← Κύπρος

Σωτηρούλλας Βακανά Χρυσάνθου ν. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ, Αρ.Αγωγής: 1160/2007, 18/6/2015

Σωτηρούλλας Βακανά Χρυσάνθου ν. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ, Αρ.Αγωγής: 1160/2007, 18/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A243 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1160/2007 Μεταξύ: Σωτηρούλλας Βακανά Χρυσάνθου Ενάγουσας και ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΚΥΚΚΟΥ Εναγομένων ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 18 Ιουνίου 2015 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για την Ενάγουσα: Ο κ.Αρ.Γεωργίου Για τους Εναγομένους: Ο κ.Χ.Βελάρης ------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση της ενάγουσας, μετά από τροποποίηση, είναι για: (α)απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία ημερ.23.8.1972 ακυρώθηκε μονομερώς και χωρίς λόγο από την εναγόμενη και άρα είναι παράνομη και αντισυμβατική, (β)£405,00 ως επιστροφή καταβληθέντων ποσών, (γ)€300.000,00 ως αποζημιώσεις που αντιστοιχούν στην αξία του πωληθέντος οικοπέδου, (δ)γενικές αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης, (ε)οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε δώσει, (στ)νόμιμο τόκο και (ζ)έξοδα, πλέον Φ.Π.Α.. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός μεταξύ των πλευρών (Τεκμήριο 1) ότι μεταξύ τους υπεγράφη γραπτή συμφωνία ημερ.23.8.1972 για πώληση από τους εναγόμενους στην ενάγουσα του επίδικου οικοπέδου που βρίσκεται στη διεύθυνση οδός Ονούφριου Κληρίδη 8, ενορία Αγίου Παύλου, Άγιος Δομέτιος. Περαιτέρω, ότι η συμφωνημένη τιμή πώλησης του επίδικου οικοπέδου ήταν £4.000,00 και ότι έναντι του τιμήματος πωλήσεως δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, η ενάγουσα πλήρωσε προς τους εναγόμενους το ποσό των £405,

  1. Η τελευταία πληρωμή έγινε τον Οκτώβριο του έτους
  2. Τέλος, αποτέλεσε επίσης παραδεκτό γεγονός η σύναψη γραπτής συμφωνίας ημερ.29.7.1971 μεταξύ των εναγομένων και του Κώστα Κασάπη για πώληση του ιδίου επιδίκου οικοπέδου και ότι οι εναγόμενοι μεταβίβασαν και παρέδωσαν το επίδικο οικόπεδο στον Κώστα Κασάπη κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του έτους
  3. Η ενάγουσα, με την έκθεση απαίτησης της, ισχυρίζεται ότι μόλις ανακάλυψε τα ως άνω, απέστειλε μέσω του δικηγόρου της επιστολή στην οποία οι εναγόμενοι απάντησαν, επίσης μέσω δικηγόρου με τον ισχυρισμό ότι έγινε μεν συμφωνία αλλά ήταν εξ υπαρχής άκυρη και δέχονταν να επιστρέψουν τα πληρωθέντα ποσά. Ακολούθησε και άλλη αλληλογραφία. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι οι εναγόμενοι δεν πληροφόρησαν αυτήν για τη θέση τους περί εξ υπαρχής ακυρότητας της συμφωνίας, προβάλλοντας αυτήν για πρώτη φορά στις 20.10.
  4. Είναι, περαιτέρω, η θέση της ενάγουσας ότι με δικές της ενέργειες ματαίωσε τη δυνατότητα υλοποίησης των συμφωνηθέντων γι'αυτό και ευθύνονται σε αποζημίωση της ενάγουσας για τις ειδικές ζημιές που υπέστη και σε αποζημιώσεις. Ως είναι ο ισχυρισμός της ενάγουσας η αξία του οικοπέδου κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής ήταν €300.000,00 και κατά την 3.10.2014 €225.000,
  5. Με το δικόγραφο της υπεράσπισης τους, οι εναγόμενοι αναφέρονται επίσης στις πράξεις πώλησης, επικαλούμενοι ότι εκ λάθους και αφού διέλαθε της προσοχής τους η προηγούμενη πώληση, προχώρησαν στην επίδικη πώληση προς την ενάγουσα της εν λόγω ακίνητης περιουσίας. Κατά συνέπεια, ισχυρίζονται, το εν λόγω οικόπεδο ήταν ανύπαρκτο για σκοπούς περαιτέρω δικαιοπραξιών με άλλα πρόσωπα. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, ότι επεσήμαναν το λάθος περί το έτος 1980 όταν ο Κώστας Κασάπης είχε ζητήσει τη μεταβίβαση του οικοπέδου και αμέσως προσπάθησαν επανειλημμένα να επικοινωνήσουν με την ενάγουσα, χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι την πίστωσαν με τα ποσά τα οποία είχε καταβάλει, αφού άνοιξαν στο όνομα της τοκοφόρο πιστωτικό λογαριασμό. Πέραν άλλων ισχυρισμών τους, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το έγγραφο που υπογράφτηκε μεταξύ τους και της ενάγουσας δεν συνιστούσε έγκυρη συμφωνία γιατί το αντικείμενο του ήταν ανύπαρκτο, διαζευκτικά δε, και αν ακόμη είχε συναφθεί συμφωνία, αυτή ήταν άκυρη και/ή ακυρώσιμη και ακυρώθηκε λόγω λάθους και ακυρώθηκε λόγω παραβάσεων ουσιωδών όρων της εκ μέρους της ενάγουσας. Τέλος, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι εν πάση περιπτώσει, η ενάγουσα δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά ενόψει του γεγονότος ότι κατά την ημερομηνία της ισχυριζόμενης παράβασης που δεν μπορεί να είναι μεταγενέστερη από τη μεταβίβαση του οικοπέδου στον Κώστα Κασάπη, η αξία του ήταν πολύ μικρότερη από την τιμή του συμβολαίου. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, πέραν της κατάθεσης του Τεκμηρίου 1 (κατάλογος παραδεκτών γεγονότων τα οποία παρέθεσα στην αρχή της απόφασης), εκ συμφώνου κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 2-9 τα οποία αποτελούνται από την επίδικη συμφωνία, αποδείξεις των πληρωμών που έγιναν από την ενάγουσα και την αλληλογραφία που ακολούθησε. Η Παναγιώτα Παρπέρη (Μ.Ε.1) κατέθεσε προς υποστήριξη της υπόθεσης της ενάγουσας αναφερόμενη στη σχέση της με την ενάγουσα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ενάγουσα προχώρησε στην αγορά του επιδίκου ακινήτου. Αναφέρθηκε επίσης σε θέματα που αφορούν τον τρόπο αποπληρωμής με βάση τη δική της εμπειρία στη δική της αγορά για να πει ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 1992, η ενάγουσα με το σύζυγο της ήρθαν στην Κύπρο για πρώτη φορά μετά το έτος 1974 και η πρώτη τους έγνοια ήταν να δουν τι γίνεται με το οικόπεδο τους. Όταν αντιλήφθηκαν ότι κάτι συνέβαινε, η ενάγουσα ανέθεσε την υπόθεση για διεκδίκηση του οικοπέδου σε δικηγόρους, οι οποίοι, όπως την ενημέρωσε η ενάγουσα, απέστειλαν διάφορες επιστολές στους εναγόμενους. Πληροφορήθηκε επίσης για τη μεταβίβαση του οικοπέδου σε άλλα πρόσωπα. Η Γεωργίνα Ανδρέου (Μ.Ε.2), εκτιμητής ακινήτων, αναφέρθηκε στα ακαδημαϊκά της προσόντα και πείρα και κατέθεσε το Τεκμήριο 10 ενώπιον του Δικαστηρίου εξηγώντας αυτό και καταλήγοντας στην εκτίμηση της ότι η αγοραία αξία της επίδικης ακίνητης περιουσίας κατά τις 3.10.2014 ανήρχετο σε €225.000,00 και στις 16.2.2007 σε €300.000,
  6. Ο Γιώργος Παύλου (Μ.Υ.) ήταν ο μοναδικός μάρτυρας για τους εναγόμενους. Ως ο προϊστάμενος του λογιστηρίου των εναγομένων από το έτος 1986, ανέφερε ότι εκ της θέσης του γνωρίζει όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και έχει πρόσβαση στα σχετικά αρχεία που διατηρούν οι εναγόμενοι. Το έτος 1972, δεν ήταν στην υπηρεσία των εναγομένων, συνεπώς, οι γνώσεις του για την υπόθεση προέρχονται από τα αρχεία των εναγομένων και τα σχετικά έγγραφα. Ο Μ.Υ.1 παρέθεσε τη μαρτυρία του προβάλλοντας ουσιαστικά τις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων και καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 11-15 (πωλητήριο έγγραφο μεταξύ των εναγομένων και του Κώστα Κασάπη, κατάσταση του λογαριασμού του Κώστα Κασάπη, πιστοποιητικό πληρωμής, κατάσταση του λογαριασμού της ενάγουσας και λεπτομερή κατάσταση της ενάγουσας με τα ποσά που κρατούνται εις πίστη της συμπεριλαμβανομένων των τόκων). Έχοντας συνοψίσει την προσκομισθείσα μαρτυρία, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι το σύνολο της έχει μελετηθεί με προσοχή από το Δικαστήριο μέσα στο πλαίσιο της μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει, ασφαλώς, και με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. Η παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου ν. Παναγιώτου

(1988)1 Α.Α.Δ.263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ.207). Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, να παρακολουθήσω και τους τρεις μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα περαιτέρω την ευκαιρία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οφείλω να ομολογήσω ότι η διαπίστωση μου για την αξιοπιστία των μαρτύρων είναι η ίδια για όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνάδει αυτή η διαπίστωση και με την εισήγηση του κ.Βελάρη ο οποίος δεν αμφισβήτησε την αξιοπιστία των Μ.Ε.1 και
  1. Όλοι οι μάρτυρες μου έδωσαν την εντύπωση ότι παρέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου τα όσα οι ίδιοι γνώριζαν αναφορικά με την παρούσα υπόθεση με ειλικρίνεια και αποδέχομαι τα λεγόμενα τους. Είμαι, φυσικά, της άποψης ότι τα επίδικα θέματα στην παρούσα υπόθεση αποφασίζονται κυρίως από μαρτυρικό υλικό, πέραν των αναφερόμενων από τους Μ.Υ. και Μ.Ε.
  2. Είμαι της άποψης ότι από τα παραδεκτά γεγονότα παρέχεται το υπόβαθρο για επίλυση της παρούσας διαφοράς. Η δε, Μ.Ε.2 παρέθεσε την εκτίμηση της για την αξία του ακινήτου σε δύο συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Έχω παραθέσει ανωτέρω τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία αναπόφευκτα αποτελούν και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Προκύπτει, συναφώς, ότι της πώλησης του εν λόγω ακινήτου προς την ενάγουσα, προηγήθηκε η πώληση του ιδίου ακινήτου προς τρίτο πρόσωπο. Η πλευρά της ενάγουσας, ουσιαστικά αποδίδει στην πλευρά των εναγομένων παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας ή/και παράνομο τερματισμό από μέρους των εναγομένων, ώστε να δικαιούται σε αποζημιώσεις. Από την πλευρά τους, οι εναγόμενοι επικαλούνται ακυρότητα της συμφωνίας στη βάση ανυπαρξίας του αντικειμένου της συμφωνίας και, ως εισηγήθηκε ο κ.Βελάρης, κοινής πλάνης. Επικαλούνται επίσης, το ότι η ενάγουσα ουδέποτε κατέβαλε το σύνολο του τιμήματος πώλησης ώστε να δικαιούται σε οποιαδήποτε αποζημίωση, έχοντας τελέσει το δικό της μέρος της συμφωνίας. Έχω την άποψη ότι, παρόλο που τα ως άνω αγγίζουν την ουσία του υπό κρίση θέματος, η ορθή ανάλυση είναι ως εξηγείται κατωτέρω. Ο περί Συμβάσεων Νόμος, Κεφ.149, προνοεί στο άρθρο 56
(1)αυτού ότι συμφωνία προς τέλεση πράξης αφ'εαυτής αδύνατης είναι άκυρη. Στο άρθρο 56
(3)προνοείται, περαιτέρω, ότι αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης. Σχετικό είναι επίσης και το άρθρο 65 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, το οποίο προνοεί ότι αν η συμφωνία αποδειχθεί εξ υπαρχής άκυρη ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό. Από τα ως άνω, αβίαστα προβάλλει το ότι η προηγηθείσα πώληση του επιδίκου ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο καθιστούσε αδύνατη τη μεταγενέστερη πώληση αφού οι εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να πράξουν κάτι τέτοιο. Αυτό, κατ'εφαρμογή του άρθρου 56
(1), καθιστά την επίδικη συμφωνία άκυρη. Πρόκειται όμως για την περίπτωση ματαίωσης μιας συμφωνίας με επακόλουθο μόνο την αποκατάσταση των πλευρών στην αρχική τους θέση; Από τα γεγονότα της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι αναφερόμαστε στην πώληση του ιδίου ακινήτου από τον ίδιο πωλητή. Υπό τας περιστάσεις δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι με εύλογη επιμέλεια οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να γνωρίζουν ότι το εν λόγω ακίνητο είχε πωληθεί σε άλλο πρόσωπο. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό το ότι ούτε η ενάγουσα αποδίδει γνώση ή απάτη στους εναγόμενους, ενώ οι εναγόμενοι επικαλούνται το ότι προχώρησαν στην πώληση εκ λάθους και αφού διέλαθε της προσοχής τους η προηγούμενη πώληση. Παράλληλα, δε, προκύπτει ότι η ενάγουσα δεν γνώριζε ότι η υπόσχεση των εναγομένων ήταν αδύνατο να υλοποιηθεί. Προκύπτει, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 56
(3)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Συνεπώς, εφόσον πρόκειται για υπόσχεση η οποία θα έπρεπε να τηρηθεί και εκ των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να τηρηθεί, με την ευθύνη των εναγομένων ως αναλύεται ανωτέρω, πέραν του καθήκοντος να αποκαταστήσουν το όφελος που προσπορίστηκαν, οι εναγόμενοι υποχρεούνται να αποζημιώσουν την ενάγουσα για κάθε ζημιά την οποία υπέστη λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης. Το ερώτημα που τίθεται είναι ποια είναι η ζημιά που η ενάγουσα υπέστη; Προκύπτει από τη μαρτυρία και τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα κατέβαλε στους εναγόμενους το ποσό των £405,
  2. Αυτή η απώλεια του ποσού, συνεπεία της ακυρότητας της συμφωνίας, αποτελεί αποδοτέα ζημιά της ενάγουσας, καθώς επίσης και όφελος που οι εναγόμενοι προσπορίστηκαν από την εξ υπαρχής άκυρη συμφωνία. Πέραν τούτου όμως, δεν φαίνεται να υφίσταται δικογραφημένη ή/και να έχει αποδειχτεί οποιαδήποτε άλλη ζημιά. Η αξία του επίδικου ακινήτου στα δύο χρονικά σημεία, ως τέθηκε στη μαρτυρία, ασφαλώς και δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αποδεκτή και αποδοτέα ζημιά της εν λόγω εξ υπαρχής άκυρης συμφωνίας. Ως αναφέρω ανωτέρω σχετικά με το ποσό που καταβλήθηκε από την ενάγουσα, αυτό αποτελεί όφελος που απεκόμισαν οι εναγόμενοι δυνάμει της υπό κρίση συμφωνίας. Από τη μαρτυρία των ιδίων των εναγομένων, ως έχει γίνει αποδεκτή, οι εναγόμενοι προσπορίστηκαν και τόκο επί του εν λόγω ποσού, ως εμφαίνεται στο Τεκμήριο 15 το οποίο δείχνει το ποσό που οι εναγόμενοι κρατούν εις πίστη της ενάγουσας. Με αυτά τα δεδομένα είμαι της άποψης ότι όλο αυτό το ποσό (αρχικό ποσό και τόκος μέχρι την 31.12.2014) είναι αποδοτέο στην ενάγουσα. Δεν μου διαφεύγει η επιχειρηματολογία του κ.Βελάρη σε σχέση με την καθυστερημένη διεκδίκηση από μέρους της ενάγουσας μέσω της παρούσας αγωγής. Από τη στιγμή που τα γεγονότα που είναι σχετικά με την παρούσα διαφορά έγινε κατορθωτό να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και με δεδομένα τα όσα αναφέρονται στην παρούσα απόφαση, συμπεριλαμβανομένης και της θέσης των εναγομένων ότι διατηρούν στη διάθεση της ενάγουσας το εν λόγω ποσό, κρίνω ότι δεν θα ήταν ορθό να απορριφθεί η παρούσα αγωγή. Από τα ως άνω προκύπτει ότι η αγωγή της ενάγουσας θα έχει επιτυχή κατάληξη ως προς ένα μέρος της και μόνο. Αυτό το μέρος της αξίωσης, όμως, ήταν πάντοτε στη διάθεση της ενάγουσας από τους εναγόμενους. Είναι φυσικά γεγονός, επίσης, ότι ουδέποτε κατεβλήθη, ούτε και υπήρξε οποιαδήποτε πληρωμή του στο Δικαστήριο (payment into Court) ως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Αυτά θεωρώ ως σχετικούς παράγοντες που λαμβάνω υπόψη αναφορικά με το θέμα των εξόδων. Με τα δεδομένα, ως τα περιγράφω ανωτέρω, θεωρώ ότι η δικαιότερη διαταγή ως προς τα έξοδα είναι όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα δικά της έξοδα, τηρουμένων προηγούμενων διαταγών του Δικαστηρίου ως προς έξοδα. Κρίνοντας ότι από τις προβαλλόμενες αξιώσεις, πέραν της ως άνω που αναλύεται, καμία άλλη δεν έχει αποδειχτεί, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων για το ποσό των €4.367,28, συμπεριλαμβανομένων τόκων μέχρι 31.12.2014, πλέον νόμιμο τόκο επ'αυτού από 1.1.2015 μέχρι εξόφλησης. Τηρουμένων των προηγούμενων διαταγών του Δικαστηρίου ως προς έξοδα, η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .................................. Μ.Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.