← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ ν. ΘΕΟΧΑΡΗ ΜΠΑΚΑΛΙΑΟΥ, Αρ.Αίτησης: 1060/2014, 7/8/2015

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ ν. ΘΕΟΧΑΡΗ ΜΠΑΚΑΛΙΑΟΥ, Αρ.Αίτησης: 1060/2014, 7/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A307 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ.Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ.Αίτησης: 1060/2014 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΗΔΡΑ ΛΤΔ Αιτητών και ΘΕΟΧΑΡΗ ΜΠΑΚΑΛΙΑΟΥ Καθ'ου η Αίτηση ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ.18.12.2014 Ημερομηνία: 7 Αυγούστου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Η κα Τζ.Παπαδοπούλου Για τον Καθ'ου η Αίτηση: Ο κ.Λ.Ιωαννίδης ------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση τους, οι αιτητές επιδιώκουν την καταχώρηση και εγγραφή προς εκτέλεση στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας της διαιτητικής απόφασης ημερ.15.11.

  1. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/1985και στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.
  2. Συνοδεύεται δε, από την ένορκη δήλωση της Ελένης Νικολάου, ημερ.18.12.
  3. Όπως αναφέρεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση: «5.Κατά ή περί την 15.11.2013 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση από διαιτητή ο οποίος διορίσθηκε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών υπέρ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Εργαζομένων Κύπρου (Σ.Τ.Ε.Κ.) Λτδ και εναντίον του καθ'ου η αίτηση βάση της οποίας το ποσό των €110.286,66, πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 15.11.2013 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον οποιαδήποτε άλλα έξοδα, πλέον €170,00 έξοδα διαιτησίας πληρωθούν αλληλέγγυα ή/και κεχωρισμένα από τον καθ'ου η αίτηση και από τα δικαιώματα του πωλητηρίου εγγράφου το οποίο εξεδόθη από την εταιρεία Κ&Μ (FAMAGUSTA) DEVELOPERS LTD προς τον πρωτοφειλέτη. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  4. 6.Ο καθ'ου η αίτηση παρουσιάστηκε στην διαιτησία ημερομηνίας 15.11.2013 και παραδέχτηκε το χρέος του. Η πιο πάνω διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε γραπτώς στον καθ'ου η αίτηση στις 15.11.
  5. Η σχετική δήλωση γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  6. 7.Η πιο πάνω διαιτητική απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί εντός είκοσι μιας ημερών από της γνωστοποιήσεως της προς τον καθ'ου η αίτηση και κατέστη τελεσίδικη. 8.Ο καθ'ου η αίτηση μετά την διαιτησία δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι της πιο πάνω απόφασης και/ή έναντι της οφειλής του και σήμερα εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €116.957,38, πλέον τόκο 9% από 1.7.2014 μέχρι εξοφλήσεως.» Ο καθ'ου η αίτηση έφερε ένσταση στο αιτούμενο διάταγμα και προς τούτο καταχώρησε σχετική ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, ημερ.9.3.
  7. Οι λόγοι ένστασης εμφαίνονται στο σώμα της ένστασης υπό 1)-4). Το πραγματικό υπόβαθρο της ένστασης αποτελεί η ένορκη δήλωση του καθ'ου η αίτηση, ημερ.9.3.2015, στην οποία ουσιαστικά αναλύει τους λόγους ένστασης. Ένας από τους λόγους ένστασης αναφέρεται στο ότι «οι αιτητές δεν γνωστοποίησαν με οιονδήποτε τρόπο τη διαιτητική απόφαση στον καθ'ου η αίτηση προ της καταχώρησης της παρούσας αίτησης με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, να στερηθεί ο καθ'ου η αίτηση του δικαιώματος που του παρέχεται από το άρθρο 52

(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου για να ασκήσει έφεση κατά της διαιτητικής απόφασης εντός της οριζομένης υπό του νόμου προθεσμίας των είκοσι μία ημερών από τη γνωστοποίηση της και, συνεπακόλουθα, ουδέποτε επήλθε τελεσιδικία στη διαιτητική απόφαση εφόσον δεν δόθηκε στον καθ'ου η αίτηση δικαίωμα για άσκηση έφεσης.» Στην ένορκη του δήλωση, ο καθ'ου η αίτηση, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα της έκδοσης απόφασης και γνωστοποίησης αυτής στον ίδιο: «5(β)Αρνούμαι τις παρα.5, 6 και 7 και τις απορρίπτω ως αναληθείς. Αναφέρω ότι στις 15.11.2013 πράγματι παρουσιάστηκα στην διαδικασία της διαιτησίας για την οποία είχα ειδοποιηθεί έγκαιρα, παρόντες ήταν δύο πρόσωπα τα οποία γνωρίζω ότι ήταν λειτουργοί της ΣΠΕ και ο διαιτητής στον οποίο ανάφερα τα διάφορα παράπονα μου, για να καταλήξω στο ότι θεωρώ ότι δεν οφείλω τα ποσά που απαιτεί η ΣΠΕ για τους λόγους που του ανάφερα, οι βασικοί εκ των οποίων περιέχονται στην παρούσα. (γ)Ο διαιτητής με φαινομενική συμπάθεια για το πρόσωπο μου, φάνηκε να κατανοεί και να συμμερίζεται τα όσα του ανάφερα, χαρακτηριστικά μου απαντούσε «ναι μάνα μου» στα πλείστα που του έλεγα, χωρίς να προβληματιστεί και να ζητήσει από τους παρόντες να του παρουσιάσουν οποιαδήποτε στοιχεία για να επιβεβαιώσουν ή να διαψεύσουν τα όσα έλεγα, κυρίως σε σχέση με τους παράνομους τόκους, επικεντρώθηκε κυρίως για να σχολιάσει το πρόβλημα που προέκυψε με την εταιρεία Famagusta που μου πώλησε το διαμέρισμα, για το οποίο μου χορηγήθηκε το δάνειο και στο παράπονο μου ότι οι αιτητές δεν ανταποκρίθηκαν θετικά όταν είχα βρει αγοραστή για να το πωλήσω και το ποσό της πώλησης να καταβληθεί για το δάνειο. (δ)Η όλη διαδικασία διάρκεσε λίγο λιγότερο από δέκα λεπτά, μου φάνηκε τυποποιημένη και απρόσωπη και ο ηλικιωμένος διαιτητής φάνηκε να θέλει να την συντομεύσει για να αποχωρήσω και, στο τέλος, μου ζήτησε να υπογράψω το έντυπο (το οποίο καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 4) λέγοντας μου χαρακτηριστικά να υπογράψω ότι έλαβα την ειδοποίηση και έτσι το υπέγραψα, θεωρώντας ότι εννοούσε την ειδοποίηση σε σχέση με τον ορισμό της διαιτησίας. Σε καμιά περίπτωση δεν αναφέρθηκε σε «απόφαση», ούτε μου ανάφερε ότι έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον μου, πόσο μάλλον δεν μου έδειξε οποιοδήποτε κείμενο (χειρόγραφο ή δακτυλογραφημένο) με την απόφαση του, ούτε βεβαίως μου ανάφερε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον μου για οποιοδήποτε ποσό. Αντίθετα, άφησε να νοηθεί-χωρίς να πει κάτι τέτοιο ρητά-ότι θα επικοινωνήσει εκ νέου μαζί μου για το θέμα. (ε)Το έντυπο που υπέγραψα δεν ήταν όπως φαίνεται στο Τεκμήριο 4, δηλαδή δεν είχε διαγραμμένη την λέξη «ειδοποίηση» και στην θέση αυτής την λέξη «απόφαση» γραμμένη με το χέρι και την μονογραφή στο δεξί μέρος της. Αυτή η αλλοίωση του εντύπου έγινε σίγουρα αργότερα και στην απουσία μου, προφανώς από τον ίδιο τον διαιτητή ή από κάποιο άλλο πρόσωπο εν γνώσει του διαιτητή και σίγουρα έγινε χωρίς την συγκατάθεση μου. Το βέβαιο είναι ότι εάν την ώρα που υπέγραφα το έντυπο είχε απαλειφθεί σε αυτό η λέξη «ειδοποίηση» και είχε αναγραφεί από πάνω η λέξη «απόφαση» θα ρωτούσα τον διαιτητή τι εννοούσε με αυτό και θα έκανα θέμα. (ζ)Με την επίδοση της αίτησης και την ανάγνωση του περιεχομένου της διαπίστωσα ότι εκδόθηκε εναντίον μου διαιτητική απόφαση την ημέρα που παρουσιάστηκα, στην ουσία ο διαιτητής με εξαπάτησε και με παραπλάνησε χωρίς να μου αναφέρει ότι εκδίδεται απόφαση εναντίον μου ενώ φαίνεται να ενέργησε υπό περιστάσεις οι οποίες συνιστούν πλαστογραφία, με την έννοια ότι διέγραψε την λέξη «ειδοποίηση» επί του εντύπου και πρόσθεσε με το χέρι την λέξη «απόφαση», θέτοντας μάλιστα και την μονογραφή του, παρασταίνοντας αναληθώς ότι υπέγραψα το έντυπο μετά που είχε γίνει η πιο πάνω αλλοίωση, αφήνοντας να νοηθεί ότι είχα λάβει γνώση της αλλοίωσης και την αποδέχθηκα, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει, είτε ότι εγώ ήμουν που προέβηκα στην εν λόγω αλλοίωση.» Οι δύο πλευρές, ως προς τα γεγονότα, περιορίστηκαν στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και η ακρόαση της παρούσας αίτησης περιορίστηκε σε αγορεύσεις με τις οποίες ο κάθε ένας από τους συνηγόρους ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του προς υποστήριξη των θέσεων της δικής του πλευράς. Έχω με προσοχή μελετήσει τις θέσεις και των δύο πλευρών. Από τα ως άνω, προκύπτει εμφανώς ότι ο καθ'ου η αίτηση προβάλλει ισχυρισμούς που αντικρούουν το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4 στην ένορκη δήλωση της Ελένης Νικολάου, αλλά και τους ισχυρισμούς της ιδίας στην ένορκη της δήλωση. Με βάση δε, τα λεγόμενα του, ούτε κατέστη γνώστης του γεγονότος ότι στη συγκεκριμένη ημερομηνία και συνάντηση εκδόθηκε απόφαση από τον διαιτητή, ούτε του γνωστοποιήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο τέτοια απόφαση, αλλά ούτε και υπέγραψε το Τεκμήριο 4 με τη μορφή που αυτό τελικώς έχει. Οι ισχυρισμοί αυτοί του καθ'ου η αίτηση είναι ουσιαστικοί, απαντούν αντικρούοντας τους εξ αντιθέτου ισχυρισμούς και στοιχεία και, ως προκύπτει, δεν έτυχαν αμφισβήτησης από τους αιτητές είτε μέσω αντεξέτασης του, είτε μέσω αιτήματος για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Παρέμειναν έτσι αναπάντητοι. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να αποδεχτεί τα λεγόμενα του καθ'ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση ως αληθή. Σύμφωνα με το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.28/1985, όταν εγείρεται οποιαδήποτε διαφορά ως και στην παρούσα υπόθεση, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή άλλο από τα πρόσωπα που εμπλέκονται στον Έφορο ο οποίος δύναται να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)(άρθρα 52
(1)και
(2)). Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή, δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι μιας ημερών από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης (άρθρο 52
(4)). Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο Δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ'αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου (άρθρο 52
(5)). Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο, σε αίτηση ως η παρούσα, περιορίζεται στην εξέταση των προϋποθέσεων που καθορίζονται στο άρθρο 52 και δεν υπεισέρχεται σε θέματα ουσίας που σχετίζονται με την εγκυρότητα της διαιτητικής απόφασης. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εξετασθούν μόνο στο πλαίσιο έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης δυνάμει του άρθρου 52
(4)του Νόμου. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς, Πολ.Έφ.357/2008, ημερ.11.4.2012: «Ο πρωτόδικος δικαστής δεν είχε εξουσία να εξετάσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας θέμα νομιμότητας διορισμού του διαιτητή. Το εν λόγω θέμα ως θέμα ουσίας, ενδεχομένως να μην μπορούσε καν να εξεταστεί πρωτοδίκως ακόμη και σε περίπτωση που αυτό θα εγειρόταν από το διάδικο ως εκφεύγον του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι'αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου δια της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι'αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται». Αναλόγως, στην Πολ.Έφ.87/2011, Χριστοφή ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών, απόφαση ημερ.20.6.2014, αναφέρεται ότι: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ.3.12.2007 γι'εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην προκειμένη περίπτωση, παρόλο που προκύπτει η έκδοση της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης, η αποδοχή, ως συμπέρασμα του Δικαστηρίου, ότι ο καθ'ου η αίτηση δεν έτυχε γνωστοποίησης της έκδοσης διαιτητικής απόφασης εναντίον του, καθορίζει το αποτέλεσμα της παρούσας. Και αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από το ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ του καθ'ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ.Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.