Λάμπρος Χριστοφή, μέσω του Επίτροπου και Συνδίκου της Πτώχευσης Χριστάκη Ιακωβίδη κ.α. ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ.Aγωγής: 352/2015, 20/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ.Aγωγής: 352/2015 Μεταξύ:
- Λάμπρος Χριστοφή, μέσω του Επίτροπου και Συνδίκου της Πτώχευσης Χριστάκη Ιακωβίδη, εκ Λευκωσίας
- Γιώργος Κωνσταντίνου, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
- ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ
- Σωτήρης Παρούτης
- Γιάννος Παπαδόπουλος Εναγομένων ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ.29.1.2015 Ημερομηνία: 20 Ιουλίου 2015 Ε Μ Φ Α Ν Ι Σ Ε Ι Σ: Για τον Ενάγοντα 1/Αιτητή: Ο κ.Δημοσθένους Για τους Εναγόμενους/Καθ'ων η Αίτηση: Η κα Γεωργίου με τον κ. Νεάρχου -------------- Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 26.01.2015, ο ενάγων 1 αξιώνει αποζημιώσεις για λίβελλο και/ή συκοφαντική δυσφήμησή του από τους εναγόμενους αναφορικά με διάφορα δημοσιεύματα καθώς επίσης και διατάγματα απαγόρευσης των εναγομένων από του να προβαίνουν σε ανάλογα δημοσιεύματα. Με την μονομερή αίτησή του, ημερομηνίας 29.01.2015, ο ενάγων 1 - αιτητής αιτήθηκε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ως εξής: «(Α.) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή έκαστον εξ' αυτών προσωπικώς και /ή διά των υπηρετών και/ή αντιπροσώπων τους και/ή συνεργαζομένων με τους Εναγόμενους φυσικών και/ή νομικών προσώπων από του να συνεχίσουν να γράφουν και/ή εκτυπώνουν και/ή εκδίδουν και/ή κυκλοφορούν και/ή να διανέμουν και/ή να προκαλούν τη συγγραφή και/ή εκτύπωση και/ή κυκλοφορία και/ή διανομή και/ή την διαδικτυακή ανάρτηση και/ή την άλλως πως δημοσίευση ίδιων και/ή παρόμοιων διαφημιστικών δημοσιευμάτων με τα δημοσιεύματα ημερομηνίας 13/09/2014, 18/09/2014, 22/11/2014, 25/11/2014, 01/01/2015, 03/01/2015, 08/01/2015, 22/01/2015, 22/01/2015 και 23/01/2015 και/ή να επιτρέπουν την ανάρτηση σχολίων επί των δημοσιευμάτων, τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής και/ή λίβελων εις βάρος του Ενάγοντα 1 και/ή οποιαδήποτε άλλα δημοσιεύματα που παραβιάζουν το Συνταγματικό Δικαίωμα του Ενάγοντα 1 - Αιτητή, που κατοχυρώνεται στο άρθρο 12.4 του Συντάγματος και στο άρθρο 6.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, του Τεκμηρίου της Αθωότητας του σε σχέση με την ποινική υπόθεση υπ' αριθμό ΑΒΜ Β2010/2665 του Πρωτοδικείου Αθηνών, της Ελληνικής Δημοκρατίας στην οποία αναφέρονται τα δυσφημιστικά δημοσιεύματα ημερ. 13/09/2014, 18/09/2014, 22/11/2014, 25/11/2014, 01/01/2015, 03/01/2015, 08/01/215, και/ή δημοσιευμάτων αφορώσι την επιχειρηματική δραστηριότητα του Ενάγοντα 1 κατά την περίοδο 2001 - 2012 ως τα δημοσιεύματα ημερ. 21/01/2015, 22/01/2015 και 23/01/2015 και/ή άλλων δημοσιευμάτων τα οποία να υποδηλώνουν ότι ο Ενάγοντας 1 - Αιτητής εμπλέκεται σε αδικήματα αστικής και/ή ποινικής φύσεως και/ή απάτης και/ή πλαστογραφίας και/ή άλλης τέτοιας φύσης, μέχρι την εκδίκαση και/ή αποπεράτωση της πιο πάνω αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Β.) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 και/ή 2 και/ή 3 και/ή τους υπηρέτες και/ή τους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους και/ή συνεργαζόμενα με τους Εναγομένους νομικά και/ή νομικά πρόσωπα και/ή άλλως πως, από το να δυσφημούν με οποιοδήποτε τρόπο γραπτό και/ή προφορικό και/ή να προβαίνουν σε δηλώσεις και/ή να δημοσιεύουν και/ή να προκαλούν τη συγγραφή και/ή τη διανομή εντύπων και/ή άλλως, ιδίων και/ή παρόμοιων και/ή οιωνδήποτε δυσφημιστικών κειμένων αναφορικά με τις επιχειρηματικές, εμπορικές ή επαγγελματικές, δραστηριότητες του Ενάγοντα 1 για την περίοδο 2001 - 2012 και/ή για οποιαδήποτε άλλη περίοδο και/ή άλλη δραστηριότητα την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις». Το Δικαστήριο δεν ενέκρινε την αίτηση εκδίδοντας μονομερώς διάταγμα ως τα αιτούμενα και μετά από αίτημα του συνηγόρου του αιτητή δόθηκε ημερομηνία επίδοσης της αίτησης στους εναγόμενους - καθ' ων η αίτηση. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48, θ.1, 2, 3, 9 Άρθρο και 9 του Κεφ. 6, Άρθρο 17 και 18 του Κεφ. 148, Άρθρο 31, 32 του Ν.14/60, άρθρο 19 του Συντάγματος μας, το οποίο διασφαλίζει το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου και έκφρασης, αλλά και του αντίστοιχου άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που κυρώθηκε με τον Ν.39/62, του άρθρου 12 του Συντάγματος μας και του αντίστοιχου άρθρου 6.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τα οποία διασφαλίζουν το Τεκμήριο Αθωότητας ενός κατηγορούμενου σε ποινικές υποθέσεις, το άρθρο 15 του Συντάγματος και το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, καθώς και τη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες του σεβαστού Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του αιτητή, ημερομηνίας 29.01.2015 στην οποία ο αιτητής παραθέτει με λεπτομέρεια τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τα επίδικα δημοσιεύματα σε σχέση πάντοτε με τα επίδικα θέματα και αξιώσεις. Είναι, μεταξύ άλλων, θέση του αιτητή ότι οι καθ' ων η αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση των αρχών που προνοεί ο κώδικας δημοσιογραφικής δεοντολογίας και ενήργησαν επίσης κακόβουλα και υποκινούμενοι από αλλότρια κίνητρα και συμφέροντα με σκοπό να βλάψουν την προσωπικότητά του, την τιμή και υπόληψή του. Ο δε αριθμός των δημοσιευμάτων είναι τέτοιος που καταδεικνύεται εμφανώς ιδιαίτερη τάση επανάληψης των εκ πρώτης όψεως δυσφημιστικών δημοσιευμάτων από μέρους των εναγομένων με αποτέλεσμα η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων να καθίσταται αναγκαίο μέτρο για την προστασία του. Η σπίλωση του ονόματός του είναι φυσιολογικά αναμενόμενο ότι θα προκαλέσει σε αυτόν ζημιά που θα είναι δύσκολο να αποτιμηθεί και αποκατασταθεί σε περίπτωση μη έγκρισης των αιτουμένων διαταγμάτων, καθ' ότι αν οι καθ' ων η αίτηση συνεχίζουν να εκδίδουν δυσφημιστικά δημοσιεύματα, η αξιοπρέπεια και η κοινωνική υπόσταση την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα θα πληγεί παντελώς και ανεπανόρθωτα. Οι εναγόμενοι καθ' ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην έκδοση των αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων στη βάση των 17 λόγων ένστασης που αναφέρονται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης, ημερομηνίας 12.03.
- Την ένσταση των εναγομένων υποστηρίζει, ως προς το πραγματικό υπόβαθρο, η ένορκη δήλωση του εναγόμενου 2 - καθ' ου η αίτηση, ημερομηνίας 12.03.
- Σ' αυτήν, ο εναγόμενος 2 παραθέτει επίσης με λεπτομέρεια τις δικές του θέσεις σχετικά με τα αναφερόμενα στην αίτηση του αιτητή, υποστηρίζοντας ότι οι εναγόμενοι θα βασιστούν στις υπερασπίσεις της αλήθειας, του έντιμου σχολίου που έγινε καλόπιστα για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και/ή συμφέροντος και της προνομιούχου δημοσίευσης υπό επιφύλαξη. Είναι επίσης, μεταξύ άλλων, θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ο αιτητής προβαίνει σε ανακρίβειες και μη αναφορές γεγονότων με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Θα πρέπει σ' αυτό το στάδιο να παρεμβάλω το οδοιπορικό της παρούσας αίτησης ώστε, αφενός να εξηγηθεί η καθυστέρηση στη διεκπεραίωσή της και αφετέρου να τεθούν στοιχεία που αφορούν και επηρεάζουν την παρούσα αίτηση. Η ειδοποίηση ένστασης των εναγομένων καταχωρήθηκε στις 12.03.2015, ενόσω η αίτηση ήταν ορισμένη για οδηγίες στις 20.03.
- Την ημερομηνία αυτή η πλευρά του αιτητή ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι, εν όψει θέσεων στην ένσταση, θα καταχωρείτο αίτηση για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, οπόταν η αίτηση ορίστηκε στις 28.04.2015 ώστε τυχόν τέτοια αίτηση να ορίζετο εκείνη την ημερομηνία. Λόγω απουσίας του ενάγοντα στο εξωτερικό για δουλειές, ως αναφέρθηκε από τον συνήγορο του αιτητή, η εν λόγω αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν καταχωρήθηκε. Στο μεταξύ είχαν καταχωρηθεί δύο αιτήσεις από πλευράς των εναγομένων, μία για απόρριψη της αγωγής λόγω μη καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης, και μια για παροχή ασφάλειας εξόδων από πλευράς του ενάγοντα
- Με τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του το Δικαστήριο όρισε την παρούσα αίτηση για ακρόαση στις 09.06.2015 και τις άλλες δυο αιτήσεις για οδηγίες την ίδια ημέρα, με οδηγίες καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης μέχρι τότε και τυχόν ένσταση στην αίτηση για ασφάλεια εξόδων επίσης μέχρι τότε. Στις 09.06.2015 ζητήθηκε αναβολή στην παρούσα αίτηση για λόγους που αφορούσαν την υγεία του συνηγόρου του αιτητή ενώ και πάλι δεν καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης ή ένσταση στην αίτηση για ασφάλεια εξόδων. Στις 18.06.2015, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκε η παρούσα αίτηση, καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης και η ένσταση στην αίτηση για ασφάλεια εξόδων και η παρούσα προχώρησε στην ακρόασή της. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε τελικώς στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη ο κάθε ένας των θέσεων της δικής του πλευράς. Δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε η επανάληψη των θέσεων των συνηγόρων. Αρκεί πιστεύω να αναφέρω ότι έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενό τους. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα βάσει του Άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Acropol Shipping Co. Ltd&other v. Rossis
(1975)1 C.L.R.38, Constantinides ν. Μακρυγιώργου κ.ά.
(1978)1 C.L.R.585, Μ.&Μ. Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 C.L.R.605, Odysseos v. Pieris Estates κ.ά.
(1982)1 Α.Α.Δ.557. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία.
(1)Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
(2)Να εμφανίζεται πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων.
(3)Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο εξετάζει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει ένα διάταγμα, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Bacardi v. Vinco, Π.Ε.9295, ημερ.18.7.1996. Με βάση τη νομολογία, στις περιπτώσεις που αφορούν έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης υφίστανται ξεχωριστές επιπρόσθετες προϋποθέσεις. Βασικό γνώρισμα των περιπτώσεων αυτών είναι η μεγάλη δυσκολία με την οποία εκδίδονται τέτοια διατάγματα. Στην υπόθεση C.T.Tobacco Limited v. Εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Α Α.Α.Δ. 853 γίνεται ανάλυση των αρχών που αφορούν το υπό κρίση θέμα. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται στην εν λόγω απόφαση τα εξής: «Στην Αγγλική απόφαση Schering Chemicals Ltd v. Falkman Ltd and others [1981] 2 All ER 321 ο Λόρδος Denning τόνισε μεταξύ άλλων ότι, "In all but the most exceptional cases we will not grant an interim injunction to restrain the publication of a libel. Such an exceptional case was instanced by Jessel MR. It was a Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 at 508 ... an atrocious libel wholly unjustified and inflicting the most serious injury of the plaintiff. Except in such a case we never grant an interim injunction." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις θα εκδίδουμε διάταγμα για να εμποδίσουμε τη δημοσίευση δυσφημιστικού κειμένου. Μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση υποδείχθηκε από το Δικαστή Jessel MR. Ήταν η υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 στη σελίδα 508 ... ένα στυγερό δυσφημιστικό κείμενο τελείως αδικαιολόγητο επιφέροντας την πιο σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα. Εκτός από μια τέτοια περίπτωση ουδέποτε θα εκδώσουμε ένα απαγορευτικό διάταγμα." Μέσα στα ίδια πλαίσια ο Lord Denning επανέλαβε στην υπόθεση Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and another [1982] 2 All E.R. 701, 703, την αρχή ότι μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα Δικαστήρια θα εκδώσουν ένα απαγορευτικό διάταγμα, τονίζοντας ότι, "This case raises a matter of principle which must be observed. This court never grants an injunction in respect of libel when it is said by the defendant that the words are true and that he is going to justify them. So also, when an occasion is protected by qualified privilege, this court never grants an injunction to restrain a slander or libel, to prevent a person from exercising that privilege, unless it is shown that what the defendant proposes to say is known by him to be untrue so that it is clearly malicious. So long as he proposes to say what he honestly believes to be true, no injunction should be granted against him. That was made clear in Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co v Beall [1882] 20 Ch D 501." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Αυτή η υπόθεση εγείρει μια αρχή που πρέπει να τηρείται. Αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα αναφορικά με ένα λίβελλο όταν ο εναγόμενος λέει ότι οι λέξεις ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ότι θα τις δικαιολογήσει. Έτσι επίσης, όταν μια περίπτωση καλύπτεται με προνόμιο υπό αίρεση, αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει μια δυσφήμηση ή ένα λίβελλο, να εμποδίσει ένα πρόσωπο να εξασκήσει αυτό το προνόμιο, εκτός αν φαίνεται ότι αυτό που θέλει να πει ο εναγόμενος γνωρίζει ότι είναι ψευδές έτσι που να είναι καθαρά κακόπιστο. Εφόσον προτίθεται να αναφέρει ότι πιστεύει έντιμα ότι είναι αληθές, δεν θα εκδοθεί εναντίον του απαγορευτικό διάταγμα. Αυτό έχει γίνει καθαρό στην υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v Beall [1882] 20 Ch D 501." Ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός προσωρινού διατάγματος προϋποθέτει ότι η έκδοση του, σύμφωνα με το Δικαστή Lord Esher M.R. στην υπόθεση Coulson v. Coulson [1887] 3 TLR 846, θα γίνεται μόνο στις πιο καθαρές περιπτώσεις. Όπως έχει επίσης τονίσει ο Δικαστής Lord Scarman στην υπόθεση The Exclusive Brethren case [1980] 3 All E.R. 161, 183, ".. the prior restraint of publication, though occasionally necessary in serious cases, is a drastic interference with freedom of speech and should only be ordered where there is a substantial risk of grave injustice. I understand the test of 'pressing social need' as being exactly that." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Η προηγούμενη απαγόρευση της δημοσίευσης, άνκαι είναι αναγκαία σε σοβαρές υποθέσεις, αποτελεί μια δραστική επέμβαση στην ελευθερία του λόγου και θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει ένας ουσιαστικός κίνδυνος σοβαρής αδικίας. Αντιλαμβάνομαι τον όρο 'πιεστική κοινωνική ανάγκη' να σημαίνει ακριβώς αυτό." Μέσα σε αυτά τα πλαίσια ένα δικαστήριο θα προβεί στην έκδοση ενός παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος μόνο όταν,
(1)Η δήλωση είναι αναμφίβολα δυσφημιστική,
(2)Δεν υπάρχουν λόγοι που θα οδηγήσουν σε συμπέρασμα ότι η δήλωση μπορεί να είναι αληθής,
(3)Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει,
(4)Υπάρχει μαρτυρία πρόθεσης επανάληψης ή δημοσίευσης της δυσφήμησης (βλ. Gatley "On Libel and Slander" 9η Έκδοση, σελ. 634)». Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη
(2007)1 Α.Α.Δ. 78 γίνεται επίσης ανάλυση των προϋποθέσεων. Αναφέρονται σχετικά τα εξής: «Στην Κύπρο το θέμα εξετάστηκε πρόσφατα στην υπόθεση C.T. Tobacco Limited v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ και άλλοι (Πολιτική Έφεση αρ. 11133 της 27/6/2003) στην οποία καθορίστηκαν οι προϋποθέσεις οι οποίες επιτρέπουν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων σε περιπτώσεις δυσφήμισης, οι οποίες είναι οι ακόλουθες: (i) Η δήλωση που θα επακολουθήσει πρέπει να είναι αναμφίβολα δυσφημιστική. Η έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος αποτελεί το επιστέγασμα μιας ευαίσθητης δικαιοδοσίας και η έκδοση του δικαιολογείται μόνο στις πιο έκδηλες περιπτώσεις, όταν το δημοσίευμα όχι μόνο μπορεί να κριθεί ως δυσφημιστικό αλλά το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται ότι αναπόφευκτα θα καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ήταν δυσφημιστικό. Όπως έχει θέσει το θέμα ο Δικαστής Cotton L.J. στην υπόθεση Liverpool Household Stores Association v. Smith
(1887)37 Ch. D., 170, 180, "How can the Court judge whether documents which are not in existence will be libellous?" Σε ελεύθερη μετάφραση, "Πώς μπορεί το Δικαστήριο να κρίνει αν έγγραφα που ακόμα δεν υπάρχουν μπορεί να είναι δυσφημιστικά;" (ii) Η υπεράσπιση που θα προβληθεί από τον εναγόμενο είναι εκείνη της αλήθειας (Justification). Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα σε περιπτώσεις δυσφημιστικών κειμένων, όταν ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι το επίδικο κείμενο είναι ψευδές (Quartz Hill Consolidated Gold Mining Company v. Beall
(1882)20 Ch. D. 501). Όταν ο εναγόμενος θα προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι δηλώσεις είναι αληθείς, το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει το προσωρινό διάταγμα εκτός αν πειστεί ότι η υπεράσπιση αυτή της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει. Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Coleridge στην υπόθεση Bonnard v. Perryman
(1891)2 Ch. 269, "The right of free speech is one which it is for the public interest that individuals should possess and, indeed, that they should exercise without impediment, so long as no wrongful act is done; and, unless an alleged libel is untrue, there is no wrong committed; but, on the contrary, often a very wholesome act is performed in the publication and repetition of an alleged libel. Until it is clear that an alleged libel is untrue, it is not clear that any right at all has been infringed ..." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης είναι ένα θέμα δημόσιου συμφέροντος που οι πολίτες δικαιούνται, και πράγματι, θα πρέπει να το εξασκούν χωρίς εμπόδια, νοουμένου ότι δεν διαπράττεται κανένα αδίκημα· όμως, αντίθετα, πολλές φορές μια ολόκληρη πράξη εκτελείται με τη δημοσίευση και επανάληψη ενός ισχυριζόμενου λιβέλλου. Μέχρις ότου αποφασιστεί ότι ο ισχυριζόμενος λίβελλος είναι ψευδής, δεν είναι καθαρό ότι έχει παραβιαστεί οποιοδήποτε δικαίωμα ....." Μέσα στα ίδια πλαίσια ο Λόρδος Denning στην υπόθεση Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and another
(1982)2 All E.R. 701, 703, τόνισε ότι, "This case raises a matter of principle which must be observed. This court never grants an injunction in respect of libel when it is said by the defendant that the words are true and that he is going to justify them." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Αυτή η υπόθεση εγείρει μια αρχή που πρέπει να τηρείται. Αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα αναφορικά με ένα λίβελλο όταν ο εναγόμενος λέει ότι οι λέξεις ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ότι θα τις δικαιολογήσει." (iii) Δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να επιτύχει. Το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει ένα προσωρινό διάταγμα για τη μη επανάληψη μιας δυσφήμισης, όταν η απειλούμενη δυσφήμιση μπορεί να είναι προνομιούχος, εκτός από περιπτώσεις στις οποίες υποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος ενεργεί κακόπιστα (maliciously). Στην υπόθεση Harakas and others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and another
(1982)2 All E.R. 701, 703, το Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο (The International Chamber of Commerce) δημιούργησε το Διεθνές Ναυτιλιακό Γραφείο (International Maritime Bureau) για να δίνει πληροφορίες για επερχόμενους κινδύνους απάτης σε ναυτιλιακά θέματα. Το 1982 δημοσιεύθηκε στην Baltic Exchange ότι τα μέλη της θα μπορούσαν να ζητήσουν πληροφορίες για την εταιρεία "Grecian Lines". Ο ιδιοκτήτης της εταιρείας Grecian Lines κ. Χάρακας καταχώρισε αγωγή και επέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος το οποίο απαγόρευε στην Baltic Exchange να δίνει πληροφορίες για την Grecian Lines. Το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τη δήλωση εκπροσώπου του Διεθνούς Ναυτιλιακού Γραφείου ότι, "Δεν θα αναφέρουμε οτιδήποτε το οποίο γνωρίζουμε ότι είναι αναληθές. Θα δώσουμε τέτοιες πληροφορίες τις οποίες πιστεύουμε χρειάζονται ότι θα συναλλάττονται με την Grecian Lines" ακύρωσε το σχετικό διάταγμα. Στη σχετική απόφαση του ο Λόρδος Denning τόνισε ότι, "When an occasion is protected by qualified privilege this court never grants an injunction to restrain a slander or libel - to prevent a person from exercising that privilege - unless it be shown that what the defendant proposes to say is known by him to be untrue so that it is clearly malicious. So long as he proposes to say what he honestly believes to be true, no injunction should be granted against him. That was made clear in Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall
(1882)20 Ch. D. 501." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Όταν μια περίπτωση καλύπτεται με προνόμιο υπό αίρεση, αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα για να εμποδίσει μια δυσφήμιση ή ένα λίβελλο, να εμποδίσει ένα πρόσωπο να εξασκήσει αυτό το προνόμιο, εκτός αν φαίνεται ότι αυτό που θέλει να πει ο εναγόμενος γνωρίζει ότι είναι ψευδές έτσι που να είναι καθαρά κακόπιστο. Εφόσον προτίθεται να αναφέρει ότι πιστεύει έντιμα ότι είναι αληθές, δεν θα εκδοθεί εναντίον του απαγορευτικό διάταγμα. Αυτό έχει γίνει καθαρό στην υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall
(1882)20 Ch. D. 501." Όμως σε μια τέτοια περίπτωση η κακοπιστία (malice) πρέπει να είναι έκδηλη και απόλυτα ολοκληρωτική (absolutely overwhelming) για να επιτρέψει στο Δικαστήριο να επέμβει με την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος (Herbage v. Pressdram
(1984)1 W.L.R. 1160, 1164). (iv) Υπάρχει μαρτυρία ότι ο εναγόμενος προτίθεται να επαναλάβει τη δυσφήμιση. Το Δικαστήριο για να προβεί στην έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος πρέπει να πειστεί ότι υπάρχει πρόθεση εκ μέρους του εναγόμενου επανάληψης της δυσφήμισης. Η πρόθεση μπορεί να αποδειχθεί με δηλώσεις ή απειλές εκ μέρους του εναγόμενου (Quartz Hill Consolidated Gold Mining Company v. Beall
(1882)20 Ch. D. 501, 508-9. Βλέπε επίσης Gatley on "Libel and Slander", 10th Edition, 786)». Στο ευρύτερο πλαίσιο αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι καλά γνωστό ότι στο στάδιο της ακρόασης της αίτησης θα πρέπει να αποφεύγεται η ενασχόληση με τους αντικρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων και η επακόλουθη κατάληξη σε συμπεράσματα. Οι νομολογιακά καθιερωμένες προϋποθέσεις έκδοσης του ενδιάμεσου διατάγματος, θα πρέπει να εκπηγάζουν από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της συγκεκριμένης διαδικασίας. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά στο σημείο που επιτρέπει τη διαπίστωση της ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Πρέπει συνεπώς να προσδιορίσω, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ.263, ότι το Δικαστήριο δεν κάνει αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ούτε οδηγείται σε εξαγωγή συμπερασμάτων αξιοπιστίας γιατί αυτό θα συμβεί κατά το στάδιο της δίκης (βλ. επίσης, Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D., Π.Ε.10042, ημερ.23.2.1999). Το τι, φυσικά, θα πρέπει να διαχωριστεί είναι ακριβώς η αναγκαιότητα εξέτασης από το Δικαστήριο κατά πόσο τα ενώπιον του στοιχεία ικανοποιούν τις σχετικές προϋποθέσεις που αναφέρονται ανωτέρω. Έχω παραθέσει ανωτέρω με λεπτομέρεια τις προϋποθέσεις που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης, από τις οποίες προκύπτει όχι μόνο το ότι είναι με περισσή φειδώ που θα πρέπει να εκδίδονται τέτοιου είδους διατάγματα, αλλά επίσης το σκεπτικό πίσω από αυτό το δεδομένο. Από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και ιδιαίτερα τα όσα αναφέρονται από τους εναγόμενους, μέσω της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου 2, διαπιστώνεται η βάση της υπεράσπισης που οι εναγόμενοι προτίθενται να ακολουθήσουν κατά τη δίκη. Ασφαλώς, δεν θα πρέπει να είναι αρκετή η αναφορά στις συγκεκριμένες υπερασπίσεις ώστε να αποτραπεί η έκδοση προσωρινού διατάγματος. Διαπιστώνεται όμως ότι ο εναγόμενος 2 δεν περιορίζεται σε απλή αναφορά του τίτλου της υπεράσπισης των εναγομένων αλλά παραθέτει στοιχεία στα οποία οι εναγόμενοι προτίθενται να βασιστούν. Είμαι της άποψης ότι από αυτά τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, δεν είμαι σε θέση να καταλήξω ότι δεν υπάρχουν λόγοι που να οδηγούν σε συμπέρασμα ότι οι επίδικες αναφορές μπορεί να είναι αληθής ή ότι δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να πετύχει. Ούτε είμαι σε θέση να διαπιστώσω κακοπιστία σε αυτό το στάδιο, σε βαθμό που να δικαιολογείται παρέμβαση ως η αιτούμενη. Παράλληλα δε, δεν είμαι σε θέση να διαπιστώσω πρόθεση επανάληψης της κατ' ισχυρισμό δυσφήμισης. Πέραν του ότι δεν προκύπτει να υπάρχει δεδηλωμένη πρόθεση για κάτι τέτοιο, θα πρέπει να λεχθεί ότι η παρέλευση τέτοιου μεγάλου χρονικού διαστήματος από την καταχώριση της αίτησης (υπό τις περιστάσεις που έχω αναφέρει πιο πάνω) χωρίς ένδειξη επανάληψης δημοσιεύσεων, κάθε άλλο παρά οδηγεί σε συμπέρασμα περί πρόθεσης επανάληψης της δημοσίευσης. Ακόμη ένα σχετικό στοιχείο που επιδρά αρνητικά στην παρούσα αίτηση είναι και η καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής. Όπως καθορίζει η νομολογία (μεταξύ άλλων Ελευθερίου ν. Λαϊκού Καφεκοπτείου Δημόσια Λτδ Πολ. Έφ. 39/2010, ημερ. 23.01.2014) το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να βεβαιώνεται ότι η συνταγματική επιταγή για συμπλήρωση της εκδίκασης μιας υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου, τηρείται. Η έκδοση μονομερούς διατάγματος δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός και σκοπό έχει την προστασία των δικαιωμάτων, ιδιαίτερα των εναγόντων μέχρι την έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας, με το βάρος να παραμένει στον εκάστοτε ενάγοντα να προωθήσει την υπόθεσή του επί της ουσίας το συντομότερο δυνατό. Θεωρώ ότι η μη έκδοση μονομερώς των αιτουμένων διαταγμάτων ουδόλως ανατρέπουν το καθήκον αυτό του ενάγοντα. Το γεγονός ότι παρήλθε τέτοιο χρονικό διάστημα χωρίς την καταχώριση έκθεσης απαίτησης, η οποία καταχωρήθηκε μετά μάλιστα από αίτηση για απόρριψη της αγωγής, αφήνει να αιωρείται μια αμφισβήτηση της πρόθεσης του ενάγοντα να προωθήσει την ουσία της αγωγής το συντομότερο δυνατό, προσπαθώντας να πετύχει ενδιάμεση θεραπεία. Από τα ως άνω διαφαίνεται η κατάληξη του Δικαστηρίου στην παρούσα αίτηση, στη βάση ιδιαίτερα της μη ικανοποίησης των ως άνω αναφερόμενων προϋποθέσεων που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις δυσφήμισης. Είμαι της άποψης ότι, έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, ορθό είναι να αποφύγω οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση μου με άλλες προϋποθέσεις και γεγονότα ως προκύπτουν από τα ενώπιον μου στοιχεία, προς αποφυγή αχρείαστης τοποθέτησης επί ζητημάτων που θα απασχολήσουν κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής. Ως εκ των ως άνω, καταλήγω ότι η παρούσα αίτηση δεν θα πρέπει να έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα, η αίτηση ημερ. 29.01.2015 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα 1 - αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Μ.Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο