Ευαγόρας Δημητρίου ν. Ειρήνη Παρασκευά κ.α., Αρ. Αγωγής: 8/15, 10/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A287 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8/15 Μεταξύ: Ευαγόρας Δημητρίου Ενάγοντα -και-
- Ειρήνη Παρασκευά
- Στέλλα Παρασκευά Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Ιουλίου 2015 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενες - Αιτήτριες: κ. Μ. Γεωργίου Για Ενάγοντα - Καθ'ου η αίτηση: κα Ανδριάνα Κλαϊδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας στις 5.1.2015 καταχώρησε εναντίον των Εναγομένων την παρούσα αγωγή. Την 4.2.2015 ταυτόχρονα με την καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης, οι Εναγόμενες - Αιτήτριες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να ακυρώνεται το κλητήριο ένταλμα. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.2 Θ.1 και Θ.6, Δ.16 Θ.9, και Δ.48, Θ.Θ 1-4, 7,8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Ειρήνης Παρασκευά, Εναγόμενης αρ.1 ημερομηνίας 4.2.
- O λόγος για τον οποίον ζητείται ο παραμερισμός και/ή η ακύρωση του κλητηρίου Εντάλματος είναι ότι το έντυπο που χρησιμοποιήθηκε για να καταχωρηθεί η αγωγή είναι άγνωστο στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, για την καταχώρηση της αγωγής χρησιμοποιήθηκε ο Τύπος Aρ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι «Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2,1) ενώ στην Οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος περιλαμβάνεται κατά τον ισχυρισμό των Εναγομένων «Έκθεση Απαίτησης» αντί «Οπισθογράφηση Απαιτήσεως» Στις 29.4.2015 ο Ενάγοντας - Καθ' ου η Αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Πρόθεσης υποβολής Ένστασης στηριζόμενη στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.Θ. 1,3,6 και 12, Δ.5, Δ.5Α Θ.7, Δ.9 Θ.Θ. 10 και 11, Δ.16 Θ.9, Δ.17 Θ.10, Δ.25 Θ.Θ. 1έως 6, Δ.35 Θ.Θ. 18 και 19, Δ.42Α Θ.Θ. 1,2,3,6,7,11 και 12, Δ.48 Θ.Θ.1,2,4,7,8,9,10,12 Δ.63 Θ.Θ. 1,2,4 και 8
(1)(e), Δ.64 Θ.Θ. 1,2,4, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρα 31, 32
(1)
(2)και
(3),33,41,42, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 9,22, έως 88, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση και Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου, προβάλλοντας λόγους ένστασης που μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως:
- Οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο νόμος δια τον παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος δεν ικανοποιούνται στην υπό εξέταση περίπτωση (Λόγοι Ένστασης Α και Ε)
- Η αίτηση δια τον παραμερισμό και/ή ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process), καθότι η διαγωγή των Εναγομένων - Αιτητριών αποτελεί ασυγχώρητη και περιφρονητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας. (Λόγος Ένστασης Β)
- Η Αίτηση είναι παράτυπη, πάσχει νομικά, είναι ανυπόστατη και αδικαιολόγητη. (Λόγοι Ένστασης Γ, Δ, Στ και Ζ) Η ειδοποίηση πρόθεσης Ένστασης συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ευαγόρα Δημητρίου, Ενάγοντος ο οποίος αναφέρει ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε σε κλητήριο Ένταλμα Ο,2.1, ήτοι κλητήριο Ένταλμα με γενική οπισθογράφηση η οποία φέρει τίτλο Έκθεση Απαιτήσεως αλλά δεν περιλαμβάνεται σε αυτό η Έκθεση Απαίτησης και περιορίζεται μόνο στο Αιτητικό. Ισχυρίζεται ότι πρόκειται για απλή παρατυπία. Η υπό κρίση Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση στις 1.7.2015 κατά την οποία οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν μέσω των αγορεύσεων τους τις αντίστοιχες τους θέσεις τις οποίες έχω μελετήσει με προσοχή. Αρχίζω με αναφορά στις Δικονομικές Διατάξεις που αφορούν τον Τύπο έναρξης μιας αγωγής. Ειδικότερα, η Δ.2 Θ.1 προνοεί ότι εκτός αν υπάρχει διαφορετική πρόνοια, οιαδήποτε αγωγή ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου θα αρχίζει με κλητήριο Ένταλμα (Τύπος 1 και 2). H Δ.2 θ.6 προνοεί ότι σε όλες τις άλλες αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο, εκτός από αγωγές για λίβελλο, προφορική δυσφήμιση, κακόβουλη δίωξη, παράνομη φυλάκιση, αποπλάνηση ή αθέτηση υπόσχεσης γάμου, και σε αγωγές, στις οποίες υπάρχει ισχυρισμός για δόλο εκ μέρους του ενάγοντος «το κλητήριο ένταλμα δύναται, κατά την εκλογή του ενάγοντος να είναι ειδικά οπισθογραφημένο με την έκθεση απαιτήσεως του, ή την επανόρθωση ή τη θεραπεία στην οποία ισχυρίζεται ότι δικαιούται (Τύπος 2).» Από το περιεχόμενο του Δικαστικού Φακέλου προκύπτει ότι στην παρούσα περίπτωση, το κλητήριο που καταχώρισε ο Ενάγοντας - Καθ' ου η Αίτηση, φέρει τίτλο «Αρ. 1 - Κλητήριο Ένταλμα (Ο.2,1)» και αναφέρει ότι «η εν τη αγωγή αξίωσης εκτίθεται εις την όπισθεν του παρόντος κλητηρίου οπισθογράφησιν». Δεν περιλαμβάνεται σημείωση σε σχέση με τον χρόνο εντός του οποίου πρέπει να καταχωρηθεί υπεράσπιση. Στην οπισθογράφηση αναγράφονται μόνο οι αξιώσεις του Ενάγοντος χωρίς καταγραφή των γεγονότων επί των οποίων εδράζονται. Όλα τα πιο πάνω διακρίνουν τον Τύπο 1 από τον Τύπο 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθιστώντας εμφανές ότι ο Ενάγοντας - Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα περίπτωση καταχώρησε κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο (Τύπος 1). Η παρατυπία που εντοπίζεται αφορά τον τίτλο της Γενικής Οπισθογράφησης. Ειδικότερα αντί να τεθεί ως τίτλος «Οπισθογράφησις Απαιτήσεως» αναγράφηκε «Έκθεση Απαιτήσεως». Είναι αδιαμφισβήτητο ότι αυτό αποτελεί παρέκκλιση από τον καθοριζόμενο στους Κανονισμούς τύπο
- Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον η παρέκκλιση αυτή είναι ικανή να οδηγήσει σε παραμερισμό του κλητηρίου Εντάλματος. Το ζήτημα κατά την κρίση μου πρέπει να ιδωθεί μέσα από το πρίσμα της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία περιλαμβάνεται και στη νομική βάση της Ένστασης. Προνοεί δε τα ακόλουθα: «1.
(1)H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)To Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς. Σε σχέση με την εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει της Δ.64, στην υπόθεση Γιώργος Φαλέκκου v. Κυριάκου Χριστοφίδη Πολιτική Έφεση 63/10 ημερομηνίας 17/12/2013 επαναβεβαιώθηκε ότι η διάταξη αυτή (όπως διαμορφώθηκε με τον τροποποιητικό Κανονισμό 2/1995) κατάργησε τη διάκριση μεταξύ άκυρης και αντικανονικής διαδικασίας. Το Εφετείο με αναφορά τόσο σε Κυπριακή αλλά και σε Αγγλική νομολογία σε σχέση με την αντίστοιχη Αγγλική διάταξη αποφάσισε ότι η Δ.64 δίνει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς είτε να παραμερίσει τη διαδικασία, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει διάταγμα για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Στην ίδια απόφαση εξετάστηκε και το ζήτημα κατά πόσον το Δικαστήριο έχει εξουσία να θεραπεύσει αυτεπαγγέλτως την παρατυπία, ή πρέπει να αφήσει τον διάδικο να αποταθεί ο ίδιος στο δικαστήριο για άρση της. Το Εφετείο αποφάσισε με αναφορά στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Παναγιώτου
(1999)1A ΑΑΔ 366, ότι υπάρχει διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64. Το Εφετείο κατέληξε ότι από τη στιγμή που το πρωτόδικο δικαστήριο προέβη σε διαπίστωση ότι πρόκειται για θεραπεύσιμη παρατυπία, μπορούσε στην ίδια διαδικασία να θεραπεύσει την παρατυπία δυνάμει της Δ.64, εφόσον έκρινε αυτό αναγκαίο. Λέχθηκαν τα εξής χαρακτηριστικά: «Θα ήταν τυπολατρική προσέγγιση αν κρίναμε ότι για να θεραπευθεί η ήδη διαπιστωθείσα παρατυπία θα έπρεπε το πρωτόδικο δικαστήριο να αναβάλει την υπόθεση, ώστε να δοθεί χρόνος στον Εφεσίβλητο να καταχωρίσει αίτηση δυνάμει της Δ.64 για να θεραπεύσει την παρατυπία.» Τα κριτήρια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για θεραπεία μιας παρατυπίας αναφέρθηκαν στην Wunderlich (ανωτέρω). Συνοψίζοντας όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση εκείνη προκύπτει ότι ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη υπέρ της άρσης της παρατυπίας είναι να μην οδηγήσει σε πασιφανή αδικία στην άλλη πλευρά. Επίσης η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. Η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι η παρατυπία δεν είναι τέτοιας μορφής ή έκτασης που ενδεχόμενη θεραπεία της, θα παραβλάψει τα δικαιώματα των Εναγομένων. Από τη στιγμή που η αγωγή βρίσκεται ακόμα στα αρχικά της στάδια καθώς και ένεκα του ότι είναι εμφανές ότι ο Ενάγοντας καταχώρισε κλητήριο Γενικώς Οπισθογραφημένο στο οποίο δεν παρατίθενται λεπτομέρειες γεγονότων και θα επακολουθήσει η καταχώρηση Έκθεσης Απαίτησης, δεν βλέπω με ποιο τρόπο η θεραπεία της παρατυπίας θα βλάψει δυσμενώς τα συμφέροντα των Εναγομένων. Ούτε τέθηκαν στοιχεία εκ μέρους των Εναγομένων ότι θα προκληθεί τέτοια βλάβη ώστε να δικαιολογείται ένα τόσο δραστικό μέτρο όπως ο παραμερισμός του κλητηρίου εντάλματος. Κάτω από τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και ιδιαίτερα λόγω της απουσίας οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς καταλήγω ότι πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια υπέρ της άρσης της παρατυπίας. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Τούτο προδιαγράφει την κατάληξη της παρούσας Αίτησης. Παρά τα πιο πάνω δεν πρέπει να ξεχνά κανείς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το Δικαστήριο (βλ. υπόθεση Γιώργος Φαλέκκου ανωτέρω). Ο Ενάγοντας - Καθ' ου η Αίτηση μέσω της παρούσας Αίτησης έχει εξασφαλίσει άρση της παρατυπίας στην οποία ο ίδιος υπέπεσε χωρίς να χρειαστεί να προχωρήσει σε άλλη αυτοτελή αίτηση. Η Δ.64 παρέχει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να επιβάλει όρους ως προς τα έξοδα. Κατά συνέπεια, παρά την αποτυχία της Αίτησης κρίνω δίκαιο να αποκλίνω από τον κανόνα που ορίζει ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης και να μην εκδώσω οποιαδήποτε διαταγή ως προς αυτά. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο