← Κύπρος

Mobko Ltd κ.α. ν. Aircompany "Khors" Ltd, Αρ. Αγωγής: 4303/2013, 30/7/2015

Mobko Ltd κ.α. ν. Aircompany "Khors" Ltd, Αρ. Αγωγής: 4303/2013, 30/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A302 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4303/2013 Μεταξύ: 1. Mobko Ltd 2. LLC "System Technology Company - Investments" Εναγουσών v. Aircompany "Khors" Ltd Εναγομένης Αίτηση ημ. 18 Ιουλίου 2014 για παραμερισμό επίδοσης κλητηρίου εντάλματος, διαταγμάτων και αιτήσεων Ημερομηνία: 30 Ιουλίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη - Αιτήτρια: κ. Χ. Κληρίδης και κα Σ. Χατζηστεφάνου για Χριστόδουλος Βασιλειάδης και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τις Ενάγουσες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Ξ. Ξενοφώντος για Nasos Α. Kyriakides & Partners LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση (εφεξής «η Αίτηση») η εναγομένη ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και ή ακυρώνεται η επίδοση προς αυτή των ακόλουθων εγγράφων: α) της μονομερούς Γενικής Αίτησης αρ. 1358/13 ημ. 3.7.13, β) του διατάγματος ημ. 3.7.13 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος βάσει της πιο πάνω μονομερούς Γενικής Αίτησης αρ. 1358/13, γ) του κλητηρίου εντάλματος και ή της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος, δ) της αίτησης ημ. 4.7.13 για προσωρινό διάταγμα, ε) του προσωρινού ενδιάμεσου διατάγματος ημ. 4.7.13, στ) της αίτησης ημ. 5.7.13 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ζ) του διατάγματος ημ. 5.7.13 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος, της αίτησης ημ. 4.7.13 και του διατάγματος ημ. 4.7.13, διά μέσου των αρμοδίων αρχών, ήτοι του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, και σύμφωνα με τη διαδικασία που προνοείται στη Συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα, η) της αίτησης ημ. 9.1.14 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, και θ) του διατάγματος ημ. 9.1.14 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της αίτησης ημ. 3.7.13 (η αναφορά στο έτος «14» είναι προφανώς τυπογραφικό λάθος) στη Γενική Αίτηση 1358/13, του διατάγματος ημ. 3.7.13 για σφράγιση, της αίτησης ημ. 5.7.13 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της αίτησης ημ. 4.7.13 για έκδοση προσωρινού διατάγματος και του εγγυητήριου που υπογράφηκε σχετικά με το προσωρινό διάταγμα ημ. 4.7.13, σύμφωνα με τη διαδικασία που προνοείται στη Συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι η εναγομένη είχε καταχωρίσει προγενέστερη αίτηση ημ. 15.11.13 με την οποία ζητείτο, μεταξύ άλλων, ο παραμερισμός της επίδοσης του διατάγματος ημ. 3.7.13 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, του προσωρινού διατάγματος ημ. 4.7.13 και του διατάγματος ημ. 5.7.13 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε άνευ βλάβης στις 20.1.14. Όσον αφορά την αγωγή, διαπιστώνεται με βάση το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου, ότι οι ενάγουσες αξιώνουν Δήλωση ότι η ενάγουσα 2 είναι η αποκλειστική νόμιμη ιδιοκτήτρια του αεροσκάφους McDonnell Douglas DC 9-82 και Διάταγμα για την παράδοση αυτού από την εναγομένη προς την ενάγουσα 2. Περαιτέρω και ή διαζευκτικά η ενάγουσα 2 αξιώνει οφειλόμενα ενοίκια δυνάμει της συμφωνίας ημ. 1.9.07 με τίτλο «Aircraft Operation Lease Agreement 010907-CBN» μεταξύ της ενάγουσας 1 και της εναγομένης, καθώς επίσης και αποζημιώσεις για τα έξοδα αποκατάστασης του αεροσκάφους και για παράβαση της εν λόγω συμφωνίας. Διαζευκτικά η ενάγουσα 2 αξιώνει, σε περίπτωση τερματισμού από την ίδια της συμφωνίας ημ. 23.8.12 μεταξύ της και της ενάγουσας 1, την αγορά από την ενάγουσα 2 του εν λόγω αεροσκάφους. Η Αίτηση βασίζεται σε διάφορες διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, σε άρθρα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, και του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη νομολογία, στο κοινοδίκαιο, στις συμφυείς εξουσίες και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χρήστου Τρύφωνος, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγομένη. Σε αυτή ουσιαστικά προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι για τους οποίους ζητείται ο παραμερισμός των προαναφερομένων επιδόσεων:
  2. i)Δεν έγινε επίδοση της αίτησης ημ. 4.7.13, κατά παράβαση του διατάγματος ημ. 5.7.13 το οποίο περιείχε πρόνοια για την επίδοση αυτής,
  3. ii)Δεν έγινε επίδοση του διατάγματος ημ. 4.7.13 ταυτόχρονα με την αίτηση ημ. 4.7.13, iii) Δεν έχει καταχωριστεί ένορκη δήλωση επίδοσης αναφορικά με την ισχυριζόμενη επίδοση που έγινε στις 11.10.13,
  4. iv)Η αίτηση ημ. 9.1.14 επιδόθηκε ενώ κάτι τέτοιο δεν προνοείτο στο διάταγμα ημ. 9.1.14,
  5. v)Στο διάταγμα ημ. 9.1.14 δεν ορίστηκε χρόνος εντός του οποίου η εναγομένη δύναται να εμφανιστεί, κάτι το οποίο ούτε ζητήθηκε στην εν λόγω αίτηση, κατά παράβαση των προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και
  6. vi)Οι επιδόσεις με βάση τόσο το διάταγμα ημ. 5.7.13 όσο και το διάταγμα ημ. 9.1.14 έγιναν κατά παράβαση των εν λόγω διαταγμάτων, καθότι αυτά προνοούσαν για επίδοση με βάση τη Συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα, ενώ οι επιδόσεις έγιναν με βάση τη Σύμβαση της Χάγης. Επικαλούμενος τους πιο πάνω λόγους ο κ. Τρύφωνος ισχυρίζεται ότι οι επιδόσεις είναι μη νομότυπες και άκυρες και κατά συνέπεια αυτές πρέπει να παραμεριστούν. Είναι επίσης ισχυρισμός του ότι εν όψει του ότι το προσωρινό διάταγμα ημ. 4.7.13 βρίσκεται σε ισχύ για πέραν του ενός έτους χωρίς να έχει γίνει νομότυπη επίδοση του, αυτό θα πρέπει να παραμεριστεί. Ο κ. Τρύφωνος αναφέρει περαιτέρω ότι, εφόσον έχει παρέλθει πέραν του ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης του κλητηρίου εντάλματος χωρίς αυτό να επιδοθεί δεόντως, τότε αυτό έχει λήξει και επομένως οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσα αγωγής είναι άκυρο. Οι ενάγουσες - καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους: 1) Η Αίτηση είναι ανεπαρκής καθότι στη νομική της βάση δεν περιέχεται η Συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας για Νομική Συνεργασία σε Αστικά Θέματα (εφεξής «η Διακρατική Συμφωνία») και ο Ν.8(ΙΙΙ)/05(εφεξής «ο Κυρωτικός Νόμος»). 2) Η εναγομένη κωλύεται από του να εγείρει ζήτημα εσφαλμένης επίδοσης καθότι η Αίτηση υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα, και δεν δικαιούται να υποβάλει Αίτηση τόσο καθυστερημένα βάσει της Δ.16 Θ.9, 3) Δεν καταδεικνύεται στην Αίτηση οποιαδήποτε παραβίαση της Διακρατικής Συμφωνίας ή του Κυρωτικού Νόμου. Η επίδοση έγινε με βάση το έντυπο που χρησιμοποιείται για επιδόσεις δυνάμει της Σύμβασης της Χάγης, καθότι η Διακρατική Συμφωνία και ο Κυρωτικός Νόμος δεν προβλέπουν τη χρήση συγκεκριμένου εντύπου. Αυτό δεν αναιρεί τη συμμόρφωση με όλες τις προϋποθέσεις της Διακρατικής Συμφωνίας και του Κυρωτικού Νόμου, οι οποίες έχουν ικανοποιηθεί στην υπό κρίση περίπτωση, 4) Οι Ουκρανικές αρχές εκτέλεσαν το αίτημα για επίδοση και τυχόν εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Διακρατική Συμφωνία έχει παραβιαστεί επεμβαίνει στην κυριαρχία ετέρου κράτους, ήτοι της Ουκρανίας, 5) Η πρώτη επίδοση επιβεβαιώνεται από ένορκη δήλωση και η δεύτερη επίδοση από αρμόδια υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, 6) Η εναγομένη δεν υπέστη οποιονδήποτε επηρεασμό από την επίδοση, οι δικηγόροι της οποίας εμφανίζονται κανονικά και έχουν πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα, 7) Η Αίτηση είναι πραγματικά και νομικά ανυπόστατη, 8) Η Αίτηση είναι καταχρηστική, 9) Τυχόν παραμερισμός της επίδοσης συνιστά παραβίαση του δικαιώματος των εναγουσών για πρόσβαση στη δικαιοσύνη, κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθότι θα τους στερηθούν τα ουσιαστικά δικαιώματα τους στα πλαίσια της διαδικασίας για καθαρά τυπικούς λόγους, και 10) Οποιεσδήποτε διαφορές προκύπτουν από την εφαρμογή του Κυρωτικού Νόμου διευθετούνται μέσω διαπραγματεύσεων μεταξύ Κύπρου και Ουκρανίας και δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικών ευρημάτων σε διαδικασίες μεταξύ ιδιωτών. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Καρολίνας Ζουρμπάνου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τις ενάγουσες. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης και απαντά σε κάποιους ισχυρισμούς του κ. Τρύφωνος. Ειδικότερα η κα Ζουρμπάνου αναφέρει: i. Οι ενάγουσες είχαν υποχρέωση να επιδώσουν την αίτηση ημ. 9.1.14 μαζί με το διάταγμα δυνάμει των προνοιών της Δ.48 Θ.13, χωρίς να ήταν αναγκαίο να διαταχθεί από το Δικαστήριο, ii. Δεν υπήρχε υποχρέωση επίδοσης του διατάγματος ημ. 4.7.13 μαζί με την αίτηση της ίδιας ημερομηνίας, πλην όμως αυτό επιδόθηκε εφόσον ήταν επισυνημμένο στην αίτηση ημ. 9.1.14 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, iii. Δεν απαιτείτο από τους Θεσμούς ο καθορισμός στο διάταγμα ημ. 9.1.14 του χρόνου εντός του οποίου η εναγομένη δικαιούτο να καταχωρίσει εμφάνιση καθότι επρόκειτο για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας συγκεκριμένων εγγράφων τα οποία λόγω παρατυπίας δεν επισυνάφθηκαν κατά την προηγούμενη επίδοση, iv. Η κα Ζουρμπάνου προέβη σε ένορκη δήλωση ημ. 26.2.14 με την οποία επιβεβαιώνει την επίδοση που έγινε στις 11.10.13. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη με γραπτές αγορεύσεις στις οποίες οι δικηγόροι ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Ειδική αναφορά στις εισηγήσεις των δύο πλευρών θα γίνει στο κατάλληλο σημείο, όπου κρίνεται αναγκαίο, κατά την εξέταση του κάθε θέματος ξεχωριστά. Ι. Κώλυμα αμφισβήτησης επίδοσης - Καθυστέρηση Ο δικηγόρος των εναγουσών εισηγήθηκε ότι η εναγομένη εμφανίστηκε στη διαδικασία, είτε μέσω των δικηγόρων της είτε μέσω εκπροσώπων της από το εξωτερικό, πολλές φορές και έλαβε διάφορα δικονομικά διαβήματα, όπως καταχώριση της πρώτης αίτησης για παραμερισμό της επίδοσης, υποβολή προφορικού αιτήματος για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος και καταχώριση αίτησης Certiorari, και προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης αφότου είχε λάβει επίδοση όλων των εγγράφων. Ήταν η θέση του κ. Ξενοφώντος ότι με την πιο πάνω συμπεριφορά της η εναγομένη ουσιαστικά αποδέχθηκε τόσο τις επιδόσεις όσο και τη διαδικασία του Δικαστηρίου και εμφανίζετο άνευ όρων. Επιπλέον ισχυρίστηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.16 Θ.9 εμποδίζουν την εναγομένη από του να αιτείται τον παραμερισμό των επιδόσεων τόσο καθυστερημένα. Τέτοια αίτηση, κατά την άποψη του, έπρεπε να είχε καταχωριστεί το αργότερο λίγες μέρες μετά την πρώτη επίδοση και όχι ένα χρόνο αργότερα. Στη δική του αγόρευση ο δικηγόρος της εναγομένης επικαλέστηκε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.16 Θ.9 εφόσον η εναγομένη, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και την πρώτη αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης εντός της καθορισμένης από το Δικαστήριο προθεσμίας. Ανέφερε ότι μόλις η εναγομένη πληροφορήθηκε για την καταχώριση νέας αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και την εξασφάλιση σχετικού διατάγματος, έκρινε ότι η πρώτη αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου και την απέσυρε άνευ βλάβης, οπότε προχώρησε στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης εντός της προθεσμίας η οποία είχε παραταθεί για τον σκοπό αυτό από το Δικαστήριο. Για σκοπούς αξιολόγησης των πιο πάνω θέσεων των δύο πλευρών, κρίνεται σκόπιμη η παράθεση του ιστορικού της διαδικασίας στην παρούσα αγωγή, όπως αυτή προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου και έχει ως εξής: 1. Στις 4.7.13 οι ενάγουσες καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, κατόπιν εξασφάλισης διατάγματος σφράγισης του ημ. 3.7.13 στα πλαίσια της μονομερούς Γενικής Αίτησης αρ. 1358/13. 2. Την ίδια μέρα οι ενάγουσες καταχώρισαν επίσης μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκαν προσωρινά ενδιάμεσα διατάγματα (επειδή εκδόθηκαν δύο ξεχωριστά διατάγματα θα καλούνται εφεξής «τα προσωρινά διατάγματα») ενώ μέρος της αίτησης παρέμεινε για επίδοση. 3. Στις 5.7.13 οι ενάγουσες καταχώρισαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος, της μονομερούς αίτησης και των προσωρινών διαταγμάτων ημ. 4.7.13. 4. Στις επόμενες δικασίμους ζητήθηκε επανειλημμένως χρόνος από τις ενάγουσες για να γίνει η πιο πάνω επίδοση (11.7.13, 26.7.13, 11.9.13 και 11.10.13). 5. Στις 11.10.13, στην παρουσία δικηγόρου για την εναγομένη η οποία (δικηγόρος) παρακολουθούσε τη διαδικασία, δόθηκε περαιτέρω χρόνος για επίδοση μέχρι τις 11.11.13. 6. Στις 24.10.13 η εναγομένη καταχώρισε μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας δόθηκε Άδεια του Δικαστηρίου για καταχώριση εμφάνισης της υπό διαμαρτυρία και αίτησης για απόρριψη της αγωγής και ή παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και ή της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, των προσωρινών διαταγμάτων και του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Το σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία καταχωρίστηκε αυθημερόν. 7. Στις 11.11.13 δηλώθηκε από την πλευρά των εναγουσών ότι είχε γίνει η επίδοση και ζητήθηκε χρόνος για να παρουσιαστούν τα σχετικά έγγραφα, ενώ για πρώτη φορά εμφανίστηκε δικηγόρος για την εναγομένη και ζήτησε χρόνο για να καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού της επίδοσης όλων των εγγράφων. 8. Στις 15.11.13 η εναγομένη καταχώρισε την πρώτη αίτηση για παραμερισμό της οποίας το Δικαστήριο επιλήφθηκε στις 27.11.13, και όρισε αυτή όπως και την αίτηση ημ. 4.7.13 για οδηγίες στις 16.12.13 και ακολούθως στις 20.1.14. 9. Στις 9.1.14 οι ενάγουσες καταχώρισαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της αίτησης και του διατάγματος ημ. 3.7.13 για σφράγιση, της αίτησης ημ. 5.7.13 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της αίτησης 4.7.13 για έκδοση προσωρινού διατάγματος και του εγγυητήριου που υπογράφηκε σχετικά με το προσωρινό διάταγμα ημ. 4.7.13. 10. Στις 20.1.14, στα πλαίσια της αίτησης ημ. 4.7.13, ο δικηγόρος της εναγομένης εμφανίστηκε με επιφύλαξη αναφορικά με το θέμα της επίδοσης και ζήτησε από το Δικαστήριο την ακύρωση των προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα και όρισε την αίτηση εκ νέου για οδηγίες στις 6.3.14. 11. Στις 20.1.14 επίσης ο δικηγόρος της εναγομένης δήλωσε ότι την ίδια μέρα ενημερώθηκε από την αντίδικο του για την έκδοση του διατάγματος ημ. 9.1.14 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και έτσι ζήτησε άδεια για απόσυρση της αίτησης ημ. 15.11.13 άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του για καταχώριση νέας, αίτημα στο οποίο η άλλη πλευρά δεν έφερε ένσταση. Επομένως, η αίτηση ημ. 15.11.13 αποσύρθηκε άνευ βλάβης. 12. Στον φάκελο του Δικαστηρίου βρίσκεται καταχωρημένη ένορκη δήλωση της κας Ζουρμπάνου ημ. 26.2.14 στην οποία ισχυρίζεται ότι έγινε επίδοση των εγγράφων στην εναγομένη στις 15.10.13. 13. Στις 6.3.14 ο δικηγόρος της εναγομένης εμφανίστηκε με επιφύλαξη αναφορικά με το θέμα της επίδοσης. Ο δικηγόρος των εναγουσών δήλωσε ότι είχε καταχωριστεί η ένορκη δήλωση της επίδοσης δυνάμει του διατάγματος ημ. 5.7.13 και δόθηκε χρόνος για να γίνει και η επίδοση δυνάμει του διατάγματος ημ. 9.1.14. 14. Στις 5.5.14 και πάλι ο δικηγόρος της εναγομένης εμφανίστηκε με επιφύλαξη αναφορικά με το θέμα της επίδοσης και ανέφερε ότι η εναγομένη παρέλαβε διάφορα έγγραφα όμως ο ίδιος δεν έτυχε ενημέρωσης από αυτήν. Ο δικηγόρος των εναγουσών ζήτησε χρόνο για να προσκομιστεί το πρωτότυπο έγγραφο της επίδοσης, ο οποίος και δόθηκε. 15. Στις 16.5.14, δυνάμει μονομερούς αίτησης ημ. 14.5.14, το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διάταγμα για την παράταση της προβλεπόμενης στο διάταγμα ημ. 24.10.13 προθεσμίας για την καταχώριση αίτησης παραμερισμού της επίδοσης για 40 μέρες. 16. Στις 12.6.14 ο δικηγόρος των εναγουσών ανέφερε ότι η ένορκη δήλωση της δεύτερης επίδοσης καταχωρίστηκε την προηγούμενη, και έτσι ο δικηγόρος της εναγομένης ζήτησε χρόνο να τη μελετήσει για να καταχωρίσει την αίτηση παραμερισμού της επίδοσης. 17. Την 1.7.14, δυνάμει μονομερούς αίτησης το Δικαστήριο παρέτεινε εκ νέου την προθεσμία για την καταχώριση αίτησης παραμερισμού της επίδοσης για 25 μέρες. 18. Στις 8.7.14 οι ενάγουσες καταχώρισαν αίτηση παρακοής των προσωρινών διαταγμάτων. 19. Στις 9.7.14 ο δικηγόρος της εναγομένης εμφανίστηκε με επιφύλαξη αναφορικά με το θέμα της επίδοσης. Η αίτηση ημ. 4.7.13 ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες στις 22.9.14 και δόθηκαν περαιτέρω οδηγίες από το Δικαστήριο για την καταχώριση στο μεταξύ αίτησης για παραμερισμό της επίδοσης. 20. Στις 18.7.14 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση. 21. Ακολούθησε κάποιο διάστημα κατά το οποίο οι αιτήσεις ημ. 4.7.13, 8.7.14 και 18.7.14 ορίζονταν για οδηγίες. 22. Στις 3.11.14 καταχωρίστηκε αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Οι αιτήσεις ημ. 4.7.13, 18.7.14 και 3.11.14 συνέχισαν να ορίζονται για οδηγίες μέχρι και τον ορισμό της παρούσας για ακρόαση. 23. Εν τω μεταξύ, στις 19.12.14 η αίτηση παρακοής αποσύρθηκε. 24. Στον φάκελο του Δικαστηρίου βρίσκεται επίσης ένορκη δήλωση της κας Ζουρμπάνου ημ. 5.6.14 (η οποία καταχωρίστηκε στις 11.6.14) στην οποία ισχυρίζεται ότι έγινε επίδοση των εγγράφων στην εναγομένη στις 15.4.14. Είναι προφανές από το πιο πάνω ιστορικό ότι η εναγομένη εξασφάλισε Άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρίσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και αίτηση για απόρριψη της αγωγής και για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης. Ακολούθως προχώρησε στην καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και της εν λόγω αίτησης ημ. 15.11.13 εντός της καθορισμένης από το Δικαστήριο προθεσμίας. Αυτή η διαδικασία είναι καθόλα επιτρεπτή και νομότυπη και συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.16 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd

(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2064, η Δ.16 Θ.9 «προβλέπει πως ο εναγόμενος δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να έχει διαταγή του δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος». Κατόπιν παραπομπής στις υποθέσεις Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 Α.Α.Δ. 1090, λέχθηκε περαιτέρω ότι «ο δεύτερος τρόπος, για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος, είναι η ταυτόχρονη καταχώριση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης». Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη επέλεξε και ακολούθησε ορθώς τον δεύτερο τρόπο. Με αυτά τα δεδομένα η εναγομένη ουδόλως αποδέχθηκε είτε τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων είτε την επίδοση. Η αίτηση ημ. 15.11.13 αποσύρθηκε άνευ βλάβης των δικαιωμάτων της εναγομένης κατόπιν σχετικής άδειας του Δικαστηρίου. Αυτό δεν δημιουργεί οποιοδήποτε κώλυμα στην εναγομένη ως προς το δικαίωμα καταχώρισης νέας τέτοιας αίτησης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Eλενίτσα Α. Κωνσταντινίδη v. Nur Habib Hissin
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1140 και Πατσαλίδης v. Σπύρου
(2006)1(Α) Α.Α.Δ.
  1. Η μετέπειτα εξέλιξη της διαδικασίας μέχρι και την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης καταδεικνύει ότι σε κάθε δικάσιμο, η εμφάνιση εκ μέρους της εναγομένης γινόταν με επιφύλαξη όσον αφορά την επίδοση. Αυτό διαπιστώνεται από την καταχώριση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, τη συνεχή αμφισβήτηση της επίδοσης από τον δικηγόρο της εναγομένης και τη ρητή δήλωση του σε κάποιες δικασίμους ότι εμφανιζόταν με επιφύλαξη για το θέμα της επίδοσης. Ιδιαίτερα δε διαπιστώνεται από το ότι το Δικαστήριο μάλιστα έδινε οδηγίες για την καταχώριση αίτησης για παραμερισμό της επίδοσης και, κατόπιν μονομερών αιτήσεων της εναγομένης, παρέτεινε την προθεσμία καταχώρισης αυτής. Η Αίτηση καταχωρίστηκε εντός της καθορισμένης από το Δικαστήριο προθεσμίας, τόσο στη δικάσιμο 1.7.14 όσο και σε αυτήν της 9.7.
  2. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση του δικηγόρου των εναγουσών ότι η εναγομένη αποδέχθηκε με οποιονδήποτε τρόπο είτε τη διαδικασία είτε την επίδοση. Αντιθέτως, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι σε κάθε εμφάνιση της η εναγομένη διατηρούσε την επιφύλαξη και τα δικαιώματα της αναφορικά με το θέμα της επίδοσης, καθώς επίσης και άλλα θέματα, όπως η δικαιοδοσία και η ισχύς των προσωρινών διαταγμάτων. Ο λόγος ένστασης που αφορά την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης δεν βασίζεται στο ορθό πραγματικό υπόβαθρο. Τόσο η κα Ζουρμπάνου όσο και ο δικηγόρος των εναγουσών εκλαμβάνουν ως αφετηρία την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η πρώτη επίδοση. Διαλανθάνει την προσοχή της πλευράς των εναγουσών ότι ακολούθησε η καταχώριση δεύτερης αίτησης και η έκδοση δεύτερου διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημ. 9.1.
  3. Είναι εξ αφορμής αυτού του νέου διατάγματος για επίδοση που η πλευρά της εναγομένης απέσυρε την αίτηση ημ. 15.11.13, όπως ρητώς δήλωσε ο δικηγόρος της. Εν τω μεταξύ, και ενόσω αναμένετο η διενέργεια νέας επίδοσης, η εναγομένη είχε ήδη εξασφαλίσει παράταση για την καταχώριση αίτησης για παραμερισμό της επίδοσης. Με την επίτευξη της νέας επίδοσης, η πλευρά της εναγομένης ζήτησε και τής δόθηκε, δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, περαιτέρω παράταση για την καταχώριση της αίτησης. Υπήρξε δε πλήρης συμμόρφωση της εναγομένης με το διάταγμα του Δικαστηρίου καθότι αυτή καταχώρισε την υπό κρίση Αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Από το σύνολο των πιο πάνω γεγονότων, προκύπτει ότι η εναγομένη ενήργησε εξαρχής χωρίς καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για τον παραμερισμό της επίδοσης (εντός ενός μηνός) και μάλιστα προς πλήρη συμμόρφωση με διάταγμα του Δικαστηρίου. Η απόσυρση της πρώτης αίτησης οφείλεται εξ ολοκλήρου στην πλευρά των εναγουσών η οποία επιδίωξε νέα επίδοση, και θεωρώ απολύτως εύλογη τη στάση της εναγομένης να αναμένει και τη δεύτερη επίδοση για να λάβει τα δέοντα μέτρα αναφορικά με το θέμα αυτό συνολικά και όχι αποσπασματικά. Η εναγομένη δεν επέδειξε οποιαδήποτε αδράνεια ούτε και αδιαφορία, αλλά αντιθέτως, εν αναμονή της νέας επίδοσης, ζητούσε την έγκριση του Δικαστηρίου για παράταση του χρόνου στην καταχώριση νέας αίτησης, και ενεργούσε πάντοτε με βάση διάταγμα του Δικαστηρίου. Πέραν του ότι η εναγομένη συμμορφώνετο με τις οδηγίες του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι ο χρόνος θα πρέπει να προσμετρά μετά την ημερομηνία της δεύτερης επίδοσης και ειδικότερα μετά την καταχώριση της ένορκης δήλωσης στις 11.6.14, η οποία (ένορκη δήλωση) αποτελεί το μέσο απόδειξης της επίδοσης, αφού λογικό και αναμενόμενο ήταν να μελετηθεί και αυτή από την πλευρά της εναγομένης για σκοπούς καταχώρισης της παρούσας Αίτησης, όπως άλλωστε δήλωσε και ο δικηγόρος της. Ο ένας περίπου μήνας που μεσολάβησε από την καταχώριση της ένορκης δήλωσης μέχρι και την ημερομηνία καταχώρισης της υπό κρίση Αίτησης δεν κρίνεται τόσο μεγάλο διάστημα έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι η Αίτηση υποβλήθηκε με αδικαιολόγητη ή υπέρμετρη καθυστέρηση. Τα γεγονότα της υπόθεσης G.J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd (ανωτέρω), την οποία επικαλέστηκε ο δικηγόρος των εναγουσών προς υποστήριξη της θέσης του, διαχωρίζονται πλήρως από την προκειμένη περίπτωση. Στην εν λόγω υπόθεση η εφεσείουσα - εναγομένη καταχώρισε αίτηση για ακύρωση της επίδοσης της αγωγής για ισχυριζόμενη έλλειψη δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων εννέα μήνες μετά την καταχώριση υπό αίρεση σημειώματος εμφάνισης για το οποίο δεν είχε εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου. Το Εφετείο κατέληξε ότι η εφεσείουσα δεν χρησιμοποίησε οποιαδήποτε από τις δύο προαναφερόμενες διαδικασίες, τονίζοντας ότι τόσο η Δ.16 Θ.9 όσο και η νομολογία «αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο». Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση ότι με αυτά τα δεδομένα η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Στην παρούσα περίπτωση, πέραν του ότι έγιναν δύο επιδόσεις, η εναγομένη ακολούθησε τις ορθές διαδικασίες και ενήργησε άμεσα και σύμφωνα με διαταγές του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η εναγομένη ουδόλως κωλύετο από του να καταχωρίσει την υπό κρίση Αίτηση και ότι αυτή δεν έχει υποβληθεί καθυστερημένα. ΙΙ. Νομική βάση Αίτησης Αποτελεί λόγο ένστασης ότι η Αίτηση είναι ανεπαρκής καθότι δεν περιέχει στη νομική της βάση τη Διακρατική Σύμβαση και τον Κυρωτικό Νόμο. Ο δικηγόρος της εναγομένης ισχυρίστηκε ότι η συμπερίληψη αυτών στη νομική βάση δεν ήταν αναγκαία από τη στιγμή που οι επιδόσεις δεν έγιναν βάσει αυτών αλλά βάσει της Σύμβασης της Χάγης κατά παράβαση των διαταγμάτων του Δικαστηρίου. Η δικονομική πρόνοια που παρέχει την εξουσία στο Δικαστήριο για παραμερισμό της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας είναι η Δ.16 Θ.9, αναφορά στην οποία γίνεται ανωτέρω. Η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας διέπεται από τη Δ.6 και το άρθρο 3 του Κεφ.
  4. Αυτές είναι οι βασικές δικονομικές πρόνοιες που αφορούν και ρυθμίζουν το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας αλλά και τον παραμερισμό αυτής. Τονίζεται εδώ πως σύμφωνα με την υπόθεση Ans Secretaries Ltd v. Orianda Management FZ LLC κ.ά., Πολ. Έφ. 362/09, ημ. 3.7.14, οι πρόνοιες της Δ.6 Θ.1 δεν είναι καθόλου τυπικής μορφής αλλά «ουσιαστικότατες». Τόσο οι Δ.6 και 16 όσο και το άρθρο 3 του Κεφ. 6 περιλαμβάνονται στη νομική βάση της Αίτησης. Μάλιστα, ενώ γίνεται γενική παραπομπή στους Θεσμούς αλλά και στο Κεφ. 6, ακολουθεί ειδική αναφορά στη Δ.6 Θθ.1-9, τη Δ.16 Θθ.7-9 και στο άρθρο 3 του Κεφ.
  5. Επίσης η Αίτηση στηρίζεται στη Δ.5 και στη Δ.5Α οι οποίες αφορούν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και την υποκατάστατη επίδοση. Από τη στιγμή που οι προαναφερόμενες δικονομικές πρόνοιες περιλαμβάνονται στη νομική βάση της Αίτησης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ορθή και πλήρης, αφού αυτές είναι στην πραγματικότητα που παρέχουν το δικονομικό πλαίσιο καταχώρισης τέτοιας αίτησης. Τόσο ο λόγος ένστασης όσο και η σχετική εισήγηση του δικηγόρου των εναγουσών ότι στη νομική βάση της Αίτησης έπρεπε να περιλαμβάνεται η Διακρατική Συμφωνία δεν έχουν έρεισμα. Όπως προκύπτει ξεκάθαρα από το περιεχόμενο της Αίτησης, αυτή ουδόλως βασίζεται στην εν λόγω Συμφωνία και ή στην τήρηση των προνοιών της αναφορικά με τον τρόπο επίδοσης αλλά στη μη συμμόρφωση με διατάγματα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημ. 5.7.13 και 9.1.
  6. Η θέση της αιτήτριας είναι ότι ενώ τα διατάγματα προνοούν για συγκεκριμένο τρόπο επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ήτοι με βάση τη Διακρατική Συμφωνία, εντούτοις οι επιδόσεις έγιναν κατά παράβαση των εν λόγω διαταγμάτων και με άλλον από τον καθορισμένο σε αυτά τρόπο, ήτοι με βάση τη Σύμβαση της Χάγης. Επομένως, στα πλαίσια της Αίτησης δεν εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά είτε τη Σύμβαση της Χάγης είτε τη Διακρατική Συμφωνία ούτως ώστε η συμπερίληψη αυτών ή συγκεκριμένων άρθρων τους στη νομική βάση της Αίτησης να ήταν αναγκαία. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί ότι η Αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και είναι καθόλα νομότυπη. ΙΙΙ. Επίδοση Το επόμενο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι η ορθότητα της επίδοσης. Η πλευρά της εναγομένης ισχυρίζεται ότι και οι δύο επιδόσεις έγιναν κατά παράβαση των προνοιών των διαταγμάτων του Δικαστηρίου, ήτοι όχι με βάση τη Διακρατική Συμφωνία και επομένως θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτές δεν έγιναν ποτέ και να παραμεριστούν. Η πλευρά των εναγουσών ισχυρίζεται ότι για σκοπούς και των δύο επιδόσεων χρησιμοποιήθηκε το έντυπο που προβλέπεται στη Σύμβαση της Χάγης επειδή η Διακρατική Συμφωνία δεν προνοεί τη χρήση οποιουδήποτε εντύπου. Ήταν η θέση του δικηγόρου των εναγουσών ότι αυτό το γεγονός δεν αναιρεί τη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Διακρατικής Συμφωνίας, οι οποίες έχουν τηρηθεί. Ο δικηγόρος επέκτεινε το επιχείρημα του υποστηρίζοντας ότι εν πάση περιπτώσει η εναγομένη έλαβε γνώση όλων των εγγράφων, εμφανίζεται κανονικά και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός των δικαιωμάτων της. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τα διατάγματα του Δικαστηρίου ημ. 5.7.13 και 9.1.14 προνοούσαν ρητώς όπως η επίδοση των αναφερομένων σε αυτά εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας γίνει σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται και προνοείται από τη Διακρατική Συμφωνία. Σύμφωνα με το ιστορικό της διαδικασίας το οποίο παρατίθεται ανωτέρω, στον φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχουν καταχωρημένες δύο ένορκες δηλώσεις της κας Ζουρμπάνου στις οποίες αναφέρεται ότι έγιναν οι επιδόσεις των εγγράφων. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι κατά την αγόρευση του ο δικηγόρος των εναγουσών διευκρίνισε ότι η αναφορά στην ένσταση περί της ύπαρξης μόνο μίας ένορκης δήλωσης αναφορικά με την πρώτη επίδοση, και μίας βεβαίωσης από υπάλληλο του Υπουργείου Δικαιοσύνης αναφορικά με τη δεύτερη επίδοση, δεν ευσταθεί. Αυτή η διαπίστωση του δικηγόρου είναι ορθή καθότι πράγματι τα στοιχεία του φακέλου επιβεβαιώνουν την καταχώριση ενόρκων δηλώσεων και για τις δύο επιδόσεις. Για σκοπούς εξέτασης του εγερθέντος ζητήματος, κρίνεται σκόπιμη μία σύντομη αναφορά στις δύο ένορκες δηλώσεις για να διαφανεί ακριβώς ο τρόπος επίδοσης: (i) Ένορκη δήλωση ημ. 26.2.14 Στην παρ. 2 της εν λόγω ένορκης δήλωσης η κα Ζουρμπάνου αναφέρει τα εξής: «Κατά την 30ην Δεκεμβρίου 2013 το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ετοίμασε και μας απέστειλε ταχυδρομικώς επιστολή στην οποία μας εσώκλειε το Αποδεικτικό επίδοσης των εγγράφων τα οποία αποστάληκαν για επίδοση στην Ουκρανία (ημερομηνία κατάθεσης Αίτησης αποστολής 19/07/2013) σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης 15/11/
  7. Με την ίδια επιστολή μας ενημέρωνε ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν στην Εναγομένη στις 15/10/
  8. Επισυνάπτω στην παρούσα μου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 την εν λόγω επιστολή του Υπουργείου ημερομηνίας 30/12/2013 και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Α το Αποδεικτικό της επίδοσης μαζί με αντίγραφο των εγγράφων που επιδόθηκαν.» Το Τεκμήριο 1 περιλαμβάνει τα ακόλουθα: «Αξιότιμοι Κύριοι, Επίδοση εγγράφων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις Σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης 15/11/1965 .. Έχω οδηγίες ν΄ αναφερθώ στο πιο πάνω αίτημά σας και να σας εσωκλείσω αντίγραφο επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ουκρανίας με αρ. αναφοράς 49743-0-61-13/12.1-3657-13 και ημερομηνία 4.11.2013, το Αποδεικτικό επίδοσης σύμφωνα με την πιο πάνω Σύμβαση με ημερομηνία 15.10.2013, μαζί με το αντίγραφο των εγγράφων.» Το Τεκμήριο 1Α αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «RE: Convention on the Service Abroad of Judicial and Extrajudicial Documents in Civil or Commercial Matters of 15 November,
  9. The Ministry of Justice of Ukraine presents its compliments to the Ministry of Justice and Public Order of the Republic of Cyprus and returns the executed request concerning AIRCOMPANY «KHORS» LTD. ...» Επισυνάπτεται επίσης το Πιστοποιητικό με το οποίο επιβεβαιώνεται η επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 6 της Σύμβασης της Χάγης, το αίτημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης το οποίο έγινε με το έντυπο που προβλέπεται στη Σύμβαση της Χάγης και ένορκη δήλωση της κας Nataliia Barzynska η οποία μετέφρασε τα έγγραφα των οποίων έγινε η επίδοση. Συνημμένη είναι και η πιστοποίηση (apostille) της ένορκης δήλωσης της κας Barzynska από Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και το σχετικό έντυπο πιστοποίησης φέρει τίτλο «APOSTILLE» με αναφορά στη Σύμβαση της Χάγης. (ii) Ένορκη δήλωση ημ. 5.6.14 Η παρ. 2 της εν λόγω ένορκης δήλωσης της κας Ζουρμπάνου είναι πανομοιότυπη με αυτή της προγενέστερης ένορκης της δήλωσης με μόνη διαφορά στις ημερομηνίες. Αυτή έχει ως εξής: «Κατά την 03ην Iουνίου 2014 το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης ετοίμασε και μας απέστειλε ταχυδρομικώς επιστολή στην οποία μας εσώκλειε το Αποδεικτικό επίδοσης των εγγράφων τα οποία αποστάληκαν για επίδοση στην Ουκρανία σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης 15/11/
  10. Με την ίδια επιστολή μας ενημέρωνε ότι τα έγγραφα επιδόθηκαν στην Εναγομένη στις 15/04/
  11. Επισυνάπτω στην παρούσα μου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 την εν λόγω επιστολή του Υπουργείου ημερομηνίας 03/06/2014 και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1Α το Αποδεικτικό της επίδοσης μαζί με αντίγραφο των εγγράφων που επιδόθηκαν.» Το Τεκμήριο 1 είναι και πάλι πανομοιότυπο με μόνη διαφορά στον αριθμό και την ημερομηνία αναφοράς και στην ημερομηνία του Αποδεικτικού επίδοσης, που είναι 15.4.
  12. Πανομοιότυπα με τις αναγκαίες διαφοροποιήσεις για σκοπούς της νέας επίδοσης είναι το Τεκμήριο 1Α, το Πιστοποιητικό με το οποίο επιβεβαιώνεται η επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 6 της Σύμβασης της Χάγης, και το αίτημα του Υπουργείου Δικαιοσύνης το οποίο έγινε με το έντυπο που προβλέπεται στη Σύμβαση της Χάγης. Συνημμένη επίσης είναι η επιστολή των δικηγόρων των εναγουσών προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ημ. 28.1.14, το οποίο φέρει ως θέμα «Επίδοση Εγγράφων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις Σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης 15/11/1965» και στην οποία αναφέρεται ότι επισυνάπτεται «συμπληρωμένη Αίτηση για επίδοση εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με την Σύμβαση της Χάγης 15/11/1965 ..» Με βάση το αιτητικό των δύο μονομερών αιτήσεων, διαπιστώνεται ότι η πλευρά των εναγουσών ζήτησε και εξασφάλισε διατάγματα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διακρατικής Συμφωνίας. Είναι προφανές ότι με τις αιτήσεις τους οι ενάγουσες επέλεξαν να ζητήσουν επίδοση με βάση την εν λόγω Συμφωνία καθότι αυτή αποτελεί ειδική συμφωνία μεταξύ των δύο κρατών για νομική συνεργασία σε αστικά θέματα. Αυτή η Συμφωνία συνήφθη μεταξύ των δύο κυρίαρχων κρατών με σκοπό την «προώθηση των μεταξύ τους φιλικών σχέσεων και την παροχή αμοιβαίας συνδρομής σε αστικά θέματα με βάση τις αρχές της εθνικής κυριαρχίας, της ισότητας δικαιωμάτων και της μη ανάμειξης τους σε εσωτερικά θέματα», όπως ρητώς αναφέρεται και στο Προοίμιο της Συμφωνίας. Συνεπώς το Δικαστήριο καθηκόντως εξέδωσε ακριβώς τα διατάγματα που οι ίδιες είχαν ζητήσει. Μετά την εξασφάλιση των εν λόγω διαταγμάτων, οι ενάγουσες προώθησαν και τις δύο φορές το αίτημα τους για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας με βάση τη Σύμβαση της Χάγης. Αυτό προκύπτει από το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων της κας Ζουρμπάνου και τα συνημμένα σε αυτές έγγραφα, τα οποία παρατίθενται ανωτέρω. Ειδικότερα στο αίτημα των δικηγόρων της ενάγουσας αναφορικά με τη δεύτερη επίδοση και στα δύο αιτήματα του Υπουργείου Δικαιοσύνης, τα οποία βασίστηκαν στα αντίστοιχα αιτήματα των εναγουσών, γίνεται αναφορά για επίδοση σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με τη θέση των εναγουσών ότι για σκοπούς επίδοσης χρησιμοποιήθηκε μόνο το έντυπο που προβλέπεται στη Σύμβαση της Χάγης εν όψει του ότι αντίστοιχο έντυπο δεν προβλέπεται στη Διακρατική Συμφωνία. Και στις δύο περιπτώσεις δεν παρατηρείται απλή χρήση του εντύπου αλλά εξαρχής επίκληση των προνοιών της Σύμβασης της Χάγης και αίτημα των δικηγόρων των εναγουσών για επίδοση με βάση τις πρόνοιες αυτής. Είναι δε αξιοσημείωτο το γεγονός ότι στο αίτημα ουδεμία αναφορά γίνεται στη Διακρατική Συμφωνία και στις πρόνοιες αυτής. Αν η θέση των εναγουσών ευσταθούσε, τότε θα ήταν λογικό και αναμενόμενο όπως το έντυπο, συμπληρωμένο, να είναι μεν επισυνημμένο στο αίτημα αλλά να ζητείται η επίδοση σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διακρατικής Συμφωνίας. Εν πάση δε περιπτώσει από τη στιγμή που η Διακρατική Συμφωνία δεν προνοεί για τη χρήση συγκεκριμένου εντύπου, το Δικαστήριο διατηρεί επιφυλάξεις κατά πόσο η χρήση τέτοιου εντύπου ήταν όντως απαραίτητη. Σχετική με τον τρόπο επίδοσης δυνάμει της Διακρατικής Συμφωνίας είναι η υπόθεση Earlsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Electrometallurgical Steel Works
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. Με αφετηρία το αίτημα των εναγουσών προς το Υπουργείο, η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε στηρίχθηκε εξ ολοκλήρου στη Σύμβαση της Χάγης. Το αίτημα προωθήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως με βάση την ίδια Σύμβαση και η Ουκρανία εκτέλεσε αυτό και πάλι κατ΄ επίκληση και σύμφωνα με τις πρόνοιες της Σύμβασης. Ουδεμία αναφορά ή επίκληση έγινε στις πρόνοιες της Διακρατικής Συμφωνίας είτε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως είτε από τις Ουκρανικές αρχές, και αυτό είναι απολύτως δικαιολογημένο και φυσιολογικό εφόσον οι αρμόδιες αρχές εκτελούσαν το αίτημα των εναγουσών όπως αυτό είχε υποβληθεί. Επί τούτου ο λόγος ένστασης ότι η Ουκρανία εκτέλεσε και τα δύο αιτήματα χωρίς η ίδια να θέσει οποιοδήποτε θέμα δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία στην υπό κρίση περίπτωση. Οι αρμόδιες Ουκρανικές αρχές παρέλαβαν δύο αιτήματα για επίδοση με βάση τη Σύμβαση της Χάγης. Αποτελεί κοινώς παραδεκτό γεγονός, για το οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει δικαστική γνώση, ότι τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και η Ουκρανία έχουν προσυπογράψει τη Σύμβαση της Χάγης. Οι Ουκρανικές αρχές, με πλήρη σεβασμό προς τις υποχρεώσεις τους έναντι άλλων κρατών συμβαλλλομένων στη Σύμβαση, ικανοποίησαν το αίτημα όπως αυτό τους είχε αποσταλεί. Μάλιστα, οι Ουκρανικές αρχές, και στις δύο επιστολές τους, Τεκμήρια 1 στις δύο ένορκες δηλώσεις της κας Ζουρμπάνου αντίστοιχα, δράττονται της ευκαιρίας να ανανεώσουν τη διαβεβαίωση τους για τον πλήρη σεβασμό τους προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επομένως, δεν υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος και δεν αναμένετο η Ουκρανία να θέσει ζήτημα για τον τρόπο της επίδοσης. Δεν είναι όμως λογικό να ζητείται όπως εξαρτηθεί η κρίση για τη συμμόρφωση με κάποιο ημεδαπό δικαστικό διάταγμα από τη στάση και συμπεριφορά μίας ξένης χώρας η οποία από δικής της πλευράς συμμορφώθηκε με εκείνο που τής είχε ζητηθεί. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο θεωρεί ότι και οι δύο επιδόσεις προωθήθηκαν και έγιναν μέσω της διαδικασίας που προνοείται στη Σύμβαση της Χάγης και όχι με βάση τις πρόνοιες της Διακρατικής Συμφωνίας. Και αυτό κατά παράβαση των ρητών προνοιών των διαταγμάτων για επίδοση σύμφωνα με τη Διακρατική Συμφωνία. Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο που έχει συμβεί είναι ότι οι ενάγουσες εξασφάλισαν δύο διατάγματα, όπως μάλιστα οι ίδιες τα ζήτησαν με τις αιτήσεις τους, για επίδοση με έναν καθορισμένο τρόπο, ήτοι σύμφωνα με τη Διακρατική Συμφωνία. Στη συνέχεια οι ίδιες δεν τον ακολούθησαν και προέβησαν σε επίδοση με άλλο τρόπο, ήτοι σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης. Από τη στιγμή που στα διατάγματα του Δικαστηρίου καθοριζόταν ρητώς ο τρόπος επίδοσης, θεωρώ ότι οι ενάγουσες είχαν υποχρέωση συμμόρφωσης με αυτά, κάτι το οποίο σαφώς δεν έπραξαν στην υπό κρίση περίπτωση. Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή εάν επιτρεπόταν η μη συμμόρφωση με τα δικαστικά διατάγματα, θα σήμαινε πως αυτά εκδίδονται επί ματαίω και ο κάθε διάδικος θα είχε το δικαίωμα να συμμορφώνεται σε αυτά κατ΄ επιλογήν. Η υποχρέωση αυστηρής συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Διακρατικής Συμφωνίας προκύπτει από την προαναφερόμενη υπόθεση Earlsfield Steel Ltd (ανωτέρω) στην οποία τέθηκε θέμα μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Συμφωνίας και συγκεκριμένα ότι δεν είχαν μεταφραστεί όλα τα έγγραφα των οποίων έγινε η επίδοση. Η πλευρά των εφεσειόντων προέβαλε τη θέση ότι αυτή η παράλειψη αποτελεί απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη δυνάμει της Δ.
  2. Αφού το Εφετείο αναγνώρισε ότι «η Δ.6 Θ.7 προβλέπει για την επίδοση εγγράφων δυνάμει Διεθνών Συμφωνιών, και δεν αφορά περιπτώσεις που έγγραφα επιδίδονται δυνάμει της Δ.6 Θ.6, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας», κατέληξε ότι «η παραβίαση της Διακρατικής Συμφωνίας δεν μπορούσε να θεραπευθεί με τον μηχανισμό της Δ.64, εφόσον αυτή η διαδικασία αφορά στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει συμμόρφωση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και όχι σε άλλες παρατυπίες άσχετες με τους Θεσμούς». Αυτή η προσέγγιση επιβεβαιώθηκε στη μεταγενέστερη απόφαση στις υποθέσεις Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά., Πολ. Έφεσεις αρ. Ε23/2013 - Ε29/2013, ημ. 13.9.13, οι οποίες αφορούσαν επίδοση με βάση τις πρόνοιες των Κανονισμών του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου 44/01 και 1393/
  3. Το Εφετείο προέβη σε σαφή διαχωρισμό του ΕΚ1393/07 και της Διακρατικής Συμφωνίας λέγοντας τα εξής: «Όμως εκεί που η Earlsfield Steel, ανωτέρω, διαφέρει, είναι ως προς τις επιπτώσεις. Εκεί τα θέματα κρίθηκαν αυστηρά με βάση διακρατική συμφωνία μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ουκρανίας, η οποία επικυρώθηκε με το Νόμο 8(ΙΙΙ)/
  4. Στην προκειμένη περίπτωση, τα θέματα θα πρέπει να κριθούν με βάση το πιο φιλελεύθερο πνεύμα του, όπως το έχουμε εξηγήσει πιο πάνω. Επομένως, εκείνο που διαφέρει εδώ είναι οι επιπτώσεις από τυχόν παραβάσεις.» Η υποχρέωση αυστηρής συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Διακρατικής Συμφωνίας όσον αφορά την επίδοση προϋποθέτει βεβαίως επίδοση δυνάμει αυτής. Τέτοια επίδοση προνοείτο στα διατάγματα του Δικαστηρίου, με τα οποία όμως οι ενάγουσες δεν συμμορφώθηκαν. Η μη επίδοση σύμφωνα με τον τρόπο που καθοριζόταν στα διατάγματα αποτελεί πλήρη παραβίαση των διαταγμάτων του Δικαστηρίου και οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι επιδόσεις δεν είναι ορθές και νομότυπες. Η πλευρά των εναγουσών ισχυρίζεται ότι, έστω και με αυτόν τον τρόπο επίδοσης, υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Διακρατικής Συμφωνίας. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά ζητείται είναι η αποδοχή από το Δικαστήριο ότι ενώ οι επιδόσεις έγιναν με βάση άλλη Σύμβαση, αυτές (οι επιδόσεις) αποτελούν ταυτόχρονα και συμμόρφωση με τις πρόνοιες άλλης Διακρατικής Συμφωνίας. Αυτή η εισήγηση παραγνωρίζει την ουσία του θέματος που είναι η συμμόρφωση με τα διατάγματα του Δικαστηρίου ως προς τον τρόπο επίδοσης που καθορίζεται ρητώς σε αυτά. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι οι επιδόσεις δεν έγιναν σε συμμόρφωση με τα διατάγματα του και η υποχρέωση αυστηρής (και όχι φιλελεύθερης) προσέγγισης δεν επιτρέπει την οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με τις τυχόν συνέπειες των επιδόσεων που έγιναν. Επαναλαμβάνεται εδώ ότι, σύμφωνα και με την προαναφερόμενη νομολογία, οι δικονομικές πρόνοιες που αφορούν την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι ουσιαστικές. Το επιχείρημα του δικηγόρου των εναγουσών ότι η εναγομένη έλαβε γνώση των εγγράφων και εμφανίζεται στη διαδικασία δεν είναι βάσιμο. Η εναγομένη αμφισβήτησε εξαρχής την επίδοση και εμφανίστηκε υπό διαμαρτυρία. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, ούτε η εισήγηση του δικηγόρου των εναγουσών ότι η εναγομένη δεν υπέστη οποιονδήποτε επηρεασμό ευσταθεί. Η εναγομένη άσκησε το δικαίωμα της, το οποίο μάλιστα διασφάλισε και μέσω Δικαστηρίου, να εμφανίζεται στα πλαίσια της παρούσας αγωγής υπό διαμαρτυρία και να λάβει μέτρα για τον παραμερισμό της επίδοσης. Επί τούτου ακριβώς το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Ο δικηγόρος εισηγήθηκε περαιτέρω ότι τυχόν παραμερισμός των επιδόσεων συνεπάγεται επέμβαση στην κρατική κυριαρχία ετέρου κράτους και παρέπεμψε στο άρθρο 24 αυτής για να καταδείξει ότι το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να αποφασίσει επί της εφαρμογής της Διακρατικής Συμφωνίας. Όπως ήδη αναφέρεται ανωτέρω, τα κράτη έχουν την απόλυτη εξουσία να αποφασίζουν και να συνομολογούν συμφωνίες στα πλαίσια αμοιβαίας συνεργασίας μεταξύ τους σε διάφορα θέματα. Ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι ο έλεγχος της συμμόρφωσης με τα διατάγματα του και τις πρόνοιες τέτοιων Συμφωνιών, στα πλαίσια του οποίου έχει εξουσία και δύναται να παραμερίσει επιδόσεις οι οποίες κρίνονται ότι παραβιάζουν τις πρόνοιες των διαταγμάτων ή και των Συμφωνιών. Αυτός ο ρόλος του Δικαστηρίου αναγνωρίζεται και μέσα από τη νομολογία και ειδικότερα τις προαναφερόμενες υποθέσεις και ουδόλως αποτελεί επέμβαση στην κυριαρχία των κρατών με τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συνάψει συμφωνίες για αμοιβαία συνεργασία. Αντιθέτως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η επιμονή στην εφαρμογή διαταγμάτων όπως αυτά της παρούσας διασφαλίζει την τήρηση Διακρατικών Συμφωνιών και κατά συνέπεια τη βούληση και κρατική κυριαρχία των εκάστοτε συμβαλλομένων κρατών. Το άρθρο 24 της Διακρατικής Συμφωνίας, το οποίο προνοεί ότι «οποιεσδήποτε διαφορές που αναφύονται από την εφαρμογή της Συμφωνίας αυτής θα διευθετούνται μέσω διαβουλεύσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών» αφορά διαφορές που προκύπτουν από την πρακτική εφαρμογή της Συμφωνίας και όχι το νομικό πλαίσιο συμμόρφωσης με τις πρόνοιες αυτής όσον αφορά τα θέματα τα οποία ρυθμίζει. Η διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Συμφωνίας επαφίεται στο Δικαστήριο. Η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι επιδόσεις έγιναν κατά παράβαση των διαταγμάτων του, ήτοι όχι με βάση τις πρόνοιες της Διακρατικής Συμφωνίας όπως αναφερόταν σε αυτά, καθορίζει και την πορεία της Αίτησης η οποία οδηγείται σε επιτυχία. Η εν λόγω κατάληξη αφορά ουσιαστικό ζήτημα, και όχι τυπικό, και έτσι δεν παραβιάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα συνταγματικά δικαιώματα των εναγουσών για πρόσβαση στη δικαιοσύνη, όπως ισχυρίστηκε ο δικηγόρος τους. Άλλωστε, με την επιτυχία της Αίτησης και με μόνο το γεγονός ότι οι επιδόσεις, τις οποίες οι ίδιες προώθησαν, δεν έγιναν νομότυπα και κανονικά, οι ενάγουσες δεν στερούνται των δικαιωμάτων τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Με την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου καθίσταται αχρείαστη η ενασχόληση με τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Το Δικαστήριο οφείλει μόνο να επισημάνει ότι με την επιτυχία της Αίτησης, παραμερίζονται όλες οι επιδόσεις που έγιναν δυνάμει των δύο διαταγμάτων στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Όσον αφορά τις οποιεσδήποτε επιπτώσεις αυτού του παραμερισμού, αναφορικά με το κλητήριο ένταλμα και ή τα προσωρινά διατάγματα, στις οποίες αναφέρθηκε ο δικηγόρος της εναγομένης, θεωρώ ότι αυτές δεν εμπίπτουν εντός του πλαισίου της παρούσας Αίτησης και ενδεχομένως να αποτελέσουν αντικείμενο άλλων διαδικασιών. ΙV. Κατάληξη Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η παρούσα Αίτηση επιτυγχάνει. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο παραμερίζεται η επίδοση των ακόλουθων εγγράφων: α) της μονομερούς Γενικής Αίτησης αρ. 1358/13 ημ. 3.7.13, β) του διατάγματος ημ. 3.7.13 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος βάσει της πιο πάνω μονομερούς Γενικής Αίτησης αρ. 1358/13, γ) του κλητηρίου εντάλματος και ή της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος, δ) της αίτησης ημ. 4.7.13 για προσωρινά διατάγματα, ε) των προσωρινών ενδιάμεσων διαταγμάτων ημ. 4.7.13, στ) της αίτησης ημ. 5.7.13 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, ζ) του διατάγματος ημ. 5.7.13 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος, της αίτησης ημ. 4.7.13 και των διαταγμάτων ημ. 4.7.13, η) της αίτησης ημ. 9.1.14 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, και θ) του διατάγματος ημ. 9.1.14 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της αίτησης ημ. 3.7.13 στη Γενική Αίτηση 1358/13, του διατάγματος ημ. 3.7.13 για σφράγιση, της αίτησης ημ. 5.7.13 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, της αίτησης ημ. 4.7.13 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και του εγγυητήριου που υπογράφηκε σχετικά με τα προσωρινά διατάγματα ημ. 4.7.
  5. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης - αιτήτριας και εναντίον των εναγουσών - καθ΄ ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής, συν ΦΠΑ. (Υπ.) ........ Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /A.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.