RCB Bank Limited ν. Αθλητικός Σύλλογος «Ομόνοια» Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 2411/2013, 21/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A294 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2411/2013 Μεταξύ: Russian Commercial Bank (Cyprus) Ltd Εναγόντων και
- Αθλητικός Σύλλογος «Ομόνοια» Λευκωσίας κ.ά. Εναγομένων ----------------- Και όπως τροποποιήθηκε, δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.2.2014: Μεταξύ: RCB Bank Limited Εναγόντων και
- Αθλητικός Σύλλογος «Ομόνοια» Λευκωσίας κ.ά. Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 5 Μαρτίου 2015 για Τροποποίηση Ενδιάμεσου Διατάγματος 21 Ιουλίου,
- Για τους Αιτητές: κ. Χ. Βελάρης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ρ. Ιάσονος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €2.157.333,33, δυνάμει σύμβασης δανείου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις των εναγομένων 1 προς τους ενάγοντες μέχρι το ποσό των €2.000.000.000, πλέον τόκους, έξοδα και επιβαρύνσεις. Την 30.5.2014 οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, διάταγμα που να εμποδίζει τον εναγόμενο 2 από το να επιβαρύνει και/ή αποξενώσει μεγάλο αριθμό ακινήτων, σύνολο
- Ζητούσαν επίσης διάταγμα που να τον εμποδίζει να αποξενώσει και/ή αποσύρει από τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρεί στην Κύπρο «. ποσό έτσι ώστε το σύνολο των κεφαλαίων που θα βρίσκεται κατατεθειμένο σε πίστη του και/ή θα είναι στη διάθεσή του ανά πάσα στιγμή να μην είναι μικρότερο του ποσού των €2.157.33,33 πλέον τόκους προς 10% επ΄ αυτού από 18.1.2013 ετησίως, μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Ζητούσαν, περαιτέρω, όπως ο εναγόμενος 2 αποκαλύψει σε αυτούς όλα τα περιουσιακά του στοιχεία που βρίσκονται στην Κύπρο, ως επίσης και λεπτομέρειες των τραπεζικών του λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένων και τραπεζικών καταστάσεων. Τα πιο πάνω διατάγματα εκδόθηκαν εκ συμφώνου την 21.11.
- Με την υπό κρίση Αίτηση ο εναγόμενος 2, Καθ΄ ου η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, ζητά διάταγμα τροποποίησης του πιο πάνω ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε εκ συμφώνου, την 21.11.2014, «ούτως ώστε το ποσό των €1.231,71 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που αντιστοιχεί στη μηνιαία σύνταξη γήρατος του Αιτητή, να εξαιρείται από την υποχρέωση συμμόρφωσης αναδρομικά από το Δεκέμβριο του 2014». Διαζευκτικά, ζητούν διάταγμα «με το οποίο να επιτρέπει στον Εναγόμενο 2 - Αιτητή να λαμβάνει το ποσό των €1231,71 μηνιαίως ή οποιοδήποτε ποσό αντιστοιχεί στην μηνιαία σύνταξη γήρατος του, που καταβάλλεται στον λογαριασμό υπ΄ αρ. 019312005770 της Τράπεζας Κύπρου και/ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό ήθελε διατάξει το Δικαστήριο να καταβάλλεται η ως άνω σύνταξη, ανεξαρτήτως του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 21.11.2015 και αναδρομικά από τον Δεκέμβριο του 2014». Η Αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29, 30, 31 και 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48 Καν. 1, 2, 3, 8, 9, στο δίκαιο της επιείκειας και στη σχετική νομολογία και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του ιδίου του Αιτητή. Ο Αιτητής αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι στο λογαριασμό που διατηρεί στην Τράπεζα Κύπρου, υπ΄ αρ. 019312005770, καταβάλλεται η μηνιαία σύνταξη που λαμβάνει από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων και η οποία ανέρχεται περίπου στο ποσό των €1.231,71 μηνιαίως. Κατά την έκδοση του ενδιάμεσου διατάγματος δεν έγινε καμία πρόνοια για την εξαίρεση κάποιου ποσού από τα ποσά που θα παρέμεναν παγοποιημένα, για να είναι σε θέση να καλύπτει τα αναγκαία έξοδα διαβίωσής του. Ως εκ τούτου, βρίσκεται στη δυσχερή θέση να μην έχει πρόσβαση σε κανένα πόρο, με δυσάρεστες συνέπειες στο επίπεδο ζωής του και στις υπόλοιπες βασικές του υποχρεώσεις, καθώς η μηνιαία σύνταξη που λαμβάνει από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι το μοναδικό του εισόδημα. Μετά τη συμμόρφωση με την αποκάλυψη των περιουσιακών του στοιχείων, οι δικηγόροι του επικοινώνησαν με τους δικηγόρους των εναγόντων, υποδεικνύοντάς τους την απουσία πρόνοιας για τα αναγκαία έξοδα διαβίωσής του. Πρότειναν, διά επιστολής τους ημερομηνίας 20.2.2015 το άνοιγμα λογαριασμού στο όνομά τους για να καταβάλλεται η σύνταξη εκεί και δήλωσαν την ετοιμότητά τους να παράσχουν και επιπρόσθετες ασφαλιστικές δικλείδες. Η πρότασή τους απορρίφθηκε από τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες, Καθ΄ ων η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Εύας Σιαμμά. Εισηγούνται ότι ο Αιτητής δεν έχει προβάλει οποιαδήποτε εύλογη αιτία η οποία θα δικαιολογούσε την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Δεν έχει αποδείξει ότι ευρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση και ότι η σύνταξη που λαμβάνει από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων είναι το μοναδικό του εισόδημα. Μετά την έκδοση του διατάγματος, την 21.11.2014, δεν υπήρξε οποιαδήποτε αλλαγή, ώστε να δικαιολογείται η τροποποίησή του. Τυχόν τροποποίηση του διατάγματος θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά, καθότι η σύνταξή του είναι η μοναδική πίστωση του λογαριασμού που διατηρεί στην Τράπεζα Κύπρου με αρ.
- Τέλος, η ομνύουσα εισηγείται ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιτρέψει την τροποποίηση του διατάγματος. Απόφαση ή διάταγμα που εκδόθηκε εκ συμφώνου μπορεί να παραμεριστεί με τη σύμφωνο γνώμη των δύο μερών. Σε περίπτωση που τα μέρη δεν συμφωνούν, τότε θα πρέπει να κινηθεί νέα αγωγή, εκτός αν πρόκειται για ενδιάμεσο διάταγμα. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England[1], κάτω από τον τίτλο «Setting aside a consent judgment": «. Unless all the parties agree, a consent order, when entered, can only be set aside by a fresh action, and an application cannot be made to the court of first instance in the original action to set aside the judgment or order except, apparently in the case of an interlocutory order ." Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως φαίνεται και από το πρακτικό του Δικαστηρίου, το επίδικο διάταγμα θα ισχύει μέχρι την εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, δίδει εξουσία στο Δικαστήριο, «. καθ΄ οιονδήποτε χρόνον, επί αποδείξει ευλόγου αιτίας, να ακυρώσει ή να τροποποιήσει οιονδήποτε τοιούτον διάταγμα». Κατά πόσο υπάρχει ή όχι εύλογος αιτία, θα εξαρτηθεί από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην Αγγλική απόφαση Chanel Ltd v. F.W. Woolworth & Co Ltd and others[2], το Εφετείο τόνισε ότι για να παραμεριστεί ή τροποποιηθεί κάποιο διάταγμα, θα πρέπει να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία που θα δικαιολογούσαν τον παραμερισμό της συμφωνίας. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα[3]: «. I shall assume in the plaintiffs' favour as I think is probably the case, that the consent order has contractual force as between the parties. Nevertheless, it was a term of that contract that the undertaking should only bind the defendants until judgment or further order in the meantime. In my judgment an order or an undertaking to the court expressed to be until further order by implication gives a right to the party bound by the order or undertaking to apply to the court to have the order or undertaking discharged or modified if good grounds for doing so are shown. Such an application is not an application to set aside or modify any contract implicit in the order or undertaking. It is an application in accordance with such contract, being an exercise of a right reserved by the contract to the party bound by the terms of the order or undertaking. .................................... Even in interlocutory matters a party cannot fight over again a battle which has already been fought unless there has been some significant change of circumstances, or the party has become aware of facts which he could not reasonably have known, or found out, in time for the first encounter. The fact that he capitulated at the first encounter cannot improve a party's position". Στην υπόθεση B(GC) v. B(BA)[4] το Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση διατάγματος, βασιζόμενο στο γεγονός ότι ο σύζυγος-αιτητής είχε κάνει λάθος ως προς τα εισοδήματά του και το ποσό του φόρου εισοδήματος που ήταν υποχρεωμένος να καταβάλει. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα[5]: «I accordingly hold that the court is not precluded from entertaining the husband's application to vary these orders on the ground that they were based on a mistake as to his means and a mistake as to the amount of his liability to income tax. Had I been obliged to hold otherwise, a serious injustice would have been done to him, the effects of which would or might persist in all future assessments as to his liability for maintenance. ................................... Having held that there is power to entertain an application to vary a consent order on the ground of mistake, I have now to consider whether the court ought to exercise the power in this case. In my judgment, the court ought not readily to accede to any such application, since to do so might seriously undermine the value of such orders and so discourage parties from agreeing on them. On the other hand, if the court were to decline to intervene where an injustice appears to have been inflicted, it might equally discourage parties from resolving their differences in this way. Moreover, if a mistake in consenting to such an order were to have the onerous effects on solicitors acting for the parties as has been suggested in this case, it might seriously deter solicitors from entering into consent orders on behalf of their clients, and lead to a situation where solicitors acting in such cases might well decline, for their own protection, to adopt this useful and convenient way for settling questions of maintenance. It therefore follows that the onus must be on the party seeking to vary the consent order to satisfy the court: first, that a mistake was made in consenting the order; and secondly, that such mistake has resulted in an order which is clearly and substantially different from the order which would probably have been made in the absence of mistake". Η υπό κρίση υπόθεση, ως αναφέρω και στην αρχή της απόφασής μου, αφορά δάνειο του εναγομένου 1, τις υποχρεώσεις του οποίου εγγυήθηκε ο εναγόμενος 2-Αιτητής. Η σύνταξη γήρατος του εναγομένου 2 και ή κατά πόσο αυτός είχε επαρκείς πόρους για να συντηρηθεί, δεν αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης κατά την εξέταση της αίτησης και κατά την έκδοση του επιδίκου ενδιαμέσου διατάγματος, ούτε προβλημάτισε τα εμπλεκόμενα μέρη. Το θέμα προέκυψε εκ των υστέρων, όταν έγινε αντιληπτό ότι με τη δέσμευση όλων των τραπεζικών λογαριασμών, συμπεριλαμβανομένου και του λογαριασμού 019312005770 της Τράπεζας Κύπρου, είχε δεσμευτεί και η σύνταξη γήρατος που λαμβάνει από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Προφανώς διέλαθε της προσοχής του εναγομένου 2-Αιτητή ότι με την έκδοση του διατάγματος, που ήταν διατυπωμένο με πολύ γενικό τρόπο, θα επηρεαζόταν και η σύνταξή γήρατός του. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όταν εκδίδεται διάταγμα δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων κάποιου προσώπου, πρέπει να γίνεται ταυτόχρονα και πρόνοια ώστε να παρέχονται σ΄ αυτόν ικανοποιητικοί πόροι για τη διαβίωση. Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Commercial Injunction[6], στο οποίο μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος εκπρόσωπος του Αιτητή. «(i) Mareva relief and living expenses Mareva relief granted against an individual defendant must always make suitable provision for the defendant to pay his ordinary living expenses, unless there is reason to believe that he has other assets to which the injunction does not apply and which would be available for that purpose. This is so even in the context of relief granted or continues post-judgment. The same principles apply to whether frozen funds are to be used to pay living expenses as apply to permitting payment out of frozen funds for legal costs incurred in the defence of the case (see above)." Στην υπό κρίση υπόθεση η σύνταξη γήρατος του Αιτητή είναι, σύμφωνα και με την ένορκη δήλωσή του και ο μοναδικός οικονομικός του πόρος. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 [59(Ι)/2010], οποιαδήποτε εκχώρηση ή επιβάρυνση παροχής είναι άκυρη. Παραθέτω το σχετικό άρθρο αυτούσιο: «67.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι άκυρη η εκχώρηση ή επιβάρυνση παροχής, όπως και κάθε συμφωνία για εκχώρηση ή επιβάρυνσή της και σε περίπτωση πτώχευσης δικαιούχου παροχής η παροχή δεν περιέρχεται στο σύνδικο της πτώχευσης ή σ΄ οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ενεργεί για λογαριασμό των πιστωτών του δικαιούχου.
(2)Καμία παροχή δεν υπόκειται σε κατάσχεση με βάση τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται». Η σύνταξη γήρατος αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ιδίου Νόμου, παροχή και συνεπώς δεν επιτρέπεται η δέσμευση, εκχώρηση ή επιβάρυνσή της. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι το δικαίωμα του εναγομένου 2-Αιτητή να λαμβάνει τη σύνταξη γήρατος είναι δικαίωμα αναπαλλοτρίωτο και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε η παροχή αυτή να δεσμευτεί ή να επιβαρυνθεί. Πέραν όμως των πιο πάνω, που είναι καταληκτικά για την απόφασή μου, θα ήθελα να παρατηρήσω ότι η σύνταξη γήρατος δεν είναι η μόνη εξασφάλιση των εναγόντων-Καθ΄ ων η Αίτηση, θέση που προωθήθηκε από τους τελευταίους. Υπενθυμίζω ότι στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 30.5.2014 εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, και διάταγμα δέσμευσης μεγάλου αριθμού ακινήτων, ιδιοκτησία του εναγομένου 2-Αιτητή. Επισημαίνω επίσης ότι ο τελευταίος συμμορφώθηκε με το διάταγμα αποκάλυψης που εκδόθηκε εναντίον του και παρουσίασε στην άλλη πλευρά όλα τα στοιχεία που είχαν ζητηθεί από αυτόν. Παρενθετικά αναφέρω, σε απάντηση των ό,σων προβάλλονται στην ένσταση, ότι στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, ο εναγόμενος 2 καμία υποχρέωση είχε να προβεί σε ανάλυση των τραπεζικών του καταστάσεων, ή να παραθέσει με κάθε λεπτομέρεια τις ανάγκες του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για τροποποίηση του διατάγματος ημερομηνίας 21.11.
- Το διάταγμα, και συγκεκριμένα η παράγραφος Β, τροποποιείται δια της προσθήκης της πιο κάτω πρόνοιας: «Ο εναγόμενος 2 δικαιούται όπως αποσύρει από το λογαριασμό 019312005770, που διατηρεί στην Τράπεζα Κύπρου, το ποσό των €1.231,71, ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που αντιστοιχεί στη σύνταξη γήρατος που λαμβάνει από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων». Σε σχέση με τα έξοδα, παρά το γεγονός ότι η συνήθης πρακτική είναι αυτά να ακολουθούν το αποτέλεσμα, αφού έλαβα υπόψη τη φύση της Αίτησης, θεωρώ σκόπιμο όπως επιδικάσω υπέρ του εναγομένου 2-Αιτητή μόνο τα έξοδα ακρόασης της Αίτησης. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] Τρίτη Έκδοση, Τόμος 22, παράγρ. 1673 [2] [1981] 1 All E.R. 745 [3] (Buckley Ltd) σελ.
- [4] [1970] 1 All E.R. 913 [5] Σελ. 916, 917 [6] Steven Gee, QC, έκδοση 2004, 635, 636 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο