Αναφορικά με την Εταιρεία Cyprus Airways Public Limited, Αρ. Αίτησης: 78/2015, 24/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A301 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 78/2015 Μεταξύ: Αναφορικά με την Εταιρεία Cyprus Airways Public Limited και Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 όπως τροποποιήθηκε ----------------- Αίτηση ημερ. 8 Απριλίου 2015 24 Ιουλίου,
- Για τους Αιτητές: κα Α. Ιωάννου Για Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Μίτλεττον ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 13.2.2015 ο Μαρίνος Ευσταθίου, Αιτητής στην παρούσα διαδικασία, καταχώρησε Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία ζητά να ανασταλεί η διαδικασία της εκούσιας εκκαθάρισης της εταιρείας Cyprus Airways Public Limited και να εμποδιστούν οι εκκαθαριστές αυτής να διαθέσουν την κινητή και ακίνητη περιουσία της. Ζητά επίσης προσωρινό διάταγμα όπως διοριστούν προσωρινοί εκκαθαριστές της πιο πάνω εταιρείας, η οποία θα αναφέρεται ως «η εταιρεία», οι Κρις Ιακωβίδης και Άντρη Αντωνίου. Ο Αιτητής είναι κάτοχος μικρού ποσοστού μετοχών της εταιρείας και πιστωτής του ποσού των €530.000 που η εταιρεία, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του, παράνομα και αντισυμβατικά απέκοψε από τις απολαβές του και για το οποίο ποσό εκκρεμεί αγωγή στο Δικαστήριο. Είναι η θέση του Αιτητή ότι η Κυπριακή Δημοκρατία αντί να συμμορφωθεί με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ημερομηνίας 9.1.2015, και να προβεί σε ανάκτηση από την εταιρεία των ποσών που είχαν δοθεί ως κρατικές ενισχύσεις και να επαναφέρει την κατάσταση που βρισκόταν η αγορά πριν την παραχώρηση των ενισχύσεων, οδήγησε την εταιρεία σε μια προσχεδιασμένη εκούσια εκκαθάριση. Το Διοικητικό Συμβούλιο, κατά τη συνεδρία του ημερομηνίας 9.1.2015, κατά παράβαση του Νόμου και του Καταστατικού της εταιρείας, συνεδρίασε και έλαβε απόφαση για εκούσια εκκαθάρισή της. Στην ένορκη δήλωση επισημαίνονται επίσης και διάφορες άλλες παρατυπίες/παρανομίες που έλαβαν χώρα κατά τις συνελεύσεις των πιστωτών και των μετόχων, και λάθη και παραλείψεις που έγιναν στην προσπάθεια εξεύρεσης επενδυτή που θα αγόραζε την εταιρεία και στη διαχείριση των περιουσιακών της στοιχείων. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αννίτας Αντωνίου, γραμματέα της. Η ομνύουσα απορρίπτει τη θέση του Αιτητή ότι υπήρξαν παρατυπίες και παρανομίες στη διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης της εταιρείας και στη διαδικασία διορισμού των δύο εκκαθαριστών. Οι πιο πάνω θέσεις της στηρίζονται κυρίως στα πρακτικά των συνελεύσεων και στις νομικές συμβουλές που έλαβε από το δικηγόρο Π. Πολυβίου. Με την υπό κρίση Αίτηση ο Αιτητής ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο διατάσσεται η πιο πάνω ομνύουσα, Αννίτα Αντωνίου, να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου των παραγράφων 1, 8(α), 8(δ)-(στ), 9, 12, 13, 14, 17(α), 17(β), 20, 21, 22(β), 23, 24(δ), 26, 28, 35, 37, 43, 49, 50(α), 50(β) και 50(γ). Στην ουσία ζητά όπως η ομνύουσα αντεξεταστεί σε σχέση με τις πλείστες αναφορές που περιέχονται στην ένορκη δήλωσή της, είτε αυτές αναφέρονται σε πραγματικά είτε σε νομικά θέματα για τα οποία έλαβε νομική συμβουλή από δικηγόρο. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τα θέματα επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση, παρά το γεγονός ότι παρατίθονται με συνοπτικό τρόπο, καλύπτουν τέσσερις περίπου σελίδες και περιλαμβάνονται σε 22 ξεχωριστές παραγράφους. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του δικηγόρου Κωνσταντίνου Κούσουλου. Σε αυτή γίνεται εκτενής αναφορά σε νομολογία σε σχέση με τον τρόπο που θα πρέπει να διεξαχθεί η ακρόαση, επαναλαμβάνονται τα εικοσιδύο θέματα επί των οποίων ζητείται η αντεξέταση της ομνύουσας Αννίτας Αντωνίου, δεν εξειδικεύονται όμως οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση. Δεν διευκρινίζεται γιατί είναι αναγκαίο να επιτραπεί η αντεξέταση της ομνύουσας της επί των συγκεκριμένων θεμάτων, το μόνο που αναφέρεται είναι ότι ο Αιτητής «. αμφισβητεί την αλήθεια, την ειλικρίνεια και αξιοπιστία των ισχυρισμών που καταγράφονται στις παραγράφους» και σε κάποιο άλλο στάδιο ότι «επιθυμεί να αντικρούσει την προσαχθείσα μαρτυρία». Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, είναι η θέση τους πως η καταχώρηση της Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου και αποτελεί έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας. Επιπρόσθετα, με την Αίτηση ο Αιτητής επιχειρεί να αντεξετάσει επί γεγονότων που αφορούν την ουσία της διαφοράς, «. ωσάν να δικάζεται προφορικά και η ουσία της Κυρίως Αίτησης 78/15». Η ευχέρεια αντεξέτασης της ομνύουσας παρέχεται από τη Δ.39, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί τα πιο κάτω: «Upon an application evidence may be given by affidavit but the Court or a Judge may, on the request of either party, order the attendance of the deponent for cross examination». Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στη αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις που τη στηρίζουν, τηρουμένης της δυνατότητας για αντεξέταση, που προνοείται στη Δ.
- Σχετική είναι η Δ.48, θ.4
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Κατά πόσο θα εκδοθεί ή όχι το αιτούμενο διάταγμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται πάντα δικαστικά, με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, μεταξύ άλλων, τη φύση της ενδιάμεσης αίτησης και το είδος των θεραπειών που ζητούν οι Αιτητές. Τα θέματα επί των οποίων ένας διάδικος δύναται να αντεξετάσει είναι περιορισμένα και πρέπει να εξυπηρετούν τις άμεσες ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας. Δεν πρέπει να επεκτείνονται σε όλα τα αμφισβητούμενα θέματα, αλλά μόνο σε εκείνα που είναι αναγκαία για σκοπούς εξέτασης της αίτησης[1]. Η Δ.39 των Θεσμών αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Διάταξη
- Στο Annual Practice του 1958, σελίδα 921, τονίζεται ότι το Δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να εκδώσει διάταγμα για αντεξέταση, το θέμα επαφίεται στη διακριτική του ευχέρεια. Σχετικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England[2]: «Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion». Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι και το απόσπασμα από το σύγγραμμα Commercial Injunctions[3]: «Whether the application is to be granted is a matter of discretion, but in general the court is reluctant to allow cross examination unless it is necessary in order to do justice between the parties. The court will not usually order cross examination on an affidavit in support of an application to discharge or vary Mareva relief, because this would tend to turn such an application into a mini-trial involving unnecessary cost and excessive use of court time». Η έκδοση διαταγμάτων αντεξέτασης πρέπει να γίνεται με φειδώ και μετά από πολλή περίσκεψη. Τέτοια διατάγματα δεν πρέπει να εκδίδονται ως θέμα ρουτίνας, αλλά μόνο κατ΄ εξαίρεση[4]. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε στα πλαίσια αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Κατά την εκδίκαση της πιο πάνω αίτησης, ο ρόλος του Δικαστηρίου είναι περιορισμένος. Θα πρέπει να εξετάσει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθούν τα διατάγματα. Προτού εκδώσει τα διατάγματα θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση, πιθανότητα επιτυχίας και ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε αργότερο στάδιο[5]. Στο στάδιο εκείνο δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης, ούτε και προβαίνει σε ευρήματα σε σχέση με την τελική έκβαση της υπόθεσης[6]. Αίτημα του Αιτητή στην παρούσα περίπτωση είναι όπως επιτραπεί η αντεξέταση της ομνύουσας επί όλων των θεμάτων για να «αμφισβητήσει την ειλικρίνεια της» και «να αντικρούσει τη μαρτυρία της». Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει καταδειχθεί καλός λόγος με βάση τον οποίο θα ήταν δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Τυχόν έγκριση του πιο πάνω αιτήματος θα οδηγούσε, χωρίς αμφιβολία, σε εκτροχιασμό της διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος και θα μετέτρεπε την πιο πάνω διαδικασία σε ακρόαση επί της ουσίας της υπόθεσης. Η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή. [Υπ.] Τ. Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. [1] Balray Singh Samra v. Ναταλίας Πατσαλίδου, Ε.Δ. Λευκωσίας, αρ. αγωγής 7123/08, ημερομηνίας 9.4.2009, Grigoryev Alexander v. Nikitin Alexander Eπαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αρ. αγωγής 4590/2011, ημερομηνίας 14.1.
- [2] 3η έκδοση, τόμος 21, σελ. 418-419 [3] Steven Gee, 5th edition, σελ. 678 [4] J. Lasala κ.ά. και Λυκούργου Κυπριανού κ.ά., αρ. αγωγής 5581/2005, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 12.6.2007 [5] Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 [6] Ντάγκλας v. Ντάγκλας
(2004)1 ΑΑΔ 629, Επίσημος Παραλήπτης v. Nicantony Trading Co. Ltd.
(1998)1 AAΔ 1653 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο