ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΔΑΝΙΗΛ ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗΣ, Αρ. Αγωγής: 8384/07, 30/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A275 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8384/07 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσα -και- ΔΑΝΙΗΛ ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗΣ Εναγομένου ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 17/12/2009 ΚΑΙ ΔΙ΄ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: ΔΑΝΙΗΛ ΧΑΤΖΗΤΤΟΦΗΣ Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντας -και-
- ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ
- CLR STOCKBROKERS LTD
- ΚΩΣΤΑΣ ΤΟΥΜΠΟΥΡΗΣ Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι 30 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα-εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη 1: κ. Λ. Πασχαλίδης για Άντης Τριανταφυλλίδης και Υιοί. Για τον Εναγόμενο-εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντα: κ. Κ. Γεωργίου για Α. Σ. Παπαντωνίου. Για την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2: καμία εμφάνιση. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η ενάγουσα τράπεζα διεκδικεί από τον εναγόμενο το ποσό των ΛΚ.49.752,60 σεντ πλέον τόκο προς 11.5% ετησίως από 1.7.2007 με κεφαλαιοποίηση των τόκων, δύο φορές τον χρόνο, την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου. Κατά τους δικογραφημένους της ισχυρισμούς, στις 30.1.1997, κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου για συμμετοχή στο σχέδιο "ΕΘΝΟΠΕΝΔΥΤΗΣ", του παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω ειδικού τρεχούμενου λογαριασμού ύψους ΛΚ.30.000, με αποκλειστικό σκοπό την αγορά και πώληση χρηματιστηριακών αξιών. Μεταξύ των όρων της συμφωνίας ήταν και οι εξής: - ότι όλοι οι τίτλοι που θα αγοράζοντο από τον εναγόμενο και/ή τους αντιπροσώπους του, θα ενεχυριάζοντο υπέρ της ενάγουσας και τα σχετικά απορρέοντα δικαιώματα, θα εκχωρούνταν στην ενάγουσα, ως εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγομένου. - ότι ο εναγόμενος θα υποχρεούτο να παραχωρεί ενέχυρο υπέρ της ενάγουσας υπό μορφή μετοχών και ή μετρητών ίσο προς το 30% του ύψους του ορίου ως πρόσθετη ασφάλεια του ορίου. - ότι η ενάγουσα θα είχε δικαίωμα να προβεί σε πώληση των μετοχών και κλείσιμο του λογαριασμού όταν η αγοραία αξία των ενεχυριασθείσων μετοχών και της τυχόν κατάθεσης μετρητών θα ήταν κατώτερη του 120% του ορίου ή του υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων της, αν αυτό τύγχανε να ήταν μεγαλύτερο (περιθώριο ασφαλείας). Στις 20.2.1997 ο εναγόμενος διόρισε το χρηματιστηριακό γραφείο CLR StockBrokers Ltd ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, υπογράφοντας προς το σκοπό αυτό σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο. Μετά δε την αποϋλοποίηση των αξιών και τη σύσταση κεντρικού μητρώου αποθετηρίου στο ΧΑΚ στις 26.3.2002, ο εναγόμενος διόρισε την ενάγουσα, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του. Στις 10.2.1997 προς περαιτέρω και καλύτερη εξασφάλιση των υποχρεώσεων του, ο εναγόμενος υπέγραψε και παρέδωσε στην ενάγουσα έγγραφο ενεχυρίασης τίτλων αξιών δυνάμει του οποίου κατέθεσε και ή ανέλαβε να καταθέσει τίτλους των μετοχών. Ήταν όρος του εγγράφου ενεχυρίασης, ότι, σε περίπτωση που ο εναγόμενος παρέλειπε να πληρώσει οποιαδήποτε οφειλόμενα ποσά ανεξαρτήτως προέλευσης ή σε περίπτωση που η αγοραία αξία των ενεχυριασθείσων μετοχών δεν κάλυπτε το οφειλόμενο από τον εναγόμενο ποσό, κατά ένα ποσοστό τουλάχιστον 20%, η ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα, χωρίς ειδοποίηση, να προβεί στην πώληση των ενεχυριασθείσων μετοχών σε οποιαδήποτε τιμή και χωρίς να έχει οποιαδήποτε ευθύνη έναντι του εναγόμενου. Στις 12.7.1999 κατόπιν αίτησης του εναγόμενου το όριο της πιστωτικής διευκόλυνσης αυξήθηκε από ΛΚ30.000 σε ΛΚ.40.
- Στις 16.8.1999 τα μέρη συμφώνησαν όπως το ενέχυρο υπέρ της ενάγουσας σε μετοχές ή μετρητά το οποίο παρέχετο ως πρόσθετη ασφάλεια του εγκεκριμένου ορίου πιστωτικών διευκολύνσεων, θα αυξάνετο από 30% σε 40% του ύψους του πιστωτικού ορίου του εναγόμενου. Ομοίως το περιθώριο ασφαλείας θα αυξάνετο από 120% σε 130%. Στα πλαίσια των πάνω συμφωνιών και ή πιστωτικών διευκολύνσεων ο λογαριασμός του εναγόμενου κατά ή περί τις 26.11.2004 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ53.514,
- Με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, η ενάγουσα τερμάτισε την πιστωτική διευκόλυνση και τη λειτουργία του αντίστοιχου λογαριασμού του εναγομένου, καλώντας τον να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό εντός 7 ημερών. Ταυτόχρονα τον ειδοποίησε ότι το υπόλοιπο θα έφερε αυξημένο επιτόκιο 11,5% ετησίως κεφαλαιοποιούμενο 2 φορές τον χρόνο την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου. Μεταξύ 23.3.2006 και 28.3.2006 η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα που της παρείχαν οι όροι της συμφωνίας ημερομηνίας 30.1.1997 και προέβη στην πώληση 55.000 μετοχών της εταιρείας TOXOTIS INVESTMENT LTD. Το εισπραχθέν ποσό πιστώθηκε έναντι της οφειλής του εναγομένου, με αποτέλεσμα το υπόλοιπο την 1.7.2007, να ανερχόταν σε ΛΚ49.752,60 πλέον τόκους 11,5%, ποσό το οποίο διεκδικείται με την παρούσα αγωγή. Ο εναγόμενος δεν περιορίστηκε στην υποβολή Υπεράσπισης στα όσα του καταλογίζονται. Τουναντίον, με ένα πολυσέλιδο και πολύπλοκο δικόγραφο προέβαλε και ανταπαίτηση, όχι μόνο εναντίον της ενάγουσας, αλλά και εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 2 και 3, ως αυτοί εμφαίνονται στον τροποποιημένο τίτλο της αγωγής. Το δικόγραφο αυτό δεν συνάδει με τα όσα επιτάσσει η Διαταγή 19, Θ.2 και 4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο θεσμός 2 αναφέρεται σε δικόγραφα τόσο σύντομα, όσο το επιτρέπει η φύση της υπόθεσης και ο θεσμός 4 σε δικόγραφα που να περιέχουν μόνο μια συνοπτική μορφή έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στα οποία στηρίζεται η αξίωση του διαδίκου. Το συγκεκριμένο δικόγραφο - ελπίζω άθελα - όχι μόνο δεν συνέβαλε στην αποκρυστάλλωση των επιδίκων θεμάτων, αλλά τουναντίον, κατά τρόπο εκφυλιστικό, τα περιέπλεξε. Στην πορεία της υπόθεσης, η ανταπαίτηση εναντίον του εξ ανταπαιτήσεως εναγομένου 3 αποσύρθηκε. Παρέμεινε όμως εναντίον των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων 1 και
- Στο σημείο αυτό θα επιχειρήσω να καταγράψω κάποιες θέσεις του εναγομένου, οι οποίες αναφύονται με ικανοποιητικό βαθμό συγκρότησης, επισημαίνοντας την ίδια ώρα, ότι, το δικόγραφο ως σύνολο, παρά την απουσία εκτενούς αναφοράς, το διεξήλθα με κάθε προσοχή. Ο πρώτος ισχυρισμός, ασύνδετος με τον υπόλοιπο κορμό του δικογράφου, είναι ότι υπάρχει δεδικασμένο, καθ' ότι η ενάγουσα ήγειρε την αγωγή 6325/2005 την οποία στη συνέχεια απέσυρε. Επί της ουσίας είναι η θέση του εναγομένου ότι η σύναψη και η συνέχιση λειτουργίας του επενδυτικού λογαριασμού ήταν αντίθετη με τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και συνεπώς άκυρη ως αντίθετη με τη Δημόσια Πολιτική. Περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι, είναι η ενάγουσα, χωρίς εξουσία και χωρίς να έχει νόμιμο δικαίωμα που τον παρότρυνε και/ή εξώθησε να υποβάλει αίτηση και να συμμετάσχει στο εν λόγω επενδυτικό σχέδιο με την ονομασία "ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ". Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ήταν η μόνη που είχε το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασθείσες μετοχές, όταν η εξασφάλιση ξέφευγε του συμφωνηθέντος ορίου (όροι 11 και όροι 5 και 7). Κατόπιν, θα έπρεπε να εξοφλήσει το δήθεν χρέος και να επιστρέψει στον εναγόμενο το περιθώριο εξασφάλισης, το οποίο της είχε παραδώσει. Στο πλαίσιο αυτό, η ενάγουσα τον είχε διαβεβαιώσει ότι ουδέποτε θα είχε οποιαδήποτε ζημιά πέραν από την αξία των μετρητών/μετοχών που θα κατάθετε ως ενέχυρο για τον λογαριασμό. Η ενάγουσα παρέλειψε να πράξει τα ανωτέρω και συνεπώς είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την όποια ζημιά παρουσίασε ο εν λόγω λογαριασμός. Επιπλέον, η ενάγουσα ουδέποτε του εξήγησε τη σημασία που έχει ο χρηματιστής για την κίνηση του λογαριασμού και εν πάση περιπτώσει ο χρηματιστής ήταν της απολύτου επιλογής και/ή συνδεόμενος και/ή εξαρτώμενος της ενάγουσας. Ομοίως ουδέποτε του εξηγήθηκε η σημασία των εγγράφων ενεχυρίασης μετοχών, των εγγράφων διορισμού εμπιστευματοδόχου και των νέων πληρεξουσίων εγγράφων που υπέγραψε. Σε άλλο σημείο, ισχυρίζεται ότι τα έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών, υπογράφηκαν χωρίς νόμιμο αντάλλαγμα και/ή χωρίς την παρουσία μαρτύρων. Αλλού στο δικόγραφο, αναφέρεται ότι οι συμφωνίες ενεχυρίασης είναι ετεροβαρείς, σε σημείο που να καθίστανται εξ υπαρχής άκυρες και/ή ακυρώσιμες. Το ίδιο και η συμφωνία/επενδυτικό σχέδιο. Σε ότι αφορά τις τροποποιήσεις στο επενδυτικό σχέδιο, ισχυρίζεται ότι έγιναν μονομερώς και είχαν ως αποτέλεσμα να καταργήσουν την αρχική συμφωνία. Ισχυρίζεται αλλού ότι η ενάγουσα επέδειξε αμέλεια στο να διατηρήσει τον λογαριασμό στην καθορισμένη από την ίδια αναλογία και επί τούτου παραθέτει και σχετικές λεπτομέρειες. Λεπτομέρειες παραθέτει και σε ότι αφορά απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις από μέρους της ενάγουσας. Ομοίως υπάρχουν λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παραβιάσεις καθηκόντων σε σχέση με τους εξ ανταπαιτήσεως εναγομένους 2 και 3, ενώ οι ισχυρισμοί περί απάτης καταλογίζονται και σ' αυτούς. Κάποιοι ειδικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται ειδικά για τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 3, δεν έχει πλέον σημασία να καταγραφούν, αφού η εναντίον του αξίωση εγκαταλείφθηκε. Ένας άλλος ισχυρισμός του εναγομένου είναι ότι η συμφωνία/επενδυτικό σχέδιο και/ή τα πληρεξούσια έγγραφα είναι εξ υπαρχής άκυρα αφού αντιβαίνουν το άρθρο 19
(18)των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμου, ως επίσης και τον ίδιο τον Νόμο. Σε άλλο σημείο του δικογράφου, προβάλλεται η θέση ότι η συμφωνία ουδέποτε τερματίστηκε νόμιμα και ότι συνακόλουθα η ενάγουσα δεν νομιμοποιείτο να εγείρει εναντίον του την αγωγή. Σε ότι αφορά τον ίδιο τον λογαριασμό, ουδέποτε έδωσε ο ίδιος οποιαδήποτε εντολή προς την ενάγουσα ή τον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 2 ως αυτές εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού. Τελικώς, πέραν της παντελούς άρνησης της απαίτησης της ενάγουσας, ο εναγόμενος ανταπαιτεί όπως ακυρωθούν όλες οι συμφωνίες (rescinded). Όπως του επιστραφεί το ποσό των ΛΚ10.000 πλέον τόκο το οποίο αντιπροσωπεύει το περιθώριο εξασφάλισης και όπως του επιδικαστούν αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης και για επαγγελματική αμέλεια. Οι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν κοινή Υπεράσπιση με την οποία απορρίπτουν όλες τις θέσεις του εναγομένου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 δεν εκπροσωπήθηκε στην ακρόαση αφού ο δικηγόρος τους είχε από προηγουμένως αποσυρθεί. Κατά την ακροαματική διαδικασία κατάθεσαν μόνο δύο μάρτυρες. Η υπάλληλος της ενάγουσας Τούλια Θεμιστοκλέους (Μ.Ε.1) και ο εναγόμενος, Δανιήλ Χατζηττοφής (Μ.Υ.1). Κατατέθηκε όμως, χωρίς ένσταση και μεγάλος αριθμός τεκμηρίων. Πρόκειται για τα εξής: Τεκμήριο 1 - Γραπτή Συμφωνία για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο. Τεκμήριο 2 - Επιστολή αποδοχής ενάγουσας. Τεκμήριο 3 - Επιστολή ημερ. 5.7.
- Τεκμήριο 4 - Έγγραφο αύξησης πιστωτικών διευκολύνσεων ημερ. 12.7.
- Τεκμήριο 5 - Έγγραφο τροποποίησης ημερ. 16.8.
- Τεκμήριο 6 - Πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 20.2.
- Τεκμήριο 7 - Σύμβαση ενεχυρίασης ημερ. 10.2.
- Τεκμήριο 8 - Αντίγραφα εξουσιοδοτήσεων για αγορές/πωλήσεις εναγομένου. Τεκμήριο 9 - Ανακοίνωση ημερ. 1.1.01 σε όλες τις ημερήσιες εφημερίδες. Τεκμήριο 10 - Ανακοίνωση ημερ. 15.8.01 στην εφημερίδα Αλήθεια. Τεκμήριο 11 - Ανακοίνωση ημερ. 16.8.01 στην εφημερίδα Δειλινή. Τεκμήριο 12 - Ανακοίνωση ημερ. 22.9.01 στην εφημερίδα Αλήθεια. Τεκμήριο 13 - Ανακοίνωση ημερ. 10.11.01 στην εφημερίδα Αλήθεια. Τεκμήριο 14 - Ανακοίνωση ημερ. 19.12.02 στην εφημερίδα Αλήθεια. Τεκμήριο 15 - Ανακοίνωση ημερ. 9.4.03 στην εφημερίδα Πολίτης. Τεκμήριο 16 - Ανακοίνωση ημερ. 10.11.01 στην εφημερίδα Πολίτης. Τεκμήριο 17 - Επιστολή τερματισμού ημερ. 26.11.
- Τεκμήριο 18 - Αντίγραφο πληρεξουσίου. Τεκμήριο 19(α) - Επιστολή ημερ. 28.2.
- Τεκμήριο 19(β) - Επιστολή ημερ. 31.10.
- Τεκμήριο 19(γ) -Επιστολή ημερ. 5.11.
- Τεκμήριο 20 - Πιστά αντίγραφα μηνιαίων καταστάσεων του λογαριασμού του εναγομένου από 1.4.1997-26.11.2004 και πρωτότυπα των μηνιαίων καταστάσεων του από 30.11.2004-31.3.
- Τεκμήριο 21(α) - Συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου από την έναρξη του λογαριασμού μέχρι 31.12.
- Τεκμήριο 21(β) - Συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού του εναγομένου από 1.1.2008 μέχρι 31.12.
- Τεκμήριο 22 - Επιστολή ημερ. 3.4.
- Τεκμήριο 23 - Επιστολή ημερ. 2.7.
- Τεκμήριο 24 - Επιστολή ημερ. 6.7.
- Τεκμήριο 25 - Επιστολή ημερ. 8.10.
- Τεκμήριο 26 - Επιστολή ημερ. 9.10.
- Τεκμήριο 27 - Επιστολή ημερ. 15.1.
- Τεκμήριο 28 - Επιστολή ημερ. 15.1.
- Τεκμήριο 29 - Επιστολή ημερ. 10.4.
- Τεκμήριο 30 - Επιστολή ημερ. 10.4.
- Τεκμήριο 31 - Επιστολή ημερ. 15.7.
- Τεκμήριο 32 - Επιστολή ημερ. 9.10.
- Τεκμήριο 33 - Επιστολή ημερ. 7.4.
- Τεκμήριο 34 - Επιστολή ημερ. 7.4.
- Τεκμήριο 35 - Επιστολή ημερ. 31.3.
- Τεκμήριο 36 - Επιστολής ημερ. 25.10.
- Τεκμήριο 37 - Αντίγραφο συγκεντρωτικής κατάστασης του ΧΑΚ ημερ. 31.12.
- Τεκμήριο 38(α) - Έγγραφα που αφορούσαν τον κ. Λάζαρο Λαζάρου. Τεκμήριο 38(β) - Επιστολή διακοπής της αγωγής 6325/
- Τεκμήριο 39 - Έξοδα επενδυτή. Τεκμήριο 40(α) - Εγκύκλιος επιστολή ημερ. 12.7.
- Τεκμήριο 40(β) - Εγκύκλιος επιστολή ημερ. 12.10.
- Τεκμήριο 40(γ) - Εγκύκλιος επιστολή ημερ. 24.11.
- Τεκμήριο 40(δ) - Εγκύκλιος επιστολή ημερ. 29.11.
- Τεκμήριο 40 (ε) - Εγκύκλιος επιστολή ημερ. 5.1.
- Τεκμήριο 40(στ) - Εγκύκλιος επιστολή ημερ. 15.3.
- Τεκμήριο 40(ζ) - Εγκύκλιος επιστολή ημερ. 28.7.
- Τεκμήριο 41 - Σχετικό απόσπασμα από εγχειρίδιο της Αρχής Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών της Αγγλίας (F.S.A) με την προσθήκη ότι είναι απόσπασμα από Αγγλική νομοθεσία. Τεκμήριο 42(α) - Η σελίδα 145 του πορίσματος Κοινοβουλευτικής Επιτροπής της Βουλής. Τεκμήριο 42(β) - Η σελίδα 162 του πορίσματος. Τεκμήριο 42(β) - Οι σελίδες 258 και 359 του πορίσματος. Τεκμήριο 43 - Μέρος του γενικού συμπεράσματος του όρου εντολής 2 της έκθεσης της διερευνητικής επιτροπής του ΧΑΚ
- Τεκμήριο 44(α) - Οι σελίδες 152-154 του πορίσματος. Τεκμήριο 44(β) - Οι σελίδες 161-164 του πορίσματος. Τεκμήριο 45 - Εγκύκλιος ημερ. 6.5.
- Τεκμήριο 46 - Οι σελίδες 9 και 10 του πορίσματος της ερευνητικής επιτροπής του ΧΑΚ. Τεκμήριο 47 - Εγκύκλιος ημερ. 11.1.
- Τεκμήριο 48 - Ανάλυση πράξεων εναγομένου (κατατέθηκε από κοινού). Η Μ.Ε.1 υιοθέτησε γραπτή δήλωση (έγγραφο 1), καταθέτοντας συνάμα μεγάλο αριθμό τεκμηρίων. Η μάρτυρας, η οποία εργάζεται στην ενάγουσα εδώ και 14 και πλέον χρόνια, αναφέρθηκε στο σχέδιο στο οποίο μετείχε ο εναγόμενος (ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ), στις συνθήκες ανοίγματος του λογαριασμού του, στους όρους και τον τρόπο λειτουργίας του, στις επιμέρους συναλλαγές του και στην εξελικτική διαμόρφωση της οφειλής του προς την ενάγουσα. Η περιγραφή του σχεδίου στην οποία προέβη και η αναφορά της στη συμμετοχή του εναγομένου, συνάδουν κατά τρόπο ταυτόσημο με τα όσα αναφέρονται στο δικόγραφο της ενάγουσας. Κατά την αντεξέταση, επισήμανε, ότι, τότε, υπεύθυνη της Υπηρεσίας ήταν η Λίζα Παντελίδου αλλά από το 1999 έχει και η ίδια προσωπική ανάμειξη στην παρακολούθηση του λογαριασμού του εναγομένου. Όσον αφορά το λογαριασμό, διευκρίνισε ότι επρόκειτο για ειδικό τρεχούμενο λογαριασμό ο οποίος ήταν αποκλειστικά για επενδύσεις στο ΧΑΚ. Ο λογαριασμός τερματίστηκε στις 26.11.2004 με το τεκμήριο
- Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος ουδεμία εντολή έδωσε για αγοραπωλησία μετοχών, απάντησε ότι ο λογαριασμός χρεωνόταν συμφώνως των εξουσιοδοτήσεων (τεκμήριο 8) και ο εναγόμενος ενημερωνόταν με την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 20), χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει τις εντολές. Ερωτηθείς σε σχέση με τον όρο 7 της συμφωνίας (τεκμήριο 1), διατύπωσε τη θέση ότι ο εν λόγω όρος είναι δικαίωμα για πώληση των μετοχών που έδιδε στην ενάγουσα και δεν δημιουργούσε υποχρέωση. Απέρριψε υποβολές ότι η ενάγουσα επέδειξε ολιγωρία και είναι αποκλειστικά υπεύθυνη λόγω επαγγελματικής αμέλειας, ως επίσης και ότι οι εκάστοτε χρεώσεις επιτοκίου ήταν καταχρηστικές. Ομοίως απέρριψε υποβολές που σχετίζονται με εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και ειδικά ότι υπήρξε παράβαση των, προσθέτοντας επ' αυτού, ότι, ουδέποτε επιβλήθηκε στην ενάγουσα πρόστιμο για κάτι τέτοιο. Ο Μ.Υ.1 υιοθέτησε και αυτός γραπτή δήλωση (έγγραφο 2), με την οποία παραδέχεται την υπογραφή της συμφωνίας (τεκμήριο 1), του πληρεξουσίου εγγράφου (τεκμήριο 6) και της σύμβασης ενεχυρίασης (τεκμήριο 7). Χαρακτηρίζει τον λογαριασμό "επενδυτικό" και παραδέχεται ότι διάβασε και κατανόησε τους όρους συμμετοχής του στο επενδυτικό σχέδιο. Αναφέρει περαιτέρω, ότι η ενάγουσα είχε ευθύνη να αποτρέψει ζημιά, αν όχι στον επενδυτή, τουλάχιστον στον ίδιο της τον εαυτό. Ομοίως δυνάμει της παραγράφου 7 των όρων για συμμετοχή στο σχέδιο, η ενάγουσα, σε περίπτωση που το περιθώριο ασφαλείας περιοριζόταν κάτω από το αναφερόμενο ποσοστό, όφειλε να προχωρήσει στο κλείσιμο του λογαριασμού και στην πώληση ολόκληρου του χαρτοφυλακίου. Σε σχέση με τη λειτουργία του λογαριασμού, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, τον χρησιμοποιούσαν καταχρηστικά για να κερδίζουν υπέρμετρες προμήθειες. Ο ίδιος ουδέποτε απέσυρε χρήματα ή είχε οποιοδήποτε κέρδος από τον συγκεκριμένο λογαριασμό. Ούτε και έδωσε ποτέ οποιαδήποτε εντολή για αγοραπωλησία μετοχών. Όλες οι αγοροπωλησίες έγιναν χωρίς τις εντολές του και χωρίς να το γνωρίζει. Περαιτέρω ισχυρίζεται, πως όταν το όριο ασφαλείας, παραβιάστηκε, η ενάγουσα είχε καθήκον να ασκήσει το δικαίωμα που της είχε παραχωρήσει, να πωλήσει τις μετοχές και να εισπράξει τα χρήματα της. Η ενάγουσα ουδέποτε τον ενημέρωσε για τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας και εν πάση περιπτώσει, αν η ενάγουσα υπάκουε στις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας δεν θα υπήρχε επίδικο θέμα. Επ' αυτού και με αναφορά σε αποσπάσματα του Πορίσματος της Βουλής, ισχυρίστηκε (σε αντίθεση με τα λεγόμενα της Μ.Ε.1) ότι, είχε επιβληθεί και στην ενάγουσα, πρόστιμο για μη τήρηση των εγκυκλίων. Τελικώς, ισχυρίστηκε πως ο ίδιος δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε ζημιά έναντι της ενάγουσας. Αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ότι υπέγραψε τα τεκμήρια 1-
- Σε σχέση με τους τόκους και τα έξοδα παρακολούθησης, διευκρίνισε ότι δεν είχε κανένα παράπονο, αλλά ανέμενε να γινόταν ακριβώς αυτό. Δηλαδή η ενάγουσα να παρακολουθούσε/διαχειριζόταν τον λογαριασμό, να τον ειδοποιούσε όταν ανατρεπόταν το όριο, και αν δεν επαναφερόταν εντός 24 ωρών, να έκλεινε τον λογαριασμό. Δέχτηκε ότι οι αγοροπωλησίες των μετοχών έγιναν συμφώνως του τεκμηρίου
- Ο ίδιος πάντως δεν ήξερε τι γινόταν ακόμα και όταν λάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 20). Απέρριψε υποβολές ότι η ενάγουσα ενήργησε συμβατικά και ότι δυνάμει του όρου 7 του τεκμηρίου 1 είναι δικαίωμα που είχε να πωλήσει τις μετοχές και όχι υποχρέωση. Επ' αυτού απάντησε χαρακτηριστικά "...θέλετε εσείς να έχετε τα δικαιώματα και να πληρώνουν άλλοι τις επιπτώσεις". Τέλος του υποβλήθηκε ότι το πρόστιμο στο οποίο αναφέρθηκε κατά την κυρίως του εξέταση δεν είχε καμία σχέση με το ΧΑΚ, αλλά αντίθετα με τη γενική πιστωτική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας. Επί τούτου απάντησε ότι τα δύο, την τότε εποχή, ήταν συνυφασμένα. Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Υ.1, σειρά πήραν οι δικηγόροι των μερών για να παραθέσουν την επιχειρηματολογία τους. Αμφότεροι, ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατάθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Τις αγορεύσεις αυτές τις μελέτησα με προσοχή και ενδελέχεια. Ζητήματα, πραγματικά και νομικά, τα οποία άπτονται των επιδίκων θεμάτων, θα τα σχολιάσω στον βαθμό που απαιτείται, σε κατοπινό στάδιο αυτής της απόφασης. Προέχει όμως να αξιολογηθεί η προσκομισθείσα μαρτυρία για να διαφανεί η πορεία πλεύσης της υπόθεσης και η σειρά των θεμάτων που θα πρέπει να εξετασθούν. Η μάρτυρας της ενάγουσας, Μ.Ε.1 μου προξένησε εξαιρετική εντύπωση. Η μαρτυρία της ήταν συγκροτημένη, αταλάντευτη και κάλυψε σημείο προς σημείο την απαίτηση της ενάγουσας, ξεκινώντας από την αίτηση του εναγομένου για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο "ΕΘΝΟΕΠΕΝΔΥΤΗΣ" μέχρι και την ανάδειξη του τελικώς οφειλομένου ποσού από τον εναγόμενο προς την ενάγουσα, μέσα από τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 20 και 21). Η μαρτυρία της πλαισιώθηκε από τα σχετικά γραπτά πειστήρια, ήτοι τα τεκμήρια 1-39, τα οποία γνώριζε με περισσή λεπτομέρεια και στον βαθμό που της ζητήθηκε και ήταν αναγκαίος για απόδειξη της υπόθεσης, είτε τα επεξήγησε πλήρως είτε προέβη σε επιμέρους διασαφηνίσεις και διευκρινήσεις. Ανενδοίαστα αποδέχομαι τη μαρτυρία της και αναγάγω τα λεγόμενα της σε ευρήματα του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά τον εναγόμενο και γενικά τη γραμμή που ακολουθήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης κατά την ακρόαση, προκύπτει, ότι, σωρεία θέσεων που προβάλλονται στο δικόγραφο του, τελικώς είτε εγκαταλείφθηκαν είτε δεν προωθήθηκαν με την προσκόμιση της ανάλογης μαρτυρίας. Ήταν συγκεκριμένες οι πτυχές στις οποίες επικεντρώθηκε ο εναγόμενος (Μ.Υ.1), οι οποίες, σε μεγάλο βαθμό άπτονται νομικών ισχυρισμών. Επί των γεγονότων - και τούτο αφορά την αξιοπιστία του μάρτυρα - θα πρέπει να πω ότι δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Διαπίστωσα μια έκδηλη προσπάθεια πλήρους αποποίησης και μετακύλησης της ευθύνης στους ώμους της ενάγουσας και της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης
- Στην προσπάθεια του αυτή, θεωρώ ότι κατέφυγε και σε ψεύδη, όπως παραδείγματος χάρη, όταν ισχυρίστηκε ότι οι κατά συρροή αγοραπωλησίες μετοχών, γινόντουσαν χωρίς την εντολή ή τη γνώση του, ισχυρισμός ο οποίος αντιστρατεύεται όχι μόνο της λογικής αλλά και της ροής των γεγονότων. Ο εναγόμενος δεν διαμαρτυρήθηκε για οποιαδήποτε αγοραπωλησία ούτε και ζήτησε, ως είχε δικαίωμα, την αντικατάσταση των χρηματιστών - τους οποίους ειρήσθω εν παρόδω, ο ίδιος επέλεξε. Αντίθετα, ζήτησε αύξηση του ορίου του λογαριασμού του, για να έχει περισσότερα χρήματα στη διάθεση του για σκοπούς επένδυσης στο ΧΑΚ. Στο ίδιο πλαίσιο, προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει - παρά τη μόρφωση και την ενασχόληση του με τα χρηματοοικονομικά δρώμενα - ότι δεν κατάλαβε τι γινόταν ακόμα και όταν του αποστέλλονταν οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 20). Ενόψει των πιο πάνω, στον βαθμό που η μαρτυρία του αντιστρατεύεται της αξιόπιστης μαρτυρίας της Μ.Ε.1, την απορρίπτω. Προτού καταπιαστώ με τον κύριο κορμό των νομικών θεμάτων που προωθήθηκαν, να πω δυο λόγια σε σχέση με τον ισχυρισμό του εναγομένου για δεδικασμένο ενόψει της απόσυρσης της αγωγής 6325/
- Καμία μαρτυρία δεν προσκομίστηκε από πλευράς του σε σχέση με το ζήτημα αυτό, ούτε και προκύπτει, εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός αυτός να έχει οποιαδήποτε βάση. Από την επιστολή (τεκμήριο 38(β)) διαφαίνεται ότι η εν λόγω αγωγή είναι άνευ βλάβης που είχε αποσυρθεί εναντίον του εναγομένου και επομένως κανένα δεδικασμένο δεν δημιουργείται (βλ. Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ.
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 και Χ²Παύλου v. Jinarro Terra Co. Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 76). Έρχομαι τώρα στα άλλα νομικά ζητήματα, τα οποία σε συνάρτηση και με τα γεγονότα της υπόθεσης, αναδείχθηκαν μέσα από την ακροαματική διαδικασία. Θα πρέπει να πω, ότι, τα πλείστα εξ αυτών - αν όχι όλα - έχουν προβληθεί από τον δικηγόρο του εναγόμενου σε αριθμό άλλων υποθέσεων και έχουν πλήρως επιλυθεί, όχι μόνο πρωτόδικα αλλά και από το Ανώτατο Δικαστήριο. Καθηκόντως όμως θα επαναλάβω τις αναφύουσες αρχές. Ξεκινώ από τον ισχυρισμό ότι η απαίτηση της ενάγουσας πάσχει, διότι δεν προσκομίστηκαν οι επιμέρους εντολές που έδωσε ο εναγόμενος για τις διάφορες αγοραπωλησίες. Κατ' αρχάς δεν χρειαζόταν κάτι τέτοιο, αφού οι χρεοπιστώσεις του λογαριασμού γίνονταν δυνάμει του πληρεξουσίου εγγράφου (τεκμήριο 6). Πέραν τούτου, οι ρόλοι των μερών, παρά την προσπάθεια του εναγομένου να τους διαπλέξει, ήταν απόλυτα διακριτοί. Η ενάγουσα ήταν το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα που του παραχώρησε το όριο για να επενδύει μέσω των χρηματιστών του στο ΧΑΚ. Η ενάγουσα δεν ήταν, ούτε και του παρουσιάστηκε ως χρηματιστής, ούτως ώστε να έχει ευθύνη είτε να τον συμβουλεύει, είτε να αστυνομεύει επί των εκάστοτε εντολών που εδίδονταν. Επί του ιδίου ζητήματος αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χατζηγαβριήλ v. Ellinas Finance Public Company Ltd, Πολ.Εφεση 209/2009, ημερ. 20.3.2013 τα ακόλουθα: «Όσον αφορά τη θέση ότι οι εφεσίβλητοι δεν προσκόμισαν καμία εντολή του εφεσείοντος ώστε να υποστηριχθεί η κατάσταση λογαριασμού στα Τεκμ. 5 και 12, είναι ορθή η τοποθέτηση των εφεσιβλήτων ότι παρανοήθηκε η όλη υπόσταση των ιδίων των εφεσίβλητων, οι οποίοι ήταν εν τέλει απλώς οι δανειστές του εφεσείοντος και όχι οι εντολοδόχοι της διαβίβασης εντολών για την αγοραπωλησία των μετοχών και αξιών, εργασία που εκτελείτο από τον χρηματιστή, όπως ακριβώς συμφωνήθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου ημερ. 2.6.2000, Τεκμ. 3, όπου, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, οι εφεσίβλητοι καθορίστηκαν ως χρηματοδότες, και η Share Link Securities Ltd ως χρηματιστής. Στη βάση αυτής της συμφωνίας, η οποία συνάφθηκε όχι μόνο με τους εφεσίβλητους, αλλά και με την Custodian και τη Share Link, το μόνο που ανέλαβαν οι εφεσίβλητοι ήταν την παροχή στον εφεσείοντα πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή δανείων, διευκολύνσεις που θα παρέχονταν στο λογαριασμό που θα ανοιγόταν από τους εφεσίβλητους στο όνομα του εφεσείοντος και ο οποίος λογαριασμός «.θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά και μόνο από το Χρηματιστή για σκοπούς της Συμφωνίας». (παρ. 1Γ)). Επομένως, δεν εναπόκειτο στους εφεσίβλητους να παρουσιάσουν τις οποίες εντολές του ιδίου του εφεσείοντος, οι οποίες εν πάση περιπτώσει δίδονταν προς την Share Link και όχι προς τους εφεσίβλητους.». Ομοίως στην υπόθεση Λουλλά v. CISCO LTD, Πολ.Εφεση 275/08, ημερ. 3.9.2014, αναφέρονται τα ακόλουθα: «...Το άνευ αποχρώσας σημασίας στοιχείο, αναδύεται πολύ πιο έντονα σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, όπου ο επενδυτής διοχετεύει τις εντολές του μέσω χρηματιστή ο οποίος ενεργεί ως αντιπρόσωπος του κατά τη διοχέτευση των εντολών του, όπως και σε περιπτώσεις όπου το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ενεργεί ως δανειοδότης του επενδυτή, του ρόλου του μη επεκτεινομένου και στη διεξαγωγή των χρηματιστηριακών πράξεων συνεπεία των οποίων προέκυψε η επίδικη διαφορά.». Ένα άλλος ισχυρισμός, ο οποίος αναδεικνύεται μέσα από το δικόγραφο και προβλήθηκε κατά κόρον από τον εναγόμενο στην ακρόαση, αφορά στην κατ' ισχυρισμό υποχρέωση της ενάγουσας να προβεί σε κλείσιμο του λογαριασμού και πώληση των ενεχεριασθεισών μετοχών, ευθύς μόλις υπήρξε ανατροπή του ορίου εξασφάλισης. Συναφώς ότι είχε καταστεί καταπιστευματοδόχος των ενεχεριασθεισών μετοχών. Είναι ξεκάθαρο ότι υποχρέωση πώλησης των μετοχών και κλείσιμο του λογαριασμού δεν υπήρχε. Η ενάγουσα, δυνάμει του όρου 7 της συμφωνίας (τεκμήριο 1) είναι δικαίωμα που είχε να προβεί στην πώληση των μετοχών και όχι υποχρέωση. Η μόνη υποχρέωση που είχε η ενάγουσα, ήταν, όταν ασκούσε το δικαίωμα πώλησης, το οποίο εδώ άσκησε εκ των υστέρων, να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή αγοράς τη δεδομένη στιγμή (βλ. Συρίμης v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως (Παγκυπριακή Λτδ,
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1131, Καλλικάς v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238, Ζερβού v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ.Εφεση 42/2009, ημερ.14.1.2013 και Λανίτης v. Hellenic Bank Public Ltd Πολ.Εφεση 339/2009, ημερ. 21.11.2013). Στην θεμελιακή επί του ζητήματος υπόθεση China and South Sea Bank Ltd v. Tan [1989] 3 All E.R. 839 (P.C.) όπου συζητήθηκε κατά πόσο ένας πιστωτής είχε καθήκον, όπως εισηγείτο ο εγγυητής, να πωλήσει μετοχές που κρατούσε σε εγγύηση χρέους, οι οποίες τελικά κατέστησαν, λόγω μείωσης της αξίας τους, άνευ αξίας λέχθηκαν τα ακόλουθα: ".......The creditor does not become a trustee of the mortgaged securities and the power of sale for the surety unless and until the creditor is paid in full and the surety, having paid the whole of the debt is entitled to a transfer of the mortgaged securities to procure recovery of the whole or part of the sum he has paid to the creditor...... No creditor could carry on the business of lending if he could become liable to a mortgagee and to a surety or to either of them for a decline in value of mortgaged property, unless the creditor was personally responsible for the decline. Applying the rule as specified by Polloock CB in Watts -v- Shuttleworth
(1860)5 H & N 235 at 247-248, 157 E.R. 1171 at 1176, it appears to their Lordships that in the present case the creditor did no act injurious to the surety, did no act inconsistent with the rights of the surety and the creditor did not omit any act which his duty enjoined him to do. The creditor was not under a duty to exercise his power of sale over the mortgaged securities at any particular time or at all.» Ωε εκ των ανωτέρω ο προβληθείς ισχυρισμός κρίνεται ως ανεδαφικός και απορρίπτεται. Ένα άλλο ζήτημα που τέθηκε αφορά στις Εγκυκλίους και Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Και επ' αυτού υπάρχει Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα στην Καλλικάς (ανωτέρω) αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι μια συμφωνία δεν είναι παράνομη ως αποτέλεσμα παραβάσεως εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και της παράλειψης της εμπορικής τράπεζας να αποκαλύψει την ύπαρξη των εγκυκλίων στους πελάτες της. Οι εγκύκλιοι δεν διαμορφώνουν δημόσια πολιτική. Ομοίως στην Λανίτης (ανωτέρω) αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Όπως επισημάνθηκε στην απόφαση Στέλιος Μαρκίδης v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Κύπρου, Π.Ε. 303/08, ημερ. 8.3.2012, η φύση των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας εξετάστηκε και στην υπόθεση Γιάλλουρου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.α., Π.Ε. 50/2008, ημερ. 22.9.2011, στην οποία τονίστηκε ότι οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκαν μετά τη σύναψη μιας συμφωνίας, δεν επηρεάζουν αναδρομικώς τη νομιμότητα μιας συμφωνίας. Υιοθετώντας τις πιο πάνω αποφάσεις καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έκρινε τη φύση των Εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, τις ερμήνευσε και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε παραβίαση των Εγκυκλίων από τους εφεσίβλητους, αλλά ούτε και οποιαδήποτε ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας εξ αιτίας της μη συμμόρφωσης με τις πιο πάνω Εγκυκλίους. Όπως επιβεβαιώθηκε στη Συρίμη, (ανωτέρω): «.οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας δεν απαγόρευαν το άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού και ούτε υπαγόρευαν το κλείσιμο τους. Περιορίζονται στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις τράπεζες για καλύτερο χειρισμό διαφόρων θεμάτων, χωρίς να εγείρεται θέμα δημόσιας πολιτικής. Λόγος έφεσης 17. Ο 17ος λόγος έφεσης συναρτάται ουσιαστικά εκ του αποτελέσματος των αμέσως ανωτέρω λόγων έφεσης, ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αποφάσισε ότι η ενάγουσα επέδειξε επαγγελματική αμέλεια ως προς τη λειτουργία του επενδυτικού της σχεδίου, ισχυρισμός που τεκμηριώνεται επί των παραλείψεων των εφεσιβλήτων να αποκαλύψουν τις σχετικές εγκυκλίους και οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και να λάβει διορθωτικά μέτρα για αποτροπή ζημιών στο λογαριασμό του εφεσείοντα ενώ είχε την ευθύνη παρακολούθησης του. Στη βάση των όσων έχουμε αναφέρει ανωτέρω και υιοθετώντας τις παρατηρήσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου, απορρίπτουμε τις πιο πάνω θέσεις και επαναλαμβάνουμε ότι η θέση αυτή είναι αντίθετη και ασυμβίβαστη με τις συμβατικές και νομικές υποχρεώσεις των εφεσιβλήτων. Στο τέλος της ημέρας το Δικαστήριο ενήργησε στη βάση της ενώπιον του μαρτυρίας και ορθά κατέληξε στα συμπεράσματά του.». Για τους ίδιους ουσιαστικά λόγους και εδώ κρίνω ότι καμία επαγγελματική αμέλεια ή άλλη μεμπτή συμπεριφορά αντανακλά στην ενάγουσα λόγω της όποιας μη συμμόρφωσης με Εγκυκλίους ή Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας. Ούτε και τούτο επηρεάζει καθ' οιονδήποτε τρόπο την εγκυρότητα των συμφωνιών και γενικά τις συναλλαγές των μερών. Οι υπόλοιπες υπερασπίσεις, ουσιαστικά δεν προωθήθηκαν και εν πάση περιπτώσει, καμία εξ αυτών δεν έχει αποδειχθεί. Αντίθετα η απαίτηση της ενάγουσας τεκμηριώνεται πλήρως μέσα από την αξιόπιστη μαρτυρία της Μ.Ε.1 και τα κατατεθέντα τεκμήρια. Επ' αυτού, ειδικά επισημαίνω την πλήρη απουσία μαρτυρίας από πλευράς εναγομένου που να αμφισβητεί τις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήρια 20 και 21). Ωε εκ τούτων, κρίνω ότι θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση ως η απαίτηση και η ανταπαίτηση να απορριφθεί. Εκδίδεται λοιπόν απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €102,657,93 (που αντιστοιχεί στο ποσό των ΛΚ49,752,60 πλέον τους τόκους από 1.7.2007-31.12.2008) πλέον τόκο προς 11.5% ετησίως από 1.1.2009 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση των τόκων στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 1 και εναντίον του εναγομένου - εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα. Ενόψει της συνεκδίκασης απαίτησης και ανταπαίτησης, η δέσμη εξόδων θα είναι μια, εκεί όπου και όπου υπάρχει σύμπτωση εμφανίσεων ή άλλων διαβημάτων. (Υπ.) ........... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο