← Κύπρος

Brookmill Ltd ν. Reetmist Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7753/2011, 3/7/2015

Brookmill Ltd ν. Reetmist Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7753/2011, 3/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A278 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7753/2011 Μεταξύ: Brookmill Ltd Eναγόντων και

  1. Reetmist Ltd κ.ά. Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16 Φεβρουαρίου 2012 των εναγομένων 4, 5 και 6 3 Ιουλίου,
  2. Για τους Αιτητές-εναγομένους 4-6: κ. Χ. Αρτέμης για Σκορδής και Παπαπέτρου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες: κκ. Α. Χαβιαράς και Λ. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση οι εναγόμενοι 4, 5 και 6 ζητούν τα πιο κάτω:
  3. Τον παραμερισμό και ή ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος, στην έκταση που αφορά αυτούς.
  4. Τον παραμερισμό των μονομερών διαταγμάτων ημερομηνίας 20.6.
  5. Τον παραμερισμό του μονομερούς διατάγματος ημερομηνίας 8.12.2011 για σφράγιση και επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας.
  6. Την ακύρωση της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος, της αίτησης ημερομηνίας 23.11.2011 και των μονομερών διαταγμάτων ημερομηνίας 24.11.
  7. Η Αίτηση στηρίζεται στο Νόμο 40/1982 που κυρώνει τη Σύμβαση της Χάγης του 1965, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρο 9 και στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.6, Δ.16 θ.9, Δ.19 θ.26, Δ.27 θ.3, Δ.48 θθ.1-4 και 9 και Δ.64, στους Κανονισμούς (ΕΚ) 40/2001 και 44/2000 του Συμβουλίου Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη νομολογία των Κυπριακών και Αγγλικών Δικαστηρίων και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση υπογράφεται από τον Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγομένους 4, 5 και 6, Αιτητές στην παρούσα διαδικασία. Συνοψίζω το περιεχόμενο αυτής. Οι εναγόμενες 4, 5 και 6 είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης και είναι εγγεγραμμένες στις Βρεττανικές Παρθένες Νήσους. Την 23.11.2011 καταχωρήθηκε Κλητήριο Ένταλμα στην υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ως επίσης και μονομερής αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Την επομένη ημέρα, 24.11.2011, εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο απαγορεύτηκε στους εναγομένους 1 μέχρι 7 να πωλήσουν τις μετοχές που κατείχε η εναγομένη 7 στην εναγομένη 2, ως επίσης και διάταγμα που απαγόρευε στους εναγομένους 1 μέχρι 8 να μετακινήσουν τα λογιστικά βιβλία και ή αρχεία της εναγομένης 2 εκτός δικαιοδοσίας. Την 8.12.2011, στα πλαίσια μονομερούς αιτήσεως ημερομηνίας 30.11.2011, δόθηκε άδεια για καταχώριση και σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος, για επίδοση του πιο πάνω δικογράφου εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους 4-18, ως επίσης και της αίτησης ημερομηνίας 23.11.2011 και του διατάγματος που εκδόθηκε την 24.11.
  8. Εκδόθηκε επίσης διάταγμα για επίδοση των πιο πάνω εγγράφων με ταχυμεταφορέα. Οι ενάγοντες απέστειλαν στους εναγομένους το Κλητήριο Ένταλμα, τη μονομερή αίτηση ημερομηνίας 23.11.2011, ως επίσης και τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς, παρέλειψαν όμως να αποστείλουν το διάταγμα ημερομηνίας 8.12.2011, ως επίσης και την αίτηση ημερομηνίας 30.11.2011 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το πιο πάνω διάταγμα. Είναι η θέση των Αιτητών ότι στο Κλητήριο Ένταλμα και στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση, δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε βάση αγωγής εναντίον τους. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση διαταγμάτων επίδοσης είναι παράτυπη και λανθασμένη και δεν συνάδει με την Κυπριακή νομοθεσία, τις Διεθνείς Συνθήκες, τις δικονομικές αρχές και τη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Συγκεκριμένα, εγείρουν τα πιο κάτω σημεία. Ι. Η αίτηση για σφράγιση και καταχώριση του Κλητηρίου Εντάλματος και για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν απεστάληκε στους εναγομένους. ΙΙ. Τα έγγραφα που απεστάλησαν, ήτοι το Κλητήριο Ένταλμα, η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 23.11.2011, ως επίσης και τα διατάγματα που εκδόθηκαν, δεν ήταν μεταφρασμένα και δεν συνοδεύονταν από τα νενομισμένα έντυπα. ΙΙΙ. Τόσο στο Κλητήριο Ένταλμα όσο και στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της μονομερούς αιτήσεως, δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής εναντίον τους και «. δεν προσκομίζεται καμία μαρτυρία που να τους συνδέει με την αγωγή και ή τα επίδικα θέματα.» Οι ενάγοντες, Καθ΄ ων η Αίτηση στην παρούσα διαδικασία, καταχώρησαν Ένσταση με την οποία ζητούν την απόρριψη της Αίτησης. Εγείρουν προδικαστικά τον ισχυρισμό ότι η Ένορκη Δήλωση έγινε από δικηγόρο ο οποίος δεν χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους των εναγόντων, η Αίτηση περιέχει πολλαπλά αιτήματα τα οποία απαιτούν «διαφορετικό βάρος απόδειξης» και κρίνονται με διαφορετικά κριτήρια. Επομένως, δεν μπορούν «να συνεκδικαστούν ευχερώς» και ή συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι κωλύονται να εγείρουν την υπό κρίση Αίτηση, καθότι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 23.11.2011 και απαίτησαν και ή εισηγήθηκαν στο Δικαστήριο την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 23.11.2011 πριν την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης. Η πιο πάνω στάση των Αιτητών είναι «αντιφατική με την παρούσα αίτηση» και συνιστά ρητή και ή εξυπακουόμενη αποδοχή της επίδοσης και ή της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σε απάντηση του πρώτου λόγου της Αίτησης ισχυρίζονται ότι ουδέποτε εκδόθηκε διάταγμα για επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, αυτός ήταν και ο λόγος που δεν επιδόθηκε στην άλλη πλευρά τέτοιο διάταγμα εφόσον δεν υφίστατο. Αυτό που επιδόθηκε και για το οποίο είχε εκδοθεί σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 8.12.2011, ήταν η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος. Ακόμη και αν ήθελε φανεί ότι δεν έχει επιδοθεί στους Καθ΄ ων η Αίτηση η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 8.12.2011, «.. το γεγονός αυτό δεν σχετίζεται και δεν μπορεί να στηρίξει την αίτηση». Σε απάντηση του δεύτερου λόγου ένστασης, ισχυρίζονται ότι η επίδοση όλων των εγγράφων έγινε νομότυπα και «εντός των όρων των σχετικών διαταγμάτων του δικαστηρίου ημερομηνίας 8.12.2011». Αν ήθελε φανεί ότι υπήρξαν παρατυπίες στην επίδοση εγγράφων στις Εναγόμενες 4-6, αυτές αποτελούν απλές παρατυπίες οι οποίες ουδόλως επηρέασαν τα καλώς νοούμενα συμφέροντα των εναγομένων 4-6 να λάβουν γνώση των διαδικασιών που εκκρεμούσαν εναντίον τους και να εκπροσωπηθούν στις εν λόγω διαδικασίες από δικηγόρο. Ακόμη όμως και σε περίπτωση που αποδεικνυόταν ότι η γενομένη επίδοση ήταν «κακή», αυτό δεν απολήγει σε ακύρωση του Κλητηρίου Εντάλματος και του διατάγματος, αλλά μόνο σε ακύρωση της επίδοσης η οποία «μπορεί νομότυπα να επαναληφθεί». Οι πρόνοιες δε διεθνών συμβάσεων που αφορούν την επίδοση δικαστικών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας, σκοπό έχουν τη διευκόλυνση των επιδόσεων και δεν είναι αποκλειστικές με τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορούν το ίδιο θέμα. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση απορρίπτουν και τον τρίτο λόγο επί του οποίου βασίζεται η Αίτηση. Είναι η θέση τους ότι στο γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα προκύπτει βάση αγωγής εναντίον των εναγομένων 4-
  9. Επιπρόσθετα, επισημαίνουν ότι στα δικόγραφα δεν παρατίθεται μαρτυρία. Η Αίτηση, στην έκταση που αφορά τον πιο πάνω λόγο, καταχωρήθηκε «παράτυπα και ή αντικανονικά και ή πρόωρα» καθότι οι δικηγόροι που την καταχώρησαν δεν έχουν καταχωρήσει Σημείωμα Εμφάνισης εκ μέρους των εναγομένων. Η έγερση δε του εν λόγω ζητήματος αποτελεί βήμα στη διαδικασία το οποίο οδηγεί «. ουσιαστικά στην αποδοχή εκ μέρους τους της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και στη συνέχεια δημιουργία κωλύματος να αμφισβητούν το κανονικό της επίδοσης.» Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση τους ότι η Παράγραφος Γ της Αίτησης, με την οποία οι Αιτητές ζητούν τον παραμερισμό διαταγμάτων ημερομηνίας 20.6.2011, αφορά «ανύπαρκτα διατάγματα». Τονίζουν δε ότι θα ήταν αντικειμενικά αδύνατο να είχε εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα την 20.6.2011, εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε μεταγενέστερα, και συγκεκριμένα την 23.11.
  10. Το πρώτο θέμα που θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι οι εναγόμενοι 4, 5 και 6 δεν καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης ή Σημείωμα Εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Το γεγονός αυτό όμως δεν είναι καθοριστικό για την έκβαση της υπόθεσης. Η Διάταξη 16, θεσμός 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι κάποιος εναγόμενος δύναται, προτού καταχωρίσει εμφάνιση να εκδώσει κλήσεις για παραμερισμό της επίδοσης σ΄ αυτόν του Κλητηρίου ή της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος ή να ακυρώσει το διάταγμα που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Καταλήγω ότι οι εναγόμενοι μπορούν να προωθήσουν την Αίτησή τους στο βαθμό που αυτή αφορά τον παραμερισμό της επίδοσης της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή την ακύρωση του διατάγματος επίδοσης των δύο πιο πάνω εγγράφων. Σε σχέση δε με τον παραμερισμό των διαταγμάτων ημερομηνίας 20.6.2011, παρατηρώ ότι η επισήμανση των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι ορθή, δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα κατά την πιο πάνω ημερομηνία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών αναγνώρισε, κατά την αγόρευσή του, ότι επρόκειτο περί λάθους και ότι η ορθή ημερομηνία της αίτησης της οποίας ζητούσε τον παραμερισμό, ήταν κάποια άλλη την οποία όμως δεν έχει συμπεριλάβει στο αιτητικό. Η πιο πάνω επισήμανση έγινε πολύ καθυστερημένα, στο στάδιο των αγορεύσεων, και κατ΄ επέκταση δεν δόθηκε η ευκαιρία στους Καθ΄ ων η Αίτηση να εκθέσουν στην ένσταση που καταχώρησαν τις θέσεις τους σε σχέση με τη δεύτερη αίτηση. Μετά τον περιορισμό των πιο πάνω θεμάτων, η προδικαστική ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η Αίτηση περιέχει «πολλαπλά αιτήματα» τα οποία δεν μπορούν «να συνεκδικαστούν ευχερώς» δεν ευσταθεί. Απορρίπτω επίσης τη θέση τους ότι οι Αιτητές κωλύονται να εγείρουν την υπό κρίση Αίτηση καθότι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 23.11.2011 και εισηγήθηκαν όπως η αίτηση εκδικαστεί πριν την υπό κρίση Αίτηση. Το γεγονός ότι είχαν κάνει την πιο πάνω εισήγηση με κανένα τρόπο δεν εξυπακούει ότι αποδέχθηκαν ότι οι επιδόσεις των επιδίκων εγγράφων έγιναν νομότυπα. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση εισηγήθηκαν επίσης ότι η Ένορκη Δήλωση θα πρέπει να αγνοηθεί καθότι έγινε από δικηγόρο. Με βάση τα στοιχεία που είναι ενώπιον του Δικαστηρίου, οι Αιτητές είναι εταιρείες που έχουν την έδρα τους στο εξωτερικό, στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και έχουν εξουσιοδοτήσει τον ομνύοντα να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους τους. Πέραν τούτου η Αίτηση αφορά αμιγώς νομικά ζητήματα, ο ομνύοντας είναι δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των Αιτητών, έχει μελετήσει το φάκελο της δικογραφίας και έτυχε πληροφόρησης από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση. Τα πιο πάνω αποτελούν επαρκείς εξηγήσεις γιατί η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο και όχι από κάποιο αξιωματούχο των εταιρειών[1]. Τα θέματα που παρέμειναν προς εξέταση από το Δικαστήριο είναι τα πιο κάτω: Ι. Κατά πόσο αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών. ΙΙ. Κατά όσο ορθώς εκδόθηκε το διάταγμα για επίδοση των δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυμεταφορέα. ΙΙΙ. Κατά πόσο θα έπρεπε να είχε επιδοθεί η αίτηση ημερομηνίας 30.11.2011 στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 8.12.
  11. IV. Κατά πόσο ήταν αναγκαία η μετάφραση των δικαστικών εγγράφων που απεστάληκαν. Αρχίζοντας από τα δύο τελευταία θέματα, θα ήθελα να επισημάνω ότι παρόμοια θέματα είχαν απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης Earsfield Steel Ltd v. Joint Stock Company Elecgrometallurgical Steel Works Dnerprospetsstal for A.N. Kyjmin[2]. Οι εφεσείοντες-ενάγοντες είχαν εξασφαλίσει άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Καταχώρισαν το Κλητήριο Ένταλμα και ταυτόχρονα μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, του διατάγματος και της αίτησης. Το αίτημά τους έγινε δεκτό. Στη συνέχεια το Δικαστήριο ακύρωσε την επίδοση της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος που έγινε στους εφεσιβλήτους-εναγομένους, καθότι δεν μεταφράστηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα, είτε στη γλώσσα της χώρας που θα γινόταν η επίδοση, σύμφωνα με τη Δ.6, θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είτε στην Αγγλική με πιστοποιημένα αντίγραφα της μετάφρασης, σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Κυρωτικού Νόμου 8(ΙΙΙ)/
  12. Η απόφαση για ακύρωση της επίδοσης εφεσιβλήθηκε. Τα ερωτήματα που καλείτο το Εφετείο να αποφασίσει ήταν ποια έγγραφα οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να επιδώσουν και κατά πόσο τα έγγραφα αυτά θα έπρεπε να ήταν μεταφρασμένα. Σε σχέση με το πρώτο ερώτημα το Εφετείο αποφάσισε ότι, δυνάμει της Δ.48, θθ. 12 και 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση να επιδώσουν τόσο την Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, όσο και την αίτηση και το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αναφορικά με το θέμα της μετάφρασης των εγγράφων, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σε σχέση με το θέμα αυτό και επανέλαβε ότι τα έγγραφα θα έπρεπε να είχαν μεταφραστεί. Το Εφετείο εξέτασε και το ενδεχόμενο θεραπείας της πιο πάνω παρατυπίας, κατέληξε όμως ότι η παράβαση της διακρατικής Συμφωνίας, που προέβλεπε για τη μετάφραση των πιο πάνω εγγράφων, δεν θα μπορούσε να θεραπευτεί με το μηχανισμό της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθότι εκείνη η διαδικασία αφορούσε μόνο τις περιπτώσεις που δεν υπήρχε συμμόρφωση με τους Θεσμούς και όχι σε άλλες παρατυπίες άσχετες με τους Θεσμούς. Η υποχρέωση των εναγόντων να επιδώσουν την αίτηση και το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, προκύπτει, ως αναφέρεται και με βάση την πιο πάνω απόφαση, από τη Δ.48, θθ. 12 και 13 των Θεσμών. Η Δ.48, θ.12 προβλέπει ότι σε περίπτωση διατάγματος που εξασφαλίζεται μετά από μονομερή αίτηση, το διάταγμα θα είναι δεσμευτικό για το διάδικο από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτόν επισήμου αντιγράφου της μονομερούς αίτησης. Και ο θ.13 της ιδίας Διάταξης προβλέπει ότι όποτε επιδίδεται διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, θα πρέπει να επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευε. Η υποχρέωση επίδοσης της αίτησης τονίζεται και στην πιο πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd[3]. Απόκλιση από τις πρόνοιες της Δ.48, θ.13, θεωρήθηκε από το Εφετείο ως μη θεραπεύσιμη παρατυπία. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «.. Όσον αφορά την παράβαση της Δ.48 θ.13 η οποία επιβάλλει την επίδοση ταυτόχρονα με το διάταγμα που εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση, και της ιδίας της μονομερούς αιτήσεως μαζί με τη συνοδευτική ένορκη δήλωση της, το μόνο που οφείλεται να τονισθεί είναι ότι το λεκτικό της είναι σαφές και επιτακτικό και δεν χωρεί απόκλιση από αυτό ώστε η απόκλιση αυτή να θεωρείται θεραπεύσιμη από τη Δ.64 ως παρατυπία.» Σε σχέση με τη μετάφραση των εγγράφων, το θέμα διέπεται από τη Δ.6, θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. O θεσμός προβλέπει ότι τα έγγραφα θα πρέπει να είναι μεταφρασμένα στην επίσημη γλώσσα της χώρας στην οποία πρόκειται να γίνει η επίδοση, επαληθευμένα ενόρκως από ή εκ μέρους του προσώπου το οποίο προβαίνει στην παράκληση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα έγγραφα που στάληκαν δεν ήταν μεταφρασμένα, ήταν όλα στην Ελληνική γλώσσα. Είναι επίσης η θέση των Αιτητών ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τόσο στο Κλητήριο Ένταλμα, που είναι Γενικώς Οπισθογραφημένο, όσο και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 30.11.2011 για άδεια σφράγισης και επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος, αναγράφεται ότι το 99.99% του εκδομένου κεφαλαίου της εναγομένης 14 και το 92.75% του εκδομένου κεφαλαίου της εναγομένης 15 που κατείχε η ενάγουσα, εγγράφηκαν στο όνομα της εναγομένης 1 «. ένεκα συμπαιγνίας και δόλιων και παράνομων ενεργειών των εναγομένων περιλαμβανομένης πλαστογραφίας». Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν κατά την άποψή μου αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών. Το τελευταίο θέμα που θα με απασχολήσει είναι το διάταγμα επίδοσης των δικαστικών εγγράφων μέσω ταχυμεταφορέα. Κατά πόσο ορθά ή λανθασμένα έχει εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα θα κριθεί με βάση τα στοιχεία της αίτησης στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα. Υπενθυμίζω ότι το διάταγμα εκδόθηκε την 8.12.2011 στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 30.11.
  13. Το Δικαστήριο είχε δώσει άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος και για επίδοση στους Καθ' ων η Αίτηση 4-18 της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος διά αποστολής αυτής με εταιρεία διεθνών μεταφορών και παραδόσεων. Τα πιο πάνω διατάγματα είχαν εκδοθεί στα πλαίσια της αίτησης ημερομηνίας 30.11.
  14. Επισημαίνω ότι η πιο πάνω αίτηση δεν στηρίχθηκε σε οποιαδήποτε Διεθνή Σύμβαση, αλλά στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2, θ.2, Δ.5, θ.9, 5Α, Δ.6, Δ.48, θθ. 1, 2, 8

(1)(α.1) (e) και στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο
  1. Η Δ.6, θ.9[4] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την υποκατάστατη επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δικαστικού εγγράφου στην περίπτωση που η επίδοση μέσω της επισήμου οδού, ήτοι της Αγγλικής Υπάτης Αρμοστείας ή της Αλλοδαπής Δικαστικής Αρχής, που προβλέπεται από τη Δ.6, θ.7, έχει αποδεδειγμένα αποτύχει. Στην υπό κρίση υπόθεση όμως οι ενάγοντες δεν είχαν καταβάλει οποιαδήποτε προσπάθεια για επίδοση με τον τρόπο που προβλεπόταν στη Δ.6 θ.7, ήτοι μέσω των Κρατικών Αρχών και συνεπώς οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6, θ.9, που είναι και η μοναδική βάση επί της οποίας εδραζόταν η συγκεκριμένη θεραπεία, δεν επληρούντο. Καταληκτικά αναφέρω ότι οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση, την οποία απέτυχαν να εκπληρώσουν, να επιδώσουν στους εναγομένους την Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος μαζί με την αίτηση ημερομηνίας 30.11.2011 και το διάταγμα ημερομηνίας 8.12.
  2. Όλα τα έγγραφα θα έπρεπε να ήταν μεταφρασμένα και να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση επαλήθευσης της μετάφρασης. Πέραν τούτου όμως, θεωρώ, για τους λόγους που αναπτύσσω αμέσως πιο πάνω, ότι το διάταγμα ημερομηνίας 8.12.2011, που επέτρεπε την επίδοση μέσω ταχυμεταφορέα, θα πρέπει να παραμεριστεί. Εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού του διατάγματος ημερομηνίας 8.12.2011, στην έκταση που αφορά επίδοση μέσω ταχυμεταφορέα, ως επίσης και διάταγμα παραμερισμού των επιδόσεων των δικαστικών εγγράφων στους Εναγομένους-Αιτητές. Οι υπόλοιπες θεραπείες απορρίπτονται. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] Βλέπετε σχετικά Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82 και Αίτηση Certiorari αναφορικά με τον Martin Coward (Αρ. 2)
(2012)1Α ΑΑΔ 257, 267. [2]
(2009)1(B) ΑAΔ.1350 [3] Π.Ε. 387/2011, ημερομηνίας 17.11.2014 [4] «Όπου επίσημο πιστοποιητικό ή δήλωση που αποστέλλεται στο Δικαστήριο της Κύπρου κατά τον τρόπον που προνοείται στον Κανονισμό 8 αυτής της Διάταξης, πιστοποιεί ή δηλώνει ότι προσπάθειες για επίδοση του εγγράφου έγιναν χωρίς να καταστεί δυνατή η επίδοση, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται κατόπιν αιτήσεως άνευ ειδοποιήσεως (ex-parte) του Ενάγοντα, να διατάξει όπως ο Ενάγοντας θα είναι ελεύθερος για παράκληση με υποκατάστατο επίδοση του τέτοιου εγγράφου». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.