Ελένης Αγαθοκλέους ν. Δήμου Έγκωμης κ.α., Αρ. Αγωγής: 3767/03, 22/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A296 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. N. Σταύρου, A.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3767/03 Μεταξύ: Ελένης Αγαθοκλέους Ενάγουσας και 1. Δήμου Έγκωμης 2. Νίκου Παυλίδη 3. Ιεράς Μονής Κύκκου 4. A. Panayides Contracting Ltd 5. Γενικού Εισαγγελέα (Τμήμα Πολεοδομίας & Οικήσεως) 6. The Cyprus Tourism Development Co. Ltd. φ/δι Louis Tours Εναγομένων Και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 23/10/2006 Μεταξύ: Ελένης Αγαθοκλέους Ενάγουσας και 1. Δήμου Έγκωμης 2. Νίκου Παυλίδη 3. Ιεράς Μονής Κύκκου 4. A. Panayides Contracting Ltd 5. Γενικού Εισαγγελέα (Τμήμα Πολεοδομίας & Οικήσεως) 6. Louis Hotels Public Co. Ltd Εναγομένων Αίτηση ημερ. 24.10.2014 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης 22 Ιουλίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Νικόλας Αγγελίδης για ΦΟΙΒΟ, ΧΡΙΣΤΟ ΚΛΗΡΙΔΗ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3 - Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Γιώργος Παρμακλής για ΒΕΛΑΡΗΣ & ΒΕΛΑΡΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά από πολύχρονη και επίπονη δικαστική διαδικασία, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατόπιν ακρόασης, απέρριψε στις 2.5.2014 την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή της ενάγουσας (εφεξής η αιτήτρια) εναντίον της εναγομένης 3 (εφεξής η καθ' ης η αίτηση) και την καταδίκασε να καταβάλει τα δικηγορικά έξοδα. Σύμφωνα με τη συνταγμένη απόφαση του Δικαστηρίου, τα εν λόγω έξοδα υπολογίστηκαν σε €9.115,67 (πλέον €5.13 πραγματικά έξοδα) πλέον τόκο 8% από 11.4.2003 μέχρι 14.10.2008 πλέον 5.5% από 15.10.2008 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €59 έξοδα της απόφασης πλέον ΦΠΑ. Η αιτήτρια έχει εφεσιβάλει την απορριπτική απόφαση στην ολότητα της και η έφεση εκκρεμεί για εκδίκαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Με την παρούσα Αίτηση, η αιτήτρια ζητά την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την τελική εκδίκαση της έφεσης που έχει καταχωρήσει. Η Αίτηση στηρίζεται (και) στο ορθό νομικό υπόβαθρο και πλαισιώνεται από δύο ένορκες δηλώσεις. Η πρώτη (εφεξής η αρχική Ε.Δ) συνόδευε την Αίτηση και η δεύτερη (εφεξής η συμπληρωματική Ε.Δ) προστέθηκε στις 17.3.2015, κατόπιν συναίνεσης της αντίδικης πλευράς και επακόλουθης άδειας του Δικαστηρίου. Ως προκύπτει, είναι θέση της αιτήτριας, ότι, η έφεση που έχει καταχωρήσει έχει πολύ καλές πιθανότητες να επιτύχει, αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης του υπέπεσε σε σφάλματα. Επί τούτου δίδονται λεπτομέρειες στην παράγραφο 8 της αρχικής Ε.Δ και επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 η Ειδοποίηση Εφέσεως. Παράλληλα, διατυπώνεται η θέση ότι σε περίπτωση που δεν ανασταλεί η εκτέλεση της πρωτόδικης απόφασης και κληθεί έτσι να καταβάλει τα επιδικασθέντα έξοδα στην καθ' ης η αίτηση, ενδέχεται η έφεση της να καταστεί άνευ αντικειμένου, αφού η καθ' ης η αίτηση έχει χρέη της τάξεως των 60 εκατομμυρίων, απέκοψε μισθούς υπαλλήλων, μείωσε δραστικά το προσωπικό της και γενικά αντιμετωπίζει πρωτοφανές πρόβλημα ρευστότητας. Η ίδια, ως διατείνεται, είναι συνταξιούχος ιατρός, φερέγγυα και τα μόνα της εισοδήματα είναι η σύνταξη της των €2.000 μηνιαίως. Η μόνη της περιουσία είναι η οικία όπου διαμένει (παράγραφος 10 της αρχικής Ε.Δ). Δεν μπορεί να καταβάλει τα έξοδα με μια δόση (παράγραφοι 7(β), 8(β) και 12(β) (
- ii)της Συμπληρωματικής Ε.Δ.). Είναι όμως διατεθειμένη να καταβάλει τα έξοδα με την περιοδική καταβολή ενός λογικού ποσού, συμφώνως των δυνατοτήτων της, νοούμενου ότι θα της παρασχεθεί ικανοποιητική εξασφάλιση ότι θα της επιστραφούν, αν επιτύχει η έφεση της (παράγραφος 13 της αρχικής Ε.Δ.). Ομοίως είναι διατεθειμένη να υπογράψει τραπεζική εγγύηση ή άλλη εξασφάλιση για πληρωμή των εξόδων της αντίδικης πλευράς (παράγραφος 13 της συμπληρωματικής Ε.Δ.). Πάντως σε περίπτωση που δεν επιτύχει η έφεση της, θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί πλήρως και να καταβάλει τα όποια οφειλόμενα ποσά προς την καθ' ης η αίτηση (παράγραφος 10 της αρχικής Ε.Δ.). Η καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση για πρόθεση Ένστασης στις 22.1.2015. Σε αυτή προβάλλονται οι εξής 3 ειδικοί λόγοι ένστασης: «1. Η αίτηση στερείται οποιουδήποτε ορθού, νομικού και/ή πραγματικού υποβάθρου. 2. Η αίτηση είναι κακόπιστη με την έννοια ότι έχει καταχωρηθεί με μόνο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας στους Εναγόμενους. 3. Η αίτηση είναι καταχρηστική καθώς τα γεγονότα στα οποία εδράζεται δεν στοιχειοθετούν αλλ΄ ούτε καν επικαλούνται οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί επέμβαση του Δικαστηρίου με την αναστολή εκτέλεσης». Η Ένσταση στηρίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο ενώ τα γεγονότα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Σωτήρη Κυριάκου, ασκούμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση. Ο ενόρκως δηλών, αφού επικαλείται κάποιες αντιφάσεις, όπως τις χαρακτηρίζει, στην αρχική Ε.Δ. που συνοδεύει την Αίτηση, υποβάλλει ότι αυτή, δεν θα πρέπει να γίνει δεκτή. Το Δικαστήριο, εισηγείται, δεν θα πρέπει να καταπιαστεί με την ουσία της έφεσης. Έτσι κι αλλιώς ο παράγοντας αυτός - από μόνος του - δεν αρκεί για να ανασταλεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης. Απ' εκεί και πέρα, διατείνεται, η αιτήτρια δεν έχει υποβάλει κανένα βάσιμο λόγο για αναστολή. Τα περί αφερεγγυότητας της καθ' ης η αίτηση είναι ατεκμηρίωτα και εν πάση περιπτώσει άσχετα, αφού οι δικηγόροι της, προθυμοποιήθηκαν να δεσμευτούν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οποιαδήποτε έξοδα πληρωθούν από την αιτήτρια θα της επιστραφούν από τους ιδίους προσωπικά σε περίπτωση που επιτύχει η έφεση της επί του σημείου αυτού. Επισυνάπτει μάλιστα και σχετική επιστολή επί του ζητήματος (τεκμήριο 1). Περαιτέρω επισημαίνει ότι η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει αντέφεση επί συγκεκριμένης πτυχής της εκδοθείσας απόφασης, αλλά το γεγονός τούτο - σε αντίθεση με την εισήγηση της αιτήτριας - ουδόλως επηρεάζει το δικαίωμα της να πληρωθεί τα δικηγορικά έξοδα. Η θέση αυτή της καθ' ης η αίτηση με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο και δεν χρειάζεται να σχολιασθεί περαιτέρω. Τελικώς, ο ενόρκως δηλών, ζητά την απόρριψη της Αίτησης με έξοδα. Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε στην εκατέρωθεν κατάθεση και υιοθέτηση γραπτών αγορεύσεων από μέρους των ευπαιδεύτων συνηγόρων κ. Αγγελίδη και κ. Παρμακλή αντίστοιχα. Τις αγορεύσεις αυτές, οι οποίες ήταν διαφορετικής φιλοσοφίας, δομής και έκτασης, τις διεξήλθα με προσοχή και ενδελέχεια. Προτού όμως καταπιαστώ με επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς, αξίζει να προβώ σε μια σύντομη ανασκόπηση των εφαρμοστέων νομικών αρχών. Πρωτίστως σχετική και εφαρμοστέα είναι η Διαταγή 35, Θ.18 και 19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο Θ.18 προνοεί ότι η άσκηση έφεσης δεν επενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εκτός εάν εκδοθεί σχετικό διάταγμα από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ή από το Ανώτατο Δικαστήριο. Ο Θ.19 καθορίζει ότι στις περιπτώσεις όπου προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής αίτησης είτε στο Πρωτόδικο Δικαστήριο είτε στο Εφετείο, ο αιτητής οφείλει πρώτα να αποταθεί στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, προϋπόθεση, με την οποία ο εδώ αιτητής, έχει όντως συμμορφωθεί. Απ' εκεί και πέρα η Νομολογία, καθορίζει τις αρχές οι οποίες διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε ότι αφορά αιτήματα για αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Οι αρχές αυτές συνοψίζονται στην υπόθεση Ναυτικός ΄Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147 ως εξής: "Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο δικαστήριο από τη Δ.35 Θ.18. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατ´ εξοχή παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων επιβάλλει τη στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με τις επιπτώσεις της αναστολής, όσο και τη ζωτικότητα του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου". Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1978 υιοθετήθηκε συναφώς το εξής απόσπασμα: "στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μην μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ'αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας." Ομοίως στην υπόθεση Χ¨Ευαγγέλου v. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 Α.Α.Δ. 172, 179 αναφέρεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ασκείται με δύο βασικές αρχές: «i. «Ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται, χωρίς εξαιρετικό λόγο, του καρπού της επιτυχίας του. ii. Το ένδικο μέσο της έφεσης, το οποίο ασκείται δικαιωματικά, δεν πρέπει να αποστερείται της αποτελεσματικότητας του». Σχετικές επί του θέματος είναι και οι υποθέσεις Παπακόκκινου v. Glykys and Araouzos (Insurances) Ltd ως εκπροσώπου της Pearl Assurances Plc κ.α
(1998)1 Α.Α.Δ. 513 και Σάββα v. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως,
(2002)1 Α.Α.Δ. 195. Ξεκινώντας την εδώ εξέταση των σχετικών παραγόντων από τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης που έχει ασκήσει η αιτήτρια, διαπιστώνω απλώς από τα υπάρχοντα στοιχεία, ότι, είναι ουσιαστικά αδύνατο να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα σε ότι αφορά την έκβαση της έφεσης. Δεν πρόκειται για περίπτωση που βοά, έτσι ώστε να είναι πρόδηλο στον καθένα ότι η έφεση οπωσδήποτε θα πετύχει. Μόνο σε μια τέτοια περίπτωση, θα διαδραμάτιζε σημαίνοντα ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου αυτός ο παράγοντας, ιδιαίτερα ενός πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως είναι το παρόν Δικαστήριο. Αλλιώς θα μετατρεπόταν το πρωτόδικο Δικαστήριο σε Εφετείο, είτε του εαυτού του είτε άλλου πρωτόδικου Δικαστηρίου υπό άλλη σύνθεση. Σε ότι αφορά τώρα τον παράγοντα που άπτεται της αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος έφεσης, αβίαστα, καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι, η αιτήτρια - αποτυγχάνοντας να αποσείσει το βάρος απόδειξης το οποίο επωμίζεται - σε καμία περίπτωση δεν έχει παραθέσει στοιχεία που να οδηγούν στο συμπέρασμα, ότι, αυτό της το δικαίωμα θα πληγεί εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η περί τούτου θέση της αιτήτριας, συναρτήθηκε με ισχυρισμό περί αφερεγγυότητας της καθ΄ ης η αίτηση. Επ' αυτού, θα πρέπει να πω, ότι, φαντάζει τουλάχιστον παράξενο, μια Ιερά Μονή και μάλιστα του εκτοπίσματος της καθ' ης η αίτηση, η οποία, σύμφωνα με τα συνημμένα τεκμήρια, εργοδοτεί 200 υπαλλήλους και ασχολείται με ένα ευρύ φάσμα οικονομικών δραστηριοτήτων - παρά τα όποια οικονομικά προβλήματα αντιμετωπίζει εσχάτως - δεν θα μπορέσει να επιστρέψει ένα ποσό δικηγορικών εξόδων της τάξεως των €18.000 μαζί με τους αναλογούντες τόκους. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στις μηνιαίες απολαβές μερικών μόνο εκ των υπαλλήλων της. Και έτσι όμως να έχουν τα πράγματα, η παρούσα περίπτωση έχει μια άλλη, διαφορετική διάσταση, αφού αφορά μόνο δικηγορικά έξοδα. Αποτελεί πρακτική, ότι ακόμα και όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις και αναστέλλεται η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως, τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα να καταβάλλονται ή τουλάχιστον να διασφαλίζονται έναντι ανάληψης (undertaking) από μέρους των δικηγόρων για επιστροφή τους, σε περίπτωση επιτυχούς έκβασης της έφεσης. Σχετική είναι η υπόθεση ΝΙΚΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ V. A. PANAGIDES CONTRACTING LTD
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1978 1984 στην οποία υποδεικνύονται τα ακόλουθα: «Καθόσον αφορά το ζήτημα της μη συμπερίληψης στους όρους αναστολής της καταβολής των εξόδων που έχουν επιδικαστεί υπέρ του εφεσείοντα, είναι γεγονός ότι η πρακτική που ακολουθούν τα Επαρχιακά Δικαστήρια σε παρόμοιες περιπτώσεις είναι ανάλογη προς ό,τι εφαρμόζεται στην Αγγλία πάνω στο ίδιο θέμα. Βλ. Annual Practice 1956, Ord.
- r.
- Ο αποτυχών διάδικος καταβάλλει τα έξοδα που το δικαστήριο επιδίκασε εναντίον του και ο δικηγόρος που εισπράττει το ποσό, αναλαμβάνει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε οδηγία ή διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα στα πλαίσια εκδίκασης της έφεσης». Στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνο με την προαναφερθείσα επιστολή αλλά και ενώπιον του Δικαστηρίου, οι δικηγόροι της καθ' ης η αίτηση, επέδειξαν προθυμία να αναλάβουν μια τέτοια δέσμευση. Η πλευρά όμως της αιτήτριας δεν εδέχθη, καταδεικνύοντας με τη στάση της αυτή, ότι, δεν είναι τόσο η επιστροφή των εξόδων που ανησυχεί την αιτήτρια αλλά η εξ αρχής καταβολή των. Οι λόγοι διαφάνηκαν κατά την εκδίκαση της Αίτησης και αφορούν τη δική της οικονομική αδυναμία να καταβάλει τα έξοδα, τουλάχιστον με την πληρωμή ενός εφάπαξ ποσού. Τούτο είναι το τελικό συμπέρασμα μιας σειράς παλινωδιών και ανακολουθιών που ενυπάρχουν στις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση. Συγκεκριμένα από τη μια η αιτήτρια δηλώνει φερέγγυα, με ιδιόκτητη κατοικία, με μηναία σύνταξη €2.000, έτοιμη να συμμορφωθεί ακόμα και με διαταγή του εφετείου για την καταβολή εξόδων - η οποία ενδεχομένως να είναι και επαυξημένη. Από την άλλη δηλώνει αδυναμία να καταβάλει εξ ολοκλήρου τα έξοδα, προτείνοντας - συμφώνως των οικονομικών της δυνατοτήτων - την καταβολή τους με περιοδικές πληρωμές ή με την ανάληψη τραπεζικής εγγύησης. Είναι πραγματικά άξιον απορίας πώς θα μπορέσει, σε μελλοντικό χρόνο, να συμμορφωθεί με ενδεχόμενη επαυξημένη διαταγή του εφετείου για την καταβολή εξόδων, όταν τώρα δηλώνει αδυναμία. Στο σημείο αυτό, επισημαίνω, ότι η οικονομική αδυναμία του αιτητή να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος ουδόλως δικαιολογεί αναστολή. Σχετική είναι η υπόθεση Βογιαζανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 591, 595 όπου λέχθηκαν τα εξής: "Οι οικονομικές δυσχέρειες του εξ αποφάσεως οφειλέτη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για τη χορήγηση αναστολής. Ιδιαίτερα στην προκειμένη περίπτωση που ο αιτητής διαθέτει και ακίνητη περιουσία. Αν γινόταν δεκτή αυτή η πρόταση ως θέμα αρχής τότε οι επιπτώσεις, ιδιαίτερα σε μακρούς δικαστικούς αγώνες, θα ήταν επικίνδυνα αρνητικές στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης." Υπενθυμίζω ότι ο κανόνας είναι οι δικαστικές αποφάσεις να εκτελούνται και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις να διατάσσεται αναστολή της εκτέλεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, ουδόλως έχει καταδειχθεί ότι θα πρέπει να τύχει εφαρμογής η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Εν όψει των πιο πάνω η Αίτηση κρίνεται ολωσδιόλου αβάσιμη και ως τέτοια απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Οι δικηγόροι της καθ' ης η αίτηση, εντός 10 ημερών από σήμερα, να καταχωρήσουν στον φάκελο της υπόθεσης, με αντίγραφο στην πλευρά της αιτήτριας, γραπτή ανάληψη (undertaking), με την οποία να αναλαμβάνουν να επιστρέψουν κάθε ποσό δικηγορικών εξόδων τους καταβληθεί από την αιτήτρια, σε περίπτωση που η έφεση που έχει καταχωρήσει επιτύχει επί του σημείου αυτού. Κατόπιν, και το αργότερο εντός 15 ημερών από σήμερα, η αιτήτρια να καταβάλει στους δικηγόρους της καθ' ης η αίτηση τα εν λόγω δικηγορικά έξοδα. Σε περίπτωση παράλειψης της, η απόφαση θα είναι άμεσα εκτελεστή. (Υπ.).......... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο