πρόκλησης αδικίας στην Αιτήτρια και της δυνατότητας θεραπείας αυτής με την έκδοση σχετικού διατάγματος, η παρούσα διαδικασία δεν θα καθίστατο άκυρη. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι τόσο η Παράκληση όσο και η Ειδοποίηση συνάδουν πλήρως με τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες. ΙΙΙ. Κώλυμα - Δεδικασμένο Με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Παράκληση και η Ειδοποίηση είναι νομότυπες, καθίσταται στο στάδιο αυτό αναγκαία η εξέταση του μοναδικού νέου ζητήματος που εγείρεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Αυτό είναι το κατά πόσον οι Πιστωτές κωλύονται από του να καταχωρίσουν την παρούσα Ειδοποίηση εφόσον καταχώρισαν παλαιότερη. Αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτός ο λόγος προβάλλεται στην Αίτηση με πολύ γενικό τρόπο, ήτοι απλώς γίνεται αναφορά στην προγενέστερη Ειδοποίηση με αρ. 630/2012 και ότι σε αυτή εκδόθηκε απόφαση. Όπως αναφέρεται στην Αίτηση, πλήρεις λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο. Αυτός ο λόγος δεν αποτέλεσε με οποιονδήποτε τρόπο αντικείμενο αναφοράς από την Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση ούτως ώστε αυτός να αποτελεί μέρος του πραγματικού υπόβαθρου γεγονότων στα οποία βασίζεται η Αίτηση και ή να δοθούν λεπτομέρειες αναφορικά με την προγενέστερη διαδικασία για να τεθεί το πλαίσιο των γεγονότων αναφορικά με την εν λόγω διαδικασία και να γνωρίζει το Δικαστήριο τι αφορούσε, ποια ήταν τα μέρη και ποια η απόφαση του Δικαστηρίου σε εκείνη τη διαδικασία. Ούτε και κατά την ακρόαση της Αίτησης η πλευρά της Αιτήτριας διαφώτισε περαιτέρω το Δικαστήριο. Ειδικότερα, ο δικηγόρος της Αιτήτριας περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά για την καταχώριση προγενέστερης Ειδοποίησης και έκδοσης απόφασης προσθέτοντας μόνο ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει. Η πλευρά των Πιστωτών, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Κουντούρη, αναγνωρίζει ότι στα πλαίσια της προγενέστερης Ειδοποίησης η Αιτήτρια καταχώρισε την ίδια Αίτηση προσθέτοντας ότι απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Επομένως, το Δικαστήριο δύναται να εξαγάγει το εύλογο συμπέρασμα ότι η Αίτηση στα πλαίσια της προγενέστερης Ειδοποίησης ήταν η ίδια, αυτή εκδικάστηκε και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την Αίτηση. Σύμφωνα με όσα αναφέρει περαιτέρω επί του θέματος ο κ. Κουντούρης, προκύπτει επίσης ότι το Δικαστήριο στην απόφαση του δεν αναφέρθηκε στο χρονικό σημείο διάπραξης πράξης πτώχευσης με αποτέλεσμα η χρονική περίοδος των τριών μηνών να είχε εκπνεύσει, χωρίς να είχε εν τω μεταξύ καταχωριστεί αίτηση πτώχευσης. Ο κ. Κουντούρης ισχυρίζεται ότι αυτό δεν εμπόδιζε τους Πιστωτές από του να προβούν στην καταχώριση της μεταγενέστερης εξεταζόμενης Ειδοποίησης Πτώχευσης. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει σαφώς θέσει τις αρχές που διέπουν την εφαρμογή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου. Σύμφωνα με τις υποθέσεις Πανεράς v. Πανερά
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1684 και Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, για να τύχει εφαρμογής ο κανόνας αυτού προϋποθέτει: (α) Ταύτιση διαδίκων (β) Ταύτιση ιδιότητας διαδίκων (γ) Ταύτιση επίδικων θεμάτων (δ) Τελεσίδικη απόφαση. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην υπόθεση Georghiou v. Voniati
(1978)2 J.S.C.239, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Where "res judicata" is alleged, as in the present case, by way of disposing the whole claim, it amounts to a contention that the whole legal rights and obligations of the parties have been concluded by the earlier judgment, (in the case in hand by the Ruling, Exh.1) by which all questions of law and fact have already been determined. The doctrine of "res judicata" applies equally to both questions of fact and law and the same principles apply in regard to the conclusiveness of their determination by the Court. The aim of the doctrine of estoppel is evident and finds expression in the much used legal maxim "interest reipublicae ut sit finis litium" (the public interest requires that litigation should end). Lord Maugham L.C. said the following in New Brunswick Ry. Co. v. British & French Trust Corpn. Ltd.
(1938)4 All E.R.747 at 754. The doctrine of estoppel is founded on considerations of justice and good sense. If an issue has been distinctly raised and decided in an action in which both parties are represented, it is unjust and unreasonable to permit the same issue to be litigated afresh between the same parties or persons claiming under them.» Στην εν λόγω υπόθεση γίνεται παραπομπή στην Αγγλική υπόθεση Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner
(1969)3 All E.R. 897, στην οποία αφού αναφέρονται οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της αρχής του δεδικασμένου, όπως εκτίθενται πιο πάνω, το Δικαστήριο ερμηνεύει την έννοια της τελικής απόφασης (final judgment) ως εξής: «Finality for this purpose means that the decision: (
- a)is one which does not ex facie, as in the case of an order for an account or enquiry, leave something to be judicially determined or ascertained before the decision can become effective or enforceable; and (
- b)is not subject to subsequent discharge, rescission, modification or any other form of revision by the Court or tribunal making the decision. ..... No finding or decision would occasion an estoppel unless it were final, but it may be said that no finding or decision on an interlocutory application, apart from the actual relief granted (which may or may not be of a final nature), is final in the relevant sense unless in consequence of the doctrine of res judicata it is a bar to further litigation of that issue. Possibly the solution of this apparent dilemma may depend on whether the issue was explicitly raised in the earlier proceedings and the parties ought to be treated as having then put forward all the facts and arguments which they then considered to be relevant to its resolution, so that the issue was fully considered on its merits in a judicial manner.» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 26, παρ. 505, η έννοια της τελεσιδικίας μίας απόφασης δίδεται ως εξής: «In general a judgement or order which determines the principal matter in question is termed 'final'... Final judgements are such as at once put an end to the action declaring that the plaintiff has either entitled himself, or has not, to recover the remedies he sues for.» Όπως ήδη επισημαίνεται στην υπόθεση Carl-Zeiss-Stiftung v. Rayner (ανωτέρω), για να αποτελεί δεδικασμένο η προγενέστερη απόφαση πρέπει να είναι απόφαση επί της ουσίας (merits). Με βάση τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου, κατ΄ αρχάς αναφέρω ότι η πλευρά της Αιτήτριας φέρει το βάρος να αποδείξει αυτόν τον ισχυρισμό εφόσον αυτή τον επικαλέστηκε. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί το κείμενο ή το περιεχόμενο της προγενέστερης απόφασης ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να διαπιστώσει τα θέματα τα οποία αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόφασης και τη βάση της κατάληξης του Δικαστηρίου. Υπάρχει το δεδομένο ότι η Αίτηση και στις δύο διαδικασίες ήταν η ίδια αλλά άγνωστο παραμένει πάνω σε ποια βάση απορρίφθηκε η προγενέστερη αίτηση, π.χ. αν είναι σε διαδικαστικό θέμα ή επί της ουσίας αυτής. Ελλείψει αυτού του υποβάθρου, το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε συμπέρασμα αναφορικά με την προβαλλόμενη θέση περί ύπαρξης κωλύματος των Πιστωτών στην καταχώριση της παρούσας Ειδοποίησης. Επομένως τέτοιος ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης του Δικαστηρίου, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ακόμα και στην περίπτωση που η προγενέστερη απόφαση αφορούσε την ουσία της αίτησης, δεν τίθεται θέμα κωλύματος καταχώρισης νέας Παράκλησης και έκδοσης νέας Ειδοποίησης. Η κάθε διαδικασία Ειδοποίησης Πτώχευσης είναι πρωτογενής αυτοτελής διαδικασία, η οποία αποτελεί την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης. Η Ειδοποίηση εκδίδεται κάθε φορά στη βάση ξεχωριστής Παράκλησης για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης Η έκδοση της Ειδοποίησης αφορά σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο, με ξεχωριστή συγκεκριμένη προθεσμία διάπραξης πράξης πτώχευσης και προθεσμία καταχώρισης αίτησης πτώχευσης. Όταν παρέλθει η προθεσμία χωρίς την καταχώριση αίτησης πτώχευσης, τότε η εν λόγω διαδικασία παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ ή συνέπειες, με αποτέλεσμα οι πιστωτές να μπορούν να εγείρουν νέα διαδικασία με την καταχώριση νέας Παράκλησης για έκδοση νέας Ειδοποίησης η οποία αφορά νέο χρονικό στάδιο με νέες προθεσμίες. Στην παρούσα περίπτωση, ακόμα και αν μπορούσε να κριθεί ότι συντρέχουν όλες οι υπόλοιπες προϋποθέσεις (ταύτιση διαδίκων, ιδιότητας και τελεσίδικη απόφαση) το βέβαιο είναι πως δεν θα μπορούσε ποτέ να κριθεί ότι υπάρχει ταύτιση επίδικων θεμάτων, δεδομένου ότι κάθε διαδικασία σαφώς αφορά ξεχωριστή και διαφορετική πράξη πτώχευσης. Επιπλέον το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η μη ύπαρξη δεδικασμένου και η συνεπακόλουθη δυνατότητα των Πιστωτών έκδοσης νέας Ειδοποίησης δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής κατάχρηση διαδικασίας. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Spencer, Bower and Handley, Res Judicata (ανωτέρω), σελ. 305, παρ. 26.01: «Finally, there is extended doctrine based on abuse of process. In considering the latter it is important to remember the words of Lowry CJ: "The entire corpus of authority in issue estoppel is based on the theory that it is not an abuse of process to relitigate a point where any of the . requirements of the doctrine of res judicata is missing".» Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε άλλο θέμα από το οποίο να προκύπτει ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Επομένως αυτός ο λόγος κρίνεται αβάσιμος. ΙV. Δικαστική Απόφαση Το πρώτο θέμα επί της ουσίας της υπό κρίση Αίτησης το οποίο προκύπτει προς ενασχόληση από το Δικαστήριο είναι η ερμηνεία της δικαστικής απόφασης στην αγωγή αρ. 4238/06 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία αφορά η παρούσα Ειδοποίηση. Η εν λόγω απόφαση βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου και είναι επισυνημμένη στην Παράκληση και την Ειδοποίηση Πτώχευσης. Αποτελεί κοινό έδαφος ότι η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στις 30.7.09 και διαλαμβάνει τα ακόλουθα: 1) Απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1-7 (εκ των οποίων η εναγομένη 3 είναι η Αιτήτρια στην παρούσα) αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως για το ποσό των €6.203.414,13 πλέον τόκο προς 12,5% από 10.3.06 επί του ποσού των €6.058.266,73 μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές τον χρόνο, στις 30/6 και στις 31/12. Η απαίτηση εναντίον των εναγομένων 6 και 7 περιορίζεται μόνο μέχρι του ποσού που θα εισπραχθεί από την πώληση των πιο κάτω αναφερομένων μετοχών. 2) Διάταγμα για την πώληση · 2.333.600 μετοχών της εταιρείας CLR Capital Public Ltd, ιδιοκτησίας των εναγομένων 7 δυνάμει εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών ημ. 17.6.05 · 9.291.000 μετοχών της εταιρείας CLR Capital Public Ltd, ιδιοκτησίας των εναγομένων 6 δυνάμει εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών ημ. 17.6.05 προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγομένων προς τους ενάγοντες. 3) Διάταγμα για τον διορισμό παραλήπτη για τη διενέργεια της πώλησης των μετοχών. 4) Διάταγμα προς τους ενάγοντες όπως προβούν στις αναγκαίες ενέργειες για την πώληση των μετοχών προς ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων. 5) Καταβολή των εξόδων με τόκο πλέον Φ.Π.Α. από τους εναγομένους 1-7 προς τους ενάγοντες. 6) «Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης εκ συμφώνου της απόφασης τόσο για την απαίτηση όσο και για τα έξοδα, ως προνοείται στη επισυναπτόμενη επιστολή της ενάγουσας ημ. 15/7/09 (τεκμήριο Α του Δικαστηρίου), παρ. 1, στη δεύτερη σελίδα. Νοείται ότι, σε περίπτωση που ικανοποιηθούν τα όσα αναφέρονται στην παρ. 1 της δεύτερης σελίδας του τεκμηρίου Α, η οποία επισυνάπτεται τότε έκαστος των διαδίκων θα επωμισθεί με τα δικηγορικά του έξοδα και η ενάγουσα δεν θα δικαιούται έξοδα». 7) Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. Η επιστολή των εναγόντων ημ. 15.7.09 αναφέρει τα ακόλουθα: «Οι εν λόγω αγωγές θα θεωρούνται πλήρως διευθετημένες και δεν θα προχωρήσουμε στην λήψη δικαστικών μέτρων νοουμένου ότι:- 1. Σε περίοδο 15 χρόνων και 9 μηνών από τις 30/9/2008 καταβληθεί ποσό ύψους €7.700.000,00 το οποίο θα βαρύνεται με βασικό επιτόκιο της Τράπεζας Κύπρου +2,00% από 30/9/08, ως ακολούθως: -Παραχώρηση περιόδου χάριτος (grace period) μέχρι 30/6/2010. -Καταβολή μηνιαίων/τριμηνιαίων δόσεων για κάλυψη των τόκων πλέον 10% περίπου του ποσού που αναλογεί στους τόκους της περιόδου για τον 2ο, 3ο και 4ο χρόνο. Έναρξη καταβολής δόσεων από 30/6/2010. -Καταβολή κανονικών δόσεων από 30/6/2010 για πλήρη εξόφληση για τα υπόλοιπα 11 χρόνια.» Με βάση το λεκτικό της εν λόγω απόφασης προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι υπήρχε αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης νοουμένου ότι τηρούνταν τα όσα αναφέρονται στην παρ. 1 της επιστολής. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί την ερμηνεία την οποία η Αιτήτρια δίδει στην απόφαση, ότι δηλαδή κατά τη διάρκεια της περιόδου αναστολής οι τόκοι δεν λογίζονται επί του ποσού της απόφασης. Αντιθέτως, είναι ξεκάθαρο ότι η απόφαση εκδόθηκε για το προαναφέρομενο ποσό και τον προβλεπόμενο τόκο και δόθηκε περίοδος χάριτος μέχρι και τις 30.6.10 όταν και θα άρχιζε η συμφωνηθείσα αποπληρωμή με δόσεις. Μάλιστα στην παρ. 1 της επιστολής γίνεται συγκεκριμένη αναφορά σε ποσό και τόκο, ο οποίος (τόκος) είναι διαφορετικός από αυτόν που προβλέπεται στην απόφαση. Σε καμία περίπτωση όμως δεν νοείται ότι κατά την περίοδο χάριτος ο τόκος δεν θα υπολογιζόταν επί του ποσού της απόφασης. Είναι αυτονόητο ότι το ποσό και ο τόκος που αναφέρονται στην παρ. 1 ισχύουν μόνο νοουμένου ότι τηρούνταν όλα όσα αναφέρονται στην εν λόγω παράγραφο. Ο ισχυρισμός των Πιστωτών ότι δεν τηρήθηκαν τα όσα αναγράφονται στην παρ. 1 της επιστολής ουδόλως αντικρούστηκε από την πλευρά της Αιτήτριας. Επομένως, από τη στιγμή που δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα στην εν λόγω παράγραφο, και ειδικότερα η καταβολή των δόσεων από τις 30.6.10 για τα συγκεκριμένα ποσά, τότε η απόφαση καθίστατο άμεσα εκτελεστή και ολόκληρο το ποσό της απόφασης πλέον οι προβλεπόμενοι σε αυτή τόκοι οφειλόμενοι και απαιτητοί. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά στην επιστολή ημ. 15.7.09 μόνον όσον αφορά την παρ. 1 αυτής η οποία καθορίζει την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της επιστολής, αυτό δεν αποτελεί μέρος της απόφασης, ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι αποτελεί μέρος συμφωνίας μεταξύ των μερών ούτως ώστε να μπορεί να γίνει επίκληση ή χρήση αυτού. Επομένως, ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου επί του θέματος, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να λάβει υπ΄ όψιν την τελευταία παράγραφο της επιστολής, στην οποία παρέπεμψε ο δικηγόρος των Πιστωτών, προς υποστήριξη της θέσης (των Πιστωτών) ότι ο τόκος λογίζεται κανονικά επί του ποσού της απόφασης. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται επίσης ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών, η οποία περιέχεται στην παρ. 1 της επιστολής ημ. 15.7.09, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ και έτσι η Ειδοποίηση Πτώχευσης είναι πρόωρη. Το Δικαστήριο έχει αντίθετη άποψη. Μετά την παρέλευση της περιόδου αναστολής και την παράλειψη έναρξης αποπληρωμής δόσεων, ως προνοείται στην παρ. 1 της επιστολής, η εν λόγω συμφωνία έχει παύσει να ισχύει. Ουσιαστικά η αναστολή δόθηκε υπό τους αναφερόμενους στην παρ. 1 όρους, οι οποίοι δεν τηρήθηκαν τελικά. Η απόφαση κατέστη πλέον εκτελεστή και επομένως αυτός ο ισχυρισμός της Αιτήτριας κρίνεται αβάσιμος. Άλλος λόγος στον οποίο βασίζεται η Αίτηση είναι ότι τα ποσά είναι λανθασμένα και ή διογκωμένα και ή αντίθετα με την απόφαση στην εν λόγω αγωγή. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για το θέμα του τόκου, αυτός έχει ήδη απορριφθεί. Πέραν τούτου, ουδεμία αναφορά γίνεται επί του συγκεκριμένου λόγου από την Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση, με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός να παραμένει γενικός, αόριστος και ατεκμηρίωτος. Η Αιτήτρια, στην ένορκη της δήλωση, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι με βάση το λεκτικό της απόφασης, το Δικαστήριο όφειλε πρώτα να πωλήσει τις μετοχές έτσι ώστε η οφειλή της Αιτήτριας να περιορίζετο στο όποιο υπόλοιπο θα παρέμενε. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ήταν η αντίληψη της ότι η αναστολή δόθηκε για να γίνει προσπάθεια εξεύρεσης χρημάτων αλλιώς θα πωλούνταν οι μετοχές προς εξόφληση της απόφασης. Η πλευρά των Πιστωτών απορρίπτει κατηγορηματικά τον εν λόγω ισχυρισμό, βασιζόμενη στο περιεχόμενο της απόφασης. Πράγματι δεν προκύπτει οτιδήποτε σχετικό από το περιεχόμενο της απόφασης και ως εκ τούτου αυτός ο ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Η πλευρά των Πιστωτών, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Κουντούρη, ισχυρίζεται ότι το διάταγμα για την πώληση των μετοχών αφορά τους εναγομένους 6 και 7 και όχι την Αιτήτρια. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της απόφασης το οποίο εκτίθεται ανωτέρω, πράγματι διαπιστώνεται αφενός ότι το διάταγμα αφορά μετοχές οι οποίες ενεχυριάστηκαν από τους εναγομένους 6 και 7 και αφετέρου μάλιστα ότι για αυτούς η απαίτηση των εναγόντων περιορίζεται μέχρι το ποσό που θα εισπραχθεί από την πώληση τους. Δεν διαφεύγει ακόμα την προσοχή του Δικαστηρίου ότι η απόφαση εκδόθηκε εναντίον όλων των εναγομένων αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως και ότι σ΄ αυτήν αναφέρεται ρητώς ότι το ποσό από την πώληση των μετοχών θα χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση της εκδοθείσας απόφασης και των εξόδων. V. Μέτρα Εκτέλεσης Ο κ. Κουντούρης ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με την απόφαση, οι ενάγοντες (Πιστωτές) έχουν δικαίωμα αλλά όχι υποχρέωση πώλησης των μετοχών. Όπως προκύπτει από την ίδια την απόφαση, όντως οι μετοχές είχαν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση προς όφελος των εναγόντων δυνάμει συμφωνιών ενεχυρίασης αυτών (των μετοχών) εξ ου και εκδόθηκε διάταγμα πώλησης τους για ικανοποίηση της απόφασης και των εξόδων. Στην απόφαση δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια αναφορικά με την προτεραιότητα πώλησης των μετοχών. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η πώληση των μετοχών αποτελεί μέτρο εκτέλεσης της εκδοθείσας απόφασης του Δικαστηρίου, εξ ου και ρητώς προνοείται στο σχετικό διάταγμα ότι το προϊόν πώλησης θα λογιστεί προς ικανοποίηση της απαίτησης και των εξόδων. Η δε λήψη των ενδεικνυόμενων και προσφερόμενων μέτρων εκτέλεσης επαφίεται στον επιτυχόντα διάδικο. Για ό,τι αξίζει, σημειώνεται εδώ πως και ο ειδικότερος (όσον αφορά την πώληση μετοχών με σκοπό την ικανοποίηση δικαστικής απόφασης) περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ν. 31(Ι)/92 καθορίζει ρητώς στο άρθρο 6 ότι η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος συνοδευόμενου από διάταγμα πώλησης θα λογίζεται τρόπος εκτέλεσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Δεν θεωρώ ότι εκ μόνου του λόγου ότι εκδόθηκε κατευθείαν το διάταγμα πώλησης εκ συμφώνου κατά την έκδοση της απόφασης διαφοροποιείται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η κατάταξη τέτοιου διατάγματος στις μεθόδους εκτέλεσης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Οικονομίδης v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255, η πτωχευτική διαδικασία δεν αποτελεί μέτρο εκτέλεσης. Συνεπώς αυτή δεν σχετίζεται ούτε και εξαρτάται από τυχόν μέτρα εκτέλεσης που πιθανόν να έλαβαν οι Πιστωτές δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αρέστης v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1258 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής χωρίς αμφιβολία δεν αποτελεί διαδικασία εκτέλεσης δικαστικής απόφασης. Οι εφεσίβλητοι, είχαν προηγουμένως επιλέξει να επιδιώξουν την είσπραξη του λαβείν τους μέσω μιας άλλης δικαστικής διαδικασίας, η οποία προφανώς δεν επέφερε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. ....Οι εφεσίβλητοι, αν επιθυμούσαν, μπορούσαν να στραφούν εναντίον του εφεσείοντα με διάταγμα παραλαβής, χωρίς προηγουμένως να επιχειρήσουν και επιτύχουν την έκδοση διατάγματος για την εξόφληση του χρέους του με μηνιαίες δόσεις.» Ως εκ τούτου καταλήγω ότι οι ενάγοντες - Πιστωτές δεν είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση να προβούν στην πώληση των μετοχών πριν προχωρήσουν στην Παράκληση τους για έκδοση Ειδοποίησης Πτώχευσης. Η εν λόγω κατάληξη του Δικαστηρίου βρίσκει έρεισμα και στην υπόθεση Σταυρινίδης v. Eλληνικής Τράπεζας Λτδ
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 645, στην οποία λέχθηκε ότι: «.Το γεγονός ότι η αξία των ακινήτων μπορούσε να αποδειχθεί ότι είναι μεγαλύτερη της απαίτησης της εφεσίβλητης δεν επηρέαζε το νομικό δικαίωμα της εφεσίβλητης να προχωρήσει σε διαδικασία πτώχευσης εναντίον του εφεσείοντος..» Από αυτό το συμπέρασμα του Εφετείου στην προαναφερόμενη υπόθεση προκύπτει ότι η διαδικασία πτώχευσης μπορούσε να ξεκινήσει ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ενέργειας ή μη προς πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ούτε και ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι οι Πιστωτές όφειλαν να λάβουν μέτρα εκτέλεσης εναντίον των υπολοίπων εναγομένων πριν προχωρήσουν στην έκδοση της παρούσας Ειδοποίησης είναι βάσιμος και απορρίπτεται. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Οικονομίδης v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω). VI. Εξασφαλισμένοι Πιστωτές Είναι επίσης η θέση της Αιτήτριας ότι οι ενάγοντες είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές καθότι η αξία των μετοχών και η αξία των ακινήτων των εναγομένων επί των οποίων οι ενάγοντες έχουν εγγράψει memo αποτελούν ικανοποιητική εξασφάλιση για το εξ αποφάσεως χρέος. Το κατά πόσον οι Πιστωτές είναι εξασφαλισμένοι δεν μπορεί να εξεταστεί στο πλαίσιο της Ειδοποίησης Πτώχευσης αλλά σε αυτό πιθανής αίτησης πτώχευσης, οπότε και οι Πιστωτές θα πρέπει να συμμορφωθούν με τις πρόνοιες του άρθρου 5 του Κεφ. 5. Εν πάση όμως περιπτώσει, το Δικαστήριο σημειώνει ότι για να εγείρεται τέτοιο ζήτημα ο πιστωτής πρέπει να είναι εξασφαλισμένος έναντι του συγκεκριμένου χρεώστη και όχι έναντι των συνοφειλετών του. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αντωνίου v. Alpha Bank Ltd
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 558 και Οικονομίδης v. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ (ανωτέρω). Επομένως, στον βαθμό που οι εξασφαλίσεις τις οποίες οι Πιστωτές κατέχουν, ήτοι οι μετοχές και τα memo επί ακινήτων, αφορούν περιουσία άλλων προσώπων και όχι της Οφειλέτιδας, τότε αυτές δεν καθιστούν τους Πιστωτές εξασφαλισμένους. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε επίσης ότι η αξία των ακινήτων και των μετοχών είναι τέτοια που καλύπτει το εξ αποφάσεως χρέος. Μάλιστα η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι αν οι μετοχές πωλούνταν κατά το έτος 2010, όταν ακόμα η αξία τους ήταν μεγάλη, το εξ αποφάσεως χρέος θα εξοφλείτο. Και αυτό το θέμα εμπίπτει στο πλαίσιο εξέτασης τυχόν αίτησης πτώχευσης. Όμως και πάλι το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο εν λόγω ισχυρισμός της Αιτήτριας αναφορικά με την αξία των μετοχών και των ακινήτων είναι παντελώς γενικός και αόριστος, καθότι η Αιτήτρια δεν προσδιορίζει ή έστω δεν δίνει κάποια ένδειξη ή στοιχεία ως προς την αξία αυτών προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του. Επομένως θεωρώ ότι αυτός παραμένει μετέωρος και ως τέτοιος αβάσιμος. VII. Κατάχρηση ή Καταπίεση Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση London Clubs Ltd κ.ά. v. Παπαδόπουλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1669, η πτωχευτική διαδικασία δεν σκοπεί στον εξαναγκασμό του χρεώστη να εξοφλήσει το χρέος του προς συγκεκριμένο άτομο. Σκοπός της είναι η προστασία και διασφάλιση της περιουσίας του υπό πτώχευση προσώπου ώστε να χρησιμοποιηθεί όπως ο Νόμος ορίζει για την ικανοποίηση εξ ολοκλήρου ή μερικώς και κατ' ισονομία όλων των πιστωτών. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι η χρήση διαδικασίας για σκοπό ο οποίος καταλήγει σε καταπιεστικό μέτρο για την άσκηση των δικαιωμάτων του αντιδίκου μπορεί να περισταλεί ως κατάχρηση της διαδικασίας. Η πιο πάνω νομική αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Σοφίας Νικολάου Βασιλείου ν Μάριου Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία γίνεται αναφορά σε σχετική αγγλική νομολογία που εφάρμοσε τον πιο πάνω κανόνα σε διαδικασίες πτώχευσης και ο οποίος τυγχάνει πλέον καθολικής εφαρμογής σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία. Στην προαναφερόμενη υπόθεση γίνεται αναφορά στην υπόθεση Re A Debtor
(1955)2 All E.R. 65 (C.A.), στην οποία καθιερώθηκε ότι σε διαδικασίες πτώχευσης η χρήση ή απειλή χρήσης της εν λόγω διαδικασίας για άλλο σκοπό από εκείνο για τον οποίο προορίζεται αποτελεί κατάχρηση. Επίσης γίνεται αναφορά στην υπόθεση Re A Judgement Summons
(1953)1 All E.R. 424, όπου λέχθηκε ότι δεν είναι παραδεκτή η χρήση της διαδικασίας πτώχευσης αν αυτό αποτελεί καταπιεστικό μέσο για τα δικαιώματα του χρεώστη. Εφόσον στοιχειοθετείται καταπίεση, η διαδικασία αναστέλλεται προς διαφύλαξη του σκοπού για τον οποίο παρέχεται το δικονομικό μέτρο. Πότε προκύπτει κατάχρηση εξηγείται στην υπόθεση Re Shaw
(1928)Ch. 206, ως ακολούθως: «It cannot, in my opinion, be too clearly understood that bankruptcy proceedings, which are in their nature quasi criminal, must not be used for the purpose of obtaining a collateral advantage. An attempt to do so, even though unsuccessful, will be sufficient to disentitle a petitioning creditor to an order, and, therefore, the fact that in the present case the debtor refused to pay the costs of the Sherbourne Trust, Ltd., and that that demand was not insisted upon, does not absolve the petitioning creditors from the consequences of having made that demand. The principle upon which the court acts in these cases is that it treats a demand of this nature as evidence that bankruptcy proceedings were taken not with the bona fide intention of obtaining adjudication but for some collateral purpose.» Το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση London Clubs (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πετράκης ν. Κίμωνος
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1311, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεoνέκτημα για τον πιστωτή.» Στο πλαίσιο της παρούσας Αίτησης η Αιτήτρια δεν έχει παρουσιάσει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει καταπίεση ή κατάχρηση από πλευράς των πιστωτών εις βάρος της. Ούτε από το σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει διαφανεί ότι οι Πιστωτές έχουν καταχωρίσει την υπό κρίση Ειδοποίηση για αλλότριο σκοπό ή με πρόθεση εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτήματος έναντι της Αιτήτριας. Αντιθέτως προκύπτει ότι μετά την παρέλευση της περιόδου αναστολής οι Πιστωτές έδωσαν αρκετό χρόνο ακόμα μέχρι και την καταχώριση της Παράκλησης τους για έκδοση της παρούσας Ειδοποίησης. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι η Ειδοποίηση είναι καταχρηστική ή καταπιεστική δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. VIII. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση - Πιστωτών και εναντίον της Αιτήτριας - Οφειλέτιδας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α. Ενόψει του γεγονότος ότι η τρίμηνη προθεσμία για την καταχώριση αίτησης πτώχευσης αναστάληκε με την καταχώριση της παρούσας Αίτησης μέχρι και την εκδίκαση αυτής, αυτή συνεχίζει κατά το υπόλοιπο της να προσμετρά από σήμερα. (Υπ.) Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο