GOODYEAR MIDDLE EAST FZE ν. D.J. DEMADES & SONS LTD, Αρ. Αγωγής 6425/06, 3/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A277 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 6425/06 Μεταξύ: GOODYEAR MIDDLE EAST FZE Εναγόντων Και D.J. DEMADES & SONS LTD Εναγομένων -------------------------------------------------------------------------- 3 Ιουλίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Κούμας Για Εναγόμενους: κα Κότσαπα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €172.866,82 το οποίο αντιπροσωπεύει τη συμφωνηθείσα και/ή εύλογη αξία πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή ως αντάλλαγμα που απέτυχε, πλέον τόκους και έξοδα. Αποτελεί δικογραφικό ισχυρισμό των Εναγόντων - οι οποίοι αποτελούν εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη στο Ντουμπάι και ασχολούνται με την κατασκευή και εμπορία ελαστικών αυτοκινήτων - ότι δυνάμει έγγραφης συμφωνίας ημερ. 1.1.02 πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους σε διάφορες ημερομηνίες, συγκεκριμένες ποσότητες εμπορευμάτων, έναντι συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αξίας, για το συνολικό ποσό των €185.236,55, τα οποία οι Εναγόμενοι παρέλαβαν και αποδέχθηκαν. Προς τούτο οι Ενάγοντες έκδοσαν 12 τιμολόγια διαφόρων ημερομηνιών τα οποία συμποσούνται σε €185.236,
- Έναντι του εν λόγω ποσού, οι Εναγόμενοι κατέβαλαν σε διάφορες ημερομηνίες το ποσό των €12.369,73, με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό στις 11.8.04 να ανέρχεται σε €172.866,
- Οι Εναγόμενοι, παρά τις συνεχείς οχλήσεις των Εναγόντων και των δικηγόρων τους, παρέλειψαν να εξοφλήσουν το εν λόγω ποσό των €172.866,82 γι' αυτό και οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή και αξιώνουν ως ανωτέρω. Οι Εναγόμενοι προβάλλουν στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους ότι η συνεργασία και/ή η σχέση αντιπροσωπείας με τους Ενάγοντες άρχισε το 1929 και συνεχίστηκε μέχρι και την 10.5.04, όταν οι Ενάγοντες τερμάτισαν παράνομα και/ή παραβίασαν και/ή αποκήρυξαν την συμφωνία και/ή σχέση αντιπροσωπείας. Αρνούνται ότι οι Ενάγοντες πώλησαν και παρέδωσαν σ' αυτούς για την περίοδο 2002-2004 εμπορεύματα αξίας μόνο €185.236,55 και τα τιμολόγια που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων - πλην των τιμολογίων με αρ. 1400000153 και 1400000343 - είναι μερικά από τα τιμολόγια που οι Ενάγοντες έκδοσαν και τους έστειλαν. Ισχυρίζονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο εξοφλούσαν τα εκδομένα προς αυτούς τιμολόγια εμπρόθεσμα και/ή όταν αυτά ήταν απαιτητά. Αρνούνται ότι οφείλουν οποιονδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν σε διάφορες ημερομηνίες ποσά πολύ μεγαλύτερα του ποσού των €12.369,
- Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες στις 10.5.04 χωρίς αιτία και απροειδοποίητα τους ενημέρωσαν ότι η συνεργασία τους δεν θα συνεχιζόταν και παρόλο που είχαν αποδεχθεί, από τις αρχές του 2004 παραγγελίες τους, τις ακύρωσαν στις 10.5.04 χωρίς καμία δικαιολογία, παραλείποντας να τους καταβάλουν τα έξοδα διαφήμισης ως η μεταξύ τους συμφωνία. Ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες παράνομα τερμάτισαν τη συνεργασία τους και/ή τη συμφωνία διανομής εμπορευμάτων μεταξύ τους, και αδικαιολόγητα και/ή παράνομα ακύρωσαν όλες τις εκκρεμείς παραγγελίες. Ένεκα των εν λόγω ενεργειών και παραλείψεων των Εναγόντων, υπέστηκαν ανεπανόρθωτες ζημιές και/ή έξοδα και/ή απώλεσαν κέρδη και/ή οδηγήθηκαν σε καταστροφή. Επιπρόσθετα αδυνατούν να πωλήσουν και/ή να προωθήσουν τα εμπορεύματα Goodyear που βρίσκονται στην κατοχή τους και εισήχθηκαν κατά καιρούς βάση της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ τους. Γι' αυτό και ανταπαιτούν από τους Ενάγοντες: (Α) ΛΚ900.000 για τρία χρόνια (ΛΚ300.000 ετησίως) ως απώλεια κέρδους. (Β) ΛΚ 22.500 ως αξία των αποθεμάτων των εμπορευμάτων τα οποία αδυνατούν να πουλήσουν λόγω των πράξεων των Εναγόντων. (Γ) ΛΚ 19.774,62 ως έξοδα διαφήμισης των εμπορευμάτων, τα οποία οι Εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν στους Ενάγοντες δυνάμει συμφωνίας. (Δ) ΛΚ 10.000 ως έξοδα αναπροσαρμογής της επιχείρησης και/ή του εξοπλισμού τους. (Ε) Γενικές αποζημιώσεις για απώλεια εμπορικής φήμης και/ή ονόματος. (Στ) Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. (Ζ) Νόμιμο τόκο και έξοδα. Οι Ενάγοντες στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ισχυρίζονται ότι η έγγραφη Συμφωνία ημερ. 1.1.02, έληξε στις 31.12.03 και αρνούνται ότι οι Εναγόμενοι υπέστηκαν οποιαδήποτε ζημιά. Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν δύο μάρτυρες: ο Octavian Velcan (ΜΕ1) και ο Χρίστος Ιωάννου (ΜΕ2). Για την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσαν επίσης δύο μάρτυρες: ο Αχιλλέας Γαβριηλίδης (ΜΥ1) και ο Δημήτρης Δημητρίου (ΜΥ2). Ο ΜΕ1 είναι διευθύνων σύμβουλος της Goodyear Dunlop Tires Operations, με βάση τις Βρυξέλλες και εργαζόταν ως γενικός διευθυντής των Εναγόντων για την περίοδο 2008-
- Οι Ενάγοντες είναι θυγατρική εταιρεία της Goodyear and Rubber and Tire Company, η οποία είναι πολυεθνική εταιρεία που ασχολείται με την παραγωγή, κατασκευή, πώληση και προώθηση ελαστικών σε όλο τον κόσμο, μέσω εμπορικών διανομέων. Οι Ενάγοντες δραστηριοποιούνται εμπορικά (Τεκμ.1) και από το 1929 διατηρούσαν εμπορική σχέση με τους Εναγόμενους, η οποία έληξε τον Δεκέμβριο
- Η σχέση αυτή μεταξύ των διαδίκων για 75 χρόνια διεπόταν από γραπτές συμβάσεις. Η τελευταία υπογραφθείσα γραπτή σύμβαση μεταξύ τους (Τεκμ.2) ημερ. 1.1.02, ήταν μια μη αποκλειστική σύμβαση διανομής, με ημερομηνία λήξης 31.12.
- Σύμφωνα με την παρ.1 του Τεκμ.2, η ανανέωση της σύμβασης θα έπρεπε να γίνει γραπτώς και οποιαδήποτε αποδοχή παραγγελιών ή παράδοση προϊόντων μετά τη λήξη της σύμβασης, δεν αποτελούσε ανανέωση της σύμβασης. Το Τεκμ.2 δεν ανανεώθηκε γραπτώς μετά τη λήξη της και οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 10.5.04 (Τεκμ.3) ενημέρωσαν του Εναγόμενους ότι δεν επιθυμούσαν να παρατείνουν την σύμβαση. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 17.5.04 (Τεκμ.4) επιβεβαιώνουν τα πιο πάνω και ζητούν την πληρωμή του υπόλοιπου των τιμολογίων. Σ' ότι αφορά τους λόγους για τους οποίους δεν ανανεώθηκε η σύμβαση Τεκμ.2 μετά τη λήξη της στις 31.12.03, αναφέρθηκε στο περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 28.4.08 (Τεκμ.5) του κ. Derek de Villiers, Γενικού Διευθυντή των Εναγόντων, προς τον Jarro Kaplan Προέδρου της Ανατολικής Αγοράς στην οποία περιλαμβανόταν και η Κύπρος. Μετά την μη ανανέωση του Τεκμ.2, το 2004 συμβλήθηκαν με τον Δημήτρη Δημάδη, ο οποίος δημιούργησε την εταιρεία D2D. Ο Δημήτρης Δημάδης είναι γιος του Ιωάννη Δημάδη κυρίου μετόχου των Εναγομένων, και προτού συστήσει την εταιρεία D2D, ήταν ο επικεφαλής του τμήματος ελαστικών των Εναγομένων. Αποχώρησε από τους Εναγόμενους λόγω διαφορών μεταξύ τους αναφορικά με τη στρατηγική διανομής ελαστικών και από τον Μάιο 2004 δεν ήταν πλέον επικεφαλής του τμήματος ελαστικών των Εναγομένων. Μετά τη λήξη του Τεκμ.2 στις 31.12.03, έλαβαν και αποδέχθηκαν από τους Εναγόμενους διάφορες παραγγελίες μέχρι τον Ιούλιο 2004, οπότε και τους ενημέρωσαν γραπτώς ότι δεν επιθυμούν την συνέχιση του λήξαντος συμβολαίου. Αφού αποδέχθηκαν τις παραγγελίες των Εναγομένων, απέστειλαν τα εμπορεύματα και όλα τα απαραίτητα έγγραφα στους Εναγομένους, οι οποίοι τα παρέλαβαν και εκδόθηκαν σχετικά 10 τιμολόγια [Τεκμ.6 (1-10)], συνολικού ποσού €174.978,93 τα οποία δεν έχουν πληρωθεί. Όμως οι Ενάγοντες έκδοσαν διάφορα πιστωτικά και χρεωστικά σημειώματα που μειώνουν το ποσό αυτό σε €172.866,83 το οποίο παραμένει οφειλόμενο. Ειδοποίησαν σχετικά τους Εναγόμενους με επιστολές ημερ. 18.7.04 (Τεκμ.7) και 11.8.04 (Τεκμ.8). Διευκρίνισε ότι στο Τεκμ.8 γίνεται αναφορά σε €171.774,25 διότι δεν συμπεριελήφθηκε μια χρεωστική σημείωση για €1.092,
- Κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμ.9 κατάσταση ημερ. 11.8.04, η οποία αναφέρεται σε όλες τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές που έγιναν με τους Εναγόμενους και δείχνει το τελικό οφειλόμενο ποσό προς τους Ενάγοντες ύψους €172.866,
- Οι Ενάγοντες έκδοσαν πιστωτικά σημειώματα προς όφελος των Εναγομένων σε σχέση με δραστηριότητες διαφήμισης. Ισχυρίστηκε ότι η σύμβαση Τεκμ.2 δεν τερματίστηκε από τους Ενάγοντες γιατί αυτή έληξε στις 31.12.03 και ενημέρωσαν τους Εναγόμενους για την πρόθεση τους να μην ανανεώσουν τη σύμβαση. Για μικρό χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της σύμβασης (Τεκμ.2) οι Εναγόμενοι συνέχισαν να εισάγουν και πωλούν τα προϊόντα τους και να χρησιμοποιούν τις επωνυμίες τους. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι με βάση τα όσα αναφέρονται στο Τεκμ.5 οι Ενάγοντες αποζημιώθηκαν από την Ασφάλεια τους (Credit Insurance Company) για το υπόλοιπο των απλήρωτων τιμολογίων για ποσό περίπου €174.000, όμως με βάση το συμβόλαιο τους με την Ασφάλεια, θα πρέπει να πράξουν ό,τι επιβάλλεται για την ανάκτηση των απλήρωτων ποσών. Σε περίπτωση αποτυχίας της παρούσας αγωγής, οι Ενάγοντες θα πρέπει να επιστρέψουν στην Ασφαλιστική Εταιρεία το ποσό που τους είχε καταβληθεί. Το ισχυριζόμενο οφειλόμενο υπόλοιπο δημιουργήθηκε μεταξύ Φεβρουαρίου 2004 και Μαρτίου 2004 και κατ' εκείνο το χρόνο δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τους Εναγόμενους και τα επίδικα συμβάντα, εφόσον διορίστηκε ως γενικός διευθυντής των Εναγόντων το
- Δεν έχει προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων αλλά πληροφορήθηκε γι' αυτά από τέσσερα πρόσωπα που εργάζονταν στους Ενάγοντες και ήταν εξοικειωμένοι με αυτά, από τον Δημήτρη Δημάδη που είχε εμπλοκή στα γεγονότα και από μελέτη των εγγράφων που κατέθεσε ως τεκμήρια. Η συνεργασία των Εναγόντων με τους Εναγόμενους 75 χρόνων, διέπετο από γραπτές συμφωνίες, όμως υπήρχε και κάποιος χρόνος μεταξύ της υπογραφής των συμφωνιών που δεν διεπόταν από γραπτή συμφωνία. Το Τεκμ.2 υπογράφθηκε στις 3.2.02 και κάλυπτε περίοδο από 1.1.02 μέχρι 31.12.
- Δηλαδή τον Ιανουάριο του 2002 προμήθευαν ελαστικά, ενώ δεν υπήρχε συμφωνία σε ισχύ. Αυτό συνέβηκε και σε άλλες προγενέστερες συμβάσεις, οι οποίες υπογράφοντο μεταγενέστερα, με αναδρομική ισχύ και κάλυπταν προηγούμενους μήνες για τους οποίους δεν υπήρχε συμφωνία. Ωστόσο, σύμφωνα με το Τεκμ.2, οι Ενάγοντες μπορούσαν να συνεχίσουν να αποδέχονται παραγγελίες και να αποστέλλουν εμπορεύματα, όμως οι αποστολές αυτές δεν αποτελούσαν ανανέωση της συμφωνίας, η οποία θα έπρεπε να γίνει γραπτώς. Ανέφερε ότι οι αλλαγές στην οικονομική κατάσταση των Εναγομένων δηλαδή η καθυστέρηση εξόφλησης οφειλομένων τιμολογίων (Τεκμ.10 επιστολή ημερ. 20.4.04) που είχε σαν αποτέλεσμα την καθυστέρηση πληρωμής, οι αλλαγές στην στρατηγική διανομής χωρίς τη σύμφωνη γνώμη των Εναγόντων που οδήγησε σε έλλειψη αποθεμάτων και εξασθένηση της θέσης των Εναγόντων στην αγορά, οι αλλαγές στην εσωτερική δομή των Εναγομένων και οι εσωτερικές οικογενειακές διενέξεις των Εναγομένων δηλαδή ο αποκλεισμός του προϊσταμένου του Τμήματος Πωλήσεων Ελαστικών κ. Δημήτρη Δημάδη, οδήγησαν τους Ενάγοντες στην απόφαση της μη ανανέωσης της σύμβασης διανομής. Επέμενε ότι οι Εναγόμενοι δεν ήταν αποκλειστικοί διανομείς των ελαστικών Goodyear για 75 χρόνια και παρέπεμψε σε ρήτρα μη αποκλειστικότητας των συμφωνιών μεταξύ τους. Όμως τα τελευταία 75 χρόνια οι Εναγόμενοι ήταν ο μόνος διανομέας στην Κύπρο. Αναφέρθηκε στο Τεκμ.9 και στα ποσά €1.888 (Τεκμ.16) και €5.466 (Τεκμ.20) που αφορούσαν πιστωτικά σημειώματα ημερ. 25.5.04 και 11.8.04 για διαφημίσεις. Όμως το γεγονός ότι μετά τη λήξη της συμφωνίας 31.12.03 συνεργάζονταν με τους Εναγόμενους σε θέματα διαφημίσεων, δεν σημαίνει ότι είχαν επεκτείνει τη συμφωνία τους στο σύνολο της. Διευκρίνισε ότι το ποσό των €1.888 σχετίζεται με το πρώτο τετράμηνο του 2004, ενώ τα δύο ποσά των €557 και €5.466 σχετίζονταν με το έτος
- Όμως το γεγονός ότι συνέχιζαν να αποστέλλουν προϊόντα ή να εκδίδουν πιστωτικά ή χρεωστικά σημειώματα, όπως και το γεγονός ότι τον Απρίλιο 2004, οι Εναγόμενοι κλήθηκαν να παρευρεθούν σε συνέδριο - σεμινάριο στο Ντουμπάι και Ν. Αφρική (Τεκμ.10) δηλαδή μετά τη λήξη της συμφωνίας, δεν αποτελεί ανανέωση της συμφωνίας. Η πρώτη φορά που είχαν πληροφορηθεί ότι ο Δημήτρης Δημάδης δεν ήταν πλέον υπεύθυνος του Τμήματος Ελαστικών ήταν στις 6.5.
- Δεν τερμάτισαν την συμφωνία διότι δεν υπήρχε συμφωνία προς τερματισμό και με επιστολή τους ημερ. 10.5.04 (Τεκμ.3) ενημέρωσαν τους Εναγόμενους ότι δεν ήταν πλέον διατεθειμένοι να ανανεώσουν τη συμφωνία. Μετά την μη ανανέωση της συμφωνίας με τους Εναγομένους, ο Δημήτρης Δημάδης τους προσέγγισε για να πάρει την αντιπροσωπεία διανομής. Αυτό έγινε πριν την επιστολή ημερ. 10.5.04 (Τεκμ.3). Οι λόγοι μη ανανέωσης της συμφωνίας διανομής με τους Ενάγοντες σχετίζονται μόνο με τις πράξεις και αποφάσεις των Εναγομένων και οι Ενάγοντες δεν συνωμότησαν με κανένα τρόπο και με κανένα. Οι προηγούμενες αποστολές προϊόντων στους Εναγομένους ήταν για την περίοδο 8.2.04-18.3.04 (Τεκμ.6)(τιμολόγια). Δεν υπάρχουν άλλες πιστωτικές και χρεωστικές σημειώσεις εκτός από αυτές που φαίνονται στο Τεκμ.
- Σε υποβολή ότι από τα κατατεθέντα τεκμήρια δεν προκύπτει ξεκάθαρα το οφειλόμενο ποσό, απάντησε ότι αυτό είναι €172.866,
- Ο ΜΥ1 είναι ο σύζυγος της Άννης Δημάδη, η οποία είναι θυγατέρα του Ιωάννη Δημάδη και αδελφή του Δημήτρη Δημάδη. Εργαζόταν στους Εναγομένους από τον Φεβρουάριου 1979 και ήταν επικεφαλής του Τμήματος Ανταλλακτικών και Εξυπηρέτησης, μέχρι την 31.12.09 που οι Εναγόμενοι πουλήθηκαν. Οι Εναγόμενοι άρχισαν τη συνεργασία τους με τον Οργανισμό Goodyear το 1929 και αυτή συνεχίστηκε μέχρι τις 10.5.
- Η συνεργασία τους για 75 χρόνια λειτουργούσε με τον ίδιο τρόπο δηλαδή οι Εναγόμενοι, παρόλο που οι συμφωνίες προνοούσαν για δικαίωμα μη αποκλειστικής διανομής, ήταν πάντα οι αποκλειστικοί και οι μόνοι διανομείς των ελαστικών Goodyear στην Κύπρο. Υπογράφονταν τυπικά συμφωνίες διανομής (Τεκμ.11) και συχνά για συγκεκριμένες περιόδους δεν υπήρχε συμφωνία σε ισχύ αλλά εκ των υστέρων οι Ενάγοντες ζητούσαν την υπογραφή συμφωνίας. Οι Ενάγοντες - όπως του ανέφερε ο Ιωάννης Δημάδης - πάντα τους διαβεβαίωναν ότι η υπογραφή των συμφωνιών ήταν τυπική, κάτι που αποδεικνύετο και στην πράξη, αφού ήταν οι αποκλειστικοί διανομείς τους για 75 χρόνια. Η συνεργασία τους κυλούσε ομαλά, χωρίς προβλήματα και είχαν άψογη συνεργασία, χωρίς καμία διαφωνία για χρωστούμενα μέχρι τον Φεβρουάριο -Μάρτιο
- Ο Δημήτρης Δημάδης από το 1979 ανέλαβε ως επικεφαλής του Τμήματος Ελαστικών των Εναγομένων, μέχρι και την παραίτηση του στις 13.5.
- Ήταν υπεύθυνος για τη στρατηγική και γενικά το Τμήμα Ελαστικών, είχε καθοριστικό ρόλο στις αποφάσεις των Εναγομένων και είχε τον έλεγχο των παραγγελιών και εμπορευμάτων που υπήρχαν ως απόθεμα στις αποθήκες τους. Εκπροσωπούσε τους Εναγομένους σε συνέδρια και είχε αποκλειστική επαφή με τους αντιπροσώπους των Εναγόντων. Το 2001 οι Εναγόμενοι άρχισαν να προμηθεύονται ελαστικά από το Τμήμα Μέσης Ανατολής και από 1.1.02 οι Ενάγοντες άλλαξαν την μέχρι τότε συμφωνία και πρακτική τους με τους Εναγομένους σε σχέση με το ποσοστό διαφήμισης που πλήρωναν στους Εναγομένους, από 50% του κόστους των διαφημίσεων σε 1% επί των αγορών. Η πρώτη φορά που δημιουργήθηκε θέμα για απλήρωτα τιμολόγια ήταν τον Φεβρουάριο - Μάρτιο του 2004 (Τεκμ.14) και οι Ενάγοντες είχαν την εσφαλμένη εντύπωση ότι οι Εναγόμενοι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες (Τεκμ.15). Τον Μάρτιο - Απρίλιο 2004, υπήρχε ισχυρισμός για μεγαλύτερο οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο όμως εξοφλήθηκε την 17.5.04 (Τεκμ.10). Οι Ενάγοντες συνέχιζαν και μετά τη δημιουργία του πιο πάνω οφειλόμενου υπόλοιπου να δέχονται παραγγελίες, χωρίς να ενημερώσουν τους Εναγόμενους ότι είχαν πρόθεση να τερματίσουν τη συμφωνία λίγους μήνες μετά. Οι Ενάγοντες επίσης συνέχιζαν να πιστώνουν το λογαριασμό των Εναγομένων με ποσά για το κόστος διαφήμισης μέχρι και για το πρώτο τρίμηνο του 2004 (Τεκμ.16). Στις 10 Μαΐου 2004 οι Ενάγοντες έλαβαν την επιστολή Τεκμ.3 ότι η συνεργασία των Εναγομένων με τους Ενάγοντες τερματίζεται. Στις 13 Μαΐου 2004 ο Δημήτρης Δημάδης παραιτήθηκε από την διοίκηση και εργοδότηση των Εναγομένων και τον Ιούνιο και Ιούλιο 2004 παραιτήθηκαν από το τμήμα ελαστικών τα 4 από τα 5 μέλη του, για να εργοδοτηθούν από την Εταιρεία D2D (Τεκμ.5). Ενόψει αυτής της εξέλιξης αποτάθηκαν στην Goodyear Hellas για την προμήθεια των εν λόγω ελαστικών, αγοράζοντας τα όμως σε πιο ψηλή τιμή. Συνέχισαν να προμηθεύονται εμπορεύματα από την Goodyear Hellas για κάποιες παραγγελίες κατά το καλοκαίρι 2004, όταν έλαβαν επιστολή από αυτούς ότι δεν μπορούσαν να συνεχίζουν να τους προμηθεύουν λόγω παρέμβασης της Goodyear Dubai. Όταν η Ελλάδα σταμάτησε να τους προμηθεύει, μετέβηκε στην Ευρώπη με σκοπό να εξεύρει προμηθευτές για να προσπαθήσουν να περιορίσουν τη ζημιά που υπέστηκαν οι Εναγόμενοι. Σύνηψε συμφωνία με την Intersprint Europe, η οποία όμως μπορούσε να τους προμηθεύσει με διάφορες μάρκες ελαστικών εφόσον δεν μπορούσε να παρέχει όλη τη γκάμα των ελαστικών της Goodyear. Δυστυχώς η αλλαγή από διανομέας της Goodyear σε διανομέα διαφόρων και πολλών μαρκών είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τους περισσότερους μεταπωλητές τους, οι οποίοι πλέον είχαν προσεγγίσει την εταιρεία D2D για την αγορά των ελαστικών τους. Ισχυρίστηκε ότι ένεκα του παράνομου και απροειδοποίητου τερματισμού της συμφωνίας διανομής από τους Ενάγοντες, οι Εναγόμενοι δεν είχαν την ευκαιρία να αναπροσαρμόσουν την επιχείρηση τους με αποτέλεσμα να υποστούν τις ακόλουθες ζημιές: (α) Ζημιές ύψους ΛΚ231.050 ετησίως λόγω απώλειας κέρδους για 3 χρόνια - ΛΚ693.150 (Ευρώ 1.184.317,09). Από το μέσο όρο πωλήσεων ελαστικών την περίοδο 2001-2003 είχαν μέσον όρο καθαρό κέρδος ύψους ΛΚ231.
- Το ποσό αυτό προκύπτει από την ακόλουθη εξίσωση: Καθαρό Κέρδος = Μέσος Όρος Μικτού Κέρδους (δηλαδή Αξία πωλήσεων - αξία αγορών) - λειτουργικά έξοδα - έξοδα διαφήμισης - έξοδα μισθοδοσίας. Δηλαδή ΛΚ301.137 30.114 - 6.322 - 33.
- Σχετικά παρουσίασε κατάσταση που εκτυπώθηκε από τον υπολογιστή της εταιρείας και στο οποίο φαίνονται τα ποσά κέρδους για τα έτη 2003-2007 (Τεκμ.17). Η κατάσταση αυτή εκτυπώθηκε από ειδικό πρόγραμμα στο οποίο περνούσαν τις αγορές και πωλήσεις και το οποίο υπολόγιζε το κέρδος. Οι καταχωρήσεις στο πρόγραμμα αυτό γίνονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο από το λογιστή της εταιρείας και ελέγχονταν από κάποιο υπεύθυνο. Για τα έτη 1999-2003 δεν κατέστη δυνατόν να εκτυπώσει σχετική αναφορά. Ο λόγος που δεν καταχώρησε στο Δικαστήριο τους ελεγμένους λογαριασμούς είναι διότι σε αυτούς δεν φαίνεται το κέρδος για κάθε τμήμα των Εναγομένων ξεχωριστά και έτσι δεν φαίνεται το κέρδος για τα ελαστικά Goodyear. Από υπολογισμούς που έχει κάνει βρίσκει ότι τα έξοδα που πρέπει να αφαιρεθούν για υπολογισμό του καθαρού κέρδους είναι ύψους ΛΚ70.087 (Τεκμ.17) το οποίο αντιπροσωπεύει (α) τα έξοδα μισθοδοσίας για τα οποία έχει ετοιμάσει ξεχωριστή κατάσταση (Τεκμ.18) (β) το 1% του κόστους διαφήμισης ως η συμφωνία τους με τους Ενάγοντες (γ) 10% του καθαρού κέρδους που αντιπροσωπεύει άλλα λειτουργικά έξοδα του τμήματος όπως έξοδα μεταφοράς και αποθηκών. Γνωρίζει ότι τον επόμενο καιρό πούλησαν τα αποθέματα που είχαν και μετά το τμήμα ουσιαστικά δεν έκανε καθόλου κέρδος. Ενόψει της μακράς διαρκείας της συμφωνίας και συνεργασίας τους με τους Ενάγοντες θεωρεί λογικό ότι θα έπρεπε να τους είχε δοθεί προειδοποίηση τουλάχιστον 3 ετών. (β) Απόθεμα εμπορεύματος που δεν κατέστη δυνατόν να πουληθεί αξίας ΛΚ22.500 (Ευρώ 38.443,53). Μετά τον απροειδοποίητο τερματισμό της συμφωνίας και παρά τις προσπάθειες των Εναγομένων να ορθοποδήσουν και να βρουν άλλες πηγές για προμήθεια ελαστικών, αυτό δεν κατέστη εφικτό με αποτέλεσμα το τμήμα ελαστικών να αδρανήσει χωρίς οποιαδήποτε κέρδη μετά το
- Οι Εναγόμενοι είχαν στις αποθήκες τους εμπορεύματα αξίας ΛΚ200.000 τα οποία συνέχισαν να πωλούν σε πιο χαμηλές τιμές σε μια προσπάθεια να μειώσουν τις ζημιές τους. Έμειναν όμως εμπορεύματα αξίας ΛΚ22.500, τα οποία δεν μπόρεσαν να πουλήσουν και τα οποία με τον καιρό καταστράφηκαν και έπρεπε να πετάξουν. Το πιο πάνω ποσό προκύπτει από σημειώσεις που κρατούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, όπου είχε σημειώσει ότι το ποσό που δεν κατέστη δυνατόν να αποσβέσουν από τα υφιστάμενα αποθέματα ήταν ύψους ΛΚ22.
- (γ) Έξοδα διαφήμισης που οι Ενάγοντες οφείλουν στους Εναγομένους ύψους Ευρώ 19.774,
- Από τα αρχεία των Εναγομένων βρήκε ένα τιμολόγιο ημερομηνίας 10.6.03 για ποσό ΛΚ7.299,60 (Ευρώ 12.420,62) (Τεκμ.19) που εκδόθηκε από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες για έξοδα διαφήμισης το οποίο οι Ενάγοντες ουδέποτε πλήρωσαν. Παρουσίασε επίσης τις πιστωτικές σημειώσεις που έκδοσαν οι Ενάγοντες για ποσό €5.466 (Τεκμ.20) και €1.888 (Τεκμ.16) και οι οποίες συνεχίζουν να οφείλονται από τους Ενάγοντες στους Εναγομένους. Εάν οι Ενάγοντες παρείχαν την απαραίτητη προειδοποίηση για τερματισμό της μεταξύ τους συμφωνίας, τότε οι Εναγόμενοι δεν θα προέβαιναν στα εν λόγω έξοδα διαφήμισης για την μάρκα Goodyear, ούτε και θα πλήρωναν για ταμπέλες των διαφόρων μεταπωλητών. (δ) Έξοδα Αναπροσαρμογής της Επιχείρησης ύψους ΛΚ10.000 (Ευρώ 17.086,01). Μετά από μια τόσο μακρά συνεργασία, όταν αυτή διακόπηκε τόσο απότομα, έπρεπε οι Εναγόμενοι να προβούν σε έξοδα αναπροσαρμογής της επιχείρησης, ειδικά ενόψει της πίεσης που είχαν να σταματήσουν να χρησιμοποιούν το όνομα Goodyear από τους Ενάγοντες (Τεκμ.21). Αναγκάστηκαν να κατεβάσουν τις ταμπέλες Goodyear, να βάψουν τα φορτηγά και τα αυτοκίνητά τους και το ποσό των Ευρώ 10.000 δικαιολογείται ως έξοδο αναπροσαρμογής τους. Το Τεκμ.22 συνιστά την επιστολή που έλαβαν από την ασφαλιστική εταιρεία των Εναγόντων την 20.8.04 και όπως προκύπτει από αυτήν, η μόνη που δικαιούται να απαιτεί τυχόν υπόλοιπο [το οποίο εν πάση περιπτώσει αρνείται ότι οφείλεται] είναι η ασφαλιστική εταιρεία που ανέλαβε το ισχυριζόμενο χρέος των Εναγομένων και οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιηθεί πλήρως. Σ' ότι αφορά την παρ.(α) ανωτέρω επεξήγησε ότι «αγορές» σημαίνει την ποσότητα εμπορευμάτων που οι Εναγόμενοι αγόρασαν και τιμολογήθηκαν από τους Ενάγοντες την οποία και εισήξαν. «Πωλήσεις» σημαίνει την ποσότητα εμπορευμάτων που οι Εναγόμενοι πώλησαν σε πελάτες. Αναφέρθηκε σε ποσά αγορών που έκανε το τμήμα ελαστικών για τα έτη 1999-2003 και προσδιόρισε ως πηγή γνώσης του για τα ποσά αυτά, τα αρχεία των Εναγομένων και μια αναφορά που ετοίμασε ο λογιστής των Εναγομένων Ανδρέας Κωνσταντίνου ο οποίος ήταν ο υπεύθυνος για να τηρεί τα βιβλία των Εναγομένων, να ελέγχει τις παραγγελίες στους Ενάγοντες, τα τιμολόγια των Εναγόντων και Εναγομένων, τις πωλήσεις, τις εκπτώσεις κλπ. Σήμερα δεν γνωρίζει πού βρίσκεται ο εν λόγω λογιστής. Αναφέρθηκε στις πωλήσεις που έγιναν στο τμήμα ελαστικών στα έτη 1999-2003 και επεξήγησε ότι τα ποσά πωλήσεων δεν ταυτίζονται με τα ποσά αγοράς λόγω της ποσότητας stock ελαστικών που υπήρχε στην αποθήκη τους. Για τα έτη 1999-2003 έκαναν εκπτώσεις στη πώληση ελαστικών και επεξήγησε ότι οι καθαρές πωλήσεις προκύπτουν από την αφαίρεση της έκπτωσης από την αρχική τιμή τιμολόγησης. Η πηγή γνώσης του για τα ποσά πωλήσεων και εκπτώσεων είναι η αναφορά του λογιστή των Εναγομένων Α. Κωνσταντίνου σε μια έκθεση είχε ετοιμαστεί στις 9.11.
- Για τις καθαρές πωλήσεις υπήρχε και μια έκθεση σύγκρισης πωλήσεων και εξόδων, η οποία εκδιδόταν από το σύστημα μηχανογράφησης κάθε μήνα και αφορούσε τις καθαρές πωλήσεις και το ποσοστό μεικτού κέρδους. Βασικός υπεύθυνος του προγράμματος αυτού ήταν ο κ. Κωνσταντίνου. Επεξήγησε ότι με την έκδοση ενός τιμολογίου, (η οποία γινόταν αυτόματα από το σύστημα), καταγραφόταν αυτόματα στο σύστημα του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Για τις αγορές τροφοδοτείτο ο ηλεκτρονικός υπολογιστής από το λογιστήριο με τα στοιχεία των αγορών. Ισχυρίστηκε ότι το ποσοστό του μεικτού κέρδους των ελαστικών, δεν μπορεί να υπολογιστεί από οποιονδήποτε δια χειρός, χωρίς τη χρήση του εξειδικευμένου προγράμματος μηχανογράφησης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το πρόγραμμα αυτό ήταν σχεδιασμένο για να καλύπτει τις εξειδικευμένες ανάγκες των Εναγομένων και κάθε μήνα ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ετοίμαζε εκθέσεις που έδιναν τα αποτελέσματα κάθε μήνα ανά τμήμα. Ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω λογισμικό πρόγραμμα σταμάτησε να λειτουργεί και όταν πουλήθηκαν οι Εναγόμενοι, οι νέοι αγοραστές χρησιμοποιούσαν τα δικά τους συστήματα. Τα πιο πάνω στοιχεία τα γνωρίζει από έκθεση σύγκρισης πωλήσεων και εξόδων που έχει για την περίοδο 1999-2003 και περιέχονται σε μια έκθεση που ετοίμασε ο ίδιος για την περίοδο 1999-2003 (Τεκμ.23). Ισχυρίστηκε ότι το πιο πάνω λογισμικό πρόγραμμα ετοίμαζε έκθεση αναλύοντας τα έξοδα των Εναγομένων όπως μισθοί, απολαβές διευθυντών, έξοδα πώλησης, λειτουργικά έξοδα, διάφορα έξοδα, τόκοι και επιβαρύνσεις, έξοδα διαφήμισης, έξοδα ηλεκτρισμού, τηλεφώνου, γραφικής ύλης, φορολογία. Σε σχέση με το ποσό των εξόδων (£70.087), ανέφερε ότι έκανε μια πολύ εμπεριστατωμένη μελέτη της έκθεσης που έπαιρνε από το σύστημα μηχανογράφησης για το 2003, την αντιπαρέβαλε με τους ελεγμένους λογαριασμούς που είχαν κάνει οι PWC ελεγκτές των Εναγομένων και ετοίμασε μια ανάλυση των εξόδων του τμήματος ελαστικών. Ανέφερε την κατηγοριοποίηση των εξόδων στους ελεγμένους λογαριασμούς και επεξήγησε ότι υπάρχουν μικρές διαφορές μεταξύ της έκθεσης του συστήματος μηχανογράφησης και των ελεγμένων λογαριασμών, όπως μια διαφορά £64.704 που αφορούσε τους μισθούς των μηχανικών και μια διαφορά £15.976 στον όγκο των πωλήσεων. Επεξήγησε επίσης τον τρόπο που υπολόγισε τα πιο πάνω έξοδα και ετοίμασε ο ίδιος μια κατάσταση Τεκμ.24 που αποτελεί την ανάλυση εξόδων για το έτος 2003, την οποία και επεξήγησε στο Δικαστήριο. Βάσει του αριθμού των ελεγκτών (PWC), τα λειτουργικά έξοδα του τμήματος ελαστικών είναι £70.
- Το ποσό του καθαρού κέρδους £231.050 (ανωτέρω), προκύπτει, παίρνοντας σαν μέσο όρο του μεικτού κέρδους των τελευταίων 3 χρόνων το ποσό των £301.137 και αφαιρώντας τα λειτουργικά έξοδα των £70.
- Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στην τελευταία Σύμβαση Τεκμ.2 μεταξύ των διαδίκων, μη αποκλειστικής αντιπροσωπείας, η οποία έληξε στις 31.12.03 και ουδέποτε ανανεώθηκε γραπτώς σύμφωνα με τον όρο 1 αυτής, όμως ισχυρίστηκε ότι η επιστολή ημερ. 10.5.04 (Τεκμ.3) αποτελεί επιστολή τερματισμού. Ο ίδιος, από το 1979 ήταν μέλος της διευθυντικής ομάδας του Συγκροτήματος Δημάδης και μέλος του διοικητικού Συμβουλίου όλων των θυγατρικών εταιρειών. Ήταν ενήμερος για τα θέματα των διαφόρων τμημάτων και του τμήματος ανταλλακτικών, και είχε άμεση γνώση στα θέματα των ελαστικών. Ο λογιστής των Εναγομένων ήταν ο Ανδρέας Κωνσταντίνου και ο ίδιος δεν είναι λογιστής ούτε και κατέχει τα προσόντα ή οποιοδήποτε επαγγελματικό τίτλο σχετικά με λογιστή. Συμφώνησε ότι δεν έχει γνώση των εγγράφων που κατέθεσε στο Δικαστήριο, τα οποία βρήκε σε κιβώτια σε αποθήκες των κεντρικών γραφείων πριν την ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Σ' ότι αφορά το αξιούμενο ποσό των €172.866,82 από τους Ενάγοντες, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «δεν είναι σε θέση ούτε να επιβεβαιώσει, ούτε να απορρίψει» κατά πόσο αυτό πληρώθηκε από τους Εναγόμενους ή κατά πόσο συνεχίζουν οι Εναγόμενοι να το οφείλουν μέχρι σήμερα στους Ενάγοντες. Σ' ότι αφορά τα μη πωληθέντα αποθέματα ισχυρίστηκε ότι το ποσό που οι Εναγόμενοι αξιώνουν από τους Ενάγοντες, (£22.500) είναι υπέρ το δέον λογικό, αν και δέχθηκε ότι δεν παρουσίασε αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν με ακρίβεια το ποσό αυτό. Ανέφερε ότι η ύπαρξη αποθεμάτων ελαστικών, φαίνεται και στους ισολογισμούς που ετοίμασαν οι Coopers & Lybrand, τους οποίους δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο. Σ' ότι αφορά τα έξοδα αναπροσαρμογής της επιχείρησης (£10.000), δέχθηκε ότι δεν υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την ακρίβεια του ποσού των £10.000, όμως υπήρχαν έξοδα για την αφαίρεση πινακίδων και ταπελλογραφιών πάνω στα αυτοκίνητα κλπ. Σε σχέση με το ποσό των £22.500 για απόθεμα εμπορεύματος και το ποσό των £10.000 ως έξοδα αναπροσαρμογής της επιχείρησης, δεν παρουσίασε ελεγμένους λογαριασμούς ή άλλα λογιστικά έγγραφα διότι οι ελεγμένοι λογαριασμοί δεν αναλύουν με λεπτομέρεια τα στοιχεία και αξίες που αφορούν τα διάφορα τμήματα των Εναγομένων. Επίσης για το ποσό των £10.000 δεν υπάρχουν τιμολόγια που να δείχνουν τα έξοδα που υπέστηκαν οι Εναγόμενοι για αφαίρεση διαφημιστικών, ταμπέλες, ταπελογράφηση αυτοκίνητων. Αναφορικά με τα Τεκμ.17, 23 και 24 που σύνταξε ο ίδιος, ισχυρίστηκε ότι με πείρα πέραν των 40 ετών σε διευθυντικές θέσεις, η ετοιμασία εκ μέρους του μιας κατάστασης που αφορά πωλήσεις, έξοδα και κόστα, με βάση αποτελέσματα που εξάγονται από εξειδικευμένα λογισμικά συστήματα των Εναγομένων, δεν χρειάζεται να κατέχει επαγγελματικό δίπλωμα λογιστικής. Πρόσθεσε ότι οι εγκεκριμένοι λογαριασμοί μιας εταιρείας που ετοιμάζουν οι ελεγκτές της εταιρείας, για να είναι έγκυροι πρέπει να υπογραφούν από τους διευθυντές της εταιρείας οι οποίοι δεν απαιτείται να διαθέτουν λογιστικά διπλώματα. Διευκρίνισε ότι ενημερώθηκε για τα ποσά των αγορών και των πωλήσεων από μια αναφορά του λογιστή των Εναγομένων Α. Κωνσταντίνου και από το λογισμικό σύστημα των Εναγομένων, στο οποίο είχαν πρόσβαση διάφορα πρόσωπα, με διαφορετικά καθήκοντα ο καθένας. Όλοι οι διευθυντές των Εναγομένων, χρησιμοποιούσαν το λογισμικό πρόγραμμα των Εναγομένων, ακόμα και οι πωλητές, εφόσον για να εκδοθεί ένα τιμολόγιο πώλησης εμπορεύματος ο πωλητής το έκδιδε μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Και ο ίδιος ως διευθυντής των Εναγομένων είχε πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία του λογισμικού συστήματος των Εναγομένων. Ισχυρίστηκε ότι σύγκρινε τα στοιχεία που περιέχοντο στην αναφορά του λογιστή Α. Κωνσταντίνου, με τους εγκεκριμένους λογαριασμούς που ετοίμασαν οι Coopers & Lybrand ελεγκτές των Εναγομένων, οι οποίοι αποτελούν τα επίσημα και αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα των Εναγομένων, και κατατέθηκαν υπογραμμένα στον Έφορο Εταιρειών και Φόρο Εισοδήματος. Η συμφωνία των αριθμών, επιβεβαιώνει πέραν πάσης αμφιβολίας την ακρίβεια των εκθέσεων που ετοιμάζονταν από το σύστημα μηχανογράφησης (management report). Επεξήγησε ότι τα management report (έκθεση σύγκρισης πωλήσεων και εξόδων) αποτελούν εκθέσεις που ετοιμάζονται είτε από το λογισμικό σύστημα της εταιρείας είτε από το τμήμα λογιστηρίου της εταιρείας, το οποίο δίδει πληροφορίες στη διεύθυνση της εταιρείας σχετικά με τις πωλήσεις, έξοδα, κέρδη, ζημιές, κόστα. Ο ίδιος ετοίμασε τα Τεκμ.17 και 23 με βάση στοιχεία που είχε από το λογισμικό σύστημα των Εναγομένων και από μια αναφορά που είχε γίνει από το λογιστή των Εναγομένων Α. Κωνσταντίνου, ο οποίος δεν γνωρίζει που βρίσκεται και το λογισμικό σύστημα δεν υπάρχει σήμερα. Παρόλο που στο λογισμικό σύστημα είχαν πρόσβαση πολλά πρόσωπα σε διάφορα επίπεδα και καταχωρούσαν στοιχεία σ' αυτό πολλοί ανάλογα με τα καθήκοντά τους, η ακρίβεια των στοιχείων που παρουσίασε στις δικές του μελέτες (Τεκμ.17 και 23) επιβεβαιώθηκαν από τους ελεγμένους λογαριασμούς που ετοίμασαν οι Coopers & Lybrand. Συνεπώς η μη ύπαρξη σήμερα του λογισμικού συστήματος είναι αδιάφορη, εφόσον οι Coopers ετοίμασαν τους ελεγμένος λογαριασμούς όταν το σύστημα ήταν εν ενεργεία. Συνεπώς οι αριθμοί που παρουσίασε ο ίδιος (Τεκμ.17 και 23) είναι επιβεβαιωμένοι. Τα Τεκμ.17 και 23 δεν παρουσιάστηκαν σαν ελεγμένοι λογαριασμοί από ελεγκτές και η ετοιμασία εκθέσεων από την διεύθυνση, όπως τα Τεκμ.17 και 23, δεν προϋποθέτει ότι πρέπει να ετοιμάζονται από εγκεκριμένους λογιστές. Ετοίμασε επίσης το Τεκμ.24, που αποτελεί ένα πίνακα, ο οποίος συγκρίνει και αντιπαραθέτει τα έξοδα που πηγάζουν από τις εκθέσεις του λογισμικού συστήματος (management reports), με τα έξοδα όπως παρουσιάζονται στους εγκεκριμένους λογαριασμούς που ετοίμασαν οι Coopers & Lybrand. Το Τεκμ.24 ετοιμάστηκε από τον ίδιο, δεν είναι εγκεκριμένος λογιστής και το ετοίμασε για σκοπούς σύγκρισης. Δε δημιούργησε ο ίδιος τους αριθμούς, αλλά τους πήρε από τις εκθέσεις που ετοίμασαν οι ειδικοί. Αναφέρθηκε στο ποσό των £918.780 που αφορά τις πωλήσεις του 2003 σύμφωνα με το Τεκμ.24 και στο διαφορετικό ποσό των £918.479 που αφορά τις πωλήσεις σύμφωνα με το Τεκμ.23 και ισχυρίστηκε ότι τα Τεκμ.23 και 24 δεν είναι αντιφατικά. Το Τεκμ.19 που αφορά τα έξοδα διαφημίσεων, χαρακτηρίζεται ως χρεωστική σημείωση και λανθασμένα το χαρακτήρισε ως τιμολόγιο, όμως το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Δεν μπορεί να επιβεβαιώσει αν οι πιστωτικές σημειώσεις Τεκμ.16 και 20 (διαφημίσεις) έχουν αφαιρεθεί από τα ποσά που οφείλονται από τους Εναγόμενους. Οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν στους Εναγόμενους έξοδα διαφήμισης και τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι οι Ενάγοντες έκδοσαν πιστωτικές σημειώσεις για διαφημίσεις για το
- Ισχυρίστηκε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ότι ένα συγκεκριμένο ποσοστό επί των αγορών από τους Ενάγοντες, θα χρησιμοποιείτο για διαφημίσεις και το κόστος θα το επωμίζοντο εξίσου. Αυτό δεν αναφέρεται στο Τεκμ.2 όμως ίσως να περιλαμβάνεται σε e-mails, faxes ή άλλες συμβάσεις. Ο ΜΥ2 είναι ιδρυτικό μέλος και ένας από τους δύο μετόχους της ελεγκτικής εταιρείας DFK Demetriou Trapezaris Ltd. Ανέφερε στην μαρτυρία του ότι από το 2004 και μέχρι σήμερα, η εν λόγω ελεγκτική εταιρεία ετοιμάζει τους ελεγμένους λογαριασμούς των Εναγομένων. Μελέτησε τους ελεγμένους λογαριασμούς των Εναγομένων για το 2003 που ετοίμασαν οι Price Waterhouse Coopers και ισχυρίστηκε ότι σ' αυτούς δεν φαίνεται ξεχωριστά το ποσό κέρδους κάθε τμήματος των Εναγομένων και ειδικότερα του τμήματος ελαστικών. Συνεπώς ο τρόπος υπολογισμού του κέρδους του τμήματος ελαστικών των Εναγομένων που χρησιμοποίησε ο ΜΥ1 στα Τεκμ.17, 23 και 25 είναι λογικός υπό τις περιστάσεις τρόπος για να υπολογιστεί το κέρδος από την πώληση των προϊόντων Goodyear. Διευκρίνισε ότι τα ποσά που αναφέρονται στο Τεκμ.24 και αφορούν τα συνολικά έξοδα των Εναγομένων, ταυτίζονται με τα έξοδα που αναφέρονται στους ελεγμένους λογαριασμούς των Εναγομένων για το
- Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι με βάση το Τεκμ.23 ο ΜΥ1 υπολόγισε το μεικτό κέρδος, βασιζόμενος στο μεικτό κέρδος των Εναγομένων στο συγκεκριμένο προϊόν τη Goodyear. Το ποσοστό μεικτού κέρδους προέκυψε από το data Computer των Εναγομένων, το οποίο υποδηλεί τα λογιστικά βιβλία των Εναγομένων όπως και οι πωλήσεις προέκυψαν από τα λογιστικά βιβλία των Εναγομένων. Με βάση το Τεκμ.24, ο ΜΥ1 πήρε τους αριθμούς από τους ελεγμένους λογαριασμούς του 2003, βασίστηκε σ' αυτούς για να κάνει τις δικές του εκτιμήσεις και έτσι κατέληξε στα έξοδα του τμήματος Goodyear. Το Τεκμ.17 αποτελεί ένα «πάντρεμα» των Τεκμ.23 και 24 για να καταλήξει ο ΜΥ1 στο καθαρό κέρδος του συγκεκριμένου τμήματος της Goodyear. Ο ΜΕ2 είναι επαγγελματίας και εγγεγραμμένος λογιστής (Certified Management Accountant) μέλος του Institute of Certified Management Accountants of Australia, οικονομολόγος, λέκτορας και υποψήφιος Διδάκτωρ στη Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων με κατεύθυνση τη Λογιστική, του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Είναι κάτοχος πτυχίου με διάκριση στη Διεθνή Λογιστική, κάτοχος μεταπτυχιακού (Master) στην Διοίκηση Επιχειρήσεων με κατεύθυνση Χρηματοοικονομικά και κάτοχος των επαγγελματικών τίτλων Certified Financial Consultant και Chartered Manager. Διαθέτει διευθυντική εμπειρία πέραν των 22 ετών υπηρετώντας μεγάλους οργανισμούς από θέσεις Οικονομικού Διευθυντή και Διευθυντή Λογιστηρίου. Του παραδόθηκαν από τον δικηγόρο των Εναγόντων τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 τα οποία μελέτησε προκειμένου να γνωματεύσει κατά πόσο αυτά είναι ορθά και αξιόπιστα ως και κατά πόσο παρουσιάζουν αληθινή και δίκαιη εικόνα. Τα συμπεράσματα του είναι τα ακόλουθα: Τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 είναι πρόχειρα, ανεπαρκή και αναληθή ως προς την παρουσίαση της πραγματικής εικόνας, για τους πιο κάτω λόγους τους οποίους ανέλυσε και επεξήγησε με λεπτομέρεια ενώπιον του Δικαστηρίου: · Δεν ετοιμάστηκαν με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π) (IAS και IFRS) (International Accounting Standards και International Financial Reporting Standards) και τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 και παρουσιάζουν μόνο υποθετικά και ατεκμηρίωτα σενάρια και εικασίες. · Εντοπίστηκαν σημαντικά λάθη, παραλείψεις και αντιφάσεις, όπως η δήλωση διαφορετικών ποσών πωλήσεων στα Τεκμήρια 23 και 24 και η λανθασμένη φόρμουλα εξαγωγής του μεικτού κέρδους και λανθασμένων κατονομών εξόδων στο τμήμα των Εναγόντων. · Είναι παντελώς αμφίβολη η επιστημοσύνη του ατόμου που τα ετοίμασε γιατί και ένας πρωτοετής φοιτητής στη Λογιστική θα γνώριζε πως υπολογίζεται το μεικτό κέρδος. Συνεπώς από τη λανθασμένη αποτύπωση του μεικτού κέρδους συνεπάγεται και αλλοίωση της καθαρής κερδοφορίας ή ζημιάς. · Τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 δεν συνοδεύονται από σημαντικές αναφορές και εκθέσεις όπως του Διοικητικού Συμβουλίου και Λογιστή/Ελεγκτή όπου θα υπήρχε η νομική δέσμευση της παρουσίασης δίκαιης και αληθινής εικόνας. · Και τα τρία Τεκμήρια 17, 23 και 24 είναι πρόχειρα και αναξιόπιστα λόγω της ανυπαρξίας τεκμηρίωσης και ορθότητας, της έλλειψης εσωτερικού ελέγχου και του ασυμβίβαστου με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (Δ.Λ.Π.) και με το Κεφ.
- · Τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 δεν συνοδεύονται από επιπρόσθετες οικονομικές καταστάσεις. · Τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 δεν διέπονται από Ποιότητα Καλής Λογιστικής Πληροφόρησης η οποία εξάγεται διαμέσου της εφαρμογής των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων (Δ.Λ.Π.), Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Αναφοράς (Δ.Π.Χ.Α) και του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113, για τους εξής λόγους: - Δεν είναι σχετικά με το αντικείμενο και δεν παρουσιάζουν ευρύ φάσμα πληροφοριών. Οι ολοκληρωμένες οικονομικές καταστάσεις είναι από 25 σελίδες και άνω με πλήρη περιγραφή και ανάλυση. Τα τεκμήρια στην παρούσα περίπτωση είναι μόνο 1 σελίδα έκαστο και αυτά εντελώς πρόχειρα και ατεκμηρίωτα. - Δεν είναι αξιόπιστα και δεν επιβεβαιώνονται από εξωτερικούς ελεγκτές. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το Τεκμήριο 17 είναι εντελώς πρόχειρο και βασισμένο μόνο σε υποθετικά σενάρια. Το εύρημα ως Net Profit of Tyres Department (Καθαρή Κερδοφορία του Τμήματος Ελαστικών) σε £231.050 ή €394.772 είναι πλήρως λανθασμένο γιατί δεν υπολογίζονται τα αποθέματα και το κόστος πωλήσεων. - Δεν είναι πλήρη και δεν παρουσιάζουν πλήρη εικόνα οικονομικών δραστηριοτήτων. Απουσιάζουν θεμελιώδεις οικονομικές καταστάσεις όπως Ισολογισμός, Ταμειακή Ροή, Αλλαγή στα Κεφάλαια και Συνοδευτικές Αναφορές. - Δεν είναι αντικειμενικά ούτε και ελεύθερα από επηρεασμό. Απουσιάζει η αντικειμενικότητα, σημαντικά ποσά εξόδων της τάξης των €365.860 δεν κατανεμήθηκαν ορθολογιστικώς στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, γεγονός που καταδεικνύει ότι το Τεκμήριο 24 ως οικονομική κατάσταση παρουσίασης των εξόδων είναι πλήρως λανθασμένο στο αποτέλεσμά του. - Θεμελιώδεις λογιστικοί αριθμοί στα Τεκμήρια 17, 23 και 24 δεν δηλώνονται στον ορθό χρόνο και δεν έχουν σχέση με την περίοδο που πραγματοποιούνται. Αποδεικνύεται από το γεγονός ότι τα αποθέματα (stock) δεν δηλώνονται στον σωστό χρόνο, τα οποία αποτελούν σημαντικό μέρος της κερδοφορίας ή ζημιάς και αγνοούνται παντελώς στον υπολογισμό της μεικτής κερδοφορίας, γεγονός το οποίο καταδεικνύει ότι τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 παρουσιάζουν αναληθές αποτέλεσμα. - Δεν υπάρχει καμία αξιόπιστη σύγκριση σε συνεχές βάση. Στα Τεκμήρια 17, 23 και 24 δεν υπάρχει καμία οικονομική αναφορά που να παρουσιάζει συγκριτικά ποσά του τμήματος των Εναγόντων τουλάχιστον για τα έτη 2000 ως 2003 ως προνοείται από τα Διεθνή Πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς
- Συνεπώς με βάση την εμπεριστατωμένη του ανάλυση και τεκμηρίωση κατέληξε ότι τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 είναι λανθασμένα και ανεπαρκή στην παρουσίαση δίκαιης και αληθινής εικόνας. Η κερδοφορία η οποία παρουσιάζεται είναι πλασματική. Για την εκτίμηση της αξίας οποιασδήποτε εταιρείας ή οργανισμού λαμβάνονται υπόψη σημαντικοί και αναπόσπαστοι παράγοντες όπως η διαχρονική κερδοφορία, ρευστότητα, δείκτες χρέους, κεφαλαιακή επάρκεια, ανταγωνισμός, υποδομή, στελέχωση και μερίδιο αγοράς. Τέτοιοι παράγοντες στα Τεκμήρια 17, 23 και 24 δεν δηλώθηκαν παρά μόνο αποτυπώθηκε η κερδοφορία του τμήματος των Εναγόντων και αυτή πλήρως λανθασμένα. Τέλος, τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 για να είχαν κάποια αξιοπιστία έπρεπε το τμήμα των Εναγόντων να κωδικοποιηθεί στο λογισμικό σύστημα και να εξάγει την δική του ξεχωριστή αναφορά με πλήρη ακρίβεια και με υιοθέτηση των Διεθνών Λογιστικών Προτύπων, των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 και των Γενικών Αποδεκτών Λογιστικών Αρχών. Στα Τεκμήρια 17, 23 και 24 παρουσιάζονται μόνο ατεκμηρίωτες υποθέσεις και σενάρια τα οποία δεν είναι αξιόπιστα ούτε και αποδεκτά. Όλα τα πιο πάνω λάθη και παραλείψεις σχετικά με τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 είναι σημαντικά αφού, ατομικά η συλλογικά, μπορούν να επηρεάσουν τις οικονομικές αποφάσεις των χρηστών οι οποίες λαμβάνονται με βάση αυτές τις οικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα και με τις πρόνοιες του Διεθνούς Λογιστικού Προτύπου 8 «Λογιστικές Πολιτικές, Μεταβολές των Λογιστικών Εκτιμήσεων και Λάθη». Συνεπώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 είναι πλήρως αναληθή και αναξιόπιστα, γεγονός από το οποίο καταδεικνύεται ότι το πρόσωπο που τα σύνταξε δεν είχε την απαιτούμενη επιστημοσύνη, προσόντα και εμπειρία στην ετοιμασία τέτοιων οικονομικών αναφορών και έκανε τραγικά λάθη και παραλείψεις, όπως π.χ. δεν γνώριζε πως εξάγεται το μεικτό κέρδος, το λειτουργικό κέρδος και το καθαρό κέρδος. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις μιας εταιρείας ετοιμάζονται από τους εξωτερικούς ελεγκτές, προκειμένου να υποβληθούν στα αρμόδια κυβερνητικά τμήματα. Οικονομικές καταστάσεις ετοιμάζει και η διεύθυνση της εταιρείας ώστε να δοθεί πληροφόρηση στους εξωτερικούς ελεγκτές οι οποίοι ετοιμάζουν τις οικονομικές καταστάσεις με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και το Κεφ.
- Οι εξωτερικοί ελεγκτές αφού ετοιμάσουν τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας τις υπογράφουν όπως και οι διοικητικοί σύμβουλοι της εταιρείας. Δεν είδε τις οικονομικές καταστάσεις των Εναγομένων αλλά μελέτησε μόνο τα Τεκμ.17, 23 και
- Η τήρηση λογιστικών βιβλίων σε μια εταιρεία είναι αναγκαία ώστε να καταρτιστούν μεταγενέστερα οι οικονομικές καταστάσεις με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα. Τα λογιστικά βιβλία είναι και μηχανογραφημένα αλλά και σε έντυπη μορφή. Στις οικονομικές καταστάσεις πάντοτε επισυνάπτεται έκθεση των ανεξάρτητων ελεγκτών οι οποίοι εκφέρουν γνώμη αν οι οικονομικές καταστάσεις συνάδουν με το Κεφ.113, και τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (που υιοθετούνται από το άρθρο 2
(1)του Κεφ.113) και αν παρουσιάζουν δίκαιη και αληθινή εικόνα. Μια εταιρεία με πολλαπλές επιχειρηματικές μονάδες, μπορεί να εξάξει ακριβώς οικονομικούς αριθμούς και συγκεκριμένη κερδοφορία αν έχει οργανωμένο λογιστήριο. Με βάση τα Τεκμ.17, 23 και 24 οι Εναγόμενοι δεν είχαν οργανωμένο λογιστήριο. Το Τεκμ.24 ετοιμάστηκε σύμφωνα με τον ΜΥ1, με βάση τους ελεγμένους λογαριασμούς, όμως αγνόησε παντελώς λογιστικές πρακτικές, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα αλλοίωση της κερδοφορίας ή ζημιάς για το συγκεκριμένο τμήμα. Τα τεκμήρια 17, 23 και 24 είναι αλληλένδετα μεταξύ τους και δεν παρουσιάζουν υψηλής ποιότητας πληροφόρηση. Του υποβλήθηκε ότι χωρίς να δει τα λογιστικά βιβλία και τους ελεγμένους λογαριασμούς των Εναγομένων ως και τους αριθμούς που αναφέρονται στα Τεκμήρια 17, 23 και 24, δεν μπορεί να κρίνει αν είναι ορθά ή λανθασμένα τα αποτελέσματα του ΜΥ1 και απάντησε ότι τα αποτελέσματα είναι οφθαλμοφανέστατα λανθασμένα. Ένα τραγικό λάθος είναι η μη κατανομή των εξόδων των αποσβέσεων και χρηματοδοτικών εξόδων κατά επιχειρηματική μονάδα, γεγονός που αλλοιώνει πλήρως την εικόνα της συγκεκριμένης επιχειρηματικής μονάδας. Όταν παρουσιάζεται οποιαδήποτε οικονομική κατάσταση - ειδικά όταν παρουσιάζει κερδοφορία - πρέπει να είναι υπογραμμένη και να αναφέρεται ότι είναι γραμμένη με βάση τα διεθνή λογιστικά πρότυπα. Οικονομικές καταστάσεις μπορούν να ετοιμαστούν ανά τακτά χρονικά διαστήματα από τη διεύθυνση της εταιρείας. Ισχυρίστηκε ότι ένας οργανισμός που έχει πέραν της μιας επιχειρηματικής μονάδας, για να μπορεί να εξάξει την εικόνα της κερδοφορίας ή ζημιάς κάθε μονάδας, επιβάλλεται να κωδικοποιήσει στο σύστημα τις λογιστικές πράξεις που αφορούν τα συγκεκριμένα τμήματα δηλαδή το σύνολο εσόδων και εξόδων κατά μονάδα. Είναι ευθύνη του διοικητικού συμβουλίου να κωδικοποιήσει το σύστημα, ώστε να εξάγει οικονομικά δεδομένα μη αμφισβητούμενα. Με βάση τα Τεκμήρια 17, 23, 24 εντοπίζει ότι αυτά ετοιμάστηκαν χωρίς να κωδικοποιηθούν στο σύστημα, ή αν υπήρχε κωδικοποίηση στο λογισμικό σύστημα ο ΜΥ1 παρέλειψε να το εφαρμόσει με αποτέλεσμα να αλλοιώσει την πραγματική εικόνα της επιχειρηματικής μονάδας Goodyear. Ειδικότερα παρέλειψε να κωδικοποιήσει στο σύστημα την κατανομή εξόδων και το μεγαλύτερο μέρος των εξόδων δεν κατανεμήθηκε. Αμφισβητεί το ποσό των πωλήσεων £951.228 για το 2003 σύμφωνα με το Τεκμ.23, διότι ο ΜΥ1 που το ετοίμασε έπρεπε να αναφέρει από ποιους λογιστικούς λογαριασμούς το έχει εξάξει, πώς το έχει εξάξει και όφειλε να επισυνάψει κίνηση λογαριασμού που να καταδεικνύει το αποτέλεσμα του συγκεκριμένου ποσού πωλήσεων. Ισχυρίστηκε ότι το Τεκμ.23 δεν είναι λογαριασμός κερδοζημιών (income statement) και δεν μπορεί να δώσει σαφέστατα και τεκμηριωμένα συμπεράσματα ως προς την κερδοφορία. Τα Τεκμήρια 17, 23 και 24 (τα οποία παρουσιάζουν κερδοφορία) είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους και αποτελούν οικονομικές καταστάσεις, πλήρως αλλοιωμένες και λανθασμένες. Στο Τεκμ.24 αναφέρεται "total as per audited reports» άρα οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι βασίζονται σε οικονομικές ελεγμένες καταστάσεις. Τα εν λόγω τεκμήρια είναι οικονομικές καταστάσεις όπου έπρεπε να αναγράφεται το Πρότυπο και να έχουν αναφορά του εξωτερικού ελεγκτή. Σ' ότι αφορά το Τεκμ.23 ανέφερε ότι για να βρεθεί η μικτή κερδοφορία, δεν πρέπει να παρουσιάζονται ποσοστά επί των πωλήσεων και δεν χωρίζονται τα αποθέματα, τα οποία αποτελούν μέρος του κόστους των πωλήσεων. Επίσης στο Τεκμ.23 δεν αναφέρεται αν υπάρχουν επιστροφές πωλήσεων οι οποίες είναι λογιστικό μέρος, αναπόσπαστο της κερδοφορίας. Σε υποβολή ότι χωρίς να εξετάσει το λογισμικό σύστημα των Εναγομένων δεν μπορεί να γνωματεύσει ότι είναι λανθασμένο, ανέφερε ότι αν αυτό ήταν προγραμματισμένο να εξάγει ορθό λογιστικό κόστος πωλήσεων, θα χρησιμοποιούσε τη μοναδική φόρμουλα που είναι αποδεκτή με βάση τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και δεν θα χρησιμοποιούσε ποσοστά τα οποία επιδέχονται αμφισβήτησης. Περαιτέρω, επιβάλλεται εκτενής έλεγχος από εξωτερικό σύμβουλο ο οποίος να πιστοποιήσει την ορθότητα των ποσοστών κέρδους. Τα Τεκμ.17, 23 και 24 είναι ελλιπέστατα, δεν παρέχουν πληροφόρηση και από λογιστικής πλευράς είναι λανθασμένα και δεν παρουσιάζουν σωστό αποτέλεσμα όταν δεν ακολουθούνται οι λογιστικές φόρμουλες που είναι αποδεκτές. Σ' ότι αφορά το Τεκμ.24, το γεγονός ότι αφαιρέθηκε μέρος των εξόδων, δηλώνει από μόνο του αλλοίωση του αποτελέσματος. Το τμήμα ελαστικών έπρεπε να απομονωθεί από τα υπόλοιπα τμήματα των Εναγομένων, να ταυτοποιηθεί με το λογιστικό σύστημα, να απομονωθούν οι λογιστικοί αριθμοί και να μην τυγχάνει αμφισβήτησης. Η μέθοδος υπολογισμού των εξόδων με ποσοστά δεν είναι επιτρεπτή αλλά τα έξοδα που αφορούν το συγκεκριμένο τμήμα πρέπει να κωδικοποιούνται ώστε μα επεξηγείται σε ένα πιθανό έλεγχο, ειδικά από εξωτερικούς ελεγκτές και να τεκμηριωθεί η ορθότητα τους. Σε σχέση με την αντιφατικότητα των Τεκμ.23 και 24, ισχυρίστηκε ότι το ποσό των καθαρών πωλήσεων δεν μπορεί να επιδέχεται αμφισβήτησης ούτε ένα σεντ, αφού οι καθαρές πωλήσεις εξάγονται μέσα από τιμολογήσεις, εκπτώσεις και επιστροφές πωλήσεων. Ακόμα και ένα σεντ διαφορά δείχνει ότι μπορεί να υπάρχουν πίσω τρομερά λάθη. Διαφώνησε με υποβολή ότι ο ΜΥ1 έχει την εμπειρία και λογική να εφαρμόσει μια λογική και ουσιαστική μέθοδο για να υπολογίσει το κέρδος του τμήματος ελαστικών και τόνισε ότι διαφαίνεται μέσα από την ετοιμασία των Τεκμηρίων 17, 23 και 24 ότι δεν είχε την επιστημοσύνη για να τα ετοιμάσει ούτε και είναι θέμα εμπειρίας. Έχω παρακολουθήσει με την επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες να καταθέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Με την ίδια προσοχή εξέτασα και τη μαρτυρία τους έχοντας συνεχώς υπόψη τις έγγραφες προτάσεις, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τα επιχειρήματα - εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Ο ΜΕ1 προκειμένου να αποδείξει την αξίωση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων ύψους €172.866,82 κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμ.6 (1-10), δέκα τιμολόγια με αριθμούς 9450005608, 9450005611, 9450005639, 9450005632, 9450005681, 9450005707, 9450005767, 9450005831, 9450005885, 9450005948, ημερομηνίας 8/2/04, 9/2/04, 11/2/04, 11/2/04, 17/2/04, 19/2/04, 29/2/04, 7/3/04, 14/3/04, 18/3/04 και ποσού €17.610,50, €16.897,00, €9.650,51, €28.136,50, €41.697,82, €78,90, €34.427,70, €13.209,90, €12.911,00, €359,10 αντίστοιχα, τα οποία συμποσούνται σε €174.978,
- Περαιτέρω κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμ.9 κατάσταση λογαριασμού, σύμφωνα με την οποία το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε €172.866,
- Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, τη βάση της παρούσας αγωγής αποτελεί η έκδοση των επίδικων τιμολογίων [Τεκμ.6(1-10)] και όχι η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.9). Επομένως, το Δικαστήριο θα αγνοήσει την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμ.9) - παρόλο που αυτή κατατέθηκε ως τεκμήριο χωρίς την ένσταση των Εναγομένων - τονίζοντας την απόλυτη ανάγκη εκδίκασης της υπόθεσης στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (βλ. Cheeseline Ltd v. Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ Πολ. Έφ. Αρ. 45/09 ημερ. 14.5.14). Το Δικαστήριο θα περιοριστεί στην εξέταση της μαρτυρίας του ΜΕ1 σε σχέση με τα επίδικα τιμολόγια [Τεκμ.6(1-10)]. Κατ' αρχήν τονίζεται ότι οι Εναγόμενοι με την παρ.7 της Έκθεσης Υπεράσπισής τους, παραδέχονται την έκδοση των επίδικων τιμολογίων και την αποστολή τους στους Εναγομένους. Επομένως, η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων ότι επειδή ο ΜΕ1 δεν είχε προσωπική γνώση και ανάμειξη στην έκδοση των επίδικων τιμολογίων, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να δώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του ως προς την έκδοση τους, δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Με την παρ.9 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι κατέβαλαν σε διάφορες ημερομηνίες πολύ μεγαλύτερα ποσά από το ποσό των €12.369,73 που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι αυτοί κατέβαλαν έναντι των πιο πάνω τιμολογίων. Ο ΜΕ1, σε σχέση με το εν λόγω ποσό των €12.369,73 - που οι Ενάγοντες παραδέχονται στην παρ.7 της Έκθεσης Απαίτησης ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν έναντι των επίδικων τιμολογίων - δεν κατέθεσε οποιοδήποτε τεκμήριο. Ωστόσο, ενόψει αυτής της δικογραφημένης παραδοχής των Εναγόντων, το Δικαστήριο αποδέχεται ότι από το συνολικό ποσό των τιμολογίων [Τεκμ.6 (1-10)] ύψους €174.978,13, θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των €12.369,73 και συνεπώς το συνολικό ποσό δυνάμει των τιμολογίων μειώνεται σε €162.608,
- Τονίζεται ότι οι Εναγόμενοι, με την μαρτυρία του ΜΥ1 παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο πιστωτικές σημειώσεις για τα ποσά €1.888 (Τεκμ.16) και €5.466 (Τεκμ.20) δηλαδή για συνολικό ποσό €7.
- Κατ' επέκταση οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν τον δικογραφημένο ισχυρισμό τους ότι κατέβαλαν μεγαλύτερα ποσά έναντι των επίδικων τιμολογίων, από το πιο πάνω ποσό των €12.369,
- Είναι περαιτέρω σημαντικό να τονιστεί ότι, ενώ η δικογραφημένη θέση των Εναγομένων είναι ότι δεν οφείλουν οποιονδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων δεν υπέβαλε κατά την αντεξέταση της κάτι τέτοιο στον ΜΕ1, παρά μόνο αρκέστηκε στην υποβολή προς τον ΜΕ1 ότι «από τη μαρτυρία σας και από τα κατατεθέντα έγγραφα δεν προκύπτει ξεκάθαρα ποιο είναι το οφειλόμενο ποσό». Συνεπώς, υπάρχει παραδοχή ότι υφίσταται οφειλόμενο ποσό. Είναι επίσης σημαντικό ότι ο ΜΥ1, ενώ στην κυρίως εξέτασή του - και τούτο ακροθιγώς - αρνείται ότι οφείλεται οποιοδήποτε ποσό, καμία εξοφλητική απόδειξη κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να αποδεικνύει ότι πράγματι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες δυνάμει των επίδικων τιμολογίων και/ή ότι εξόφλησαν τα επίδικα τιμολόγια. Και τούτο έχοντας κατά νου ότι το βάρος απόδειξης της εξόφλησης των επίδικων τιμολογίων βαραίνει τους Εναγόμενους οι οποίοι, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω παραδέχονται την έκδοση των επίδικων τιμολογίων. Αντίθετα ο ΜΥ1, αντεξεταζόμενος ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «δεν είναι σε θέση ούτε να επιβεβαιώσει ούτε και να απορρίψει» κατά πόσο το αξιούμενο ποσό των €172.866,82 πληρώθηκε στους Εναγόμενους ή κατά πόσο οι Εναγόμενοι συνεχίζουν να το οφείλουν μέχρι σήμερα. Θεωρώ ότι η «μεσοβέζικη» αυτή θέση του ΜΥ1 δεν ισοδυναμεί με άρνηση οφειλής των επίδικων τιμολογίων εκ μέρους των Εναγομένων. Απεναντίας, προέκυψε από την γραμμή αντεξέτασης του ΜΕ1, παραδοχή οφειλής εκ μέρους των Εναγομένων, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν στους Ενάγοντες το ποσό των €162.608,4 ως υπόλοιπο των επίδικων τιμολογίων. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1 - το οποίο αφορά την μακροχρόνια συνεργασία των διάδικων, τη λήξη στις 31.12.03 της τελευταίας σύμβασης μεταξύ τους ημερ. 1.1.02 (Τεκμ.2), και τους λόγους της διακοπής της συνεργασίας τους - το αποδέχομαι στο σύνολό της. Και τούτο γιατί ο ΜΕ1 μου έκαμε εξαιρετικά θετική εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα. Αυτός απαντούσε με θετικότητα, σαφήνεια, χωρίς δισταγμό και υπεκφυγές στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο και η αξιοπιστία του καθόλου δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση. Διευκρινίζεται ότι το Δικαστήριο θα ασχοληθεί πιο κάτω, σε σχέση με τις εισηγήσεις των δύο πλευρών που αφορούν εγερθέντα νομικά ζητήματα και ειδικότερα κατά πόσο η επίδικη συμφωνία Τεκμ.2 ήταν ή όχι αορίστου διαρκείας ως και κατά πόσο τερματίστηκε ή όχι με την επιστολή των Εναγόντων ημερ. 10.5.
- Ο ΜΥ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμ.11 αριθμό προηγούμενων συμφωνιών μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες για συγκεκριμένες περιόδους δεν ίσχυαν, όμως υπογράφοντο εκ των υστέρων, προκειμένου να υποστηρίξει ότι οι εν λόγω συμφωνίες όπως και το Τεκμ.2 υπογράφοντο τυπικά. Επαναλαμβάνω ότι με αυτό το θέμα θα ασχοληθεί το Δικαστήριο σε άλλο μέρος της απόφασής του. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 αφορά τις ισχυριζόμενες ζημιές των Εναγομένων, συνεπεία του ισχυριζόμενου παράνομου και απροειδοποίητου τερματισμού της Συμφωνίας Τεκμ.
- Προς τούτο κατέθεσε στο Δικαστήριο τα Τεκμ.17, 18, 23 και 24, τα οποία αποτελούν καταστάσεις που τεκμηριώνουν τις ισχυριζόμενες ζημιές ύψους £231.050 ετησίως, λόγω απώλειας κέρδους για 3 χρόνια δηλ. £693.150 (€1.184.317,09). Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι δεν είναι λογιστής ούτε και κατέχει τα προσόντα λογιστή ή οποιοδήποτε επαγγελματικό τίτλο λογιστή. Ωστόσο ισχυρίστηκε ότι με πείρα πέραν των 40 ετών σε διευθυντικές θέσεις μπορούσε να συντάξει τα Τεκμ.17, 23 και 24 χωρίς να χρειάζεται να κατέχει επαγγελματικό δίπλωμα λογιστικής. Η θέση αυτή του ΜΥ1 δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Είναι νομολογημένο ότι καθήκον των εμπειρογνωμόνων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους, έτσι ώστε ο Δικαστής να καταστεί ικανός να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 CLR 41). Είναι περαιτέρω νομολογημένο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δε βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σε αυτά (βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Κυπριακή Δημοκρατία Πολ. Έφ. 7182 ημερ. 27.11.90). Όπως προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας του ΜΥ1, αυτός προσπάθησε να εξηγήσει ενώπιον του Δικαστηρίου καθαρά λογιστικά θέματα, λογιστικές μεθοδολογίες, λογιστικούς όρους και ορισμούς και παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως ειδικός εμπειρογνώμονας επ' αυτών των θεμάτων, για τα οποία όμως, όπως είναι παραδεκτό, δεν έχει τα απαιτούμενα επαγγελματικά προσόντα. Δεν ικανοποιούμαι ότι η μακρά του πείρα σε διευθυντικές θέσεις, τον καθιστά ικανό να μαρτυρά επί τόσο εξειδικευμένων λογιστικών θεμάτων, εφόσον και ο ίδιος επικαλέστηκε ως πηγή των στοιχείων που παρουσίασε στο Δικαστήριο το λογισμικό σύστημα των Εναγομένων, μια αναφορά του λογιστή των Εναγομένων Α. Κωνσταντίνου και τους εγκεκριμένους λογαριασμούς των εξωτερικών ελεγκτών τους. Είναι επομένως φανερό ότι ο ίδιος προσέτρεξε, προς ετοιμασία των τεκμηρίων 17, 23 και 24 σε στοιχεία καθαρά λογιστικά, που τηρούνταν από αρμόδιους προσοντούχους λογιστές και ελεγκτές. Επομένως, κρίνω ότι ο ίδιος, χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα, δεν μπορεί να παρουσιάζεται ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονας επί καθαρά λογιστικών θεμάτων, με κίνδυνο να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ακροσφαλή συμπεράσματα. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι ο ΜΥ1, ελλείψει επαγγελματικών προσόντων λογιστή, δεν ήταν σε θέση να εφοδιάσει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ώστε το Δικαστήριο να ελέγξει με ασφάλεια την ακρίβεια των συμπερασμάτων του. Η ανάγκη για παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας από προσοντούχο λογιστή/ελεγκτή, επιβεβαιώθηκε και από την παρουσίαση εκ μέρους των Εναγομένων του ΜΥ2 ο οποίος κατέχει τον επαγγελματικό τίτλο του Certified Accountant, προκειμένου να υποστηρίξει την μαρτυρία του ΜΥ1, όμως ανεπιτυχώς για τους λόγους που θα αναφέρω πιο κάτω. Επομένως όλο το μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ1 που σχετίζεται με τις ισχυριζόμενες ζημιές των Εναγομένων, δεν γίνεται αποδεκτό και απορρίπτεται ως μαρτυρία που προήλθε από πρόσωπο που δεν κρίνεται ως εμπειρογνώμονας επί των συγκεκριμένων λογιστικών θεμάτων. Η έλλειψη της απαιτούμενης εμπειρογνωμοσύνης επί των εξειδικευμένων λογιστικών θεμάτων εκ μέρους του ΜΥ1, επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία του ΜΕ2, του οποίου τη μαρτυρία αποδέχομαι για τους λόγους που αναφέρω πιο κάτω. Στο σημείο αυτό τονίζεται και η αντιφατικότητα των θέσεων του ΜΥ1 ενώπιον του Δικαστηρίου, ο οποίος αφενός μεν παρουσιάστηκε ως εμπειρογνώμονας και γνώστης όλων των λογιστικών θεμάτων και στοιχείων της υπόθεσης και αφετέρου παραδόξως, δεν ήταν σε θέση «ούτε να επιβεβαιώσει ούτε και να απορρίψει» κατά πόσο οι Εναγόμενοι συνεχίζουν μέχρι σήμερα να οφείλουν στους Ενάγοντες τα ποσά των επίδικων τιμολογίων. Περαιτέρω η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν γίνεται αποδεκτή και για τους εξής λόγους: (α) Η μαρτυρία του περί αποθέματος εμπορευμάτων τα οποία δεν κατέστη δυνατόν να πουληθούν αξίας £22.500 δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί, όπως δέχθηκε αντεξεταζόμενος, δεν παρουσίασε αποδεικτικά στοιχεία που να αποδεικνύουν το ποσό αυτό, η δε γενική και αόριστη αναφορά του ότι είναι υπέρ το δέον λογικό αυτό το ποσό δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο. Πέραν τούτου, ενώ επικαλέστηκε κατά την κυρίως εξέταση σημειώσεις που τηρούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν τις παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, όπως και τους ισολογισμούς που ετοίμασαν οι Coopers & Lybrand τους οποίους επίσης δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο. (β) Η μαρτυρία του σε σχέση με τα έξοδα αναπροσαρμογής ύψους £10.000 επίσης δεν γίνεται αποδεκτή, εφόσον δεν παρουσίασε αποδεικτικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν το ποσό αυτό. (γ) Η μαρτυρία του σε σχέση με τα έξοδα διαφήμισης απορρίπτεται από το Δικαστήριο. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι Εναγόμενοι παρουσίασαν σχετικά δύο πιστωτικές σημειώσεις Τεκμ.16 και 20, συνολικού ποσού €7.354, τα οποία ήδη αφαιρέθηκαν από το συνολικό ποσό των επίδικων τιμολογίων. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο ΜΥ1 αντεξεταζόμενος δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει αν τα ποσά των Τεκμ. 16 και 20 έχουν αφαιρεθεί από τα ποσά που οφείλονται από τους Εναγόμενους. Η θέση του αυτή ασφαλώς και δεν μπορεί να εκληφθεί ως θετική μαρτυρία - όπως απαιτείται - για οφειλή των Εναγόντων σε σχέση με τα ποσά αυτά. Σ' ότι αφορά τη χρεωστική σημείωση (Τεκμ.19) για £7.299,60 τονίζεται ότι ο ΜΕ1 δεν αντεξετάστηκε σχετικά ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να δώσει τη δική του θέση κατά πόσο οι Ενάγοντες πλήρωσαν το εν λόγω ποσό ή όχι, ως είναι η εκ των υστέρων θέση του ΜΥ
- (δ) Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι η πηγή γνώσης του για τα ποσά των αγορών, πωλήσεων και εκπτώσεων είναι μια αναφορά του λογιστή των Εναγομένων Α. Κωνσταντίνου σε μια έκθεση του που είχε ετοιμαστεί στις 9.11.
- Η εν λόγω έκθεση δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο ούτε και ο λογιστής Α. Κωνσταντίνου κατέθεσε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ανεπαρκής εξήγηση που ο ΜΥ1 έδωσε στο Δικαστήριο ότι δεν γνωρίζει που βρίσκεται ο Α. Κωνσταντίνου, δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι δεν ήταν εύλογο και εφικτό για τους Εναγόμενους να τον είχαν κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία (αρ.27(α) Κεφ.9). Και τούτο γιατί η πλευρά των Εναγομένων καθόλου δεν αναφέρθηκε σε εύλογες προσπάθειες της για εντοπισμό του Α. Κωνσταντίνου, ούτε και έδωσε περαιτέρω λεπτομέρειες για το πρόσωπο αυτό. (ε) Ο ΜΥ1 ανέφερε επίσης ότι σύγκρινε τα στοιχεία που περιέχοντο στην αναφορά του λογιστή Α. Κωνσταντίνου, με τους εγκεκριμένους λογαριασμούς που ετοίμασαν οι ελεγκτές των Εναγομένων Coopers & Lybrand, τους οποίους (λογαριασμούς) επίσης η πλευρά των Εναγομένων δεν παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο, ούτε και παρουσίασε μαρτυρία εκ μέρους των εν λόγω ελεγκτών. Ο λόγος που ο ΜΥ1 επικαλέστηκε για την μη παρουσίαση των ελεγμένων λογαριασμών, ότι δηλαδή δεν φαίνεται σ' αυτούς το κέρδος για κάθε τμήμα των Εναγομένων ξεχωριστά και συνεπώς δεν φαίνεται το κέρδος για τα ελαστικά Goodyear, δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο. Ο ίδιος ο ΜΥ1 αναφέρθηκε σ' αυτούς τους εγκεκριμένους λογαριασμούς, σε συγκεκριμένα στοιχεία που σύγκρινε με αυτούς και χαρακτηριστικά ανέφερε ότι αυτοί αποτελούν τα επίσημα και αδιαμφισβήτητα αποτελέσματα των Εναγομένων. Ο ΜΥ1 ανέφερε περαιτέρω ότι ετοίμασε ο ίδιος τα Τεκμ.17 και 23 με βάση στοιχεία που είχε από το λογισμικό σύστημα των Εναγομένων και την πιο πάνω αναφορά του λογιστή Α. Κωνσταντίνου. Επεξήγησε ότι στο λογισμικό σύστημα είχαν πρόσβαση πολλά πρόσωπα σε διάφορα επίπεδα, καταχωρούσαν σ' αυτό στοιχεία πολλοί ανάλογα με τα καθήκοντα τους και το λογισμικό σύστημα σήμερα δεν υπάρχει. Η θέση του αυτή καθιστά ακροσφαλή τα στοιχεία που έδωσε στο Δικαστήριο με τα Τεκμ.17 και 23, εφόσον καμιά μαρτυρία παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να επιβεβαιώνει τα συγκεκριμένα στοιχεία που κατείχε από το λογισμικό σύστημα και χρησιμοποίησε για την ετοιμασία των Τεκμ.17 και 23 και μαρτυρία από τον λογιστή Α. Κωνσταντίνου δεν παρουσιάστηκε. Προέβαλε τη θέση ότι η ακρίβεια των στοιχείων που παρουσίασε με τα Τεκμ.17 και 23 επιβεβαιώνεται από τους ελεγμένους λογαριασμούς των Coopers & Lybrand και η μη ύπαρξη σήμερα του λογισμικού συστήματος είναι αδιάφορη, διότι οι εν λόγω ελεγκτές ετοίμασαν τους ελεγμένους λογαριασμούς όταν το σύστημα ήταν εν ενεργεία. Αυτή η θέση του δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται εφόσον όπως ανέφερα πιο πάνω, καμία μαρτυρία παρουσιάστηκε από τους εν λόγω ελεγκτές, οι δε ελεγμένοι λογαριασμοί δεν κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια. Επομένως το Δικαστήριο καμία βαρύτητα προσδίδει στα Τεκμ.17 και
- (ζ) Σ' ότι αφορά το Τεκμ.24 ανέφερε ότι αποτελεί ένα πίνακα ο οποίος συγκρίνει τα έξοδα που πηγάζουν (α) από τις εκθέσεις του λογισμικού συστήματος (management reports) με (β) τα στοιχεία που παρουσιάζονται στους εγκεκριμένους λογαριασμούς των Coopers & Lybrand. Το Δικαστήριο καμία βαρύτητα προσδίδει στο Τεκμ.24 εφόσον ούτε οι εν λόγω εκθέσεις του λογισμικού συστήματος κατατέθηκαν ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και οι εγκεκριμένοι λογαριασμοί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Η μαρτυρία του ΜΥ2 επίσης δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται στο σύνολο της. Ο ίδιος ανέφερε ότι μελέτησε τους ελεγμένους λογαριασμούς των Εναγομένων για το 2003 που ετοίμασαν οι Price Waterhouse Coopers και ισχυρίστηκε ότι σ' αυτούς δεν φαίνεται ξεχωριστά το ποσό κέρδους κάθε τμήματος των Εναγομένων και ειδικότερα του τμήματος ελαστικών. Συνεπώς ο τρόπος υπολογισμού του κέρδους του τμήματος ελαστικών που χρησιμοποίησε ο ΜΥ1 στα Τεκμ.17, 23 και 24 είναι λογικός τρόπος ώστε να υπολογιστεί το κέρδος από την πώληση των προϊόντων Goodyear. Επαναλαμβάνω ότι οι εν λόγω ελεγμένοι λογαριασμοί δεν κατατέθηκαν ως τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να ελέγξει τον εν λόγω ισχυρισμό του ΜΥ2, όπως και την θέση του ότι τα έξοδα που αναφέρονται στο Τεκμ.24 ταυτίζονται με τα έξοδα που αναφέρονται στους εν λόγω ελεγμένους λογαριασμούς. Περαιτέρω, η θέση του ότι ο τρόπος υπολογισμού του κέρδους από τον ΜΥ1 είναι λογικός δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο, εφόσον εκείνο που απαιτείτο ήταν η θέση του ως ειδικός - εφόσον κατέχει τον επαγγελματικό τίτλο του Certified Accountant - ότι ο τρόπος υπολογισμού από τον ΜΥ1 ήταν ορθός από απόψεως λογιστικής μεθοδολογίας και όχι απλά λογικός. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του ΜΥ1 έχει ήδη απορριφθεί από το Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία του ΜΥ2 - ο οποίος προσπάθησε να επιβεβαιώσει τη μαρτυρία του ΜΥ1 - αναπόφευκτα δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Εξέτασα με προσοχή την μαρτυρία του ΜΕ2 και με βάση τα προσόντα και την πείρα του - που δεν έχουν αμφισβητηθεί - θεωρώ ότι είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του θα προσεγγισθεί με βάση τις νομικές αρχές που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Η όλη του μαρτυρία περιστράφηκε γύρω από τα Τεκμ.17, 23 και 24 και τα συμπεράσματα του ως προς την ορθότητα και αξιοπιστία τους ως και κατά πόσο αυτά παρουσιάζουν αληθινή και δίκαιη εικόνα. Ο ΜΕ2 μου έκαμε εξαιρετικά θετική εντύπωση στο εδώλιο του μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολό της. Αυτός ως εμπειρογνώμονας επεξήγησε με κάθε λεπτομέρεια, ακρίβεια και σαφήνεια τις θέσεις του αναφορικά με τα Τεκμ.17, 23 και 24 και αποδέχομαι τα συμπεράσματά του ότι αυτά είναι πρόχειρα, ανεπαρκή και αναληθή ως προς την παρουσίαση της πραγματικής εικόνας, για τους λόγους που εμπεριστατωμένα επεξήγησε στο Δικαστήριο. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία ότι τα συμπεράσματα του ως εμπειρογνώμονας, πλήρως τεκμηριωμένα και αποσαφηνισμένα, είναι ορθά και τα αποδέχομαι στο σύνολο τους. Η αποδοχή της μαρτυρίας του ΜΕ2 ως εμπειρογνώμονας, αποτελεί ακόμα ένα επιπρόσθετο λόγο για τον οποίο η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, βρίσκω ότι τα πραγματικά και αληθινά γεγονότα είναι σύμφωνα με την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο και ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Αποτελεί θέση των Εναγομένων σε σχέση με την ανταπαίτηση ότι η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων (Τεκμ.2) δεν ήταν συγκεκριμένης διάρκειας με λήξη την 31.12.03 αλλά υπογράφθηκε τυπικά για να συγκαλύψει μια συμφωνία αορίστου διάρκειας που χρονολογείται από το 1929, όπως και οι συμφωνίες Τεκμ. 11(1-19). Επομένως, έγινε εισήγηση ότι οι Εναγόμενοι δικαιούνται αποζημιώσεις εφόσον η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν αορίστου διάρκειας και τερματίστηκε αδικαιολόγητα και απροειδοποίητα. Προς τούτο η ευπαίδευτη συνήγορος των Εναγομένων επικαλέστηκε την ακόλουθη εξωγενή μαρτυρία προκειμένου να διαφανεί η αληθινή φύση της συναλλαγής μεταξύ των διαδίκων, ανεξάρτητα από τη συμφωνία Τεκμ.2: - Οι Συμφωνίες - Τεκμήριο 11 (1, 3, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 18) υπογράφθηκαν εκ των υστέρων και ίσχυαν για μέρος της περιόδου διάρκειας τους αναδρομικά, ενώ η συνεργασία των μερών συνέχισε με τους ίδιους όρους και χωρίς διακοπή. - Παρόλο που οι συμφωνίες Τεκμήρια 11 (1-19) υποδηλώνουν ότι δεν είναι συμφωνίες αποκλειστικής διανομής, η Εναγόμενη ήταν από το 1929 η αποκλειστική διανομέας των Εναγόντων για τα ελαστικά Goodyear, η οποία αποκλειστική διανομή μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, αναλήφθηκε από τον Δημήτρη Δημάδη και την εταιρεία του D2D. - Οι Ενάγοντες συνέχισαν τη συνεργασία τους κατά την περίοδο 1.1.04-10.5.04 χωρίς οποιαδήποτε ενημέρωση ότι δεν θα συνέχιζαν να τους προμηθεύουν με εμπορεύματα. - Μόλις την 10.5.04 οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τους Εναγόμενους (Τεκμ.3) ότι η συνεργασία τους τερματίζεται παρόλο που εάν η συμφωνία είχε λήξει από την 31.12.2003 αυτό δεν θα ήταν αναγκαίο. - Ο Ιωάννης Δημάδης ο οποίος απεβίωσε ένα μήνα πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, είχε αναφέρει στον ΜΥ1 ότι δεν είχε σκοπιμότητα η υπογραφή συμφωνιών συγκεκριμένης διάρκειας και ήταν τυπική, κάτι που αποδεικνυόταν και στην πράξη. - Ο ΜΕ1 ο ίδιος έδωσε μαρτυρία κατά την κυρίως εξέταση του για να δικαιολογήσει τον τερματισμό, κάτι που δεν θα ήταν αναγκαίο εάν η συμφωνία έχει ήδη λήξει. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Είναι νομολογημένο ότι δεν επιτρέπεται η προσκόμιση και αποδοχή από το Δικαστήριο εξωγενούς μαρτυρίας για να προσθέσει, διαφοροποιήσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή αντικρούσει, τα όσα έχουν συμφωνηθεί γραπτώς (βλ. Georghiades v. Georghiades
(1988)1 CLR 428, Καλησπέρας ν. Δρυάδη κ.ά
(1998)1(Β) Α.Α.Δ.867 και Μούη ν. Ιωάννου Πολ. Έφ.375/08 ημερ. 9.7.12). Ο όρος «εξωγενής μαρτυρία» υποδηλώνει μαρτυρία η οποία δεν περιέχεται στη σύμβαση μεταξύ των μερών και γίνεται δεκτή για τη διασάφηση αμφιβολιών (βλ. Polycarpou v. Polycarpou
(1982)1 CLR 182). Από το λεκτικό της επίδικης Συμφωνίας Τεκμ.2 [και των Συμφωνιών Τεκμ.11 (1-19)] προκύπτει ότι επρόκειτο για Συμφωνία μη αποκλειστικής αντιπροσωπείας. Με βάση τον όρο 1, αυτή έληγε στις 31.12.2003 και θα μπορούσε να ανανεωθεί μόνο γραπτώς και με συγκεκριμένο τρόπο. Προνοεί επίσης ότι εάν παραγγελίες και εμπορεύματα γίνουν αποδεκτά και γίνουν αποστολές μετά την λήξη της εν λόγω συμφωνίας, αυτή η αποδοχή και αποστολή δεν συνιστά ανανέωση της παρούσας συμφωνίας. Περαιτέρω, με βάση τον όρο 24 του Τεκμ.2, η επίδικη Συμφωνία υπερίσχυε και ακύρωνε οποιαδήποτε άλλη σύμβαση, συμφωνία, αμοιβαία κατανόηση και δεσμεύσεις μεταξύ των μερών και κανένα έθιμο υπερίσχυε των όρων αυτής. Με αυτά τα δεδομένα θεωρώ ότι παρόλο που οι Εναγόμενοι ήταν στην ουσία οι αποκλειστικοί διανομείς των Εναγόντων από το 1929 και η υπογραφή των Συμφωνιών Τεκμ.11 (1, 3, 6-15 και 18) εγίνετο εκ των υστέρων και ίσχυαν για μέρος της περιόδου διάρκειας τους αναδρομικά, αυτό δεν καθιστά την επίδικη Συμφωνία Τεκμ.2 μεταξύ τους ως αορίστου διάρκειας, εφόσον όλες οι εν λόγω συμφωνίες καθορίζουν ρητά ημερομηνίες λήξεως. Εάν τα μέρη επιθυμούσαν να διέπονται οι συναλλαγές τους από Συμφωνία αορίστου διάρκειας, δεν θα υπέγραφαν συμφωνίες για συγκεκριμένες περιόδους και το γεγονός ότι κάλυπταν αναδρομικά μέρος της περιόδους διάρκειας τους, ακριβώς επιβεβαιώνει ότι τα μέρη επιθυμούσαν όπως κάθε συναλλαγή τους διέπεται από γραπτή συμφωνία συγκεκριμένης περιόδου. Έχω την άποψη ότι η επιστολή των Εναγόντων ημερ. 10.5.04 (Τεκμ.3) δεν αποτελεί επιστολή τερματισμού αλλά όπως προκύπτει από το λεκτικό της, αποτελεί πληροφόρηση των Εναγομένων ότι δεν επρόκειτο να ανανεώσουν την Συμφωνία Διανομής μεταξύ τους που είχε λήξει στις 31.12.03. Το γεγονός ότι ο ΜΕ1 εξήγησε στη μαρτυρία του τους λόγους για τους οποίους οι Ενάγοντες αποφάσισαν να μην ανανεώσουν τη σύμβαση μεταξύ τους, δεν καθιστά αυτόματα και το Τεκμ.3 ως επιστολή τερματισμού. Περαιτέρω, η πληροφόρηση του ΜΥ1 από τον Ιωάννη Δημάδη ότι η υπογραφή των συμφωνιών ήταν τυπική, δεν είναι αρκετή από μόνη της ώστε να καταστήσει την Σύμβαση Τεκμ.2 ως αορίστου διάρκειας. Τέλος με βάση τον όρο 24 του Τεκμ.2 είναι σαφές ότι αυτή η Συμφωνία ήταν η μόνη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και συνεπώς η ανανέωση της θα μπορούσε να είχε γίνει μόνο σύμφωνα με τους όρους αυτής. Για όλα τα πιο πάνω είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία Τεκμ.2 ήταν όπως αυτή ρητά ορίζει, συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, έληξε στις 31.12.03 και δεν ανανεώθηκε και οι Ενάγοντες ενημέρωσαν σχετικά τους Εναγόμενους με την επιστολή Τεκμ.3, η οποία δεν αποτελεί επιστολή τερματισμού. Ως εκ τούτου, οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται σε αποζημιώσεις, εφόσον δεν τίθεται θέμα αδικαιολόγητου και απροειδοποίητου τερματισμού. Αποτελεί εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων ότι εφόσον οι Ενάγοντες έχουν αποζημιωθεί πλήρως από την ασφαλιστική εταιρεία Office du Ducroive, αυτοί θα δικαιούνταν να απαιτούν το οφειλόμενο υπόλοιπο, μόνο εάν παρουσίαζαν την μεταξύ τους συμφωνία από την οποία θα έπρεπε να προκύπτει ότι το δικαίωμα τους να απαιτούν την οφειλή δεν έχει εκλείψει. Κατ' επέκταση οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην απαίτηση του ισχυριζόμενου οφειλόμενου υπόλοιπου. Η εισήγηση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η πλευρά των Εναγομένων παρέλειψε να συμπεριλάβει τέτοιο ισχυρισμό στην Έκθεση Υπεράσπιση τους, ως και να εγείρει σ' αυτήν προδικαστική ένσταση ως προς τη νομιμοποίηση ή όχι των Εναγόντων στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Επομένως το πιο πάνω εγερθέν θέμα, εφόσον δεν έχει δικογραφηθεί, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από το Δικαστήριο. Και τούτο, έχοντας κατά νου την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής (βλ. Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Μερκής v. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 1091). Επομένως και η εισήγηση αυτή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο ως μη δικογραφημένη. Για όλα τα πιο πάνω: (Α) Εκδίδεται απόφαση προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €162.608,4 πλέον νόμιμο τόκο. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων στην αντίστοιχη κλίμακα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Β) Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται με έξοδα στην αντίστοιχη κλίμακα προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Ε.Π. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο