← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΜΠΑΚΑΛΗ ν. PRODILIA LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:43012/11, 26/6/2015

ΑΝΔΡΕΑ ΜΠΑΚΑΛΗ ν. PRODILIA LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης:43012/11, 26/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A262 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Οικονόμου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης:43012/11 ΑΝΔΡΕΑ ΜΠΑΚΑΛΗ εναντίον

  1. PRODILIA LTD
  2. ΜΑΡΙΟΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 26 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για Κατήγορο: κ. Γιαλελής Για Κατηγορούμενους 1 και 2: κος Δημητρίου Κατηγορούμενος 2:παρών ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Δυνάμει του εντύπου στο οποίο περιέχονται οι κατηγορίες της υπό τον ως αριθμό υπόθεσης, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν τέσσερις συνολικά κατηγορίες, δύο έκαστος, για ισχυριζόμενες παραβάσεις των προνοιών των άρθρων 305Α

(1), 20 και 29 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Οι κατηγορίες με περιττό αριθμό αφορούν την 1η Κατηγορουμένη, ενώ οι υπόλοιπες τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατηγορείται ως διευθυντής ή και ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Δυνάμει των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου, η 1η Κατηγορούμενη, «περί την 20/05/2002, στην Επαρχία Αμμοχώστου, εξέδωσε προς όφελος του παραπονουμένου από τη Σωτήρα την επιταγή της Cyprus Popular Bank Ltd, με αριθμό 02805108 για το ποσό των Λ.Κ..5.000,00 και η οποία επιταγή αφού παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε εντός ευλόγου χρόνου από την ημερομηνία κατά την οποία κατέστει πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων και επεστράφη με την ένδειξη "ACCOUNT CLOSED" και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την εν λόγω παρουσίαση» Η 3η κατηγορία που έχει επακριβώς το ίδιο λεκτικό, με την μόνη διαφοροποίηση στην ημερομηνία που αναφέρεται στην έκδοση της επιταγής ήτοι 20/06/2002 και αναφέρεται σε επιταγή με αριθμό
  2. Με τις κατηγορίες 2 και 4, στον Κατηγορούμενο 2, προσάπτεται ότι, «υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής ή και ως γραμματέας και/ή ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο της Κατηγορουμένης 1» στις αντίστοιχες ημερομηνίες που αναφέρονται ανωτέρω εξέδωσε και/ή παρείχε συνδρομή στην έκδοση των πιο πάνω επιταγών. Μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης των Παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτοις όψεως υπόθεση εναντίον των εντολέων του. Οι εισηγήσεις, του εντοπίζονται στην αγόρευση του που είχε την ευγενή προνόηση να ετοιμάσει γραπτώς και την οποία υιοθέτησε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας. Αντίθετος με τις εισηγήσεις του συνηγόρου των κατηγορουμένων, ήταν ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονούμενου ο οποίος επέμεινε στη θέση ότι, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να καλέσει τους κατηγορούμενους σε απολογία. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω αυτούσιες και στο σύνολο τους τις θέσεις και εισηγήσεις των συνηγόρων. Επιγραμματικά μόνο παραθέτω αυτές σε κατοπινό σημείο για σκοπούς παρακολούθησης της συλλογιστικής της παρούσας. ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Προς απόδειξη της υπόθεσης παρουσιάστηκαν 2 μάρτυρες. Παραθέτω περιληπτικά τη μαρτυρία τους κατωτέρω ενώ εμφαντικά σημειώνεται τόσο για το κεφάλαιο αυτό όσο και για όλα τα σημεία που υπάρχει αναφορά σε μαρτυρία ότι η παράθεση γίνεται αποκλειστικά για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα και όχι ως προϊόν αξιολόγησης αυτής ή και αποδοχής της ως βάσης για εξαγωγή τελικών ευρημάτων. Ό,τι παντελώς αυστηρά εξετάζεται και μόνο είναι η ύπαρξη μαρτυρίας κατά τρόπο ώστε εκ πρώτης όψεως και μόνο να έχουν σκιαγραφηθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων είναι δε για αυτό το λόγο που χρησιμοποιείται κατά το δυνατόν το λεξιλόγιο και οι φράσεις που οι ίδιοι οι μάρτυρες χρησιμοποίησαν. MK1 Ανδρέας Μπακάλης: Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας, παρουσιάστηκε ο παραπονούμενος. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι, η Κατηγορούμενη 1 «του χρωστά λεφτά» και του «έκοψε επιταγές ο Κατηγορούμενος». Στην ερώτηση τί συναλλαγές είχε με την κατηγορούμενη εταιρεία 1 απάντησε ότι «[μου] του είχε χαρτοφυλάκιο και το χειρίζετουν». Στην ερώτηση τι εννοεί 'χαρτοφυλάκιο' απάντησε «Λεφτά, του έδωσα λεφτά, είχα μετοχές και τις κρατούσε και τις χειρίζετουν. Χειρίζετουν τα λεφτά». Η σχέση του Κατηγορουμένου 2 με την εταιρεία 1 ήταν η ακόλουθη ως επεριγράφη από τον μάρτυρα, «είχε γραφείο, ήταν το γραφείο του», ήταν διευθυντής της εταιρείας. Πουλούσε και αγόραζε μετοχές για λογαριασμό του ιδίου. Του έδωσε λεφτά για αυτό το σκοπό. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 1 και 2 τις επιταγές με αριθμούς 02805108 και 02805109 της Marfin Popular Bank Ltd. Οι επιταγές αυτές του εδόθησαν από τον Κατηγορούμενο 2 διότι «του έδωσε[α] λεφτά χαρτοφυλακίου τα είχε στο χαρτοφυλάκιο και μετοχές και τα χειρίζετουν». «Τα λεφτά» που αναφέρονται στις επιταγές προέκυψαν από την πώληση του χαρτοφυλακίου του από τον Κατηγορούμενο. Η επιταγή Τεκμ. 1 είναι ημερομηνίας 20/05/
  3. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι δόθηκε η επιταγή στον ίδιο, την ίδια μέρα από τον Κατηγορούμενο 2 και την οποία υπέγραψε μπροστά του μέσα στο γραφείο του. Η επιταγή Τεκμ. 2 δόθηκε στον ίδιο στις 20/06/2002 ήτοι 1 μήνα μετά και υπεγράφη πάλι μπροστά του από τον Κατηγορούμενο
  4. Κατέθεσε τις επιταγές στην Τράπεζα και η επιταγή επεστράφη δεν «ξεκαθαρίστηκε» και πήγε και τον βρήκε για να του απαντήσει ότι θα του δώσει τα λεφτά «σιγά σιγά». Η επιταγή επεστράφη πίσω και δεν εξαργυρωνόταν. Δέχθηκε να του δοθεί 2η επιταγή παρά το ότι, δεν εξαργυρώθηκε η 1η επιταγή διότι του είπε «να σου δώσει άλλη και τούτα να σου τα δώσω μετά». Τον κορόιδευε πολύ καιρό και του ζήτησε να μην το πάρει Δικαστήριο και θα του τα δώσει και ο ίδιος έκανε υπομονή. Πήγαινε στο σπίτι του και του ζητούσε τα χρήματα. Σε ότι αφορά την μη προώθηση διαδικασίας ενωρίτερα, ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε άλλη δικαστική διαδικασία που αφορούσε σε μεταχρονολογημένη επιταγή και την οποία προωθούσε με άλλο δικηγόρο. Επίσης λάμβανε υποσχέσεις από τον Κατηγορούμενο 2 ότι θα προέβαινε σε κάποια συναλλαγή και θα έπαιρνε προμήθεια 1.500.000 με την οποία θα του ξοφλούσε το ποσό των Λ.Κ.300.000.- που του χρωστούσε. Αναφέρθηκε επίσης ο κατηγορούμενος σε κάποιο δάνειο από τη ΛΑΙΚΗ και ζητούσε από τον Κατηγορούμενο να του δώσει λεφτά για να εξοφλήσει τη δόσεις. Δικηγόρος του στη σχετική υπόθεση που προώθησε η Λαϊκή ήταν ο κος Μαθηκολώνης. Είπε τότε στο δικηγόρο του να «προχωρήσουν» εναντίον του Κατηγορουμένου
  5. Ο δικηγόρος του, του έλεγε να τελειώσει πρώτα η υπόθεση της ΛΑΙΚΗΣ και μετά. Μετά του ανέφερε ότι είχε κώλυμα να κινηθεί εναντίον του Κατηγορουμένου. Πριν την ολοκλήρωση της υπόθεσης με την Λαϊκή υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο παρέμεινε στο Νοσοκομείο και ο γιατρός του συνέστησε να μην ασχολείται με τίποτα για ένα χρόνο. Εν συνεχεία διόρισε τον κο. Γιαλελή ο οποίος και προώθησε την υπόθεση. Αναφέρθηκε επίσης ο Παραπονούμενος σε κάποιες άλλες επιταγές, οι οποίες ήταν μεταχρονολογημένες. Υπήρχαν κάποιες επιταγές που ήταν μεταχρονολογημένες και κάποιες όχι. Κάποιες υποθέσεις που αφορούσαν μεταχρονολογημένες επιταγές αποσύρθηκαν η υπό κρίση υπόθεση δεν αφορά μεταχρονολογημένες επιταγές. Έναντι των επιταγών Τεκμ.1 και Τεκμ.2 δεν έλαβε κανένα ποσό. Κατά την αντεξέταση ανέφερε μεταξύ άλλων ότι παρουσίασε τις επιταγές προς εξόφληση στη «Συνεργατική με την οποία συνεργαζόταν». ΜΚ2 Νίκος Νικολάου: Ο μάρτυρας αυτός ανέφερε ότι μέχρι το 2013 εργαζόταν στην Λαϊκή Τράπεζα και μετά στην Τράπεζα Κύπρου. Με αναφορά στα Τεκμ. 1 και 2 είπε ότι επιταγές αφορούν στο λογαριασμό με αριθμό 037-21-
  6. Για αυτό το λογαριασμό αυτό ο μάρτυρας παρουσίασε έγγραφο ανοίγματος λογαριασμού το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
  7. Χαρακτήρισε το Τεκμ. 6 ως έγγραφο ανοίγματος λογαριασμού σε Λ.Κ. «που ανοίχτηκε 30/11/2000». Το Τεκμήριο 7 το οποίο παρουσίασε ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι «Οι εντολείς, ποιοι υπογράφουν για τον λογαριασμό και δεσμεύουν την εταιρεία». Από το έγγραφο ανέφερε ο μάρτυρας προκύπτει ότι το πρόσωπο που «δέσμευε την εταιρεία» ήταν ο Μάριος Παπαγεωργίου. Σχετικό είναι το Τεκμήριο
  8. Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 8 έγγραφο το οποίο ο μάρτυρας χαρακτήρισε ως «έντυπο δείγμα υπογραφής» ημερομηνίας 08/03/2001, Τεκμ.
  9. Ο λογαριασμός αυτό ήταν τρεχούμενος λογαριασμός ως φαίνεται από το έντυπο. Σύμφωνα με τα Τεκμ. 1 και 2 φαίνεται ότι υπήρχε και βιβλιάριο επιταγών. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: Τα έγγραφα αυτά τα εντόπισε ο ίδιος στα αρχεία της πρώην Λαϊκής «του ζητήθηκαν και τα παρουσίασε». «Τα αρχεία αυτά φυλάσσονται σε κεντρική αποθήκη στο κατάστημα» και μεταφέρθηκαν «κατά την μεταφορά των τραπεζών» μετά τη συγχώνευση. Οποιοδήποτε μέλος της Τράπεζας που καλείται ως μάρτυρας στο Δικαστήριο έχει πρόσβαση. Υπεύθυνος για τα έγγραφα που παρουσίασε είναι ο διευθυντής που δίδει οδηγίες. Ο ίδιος είναι υπεύθυνος «των συναλλαγών στην Τράπεζα». Η κλήση ήταν προς το όνομα του και σε συνεννόηση με το δικηγόρο βρήκε τα έντυπα από την αποθήκη. Τα έγγραφα δεν είναι τα πρωτότυπα είναι φωτοτυπίες. Δεν είναι σφραγισμένα γιατί δεν του ζητήθηκε. Στην ερώτηση «Αν η επιταγή που έχετε τώρα στα χέρια σας έχει εμφανιστεί στην Τράπεζα» Ο μάρτυρας απάντησε ότι φαίνεται να έχει κατατεθεί στην Συνεργατική Κεντρική ΣΠΕ Σωτήρας 20/05/
  10. «Η επιταγή δεν φαίνεται να έχει πληρωθεί από την Λαϊκή». Φέρει δικαιολογία «Account Closed» 22/05/
  11. Η ένδειξη αυτή σημαίνει ότι έκλεισε ο λογαριασμός κατά την παρουσίαση της επιταγής. Δεν φαίνεται να υπήρξε πρόβλημα με την υπογραφή. Ομοίως και η επιταγή Τεκμ. 2 κατατεθεί στη ΣΠΕ Σωτήρας 25/06/
  12. Από την δικαιολογία που γράφει και η επιταγή αυτή δεν φαίνεται να έχει πληρωθεί. Στην ερώτηση αν οι Τράπεζες «επικοινωνούν μεταξύ του για ανταλλαγή πληροφοριών για τους λογαριασμούς των πελατών τους». Ο μάρτυρας ανέφερε ότι θεωρείται απόρρητη η διοχέτευση πληροφοριών. Το 2002 ο ίδιος ήταν στη Λαϊκή σε υποκατάστημα στο Παραλίμνι. Δεν ήταν παρών όταν ανοίχτηκε ο λογαριασμός. Ούτε έλαβε μέρος κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. Δεν θυμάται ποια ήταν η διαδικασία για άνοιγμα λογαριασμών τότε. Δεν γνωρίζει το όριο του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Όταν υπάρχει βιβλιάριο επιταγών σε ένα λογαριασμό και τον κλείνει η Τράπεζα λαμβάνει πίσω το εναπομείναν βιβλιάριο επιταγών. Συμφώνησε με τον συνήγορο της Υπεράσπισης ότι, αφού δεν υπάρχουν καταστάσεις λογαριασμού, ενώπιον του δεν γνωρίζει ποιο είναι το υπόλοιπο ούτε ποιο ήταν το υπόλοιπο όταν εκδόθηκαν οι επιταγές ούτε γνωρίζει ποιο ήταν το υπόλοιπο όταν οι επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή. Ανέφερε επίσης ότι δεν υπάρχει η σφραγίδα της Λαϊκής Τράπεζας ούτε στο Τεκμ. 1 ούτε στο Τεκμ.
  13. Στην ερώτηση του κου Δημητρίου τί σημαίνει αυτό; ο μάρτυρας απάντησε ως ακολούθως «Μπορεί η διαδικασία να ήταν να μην σφραγίζονταν όταν επιστρέφονταν» Δεν γνωρίζει να πει με βεβαιότητα. Στην ερώτηση που του ετέθη αν η επιταγές αυτές κατατίθεντο στη 'Λαϊκή' αυτό θα φαινόταν από τις καταστάσεις λογαριασμού. Αν θυμάται καλά δεν θα φαινόταν στο statement η επιστρεφόμενη αν επιβάλλετο «πρόστιμο» τότε θα φαινόταν. Ο ίδιος δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή του Τεκμ. 8 ούτε φαίνεται πουθενά η ταυτότητα του Κατηγορούμενου
  14. Εκ συμφώνου κατατέθηκαν τα ακόλουθα Τεκμήρια: Τεκμήριο 4: Φωτοαντίγραφο δύο Επιταγών που αφορούν στην ποινική υπόθεση 43013/11 Τεκμήριο5: Φωτοαντίγραφο δύο Επιταγών που αφορούν στην ποινική υπόθεση 43017/11 Τεκμήριο 9: Πιστοποιητικό Σύστασης Κατηγορούμενης Εταιρείας Τεκμήριο 10: Πιστοποιητικό Αξιωματούχων Εταιρείας για την περίοδο 28/02/2000 - 15/05/2015στο οποίο εμφαίνονται ως διευθυντής ο Μάριος Παπαγεωργίου από 21/02/2000 και ως γραμματέας ο Ιάκωβος Παπαγεωργίου από 28/02/
  15. Τεκμήριο 11: Πιστοποιητικό Μετόχων Εταιρείας ημερομηνίας 15/05/15, στο οποίο εμφαίνονται ως μέτοχοι της εταιρείας ο Μάριος Παπαγεωργίου 1 μετοχή και ο Ιάκωβος Παπαγεωργίου
  16. Τεκμήριο 12: Πιστοποιητικό Αξιωματούχων Εταιρείας ημερομηνίας 15/05/15, στο οποίο εμφαίνονται ως στο οποίο εμφαίνονται ως διευθυντής ο Μάριος Παπαγεωργίου και ως γραμματέας ο Ιάκωβος Παπαγεωργίου από 28/02/
  17. Τεκμήριο 13: Πιστοποιητικό Εγγεγραμμένου γραφείου εταιρείας ημερομηνίας 15/05/
  18. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ: Θεωρώ σκόπιμο προτού υπεισέλθω στην εξέταση του κατά πόσο έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση στην υπό κρίση υπόθεση και αυτούς καθ' αυτούς τους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, να αναφερθώ στις αρχές που διέπουν το στάδιο αυτό της διαδικασίας ως τούτες προκύπτουν από την Νομολογία επί τούτου. Στην πρόσφατη απόφαση στις ποινικές εφέσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ανδρέα Δράκου και άλλων,
(2012)2 Α.Α.Δ. 851, υπό του εντίμου Ναθαναήλ, Δ. λέχθηκαν τα ακόλουθα διαφωτιστικά, συνοψίζοντας επίσης την επί του θέματος προϋπάρχουσα νομολογία: «.... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Στην υπόθεση Azinas Andreas and Another v The Police
(1981)2 CLR 9 υιοθετήθηκε η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Με αναφορά σε απόσπασμα του συγγράμματος Criminal Procedure In Cyprus by Loizou & Pikis, διευκρινίστηκε ότι, στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, εάν η ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία χρήζει απάντησης («the Court is required to decide whether there is enough to call for an answer»). Οι παράμετροι που καθορίζουν το θέμα ύπαρξης ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναλύθηκαν στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου,
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά επίσης στην δικαστηριακή πρακτική του 1962 (ανωτέρω) συνόψισε εκείνες τις προϋποθέσεις, που όταν συντρέχουν σωρευτικά ή και διαζευκτικά δικαιολογούν την απαλλαγή κατηγορουμένου από αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εν λόγω περιπτώσεις είναι οι ακόλουθες: «(α) όπου δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσοτέρων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, και (β) οποτεδήποτε η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου.» Επισημάνθηκε δε ότι το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να έχει αντικειμενικό έρεισμα και «να αντέχει τη βάσανο που θέτει η Πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα.»[1] Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Κόκου Αριστοτέλους άλλων
(1992)2 CLR 356, στη σελ. 363, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε λεπτομερή αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά σε αντικειμενική θεώρηση τούτης. Λεπτομερής αξιολόγηση θα λάβει χώρα μόνο όταν παρουσιαστεί όλη η μαρτυρία στο τέλος της δίκης. Η απόφαση του, περιορίζεται σε αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων. Επίσης στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, επισημάνθηκε ότι : «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείνει η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας». Η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι. Η λογική υποψία, έχει νομολογηθεί ότι, δεν είναι αρκετή για να δημιουργήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση.[2] Επίσης, εκεί που η μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (Ευγένιου Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΕΦΕΣΕΙΣ ΑΡ. 6739 και 6740, 27 Μαρτίου 2000, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ, Υπόθεση Αρ. 131/03, 22 Δεκεμβρίου, 2003 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου, ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 7107, 13 Φεβρουαρίου, 2002) Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο με βάση την τεθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και την συνάρτηση αυτής με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που επικαλούνται οι παραπονούμενοι, έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορούμενου. ΕΙΣΗΓΉΣΕΙΣ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ: Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων στήριξε την εισήγηση του περί μη αποδείξεως εκ πρώτης όψεως υπόθεσης στα ακόλουθα:
  1. Έχει επιδειχθεί καθυστέρηση στην προώθηση της υπό κρίση υπόθεσης κατά τρόπον ώστε να παραβιάζονται τα συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα των Κατηγορουμένων ως τούτα απορρέουν από το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Ειδικότερα είναι εισήγηση του κου Δημητρίου ότι με το υπό κρίση κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορία για έκδοση δύο ακάλυπτων επιταγών, οι οποίες ήταν πληρωτέες τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2002 αντίστοιχα. Οι εν λόγω επιταγές επεστράφησαν απλήρωτες κατά τις εν λόγω ημερομηνίες και ο Παραπονούμενος θα μπορούσε να είχε καταχωρήσει την υπό κρίση υπόθεση από τότε αφού έκτοτε γνώριζε την ισχυριζόμενη διάπραξη του αδικήματος. Η υπό κρίση υπόθεση δεν παρουσιάζει οιανδήποτε πολυπλοκότητα και το ανακριτικό έργο ήταν ελάχιστο. Διέρρευσε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο δεν έχει αιτιολογηθεί. Οι ισχυριζόμενες από τον Παραπονούμενο παρακλήσεις για να δοθεί χρόνος στους κατηγορούμενους έλαβαν χώρα πριν την κατάθεση της επιταγής. Οι δικαιολογίες που προβλήθηκαν από τον Παραπονούμενο και αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση ότι δεν βρήκε τον κατάλληλο δικηγόρο και ότι ασθένησε δεν μπορούν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση των 10 χρόνων για την καταχώρηση της υπόθεσης και την καθυστέρηση 13 ετών για την διακρίβωση πιθανής ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων. Τυχόν συνέχιση της διαδικασίας θα συνιστά «εμβάθυνση» της παραβίασης του δικαιώματος του Κατηγορουμένου για διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου
  2. Τίθεται θέμα κατάχρησης της διαδικασίας και η υπό κρίση διαδικασία θα πρέπει να ακυρωθεί. Η εισήγηση αυτή στηρίζεται στη θέση της Υπεράσπισης ότι, όπως φαίνεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία, ο Κατήγορος και συγκεκριμένα την αναφορά ότι, «δεν είχε αποφασίσει εάν θα προσχωρούσε με την προώθηση της υπόθεσης του και σκόπιμα άφηνε το χρόνο να διαρρεύσει μέχρι να καταλήξει σε τελική απόφαση ως προς την προώθηση της υπόθεσης». Η συμπεριφορά αυτή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει διακοπή της διαδικασίας για το λόγο αυτό.
  3. Είναι καταρχήν θέση της Υπεράσπισης η οποία εντοπίζεται στις αγορεύσεις της ότι οι επιταγές εκδόθηκαν σε προγενέστερη ημερομηνία από την ημερομηνία πληρωμής των και επρόκειτο συνεπώς για μεταχρονολογημένες επιταγές. Τούτο διαφαίνεται και από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ισχυρίζεται ο κος Δημητρίου. Είναι θέση επίσης της Υπεράσπισης ότι ο Κατήγορος απέτυχε να αποδείξει την ένοχη διάνοια του Κατηγορουμένου 2 και δεν έχει αποσείσει από πάνω του το βάρος προς απόδειξη ενός εκάστου των συστατικών στοιχείων που συνθέτουν τη διάπραξη του αδικήματος. Η συνέργια του Κατηγορουμένου 2 και η ένοχη διάνοια του θα πρέπει να αποδειχθεί ότι επιτελείται κατά το χρόνο υπογραφής της επιταγής ενώ ελλείψει μαρτυρίας για το πότε υπεγράφησαν οι επιταγές, δεν μπορεί να αποδειχθεί ένοχη διάνοια του Κατηγορουμένου
  4. Πρέπει να αποδειχθεί τόσο η γνώση των περιστάσεων του αδικήματος όσο και η πρόθεση συνέργιας. Η ένοχη διάνοια του συνεργού θα πρέπει να αποδεικνύεται ως συστατικό στοιχείο της κατηγορίας. Θα έπρεπε στην υπό κρίση υπόθεση να αποδειχθεί ότι «ο Κατηγορούμενος είχε γνώση ότι η επίδικη επιταγή η οποία εκδόθηκε από την κατηγορουμένη 1 εταιρεία αφού εμφανίζονταν στην Τράπεζα εντός ευλόγου χρόνου κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν εξοφλείτο λόγω διαθεσίμων κεφαλαίων»
  5. Με βάση το Άρθρο 12 του Συντάγματος, η πλευρά της Υπεράσπισης εισηγείται ότι, η έννοια του όρου επιταγή κατά τον επίδικο χρόνο σύμφωνα με τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν αυτή που εδίδετο από το άρθρο 73 του Περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ.
  6. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι «Δεν υπάρχει έκδοση επιταγής εφόσον αυτή ήταν μεταχρονολογημένη και κατά το χρόνο έκδοσης της ο Νόμος δεν κάλυπτε τη μεταχρονολογημένη επιταγή. Στο Κεφ. 154, δεν υπήρχε κατά τον κρίσιμο για τα γεγονότα της παρούσας χρόνο η έννοια της «επιταγής».
  7. «Ο Κατήγορος δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Απέφυγε να αναφερθεί στην συμφωνία που είχε με την Κατηγορούμενη 1 και τον Κατηγορούμενο 2, η οποία κατατέθηκε κατά την αντεξέταση ως Τεκ.
  8. Η εν λόγω συμφωνία, ξεκάθαρα αναφέρεται σε μεταχρονολογημένες επιταγές. Επίσης κατά την αντεξέταση του ανέφερε τα ακόλουθα: Α) Ότι έδωσε λεφτά και χαρτοφυλάκιο Β) Δεν θυμόταν πόσα λεφτά έδωσε Γ) Συμφώνησε ότι τα λεφτά και το χαρτοφυλάκιο τα έδωσε στη βάση της συμφωνίας Τεκ
  9. Δ) Παραδέχτηκε ότι πήρε μεταχρονολογημένες επιταγές ως αναφέρεται στη συμφωνία Τεκ.3 Ε) Ανέφερε ότι οι επιταγές δεν ήταν μεταχρονολογημένες Στ) Ισχυρίστηκε ότι οι επιταγές ήτο για πληρωμή του χαρτοφυλακίου που πωλήθηκε Ζ) Δεν ήξερε πότε πωλήθηκε το χαρτοφυλάκιο. Τα ψευδή του Κατηγορούμενου φαίνονται ξεκάθαρα στο ότι κατά την αντεξέταση ενώ ρωτήθηκε τον λόγο που δεν ανέφερε τη συμφωνία Τεκ.3, ανέφερε χαρακτηριστικά και αυτολεξεί: «Νόμιζα δεν χρειαζόταν αφού είχα τις επιταγές», φαίνεται ξεκάθαρα ότι μιλούσε για τις επιταγές της συμφωνίας Τεκμ. 3 στις οποίες είναι και οι επίδικες Επίσης ρωτήθηκε για το πότε εκδόθηκε η κάθε επιταγή και ανέφερε ότι η επιταγή Τεκ. 4 με αριθμό 0285121 εκδόθηκε την 30/04/2002 δηλαδή σύμφωνα και πάλι με τη μαρτυρία του το Τεκ. 4 εκδόθηκε πριν από τις επίδικες επιταγές που έχουν αριθμούς 02805108 και 02805109 αντίστοιχα. Αυτό αποδεικνύει ότι δεν έλεγε την αλήθεια και ότι οι επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες».
  10. Με αναφορά στη μαρτυρία που προσκομίστηκε ως έγινε αντιληπτή από την Υπεράσπιση υπάρχει η εισήγηση ότι: Το Δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει σε αξιολόγηση γεγονότων και συμπεριφορών που μπορούν να οδηγήσουν σε ευρήματα αναφορικά με την ένοχη διάνοια του Κατηγορουμένου 2 κατά τρόπο ώστε να μην υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρό για να αποδειχθεί η πρόθεση του Κατηγορουμένου
  11. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε τα αναγκαία γεγονότα που συγκροτούν το αδίκημα. Ούτε υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενο 2 μπορούσε να γνωρίζει ότι η επίδικη επιταγή θα επιστρέφετο απλήρωτη. Επίσης δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο Κατηγορούμενος 2 «δεν ενεργούσε καλόπιστα ή δεν έλαβε τις αναγκαίες διαβεβαιώσεις». Κλήση του Κατηγορούμενου 2 σε απολογία θα σήμαινε την ενίσχυση της υπόθεσης του Κατηγόρου.
  12. Από τη μαρτυρία του ΜΚ2, δεν προκύπτει μαρτυρία για τα υπόλοιπα του λογαριασμού καθ' οιονδήποτε χρόνο. Ο χρόνος είναι κρίσιμος για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεση εκ μέρους του Κατηγορουμένου 2 και τούτο αφού οι πράξεις του Κατηγορουμένου 2 είναι αξιόποινες μόνο εφόσον κατά το χρόνο έκδοσης /υπογραφής των επιταγών είχε πρόθεση να επιφέρει αυτό που πράξεις επάγονται. Εφόσον το υπόλοιπο του λογαριασμού είναι άγνωστο είναι αδύνατο να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα και άλλες συμπεριφορές του Κατηγορουμένου, ικανά να πείσουν πως ο τελευταίο γνώριζε τα ουσιώδη και άρα είχε πρόθεση. Απαιτείται προσκόμιση μαρτυρίας για τη γνώση και την πρόθεση του Κατηγορούμενου, κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών αυτών.
  13. Επίσης από τη μαρτυρία δεν προκύπτει ότι οι επίδικες επιταγές φαίνεται να παρουσιάστηκαν στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα και δεν υπάρχει μαρτυρία που να δείχνει ότι αυτές παρουσιάστηκαν στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Επίσης από τη μαρτυρία του ΜΚ2 προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι δεν είχαν στην κατοχή τους βιβλιάριο επιταγών κατά τη μέρα έκδοσης των επιταγών.
  14. Τα έγγραφα που παρουσιάστηκαν από τον ΜΚ2 δεν πληρούν τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9 και συνεπώς δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη.
  15. Η Κατηγορούμενη πρέπει να αθωωθεί καθότι δεν έχει εκδοθεί επιταγή κατά τον επίδικο χρόνο. Στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Παραπονουμένου, με παραπομπές στην προσκομισθείσα μαρτυρία ως τούτη εκλαμβάνεται από την πλευρά του Παραπονούμενου, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ζήτησε από το Δικαστήριο να καλέσει τον Κατηγορούμενο σε απολογία. Οι θέσεις και οι εισηγήσεις των δύο πλευρών ως τούτες περιέχονται στις αγορεύσεις τους και ως διευκρινίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν τύχει μελέτης και εξέτασης στο σύνολο τους και πέραν των όσων περιληπτικά παρατίθενται ανωτέρω, για σκοπούς κατάληξης στην παρούσα. ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ - ΣΥΣΤΑΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΊΑ: Το άρθρο 305Α του Κεφ.154 ως τούτο διατυπωνόταν κατά τον επίδικο χρόνο για τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης χρόνο, είχε ως ακολούθως: «305Α.-
(1)Πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της και παραμένει απλήρωτη για περίοδο επτά ημερών από της εν λόγω παρουσιάσεως, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο ποινές. .
(3)Η πωλήτρια τράπεζα σε κάθε περίπτωση κατά την οποία επιστρέφει επιταγή απλήρωτη οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτή τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, καθώς και την ημερομηνία εμφάνισης της προς πληρωμή η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από την εν λόγω τράπεζα επί της επιταγής, η οποία δύναται να κατατεθεί από τον κάτοχο της, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου: ..
(6)Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται για οποιαδήποτε επιταγή από την οποία δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα κατά του εκδότη της.». Ως προκύπτει από το γράμμα του Νόμου, συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305Α
(1)φαίνεται να είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής. Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε Η μη εξόφληση της επιταγής, Η μη εξόφληση να οφείλεται σε έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της, και Η μη πληρωμή της επιταγής για περίοδο 7 ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε. Στην Kυριακίδης Σάββας, Σταύρος Nεοφύτου ν. (Αρ. 1) ,
(1999)2 Α.Α.Δ. 102 προ της τροποποιήσεως του άρθρου 4 του Ποινικού Κώδικα με το νόμο 164
(1)/03 που τέθηκε σε ισχύ στις 24.10.2003, σημειώθηκε ότι η έννοια της επιταγής στην οποία αναφέρεται ο Ποινικός Κώδικας έχει την ίδια έννοια της επιταγής που αναφέρεται και στον περί Συναλλαγματικών Νόμο, Κεφ. 262. (βλ. επίσης Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387, LCD DOMIKI LTD ν. RKA KIKKOS DEVELOPERS LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 116/2011, 30/1/2015) ήτοι «73. Επιταγή είναι συναλλαγματική που εκδίδεται επί τραπεζίτη πληρωτέα εν όψει». Ο κατηγορούμενος 2, αντιμετωπίζει τις κατηγορίες 2 και 4 ως συνεργός υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής και/ή ως αντιπρόσωπος της Κατηγορούμενης 1 εταιρείας κατά παράβαση του Άρθρου 305 Α
(1)σε συνδυασμό με το Άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα. Δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος και για αυτό δύναται να διωχθεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α)...................................................................................... (β)...................................................................................... (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά την διάπραξη ποινικού αδικήματος. (δ).......................................................................................» Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 2 καθόλα σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Παυλόπουλος Αθανάσιος ν. Skopy Shoe Factory Ltd,
(2003)2 Α.Α.Δ. 261[3]. Στην οποία αποφασίστηκε ουσιαστικά ότι διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας θεωρείται ο αντιπρόσωπος της και το γεγονός ότι υπογράφει μια επιταγή υπό αυτή του την ιδιότητα, o ίδιος δεν δημιουργεί στο ίδιο αστική ευθύνη. Ο αποκλεισμός της αστικής ευθύνης δεν σημαίνει ταυτόχρονα και τον αποκλεισμό της δυνατότητας ύπαρξης ποινικής ευθύνης ως συνεργός του αδικήματος. Έτσι σε κατάλληλη υπόθεση και όπου αποδεικνύεται υποκειμενική υπόσταση (mens rea), τότε μπορεί ο διευθυντής να κριθεί ένοχος. Συναφώς έχει νομολογηθεί πως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών σε αυτό, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός, δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. (Βλ. επίσης Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd (διά του Επίσημου Παραλήπτη και Εκκαθαριστή) ν. Kalavas Associates Ltd και Άλλων,
(1999)2 Α.Α.Δ. 523 και ΝΙΚΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΝΑΝΑΙΜΟ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α, Ποινική Έφεση αρ. 7903, 19 Οκτωβρίου 2005. Στο σύγγραμμα Blackstone΄s Criminal Practice 2000 στη σελ. 70 παρα. Α.5.2, αναφέρεται πως η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό εμπεριέχει δύο έννοιες, α) παροχή βοήθειας ή β) παρακίνηση σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea) αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, όπως έχει νομολογηθεί, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Υποδεικνύεται μάλιστα ότι πριν κάποιος καταδικαστεί για παροχή βοήθειας στη διάπραξη αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα αναγκαία θέματα που συνιστούν το αδίκημα[4]. Η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης σκέψης, δηλαδή, πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων[5]. Τούτο ισχύει όπως καταδεικνύεται στην Παυλόπουλος (ανωτέρω) ακόμη και στις περιπτώσεις όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. (βλ. επίσης ΝΙΚΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΝΑΝΑΙΜΟ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α, Ποινική Έφεση αρ. 7903, 19 Οκτωβρίου 2005). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω που αφορούν τα υπό κρίση αδικήματα προχωρώ να εξετάσω κατά ποσό με την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα υπό του Κατηγόρου μαρτυρία έχουν αποδειχθεί στον απαιτούμενο για το στάδιο αυτό, βαθμό τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος και χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση ή αποδοχή της μαρτυρίας που έχει προσκομισθεί. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Καθυστέρηση: Οι θέσεις και οι εισηγήσεις της Υπεράσπισης αναφορικά με την καθυστέρηση στην παρούσα υπόθεση, έχουν μελετηθεί και έχουν σημειωθεί στο σύνολο τους, δεν θεωρώ ωστόσο ότι αυτό είναι το κατάλληλο στάδιο να τύχουν ανάλυσης και τυχόν εφαρμογής. Τα θέματα που εγείρονται και αφορούν το ζήτημα της καθυστέρησης θα κριθούν όταν το δικαστήριο έχει υπόψη του στο σύνολο τους όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση. (βλ. Μερχή Δημήτρης και Άλλος ν. Αστυνομίας και Άλλου,
(2005)2 Α.Α.Δ. 147) Κατάχρηση: Σχετική με το θέμα της κατάχρησης είναι η απόφαση της πλειοψηφίας της ολομέλειας στη υπόθεση Xαραλαμπίδης Mιχάλης ν. Nικόλαου Kωμοδρόμου,
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, όπου κρίθηκε ότι το ελατήριο του κατήγορου ήταν στοιχείο άσχετο, αφού αυτό «δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να απολήξει στην είσπραξη του λαβείν του (κατηγόρου)», αποφασίστηκε βλ. απόφαση πλειοψηφίας ότι: «.το πώς εκείνος (ο κατήγορος) βλέπει το σκοπό της διαδικασίας δεν μπορεί να έχει αποφασιστική σημασία. Σημασία έχει, όπως διευκρινίζει η Ttofinis και η παραπάνω αγγλική νομολογία, ότι ο παθών μπορεί να ασκήσει το δικαίωμά του, άσχετα από οποιαδήποτε ελατήρια του που δεν λείπουν και από άλλης φύσεως διώξεις. Η αντίδραση του κατηγόρου στη Βασιλείου βρίσκεται μέσα στο συνηθισμένο ανθρώπινο μέτρο, αλλά αυτό δεν προσδιορίζει το δικαίωμα ούτε αλλοιώνει το σκοπό της διαδικασίας. Αυτή καθαυτή η δίωξη δεν υποβοηθά ούτε σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης. Άλλωστε στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων είπε ουσιαστικά ότι επιδίωκε την τιμωρία του εφεσιβλήτου και όχι την ικανοποίηση της απαίτησης. Διερωτόμαστε αν μια τέτοια απάντηση, σε περίπτωση που γινόταν δεκτή, θα διέσωζε τη διαδικασία. Θα καθιερώναμε όμως τότε ένα πλασματικό κριτήριο. Θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι ένα από τα κύρια αιτιολογικά στηρίγματα της Βασιλείου είναι η αγγλική νομολογία, η οποία αφορά σε πτωχευτικές και άλλες διαδικασίες στις οποίες κατεστάλη η έκδηλη επιδίωξη παράλληλου ωφελήματος, παντελούς ξένου και ανεξάρτητου από τη φύση ή το σκοπό ή τις ανάγκες της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η διάκριση με την προκείμενη περίπτωση είναι εμφανής.» (η υπογράμμιση για τους σκοπούς της παρούσας). Ενόψει των λεχθέντων στην αμέσως ανωτέρω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία μάλιστα αποτελεί απόφαση της διευρυμένης ολομέλειας του Ανωτάτου δεν θεωρώ ότι έχει καταδειχθεί κατάχρηση τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας. Οι εισηγήσεις του κου Δημητρίου που απαριθμούνται υπό τους αριθμούς 3, 4 και 5 ανωτέρω και τα συμπεράσματα στα οποία οδηγείται ο κος Δημητρίου θεωρώ ότι αφορούν αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσκομίστηκε από την πλευρά του Παραπονεμένου παρά σε αντικειμενικά εκτίμηση αυτής. Δεν θεωρώ ότι ορώμενη αντικειμενικά η μαρτυρία οδηγεί στα συμπεράσματα τα οποία εισηγείται ο κος Δημητρίου. Ο Παραπονούμενος δήλωσε ότι οι επίδικες επιταγές υπεγράφησαν από τον Κατηγορούμενο 2 στην παρουσία του ιδίου την ίδια μέρα που αυτές φέρουν. Συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας που προσκομισθεί από την Κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να εκληφθεί ως «αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει». Έχοντας με προσοχή μελετήσει την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία αντιπαραθέτοντας αυτή με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος διαπιστώνω ότι, έχει αποδειχθεί το 1ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ήτοι η έκδοση της επιταγής. Δεν μπορώ να δεχθώ ότι έχει αποδειχθεί το 2ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ήτοι η παρουσίαση των επίδικων επιταγών στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν και εξηγώ: Η επιταγή Τεκμ. 1 φέρει σφραγίδα επί τούτης: «Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ Υπ/μα Λάρνακας Αμμοχώστου 20/05/2002 A/C ΣΠΕ Σωτήρας ΤΑΟΖ.» Φέρει επίσης την εξής σημείωση με κόκκινο μελάνι: «A/C Closed 22/05/02» και μια υπογραφή Η επιταγή Τεκμ.2 φέρει ακριβώς την ίδια σφραγίδα με μόνη διαφοροποίηση την ημερομηνία αναγράφεται σε αυτή η ημ. «25/06/2002». Φέρει και αυτή σημείωση με κόκκινο μελάνι διαφορετική από αυτή του Τεκμ. 1 αφού σε αυτή έχει αναγραφεί μόνο «A/C Closed», ας σημειωθεί χωρίς καμιά υπογραφή[6]. Εκ της όψεως των επιταγών δεν μπορεί χωρίς οιαδήποτε άλλη μαρτυρία να διαπιστωθεί ότι αυτές έχουν παρουσιαστεί στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν ήτοι την Cyprus Popular Bank Ltd. Η μόνη σφραγίδα που φέρουν είναι της ΣΠΕ Σωτήρας. Ας σημειωθεί επίσης ότι σε κανένα σημείο της κυρίως εξέτασης του ΜΚ2, δεν ετέθη σε αυτόν η ερώτηση κατά πόσο παρουσιάστηκε η επιταγή στην Τράπεζα στην οποία εργαζόταν. Ούτε και ο ΜΚ1 ανέφερε σε οποιοδήποτε στάδιο της μαρτυρίας του ότι παρουσίασε την επιταγή στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή. Όταν ο ΜΚ2 ερωτήθη κατά την αντεξέταση, αν υπάρχει επί των επιταγών σφραγίδα της Λαϊκής Τράπεζας ο μάρτυρας δεν εντόπισε ούτε στο Τεκμ. 1 ούτε στο Τεκμ. 2 σφραγίδα της Λαϊκής.. Στην ερώτηση του κου Δημητρίου «τί σημαίνει αυτό»; ο μάρτυρας απάντησε ως ακολούθως «Μπορεί η διαδικασία να ήταν να μην σφραγίζονταν όταν επιστρέφονταν» Δεν γνώριζε να πει με βεβαιότητα. Πλην τούτου καμιά άλλη θετική μαρτυρία δεν υπάρχει ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στην Cyprus Popular Bank Ltd. Η γενική και αόριστη μοναδική αναφορά χωρίς περαιτέρω προσδιορισμό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι μόνο καθ' υπόθεση μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι παρουσιάστηκε η επιταγή στην Cyprus Popular Bank Ltd κάτι παντελώς. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι, η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδεικνύει την παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε. Καθόλα σχετική με το ζήτημα τούτο είναι και η υπόθεση Καΐκη Βαρνάβας ν. Kombos Investments Ltd και άλλων,
(2012)2 Α.Α.Δ. 835. Ζήτημα απόδειξης διασύνδεσης των δύο τραπεζών δηλαδή της τράπεζας στην οποία η επιταγή επαρουσιασθεί ήτοι τη ΣΠΕ Σωτήρας και της Τράπεζας επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή ήτοι της Cyprus Popular Bank Ltd δεν έχει υπάρξει. Το ζήτημα τούτο ηγέρθηκε και εξετάστηκε επίσης στην υπόθεση στην υπόθεση Iωάννου Νίκος ν. Ανδρέα Σαμουρίδη,
(2000)2 Α.Α.Δ. 299 όπου η έφεση εναντίον της αθωωτικής απόφασης απερρίφθη αφού κρίθηκε ότι δεν είχε προσκομισθεί οιαδήποτε μαρτυρία που να συνδέει τις δύο τράπεζες. Η διαπίστωση πιο πάνω διαπίστωση αναπόδραστα οδηγεί και σε διαπίστωση μη απόδειξης του 5ου συστατικού στοιχείου του αδικήματος. Αναφορικά με το 4ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος θα πρέπει να αναφερθεί ότι από τη μαρτυρία του ΜΚ1 προκύπτει ότι ο παρουσίασε την επιταγή προς εξόφληση στη ΣΠΕ Σωτήρας ωστόσο αυτή δεν «ξεκαθαρίστηκε» χωρίς ο μάρτυρας να αναφέρει το λόγο που δεν ξεκαθαρίστηκε η επιταγή. Υπό τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης και εφόσον έχω θεωρήσει ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι επιταγές παρουσιάστηκαν στο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκαν, η μη παρουσίαση καταστάσεων του λογαριασμού που αφορούν οι επίδικες επιταγές σε συνδυασμό με το γεγονός ότι καμιά μαρτυρία δεν υπάρχει αναφορικά με το ποιος έθεσε τη σημείωση «A/C Closed» επί των επίδικων επιταγών και δη χωρίς καμιά υπογραφή στο Τεκμ. 2, με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε το 4ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος ήτοι ότι «η επιταγή δεν ετμήθη λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων». Κλήση των Κατηγορουμένων θεωρώ σε απολογία θα σήμαινε κλήση αυτών να συμπληρώσουν τα κενά που έχει αφήσει η μαρτυρία των Κατηγόρων. Ως δε εμφαντικά αναφέρεται στη Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363: «Η απόδειξη της κατηγορίας, και κάθε στοιχείου που τη συνιστά, βαρύνει εξ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή. Δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες κι αν είναι. Κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων που συνιστούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη.» Με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις δεν έχουν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως τα συστατικά στοιχεία που συνθέτουν τις κατηγορίες που προσάπτονται στους κατηγορούμενους και συνεπώς οι Κατηγορούμενοι δεν θα πρέπει να κληθούν σε απολογία. Κατάληξη: Κατά συνέπεια, έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το ζήτημα απόδειξης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, την πτυχή των νομικών θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση και τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων ορώμενα υπό το φως της μαρτυρίας που προσκομίστηκε κρίνω ότι, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων 1 και 2. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι ο Κατήγορος απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των Κατηγορουμένων και συνεπώς οι κατηγορίες απορρίπτονται. Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται των κατηγοριών. Τα έξοδα της υπόθεσης, ως τούτα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Κατηγορουμένων 1 και 2 και εναντίον του Κατηγόρου. Ενόψει του ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 εκπροσωπούντο από τον ίδιο συνήγορο επιδικάζεται ένα σύνολο εξόδων. (Υπ.) .......... Ν. Οικονόμου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Κόκου Αριστοτέλους άλλων
(1992)2 CLR 356 [2] Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, σελ. 365-366: [3] Το σχετικό απόσπασμα από την Παυλόπουλος (ανωτέρω) έχει ως ακολούθως: «Η ευθύνη με βάση το άρθρο 305Α βαρύνει τον εκδότη και σε περιπτώσεις επιταγών εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή σύμβουλος που υπογράφει την επιταγή, που γενικά θεωρείται ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Στην υπόθεση Chapman v. Smethurst
(1909)1 K.B. 927, κρίθηκε πως πρόσωπο που υπογράφει γραμμάτιο ή επιταγή με τρόπο που να φαίνεται ότι πράττει τούτο υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικά αστική ευθύνη. Επίσης στην υπόθεση Bondina Ltd v. Rollaway Shower Blinds Ltd
(1986)1 W.L.R. 517, αναφέρθηκε πως οι διευθυντές εταιρείας, που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Στην παρούσα περίπτωση, προφανώς ο εφεσείων υπόγραψε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το γεγονός όμως ότι πιθανώς να μην είχε αστική ευθύνη, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής του ευθύνης ως συνεργού. [4] Λόρδος Goddard C.J. στην υπόθεση Johnson v. Youden
(1950)1 K.B. 455 στη σελ. 546 [5] Devlin J. στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble
(1959)1 K.B. 11 στη σελ. 20 [6] Παρενθετικά σημειώνεται ότι δυνάμει της παραγράφου 3 του άρθρου 305Α, «
(3)Η πωλήτρια τράπεζα σε κάθε περίπτωση κατά την οποία επιστρέφει επιταγή απλήρωτη οφείλει ενυπογράφως να σφραγίζει ή να σημειώνει σε αυτή τον πραγματικό λόγο της μη πληρωμής της, καθώς και την ημερομηνία εμφάνισης της προς πληρωμή η σφράγιση και ο λόγος επιστροφής που σημειώνεται από την εν λόγω τράπεζα επί της επιταγής, η οποία δύναται να κατατεθεί από τον κάτοχο της, γίνεται αποδεκτή ως μαρτυρία ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου: Νοείται ότι συμμόρφωση τράπεζας με τη δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρέωσης της δε συνιστά ούτε μπορεί να ερμηνευτεί ότι συνιστά παραβίαση εκ μέρους της του απορρήτου ή της εμπιστευτικότητας των πληροφοριών που κατέχει αναφορικά με τους λογαριασμούς των πελατών της.
(4)Παράβαση της δυνάμει του εδαφίου
(3)επιβαλλόμενης υποχρέωσης από οποιοδήποτε λειτουργό ή υπάλληλο της τράπεζας, ο οποίος εξουσιοδότησε ή εν γνώσει του επέτρεψε ή συνήργησε στην παράβαση, συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές, εκτός εάν η παράβαση έγινε λόγω καλόπιστου λάθους." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.