PHITOS CHRISTODOULOU CENTRAL WOODWORKING ν. ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής : 3931/08, 16/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A234 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 3931/08 Μεταξύ : PHITOS CHRISTODOULOU CENTRAL WOODWORKING, από την Πάφο Εναγόντων και
- ΧΡ. ΚΟΥΤΣΙΟΦΗΣ & ΥΙΟΣ ΛΤΔ, από την Λευκωσία
- ΒΑΣΙΛΗ ΙΕΡΕΙΔΗ, από τη Λευκωσία Εναγομένων Ημερ:16.6.15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες : κ. Δημητριάδης Για την εναγόμενους 1 : κ. Αρτεμίου Για τους εναγόμενους 2 : κ. Καντούνας Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Κατά το στάδιο της ανάγνωσης της γραπτής δήλωσης του ΜΕ3 (έγγραφο Γ) ηγέρθη ένσταση και από τους δυο δικηγόρους των εναγομένων 1 και 2, εν σχέση με την παράγραφο 17.1-6 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα ως εκτός δικογράφων. Ο κ. Αρτεμίου για τους εναγόμενους 1 ανέφερε περαιτέρω ότι καθόσον αφορά την παράγραφο 17.6 δεν υπάρχουν δικογραφημένες λεπτομέρειες δόλου των εναγομένων
- Ειδικότερα η παράγραφος 11 της εκθέσεως απαιτήσεως που αναφέρεται σε συνομωσία των εναγομένων 1 και 2 παραπέμπει στην παράγραφο 8, στην οποία καταγράφονται λεπτομέρειες αμελείας για τον εναγόμενο 1 κι όχι λεπτομέρειες δόλου. Η θέση του κ. Δημητριάδη, συνοπτικώς, ήταν πως όλη η παράγραφος 17 της γραπτής δήλωσης αποτελεί μαρτυρία που επιχειρεί να αποδείξει την παράγραφο 8 της εκθέσεως απαιτήσεως και παρέπεμψε προς τούτο και στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Το δικαστήριο έχει υπόψη τα αναγραφόμενα στην παράγραφο 17.1-6 της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα και δεν θα τα επαναλάβει. Είναι σαφές πως οι ενστάσεις εδράζονται επί του δικογράφου της εκθέσεως απαιτήσεως. Κατά συνέπεια η έκθεση απαιτήσεως αποτελεί την βάση επί της οποίας αυτές θα κριθούν. Είναι νομολογημένο ότι τα επίδικα θέματα περιορίζονται με την δικογραφία και η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ.24, 28-29). Αναπόφευκτα θα πρέπει να γίνει αναφορά στην έκθεση απαιτήσεως. Η διαφορά αφορά εργολαβικό συμβόλαιο, το οποίο οι ενάγοντες, σύμφωνα με την παράγραφο 9 της εκθέσεως απαιτήσεως, τερμάτισαν επικαλούμενοι δόλο και συμπαιγνία των εναγομένων και παραβάσεις της συμφωνίας και αμέλεια. Η αγωγή ηγέρθη εναντίον των εναγομένων 1 ως τους εργολάβους του έργου και του εναγόμενου 2 ως του αρχιτέκτονα. Στην παράγραφο 7 της εκθέσεως απαιτήσεως αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 2 είχε καθήκον εμπιστευτικής φύσεως και να ενεργεί με καλή πίστη και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων των εναγόντων και συνεπώς να ασκεί με δέουσα για αρχιτέκτονα επιμέλεια και ικανότητα. Στην παράγραφο 8 αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 2 έκδωσε τα πιστοποιητικά πληρωμής αρ.7 και 8 κατά παράβαση των καθηκόντων του της παραγράφου 7 και/ή παράνομα και/ή δόλια και/ή διαπράττοντας με την έκδοση παράνομη ιδιοποίηση και/ή συνομωσία και/ή κατά παράβαση σύμβασης και/ή σχέσης αντιπροσωπείας και/ή προκαλώντας έτσι απώλεια και ζημιά στους ενάγοντες και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό των εναγομένων 1 σε βάρος των εναγόντων. Αμέσως στην συνέχεια και υπό το τίτλο «Λεπτομέρειες» παρατίθενται οκτώ παραγράφοι. Περαιτέρω στην παράγραφο 10 αναγράφεται ότι διαζευκτικά των ισχυρισμών της παραγράφου 8, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι ενέργειες του εναγόμενου 2 που περιγράφονται στην παράγραφο 8 συνιστούν εκ μέρους του παράβαση συμφωνίας με τους ενάγοντες και/ή παράλληλης συμφωνίας και/ή αμέλεια. Στην παράγραφο 11 αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι 2 συνωμότησαν με τον εναγόμενο 1 και/ή συνέργησαν και/ή παρέσχον συνδρομή και/ή συμβούλεψαν και/ή προήγαγαν και/ή ενέκριναν τις ενέργειες και παραλείψεις του εναγομένου 2 που περιγράφονται στην παράγραφο 8 και τέλος στην παράγραφο 12 αναφέρεται ότι χωρίς βλάβη των ισχυρισμών της παραγράφου 11, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι πράξεις των εναγομένων 1 που περιγράφονται στην ίδια παράγραφο
(11)και/ή άλλες συνδέονται με τις περιγραφόμενες πιο κάτω απώλειες και ζημιές και συνιστούν εκ μέρους των εναγομένων 1 παράβαση του συμβολαίου και/ή παράλληλης συμφωνίας. Στην υπόθεση Eurogal Surveys Ltd, ν. D. Trade Interational Ltd, Πολ. Έφεση 348/09 ημερ.17.10.14, εν σχέση μετά δικόγραφα υποδεικνύεται ότι: « Σύμφωνα όμως με τους ορθούς δικογραφικούς κανόνες και τις επιταγές της Δ.19 θ.22 και Δ.19 θ.20, όπου γίνεται επίκληση της ύπαρξης σχέσης μεταξύ των διαδίκων και η σχέση αυτή εξυπακούεται από μια σειρά επιστολών ή επικοινωνιών ή άλλως πως, θεωρείται αρκετό να καταγραφεί ο ισχυρισμός αυτός ως γεγονός και να γίνει γενική αναφορά στις επιστολές ή τις επικοινωνίες αυτές. Όπως περαιτέρω εξηγείται στον Bullen & Leake: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 57, όπου η αγωγή βασίζεται στη ρήξη συμβολαίου ή συμφωνίας, τόσο οι ουσιώδεις όροι της συμφωνίας, όσο και αν η συμφωνία έγινε γραπτώς ή μερικώς γραπτώς και μερικώς προφορικώς, θα πρέπει να αναφέρονται. Ιδιαίτερα πρέπει η απαίτηση να δείχνει με τις αναγκαίες λεπτομέρειες ότι διαρρήχθηκε το συμβόλαιο και με ποιο τρόπο ώστε να καταλήξει ο ενάγων στο μέρος εκείνο του δικογράφου του όπου επιδιώκει τις ανάλογες θεραπείες. Επίσης στο Annual Practice 1970, σελ. 262, αναγράφεται ότι όπου η βάση της αγωγής εδράζεται σε συμφωνία πρέπει να αναφέρεται η ημερομηνία, τα ονόματα των μετεχόντων σ΄ αυτή και η αντιπαροχή. Και περαιτέρω σε εξυπακουόμενα συμβόλαια ή συμφωνίες όταν αυτά συνάγονται από διαβουλεύσεις, συναντήσεις ή γενικές περιστάσεις είναι αρκετή η ένθεση του ισχυρισμού ότι έγινε το συμβόλαιο ή η συμφωνία και η συναγωγή του γενικά από έγγραφα. Ως προς δε την απάντηση (reply), επί της ιδίας πιο πάνω αποφάσεως υπεδείχθησαν τα κάτωθι : Η απάντηση, («reply») ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης. ........................... Είναι ακριβώς αυτό που δεν επιτρέπεται. Στον Odgers´ Principles of Pleading and Practice 21η έκδ., σελ. 208-209, επεξηγείται ότι στο στάδιο της απάντησης επενεργεί για πρώτη φορά η αρχή της μη απόκλισης από την προηγούμενη δικογραφία. Όπως επί λέξει αναφέρεται: «It is at this stage that the rule against what is called "a departure in pleading" applies for the first time. A party shall not in any pleading make any allegation of fact, or raise any new ground of claim, inconsistent with any previous pleading of his." (Order 18, r.10; and see Herbert v. Vaughan
(1972)1 W.L.R. 1128).» Η ορθή πορεία είναι για τον ενάγοντα να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης του. Δίδεται το παράδειγμα από την υπόθεση Kingston v. Corker
(1892)29 LR.Ir. 364, ότι: «If the statement of claim alleges a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent. The statement of claim must be amended.» Επί δε ισχυρισμού επί δόλου η Δ.19. Θ.5 είναι επιτακτική για την παράθεση λεπτομερειών των ισχυριζόμενων δόλιων πράξεων, θα πρέπει να παρατίθενται με πληρότητα και να αναφέρεται ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες έγιναν δόλια. Η υπόθεση Ιακώβου ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 992, που παρέπεμψε ο κ. Αρτεμίου είναι σχετική ως προς την υποχρέωση για παράθεση λεπτομερειών δόλου. Μάλιστα στην υπόθεση Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτορς Λτδ, Πολ. Έφεση αρ.180/10 ημερ.20.2.15, υπεδείχθη ότι: «η έλλειψη δικογραφικού υποβάθρου δεν θεραπεύεται με τυχόν ερωτήσεις κατά την ακρόαση. Όπως τονίστηκε στη Federal Bank (ανωτέρω), στη σελ.1452: «Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα.» Στην παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία που επιχειρείται να εισαχθεί δια του ΜΕ3 ποσώς και δεν καλύπτεται από το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης. Πέραν της καταγραφής στην έκθεση απαιτήσεως των δυο πιστοποιητικών πληρωμής αρ.7 και 8 όλα όσα επιχειρούνται να εισαχθούν ως μαρτυρία είναι εκτός δικογράφων. Δεν αποτελούν μαρτυρία προς απόδειξη δικογραφημένων ισχυρισμών της εκθέσεως απαιτήσεως ως είναι η εισήγηση του κ. Δημητριάδη, αλλά αποτελούν γεγονότα εκτός δικογράφων. Η έκθεση απαιτήσεως συμπλέκει διάφορες αιτίες αγωγής είτε στις ίδιες παραγράφους, είτε παραπέμποντας υπό μορφή λαβυρινθώδους σταυρολέξου σε άλλες, συμπλέκοντας τους εναγόμενους 1 και 2, χωρίς να υπάρχει η απαιτούμενη σαφήνεια ως προς το ζητούμενο. Οι λεπτομέρειες που παρατίθενται στην παράγραφο 8 είναι άγνωστο σε ποιες αιτίες αγωγής που καταγράφονται στην παράγραφο 8 αφορούν, ήτοι λεπτομέρειες αμελείας του εναγομένου 2, ή λεπτομέρειες δόλου, ή παράνομης ιδιοποίησης, ή συνομωσίας, ή παράβασης σύμβασης, ή σχέσης αντιπροσωπείας, ή αδικαιολόγητου πλουτισμού. Στην δε παράγραφο 10 οι ενέργειες και παραλείψεις του εναγομένου 2 ως προς τις λεπτομέρειες αυτές, περιγράφονται εκ νέου και διαζευκτικώς ως παράβαση συμφωνίας και/ή παράλληλης συμφωνίας και/ή αμέλεια. Ούτε ποια είναι η παράλληλη συμφωνία αναφέρεται, ούτε και λεπτομέρειες αυτής καταγράφονται ως απαιτεί η νομολογία. Πέραν όμως αυτών, η συμπλοκή και διασύνδεση των εναγομένων 1 με τις λεπτομέρειες της παραγράφου 11, καθιστούν το τοπίο τελείως ισχνό και πλήρως θολό. Αν πρόκειται για ανέντιμη συνομωσία των εναγομένων 1 και παρείχαν συνδρομή στον εναγόμενο 2, ως καταγράφεται στην παράγραφο 11 και 12 της εκθέσεως απαιτήσεως, και στον βαθμό που οι συγκεκριμένες αυτές δικογραφημένες θέσεις συνιστούν δόλο, οι λεπτομέρειες της παραγράφου 11 χαρακτηρίζονται και εμπεριέχουν μια σειρά διαφόρων αιτιών αγωγής που κάθε άλλο παρά σε δόλο παραπέμπουν. Ουσιαστικά είναι άγνωστο σε ποια αιτία αγωγής, από τις πολλές και διάφορες που καταγράφονται, παραπέμπουν οι λεπτομέρειες. Για τους πιο πάνω λόγους η ένσταση τόσο των εναγομένων 1 όσο και των εναγομένων 2 εγκρίνεται. Η παράγραφος 17.1-6 της γραπτής δήλωσης, έγγραφο Γ, διαγράφεται. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Στην δε παράγραφο 10 οι ενέργειες και παραλείψεις του εναγομένου 2 ως προς τις λεπτομέρειες αυτές, περιγράφονται εκ νέου και διαζευκτικώς ως παράβαση συμφωνίας και/ή παράλληλης συμφωνίας και/ή αμέλεια. Ούτε ποια είναι η παράλληλη συμφωνία αναφέρεται, ούτε και λεπτομέρειες αυτής καταγράφονται ως απαιτεί η νομολογία. Πέραν όμως αυτών, η συμπλοκή και διασύνδεση των εναγομένων 1 με τις λεπτομέρειες της παραγράφου 11, καθιστούν το τοπίο τελείως ισχνό και πλήρως θολό. Αν πρόκειται για ανέντιμη συνομωσία των εναγομένων 1 και παρείχαν συνδρομή στον εναγόμενο 2, ως καταγράφεται στην παράγραφο 11 και 12 της εκθέσεως απαιτήσεως, και στον βαθμό που οι συγκεκριμένες αυτές δικογραφημένες θέσεις συνιστούν δόλο, οι λεπτομέρειες της παραγράφου 11 χαρακτηρίζονται από μια σειρά διαφόρων αιτιών αγωγής που κάθε άλλο παρά σε δόλο παραπέμπουν. Ουσιαστικά είναι άγνωστο σε ποια αιτία αγωγής, από τις πολλές και διάφορες που καταγράφονται, παραπέμπουν οι λεπτομέρειες. Για τους πιο πάνω λόγους η ένσταση τόσο των εναγομένων 1 όσο και των εναγομένων 2 εγκρίνεται. Η παράγραφος 17.1-6 της γραπτής δήλωσης, έγγραφο Γ, διαγράφεται. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο