← Κύπρος

Cruz City 1 Mauritius Holdings ν. Unitech Residential Resorts Limited κ.α., Αίτηση Αρ.: 998/2014, 24/7/2015

Cruz City 1 Mauritius Holdings ν. Unitech Residential Resorts Limited κ.α., Αίτηση Αρ.: 998/2014, 24/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A298 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 998/2014 Μεταξύ: Cruz City 1 Mauritius Holdings Αιτήτριας και

(1)Unitech Residential Resorts Limited κ.ά. Καθ΄ ων η Αίτηση ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 12 Νοεμβρίου 2014 24 Ιουλίου,
  1. Για την Αιτήτρια: κκ. Μ. Δράκος και Αλ. Τσιρίδης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Στ. Παύλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Τη 17.11.2014 εκδόθηκαν μονομερώς προσωρινά διατάγματα για δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων η Αίτηση. Τα διατάγματα εκδόθηκαν στα πλαίσια μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 12.11.
  2. Η πιο πάνω αίτηση, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «η Αίτηση», εδράζεται στις πρόνοιες του ΕΚ 44/2001 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Αγγελικής Χαραλαμπίδη. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση της Αγγελικής Χαραλαμπίδη, η Αιτήτρια, City Cruz 1 Mauritius Holdings, που θα αναφέρεται μετά απλώς ως «City Cruz», «. επιδιώκει να εκτελέσει δύο διαιτητικές αποφάσεις που σήμερα ανέρχονται σε ποσό πέραν των USD360.000.000». Οι πιο πάνω αποφάσεις εκδόθηκαν στην Αγγλία τον Ιούνιο του 2012 και στρέφονται εναντίον της Unitech Limited, της Arsanovia Ltd και της Burley Holdings Ltd. Η Αιτήτρια έλαβε διάταγμα παγοποίησης παγκόσμιας εμβέλειας εναντίον των πιο πάνω εταιρειών και διάταγμα διορισμού παραληπτών υπό μορφή δίκαιης εκτέλεσης (equitable execution) επί ορισμένων περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 και 2 στην Αγγλία. Τα περιουσιακά αυτά στοιχεία περιλαμβάνουν και τις μετοχές της Unitech Ltd στις Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 3 και
  3. Ο διορισμός του παραλήπτη είναι προσωρινός, μέχρι την ικανοποίηση των διαιτητικών αποφάσεων. Ανάμεσα στα μέτρα που έλαβε η Cruz City για εκτέλεση των πιο πάνω αποφάσεων ήταν και η καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, με την οποία αξιώνει διατάγματα τύπου Chabra[1] για να εμποδιστούν οι Καθ΄ ων η αίτηση να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία ή να λάβουν μέτρα που θα καθιστούσαν την εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων εναντίον της Unitech Ltd λιγότερη πιθανή ή πιο δύσκολη προς υποστήριξη της συνεχιζομένης Αγγλικής διαδικασίας. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 μέχρι 4 ήταν οι εναγόμενες 4 έως 7 στην Αγγλική διαδικασία και είναι, σύμφωνα με την Αιτήτρια, «άμεσα ή έμμεσα» θυγατρικές εταιρείες της Unitech Ltd. Ο πρωταρχικός σκοπός για την έκδοση διαταγμάτων Chabra είναι, σύμφωνα πάντα με την Ένορκη Δήλωση, «. να εμποδίσει τους Καθ΄ ων η Αίτηση από το να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία μέχρι οι παραλήπτες που διορίστηκαν με το Διάταγμα Παραλήπτη να είναι σε θέση να αποκτήσουν πλήρη έλεγχο και να πωλήσουν αυτά τα περιουσιακά στοιχεία προς ικανοποίηση των Διαιτητικών Αποφάσεων». Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση. Είναι η θέση τους ότι το παρόν Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 17.11.2014 και να εκδώσει το διάταγμα αποκάλυψης. Δεν εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες στην Αγγλία σε σχέση με διαιτητικές αποφάσεις, που θα δικαιολογούσαν την έκδοση διατάγματος προς υποβοήθησή τους. Η δικαιοδοτική βάση της υπό κρίση Αίτησης είναι ο ΕΚ 44/2001, για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις. Σύμφωνα με το προοίμιο του Κανονισμού, η Κοινότητα έθεσε ως στόχο την ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, όπου θα εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων. Για να το πετύχει θεώρησε ότι ήταν ουσιώδης η θέσπιση διατάξεων για την ενοποίηση των κανόνων «. σύγκρουσης δικαιοδοσίας στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις καθώς και σχετικά με την απλούστευση των διατυπώσεων για την ταχεία και απλή αναγνώριση και εκτέλεση των αποφάσεων κρατών μελών που δεσμεύονται από τον ανά χείρας κανονισμό». Για να επιτευχθεί ο πιο πάνω στόχος, «. είναι αναγκαίο και ενδεδειγμένο οι κανόνες, σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση των αποφάσεων να καθορίζονται από δεσμευτικό και άμεσα εφαρμοστέο κοινοτικό νομοθέτημα[2]». Ο πιο πάνω Ευρωπαϊκός Κανονισμός αποτελεί συνέχεια της Συνθήκης των Βρυξελλών και του Λουγκάνο. Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 31 του Κανονισμού που επιτρέπει τη χορήγηση ενδιάμεσων ασφαλιστικών μέτρων προς υποστήριξη ξένων διαδικασιών. Το πιο πάνω άρθρο αντιστοιχεί στο άρθρο 24 της Συνθήκης των Βρυξελλών, πρόκειται για πανομοιότυπο κείμενο. Το παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «Τα ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους αυτού, έστω και αν δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, έχει σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης.» Το άρθρο 1, παράγραφος 1 του ιδίου Κανονισμού που προβλέπει για το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού, προνοεί ότι ο Κανονιασμός «. εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, ανεξάρτητα από το είδος του δικαστηρίου. Δεν καλύπτει ιδίως φορολογικές, τελωνειακές ή διοικητικές υποθέσεις». Από την εφαρμογή του Κανονισμού εξαιρούνται ρητά οι διαιτησίες, σχετική είναι η παράγραφος 2 του άρθρου 1[3]. Είναι η θέση των Αιτητών ότι οι πρόνοιες του άρθρου 31 εφαρμόζονται ακόμη και στις περιπτώσεις διαιτησίας. Εισηγούνται πως η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ), και συγκεκριμένα η απόφαση Van Uden Maritime BV v. Deco-Line[4], έχει καθιερώσει μια διάκριση μεταξύ διαδικασιών που είναι παρεμπίπτουσες (ancillary) με τη διαδικασία διαιτησίας, οι οποίες θεωρούνται εκτός του πεδίου εφαρμογής του ΕΚ 44/2001 και διαδικασίες που είναι παράλληλες με τη διαδικασία διαιτησίας και απλώς την υποστηρίζουν. Επισημαίνω ότι η απόφαση Van Uden (ανωτέρω), εκδόθηκε προτού τεθεί σε εφαρμογή ο ΕΚ 44/2001, ίσχυαν όμως οι πρόνοιες των Συνθηκών των Βρυξελλών οι οποίες ήταν, ως αναφέρω και ανωτέρω, ταυτόσημες επί των συγκεκριμένων θεμάτων με τις πρόνοιες του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Στην υπόθεση Van Uden ο ενάγοντας είχε αρχίσει διαδικασία διαιτησίας στην Ολλανδία, αξίωνε από τον εναγόμενο την εξόφληση κάποιων τιμολογίων. Το κατ΄ ισχυρισμό χρέος αφορούσε τη μεταφορά εμπορευμάτων από την Ευρώπη στην Αφρική. Αξίωσε επίσης ενδιάμεση θεραπεία, και συγκεκριμένα την πληρωμή τεσσάρων τιμολογίων, από το Επαρχιακό Δικαστήριο του Rotterdam. Στήριξε την αίτησή του για χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας στο γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν επιδείκνυε ενδιαφέρον στο διορισμό διαιτητών και στο γεγονός ότι η παράλειψη του τελευταίου να πληρώσει τα εν λόγω τιμολόγια επηρέαζε τη ρευστότητα της δικής του επιχείρησης. Το Επαρχιακό Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα και διέταξε τον εναγόμενο να καταβάλει το αξιούμενο ποσό, η απόφαση εφεσιβλήθηκε και το Εφετείο, Hoge Raad der Nederlanden, απέστειλε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο νομικά ερωτήματα που αφορούσαν κυρίως το θέμα της δικαιοδοσίας. Ανάμεσα στα ερωτήματα που απέστειλε ήταν και τα πιο κάτω: «
(1)Where an obligation to pay a sum or sums due under a contract must be performed in a contracting state - so that, under article 5
(1)of the Brussels Convention, the creditor is entitled to sue his defaulting debtor before the courts of that state with a view to obtaining performance, even though the debtor is domiciled in the territory of another contracting state - do the courts of the first-mentioned state (for that same reason) have jurisdiction also to hear and determine a claim brought by a creditor against his debtor in interim [kort geding] proceedings for an order requiring the debtor, by provisionally enforceable judgment, to pay a sum which, in the view of the court hearing the interlocutory application, is very probably due to the creditor, or do additional conditions apply in relation to the jurisdiction of the court hearing the interim application, for example the condition that the relief sought from that court must take effect (or be capable of taking effect) in the contracting state concerned?
(2)Does it make any difference to the answer to question
(1)whether the contract between the parties contains an arbitration clause and, if so, what the place of arbitration is according to that clause?» Η ουσία της απόφασης που αφορά τα πιο πάνω ερωτήματα, εστιάζεται στις παραγράφους 29 μέχρι 33 της απόφασης, τις οποίες κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιες: «
  1. Thus the mere fact that proceedings have been, or may be, commenced on the substance of the case before a court of a contracting state does not deprive a court of another contracting state of its jurisdiction under article 24 of the Convention.
  2. However, artice 24 cannot be relied on to bring within the scope of the Convention provisional or protective measures relating to matters which are excluded from it: de Cavel v. de Cavel (Case 143/78) [1979] E.C.R. 1055, 1067, para.
  3. Under article 1
(4)of the Convention, arbitration is excluded from its scope. By that provision, the contracting parties intended to exclude arbitration in its entirety, including proceedings brought before national courts: Marc Rich & Co. A. G. v. Societa Italiana Impianti P.A. (Case C-190/89) [1991] E.C.R. 1-3855, 3900-3901, para.
  1. The experts' report drawn up on the accession of the Kingdom of Denmark, Ireland and the United Kingdom of Great Britain and Northern Ireland to the Convention (O.J. 1979 C.59, p.71, at pp. 92-92) specifies that the Convention does not apply to judgments determining whether an arbitration agreement is valid or not or, because it is invalid, ordering the parties not to continue the arbitration proceedings, or to proceedings and decision concerning applications for the revocation, amendment, recognition and enforcement of arbitration awards. Also excluded from the scope of the Convention are proceedings ancillary to artibtration proceedings, such as the appointment or dismissal of arbitrators, the fixing of the place of arbitration or the extension of the time limit for making awards.
  2. However, it must be noted in that regard that provisional measures are not in principle ancillary to arbitration proceedings but are ordered in parallel to such proceedings and are intended as measures of support." Στην ιδία απόφαση δίδεται η ερμηνεία του όρου «ασφαλιστικά μέτρα». Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «In that regard, it must be remembered that the expression "provisional, including protective, measures" within the meaning of article 24 of the Convention is to be understood as referring to measures which, in matters within the scope of the Convention, are intended to preserve a factual or legal situation so as to safequard rights the recognition of which is otherwise sought from the court having jurisdiction as to the substance of the case: Reichert, para. 34». Ο λόγος για τον οποίο ο Νομοθέτης θεώρησε σκόπιμο να εξαιρέσει από την εμβέλεια της Συνθήκης των Βρυξελλών, και στη συνέχεια από τον ΕΚ 44/2001 τη διαιτησία, είναι γιατί η αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων ήδη καλυπτόταν από άλλες διεθνείς συνθήκες. Αυτό αναφέρεται και στο Jenard Report 1968, Official Journal of the European Communities, 1979, C.59, Volume 22, στο οποίο γίνεται αναφορά και στην απόφαση Van Uden. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «There are already many international agreements on arbitration. Arbitration is, of course, referred to in Article 220 of the Treaty of Rome. Moreover, the Council of Europe has prepared a European Convention providing a uniform law on arbitration, and this will probably be accompanied by a Protocol which will facilitate the recognition and enforcement of arbitral awards to an even greater extent than the New York Convention. This is why it seemed preferable to exclude arbitration. The Brussels Convention does not apply to the recognition and enforcement of arbitral awards». Την ίδια άποψη είχε και ο Advocate General Leger στην υπόθεση Van Uden. Ήταν η θέση του ότι θέματα που καλύπτονταν από τις Διεθνείς Συμβάσεις, όπως ήταν μεταξύ άλλων το θέμα της αναγνώρισης και εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων, δεν ήταν εντός του πεδίου εφαρμογής της Συνθήκης των Βρυξελλών[5]. Από την απόφαση Van Uden προκύπτει αβίαστα και ξεκάθαρα ότι η Συνθήκη των Βρυξελλών, και κατ΄ επέκταση ο ΕΚ44/2001, δεν εφαρμόζεται σε σχέση με την αναγνώριση και την εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει ασφαλιστικά μέτρα, σύμφωνα με το άρθρο 24 της Συνθήκης των Βρυξελλών, και το άρθρο 31 του Κανονισμού, περιορίζεται στις περιπτώσεις που η διαδικασία της διαιτησίας ακόμη εκκρεμεί ή δεν έχει ακόμη αρχίσει. Υπενθυμίζω ότι στην απόφαση Van Uden οι θεραπείες από το Επαρχιακό Δικαστήριο είχαν ζητηθεί όταν η διαδικασία της διαιτησίας βρισκόταν στα πολύ αρχικά της στάδια. Επρόκειτο για προσωρινές θεραπείες οι οποίες δόθηκαν προς υποστήριξη της διαδικασίας διαιτησίας. Τα δικαιώματα του ενάγοντα δεν είχαν μέχρι τότε αναγνωριστεί τελεσίδικα και δεν είχε εκδοθεί η διαιτητική απόφαση. Σχετικό επί του θέματος είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση C-261/90 Reichert and Kockler v Dresden Bank, 26/03/1992, όπου αναλύεται ο όρος «προσωρινά ασφαλιστικά μέτρα»: Paragraph 34: 'The expression «provisional, including protective, measures» within the meaning of Article 24 must therefore be understood as referring to measures which, in matters within the scope of the Convention, are intended to preserve a factual or legal situation so as to safeguard rights the recognition of which is sought elsewhere from the court having jurisdiction as to the substance of the matter." Η φράση "as to safeguard rights the recognition of which is sought elsewere", υποδηλώνει ότι τα ασφαλιστικά μέτρα χορηγούνται στις περιπτώσεις που δεν υπήρξε τελική κατάληξη ως προς τα δικαιώματα των διαδίκων και αναμένεται να εξακριβωθούν από άλλο δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία να δικάσει την ουσία της διαφοράς. Χρήσιμη είναι και η πιο κάτω αναφορά που γίνεται στο σύγγραμμα Collier's Conflict of Law[6]: «Article 31 permits the English court to grant provisional or protective measures even when the courts of another Member State have jurisdiction and under the Brussels I Regulation. These would include freezing injunctions, ancillary disclosure orders to those injunctions and other interim relief which may be made in support of proceedings on the substance of the dispute continuing in another Member State. The orders are usually aimed at preserving the status quo of the parties or their assets pending trial.» Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, παρατηρώ ότι η διαιτητική διαδικασία στην υπό κρίση υπόθεση έχει ολοκληρωθεί, οι αξιώσεις των Αιτητών έχουν γίνει δεκτές και έχουν εκδοθεί αποφάσεις υπέρ τους. Αυτό είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές. Παραδεκτό είναι επίσης ότι η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων. Αυτό αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση της Αγγελικής Χαραλαμπίδη, σχετικές είναι μεταξύ άλλων οι παραγράφοι 2, 3, 9 και 15 του πιο πάνω εγγράφου. Στην παράγραφο 15 η ομνύουσα αναφέρει χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «. η Αιτήτρια έχει τώρα έρθει στην Κύπρο και επιζητεί ουσιαστικά την ίδια θεραπεία που ζήτησε στην Αγγλία, προς υποβοήθηση της Αγγλικής Διαδικασίας και την εκτέλεση των Διαιτητικών Αποφάσεων, βάσει του άρθρου 31 του Κανονισμού Αποφάσεων 44/2001 ΕΚ.» Ασφαλιστικά μέτρα, με βάση το άρθρο 31 του ΕΚ 44/2001, ως αυτός έχει ερμηνευτεί στην απόφαση Van Uden, μπορούν να εκδοθούν, ενώ η διαιτητική διαδικασία ακόμη εκκρεμεί, κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκείμενη περίπτωση. Εκείνο που εκκρεμεί σήμερα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των Αιτητών, δεν είναι η διακρίβωση των δικαιωμάτων τους, αυτό έγινε προ καιρού, από το 2012, αλλά να παγοποιηθούν περιουσιακά στοιχεία για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Στα πλαίσια της εκτέλεσης της απόφασης εμπίπτει και ο διορισμός Παραλήπτη υπό μορφή δίκαιης εκτέλεσης (equitable execution). Ως τόνισα όμως και πιο πάνω, ο ΕΚ 44/2001 δεν εφαρμόζεται σε σχέση με την εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων. Ενόψει όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι η Αίτηση στερείται δικαιοδοτικής βάσης. Η Αίτηση απορρίπτεται και τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν την 17.11.2014 ακυρώνονται . Τα έξοδα της Αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] T.S.B. Private Bank International S.A. v. Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231 [2] Παράγραφος 2 του προοιμίου. [3] Παρόμοια πρόνοια υπάρχει και στη Συνθήκη των Βρυξελλών, άρθρο
  3. [4] [1999] QB 1225 [5] Βλέπετε παραγράφους 51, 52 και 53 της απόφασης. [6] 4η έκδοση, σελ. 132 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.