← Κύπρος

Πόλυ Πολυκάρπου ν. Laiki Financial Services Ltd, Αρ. Αγωγής: 6550/2014, 15/6/2015

Πόλυ Πολυκάρπου ν. Laiki Financial Services Ltd, Αρ. Αγωγής: 6550/2014, 15/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A232 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6550/2014 Μεταξύ: Πόλυ Πολυκάρπου Ενάγοντα και Laiki Financial Services Ltd Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 10.12.2014 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 15 Ιουνίου, 2015 Για τον ενάγοντα - αιτητή : κα Μ. Κυριάκου Για την εναγομένη - καθ' ης η αίτηση : κ. Σ. Γιορδαμλής ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο ενάγων, ο οποίος είναι χρηματιστής, επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης για €18.391, ήτοι μέρος της αξίωσης, καθότι θεωρεί ότι για το συγκεκριμένο ποσό δεν υφίσταται υπεράσπιση. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η αξίωση είναι για €98.726,81 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, το οποίο αποτελείται από €80.335,81 προμήθεια για το έτος 2010 και €18.391 προμήθεια για το έτος 2011, για πράξεις και/ή συναλλαγές στις οποίες προέβαινε ο ενάγων στα πλαίσια επαγγελματικής συνεργασίας με την εναγομένη. Η εναγομένη καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης στις 25.11.2014 και στις 10.12.2014 ο ενάγων καταχώρισε την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση. Η αίτηση στηρίζεται στις Διαταγές 18 θ. 1,2 και 9 και 48 θ. 1 - 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία, στην πρακτική του Δικαστηρίου, στις γενικές αρχές του Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, ο οποίος αναφέρει ότι η εναγομένη του οφείλει το συνολικό ποσό της απαίτησης που αφορά προμήθειες ύψους €80.335,81 για το έτος 2010 και €18.391 για το έτος

  1. Προβάλλει τη θέση ότι για το ποσό των €18.921 υπάρχει παραδοχή από πλευράς εναγομένης ότι αυτό το ποσό οφείλεται προς τον ενάγοντα, με επιστολή της ημερ. 9.2.2012 (Τεκμήριο 2) και συνεπώς δεν υπάρχει υπεράσπιση. Σύμφωνα με τον ενάγοντα, είναι πρόδηλο ότι με το Τεκμήριο 2 η εναγομένη αναγνωρίζει την εν λόγω οφειλή και απλώς ζητούσε από τον ενάγοντα να την επιβεβαιώσει. Αναφέρει επιπλέον ότι σε σχέση, τουλάχιστον, με το εν λόγω ποσό, η εναγομένη καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης προς τον σκοπό καθυστέρησης της εκδίκασης της απαίτησης και της πληρωμής του εν λόγω ποσού προς τον ενάγοντα. Συνεπώς, ζητά την έκδοση απόφασης για το ποσό των €18.391 πλέον έξοδα. Η εναγομένη καταχώρισε ένσταση, στην οποία εξειδικεύονται οι εξής λόγοι:
  2. Η αίτηση είναι ανεδαφική καθώς δεν συντρέχουν ούτε κατ' ελάχιστον οι απαραίτητες προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την έκδοση συνοπτικής απόφασης βάσει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
  3. Η καθ' ης η αίτηση έχει πλήρη, βάσιμη και καλή υπεράσπιση σε ολόκληρη την αξίωση του αιτητή, την οποία θα πρέπει να της επιτραπεί να προβάλει και να αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια πλήρους εκδίκασης της αγωγής.
  4. Το ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό και/ή οποιοδήποτε μέρος αυτού σε καμία περίπτωση δεν είναι αποδεκτό και η καθ' ης η αίτηση δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον αιτητή.
  5. Ο αιτητής δεν νομιμοποιείται σε καταβολή οποιασδήποτε πληρωμής ποσοστού προμήθειας.
  6. Ουδέποτε έχει υπογραφεί οποιαδήποτε συμφωνία Συνδεδεμένου Αντιπροσώπου μεταξύ του αιτητή και της καθ' ης η αίτηση.
  7. Ο αιτητής διά της αιτήσεως και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν παραθέτει οποιαδήποτε μαρτυρία και/ή γεγονότα που να αποδεικνύουν πως η υπεράσπιση της καθ' ης η αίτηση δεν είναι καλή και/ή ουσιαστική.
  8. Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν περιέχουν οποιαδήποτε και/ή επαρκή μαρτυρία με την οποία να αποδεικνύεται η απαίτηση του αιτητή ή οποιοδήποτε μέρος αυτής.
  9. Η ισχυριζόμενη αξίωση του αιτητή δεν αφορά εκκαθαρισμένη απαίτηση και ο αιτητής δεν έχει παραθέσει οποιαδήποτε στοιχεία ως προς τον υπολογισμό του οφειλόμενου ποσού και/ή της πληρωμής ποσοστού προμηθειών και/ή δεν έχει επισυνάψει οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού η οποία να δείχνει το πραγματικό υπόλοιπο και απαιτούμενο ποσό.
  10. Εγείρονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολότητα της μαρτυρίας, γραπτής και προφορικής.
  11. Ο αιτητής δεν απεκάλυψε πλήρως και/ή ολοκληρωμένα και/ή απέκρυψε από το Δικαστήριο τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
  12. Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και αποσκοπεί στην αποστέρηση των δικαιωμάτων της καθ' ης η αίτηση να καταχωρίσει υπεράσπιση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Μιχάλη Ξιούρου, Γενικού Διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος αναφέρει ότι η τελευταία έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Ο ενάγων υπήρξε για σειρά ετών πελάτης της εναγομένης και τον Οκτώβριο του 2010 είχαν ξεκινήσει οι διαπραγματεύσεις για ενδεχόμενη επαγγελματική συνεργασία. Απεστάλη στον ενάγοντα προσχέδιο προτεινόμενης συμφωνίας Συνδεδεμένου Αντιπροσώπου (Τεκμήριο 1 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 18.10.2010 και Τεκμήριο 2 προσχέδιο συμφωνίας). Στις 1.11.2010 απεστάλη τροποποιημένο προσχέδιο συμφωνίας και υπογραμμίστηκε από την εναγομένη ότι ο ενάγων θα δικαιούτο να λάβει τα ποσά που προνοούσε η συμφωνία από 1.10.2010 μόνο εφόσον οι διαπραγματεύσεις ευοδωθούν και συναφθεί η συμφωνία Συνδεδεμένου Αντιπροσώπου. Ο ενόρκως δηλών προσθέτει ότι σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, σε περίπτωση υπογραφής συμφωνίας και ορισμού του ενάγοντα ως Συνδεδεμένου Αντιπροσώπου της εναγομένης, τότε η τελευταία θα είχε υποχρέωση να γνωστοποιήσει τον ορισμό και τη συμφωνία στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία με τη σειρά της θα ενέγραφε τον ενάγοντα στο σχετικό Μητρώο. Εντούτοις, ο ενάγων ουδέποτε αποδέχθηκε και/ή υπέγραψε το προσχέδιο συμφωνίας και ουδέποτε ορίστηκε Συνδεδεμένος Αντιπρόσωπος της εναγομένης ούτε και ενεγράφη στο Μητρώο. Ισχυρίζεται δε ότι εκτός από τις διαπραγματεύσεις για συνεργασία οι οποίες δεν κατέληξαν σε συμφωνία, η εναγομένη δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ή συνεργασία με τον εναγόμενο και δεν του οφείλει οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή προμηθειών ή άλλως πως για οποιοδήποτε έτος. Ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της εναγομένης αναφέρει επιπλέον ότι ο ενάγων αναφέρεται γενικά και αόριστα σε συμφωνηθείσα προμήθεια επί συναλλαγών, χωρίς λεπτομέρειες και χωρίς οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών και/ή κατάσταση λογαριασμού που να καταδεικνύει ή να επεξηγεί τον τρόπο υπολογισμού της όποιας προμήθειας. Όσον αφορά την επιστολή ημερ. 9.2.2012 Τεκμήριο 2, ο ενόρκως δηλών επισημαίνει ότι δεν φέρει το όνομα οποιουδήποτε υπαλλήλου ή αντιπροσώπου της εναγομένης και ότι είναι ανυπόγραφη από μέρους της. Το μοναδικό πρόσωπο που υπογράφει την εν λόγω επιστολή είναι ο ίδιος ο ενάγων. Ισχυρίζεται ότι η επιστολή ετοιμάστηκε προκαταρκτικά και για λογιστικούς σκοπούς μόνο, ουδέποτε υπεγράφη από την εναγομένη, δεν τη δεσμεύει και δεν της δημιουργεί οποιαδήποτε υποχρέωση. Προβάλλει ότι η εναγομένη ουδέποτε αποδέχθηκε οποιαδήποτε οφειλή προς τον ενάγοντα, αλλά αντίθετα έχει επανειλημμένως αναφέρει στον ενάγοντα και τους δικηγόρους του ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο 4 επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντα ημερ. 18.9.2014 στην οποία κάνει λόγο για οφειλόμενα ποσά προμηθειών για τα έτη 2010 και 2011 που «υπερβαίνουν κατά πολύ το ποσό των €100.000», ισχυρισμός που διαφέρει ουσιωδώς από τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης, και ως Τεκμήριο 5 την απάντηση των δικηγόρων της εναγομένης ημερ. 30.9.2014 με την οποία αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό υπό μορφή προμηθειών για οποιαδήποτε έτη. Ο ενόρκως δηλών τονίζει ότι η αξίωση του ενάγοντα δεν αφορά εκκαθαρισμένη απαίτηση, καθώς εγείρονται σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου η ολότητα της μαρτυρίας. Επισημαίνει ότι ο ενάγων επιχείρησε να τεκμηριώσει τον αβάσιμο ισχυρισμό του για δήθεν οφειλή με την παρουσίαση μιας επιστολή η οποία υπογράφεται μόνο από τον ίδιο ενώ παρέλειψε να αποκαλύψει την ανταλλαγείσα αλληλογραφία στην οποία φαίνεται ότι η εναγομένη πάντοτε απέρριπτε τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ακόμη και σε περίπτωση που αποφασιστεί ότι η εναγομένη οφείλει κάποιο ποσό, είναι αδύνατο να καθοριστεί στο παρόν στάδιο με βάση την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του ενάγοντα, ποιο είναι το εν λόγω ποσό. Επαναλαμβάνει ότι η εναγομένη έχει πολύ καλή υπεράσπιση στην απαίτηση και ζητά την απόρριψη της αίτησης και να της δοθεί άδεια για καταχώριση υπεράσπισης. Τα πιο πάνω είναι όσα τέθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετική νομολογία, εισηγήσεις και επιχειρήματα. Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια[1]. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18, θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:

(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2, θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι, απ' ό,τι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης, αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και με φειδώ ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητικοί. Η ένσταση πρέπει να περιέχει λεπτομερώς τις θέσεις του [2] . Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 13.11.2014 και σημείωμα εμφάνισης για την εναγομένη καταχωρίστηκε στις 25.11.
  1. Συνεπώς οι δύο πρώτες προϋποθέσεις της Δ.18, θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ο ενόρκως δηλών είναι ο ίδιος ο ενάγων, ο οποίος αναφέρει ρητά ότι γνωρίζει όλα τα σχετικά γεγονότα, όπως εξάλλου είναι λογικό, εφόσον πρόκειται για δική του υπόθεση. Ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει την απαίτησή του με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στην αγωγή του και ότι ο καθ' ου εξακολουθεί να οφείλει το ποσό, και ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, ο ενάγων με την υπό εξέταση αίτησή του και την ένορκη δήλωσή του επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης μόνο για μέρος της αξίωσης, ήτοι για €18.391 προμήθειες για πράξεις και συναλλαγές για το έτος 2011, καθότι ισχυρίζεται ότι υπάρχει παραδοχή/αναγνώριση από την εναγομένη στην επιστολή ημερ. 9.2.2012 Τεκμήριο 2 ότι οφείλεται αυτό το ποσό και συνεπώς θεωρεί ότι δεν υφίσταται υπεράσπιση για αυτό το μέρος της αξίωσης. Εν τούτοις, η εν λόγω επιστολή δεν φαίνεται να υπογράφεται από την πλευρά της εναγομένης, παρά μόνο από τον ίδιο τον ενάγοντα. Συνεπώς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο ενάγων, με την ένορκη δήλωσή του, επαληθεύει και επιβεβαιώνει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής, με αναφορά στα θέματα που εμπεριέχονται στο εν λόγω κλητήριο, εφόσον ο ενάγων, όσον αφορά την υπό εξέταση αίτηση, βασίζεται εξ ολοκλήρου σε μία ανυπόγραφη από την εναγομένη επιστολή, ως αποδεικνύουσα αναγνώριση ή παραδοχή της εναγομένης για ένα μόνο μέρος της επίδικης αξίωσης. Ως εκ τούτου, η ένορκη δήλωση του ενάγοντα στην ουσία δεν επαληθεύει τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, οφείλω να σημειώσω ότι η Δ.18, θ. 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι αν φανεί ότι η υπεράσπιση που παρατίθεται από τον εναγόμενο αφορά μόνο σε μέρος της απαίτησης του ενάγοντα ή ότι οποιοδήποτε μέρος της απαίτησης είναι αποδεκτό/παραδεκτό, ο ενάγων θα δικαιούται απόφαση αμέσως για το μέρος της απαίτησης στο οποίο δεν αφορά η υπεράσπιση ή το οποίο είναι παραδεκτό, με όρους σε σχέση με αναστολή εκτέλεσης και σε σχέση με τα έξοδα όπως το Δικαστήριο θα κρίνει πρέπον, και μπορεί να δοθεί άδεια στον εναγόμενο για υπεράσπιση όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της αξίωσης του ενάγοντα. Παρά ταύτα, στην προκειμένη περίπτωση η πιο πάνω αναφερόμενη Δ.18 θ. 4 δεν περιέχεται στη νομική βάση της αίτησης. Εξάλλου, δεν πρόκειται για περίπτωση όπου ο εναγόμενος προβάλλει υπεράσπιση που αφορά μόνο μέρος της αξίωσης ή όπου μέρος της αξίωσης είναι παραδεκτό, έτσι ώστε να υπήρχε η δυνατότητα έκδοσης συνοπτικής απόφασης για το εν λόγω μέρος της αξίωσης, ως φαίνεται να είναι η επιδίωξη του ενάγοντα με την υπό εξέταση αίτηση. Αντίθετα, η εναγομένη με την ένστασή της προβάλλει υπεράσπιση για ολόκληρη την απαίτηση και σε καμία περίπτωση δεν αποδέχεται οποιοδήποτε μέρος της αξίωσης. Ειδικότερα, η εναγομένη επισημαίνει ότι ουδέποτε υπεγράφη από τους διαδίκους το προτεινόμενο συμβόλαιο Συνδεδεμένου Αντιπροσώπου που είχαν αποστείλει στον ενάγοντα στο στάδιο των διαπραγματεύσεων για συνεργασία και συνεπώς ουδέποτε διορίστηκε ως αντιπρόσωπός τους έτσι ώστε να δικαιούται οποιοδήποτε ποσοστό προμήθειας για τη διενέργεια οποιωνδήποτε χρηματιστηριακών συναλλαγών. Η θέση της εναγομένης, δηλαδή, είναι ότι οι διάδικοι άρχισαν συζητήσεις-διαπραγματεύσεις για συνεργασία, πλην όμως ουδέποτε κατέληξαν σε συμφωνία. Περαιτέρω, η εναγομένη προβάλλει ότι πάντοτε αρνείτο ολόκληρη την απαίτηση του ενάγοντα, έτσι ώστε να μην τίθεται θέμα έκδοσης απόφασης για μέρος της απαίτησης για την οποία δεν προβάλλεται υπεράσπιση ή για την οποία υπάρχει παραδοχή και ότι η επιστολή ημερ. 9.2.2012 στην οποία ο ενάγων βασίζει την υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση για μέρος της αξίωσης είναι ανυπόγραφη από μέρους της εναγομένης και ετοιμάστηκε για άλλους σκοπούς. Οι θέσεις αυτές της εναγομένης υποστηρίχθηκαν με την παράθεση σχετικών εγγράφων και ειδικότερα τα ηλεκτρονικά μηνύματα που απεστάλησαν στον ενάγοντα στο στάδιο των διαπραγματεύσεων Τεκμήρια 1 και 3, την προτεινόμενη αλλά ανυπόγραφη συμφωνία Τεκμήριο 2 και την αλληλογραφία όπου φαίνεται ότι αρνούνται ολόκληρη την απαίτηση Τεκμήρια 4 και
  2. Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Δεν υπάρχει δυνατότητα ούτε και δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης για το μέρος της αξίωσης εκ €18.391 για το οποίο ο ενάγων θεωρεί ότι υπάρχει παραδοχή ή δεν υφίσταται υπεράσπιση ένεκα μιας επιστολής η οποία υπογράφεται μόνο από τον ίδιο τον ενάγοντα. Τονίζω, βεβαίως, ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας αίτησης ουδόλως προβαίνει σε στάθμιση και αξιολόγηση των εκατέρωθεν αντικρουόμενων ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγομένου, ως να εκδίκαζε την ουσία της διαφοράς. Παρομοίως, η πραγματική και νομική σημασία και βαρύτητα που θα πρέπει να αποδοθεί στην προαναφερόμενη επιστολή, είναι ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο στην ακρόαση της αγωγής επί της ουσίας. Στο παρόν στάδιο, σημειώνω μόνο ότι η απλή παράθεση από τον ενάγοντα της εν λόγω επιστολής δεν επαρκεί ώστε να καταδείξει παραδοχή μέρους της απαίτησης από την εναγομένη και ότι δεν έχει υπεράσπιση για το συγκεκριμένο μέρος της απαίτησης, εφόσον η εναγομένη προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς οι οποίοι θα πρέπει να σταθμιστούν και να αξιολογηθούν στο κατάλληλο στάδιο. Ακόμη όμως και αν είχε ικανοποιηθεί και το τρίτο κριτήριο της Δ.18, θ.1(α), και μετατοπιζόταν το βάρος στην εναγομένη να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να της δίδουν το δικαίωμα για υπεράσπιση, και πάλιν θα απέρριπτα την αίτηση. Βάσει της σχετικής νομολογίας, ο εναγόμενος θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τις αναγκαίες εκείνες λεπτομέρειες που οδηγούν στη διαπίστωση καλόπιστης υπεράσπισης ή δικάσιμου θέματος. Όπως λέχθηκε στην Ν. V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1912, «είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.» Μελετώντας τόσο την ένσταση όσο και την ένορκη δήλωση του γενικού διευθυντή της εναγομένης που τη συνοδεύει, προκύπτει ότι προβάλλονται ισχυρισμοί και θέσεις οι οποίες καταδεικνύουν ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές και θέματα προς εκδίκαση, ενώ δίδονται από την εναγομένη ικανοποιητικές λεπτομέρειες. Όπως έχει προαναφερθεί, η εναγομένη προβάλλει ότι οι διάδικοι ουδέποτε κατέληξαν σε συμφωνία και ουδέποτε ορίστηκε ο ενάγων ως αντιπρόσωπός τους έτσι ώστε να δικαιούται οποιαδήποτε προμήθεια επί οποιωνδήποτε χρηματιστηριακών ή άλλων πράξεων και συναλλαγών για οποιοδήποτε έτος, εξ ου και ουδέποτε ενεγράφη ο ενάγων στο σχετικό Μητρώο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Η δε εναγομένη, υποστήριξε τις θέσεις αυτές με τα Τεκμήρια 1 - 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Σημειώνω ότι στο ηλεκτρονικό μήνυμα που απεστάλη στον ενάγοντα στις 1.11.2010 Τεκμήριο 3, γίνεται αναφορά σε τροποποιήσεις της προτεινόμενης συμφωνίας, και σημειώνεται ότι θα του αποδοθούν όλα τα ποσοστά / ποσά που αναφέρονται στη νέα σύμβαση, εφόσον αυτή υπογραφεί. Η πλευρά του ενάγοντα ουδόλως έχει υποστηρίξει στα πλαίσια της παρούσας ότι υπάρχει υπογραμμένη συμφωνία βάσει της οποίας συμφωνήθηκαν συγκεκριμένα ποσοστά προμήθειας. Ούτε και έχει προσκομιστεί κάποια κατάσταση ή άλλα στοιχεία που να καταδεικνύουν τις πράξεις για τις οποίες απαιτεί προμήθεια και το συμφωνηθέν ποσοστό αυτής. Επαναλαμβάνω ότι η υπό εξέταση αίτηση για συνοπτική απόφαση για μέρος της αξίωσης βασίζεται εξ ολοκλήρου επί της επιστολής ημερ. 9.2.2012 την οποία επισύναψε ο ενάγων στην ένορκη δήλωσή του ως Τεκμήριο 2, την οποία θεωρεί ότι καταδεικνύει αποδοχή της εναγομένης μέρους της αξίωσης. Η εναγομένη, όμως, έχει προβάλει συγκεκριμένες θέσεις και ισχυρισμούς σε σχέση με την εν λόγω επιστολή, και συγκεκριμένα ότι δεν φέρει όνομα εκ μέρους της εναγομένης, είναι ανυπόγραφη από μέρους της, ετοιμάστηκε για άλλους σκοπούς και είναι υπογραμμένη μόνο από τον ενάγοντα. Στην ουσία, αυτό που ισχυρίζεται ο ενάγων στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησής του είναι ότι με την επιστολή ημερ. 9.2.2012, η εναγομένη αναγνώρισε το ποσό που οφείλει στον ενάγοντα για προμήθειες για το έτος 2011, έτσι ώστε να δημιουργείται ένα είδος εκκαθαρισμένου υπολοίπου ή παραδεδεγμένου λογαριασμού σε σχέση με το συγκεκριμένο ποσό. Η έννοια και ο τρόπος στη βάση του οποίου επενεργεί ένας παραδεδεγμένος λογαριασμός επεξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ
(2005)1Α Α.Α.Δ. 610 ως εξής στη σελίδα 615: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη επισημαίνει ότι ουδέποτε υπέγραψε την επιστολή ημερ. 9.2.2012 και συνεπώς δεν υπάρχει αναγνωρισμένο υπόλοιπο, αρνείται κατηγορηματικά την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας και παραθέτει τη σχετική αλληλογραφία των διαδίκων. Άλλωστε, η έκθεση απαίτησης δεν κάνει αναφορά σε παραδεδεγμένο λογαριασμό ή εκκαθαρισμένο υπόλοιπο ως βάση της αγωγής για το μέρος του ποσού της αξίωσης εκ €18.391, παρά μόνο σε επαγγελματική συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, βάσει της οποίας δικαιούτο να λάβει προμήθεια ύψους €80.335,81 για το έτος 2010 και €18.391 για το έτος 2011, σύνολο €98.726,
  1. Οι ισχυρισμοί περί αναγνώρισης της οφειλής για το έτος 2011 με επιστολή ημερ. 9.2.2012 προβλήθηκαν μόνο στα πλαίσια της παρούσας αίτησης για συνοπτική απόφαση, με σκοπό την κατάδειξη ότι δεν υφίσταται υπεράσπιση για αυτό το μέρος της απαίτησης, με την επιδίωξη όπως εκδοθεί συνοπτική απόφαση για το ποσό των €18.
  2. Από τη στιγμή που η εναγομένη αμφισβητεί έντονα την ισχυριζόμενη οφειλή (τόσο για το έτος 2010, όσο και για το έτος 2011 που περιορίζεται η υπό εξέταση αίτηση), αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας για επαγγελματική συνεργασία με τον ενάγοντα επί προμηθεία, και προβάλλει συγκεκριμένες θέσεις και ισχυρισμούς με την παράθεση στοιχείων και τεκμηρίων, τόσο σε σχέση με ολόκληρη την απαίτηση όσο και σε σχέση με την επιστολή ημερ. 9.2.2012 στην οποία βασίζεται εξ ολοκλήρου η θέση του ενάγοντα περί αποδοχής και αναγνώρισης μέρους του επίδικου χρέους και ανυπαρξίας υπεράσπισης για μέρος της αξίωσης, η οποία δεν φαίνεται να είναι υπογραμμένη από την πλευρά της εναγομένης, προκύπτει ότι υπάρχει σοβαρή διαφορά προς εκδίκαση. Επαναλαμβάνω και τονίζω, βεβαίως, ότι δεν είναι ορθό στο παρόν στάδιο και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να υπεισέλθει το Δικαστήριο στην ουσία της διαφοράς και να αξιολογήσει μαρτυρία ή να αντιπαραβάλει τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και να επιλέξει ποια εκδοχή θεωρεί πιο πειστική. Σημειώνω μόνο ότι από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο στο πλαίσιο της υπό εξέταση αίτησης, κρίνω πως οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί της πλευράς της εναγομένης θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής ακροαματικής διαδικασίας. Όπως προκύπτει από όλα τα πιο πάνω, η υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου η απαίτηση, ή έστω μέρος αυτής, είναι ξεκάθαρη και είναι αναμφίβολο ότι η εναγομένη δεν έχει καμία υπεράσπιση. Η πλευρά της εναγομένης αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα από τα οποία διαφαίνεται η ύπαρξη ζητήματος προς εκδίκαση, και δεν θα πρέπει να της στερηθεί η δυνατότητα υπεράσπισης της αγωγής στην ολότητά της ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στην εναγομένη να καταχωρίσει Έκθεση Υπεράσπισης εντός 21 ημερών από σήμερα. Δεν υπάρχει λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα - αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Σ. Κλεόπα Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. [2] Βλ. Hermes Insurance, ανωτέρω, και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ''Νέστορος
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 204) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.