Κυριάκος Κυριάκου ν. Liberty Life Insurance Public Company Limited, Αγωγή Αρ. 561/2008, 27/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A312 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 561/2008 Μεταξύ: Κυριάκος Κυριάκου, από τη Νότια Αφρική Ενάγοντος -και- Liberty Life Insurance Limited, από τη Λευκωσία Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ, ΗΜΕΡ. 5.5.2008 Κυριάκος Κυριάκου, από τη Νότια Αφρική Ενάγοντος -και- Liberty Life Insurance Public Company Limited, από τη Λευκωσία Εναγομένων -και- Ελεονώρα (άλλως Νόρα) Σιακατίδου Τριτοδιαδίκου Ημερομηνία: 27.8.2015 Εμφανίσεις: Για τoν Ενάγοντα: κ. Α. Λαδάς, με κα Δ. Λαδά, για Γ. & Α. Λαδάς Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη: κα Στ. Ερωτοκρίτου με κ. Α. Κόνια, για Ανδρέα Π. Ερωτοκρίτου & Σία Για την Τριτοδιάδικο: κ. Χρ. Σ. Χριστοφόρου ΑΠΟΦΑΣΗ Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ Α.
- Η αξίωση του Ενάγοντος από τους Εναγόμενους Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει από τους Εναγόμενους꞉ «Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η άρνηση και/ή παράλειψη των εναγομένων να πιστώσουν τον ενάγοντα με τα ποσά ασφαλίστρων που κατέβαλε στην αντιπρόσωπο των εναγομένων κατά ή περί την 5.4.2002 και 6.9.2002 ισοδυναμεί με συνεχιζόμενη παράβαση και/ή παράβαση του μεταξύ των συμβολαίου, συναφθέντος στη Λευκωσία κατά ή περί την 10η Αυγούστου 1999, με αριθμό αναφοράς 812-500258, με το οποίο οι εναγόμενοι συμφώνησαν να παρέχουν στον ενάγοντα ασφάλεια ζωής τύπου Lifestyle Pension και άλλα ωφελήματα για περίοδο 12 ετών έναντι εξαμηνιαίου ασφαλίστρου εκ Κ£5.107,14 (ισάξιου προς €8.726,07). Β. Επιστροφή όλων των χρημάτων που πλήρωσε ο ενάγοντας στους εναγόμενους και/ή σε υπαλλήλους ή εκπροσώπους των εναγομένων στα πλαίσια του πιο πάνω συμβολαίου λόγω πλήρους αποτυχίας του ανταλλάγματος και/ή άλλως. Γ. Αποζημιώσεις για παράβαση του πιο πάνω συμβολαίου. Δ. Νόμιμο τόκο. Ε. Έξοδα, περιλαμβανομένου ΦΠΑ (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. 00425291Χ), πλέον έξοδα επιδόσεως.». Α.
- Η αξίωση των Εναγομένων από την Τριτοδιάδικο Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, ημερ. 3.12.2008, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν στις 9.12.2008 Ειδοποίηση προς την ως άνω αναφερόμενη Τριτοδιάδικο, με την οποία ήγειραν εναντίον της την εξής αξίωση꞉ «α) Όπως αποζημιωθούν εν σχέσει με την αξίωση του Ενάγοντα και τα έξοδα της παρούσης αγωγής, επί τω ότι τα ασφάλιστρα που η Τριτοδιάδικος εισέπραξε από τον Ενάγοντα την 5/4/02 που ανήρχοντο σε £5.107,14 (€8.726,07) και 6/9/02 ανερχόμενα σε £5.107,14 (€8.726,07) και που ανήκαν στους Εναγόμενους, τα καταχράσθηκε και/ή τα ιδιοποιήθηκε και/ή με δόλο και/ή απάτη τα εισέπραξε και ουδέποτε τα κατέβαλε στους Εναγόμενους, με αποτέλεσμα να τερματισθεί το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο του Ενάγοντα, ο οποίος αξιώνει αποζημιώσεις για τη ζημία που υπέστη και/ή επιστροφή ασφαλίστρων. β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσον όπως οι Εναγόμενοι αποζημιωθούν από την Τριτοδιάδικο δι' οιονδήποτε ποσό ήθελε ενδεχομένως καταδικασθούν οι Εναγόμενοι να πληρώσουν στον Ενάγοντα. γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου όπως το ζήτημα και/ή οι επιπτώσεις της μη πίστωσης των ασφαλίστρων που αναφέρονται ως άνω εις πίστη του Ενάγοντα, εξ αιτίας της κατάχρησης και/ή ιδιοποίησης των ασφαλίστρων από την Τριτοδιάδικο με δόλο και/ή απάτη και/ή κατά παράβαση του καθήκοντος εμπιστοσύνης ως Ασφαλιστικού Αντιπροσώπου των Εναγομένων, με συνέπεια τον τερματισμό του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου του Ενάγοντα, αποφασισθεί όχι μόνον μεταξύ του Ενάγοντα και των Εναγομένων, αλλά μεταξύ του Ενάγοντα, των Εναγομένων και της Τριτοδιαδίκου, δηλαδή ότι ο τερματισμός του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου του Ενάγοντα και η εκ του τερματισμού ισχυριζόμενη ζημία του Ενάγοντα οφειλόταν στην εκ πλευράς της Τριτοδιαδίκου κατάχρηση και/ή ιδιοποίηση με δόλο και/ή απάτη των πιο πάνω αναφερομένων ασφαλίστρων, τα οποία εν γνώση της εισέπραξε για να τα καταβάλει στους Εναγόμενους στους οποίους ανήκαν και τα οποία ουδέποτε τους κατέβαλε. δ) Όπως οι Εναγόμενοι αποζημιωθούν δια τα έξοδα της παρούσας αγωγής.». Α.
- Οι δικογραφημένες εκδοχές Α.3.
- Η δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντος εναντίον των Εναγομένων (στο εξής «της Εναγόμενης»). Η δικογραφημένη εκδοχή ως εκτίθεται στην Έκθεση Απαίτησης συνοψίζεται ως εξής: Κατά ή περί την 10.8.99 η Εναγόμενη συνήψε με τον Ενάγοντα στη Λευκωσία ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αρ. αναφοράς 812-500258 και επωνυμία Lifestyle Pension (βλ. παρα. 3 της Ε/Α). Το συμβόλαιο άρχιζε στις 28.9.99 και έληγε στις 28.9.
- Το ετήσιο ασφάλιστρο ανέρχετο σε £10.214,28, πληρωτέο σε εξαμηνιαίες δόσεις £5.107,14 έκαστη (βλ. παρα. 4 της Ε/Α). Ο Ενάγων πλήρωσε τα ασφάλιστρα για την περίοδο από 28.9.99 μέχρι 27.3.2002, συνολικά ανερχόμενα σε £25.535,70 (βλ. παρα. 11 της Ε/Α). Για την περίοδο από 28.3.2002 μέχρι 27.9.2002 ο ενάγων πλήρωσε τα ασφάλιστρα την 5.4.2002 και για την περίοδο 28.9.2002 μέχρι 27.3.2002 ο ενάγων πλήρωσε τα ασφάλιστρα την 6.9.2002, συνολικά ανερχόμενα σε £10.214,28 (βλ. παρα. 12 της Ε/Α). Σε κάθε περίπτωση ο Ενάγων πλήρωνε τα ασφάλιστρα στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους της Εναγομένης, κ. Σ. Ζήνωνος και κα Ν. Σιακατίδου (Τριτοδιάδικο) έναντι απόδειξης (βλ. παρα. 13 της Ε/Α). Κατά ή περί την 1.9.2003 ο Ενάγων έλαβε επιστολή - κατάσταση τιτλοφορούμενη «Policy Information Statement», στην οποία οι δύο πληρωμές ασφαλίστρων που αναφέρονται στην παρα. 12 της Ε/Α δεν φαίνονταν καταχωρημένες, ενώ υπήρχε όσον αφορά το συμβόλαιο η ένδειξη «Status: Lapse» και περαιτέρω αναφερόταν ότι οι δύο αντιπρόσωποι (Σ. Ζήνωνος και Ν. Σιακατίδου) δεν ήσαν πλέον αντιπρόσωποι της Εναγομένης και εζητείτο από τον Ενάγοντα να διευθετήσει οι μελλοντικές πληρωμές να γίνονται κατ' ευθείαν στην Εναγόμενη σε κατονομαζόμενο τραπεζικό λογαριασμό (βλ. παρα. 15). Ο Ενάγων διαμαρτυρήθηκε προς την Εναγόμενη και με επιστολή ημερ. 25.9.2003 ζήτησε να του πιστώσει η Εναγόμενη τις δύο πληρωμές. Η Εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι δεν της είχαν καταβληθεί τα χρήματα από την κα Σιακατίδου (βλ. παρα. 16). Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς την Εναγόμενη τόσο προφορικώς όσο και γραπτώς, με επιστολές των δικηγόρων του ημερ. 11.4.2007 και 17.10.2007, όπου επαναλάμβανε το αίτημα να του πιστωθούν οι δύο πληρωμές, η Εναγόμενη άφησε αναπάντητες τις επιστολές (βλ. παρα. 17). Με επιστολή ημερ. 11.12.2007, ο Ενάγων πρότεινε συγκεκριμένο τρόπο επίλυσης του προβλήματος και έδωσε στην Εναγόμενη προθεσμία 7 ημερών. Η Εναγόμενη δεν απάντησε γι' αυτό και ο Ενάγων τερμάτισε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με επιστολή ημερ. 21.12.
- Α.3.
- Η δικογραφημένη υπεράσπιση της Εναγομένης Η δικογραφημένη εκδοχή συνοψίζεται ως εξής: Αναφορικά με τις παρα. 11 και 12 της Ε/Α, η Εναγόμενη λέγει ότι παρέμειναν οφειλόμενα τα ασφάλιστρα που ήταν πληρωτεα την 28.3.2002 και 28.9.
- Ότι η ίδια ουδέποτε εισέπραξε τα ασφάλιστρα αυτά. (βλ. την παρα. 8 της Ε/Υ). Παραδέχεται ότι τα εν λόγω δύο ασφάλιστρα δεν καταγράφηκαν στην επιστολή - κατάσταση ημερ. 1.9.2003 και τούτο διότι η Εναγόμενη ουδέποτε τα εισέπραξε (βλ. παρα. 12 της Ε/Υ). Οι υπαλλήλοι της Εναγομένης στις επικοινωνίες τους με τον Ενάγονταν του τόνιζαν ότι ουδέποτε εισέπραξαν τα εν λόγω δύο ποσά, καθώς και ότι ούτε αποδείξεις είσπραξης υπήρχαν στην κατοχή της Εναγομένης (βλ. παρα. 13 της Ε/Υ). Ο Ενάγων εφοδίασε την Εναγόμενη σε κάποιο στάδιο με τις αποδείξεις, τις οποίες υπέγραψε η Νόρα Σιακατίδου, η οποία ενεργούσε ως ασφαλιστική αντιπρόσωπος της Εναγομένης. Στη σύμβαση Αντιπροσώπου που η Εναγόμενη συνήψε με την Σιακατίδου υπήρχε ρητός όρος ότι αυτή ενεργούσε ως ανεξάρτητος επαγγελματίας και όχι ως εργοδοτούμενη της Εναγομένης (βλ. την παρα. 14 της Ε/Υ). Η Εναγόμενη λέγει ότι τα δύο ασφάλιστρα που η Ν. Σιακατίδου εισέπραξε και ουδέποτε κατέβαλε στην Εναγόμενη, τα καταχράσθηκε και/ή οικειοποιήθηκε και ή κατακράτησε και εξακολουθεί να τα κατακρατεί (βλ. παρα. 15), γι' αυτό και η Εναγόμενη αρνείται την αξίωση του Ενάγοντος (βλ. παρα. 16 της Ε/Υ). Α.3.
- Η δικογραφημένη εκδοχή της Εναγομένης εναντίον της Τριτοδιαδίκου Η δικογραφημένη εκδοχή συνοψίζεται ως εξής: Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Τριτοδιάδικος ενεργούσε ως διορισμένος Ασφαλιστικός Αντιπρόσωπος της Εναγομένης δυνάμει γραπτής σύμβασης ημερομηνίας 1.9.94 για τη σύναψη ασφαλίσεων στους κλάδους που ασκούσε η Εναγόμενη και/ή στον ασφαλιστικό κλάδο ζωής (βλ. παρα. 2 της Έκθεσης Απαίτησης εναντίον Τριτοδιαδίκου). Ήτο υποχρέωση της Τριτοδιαδίκου να εισπράττει τα ασφάλιστρα που ήταν περιουσία της Εναγομένης και να τα εμβάζει στην Εναγόμενη άμεσα (βλ. παρα. 5 της Ε/Α). Κατά την είσπραξη ασφαλίστρων η Τριτοδιάδικος εξέδιδε απόδειξη στους πελάτες από μπλοκ αποδείξεων που η Εναγόμενη την εφοδίασε. Το πρωτότυπο της απόδειξης έπρεπε να το παραδίδει στον πελάτη, το δε αντίγραφο αυτού υποχρεούτο να το παραδίδει στην Εναγόμενη (βλ. παρα. 9 της Ε/Α). Μολονότι η Τριτοδιάδικος εξέδωσε και παρέδωσε τις υπ' αριθ. 137926 και 137942 αποδείξεις στον Ενάγοντα με τις οποίες εβεβαίωνε ότι εισέπραξε £5.107,14 για έκαστη απόδειξη και προσυπέγραψε αυτές, ουδέποτε παρέδωσε αντίγραφα των αποδείξεων αυτών στην Εναγόμενη, η οποία τελούσε υπό πλήρη άγνοια για την είσπραξη των προαναφερόμενων ποσών και/ή η Τριτοδιάδικος απέκρυψε δολίως την είσπραξή τους (βλ. παρα. 10 της Ε/Α). Ο Ενάγων με επιστολή ημερ. 25.9.2003 καθιστούσε την Εναγόμενη υπεύθυνη για το γεγονός ότι στην τελευταία κατάσταση λογαριασμού του δεν κατεχωρήθησαν οι πιο πάνω δύο πληρωμές ασφαλίστρων και έλεγε ότι το περιστατικό αυτό τραυμάτισε την εμπιστοσύνη του προς την Εναγόμενη και επηρέασε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο του (βλ. παρα. 13 της Ε/Α). Η πιο πάνω δόλια συμπεριφορά της Τριτοδιαδίκου ζημίωσε τη φήμη και τα νόμιμα συμφέροντα της Εναγομένης (βλ. παρα. 15 της Ε/Α). Δυνάμει ρητού όρου της σύμβασης ημερ. 1.9.94 η Τριτοδιάδικος συμφώνησε ότι θα εξυπηρετούσε τους πελάτες της Εναγομένης χωρίς να εκθέτει το όνομα και τη φήμη της ή να παραβλάπτει τα δικαιώματά της (βλ. παρα. 3 της Ε/Α), καθώς και ότι σε περίπτωση έγερσης αγωγής κατά της Εναγομένης συνεπεία των ενεργειών ή παραλείψεων της Τριτοδιαδίκου, η Τριτοδιάδικος υποχρεούτο να αποκαταστήσει και/ή αποζημιώσει την Εναγόμενη για οιονδήποτε ποσό ήθελε υποχρεωθεί να πληρώσει ως αποτέλεσμα της αγωγής (βλ. παρα. 4 της Ε/Α). Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, ως αναφέρονται στις παρα. 10 και 15 της Ε/Α, η Τριτοδιάδικος οφείλει να αποζημιώσει την Εναγόμενη για οιονδήποτε ποσό επιδικασθεί υπέρ του Ενάγοντος (βλ. παρα. 17 της Ε/Α). Α.3.
- Η δικογραφημένη εκδοχή Υπεράσπισης της Τριτοδιαδίκου Η δικογραφημένη εκδοχή συνοψίζεται ως εξής: Η σύμβαση ημερ. 1.9.94 αφορούσε μόνο τις δραστηριότητες της Τριτοδιαδίκου υπό την ιδιότητα της αντιπροσώπου της Εναγομένης στη γεωγραφική περιοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας (βλ. παρα. 2 της Ε/Υ). Η σύναψη των ασφαλιστηρίων με πελάτες που ήταν κάτοικοι Νοτίου Αφρικής έγινε δυνάμει προφορικής συμφωνίας της Τριτοδιαδίκου με την Εναγόμενη, η οποία προφορική συμφωνία ήταν εντελώς ανεξάρτητη της σύμβασης ημερ. 1.9.94 (βλ. παρα.3(α) της Ε/Υ). Οι όροι της προφορικής συμφωνίας ήταν ότι η Εναγόμενη θα μετέβαινε στη Νότιο Αφρική εκ μέρους της Εναγομένης και, για τα ασφαλιστήρια συμβόλαια που θα σύναπτε εκεί, θα εισέπραττε τα ασφάλιστρα στο επίσημο νόμισμα της Νοτίου Αφρικής (Rand) και θα παρέδιδε το σύνολο των ασφαλίστρων σε έμπιστο πρόσωπο της Εναγομένης στη Νότιο Αφρική για να το παραδώσει και/ή εμβάσει εκείνο στην Εναγόμενη με τρόπο και/ή διαδικασία που θα συμφωνούσε η Εναγόμενη με το εν λόγω έμπιστο πρόσωπο. Η Τριτοδιάδικος αγνοούσε τον τρόπο μεταφοράς. Γνωρίζει όμως ότι δεν μπορούσε να γίνει απευθείας έμβασμα στην Εναγόμενη λόγω περιορισμών στην εξαγωγή συναλλάγματος λόγω προνοιών της ισχύουσας νομοθεσίας στη Νότιο Αφρική και ότι υπήρχε καθυστέρηση μέχρι την παραλαβή των χρημάτων από την Εναγόμενη, με αποτέλεσμα την ύπαρξη πιθανότητας αλλαγής της ισοτιμίας μεταξύ του νομίσματος της Νοτίου Αφρικής και της Κυπριακής Λίρας. Σχετική η παρα. 3(β) της Ε/Υ. Όσον αφορά την παρα. 10 της Ε/Α ανωτέρω, η Τριτοδιάδικος παραδέχεται την είσπραξη από τον Ενάγοντα και την έκδοση προς αυτόν αποδείξεων για το ποσό των £5000, ποσό το οποίο η ίδια παρέλαβε σε Rand, πλην όμως αρνείται και απορρίπτει τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Εναγομένης και λέγει ότι αυτή παρέδωσε τα μπλοκ αποδείξεων και/ή τα αντίγραφα αποδείξεων στην Εναγομένη, η οποία τα παρέλαβε και έλαβε πλήρη γνώση των εισπραχθέντων ποσών (βλ. παρα. 7, 8 της Ε/Υ). Η Τριτοδιάδικος και ο κ. Σταύρος Ζήνωνος παρέδωσαν τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα στο έμπιστο πρόσωπο και η Εναγόμενη όφειλε να τα εισπράξει υπό του εν λόγω προσώπου και η Τριτοδιάδικος σε καμία περίπτωση οικειοποιήθηκε ή καταχράστηκε ή κατακράτησε οποιοδήποτε ποσό ασφάλιστρων, ούτε προέβηκε σε οποιαδήποτε πράξη εις βλάβη των συμφερόντων της Εναγομένης, γι' αυτό και ουδεμία ευθύνη φέρει (βλ. παρα. 10 - 13 της Ε/Υ). Β. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Β.1 Οι μάρτυρες Για να αποδείξει την υπόθεσή του, ο Ενάγων κατέθεσε ως πρώτος μάρτυρας (ΜΕ1) ενώπιον του Δικαστηρίου. Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Έγγραφο Α μαζί με αριθμό τεκμηρίων (βλ. Τεκμήρια αρ. 1 έως 13 υπό Έγγραφο Α), και, αφού αντεξετάσθηκε τόσο από το συνήγορο των Εναγομένων όσο και από το συνήγορο της Τριτοδιαδίκου, έκλεισε την υπόθεσή του. Από την άλλη, η Υπεράσπιση κάλεσε δύο μάρτυρες꞉ τον κ. Γιάννη Μαρούχο (ΜΥ1), ο οποίος υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, κατατεθείσας ως το Έγγραφο Β μαζί με αριθμό τεκμηρίων (βλ. Τεκμήρια αρ. 1 έως 23 υπό το Έγγραφο Β), και τον κ. Νίκο Γεωργίου (ΜΥ2), ο οποίος έδωσε προφορική μαρτυρία και παρουσίασε αριθμό τεκμηρίων κατατεθέντων ως Έγγραφα Γ έως Ι. Αμφότεροι οι μάρτυρες για την Υπεράσπιση αντεξετάσθηκαν από τους συνηγόρους του Ενάγοντος και της Τριτοδιαδίκου. Για την υπόθεση της Τριτοδιαδίκου, μαρτυρία έδωσαν- · η ίδια η Τριτοδιάδικος, κα Ελεονώρα Σιακατίδου (ΜΤρ.1), η οποία έδωσε προφορική μαρτυρία και κατέθεσε αριθμό τεκμηρίων ως τα Έγγραφα ΙΑ έως Κ, και · η κα Γιώτα Κατσιόλα (ΜΤρ.2) η οποία έδωσε ενόρκως προφορική μαρτυρία. Αντεξετάσθηκαν οι μάρτυρες για την υπόθεση της Τριτοδιαδίκου από τη συνήγορο της Εναγόμενης, ως πρώτο μέρος στη δίκη μεταξύ της Εναγομένης και της Τριτοδιαδίκου, ενώ η συνήγορος του Ενάγοντος, αν και της δόθηκε άδεια να αντεξετάσει ακολούθως τους μάρτυρες στην υπόθεση της Τριτοδιαδίκου (βλ. τις δικάσιμες ημερ. 26.9.2014 και 10.10.2014), εν τέλει δεν προέβη σε αντεξέτασή τους, αλλά επιφυλάχθηκε να αναφέρει στην τελική της αγόρευση ό,τι έκρινε σκόπιμο. Η ακροαματική διαδικασία έλαβε μακρά διάρκεια και ο φάκελος της υπόθεσης κατέστη ογκώδης. Όλη η δοθείσα μαρτυρία βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά του Δικαστηρίου και τα κατατεθέντα τεκμήρια είναι καταχωρημένα στο φάκελο του Δικαστηρίου. Θα αναφερθώ στα γεγονότα που αναδείχθηκαν ως παραδεκτά στο πλαίσιο μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας και θα αξιολογήσω ακολούθως ενδελεχώς τη μαρτυρία σε ό,τι αφορά τα επίδικα θέματα, στο μέτρο που κρίνω κατάλληλο προς αιτιολόγηση της δικαστικής μου κρίσης. Β.
- Διαχωρισμός της απόδειξης της αγωγής του Ενάγοντος εναντίον της Εναγόμενης από την απόδειξη της υπόθεσης εναντίον τριτοδιαδίκου. Σπεύδω να αναφέρω ότι η μεθοδολογία που επιλέγω να ακολουθήσω κατά την παρουσίαση, ανάλυση και αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας αντανακλά στην νομολογιακή αντιμετώπιση της διαδικασίας τριτοδιαδίκου ως ξεχωριστής και ανεξάρτητης διαδικασίας από εκείνην της κυρίως αγωγής μεταξύ του Ενάγοντος και των Εναγομένων. Έχω αντλήσει καθοδήγηση από τα όσα λέχθηκαν στην Ανδρέας Νικήτα ν Medcon Construction Limited κ.α.
(1997)1Β Α.Α.Δ. 643 και τα οποία επιβεβαιώθηκαν πολύ πρόσφατα με την απόφαση ημερ. 6.7.2015, στην Πολιτική Έφεση αρ. 119/2010, S. Pavlou & Sons Construction Ltd κ.α ν Ιωσηφίνας θεοδώρου. Με βάση την προμνησθείσα νομολογία, η διαδικασία Τριτοδιάδικου αντλεί την προέλευση της από τη Δ.16 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, των οποίων οι βασικές πρόνοιες είναι όμοιες με τις πρόνοιες της δικής μας Δ.10. Η διαδικασία αυτή δημιουργήθηκε στην Αγγλία με το Νόμο Judicature Act 1873 και θεωρήθηκε ότι ήταν μια διαδικασία ανάλογη με αγωγή, που καταχωρείτο από τον εναγόμενο σε υπάρχουσα αγωγή εναντίον του τριτοδιάδικου. Ο εναγόμενος σε τέτοια περίπτωση εθεωρείτο ενάγων και ο τριτοδιάδικος εναγόμενος. Επομένως, η Ειδοποίηση Τριτοδιάδικου υπέχει μορφή αγωγής του εναγόμενου εναντίον του τριτοδιάδικου (βλ. McCheane v. Jyles
(1902)1 Ch.D. 287). Μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τριτοδιάδικου, ο τριτοδιάδικος καθίσταται διάδικος στην αγωγή αυτή και έχει τα ίδια δικαιώματα σχετικά με την υπεράσπισή του ως εάν να είχε εναχθεί με κανονική αγωγή από τον εναγόμενο. Ο τριτοδιάδικος όμως, δεν είναι εναγόμενος στην υφιστάμενη αγωγή του ενάγοντα εναντίον του εναγόμενου, εκτός αν ο ενάγων αποφασίσει και τον καταστήσει συνεναγόμενο. Η Διαδικασία Τριτοδιάδικου είναι εντελώς ξεχωριστή και ανεξάρτητη διαδικασία από την προϋπάρχουσα αγωγή (Βλ. Stott v. West Yorkshire Road Car Co. [1971] 3 All E.R. 534, Annual Practice 1958, σελ. 381 κ.ε.). Σκοπός της Διαδικασίας Τριτοδιάδικου είναι η αποφυγή πολλαπλότητας αγωγών, η αποφυγή εξόδων, η δέσμευση του τριτοδιάδικου με το αποτέλεσμα αγωγής μεταξύ ενάγοντος και εναγομένου και η δυνατότητα απόφασης επί του θέματος που σχετίζεται με τη διαδικασία τριτοδιάδικου αμέσως μετά την απόφαση στην αγωγή, για να μην είναι αναγκασμένος ο εναγόμενος να περιμένει να αποδείξει την αξίωσή του εναντίον του τριτοδιάδικου με άλλη αγωγή, ενώ ο ενάγων θα έχει την ευκαιρία να εκτελέσει την απόφαση εναντίον του. Η αρχή αυτή διατυπώθηκε στη σημαντική για την εποχή απόφαση στην υπόθεση Barclays Bank v. Tom [1923] 1 KB 221 στη σελ.
- Αυτή η αρχή ακολουθήθηκε αργότερα από την The Normar [1968] 1 All E.R. 753 και την Chatsworth Investments v. Amoco Ltd [1968] 3 All E.R.
- Στην προμνησθείσα υπόθεση Ανδρέας Νικήτα ν Medcon Construction Limited κ.α., το πρωτόδικο Δικαστήριο, με ενδιάμεση απόφασή του, επέτρεψε στο δικηγόρο του τριτοδιάδικου να αντεξετάσει τους μάρτυρες του εφεσείοντα. Επίσης ο δικηγόρος του εφεσείοντα και ο δικηγόρος του τριτοδιάδικου αντεξέτασαν τους μάρτυρες της εφεσίβλητης. Κατά τον ίδιο τρόπο ο μάρτυρας του τριτοδιάδικου αντεξετάστηκε από τις άλλες πλευρές. Προσεγγίζοντας το θέμα της μαρτυρίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι για να εξεταστεί κατά πόσον ο εφεσείων απέδειξε την υπόθεσή του, δεν έπρεπε να λάβει υπόψη του τη μαρτυρία που δόθηκε για τον τριτοδιάδικο, γιατί το θέμα της ευθύνης της εφεσίβλητης έναντι του εφεσείοντα δεν ήταν επίδικο μεταξύ της εφεσίβλητης και του τριτοδιάδικου. Η μαρτυρία αυτή θα εξεταζόταν από το Δικαστήριο αν αποδεικνύετο η υπόθεση του εφεσείοντα, οπότε και θα εγειρόταν τότε το θέμα της ευθύνης του τριτοδιάδικου έναντι της εφεσίβλητης. Το Εφετείο αποδέχθηκε την πρωτόδικη προσέγγιση ως προς τις οδηγίες για τη διεξαγωγή της ακροαματικής διαδικασίας ως ορθή, διευκρινίζοντας συγχρόνως την αυτοτέλεια της διαδικασίας απόδειξης της υπόθεσης του Ενάγοντος έναντι των Εναγομένων από τη διαδικασία απόδειξης της υπόθεσης των Εναγομένων έναντι του Τριτοδιάδικου. Παραθέτω σχετικό απόσπασμα από το οποίο έχω αντλήσει καθοδήγηση꞉ «Από τις οδηγίες αυτές προκύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έδωσε ποτέ άδεια στον τριτοδιάδικο να υπερασπισθεί στην αγωγή μεταξύ εφεσείοντα και εφεσίβλητης και ορθά έπραξε. Εκτός του ότι τέτοιες οδηγίες ή άδεια δεν ζητήθηκε, δεν συνέτρεχε κανένας προς τούτο λόγος, γιατί ο τριτοδιάδικος δεν απεδέχθη ευθύνη να αποζημιώσει την εφεσίβλητη και η εφεσίβλητη ήταν απρόθυμη να υπερασπισθεί ή ο τριτοδιάδικος ήθελε να εγείρει θέματα που δεν τα ήγειρε η εφεσίβλητη στην υπεράσπισή της. Οι οδηγίες που δόθηκαν ήταν να παρουσιασθεί ο τριτοδιάδικος στην ακροαματική διαδικασία της αγωγής και να λάβει τέτοια διαβήματα ως το Δικαστήριο ήθελεν ορίσει. Με αυτές τις οδηγίες, που ορθά δόθηκαν, όπως προκύπτει από τη νομολογία που υιοθετήσαμε, ο τριτοδιάδικος ήταν ελεύθερος να αντεξετάσει τους μάρτυρες του εφεσείοντα επί του θέματος της ευθύνης όπως και το έπραξε, σύμφωνα με την προαναφερθείσα ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Μια τέτοια ενέργεια ή συμπεριφορά δεν κατέστησε τον τριτοδιάδικο εναγόμενο στην αγωγή, ούτε μπορεί να θεωρηθεί άδεια υπεράσπισης στην αγωγή, έστω και αν η αντεξέταση των μαρτύρων του εφεσείοντα από τον τριτοδιάδικο επεκτάθηκε και σε άλλα θέματα που ήταν έξω από τα επίδικα θέματα μεταξύ εφεσίβλητης και τριτοδιάδικου, που έπρεπε να αποφευχθούν. Το βάρος της απόδειξης της ευθύνης της εφεσίβλητης το έφερε ο εφεσείων και οποιαδήποτε μαρτυρία δόθηκε από πλευράς τριτοδιάδικου έστω και αν προέκυψε από την αντεξέταση του δικηγόρου του εφεσείοντα, ήταν μαρτυρία που σχετιζόταν και περιοριζόταν στο θέμα της ευθύνης του τριτοδιάδικου έναντι της εφεσίβλητης για αποζημίωση ή συνεισφορά με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία, που ήταν και το επίδικο θέμα στη χωριστή Διαδικασία Τριτοδιάδικου και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί όσο ευνοϊκή και αν ήταν για τον εφεσείοντα για να αποδείξει αυτός την υπόθεσή του στην αγωγή του εναντίον της εφεσίβλητης. Εν πάση περιπτώσει, το ζήτημα ενέχει θεωρητικό χαρακτήρα σ' αυτή την υπόθεση, εφόσον ο περί ου ο λόγος μάρτυρας του τριτοδιάδικου κρίθηκε αναξιόπιστος.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Β.
- Το βάρος της απόδειξης και κριτήρια αξιολόγησης της μαρτυρίας Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Σπεύδω να αναφέρω ότι με δεδομένο ότι στη βάση της δικογραφίας η Τριτοδιάδικος καθίσταται υπόλογη στην Εναγόμενη,μεταξύ άλλων, για ισχυριζόμενη οικειοποίηση ασφαλίστρων, το βάρος της απόδειξης αυτού του ισχυρισμού είναι, όπως σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Παραπέμπω συναφώς στο Σύγγραμμα Phipson on Evidence, 11η έκδοση, παρα. 123, όπου αναφέρεται ότι: «The standard of proof required to prove a criminal offence in civil proceedings is no higher than the standard of proof ordinarily required in civil proceedings.". Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Η μαρτυρία εξετάζεται από τo Δικαστήρίο συνολικά και όχι αποσπασματικά (Βλ. μεταξύ άλλων, απόφαση της Μιχαηλίδου, Δ., ημερ. 8.4.2014, στην Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 273/2010, Βαρβάρα (Ρίτσα) Mason ν. Αντώνη Αντωνίου κ.α). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Ασφαλώς, κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν δύναται να έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Όπως, περαιτέρω, λέχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 λέχθηκε ότι: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.LR. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophvtou and Οthers
(1983)1 C.LR. 669, 680). Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.». Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Β.
- Αξιολόγηση της μαρτυρίας αναφορικά με την αντιδικία μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένης. Β.4.
- Η γενική εντύπωση για τη μαρτυρία του Ενάγοντος Είμαι ικανοποιημένη ότι η μαρτυρία του Ενάγοντος υπήρξε ειλικρινής, αληθής και αξιόπιστη. Καταλήγω σε αυτό το συμπέρασμα, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, το γεγονός ότι η μαρτυρία του στηρίχθηκε σε προσωπική και άμεση γνώση των γεγονότων και, αφετέρου, ότι όσα ανέφερε τεκμηριώνονται με την έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε ως το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο, τις αποδείξεις πληρωμής ασφαλίστρων και τις επιστολές των δικηγόρων του, ως αναφέρονται κατά την καταγραφή της μαρτυρίας του πιο κάνω. Είμαι, επίσης, ικανοποιημένη ότι η μαρτυρία του Ενάγοντος έχει απόλυτη συνοχή με τις δικογραφημένες του θέσεις και ότι δεν τις αντιστρατεύεται. Παρατηρώ, εξάλλου, ότι η μαρτυρία του ΜΥ1, που ήταν ο κύριος μάρτυρας για την Εναγόμενη, επιβεβαίωσε ή και δεν αμφισβήτησε τη μαρτυρία του Ενάγοντος στα ουσιώδη σημεία. Ό,τι αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, κρίνω ότι αφορούσε τη νομική πτυχή της υπόθεσης και αναλύω τούτο πιο κάτω. Δεν θα ανέμενα από τον Ενάγοντα, ο οποίος σημειωτέον δεν είναι δικηγόρος, να διατυπώσει νομική άποψη ούτε επηρεάζει τον δείχτη της αξιοπιστίας του τυχόν εσφαλμένη αντίληψή του επί νομικού θέματος. Β.4.
- Η γενική εντύπωση για τη μαρτυρία του ΜΥ1 Έχω ελέγξει τη μαρτυρία του ΜΥ1 με προσοχή, υπό το φως του δεδομένου ότι ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων στην έκταση που αυτά εκτυλίχθηκαν μέχρι τον Απρίλιο του
- Η δική του εργοδότηση στην υπηρεσία της Εναγομένης άρχισε τον Απρίλιο του
- Έκτοτε ασκεί καθήκοντα υπεύθυνου του Λογιστηρίου της Εναγομένης. Έλαβα όμως υπόψη ότι ο ΜΥ1 έχει θετική γνώση των γεγονότων, την οποία απέκτησε, όπως ο ίδιος εξηγεί στις παρα. 3, 4, 7, 47, 48 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β) παραλαμβάνοντας τον Απρίλη 2004, ολόκληρο το αρχείο του λογιστηρίου. Στο εν λόγω αρχείο περιλαμβάνονταν- · ο ηλεκτρονικός υπολογιστής με τις εκεί σχετικές καταχωρήσεις, · όλα τα σχετικά έντυπα, έγγραφα, αποδείξεις, αντίγραφα αποδείξεων, βιβλιάρια αποδείξεων µε καταχωρίσεις εισπράξεων, · οι φάκελοι των ασφαλιστικών αντιπροσώπων, περιλαμβανομένης της Τριτοδιαδίκου, · οι φάκελοι των πελατών που είχαν και έχουν σχέση με τις οικονομικές δοσοληψίες της Εναγόμενης τόσο μέσω ασφαλιστικών αντιπροσώπων που, όταν ο ΜΥ1 προσλήφθηκε στην υπηρεσία της Εναγομένης, οι εν λόγω αντιπρόσωποι είχαν ήδη διακόψει τη συνεργασία τους με την Εναγόμενη, όσο και μέσω ασφαλιστικών αντιπροσώπων που εξακολουθούσαν να συνεργάζονται με την Εναγόμενη. Ειδικότερα, έλαβα υπόψη ότι η γραπτή δήλωση του ΜΥ1 (Έγγραφο Β) συντάχθηκε, όπως ο ΜΥ1 δήλωσε στην παρα. 3 αυτής, κατόπιν ελέγχου από τον ίδιο, «µε λεπτοµέρεια και σχολαστικότητα», των καταχωρίσεων των χρεώσεων και εισπράξεων που έγιναν πριν την πρόσληψή του αναφορικά µε τις δοσοληψίες των ασφαλιστικών αντιπροσώπων, σε συνάρτηση και αντιστοιχία µε τα υπάρχοντα αντίγραφα αποδείξεων είσπραξης ασφαλίστρων που υπήρχαν στους φακέλους των πελατών. Ως ο ΜΥ1 δήλωσε, από τον έλεγχο που έκαμε, βεβαιώθηκε ότι οι αντίστοιχες καταγραφές στον ηλεκτρονικό υπολογιστή που αυτός παρέλαβε ήσαν απόλυτα ορθές. Από την αντεξέταση του ΜΥ1 δεν δόθηκε οποιοδήποτε έρεισμα αμφισβήτησης της δήλωσής του ότι αυτός, ως εκ της θέσης του στην υπηρεσία της Εναγομένης, γνωρίζει τη διαδικασία της έκδοσης ασφαλιστηρίων συµβολαίων, η οποία γίνεται µε τη διαµεσολάβηση των Ασφαλιστικών Αντιπροσώπων. Λαμβάνω λοιπόν υπόψη ότι, όπως ο ΜΥ1 εξήγησε στην παρα. 13 του Εγγράφου Β, για τον κάθε πελάτη που η αίτηση του για ασφάλιση γινόταν αποδεκτή από την Εναγόμενη και εκδίδετο το Ασφαλιστήριο Συµβόλαιο, τηρείτο και εξακολουθεί να τηρείται ξεχωριστός φάκελος στα κεντρικά γραφεία της Εναγομένης στη Λευκωσία, στον οποίον καταχωρούνται η αίτηση ασφάλισης, αντίγραφα αποδείξεων πληρωµής ασφαλίστρων και άλλα έντυπα ή έγγραφα σχετικά µε το συγκεκριµένο ασφαλιστήριο. Υπό το φως του πιο πάνω υπόβαθρου, έχω ικανοποιηθεί ότι ο ΜΥ1 είχε πρόσβαση σε όλη εκείνη τη βάση δεδομένων που ήταν αναγκαίο να έχει στο πεδίο γνώσης του, έτσι ώστε να μπορεί να τοποθετηθεί επί των ισχυρισμών γεγονότων που δικογράφησαν ο Ενάγων και η Εναγόμενη όσον αφορά τη μεταξύ τους αντιδικία. Πράγματι, όσον αφορά τη ροή των ισχυριζόμενων γεγονότων καθώς και τη σχετική αλληλογραφία, διαπιστώνω ότι υπήρξε σύγκλιση ανάμεσα στη μαρτυρία του Ενάγοντα και του ΜΥ1, αναδεικνύοντας ουσιαστικά αριθμό ισχυρισμών γεγονότων και εγγράφων ως παραδεκτών, όπως προσδιορίζω και παραθέτω πιο κάτω (βλ. παρα. Β.4.3). Σε ορισμένα όμως σημεία της μαρτυρίας του ΜΥ1, αυτός έχει όντως επεκταθεί πέραν από την περιγραφή γεγονότων και σε ενασχόληση με τη νομική πτυχή της υπόθεσης, διατυπώνοντας γνώμη ή εκτίμηση, όσον αφορά τη νομική ερμηνεία που θα πρέπει να αποδοθεί σε ορισμένα παραδεκτά έγγραφα, ως είναι τα Τεκμήρια 4, 8 και 9 υπό το Έγγραφο Α. Συγκεκριμένα꞉ Όσον αφορά το Τεκμήριο 4, το οποίο αποτελεί έγγραφο τιτλοφορούμενο «Policy Information Statement», ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε στην παρα. 27 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β), ότι με αυτό η Εναγόμενη θα μπορούσε να επικαλεσθεί τη λήξη του συμβολαίου ενώ δεν το έπραξε και αντ' αυτού (βλ. την παρα. 28 της ίδιας δήλωσης) η Εναγόμενη εξέφρασε την αναγνώριση ισχύος του συμβολαίου καλώντας τον να προβαίνει σε μελλοντικές πληρωμές απευθείας στην Εναγόμενη. Όσον αφορά το Τεκμήριο 8, το οποίο αποτελεί επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντος ημερ. 11.12.2007, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι αυτή περιέχει αίτημα επαναφοράς του ασφαλιστήριου συμβολαίου του Ενάγοντος, το οποίο αίτημα ήταν παράτυπο για διάφορους λόγους (βλ. παρα. 37, 38). Όσον αφορά το Τεκμήριο 9, η οποία αποτελεί επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντος ημερ. 21.12.2007, με την οποία εκδηλώνουν την πρόθεση του Ενάγοντος για τερματισμό του ασφαλιστήριου συμβολαίου του, ο ΜΥ1 διατυπώνει άποψη ότι δεν χωρούσε τερματισμός σε εκείνο το στάδιο διότι το ασφαλιστήριο είχε ήδη λήξει βάσει του Τεκμηρίου 4 (βλ. παρα. 41). Έχω να παρατηρήσω ότι η ερμηνεία του περιεχομένου ενός εγγράφου αποτελεί ασφαλώς έργο του Δικαστηρίου και όχι ενός μάρτυρα γεγονότων. Προς τούτο, οι δικές μου αξιολογικές κρίσεις καταγράφονται στο μέρος Β.4.
- πιο κάτω. Β.4.
- Παραδεκτά γεγονότα στην όψη των δικογράφων και στη βάση της μη αμφισβητηθείσας μαρτυρίας. Είναι καλά γνωστό ότι στις πολιτικές υποθέσεις μπορεί να γίνει παραδοχή για κάποιο γεγονός με διάφορους τρόπους (βλ. το Σύγγραμμα των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης. Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», Hippasus Publishing, Λευκωσία, 2014, σελ.279), περιλαμβανομένης και σχετικής παραδοχής μέσα από τη δικογραφία. Είναι επίσης νομολογημένο ότι αν κατά την αντεξέταση ενός μάρτυρα δεν του υποβληθούν οποιεσδήποτε ερωτήσεις, θεωρείται ότι γίνεται αποδεχτή η εκδοχή που θέτει ο μάρτυρας (Βrowne v. Dunn [1894] 6 R. 67, (H.L.) και R. v. Hart [1932] 23 Cr.App. R. 202). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. v. Acuac Inc
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527: «Yπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής, που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας, οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι, κατά την αντεξέταση, τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του παρόντος Δικαστηρίου.) Συνεπεία των πιο πάνω νομολογιακών κανόνων όσον αφορά τη διεξαγωγή της αντεξέτασης ενός μάρτυρα, δεν επιτρέπεται στο συνήγορο ενός διάδικου να επιτεθεί κατά την τελική του αγόρευση ή να προωθήσει εξηγήσεις, στα σημεία όπου παρέλειψε να αντεξετάσει σχετικούς μάρτυρες επί του σημείου (βλέπε επίσης Phipson on Evidence, 13η Έκδοση, παραγρ. 33-69). Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω νομολογιακές αρχές, κρίνω ότι στην παρούσα υπόθεση, μέσα από τη δικογραφία, καθώς και από τη δοθείσα μαρτυρία του Ενάγοντος (βλ. το Έγγραφο Α), η οποία δεν αμφισβητήθηκε κατά τη δική του αντεξέταση ούτε αμφισβητήθηκε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ΜΥ1 αλλά αντίθετα επιβεβαιώθηκε από αυτόν, προέκυψαν ως μη αμφισβητούμενα και/ή ως παραδεκτά τα εξής γεγονότα꞉ (α) Ο Ενάγων, ο οποίος είναι Κύπριος, αλλά µόνιµος κάτοικος Νοτίου Αφρικής, συνήψε την 10.8.1999 µε την Εναγόµενη Ασφαλιστική Εταιρεία, η οποία τότε ονοµαζόταν Liberty Life Insurance Limited, Ασφαλιστήριο Συµβόλαιο Ζωής, τύπου «Lifestyle Pension», με αριθµό αναφοράς 812-500258, ως το Τεκμήριο 1 υπό το Έγγραφο Α. Η Εναγόμενη ήταν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ασφαλιστική εταιρεία, νόµιµα εγγεγραµµένη στην Κύπρο και διεξήγαγε ασφαλιστικές εργασίες στον κλάδο Ζωής, στον οποίο περιλαµβάνονταν και επενδυτικά σχέδια. (β) Το εν λόγω συµβόλαιο είχε μεταξύ άλλων, πρόνοιες για τα εξής: · Είχε ημερομηνία έναρξης ισχύος στις 28.9.1999 και προβλεπόμενη ημερομηνία λήξης στις 28.9.
- · Το ετήσιο ασφάλιστρο ήταν ΛΚ£10.214,28 (€17.452,13) πληρωτέο σε εξαµηνιαίες δόσεις από ΛΚ£5.107,14 (€8.726,07). · Το ποσό κάλυψης σε περίπτωση θανάτου του Ενάγοντος κατά την διάρκεια της ισχύος του ασφαλιστήριου συµβολαίου ήταν ΛΚ£20,000 (€34.172,03). · Μετά την πληρωµή των ασφαλίστρων και την παρέλευση τριών χρόνων, το συµβόλαιο θα αποκτούσε αξία εξαγοράς, ίση µε ποσοστό της αξίας των πιστωµένων στο συµβόλαιο, µονάδων. Τα στοιχεία αυτά εμφαίνονται τόσο στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο όσο και στη Συνοπτική Κατάσταση Παροχών Ασφαλιστηρίου Συµβολαίου (ως το Τεκμήριο 2 υπό το Έγγραφο Α), η οποία Κατάσταση, ως παρατηρώ, εκδόθηκε στις 10.8.1999, κατόπιν αίτησης αρ. 20064, με στοιχεία συνεργάτη «ΖΗΝΩΝΟΣ / ΣΙΑΚΑΤΙΔΟΥ» και κωδικό «50301900». Η αίτηση του Ενάγοντος για ασφάλιση με την Εναγόμενη κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 10 κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, μαζί με Βεβαίωση Παραλαβής του Ασφαλιστηρίου από τον ίδιο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- (γ) Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου (28.9.1999) μέχρι την 1.9.2003 (βλ. την επιστολή ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) που η Εναγόμενη γνωστοποίησε στον Ενάγοντα την επιθυμία της όπως υιοθετηθεί διαφορετική μέθοδος πληρωμής, ο Ενάγων πλήρωνε τα ασφάλιστρα στους εξουσιοδοτηµένους για την είσπραξη υπαλλήλους της Εναγόµενης Σταύρο Ζήνωνος και/ή Ελεονώρα (Νόρα) Σιακατίδου και ελάµβανε σχετική απόδειξη από αυτούς. Οι εν λόγω υπάλληλοι της Εναγομένης μετέβαιναν στη Νότιο Αφρική, όπου συναντούσαν τον Ενάγοντα και λάμβαναν από αυτόν σε μετρητά στο τοπικό νόμισμα, ήτοι σε «rand», το ισόποσο σε ΛΚ προβλεπόμενο στο Ασφαλιστήριο συμβόλαιο ποσό των ασφαλίστρων. (δ) Ο Ενάγων είχε στην κατοχή του τις αποδείξεις είσπραξης που του εξέδωσαν οι ως άνω εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι της Εναγομένης αναφορικά με την πληρωμή επτά εξαμηνιαίων ασφαλίστρων, ανερχόµενων συνολικά σε ΛΚ£10.214,28 (€17.452,13), ως ακολούθως꞉ · Aπόδειξη πληρωµής του πρώτου εξαμηνιαίου ασφαλίστρου (Σεπτέμβριο 1999 έως Μάρτιο 2000), όπου η πληρωμή έγινε σε δύο δόσεις, ηµεροµηνίας 28.6.1999 για ΛK£909,00 και ηµεροµηνίας 19.10.1999 για ΛΚ£4.198,00 (βλ. το Τεκμήριο 3Α υπό Έγγραφο Α)· · Aπόδειξη πληρωµής του δευτέρου εξαμηνιαίου ασφαλίστρου (Μάρτιο 2000 έως Σεπτέμβριο 2000), ηµεροµηνίας 30.9.2000 για ΛK£5.107,00 (βλ. το Τεκμήριο 3Β υπό Έγγραφο Α)· · Απόδειξη πληρωµής του τρίτου εξαμηνιαίου ασφαλίστρου (Σεπτέμβριο 2000 έως Μάρτιο 2001), ηµεροµηνίας 30.9.2000 για ΛK£5.107,00 (βλ. το Τεκμήριο 3Γ υπό Έγγραφο Α)· · Απόδειξη πληρωμής του τέταρτου εξαμηνιαίου ασφαλίστρου (Μάρτιο 2001 έως Σεπτέμβρη 2001), ηµεροµηνίας 2.4.2001 για ΛK£5.107,00 (βλ. το Τεκμήριο 3Δ υπό Έγγραφο Α)· · Απόδειξη πληρωµής του πέµπτου εξαμηνιαίου ασφαλίστρου (Σεπτέμβριο 2001 έως Μάρτιο 2002), ηµεροµηνίας 11.9.2001 για ΛΚ£5107,14σ (βλ. το Τεκμήριο 3Ε υπό Έγγραφο Α)· · Απόδειξη πληρωµής του έκτου εξαμηνιαίου ασφαλίστρου (Μάρτιο 2002 έως Σεπτέμβριο 2002), ηµεροµηνίας 5.4.2002 για ΛΚ£5.107,14 (βλ. το Τεκμήριο 3ΣΤ υπό Έγγραφο Α)· και · Απόδειξη πληρωµής του έβδοµου εξαμηνιαίου ασφαλίστρου (Σεπτέμβριο 2002 έως Μάρτιο 2003), ηµεροµηνίας 6.9.2002 για ΛΚ£5107,14 (βλ. το Τεκμήριο 3Ζ υπό Έγγραφο Α). (ε) Οι δύο αποδείξεις ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ (στο εξής αναφερόμενες ως «οι επίδικες αποδείξεις» ή/και «οι επίδικες δόσεις») εκδόθηκαν στον Ενάγοντα από την κα Ελεονώρα Σιακατίδου, η οποία ήταν μέχρι τότε εξουσιοδοτημένη υπάλληλος της Εναγομένης. Η γνησιότητα των αποδείξεων αυτών και της υπογραφής της Τριτοδιαδίκου σε αυτές δεν αμφισβητήθηκε ούτε από τη συνήγορο της Εναγόμενης ούτε από το συνήγορο της Τριτοδιαδίκου κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος. Δεν αμφισβητήθηκε κατ' επέκταση ούτε το ότι πράγματι έγιναν οι εν λόγω δύο πληρωμές από τον Ενάγοντα προς την εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπο της Εναγόμενης. (ε) Ουδέν άλλο ασφάλιστρο κατέβαλε ο Ενάγων προς την Εναγόμενη. Για τον ίδιο λόγο δεν έχει στην κατοχή του, ούτε ισχυρίζεται ότι έχει, οποιαδήποτε απόδειξη πληρωμής αναφορικά με την εξάμηνη περίοδο από Μάρτιο 2003 μέχρι Σεπτέμβριο 2003 (σημειωτέον ότι 28.3.2003 ήταν πληρωτέο το ασφάλιστρο της εν λόγω εξάμηνης περιόδου) ή/και για οποιαδήποτε μετέπειτα εξάμηνη περίοδο. (στ) Κατά την 1.9.2003 ο Ενάγων έλαβε στη διεύθυνση του στη Νότιο Αφρική επιστολή από την Εναγόµενη, η οποία τιτλοφορείται «Policy Information Statement» (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό το Έγγραφο Α). Στην εν λόγω επιστολή δίδετο η εξής κατάσταση ως προς το ασφαλιστήριο συμβόλαιό του꞉ Υπό τον τίτλο «Total Units as at 15.8.2003» υπήρχε η ένδειξη «Status: Lapse». Υπό τον Πίνακα που τιτλοφορείτο «Premiums Paid» φαινόταν ότι είχαν γίνει μόνο 5 πληρωμές ασφαλίστρων αντί 7 ως ανωτέρω. Συγκεκριμένα, καταγράφονταν οι πληρωμές που έγιναν για τα ασφάλιστρα που ήταν πληρωτέα στις 28.9.99, 28.3.2000, 28.9.2000, 28.3.2001 και 28.9.2001, ενώ παραλείπονταν οι δύο πληρωμές που ο Ενάγων έκανε αναφορικά με τη δόση που ήταν πληρωτέα στις 28.3.2002 και 28.9.2002 και για τις οποίες έχει στην κατοχή του τις επίδικες αποδείξεις ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ υπό Έγγραφο Α, ανωτέρω. Υπό τον τίτλο «Additional Information» υπήρχαν οι ενδείξεις - «Next Expected Premium Date 28.4.2002» «Premium Amount £5107,14» Premium Loans £0» Net Cash Value as at 15/8/2003 £0». Στην ίδια επιστολή, ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, αναφέρετο ότι οι κ.κ. Νόρα Σιακατίδου και κ. Σταύρος Ζήνωνος, δεν ήσαν πλέον αντιπρόσωποι της Εναγόµενης και ζητείτο όπως ο Ενάγων διευθετούσε «οι µελλοντικές πληρωµές» ασφαλίστρων προς την Εναγόµενη να γίνονται απ'ευθείας σε κατονοµαζόµενο τραπεζικό λογαριασµό της Εναγομένης στην Λαϊκή Τράπεζα. Παραθέτω αυτούσια την παράγραφο, ως ήταν διατυπωμένη στα αγγλικά꞉ «Mrs Nora Shiakatidou and Mr Stavros Zenonos are no longer agents of Liberty Life, therefore please arrange future payments to be paid directly to Liberty Life Insurance Ltd, Cyprus Popular Bank account no꞉ 007-21-022251 with reference to your policy number or your name.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Τέλος, με την εν λόγω επιστολή ο Ενάγων καλείτο όπως επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον κ. Νίκο Αδάμου σε συγκεκριμένο αριθμό τηλεφώνου στην Κύπρο ή με φαξ σε Κυπριακό αριθμό, για τυχόν περαιτέρω πληροφορίες ή διευκρινίσεις. (ζ) Στο διάστημα μεταξύ 1.9.2003 και 25.9.2003, ήτοι αφότου ο Ενάγων παρέλαβε την επιστολή της Εναγομένης ημερ. 1/9/2003 ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α ανωτέρω, ο Ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικώς με την Εναγόμενη και διαμαρτυρήθηκε για τη μη πίστωση στο συμβόλαιό του των δύο πληρωμών που αυτός είχε κάνει, ως οι αποδείξεις που είχε στην κατοχή του ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ υπό Έγγραφο Α. Του αναφέρθηκε τότε από την Εναγόμενη ότι τα χρήματα δεν είχαν καταβληθεί σε αυτήν από την αντιπρόσωπο Ελεονώρα Σιακατίδου. Ακολούθως, ο Ενάγων απέστειλε στην Εναγόμενη (φ/δι κ. Νίκου Αδάμου) την επιστολή ημερ. 25.9.2003 ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α με την οποία - · πρώτον, αναφέρθηκε στην πρόσφατη τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ αυτού και του κ. Νίκου Αδάμου και/ή Γιάννη Κυπριανίδη, · δεύτερον, έθεσε και γραπτώς τη διαμαρτυρία του για το γεγονός ότι παραλείπονταν από την Κατάσταση του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου του, ημερ. 1.9.2003 οι δύο τελευταίες πληρωμές που αυτός έκανε έναντι δύο αποδείξεων πληρωμής που του εκδόθηκαν και τις οποίες είχε στην κατοχή του (ήτοι των επίδικων αποδείξεων), · τρίτον, ανέφερε ότι επιβεβαιώθηκε σε αυτόν από την Εναγόμενη ότι οι δύο αυτές αποδείξεις ήταν επίσημες αποδείξεις πληρωμής της Εναγομένης, αλλά ότι τα ποσά στα οποία αφορούσαν οι εν λόγω δύο αποδείξεις τα είχε καταχραστεί η Ελεονώρα Σιακατίδου, · τέταρτον, ο ίδιος καθιστούσε την Εναγόμενη υπεύθυνη να αποκαταστήσει στο Ασφαλιστήριο συμβόλαιο του τα ποσά των εν λόγω δύο πληρωμών το συντομότερο δυνατό, ανεξαρτήτως του πόσο χρόνο θα λάμβανε η επίλυση της υπόθεσης μεταξύ της Εναγόμενης και της Ελεωνόρας Σιακατίδου, · πέμπτον, δήλωνε ότι το συγκεκριμένο περισταστικό επηρέασε τη σχέση εμπιστοσύνης του ιδίου προς την Εναγόμενη και ότι αυτός θα ανέμενε να ακούσει σύντομα από την Εναγόμενη, ελπίζοντας ότι θα διευθετούσε το ζήτημα, ώστε αυτός να μπορούσε να λάβει απόφαση σχετικά με το πως θα χειριζόταν το συμβόλαιό του. (η) Η Εναγόμενη ουδέποτε απάντησε γραπτώς στην επιστολή του Εναγομένου ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α ανωτέρω. (θ) Στις 11.4.2007 ο Ενάγων απέστειλε προς την Εναγόμενη, μέσω της δικηγόρου Δέσποινας Λαδά για G&A Ladas, επιστολή, ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, με την οποία ζητούσε όπως πιστωθεί ο λογαριασμός του με ολόκληρο το ποσό των πληρωμών του το συντομότερο δυνατό βάσει της μεταξύ τους προηγούμενης συμφωνίας και προειδοποιούσε ότι σε περίπτωση παράλειψης της Εναγόμενης να ανταποκριθεί, ο Ενάγων θα λάμβανε νομικά μέτρα εναντίον της. («As instructed by our client Mr K. A. Kyriakou, we request that you credit his account with the full amount of payments made as soon as possible, as per your previous agreement. Should you fail to do so, we will proceed to take legal action against you without further notice.»). (ι) Η Εναγόμενη ουδέποτε απάντησε γραπτώς στην επιστολή της δικηγόρου του Εναγομένου ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, ανωτέρω. (ια) Στις 17.10.2007 ο Ενάγων απέστειλε προς την Εναγόμενη, μέσω της δικηγόρου Δέσποινας Λαδά για G & A Ladas, επιστολή, ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, με την οποία ζητούσε από την Εναγόμενη, δεδομένης της παράλειψης της να απαντήσει στην επιστολή ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, να διευκρινίσει τη θέση ή/και τις δικές της προθέσεις χωρίς καθυστέρηση, διαφορετικά ο Ενάγων θα προχωρούσε στη λήψη νομικών μέτρων. (ιβ) Ο Ενάγων δεν απάντησε γραπτώς ούτε στην επιστολή της δικηγόρου του Εναγομένου ως το Τεκμήριο 7 υπό Έγγραφο Α, ανωτέρω. (ιγ) Στις 11.12.2007 ο Ενάγων απέστειλε στην Εναγόμενη μέσω των δικηγόρων του Γ & Α Λαδάς, επιστολή ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α, της οποίας το περιεχόμενο παρατίθεται αυτούσιο πιο κάτω꞉ «Παρά τις επιστολές μας προς εσάς ημερομηνίας 11.4 και 17.10.2007 και τα πολλαπλά τηλεφωνήματά μας, δεν μας έχετε ξεκαθαρίσει τη θέση σας σχετικά με το πιο πάνω θέμα. Γι' αυτό έχουμε οδηγίες από τον πελάτη μας να σας καλέσουμε όπως, μέσα σε επτά ημέρες από σήμερα, (α) τον πιστώσετε με τις δύο πληρωμές εκ Κ£5.107,14 η κάθε μία, που έκανε στις 5.4 και 6.9.2002 και με τις ανάλογες μονάδες που θα δικαιούτο με τις τότε τιμές, και γενικά του δώσετε όλα τα ωφελήματα που απορρέουν από τις εν λόγω πληρωμές και το σύνολο των πληρωμών μέχρι τότε, και (β) μειώσετε, από 1.1.2003, το ετήσιο ασφάλιστρο του σε Κ£100 μέχρι τη λήξη του συμβολαίου, οπότε θα αποδωθούν στον πελάτη μας τα ωφελήματα που δικαιούται από το συμβόλαιο χωρίς να του επιβληθεί οποιαδήποτε κύρωση ή αφαίρεση. Αν παραλείψετε να συμμορφωθείτε μέσα στην πιο πάνω προθεσμία, έχουμε οδηγίες να τερματίσουμε το πιο πάνω συμβόλαιο και να λάβουμε δικαστικά μέτρα εναντίον σας χωρίς άλλη ειδοποίηση. Ο πελάτης μας επιφυλάσσει πλήρως τα δικαιώματά του.». (ιδ) Η Εναγόµενη δεν απάντησε γραπτώς ούτε στην επιστολή ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α ανωτέρω και έτσι οι δικηγόροι του Ενάγοντος της απέστειλαν στις 21.12.2007 νέα επιστολή (ως το Τεκμήριο 9 υπό το Έγγραφο Α), µε συστηµένο ταχυδρομείο, με την οποία την πληροφορούσαν ότι꞉ «Εν όψει της παράληψης σας να συμμορφωθείτε με το περιεχόμενο της επιστολής μας προς εσάς ημερομηνίας 11.12.2007 και της όλης συμπεριφοράς σας προς αυτόν, σας πληροφορούμε ότι ο πιο πάνω πελάτης μας τερμάτισε, και με την παρούσα μας τερματίζει, το πιο πάνω συµβόλαιο. Ο πελάτης μας επιφυλάσσει πλήρως τα δικαιώματα του.». (ιε) Η Εναγόμενη δεν απάντησε στην τελευταία πιο πάνω επιστολή των δικηγόρων του Ενάγοντος. Β.4.
- Επίδικα θέματα ως προκύπτουν από τη μαρτυρία του Ενάγοντος και του ΜΥ1, αξιολόγηση της μαρτυρίας και εκτίμηση Δικαστηρίου. Όπως έχω ήδη αναφέρει ανωτέρω, το Δικαστήριο θα απασχολήσει η ερμηνεία των εγγράφων ως τα Τεκμήρια 4, 8 και 9 υπό το Έγγραφο Α, στη βάση των οποίων ο ΜΥ1 πρόταξε την εκδοχή της Εναγομένης, η οποία συγκρούεται με εκείνην του Ενάγοντος. Συγκεκριμένα꞉ Ο ΜΥ1 προώθησε την εκδοχή ότι ο Ενάγων δεν δικαιούται σε θεραπεία ως η απαίτησή του καθ' ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο έληξε το 2003 βάσει του Τεκμηρίου 4 και ως εκ τούτου δεν χωρούσε τερματισμός αυτού το 2007 βάσει του Τεκμηρίου 9, εφόσον δεν υπήρξε ποτέ στο μεσοδιάστημα νομότυπο αίτημα επαναφοράς του συμβολαίου, παρά μόνο το Τεκμήριο 8 που περιείχε παράτυπο αίτημα επαναφοράς και ως τέτοιο απορριπτέο. Η εκδοχή αυτή συγκρούεται με την εκδοχή του Ενάγοντος, η οποία, μέσω των δικογράφων και της τελικής αγόρευσης των συνηγόρων του, εδράζεται στην εισήγηση ότι - πρώτον, το Τεκμήριο 4 δεν επέφερε τον τερματισμό ή την ακύρωση του ασφαλιστήριου συμβολαίου παρά μόνον την αναστολή της ισχύος του, δεύτερον, ότι υπήρξε συνεχιζόμενη παράβαση του συμβολαίου από μέρους της Εναγόμενης λόγω της άρνησης ή παράλειψής της να πιστώσει το λογαριασμό του ασφαλιστήριου συμβολαίου με τα ποσά των δύο επίδικων πληρωμών ως τα Τεκμήρια 3ΣΤ και 3Ζ παρά τα σχετικά αιτήματα των δικηγόρων του Ενάγοντος, τρίτον, ότι ουδέποτε υποβλήθηκε αίτημα επαναφοράς του συμβολαίου διότι ο Ενάγων ανέμενε πρώτα διόρθωση της ως άνω παράλειψης της Εναγόμενης, και τέταρτον, ότι συνεπεία της συνεχιζόμενης παράλειψης της Εναγομένης να διορθώσει την κατάσταση, υφίστατο, κατά τον ουσιώδη χρόνο (21.12.2007, βλ. το Τεκμήριο 9), το δικαίωμα τερματισμού του ασφαλιστηρίου εκ μέρους του Ενάγοντος. Η επ' ακροατηρίω συζήτηση των εκατέρωθεν εκδοχών, κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος και του ΜΥ1, εστιάστηκε στα εξής επιμέρους ερωτήματα꞉ (α) Ποιος ευθύνεται για το γεγονός ότι το Ασφαλιστήριο συμβόλαιο του Ενάγοντος έπαυσε να ισχύει ή/και διακόπηκε ή/και περιήλθε σε καθεστώς «lapsed», ως αναφερόταν στην επιστολή ημερ. 1.9.2003 (Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α). (β) Σε ποιες διορθωτικές ενέργειες μπορούσε ή/και έπρεπε να προβεί ο Εναγόμενος, ανεξαρτήτως υπαιτιότητας για τη διακοπή του συμβολαίου, εάν ήθελε να το επαναφέρει σε ισχύ; (γ) Υπήρξε συμφωνία ως προς το ποια θα ήταν τα οφειλόμενα ασφάλιστρα για σκοπούς επαναφοράς του συμβολαίου σε ισχύ; (δ) Υπήρξε αίτηση επαναφοράς του συμβολαίου σε ισχύ από μέρους του Ενάγοντος; Β.4.4.1 Ερμηνεία του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Α. Ποιος ευθύνεται για τη διακοπή του συμβολαίου (lapse) και πότε επήλθε αυτή. Η συνήγορος της Εναγομένης επιχείρησε κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος να αναδείξει την περιγραφόμενη στο Τεκμήριο 4 διακοπή (lapse) του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου ως ενός συμβάντος το οποίο επήλθε ανεξάρτητα από το αν ο Ενάγων πράγματι κατέβαλε ή δεν κατέβαλε τις δύο επίδικες πληρωμές για τις δόσεις ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ υπό Έγγραφο Α. Συγκεκριμένα, η συνήγορος της Εναγομένης αποσύνδεσε το γεγονός της διακοπής του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου - αφενός από την όποια ευθύνη της Εναγομένης για τη μη πίστωση των εν λόγω πληρωμών στο λογαριασμό του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου του Ενάγοντος, και αφετέρου από την ισχυριζόμενη έλλειψη εμπιστοσύνης του Ενάγοντος στο πρόσωπο της Εναγομένης, η οποία συνδέθηκε από τον ίδιο με το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 1.9.2003, ημερομηνία από την οποία αυτός πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι δεν του είχαν πιστωθεί οι δύο πληρωθείσες δόσεις ασφαλίστρων, υποδεικνύοντας στον Ενάγοντα ότι προτού καν σταλεί σε αυτόν η επιστολή ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, ο ίδιος είχε παραλείψει να πληρώσει τη δόση της 28ης Μαρτίου 2003, για την οποία ο Ενάγων παραδέχεται ότι δεν έχει απόδειξη πληρωμής στην κατοχή του, επιφέροντας τη διακοπή του συμβολαίου το αργότερο από 28.4.
- Ήταν στη συνέχεια η θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι εφόσον αυτός είχε παραλείψει να πληρώσει τη δόση που ήταν πληρωτέα στις 28.3.2003 και αφορούσε στην περίοδο από 28 Μαρτίου 2003 έως 28 Σεπτεμβρίου 2003, το Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο δικαιολογημένα, βάσει των όρων του άρθρου 5 («Προθεσμία για την καταβολή ασφαλίστρων»), θεωρήθηκε από 28.4.2003 που έληξε η περίοδος χάριτος 30 ημερών, ότι διακόπηκε η ισχύς του (lapsed). Ο Ενάγων παραδέχθηκε ότι γνώριζε ότι μέσα στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο υπήρχε ρητός όρος, ως το άρθρο 5, που προνοούσε για την προθεσμία καταβολής των ασφαλίστρων και για τη διακοπή του σε περίπτωση που δεν γινόταν η πληρωμή της πληρωτέας δόσης εντός των 30 ημερών της περιόδου χάριτος. Το άρθρο 5 του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α) καθορίζει ότι꞉ «Μετά την πληρωμή της πρώτης δόσης, όπως έχει συμφωνηθεί, δίδεται προθεσμία τριάντα
(30)ημερών (περίοδος χάριτος) για την πληρωμή κάθε μιας από τις επόμενες δόσεις, χωρίς καμμιά επιβάρυνση. Κατά το διάστημα αυτό το Ασφαλιστήριο είναι ισχυρό. [...] Αν δεν γίνει πληρωμή των ασφαλίστρων μέσα στην περίοδο των 30 ημερών, η ασφάλιση παύει να ισχύει, με μόνη επιφύλαξη την εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπει το παρόν Ασφαλιστήριο για την αξία εξαγοράς, τον αυτόματο δανεισμό ασφαλίστρου και την ελευθεροποίηση του Ασφαλιστηρίου. Το ασφάλιστρο είναι προκαταβλητέο, με τον τρόπο που αναγράφεται στον Πίνακα Παροχών και Ασφαλίστρων του Ασφαλιστηρίου [...]. [...] Η Εταιρεία δεν είναι υποχρεωμένη να ειδοποιεί τον Συμβαλλόμενο για την πληρωμή των ασφαλίστρων. Αποστολή τέτοιας ειδοποίησης συμφωνείται ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ερμηνευθεί σαν παραίτηση της Εταιρείας από τον όρο αυτό.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Σε πρώτο στάδιο, ο Ενάγων δεν έδωσε κάποια ειδική αιτιολογία για την από μέρους του παράλειψη πληρωμής της δόσης που ήταν πληρωτέα στις 28.3.
- Σε μετέπειτα στάδιο της αντεξέτασής του και όταν του υπεδείχθη από τη συνήγορο της Εναγομένης ότι ο ίδιος είχε και στο παρελθόν παραλείψει να καταβάλει εμπρόθεσμα τα ασφάλιστρά του (ήτοι για τη δόση που ήταν πληρωτέα κατά ή περί τις 30.9.2000), ο Ενάγων πρόταξε ως δικαιολογία το γεγονός ότι η καθυστέρηση πληρωμής των ασφαλίστρων οφείλετο στο ότι καθυστέρησε η αντιπρόσωπος της Εναγομένης (κα Σιακατίδου) να μεταβεί στη Νότιο Αφρική για να τα εισπράξει. Δεν πήγε εκείνη εμπρόθεσμα για να εισπράξει και να την έδιωξε ο Ενάγων ή να παρέλειψε να την πληρώσει. Παρατηρώ επί τούτου ότι η συνήγορος της Εναγομένης δεν υπέβαλε καθ' οιονδήποτε στάδιο στον Ενάγοντα, κατά τρόπο θετικό, ότι η αντιπρόσωπος της είχε μεταβεί στη Νότιο Αφρική κατά ή περί τις 28.3.2003 για να εισπράξει και να αρνήθηκε ο Ενάγων να της καταβάλει τα ασφάλιστρα. Εκτίμηση Δικαστηρίου Κρίνω ότι, παρά τα όσα υποβλήθηκαν στον Ενάγοντα από τη συνήγορο της Εναγομένης ως προς τη διακοπή του συμβολαίου από 28.4.2003, το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α δεν μπορεί να ερμηνευθεί ότι αποτυπώνει αυτή την πραγματικότητα. Απεναντίας, θέτει ξεκάθαρα ως επόμενη οφειλόμενη δόση εκείνη τη δόση που ήταν πληρωτέα στις 28.3.2002, συσχετίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τη διακοπή της ισχύος του συμβολαίου, βάσει των προνοιών του άρθρου 5, με το λόγο της μη εμπρόθεσμης πληρωμής εκείνης της δόσης. Παρατηρώ, εξάλλου, ότι παρά τις συνεχείς επιστολές του Ενάγοντα (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α, και επόμενες), η Εναγόμενη ουδέποτε του απέστειλε αναθεωρημένο Policy Information Statement, ώστε να αντικαταστήσει σε αυτό την αναφορά «Next Expected Premium Date 28.4.2002» που υπήρχε στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, με νέα αναφορά ότι «Next Expected Premium Date 28.4.2003» και να συσχετίσει την ένδειξη «Status: lapsed» με την παράλειψη του Ενάγοντα να πληρώσει τη δόση που ήταν πληρωτέα στις 28.3.2003 και της οποίας η περίοδος χάριτος έληξε στις 28.4.
- Παρενθετικά λοιπόν και μόνο επισημαίνω ότι, όσον αφορά τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Ενάγων κατέληξε να μην έχει πληρώσει τη δόση που ήταν οφειλόμενη και πληρωτέα στις 28.3.2003, φαίνεται να είναι αληθής η μαρτυρία του Ενάγοντος ότι οφείλεται στο ότι δεν μετέβηκε ποτέ η ασφαλιστική αντιπρόσωπος στη Νότιο Αφρική για να την εισπράξει. Σημειώνω συναφώς ότι στην αντιδικία μεταξύ Εναγομένης και Τριτοδιαδίκου έχει τεθεί από τους μάρτυρες (ΜΥ1 και Τριτοδιάδικο) ως παραδεκτό γεγονός το ότι η Εναγόμενη έπαυσε την Τριτοδιάδικο από ασφαλιστικό αντιπρόσωπό της κατά ή περί τις 5.2.
- Συνεπώς, ήταν δική της υποχρέωση να γνωστοποιούσε στον Ενάγοντα κατά ή περί τις 28.3.2003 ότι για την είσπραξη της δόσης που ήταν οφειλόμενη και πληρωτέα σε εκείνη την ημερομηνία, θα ίσχυε άλλη μέθοδος πληρωμής από εκείνην που κατά την συμφωνημένη μεταξύ τους πρακτική ακολουθούσαν μέχρι τότε. Δεν θα έπρεπε να αναμένει από τον Ενάγοντα να βρει ή να επιλέξει άλλη μέθοδο πληρωμής, συνάδουσα έστω με το ασφαλιστήριο (π.χ. με ταχυδρομική επιταγή ή με κατάθεση των χρημάτων στο Ταχυδρομείο ή σε τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης - βλ. το άρθρο 4 του ασφαλιστηρίου ως το Τεκμήρίο 1 υπό Έγγραφο Α) χωρίς η ίδια να του γνωστοποιήσει προηγουμένως ότι τερματίζετο η έως τότε συμφωνημένη μεταξύ τους πρακτική για πληρωμή μέσω αντιπροσώπου. Επαναλαμβάνω όμως ότι, με βάση την υφιστάμενη δικογραφία και τα παραδεκτά γεγονότα στη μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης αντιδικία, το ζητούμενο δεν είναι αν η διακοπή από 28.4.2003 θα ήταν υπό τις περιστάσεις νόμιμη, αφού ουδέποτε η Εναγόμενη αναθεώρησε την Κατάσταση (Policy Information Statetemnet) ώστε να συσχετίζει τη διακοπή του συμβολαίου με τη μη καταβολή της δόσης που ήταν πληρωτέα το αργότερο μεχρι 28.4.
- B.4.4.2.Θα μπορούσε ο Ενάγων να εξασφάλιζε την επαναφορά του συμβολαίου, ανεξαρτήτως του ποιος ήταν υπαίτιος για τη διακοπή του; Η συνήγορος της Εναγόμενης επιχείρησε να αναδείξει στη συνέχεια, μέσα από την αντεξέταση του Ενάγοντος, ότι για να είχε δικαίωμα ο Εναγόμενος να τερματίσει την ισχύ του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, θα έπρεπε το Ασφαλιστήριο να ήταν σε ισχύ. Επισημαίνω ότι τη θέση αυτή προώθησε με τη δική του γραπτή δήλωση και ο ΜΥ1 (βλ. την παρα. 41 του Εγγράφου Β). Ήταν η θέση της Υπεράσπισης ότι την ημερομηνία που ο Ενάγων εκδήλωσε την πρόθεση τερματισμού του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου (βλ. την επιστολή τερματισμού ημερ. 21.12.2007 ως το Τεκμήριο 9 υπό το Έγγραφο Α), το Συμβόλαιο δεν ήταν σε ισχύ εφόσον ο Ενάγων ουδεμία ενέργεια έκανε στο μεσοδιάστημα από 1.9.2003 μέχρι 21.12.2007 για να εξασφαλίσει την επαναφορά του Συμβολαίου σε ισχύ. Πράγματι, ο Ενάγων αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε ότι γνώριζε ότι υπήρχε ρητός όρος στο Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο ως το άρθρο 6 αναφορικά με τη διαδικασία επαναφοράς του ασφαλιστηρίου σε ισχύ σε περίπτωση διακοπής της ισχύος του λόγω μη εμπρόθεσμης πληρωμής ασφαλίστρων. Παραθέτω εδώ τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου. Καθορίζεται συγκεκριμένα ότι꞉ «Αν δεν πληρωθούν τα ασφάλιστρα και, σύμφωνα με το άρθρο 5, διακοπεί η ισχύς του Ασφαλιστηρίου, ο Συμβαλλόμενος μπορεί να το ζητήσει γραπτώς από τη Διεύθυνση της Εταιρείας και μέσα σε έξη
(6)μήνες από την ημερομηνία της Διακοπής, την επαναφορά του σε ισχύ, χωρίς ιατρική εξέταση, αφού πληρώσει τα καθυστερούμενα ασφάλιστρα και με υπεύθυνη δήλωσή του βεβαιώνει την Εταιρεία ότι δεν υπάρχει καμμιά αλλαγή στην υγεία του Ασφαλισμένου. Αν έχει περάσει η προθεσμία των έξη
(6)μηνών, τότε είναι δυνατή η επαναφορά του Ασφαλιστηρίου σε ισχύ αφού προσκομισθούν ικανοποιητικά αποδεικτικά ασφαλισιμότητας του Ασφαλισμένου μέσα σε τρία χρόνια από την ημερομηνία της διακοπής. Για την επαναφορά σε ισχύ του Ασφαλιστηρίου πρέπει η εταιρεία να εκδόσει σχετική πρόσθετη πράξη, η οποία να περιλαμβάνει όλα τα ασφάλιστρα που έπρεπε να είχαν πληρωθεί και τη δαπάνη της ιατρικής εξέτασης, που πιθανόν να χρειασθεί. [...]». Επισημαίνω ότι, πέραν της ρητής παραδοχής του Ενάγοντος ότι γνώριζε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο των όρων 5 και 6 του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, η γνώση αυτή τεκμαίρεται εξάλλου νομικά εκ της μη αμφισβητηθείσας από αυτόν υπογραφής του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, το περιεχόμενο του οποίου τον δεσμεύει συμβατικά. Εν πάση περιπτώσει, ο Ενάγων συμφώνησε με τη συνήγορο της Εναγόμενης ότι στο παρελθόν ο ίδιος είχε προβεί και σε πρακτική εφαρμογή των εν λόγω δύο όρων. Συγκεκριμένα, παραδέχθηκε ο Ενάγων ότι αυτός είχε υποβάλει στις 30.9.2000 αίτηση επαναφοράς του συμβολαίου του (βλ. την κατατεθείσα κατά την αντεξέτασή του αίτηση επαναφοράς ως το Τεκμήριο 12) και ότι, συνεπεία της αίτησής του αυτής, εκδόθηκε σχετική Πρόσθετη Πράξη (ως το κατατεθέν κατά την αντεξέτασή του Τεκμήριο 13), αφότου αυτός κατέβαλε προηγουμένως κατά ή περί τις 30.9.2000 τα δύο ασφάλιστρα που ήταν μέχρι τότε οφειλόμενα.[1] Εκτίμηση Δικαστηρίου Αποδείχθηκε ενόψει των προεκετεθέντων ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγων γνώριζε - αφενός, ότι ακόμη και στην περίπτωση που δεν ήταν ο ίδιος υπαίτιος για τη μη εμπρόθεσμη είσπραξη των ασφαλίστρων, το συμβόλαιο διακόπτετο και η ενδεδειγμένη διαδικασία για την επαναφορά του σε ισχύ ήταν η από μέρους του υποβολή αίτησης για την επαναφορά του, και αφετέρου, ότι ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την επαναφορά του συμβολαίου, η καταβολή των οφειλόμενων ασφαλίστρων. Είναι όμως ορθό και δίκαιο να λεχθεί ότι τίποτα δεν αναγκάζει τον ασφαλιζόμενο να αιτηθεί την επαναφορά. Είναι δικαίωμα του να το πράξει και έχει την επιλογή αυτή νοουμένου ότι επιθυμεί τη συνέχιση εκτέλεσης του συμβολαίου του. Β.4.4.
- Ερμηνεία του Τεκμηρίου 6 υπό Έγγραφο Α. Υπήρξε συμφωνία ως προς το ποια θα ήταν τα οφειλόμενα ασφάλιστρα για σκοπούς επαναφοράς του Συμβολαίου; Κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος από το συνήγορο της Τριτοδιαδίκου, ο οποίος άγγιξε ευθέως το θέμα, ο Ενάγων ισχυρίστηκε ότι με την επιστολή ημερ. 1.9.2003 ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α η Εναγόμενη αξίωνε από τον ίδιο να καταβάλει όλες τις οφειλόμενες δόσεις, περιλαμβανομένων των δύο δόσεων για τις οποίες ο ίδιος είχε αποδείξεις πληρωμής στην κατοχή του ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ υπό Έγγραφο Α και όχι μόνον την απλήρωτη δόση που ήταν πληρωτέα στις 28.3.2003 και η οποία κατά παραδοχή ουδέποτε πληρώθηκε από αυτόν. Ο Ενάγων όμως δεν ήταν διατεθειμένος να πληρώσει ξανά εκείνες τις δύο δόσεις προκειμένου να επαναφερθεί το συμβόλαιο του σε ισχύ και γι' αυτό με την επιστολή του ως το Τεκμήριο 5 υπό το Έγγραφο Α κατέστησε την Εναγόμενη υπεύθυνη για εκείνες τις δύο πληρωμές. Την ίδια θέση προώθησε στην τελική της αγόρευση και η συνήγορος του Ενάγοντος. Επικεντρώνεται στην ισχυριζόμενη άρνηση και/ή παράλειψη της Εναγομένης να αναγνωρίσει τις δύο διενεργηθείσες από τον Ενάγοντα πληρωμές ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ υπό Έγγραφο Α και να τις πιστώσει στο λογαριασμό του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου του Ενάγοντος παρά τις συνεχείς επιστολές και τηλεφωνικές επικοινωνίες τόσο του ιδίου όσο και των δικηγόρων του ως απαριθμήθηκαν ανωτέρω. Είναι λόγω ακριβώς της συνεχιζόμενης άρνησης ή παράλειψης της Εναγομένης να του πιστώσει τις δύο πληρωμές που ο Ενάγων αξιώνει θεραπεία ως η παρα. Α του κλητηρίου εντάλματος. Παρατηρώ ότι, κατά την αντεξέταση του Ενάγοντος, η συνήγορος της Εναγομένης δεν διευκρίνισε ευθέως αν η θέση της Εναγόμενης ήταν ότι, προκειμένου ο Ενάγων να επιτύχει την επαναφορά του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου σε ισχύ μετά τη λήψη της επιστολής ημερ. 1.9.2003 ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, όφειλε να κατέβαλλε και τις δύο δόσεις ασφαλίστρων για τις οποίες είχε στην κατοχή του τις αποδείξεις ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ ή αν αρκούσε να πληρώσει τα ασφάλιστρα που ήταν πληρωτέα στις 28.3.2003 (για την περίοδο από 28.3.2003 μέχρι 28.9.2003). Υπήρξε σιγή επί του συγκεκριμένου ζητήματος από μέρους της συνηγόρου της Εναγόμενης σε εκείνο το στάδιο. Εκείνο που η συνήγορος της Εναγομένης επιχείρησε ρητά να πείσει τον Ενάγοντα ήταν ότι η χρήση των λέξεων "future payments" («μελλοντικές πληρωμές») στην επιστολή ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, έδειχνε ότι του είπαν «συνεχίστε να πληρώνετε», ότι δηλαδή η Εναγόμενη δεν θεωρούσε άκυρο το συμβόλαιο του μέχρι τότε. Την ίδια θέση διατύπωσε και ο ΜΥ1 στη γραπτή του δήλωση (βλ. την παρα. 27 του Εγγράφου Β)[2]. Από νομικής απόψεως, κρίνω ότι η θέση της ευπαιδεύτης συνηγόρου όσον αφορά τη μη ακύρωση του συμβολαίου του Ενάγοντος είναι ορθή. Άλλο η διακοπή της ισχύος ενός συμβολαίου και άλλο η ακύρωση του. Η χρήση του όρου «lapsed» παραπέμπει στη διακοπή του συμβολαίου. Δεν συνεπάγεται αυτόματα την ακύρωση του συμβολαίου, εφόσον δεν υπάρχει ρητή προς τούτο δήλωση. Όπως επεξηγώ λεπτομερέστερα σε μετέπειτα τμήμα της απόφασής μου αναλύοντας τη νομική πτυχή της υπόθεσης, η απαίτηση πληρωμής μελλοντικών δόσεων δημιουργεί τεκμήριο ότι εξακολουθεί να υφίσταται το συναφθέν ασφαλιστήριο συμβόλαιο, ότι δηλαδή δεν έχει ακυρωθεί. Πάντως, καθ' ον χρόνο συντάχθηκε η επιστολή ως το Τεκμήριο 4, ήτοι την 1.9.2003, η Εναγόμενη αγνοούσε ότι ο Ενάγων είχε πληρώσει τις δύο επίμαχες δόσεις (βλ. την παρα. 22 της γραπτής δήλωσης του ΜΥ1 Έγγραφο Β). Οι αποδείξεις πληρωμής των δόσεων αυτών παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά στην Εναγόμενη από τον ίδιο τον Ενάγοντα όταν αντέδρασε προς το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 1.9.
- Επομένως, κατά την κρίση μου, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στον συντάκτη της εν λόγω επιστολής η πρόθεση να εξαιρέσει από τις «μελλοντικές πληρωμές», οι οποίες θα ήσαν αναγκαίες για σκοπούς επαναφοράς του συμβολαίου σε ισχύ, εκείνων των δύο επίμαχων δόσεων για τις οποίες η Εναγόμενη δήλωνε άγνοια για την πληρωμή τους. Ενδεικτική και η παράγραφος 25 της γραπτής δήλωσης του ΜΥ1 (βλ. το Έγγραφο Β), όπου αυτός λέγει ότι «
- Η Liberty με το Τεκμήριο 4 ημερ. 1.9.2003 έδιδε την πραγματική εικόνα του συμβολαίου και κατέγραψε τα ασφάλιστρα που πράγματι της εμβάσθηκαν και εσημειώνετο ότι αναμένετο το επόμενο ασφάλιστρο της 28.3.2002 για το οποίο, όπως πληροφορήθηκε ο Ενάγοντας, η κα Σιακατίδου το υπεξαίρεσε.». Ήταν λογικό επομένως από μέρους του Ενάγοντος να διεκδικεί από την Εναγόμενη, σε άμεση συνέχεια της παραλαβής της επιστολής ημερ. 1.9.2003, μία ρητή, σαφή και απερίφραστη δήλωση αναγνώρισης της από μέρους του πληρωμής των δύο επίμαχων δόσεων ημερ. 5.4.2002 και 6.9.
- Διαπιστώνω, εξάλλου, ότι η ίδια η Εναγόμενη εταιρεία πράγματι δεν διευκρίνισε τη θέση της επί τούτου οποτεδήποτε γραπτώς και η παράλειψή της αυτή ορθά εντοπίστηκε από τους δικηγόρους του Ενάγοντος με την επιστολή προς την Εναγομένη ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α. Δεν υπάρχει έγγραφη μαρτυρία προερχόμενη από την Εναγόμενη, η οποία να αναιρεί τη μαρτυρία του Ενάγοντος ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μέχρι την ημερομηνία που αυτός εκδήλωσε την πρόθεση τερματισμού του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, η δεδηλωμένη θέση της Εναγόμενης ήταν ότι η τελευταία εισπραχθείσα από αυτήν δόση ασφαλίστρου ήταν ως περιγράφετο στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, ήτοι η δόση που ήταν πληρωτέα στις 28.9.
- Από την άλλη, η εκδοχή που προώθησε ο ΜΥ1 (βλ. τις παρα. 29 έως 31 της γραπτής του δήλωσης ως το Έγγραφο Β), στηριζόμενος επί του περιεχομένου του Τεκμηρίου 6 υπό Έγγραφο Α, το οποίο προέρχεται από το συνήγορο του Ενάγοντος, ήταν ότι꞉ «29.Το γεγονός ότι η Liberty αποδέχθηκε όλες τις πληρωµές που ο Ενάγων έκαµε, ακόµα και αυτές που η κα Σιακατίδου έκλεψε, προκύπτει από την παραδοχή του Ενάγοντα δια µέσου των δικηγόρων του, Τεκµ. 6, που εστάλη στη Liberty στις 11/4/
- Στο Τεκµ. 6 ηµερ. 11/4/2007 γίνεται αναφορά σε προηγούµενη συµφωνία, δυνάµει της οποίας η Liberty είχε αναλάβει να πιστώσει όλες τις πληρωµές που έγιναν από τον Ενάγοντα.
- Ο Ενάγων δια των δικηγόρων του (Τεκµ.6), παραδέχεται ότι η Liberty ανέλαβε να του πιστώσει όλες τις πληρωµές που ο Ενάγων έκαµε, που εκάλυπταν τις οφειλές των ασφαλίστρων µέχρι την ηµεροµηνία οφειλής 28/9/02.». Αντεξετάσθηκε ο ΜΥ1 από τη συνήγορο του Ενάγοντος επί αυτής της συγκεκριμένης παραγράφου της γραπτής του δήλωσης. Η εκδοχή του ΜΥ1 ήταν ότι η ισχυριζόμενη «προηγούμενη συμφωνία», στην οποία αναφέρεται η επιστολή ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, προνοούσε ότι, για να πιστωθούν οι επίδικες πληρωμές των δύο δόσεων για τις οποίες ο Ενάγων κατείχε αποδείξεις, θα έπρεπε αυτός πρώτα να πληρώσει τις νέες οφειλόμενες δόσεις από το Μάρτη του 2003 και έπειτα, έτσι ώστε να μπορεί να συνεχίσει το συμβόλαιο. Όπως χαρακτηριστικά δήλωσε ο ΜΥ1 (βλ. τη δικάσιμο ημερ. 5.5.2014), «Αυτή ήταν η πρόταση της Liberty προς τον Ενάγοντα. Η συμφωνία που έγινε με τον πελάτη δεν υπήρχε κάπου γραπτώς, του έγινε προφορικά, αλλά το παραδέχεται ο πελάτης με το Τεκμήριο 6.». Ο λόγος που η Εναγόμενη έκαμε τη συγκεκριμένη πρόταση επεξηγήθηκε από τον ΜΥ1 ως εξής꞉ «Προκύπτει από το γεγονός που σας είπα πριν. Αν η Liberty πίστωνε τα πληρωθέντα, τον 9ο του 2003 θα έληγε πάλι το συμβόλαιο και ο Ενάγων δεν θα είχε καμία απαίτηση». Η συνήγορος του Ενάγοντος αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του ΜΥ1 τη θέση ότι υπήρξε συμφωνία με τους πιο πάνω όρους. Υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι ο λόγος που η Liberty δεν απάντησε ποτέ γραπτώς στις επιστολές του Ενάγοντος είναι διότι «όλα αυτά περί επαναφοράς του συμβολαίου και όρων να πληρώσει τις δόσεις του Μαρτίου ήταν σκέψεις εκ των υστέρων». Περαιτέρω, η συνήγορος του Ενάγοντος αρνήθηκε ότι ο πελάτης της αποδέχθηκε οποτεδήποτε την εν λόγω ισχυριζόμενη συμφωνία. Υπέβαλε στον ΜΥ1 ότι δεν προκύπτει από τα Τεκμήρια 4 και 6 υπό Έγγραφο Α ότι υπήρξε αυτή η συμφωνία, την οποία ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε. Υπέβαλε επίσης στον ΜΥ1 ότι δεν μπορούσε εκείνος να ξέρει τί ελέχθηκε προφορικά, εφόσον ο ίδιος δεν μίλησε ποτέ με τον Ενάγοντα. Τέλος, η συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε στον ΜΥ1 τη θέση της Υπεράσπισης ότι «λόγω της άρνησης της Εναγομένης να πιστώσει ή της παράλειψης της να πιστώσει, ο Ενάγων νομιμοποιείτο να μην πληρώνει τις επόμενες δόσεις μέχρι να διευθετηθεί το θέμα». Απαντώντας στις υποβολές της συνηγόρου του Ενάγοντος, ο ΜΥ1 επέμεινε στη θέση του ότι «[...] η Liberty έκανε αυτή την πρόταση προς τον Ενάγοντα και ο Ενάγων δεν τη δέχτηκε ή δεν την τήρησε.». Εκτίμηση Δικαστηρίου Κρίνω ότι στη βάση των πιο πάνω λεγόμενων του ΜΥ1, δεν παρέχεται αρκούντως αξιόπιστη βάση μαρτυρίας για να αποδώσω στη φράση «as per your previous agreement» (που χρησιμοποιήθηκε στο Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α) το νόημα της συμφωνίας ως την περιέγραψε ο ΜΥ
- Δεν έχω πεισθεί ότι ο Ενάγων συμφώνησε οποτεδήποτε με τους όρους που περίγραψε ο ΜΥ1 ώστε να συνήφθη τέτοια «συμφωνία». Ο ίδιος ο ΜΥ1 έσπειρε αυτή την αμφιβολία, περιορίζοντας τα διαδραματισθέντα σε υποβολή «πρότασης». Και πάλιν όμως είναι ισχνή η μαρτυρία του ΜΥ1 προς απόδειξη αυτής της ίδιας της διενέργειας τέτοιας πρότασης, αφού πέραν της δικής του προφορικής δήλωσης στο Δικαστήριο, τίποτα άλλο δεν υπάρχει ενώπιον μου που να την αποδεικνύει. Δεν υπάρχει γραπτή απόδειξή της. Εξάλλου, εάν είχε γίνει τέτοια πρόταση προς τον Ενάγοντα, έστω προφορικά, θα ανέμενα από τον ίδιο να την απέρριπτε εγγράφως, όπως εγγράφως επέλεξε να θέτει πάντα τις θέσεις του προς την Εναγόμενη. Κρίνω, λοιπόν, ότι η χρήση της φράσης «η προηγούμενη συμφωνία» στο Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α, είναι υπό τις περιστάσεις ορθό να ερμηνευθεί ότι σημαίνει τη συμφωνία από μέρους της Εναγόμενης να αναγνωρίσει άνευ άλλου όρου τις δύο επίδικες πληρωμές, ως η συμφωνία αυτή αποτυπώθηκε από τον Ενάγοντα στο Τεκμήριο 5, όπου κατέγραφε όσα του λέχθηκαν τηλεφωνικώς από τους υπαλλήλους ή αντιπροσώπους της Εναγόμενης περί παραδοχής τους ότι οι αποδείξεις που ο ίδιος κατείχε ήσαν επίσημες αποδείξεις της Εναγομένης. Η ερμηνεία αυτή συνάδει προς την εκδοχή του Ενάγοντος και προς τους όρους του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, βάσει του οποίου η Εναγόμενη είχε σαφή υποχρέωση να πιστώνει προς όφελος του ασφαλισμένου όλες τις γενόμενες από αυτόν πληρωμές και τις αντίστοιχες μονάδες. Β.4.4.
- Ερμηνεία του Τεκμηρίου 8 υπό Έγγραφο Α. Υποβλήθηκε από τον Ενάγοντα αίτηση επαναφοράς του Συμβολαίου του; Στη γραπτή δήλωση του ΜΥ1 (βλ. παρα. 38 και 39 του Εγγράφου Β) αναφέρεται ότι υπήρξε υποβολή αιτήματος επαναφοράς του συμβολαίου από τον Ενάγοντα με την επιστολή ημερ. 11.12.2007 που απήυθυνε ο δικηγόρος του Ενάγοντος προς την Εναγόμενη, ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α και διατυπώθηκε από τον ΜΥ1 απλώς παράπονο για το παράτυπο της εν λόγω αίτησης, αφενός, για το λόγο ότι (βλ. την παρα. 38 του Εγγράφου Β) η επιστολή ως το Τεκμήριο 8 υπό το Έγγραφο Α δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε στοιχεία ως προς την ασφαλισιμότητα του Ενάγοντος όπως απαιτεί το άρθρο 6, και, αφετέρου, (βλ. την παρα. 39 του Εγγράφου Β) ότι στην ίδια επιστολή δεν προτείνεται η καταβολή από τον Ενάγοντα των καθυστερημένων ασφαλίστρων. Ωστόσο, παρατηρώ ότι στην εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 8) ουδόλως χρησιμοποιείται λεκτικό που να παραπέμπει σε αίτημα επαναφοράς του συμβολαίου. Απεναντίας, παρατηρώ ότι με την εν λόγω επιστολή ο δικηγόρος του Ενάγοντος επαναλαμβάνει το αίτημα του να πιστωθεί το Συμβόλαιο του πελάτη του με τις δύο επίδικες δόσεις για τις οποίες είχε αποδείξεις πληρωμής (ως τα Τεκμήρια 3ΣΤ και 3Ζ) και επιπλέον ζητεί τροποποίηση του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου η οποία να αρχίζει σε χρόνο (1.1.2003) προγενέστερο της όποιας νέας οφειλόμενης δόσης (θυμίζω ότι η νέα δόση, εάν επρόκειτο να ληφθούν υπόψη ως ήδη γενόμενες οι δύο επίδικες δόσεις, θα ήταν πληρωτέα στις 28.4.2003), θεωρώντας προφανώς ότι το συμβόλαιο θα έπρεπε να θεωρείται ότι ήταν σε ισχύ μέχρι 27.4.
- Επιζητεί δηλαδή ο συνήγορος του Ενάγοντος επανόρθωση της θέσης του πελάτη του σε χρόνο προγενέστερο της ημερομηνίας που το συμβόλαιο θα διακόπτετο και θα έχρηζε επαναφοράς (ήτοι προ της 28.4.2003). Άλλωστε κατά τη δικάσιμο ημερ. 5.5.2014 η συνήγορος του Ενάγοντος υπέβαλε ρητά στον ΜΥ1 τη θέση ότι - «Ο Ενάγων ουδέποτε εζήτησε επαναφορά του συμβολαίου του διότι βρισκόταν ακόμη σε ισχύ και τερματίστηκε με το Τεκμήριο 9». Εκτίμηση Δικαστηρίου Υπό το φως των ανωτέρω, καταλήγω να διαπιστώνω ότι ο Ενάγων ουδέποτε υπέβαλε αίτηση επαναφοράς του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου μετά την παραλαβή της επιστολής ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α. Το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α δεν περιέχει αίτημα επαναφοράς του ασφαλιστηρίου σε ισχύ. Παρενθετικά και μόνο σημειώνω ότι, εάν επρόκειτο να θεωρηθεί ότι η επιστολή ως το Τεκμήριο 8 είχε τέτοιο αιτητικό, θα ήταν τότε ορθή η θέση του ΜΥ1 ότι η εν λόγω επιστολή δεν διελάμβανε όλα τα στοιχεία που θα ήσαν αναγκαία για να θεωρηθεί νομότυπη αίτηση επαναφοράς στο πλαίσιο των όρων του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου. Κατ' αρχάς, για να μπορούσε να κριθεί ότι ο Ενάγων είχε υποβάλει τέτοια αίτηση, θα έπρεπε να την είχε υποβάλει στον κατάλληλο τύπο αίτησης (βλ. το υπόδειγμα ως το Τεκμήριο 12), υποβάλλοντας όλα τα στοιχεία που αναφέρονται ως απαραίτητα δυνάμει του άρθρου 6 του επίδικου Ασφαλιστήριου Συμβολαίου και καταβάλλοντας όλα τα καθυστερημένα μέχρι τότε (ήτοι μέχρι την ημερομηνία υποβολής του αιτήματος) ασφάλιστρα. Πέραν τούτου, εάν επρόκειτο να θεωρηθεί ότι με την επιστολή ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α υποβλήθηκε αίτηση επαναφοράς, τούτη θα ήταν εκπρόθεσμη, δεδομένων των προνοιών του άρθρου 6 του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, το οποίο σαφώς περιορίζει το δικαίωμα υποβολής αιτήματος επαναφοράς εντός χρονικού ορίζοντα τριών ετών από την ημερομηνία της διακοπής (βλ. το προπαρατεθέν άρθρο 6). Εδώ, από την ημερομηνία της διακοπής του συμβολαίου, ήτοι από 28.4.2002 (βλ. το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α) μέχρι την ημερομηνία αποστολής της εν λόγω επιστολής ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α, ήτοι μέχρι 11.12.2007, είχαν ήδη παρέλθει πέραν των 4 ετών. Β.5 Σύνοψη ευρημάτων όσον αφορά την αντιδικία μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένης Υπό το φως της προπαρατεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας, η κατάληξή μου όσον αφορά τα γεγονότα είναι ότι꞉ Πρώτον, με το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, εξωτερικεύθηκε από μέρους της Εναγομένης προς τον Ενάγοντα η διακοπή της ισχύος του ασφαλιστήριου συμβολαίου του από 28.4.2002 (ήτοι από τη λήξη της περιόδου χάριτος 30 ημερών από την ημερομηνία της τελευταίας οφειλόμενης δόσης, η οποία ως προσδιορίστηκε στο ίδιο το Τεκμήριο 4 ήταν εκείνη της 28.3.2002). Δεν εξωτερίκευσε πρόθεση για ακύρωση του συμβολαίου λόγω μη πληρωμής των ασφαλίστρων. Αντιθέτως, εκδήλωσε τη βούλησή της να εισπράττει τις μελλοντικές πληρωμές βάσει του ιδίου ασφαλιστηρίου συμβολαίου με συγκεκριμένο νέο τρόπο, ήτοι με έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό της Εναγομένης αντί μέσω αντιπροσώπων. Δεύτερον, με το ίδιο Τεκμήριο 4, που είναι επιστολή ημερ. 1.9.2003, ο Ενάγων πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι η Τριτοδιάδικος έπαυσε να αντιπροσωπεύει την Εναγόμενη. Μεσολάβησε η μη πληρωμή της δόσης που ήταν πληρωτέα στις 28.3.2003 ή το αργότερο μέχρι 28.4.
- Δεν υπήρξε άρνηση του Ενάγοντος μέχρι 1.9.2003 να πληρώσει εκείνη τη δόση. Δεν μετέβηκε η Τριτοδιάδικος για να εισπράξει την εν λόγω δόση, ως ήταν μέχρι 1.9.2003 η καθιερωθείσα πρακτική, και να της το είχε αυτός αρνηθεί. Κατά ή περί την 28.4.2003 ο Ενάγων αγνοούσε ότι η Τριτοδιάδικος έπαυσε να είναι αντιπρόσωπος της Εναγομένης. Τρίτον, δεν υπήρξε έγγραφη συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης αναφορικά με το ποια ασφάλιστρα θα ήταν πληρωτέα σε περίπτωση υποβολής αίτησης επαναφοράς. Στην όψη του Τεκμηρίου 4, το οποίο παρέμεινε μέχρι τέλους της δίκης η μόνη αποδεδειγμένη έγγραφη επικοινωνία εκ μέρους της Εναγομένης με τον Ενάγοντα επί του θέματος, εξακολουθούσε να φαίνεται ως οφειλόμενη κάθε δόση από 28.3.2002, ήτοι ακόμη και οι δόσεις της 28.3.2002 και 28.9.2002 που ο Ενάγων είχε ήδη εξοφλήσει βάσει των αποδείξεων πληρωμής που κατείχε, ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ. Καθ΄ον χρόνο στάληκε στον Ενάγοντα το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α (ήτοι 1.9.2003), η Εναγόμενη δεν γνώριζε ακόμη ότι ο Ενάγων κατείχε τις δύο απόδείξεις ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ, συνεπώς δεν μπορεί να ισχυρίζεται εκ των υστέρων ότι η εκεί αναφερθείσα διακοπή του συμβολαίου οφείλετο στη μη πληρωμή της δόσης του Απριλίου
- Τέταρτον, ο Εναγόμενος, αν και γνώριζε ποια ήταν η διαδικασία επαναφοράς του συμβολαίου από προηγούμενη αξιοποίηση από τον ίδιο της διαδικασίας αυτής κατά το μήνα Σεπτέμβριο 2000 (βλ. το Τεκμήριο 12), εντούτοις δεν υπέβαλε αίτηση επαναφοράς μετά τη λήψη του Τεκμηρίου 4, καθ' ότι έχασε την εμπιστοσύνη του στην Εναγόμενη λόγω της συνεχιζόμενης παράλειψής της να του πιστώσει τις δύο γενόμενες από αυτόν πληρωμές των δύο επίδικων δόσεων ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ, ανωτέρω, άπαξ και τις έθεσε σε γνώση της. Το Τεκμήριο 5 αποκαλύπτει τις ενέργειες που ο Ενάγων έκανε για να φέρει σε γνώση της Εναγομένης τις επίδικες αποδείξεις πληρωμής. Πέμπτον, με την επιστολή του ως το Τεκμήριο 6 υπό Έγγραφο Α ο δικηγόρος του επανέλαβε το αίτημά του Ενάγοντος όπως η Εναγόμενη προβεί σε διορθωτική ενέργεια, πιστώνοντας τις εν λόγω δύο δόσεις, την πληρωμή των οποίων αυτή είχε ήδη αναγνωρίσει (βλ. το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α), με προφορικές δηλώσεις των υπαλλήλων ή αντιπροσώπων της προς τον Ενάγοντα σε μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία, ως τεκμηριωμένη στη βάση επίσημων αποδείξεων της ίδιας, οι οποίες αποδείξεις εκδόθηκαν από πρόσωπο που ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπός της για να εισπράξει, ήτοι από την Τριτοδιάδικο. Έκτον, ως η μαρτυρία του ΜΥ1, η Εναγόμενη δεν προέβηκε στη ζητηθείσα διορθωτική ενέργεια, θεωρώντας ότι θα ήταν ανώφελη ενόσω δεν είχε ενώπιόν της προς εξέταση αίτηση επαναφοράς του συμβολαίου. Και τούτο διότι, ακόμη και αν η ίδια πίστωνε στις δύο επίδικες δόσεις του Μαρτίου 2002 και του Σεπτεμβρίου 2002, το συμβόλαιο θα είχε εν πάση περιπτώσει λήξει ή/και διακοπεί (lapsed) από 28.4.2003 ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας έκδοσης του Τεκμηρίου 4 υπό Έγγραφο Α (θυμίζω ότι εκείνο φέρει ημερομηνία 1.9.2003). Ωστόσο, αυτήν την αιτιολογία για την παράλειψή της να πιστώσει τις δύο επίδικες δόσεις προς όφελος του Ενάγοντος, η Εναγόμενη ουδέποτε την εξωτερίκευσε εγγράφως προς τον Ενάγοντα. Πέραν τούτου, παρά τις συνεχείς επιστολές του ιδίου ή/και μέσω των δικηγόρων του, η Εναγόμενη ουδέποτε του απέστειλε αναθεωρημένο Policy Information Statement, ώστε να αντικαταστήσει σε αυτό την αναφορά «Next Expected Premium Date 28.4.2002» που υπήρχε στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α, με νέα αναφορά ότι «Next Expected Premium Date 28.4.2003» και να συσχετίσει την ένδειξη «Status: lapsed» με την παράλειψη του Ενάγοντα να πληρώσει τη δόση που ήταν πληρωτέα στις 28.3.2003 και της οποίας η περίοδος χάριτος έληξε στις 28.4.
- Έβδομον, μέχρι την ημερομηνία τερματισμού του συμβολαίου από τον Ενάγοντα, δεν είχε οποτεδήποτε ρητά ακυρωθεί από την Εναγόμενη, ούτε όμως είχε επαναφερθεί σε ισχύ το συμβόλαιο. Η επιστολή των δικηγόρων του ως το Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Α, δεν περιέχει αίτημα επαναφοράς. Αντί τούτου, επαναλαμβάνει το αίτημα να προβεί η Εναγόμενη πρώτη σε διορθωτική ενέργεια και περαιτέρω προτείνει την τροποποίηση των όρων του συμβολαίου ως προς το μέγεθος του ασφάλιστρου. Όγδοον, ο Ενάγων εκδήλωσε την πρόθεση τερματισμού του συμβολαίου του την 21.12.2007 με το Τεκμήριο
- B.
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ B.6.
- Ήταν νόμιμος ο τερματισμός του ασφαλιστήριου συμβολαίου από τον Ενάγοντα; Στην παρα. 3 της Ε/Υ, η Εναγόμενη δικογράφησε τη θέση ότι - «[ή]ταν ρητός όρος του ασφαλιστήριου συμβολαίου ότι η μη έγκαιρη εξόφληση των ασφαλίστρων ως προβλέπετο στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, επέφερε τον τερματισμό του». Αντίθετα, στην παρα. 2 του δικογράφου της Απάντησης, ο Ενάγων απάντησε ότι- «σύμφωνα με τον όρο 5 του συμβολαίου, η καθυστέρηση στην πληρωμή των ασφαλίστρων πέραν της προβλεπόμενης προθεσμίας των 30 ημερών, επέφερε αναστολή της ασφάλισης, όχι όμως τερματισμό του συμβολαίου». Το ζήτημα είναι νομικό και εναπόκειται στο Δικαστήριο να το αποφασίσει. Ως εκ τούτου, οποιεσδήποτε νομικές εκτιμήσεις διατυπώθηκαν περί αυτού από τους μάρτυρες που προσήλθαν ως μάρτυρες γεγονότων (τον Ενάγοντα και τον ΜΥ1), δεν λαμβάνονται υπόψη. Έχω ήδη παραθέσει ανωτέρω τις πρόνοιες των άρθρων 5 και 6 του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου. Γίνεται εκεί χρήση του όρου «διακοπή» της ισχύος της ασφάλισης. Για περαιτέρω καθοδήγηση έχω ανατρέξει στο Σύγγραμμα "General Principles of Insurance Law", E. R. Hardy Ivamy, 4η έκδοση, 1979, London Butterworths. Στη σελ. 3 του εν λόγω Συγγράμματος αναφέρεται ότι - «A contract of insurance in the widest sence of the term may be defined as a contract whereby one person, called the Insurer, undertakes, in return for the agreed consideration, called the Premium, to pay to another person, called the Assured, a sum of money, or its equivalent, on the happening of a specified event. Δηλαδή, σε ελεύθερη μετάφραση, σύμβαση ασφάλισης στη γενική της έννοια αποτελεί σύμβαση δυνάμει της οποίας ένα πρόσωπο, λεγόμενο ασφαλιστής, αναλαμβάνει έναντι συμφωνηθείσας αντιπαροχής, λεγόμενο ασφάλιστρο, να πληρώσει σε άλλο πρόσωπο, το λεγόμενο ασφαλισμένο πρόσωπο, ένα ποσό χρημάτων σε περίπτωση που συμβεί ένα συγκεκριμένο γεγονός. Στις σελίδες 247 - 251 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται, σχετικά με τη διάρκεια της ισχύος της ασφάλισης, ότι η ασφάλιση παραμένει σε ισχύ μέχρι τη λήξη της περιόδου ασφαλιστικής κάλυψης, εκτός αν διακοπεί προηγουμένως για έναν οποιονδήποτε από τους λόγους που απαριθμούνται, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και η παράβαση της ασφαλιστικής σύμβασης. Διευκρινίζεται εκεί όμως ότι, εάν ο όρος της σύμβασης που έχει παραβιαστεί αφορά σε «condition precedent» για την ύπαρξη ευθύνης των ασφαλιστών, τότε η μόνη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης είναι να εμποδίσει τον ασφαλιζόμενο από το να υποβάλει απαίτηση βάσει της σύμβασης. Η περίοδος ασφάλισης συνεχίζει και η ασφάλιση παραμένει σε ισχύ. Γι' αυτό και αν προκύψει κάποια μεταγενέστερη απώλεια, ο ασφαλιζόμενος δύναται να υποβάλει απαίτηση προς τους ασφαλιστές, νοουμένου όμως ότι θα εκπληρώσει προηγουμένως τον όρο που είχε παραβιάσει. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα꞉ A. THE DURATION OF THE POLICY The policy remains in force, in the ordinary course of events, until the expiration of the period of insurance. [.] The policy may, however, cease to be in force at an earlier date by reason of one or other of the following cases꞉
- By payment of the full sum insured under the policy.
- By consent of the parties.
- Under statute.
- By breach of condition. [.] Where the condition broken is a condition precedent to the liability of the insurers, the only effect of the breach is to preclude the assured from enforcing any claim in respect to which there has been a breach of condition. The period of insurance continues to run and the policy remains in force. If therefore a subsequent loss takes place, the assured is not precluded from enforcing his claim in respect of such loss by reason of his previous breach of condition, provided that, in this case, the condition is duly performed. Στη σελίδα 293 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι η πληρωμή του ασφαλίστρου αποτελεί «condition precedent» για την ύπαρξη ευθύνης από τους ασφαλιστές («It is a condition precedent to the liability of the insurers that the premium shall be paid.»). Και τούτο διότι, όπως επεξηγείται στη σελ. 197 του ιδίου Συγγράμματος, το ασφάλιστρο αποτελεί την αντιπαροχή προς την ανάληψη από μέρους του ασφαλιστή της υποχρέωσης να πληρώσει όταν επισυμβεί ο κίνδυνος («The premium is the consideration which the insurers receive from the insured in exchange for their undertaking to pay the sum insured in the event insured against.»). Στις σελ. 199 έως 201 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι είναι δυνατόν το ασφάλιστρο να είναι καταβλητέο σε δόσεις. Η καταβολή της πρώτης δόσης αποτελεί εκτέλεση του όρου ότι η ασφάλιση δεν θα ισχύσει μέχρις ότου καταβληθεί το ασφάλιστρο. Η νομική σημασία της πληρωμής κάθε επόμενης δόσης δεν είναι αυτή της ανανέωσης της ασφαλιστικής σύμβασης, αλλά της συνέχισης της υφιστάμενης σύμβασης. Η σύμβαση παραμένει σε ισχύ καθ' όλη την καθορισθείσα διάρκειά της, εκτός αν αφεθεί να διακοπεί στο μεσοδιάστημα λόγω παράλειψης πληρωμής μιας δόσης όταν καταστεί πληρωτέα ή εντός της περιόδου χάριτος. Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα꞉ «The premium may, by agreement, be made payable by instalments, as for instance, where it is a lump sum payable for an insurance extending over a period of years. In this case, payment of the first instalment is a performance of a condition that the insurance is not to attach until the premium is paid. The effect of the payment of the subsequent instalments is not to renew the policy but to continue a subsisting insurance. The policy continues in force throughout the period fixed for its duration, unless allowed to lapse in the meanwhile by the failure to pay a further instalment of the premium when it falls due or within any "days of grace" that may be allowed. [.].». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Στις σελ. 205 - 206, υπό τον τίτλο «
- Effect of payment» αναφέρεται στο ίδιο Σύγγραμμα ότι η αποδοχή ενός ασφάλιστρου από τους ασφαλιστές δημιουργεί μαχητό τεκμήριο ότι υφίσταται το ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε ισχύ. Το ίδιο τεκμήριο εγείρεται όταν οι ασφαλιστές απαιτούν να εισπράξουν το ασφάλιστρο, εκτός αν υπάρξει άρνηση ικανοποίησης της απαίτησης αυτής από τον ασφαλιζόμενο, στην οποία περίπτωση υφίσταται παραβίαση του συμβολαίου από τον ασφαλιζόμενο. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ «The acceptance of the premium by the insurers, in the absence of circumstances pointing to a contrary conclusion, leads to the inference that there is a concluded contract of insurance.[ .] The making of a demand for the premium leads to the same inference, unless the demand is refused, in which case there is a repudiation of the contract by the assured which releases the insurers from their liability. [.]». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Εδώ είναι που έγκειται και η σημασία της χρήσης στο Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α από την Εναγόμενη φρασεολογίας που προσκαλεί τον Ενάγοντα σε μελοντικές πληρωμές. Η Εναγόμενη αξίωνε την καταβολή των μελλοντικών πληρωμών και καθόριζε τη νέα μέθοδο είσπραξης, συνεπώς εξωτερίκευε τη βούλησή της να αντιμετωπίζει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως μη τερματισθέν ή ακυρωθέν, παρά μόνον ως συμβόλαιο που περιήλθε σε καθεστώς διακοπής ώστε βάσει των άρθρων 5 και 6 αυτού να υπόκειται σε επαναφορά κατόπιν αίτησης του ασφαλισμένου, εν προκειμένω του Ενάγοντος. Το κατά πόσον η άρνηση και/ή παράλειψη του Ενάγοντος να δεχθεί να καταβάλει οποιεσδήποτε μελλοντικές πληρωμές (κάτι που θα προϋπόθετε αίτηση επαναφοράς) αποτελεί από μέρους του παραβίαση του ασφαλιστήριου συμβολαίου η οποία τον εμποδίζει από το να προβεί σε νόμιμο τερματισμό της σύμβασης, θα πρέπει να μελετηθεί υπό το φως των όσων περιγράφονται στις σελ. 201 - 205 του προμνησθέντος Συγγράμματος υπό τον τίτλο «
- Time for Payment», ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες η ασφαλιστική εταιρεία κωλύεται λόγω συμπεριφοράς από το να αποφύγει τη δική της ευθύνη παρά τη μη πληρωμή του ασφαλίστρου. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι αν η ασφαλιστική εσφαλμένα αρνήθηκε να δεχθεί πληρωμή του ασφαλίστρου ή αν η ίδια παραβίασε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, τέτοια παραβίαση απαλλάσσει τον ασφαλιζόμενο από το να εκπληρώσει τη δική του υποχρέωση, εν προκειμένω περί καταβολής του ασφαλίστρου και γι' αυτό η εταιρεία εμποδίζεται από το να επικαλείται τη μη πληρωμή του ασφαλίστρου. Παραθέτω: «[.] There are certain cases, however, in which the insurers are, by their conduct, precluded from relying upon the non-payment of the premium and are, therefore, notwithstanding the stipulation, liable to the assured although the premium is not paid until after the loss or never paid at all. These cases are꞉ a. Where the insurers issue a policy under seal reciting that the premium has been paid; [.] b. Where the insurers by their conduct discharge the assured from the necessity of complying with the condition. The insurers may have wrongfully refused to accept payment of the premium when rendered to them or may have otherwise repudiated the contract contained in the policy. By such refusal or repudiation, as the case may be, the assured is discharged from the obligation of performing the condition, and the insurers cannot, therefore, rely upon the non-performance. [.] (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Υπό το φως του ανωτέρω αποσπάσματος, κρίνω ότι η άρνηση του Ενάγοντος να ανταποκριθεί στην απαίτηση πληρωμής των μελλοντικών δόσεων δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως παραβίαση του συμβολαίου, εφόσον διαπιστωθεί ότι προηγήθηκε της δικής του άρνησης η υπαίτια παράλειψη της Εναγομένης να αποδεχθεί ή/και να πιστώσει προς όφελος του Ενάγοντος τις δύο ήδη γενόμενες από αυτόν πληρωμές των αναγραφόμενων στο Τεκμήριο 4 ως οφειλόμενων δόσεων, ως τα Τεκμήρια 3Στ και 3Ζ. Εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υφίσταται υπαίτια παράλειψη από μέρους της Εναγομένης, τότε η Εναγόμενη θα εμποδίζεται ως εκ της δικής της συμπεριφοράς από το να αμύνεται για τη δική της παράβαση του ασφαλιστήριου συμβολαίου όσον αφορά τις πρώτερες δύο δόσεις, επικαλούμενη τη μη πληρωμή από τον Ενάγοντα των μελλοντικών δόσεων. B.6.
- Yπήρξε παράβαση του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου από την Εναγόμενη λόγω της μη πίστωσης των δύο γενόμενων πληρωμών; Ήταν νόμιμη η διακοπή του συμβολαίου από 28.4.2002; Επομένως, το ερώτημα είναι κατά πόσον η Εναγόμενη είχε ή όχι υποχρέωση να πιστώσει το λογαριασμό του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου του Εναγόμενου με τα ποσά των δύο πληρωμών. Υπενθυμίζω ότι στη δικογραφία (βλ. τις παρα. 12, 13 και 15 της Ε/Υ) η εξήγηση που έδωσε η Εναγόμενη για τη μη καταγραφή των δύο επίμαχων πληρωμών στην επιστολή ημερ. 1.9.2003 ήταν ότι- αφενός η Εναγόμενη ουδέποτε εισέπραξε τα ασφάλιστρα αυτά (βλ. την παρα. 12 της Ε/Υ), διότι τα καταχράστηκε και/ή ιδιοποιήθηκε η αντιπρόσωπος Νόρα Σιακατίδου (βλ. την παρα. 15 της Ε/Υ), και αφετέρου ότι οι αποδείξεις πληρωμής των εν λόγω ποσών ουδέποτε περιήλθαν στην κατοχή της, γεγονός που η Εναγόμενη έθεσε υπόψη του Ενάγοντος (βλ. την παρα. 13 της Ε/Υ) και έλαβε τις αποδείξεις αυτές μέσω του Ενάγοντος (βλ. την παρα. 14, πρώτη υποπαράγραφο της Ε/Υ). Στο δικόγραφο της Απάντησης, ο Ενάγων δεν σχολίασε την παρα. 12 και περαιτέρω εισηγήθηκε ότι δεν τον αφορά το ζήτημα της κλοπής ή κατάχρησης υπό αντιπροσώπου ως εγείρεται στην παρα.
- Αρνήθηκε ο Ενάγων ότι του δόθηκαν οι εξηγήσεις για τη μη πίστωση των δύο επίδικων δόσεων ως αναφέρονται στην παρα.13, άφησε ασχολίαστο το αν η Εναγόμενη είχε ή δεν είχε παραλάβει τις επίδικες αποδείξεις μέσω της ασφαλιστικής της αντιπροσώπου και παραδέχθηκε ότι αυτός εφοδίασε την Εναγόμενη με τις δύο επίδικες αποδείξεις ως αναφέρεται στην παρα.
- Το άρθρο 4 του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, το οποίο ρυθμίζει το ζήτημα της καταβολής ασφαλίστρων, προβλέπει τα εξής (η έμφαση δική μου)꞉ «Τα ασφάλιστρα πρέπει να πληρώνονται στην έδρα της Εταιρείας, στη Λευκωσία ή στα ειδικά εξουσιοδοτημένα πρόσωπα για την είσπραξή τους, στις καθορισμένες από το Ασφαλιστήριο χρονολογίες, έναντι έντυπης απόδειξης της Εταιρείας, η οποία έχει υπογραφεί στην έδρα της και από το όργανο που είναι εξουσιοδοτημένο να τα εισπράξει. Επίσης τα ασφάλιστρα είναι δυνατόν να πληρώνονται με ταχυδρομική επιταγή ή μέσον τραπέζης. Στην περίπτωση αυτή ως ημερομηνία εξόφλησης θεωρείται η ημερομηνία κατάθεσης των χρημάτων στο Ταχυδρομείο ή σε τραπεζικό λογαριασμό της Εταιρείας. Την πληρωμή των ασφαλίστρων αποδεικνύει μόνον η έντυπη απόδειξη. Κάθε άλλο αποδεικτικό μέσο αποκλείεται.». Υπό το φως των ανωτέρω προνοιών, είναι ξεκάθαρο ότι άπαξ και εκδοθεί «έντυπη απόδειξη της Εταιρείας» από «ειδικά εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για την είσπραξη των ασφαλίστρων» αποδεικνύεται η πληρωμή από μέρους του ασφαλιζόμενου προς την ίδια την Εταιρεία. Παραπέμπω συναφώς στο προμνησθέν Σύγγραμμα "General Principles of Insurance Law", στη σελ. 207, όπου αναφέρεται ότι συχνά η πληρωμή του ασφαλίστρου γίνεται σε αντιπροσώπους μιας ασφαλιστικής εταιρείας και το κατά πόσον η πληρωμή είναι δεσμευτική για την εταιρεία εξαρτάται από το κατά πόσον ο αντιπρόσωπος είχε εξουσιοδότηση να εισπράττει εκ μέρους της εταιρείας και από το αν είχε εξουσιοδότηση να εισπράξει το ασφάλιστρο με τον τρόπο που το εισέπραξε. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ «Payment to the Agent of the Insurers The payment of the premium is often made by the assured to an agent of the insurers. Whether such payment is payment binding on the insurers, so that they are precluded from afterwards asserting that the premium has not been paid, depends upon the following considerations꞉ a. The agent must have authority to receive payment of the premium on behalf of the insurers. b. The agent must have authority to receive payment of the premium on behalf of the insurers in the mode in which it has been made to him. [.]» Στη σελ. 208 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι, όπου ο αντιπρόσωπος είχε εξουσιοδότηση να εισπράξει το ασφάλιστρο εκ μέρους της εταιρείας με τον τρόπο που το εισέπραξε, η ισχύς της πληρωμής είναι η ίδια ωσάν να είχε γίνει εξ αρχής στην ασφαλιστική εταιρεία και το γεγονός ότι το ασφάλιστρο που εισπράχθηκε κατ΄αυτόν τον τρόπο μπορεί να το καταχράστηκε ο αντιπρόσωπος ή να μην έφθασε ποτέ στην ασφαλιστική εταιρεία λόγω της πτώχευσης του αντιπροσώπου, δεν τους δίδει καμία υπεράσπιση έναντι του ασφαλισμένου στη βάση της σύμβασης. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα꞉ «Where the agent has authority to receive payment of premiums on behalf of the insurers, the effect of the payment is the same as if it had been made to the insurers themselves, and the fact that the premiums thus received by the agent have been misappropriated by him or have not reached the insurers owing to his bankruptcy, affords them no defence against a claim by the assured upon the contract.». Λαμβάνοντας, λοιπόν, ως παραδεκτό γεγονός στην παρούσα υπόθεση ότι η Τριτοδιάδικος εισέπραξε σε μετρητά από τον Ενάγοντα τα ποσά των δύο επίδικων αποδείξεων πληρωμής (Τεμήρια 3Στ και 3ζ υπό Έγγραφο Α) ως εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος της Εναγομένης και ότι αυτός ο όρος είσπραξης ήταν ως συμφωνήθηκε μεταξύ εκείνου και της Εναγομένης στη βάση του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, έπεται ότι η κατοχή από τον Ενάγοντα των δύο επίδικων αποδείξεων πληρωμής τεκμηριώνει την από μέρους του γεγόμενη πληρωμή, ανεξαρτήτως του αν τα χρήματα αυτά δεν κατέληξαν ποτέ στην Εναγόμενη, στοιχείο το οποίο θα κριθεί στο πλαίσιο της αντιδικίας μεταξύ της Εναγομένης και της Τριτοδιάδικου και όχι μεταξύ του Ενάγοντος και της Εναγομένης. Καταλήγω ότι η παράλειψη της Εναγόμενης να αναγνωρίσει τις δύο επίδικες πληρωμές από μέρους του Ενάγοντος και να τις πιστώσει προς όφελος του ασφαλιστήριου συμβολαίου του αποτελούσε υπαίτια παράβαση του συμβολαίου. Έπεται ότι η Εναγόμενη δεν είχε δικαίωμα να θεωρεί ότι νόμιμα διακόπηκε το ασφαλιστήριο συμβόλαιο από 28.4.2002 και να αναμένει από τον Ενάγοντα να αιτηθεί την επαναφορά του σε ισχύ, αφ' ης στιγμής η ίδια όφειλε να αναγνωρίσει ότι ο Ενάγων είχε κάμει τις δύο επίδικες πληρωμές. Θα έπρεπε να αναγνωρίσει εμπράκτως η Εναγόμενη την πληρωμή των επίδικων δύο δόσεων, στέλνοντας του αναθεωρημένη Κατάσταση (Policy Information Statement) για να δείξει ότι η πρώτη μη πληρωθείσα δόση ήταν εκείνη της 28.3.
- Ενόψει της συνεχιζόμενης παράλειψης της Εναγόμενης να προβεί σε οφειλόμενη ενέργεια, ο Ενάγων είχε δικαίωμα να μην θεωρεί νόμιμη τη διακοπή του συμβολαίου του από 28.4.2002 και να αρνείται να πληρώσει οποιαδήποτε μελλοντική δόση έως ότου αποκατασταθεί η υπαίτια παράλειψη της Εναγομένης. Καταλήγω ότι δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία ως η παρα. Α του παρακλητικού του Κλητηρίου Εντάλματος και συνεπακόλουθα ότι είχε δικαίωμα τερματισμού του ασφαλιστήριου συμβολαίου. B.6.
- Έχει ο Ενάγων δικαίωμα ανάκτησης όλων των πληρωθέντων από αυτόν ασφαλίστρων λόγω παραβίασης της σύμβασης από την Εναγόμενη; Στο προμνησθέν Σύγγραμμα επεξηγούνται οι συνθήκες υπό τις οποίες παρέχεται δικαίωμα επιστροφής των ασφαλίστρων στον ασφαλιζόμενο. Τέτοιο δικαίωμα υφίσταται αν υπάρχει πλήρης απώλεια αντιπαροχής λόγω μη επέλευσης του κινδύνου για τον οποίο ο ασφαλιζόμενος πλήρωσε το ασφάλιστρο ή/και αν υπάρχει μερική απώλεια αντιπαροχής, στην οποία περίπτωση επιστρέφεται μερικώς το ασφάλιστρο. Οι επιμέρους περιπτώσεις στις οποίες υφίσταται δικαίωμα πλήρους επιστροφής ασφαλίστρου απαριθμούνται στις σελ. 212 - 222 του Συγγράμματος. Το Δικαστήριο δύναται, μεταξύ άλλων, να διατάξει την επιστροφή ασφαλίστρων στο πλαίσιο αγωγής για την ακύρωση του ασφαλιστηρίου ή όπου υπήρξε δόλος ή παραβίαση της αρχής της καλής πίστης από μέρους των ασφαλιστών ή σε αγωγή για «money had and received». Όχι όμως σε πλαίσιο αγωγής που εγείρεται για εκτέλεση του ασφαλιστήριου. Αυτά νοουμένου ότι το ασφαλιστήριο δεν προβλέπει ότι το ασφάλιστρο δεν επιστρέφεται υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «C. RIGHT TO CLAIM A RETURN OF PREMIUM The right to a return of premium depends upon the fact that the risk contemplated is never run[3], and there is, in consequence, a failure of consideration in that the assured obtains no benefit from the protection for which he has paid. If, therefore, no part of the risk is ever run, the whole of the premium must be returned. The assured may be entitled to a return of the part of the premium where there has been a partial failure of consideration. The policy, however, may specify that the premium will not be returned in any event. The right to claim a return of premium is enforceable by an action for money had and received, and not by an action on the policy. The Court may also, in an action for the cancellation of the policy, order the premium to be returned. [.] B. Right to a Return of the Whole of the Premium The Right to a return of the whole of the premium arises in the following cases where꞉
- The Parties were never ad idem
- The Policy which has been Issued by the Company was ultra vires the Company.
- The Policy is illegal.
- The Policy has been avoided on the ground of innocent mirsrepresentation or non-disclosure by the assured.
- There has been fraud or breach of good faith on the part of the insurers
- The subject-matter has already been destroyed.
- The subject-matter is incapable of identification.
- The assured has no insurable interest in the subject-matter. Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγων επικαλέστηκε την έλλειψη εμπιστοσύνης στην Εναγόμενη ως εκ της υπαίτιας και συνεχιζόμενης παράβασης της σύμβασης, ως λόγο για τον οποίο αντί να επιμείνει σε εκτέλεση της σύμβασης και να ζητήσει αποζημιώσεις για την παράβαση (ήτοι να πληρώσει τις μεταγενέστερες δόσεις και να υποβάλει αίτηση επαναφοράς του Ασφαλιστηρίου), επέλεξε να τερματίσει τη σύμβαση και να αξιώσει τα ασφάλιστρα ως «money had and received», έναντι πλήρους απώλειας αντιπαροχής λόγω μη επέλευσης του κινδύνου. Άξιολογογώντας την αξίωση του αυτή, παρατηρώ κατ' αρχάς ότι στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α δεν υφίσταται οποιαδήποτε πρόνοια που να εμποδίζει την επιστροφή του ασφαλίστρου υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Έπειτα παρατηρώ ότι ο κίνδυνος για τον οποίο ο Ενάγων ασφαλίστηκε δυνάμει του εν λόγω ασφαλιστήριου συμβολαίου, το οποίο τιτλοφορείται «Ασφαλιστήριο Συμβόλαιο Ζωής», αφορούσε στον θάνατό του Ενάγοντος, εφόσον επέρχετο εντός της περιόδου ισχύος του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, έναντι ποσού κάλυψης ΛΚ20.
- Παρατηρώ συγχρόνως ότι, με τους ενσωματωμένους στο ίδιο συμβόλαιο ειδικούς όρους (βλ. τη σελίδα που τιτλοφορείται «Ειδικοί Όροι "LIFESTYLE PENSION - FLEXIBLE»), διευκρινιζόταν ότι το συμβόλαιο αφορούσε σε «Ασφάλεια Συνταξιοδότησης με Εγγυημένη Περίοδο». Δηλαδή, η υποχρέωση που η ασφαλιστική εταιρεία (δηλ. η Εναγόμενη) ανέλαβε έναντι του ασφαλισμένου προσώπου (του Ενάγοντος) ήταν «να καταβάλλει στην Έδρα της ισόβια μηνιαία σύνταξη στον Ασφαλισμένο, εφ' όσον ζει». Με την έναρξη της συνταξιοδότησης του Ασφαλισμένου, το ποσό της μηνιαίας σύνταξης καθίστατο εγγυημένο. Η διάρκεια της εγγυημένης περιόδου καταβολής της σύνταξης ορίζετο σε 10 χρόνια από την έναρξη της συνταξιοδότησης. Διευκρινίζετο επίσης ότι «Αντί της καταβολής σύνταξης είναι δυνατή η εφ' άπαξ πληρωμή της αξίας εξαγοράς του Ασφαλιστηρίου, νοουμένου ότι η επιλογή έγινε πριν από την έναρξη της συνταξιοδότησης. Στην προτελευταία σελίδα που είναι ενσωματωνένη στο Συμβόλαιο αναφερόταν ότι ο Ενάγων θα συνταξιοδοτήτο στο 61ο έτος της ηλικίας του. Στη σελίδα του επίδικου ασφαλιστήριου συμβολαίου, η οποία τιτλοφορείται «Σελίδα Ειδικών Στοιχείων», αναφερόταν ότι κατά το χρόνο σύναψης του ασφαλιστήριου συμβολαίου, ο Ενάγων διένυε το 49ο έτος της ηλικίας του. Καθοριζόταν εκεί επίσης ρητά ως ημερομηνία λήξης της ισχύος του συμβολαίου η 28.9.
- Επομένως, η αντιπαροχή του Ενάγοντος για τα ασφάλιστρα που κατέβαλλε θα ήταν: είτε η πληρωμή του ποσού κάλυψης για το θάνατο του, είτε η πληρωμή της αξίας εξαγοράς του ασφαλιστηρίου πριν τη συνταξιοδότησή του, ή η πληρωμή της εγγυημένης σύνταξής του. Ήταν η θέση της συνηγόρου της Εναγόμενης στην τελική της αγόρευση ότι η μόνη θεραπεία που θα μπορούσε ο Ενάγων να αξιώσει, δεδομένης της διακοπής και μη επαναφοράς του Ασφαλιστήριου συμβολαίου είναι να του καταβάλλετο η αξία εξαγοράς του συμβολαίου του και πως τέτοια αξίωση προϋποθέτει την υποβολή αίτησης από μέρους του, η οποία αίτηση ουδέποτε υποβλήθηκε. Ειδικότερα, στην τελική της αγόρευση διατυπώνει την εισήγηση ότι «Ο Ενάγοντας δεν δικαιούται να απαιτεί την επιστροφή των ασφαλίστρων, εφόσον η καταβολή τους μέχρι 28/3/03 παρήγε, δημιούργησε και διαμόρφωσεν το όφελος του δικαιώματος εξαγοράς του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και ήτο μόνο αυτήν την αξία που θα δικαιούτο να αξιώσει περιλαμβανομένης και της ζημιάς του που τυχόν θα υφίστατο και αποδείκνυε από τη μη επένδυση του ποσοσοτού των 2 τελευταίων ασφαλίστρων, εφόσον βέβαια αποδείκνυε ότι η αξία εξαγοράς επηρεάστηκε από τη μη επένδυσή τους.». Η πιο πάνω εισήγηση εδράζεται, όπως αντιλαμβάνομαι, στις πρόνοιες του άρθρου 5 του Ασφαλιστήριου συμβολαίου, βάσει των οποίων: «Αν δεν γίνει πληρωμή των ασφαλίστρων μέσα στην περίοδο των 30 ημερών, η ασφάλιση παύει να ισχύει, με μόνη επιφύλαξη την εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπει το παρόν Ασφαλιστήριο για την αξία εξαγοράς, τον αυτόματο δανεισμό ασφαλίστρου και την ελευθεροποίηση του Ασφαλιστηρίου.». Περαιτέρω εδράζεται στις πρόνοιες του άρθρου 19 όπου καθορίζεται ότι꞉ «Μετά την πληρωμή των ασφαλίστρων και την παρέλευση των τριών
(3)πρώτων χρόνων, το Ασφαλιστήριο αποκτά Αξία Εξαγοράς και μπορεί με αίτηση του Συμβαλλομένου να εξαγοραστεί. Είναι δυνατή και μερική εξαγορά εφόσον γίνει αποδεκτή από την Εταιρεία.». Κατά την κρίση μου η πιο πάνω εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγομένης παραγνωρίζει το γεγονός ότι, με δεδομένη την παράβαση του ασφαλιστηρίου από την Εναγομένη ως εκ της υπαίτιας παράλειψης της να πιστώσει τις δύο επίδικες πληρωμές ασφαλίστρων, ο Ενάγων ως αθώο μέρος δεν επέλεξε να εκτελέσει τη σύμβαση και να κινηθεί εντός του πλαισίου του άρθρου 5 του Ασφαλιστηρίου, αλλά επέλεξε να τερματίσει τη σύμβαση και να αξιώσει αποζημιώσεις, ως είχε δικαίωμα. Ειδικότερα, το άρθρο 75 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, διαφυλάσσει το δικαίωμα του συμβαλλόμενου που υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση να διεκδικήσει αποζημιώσεις για ζημιά που έχει υποστεί λόγω ανακοπής ή μη εκπλήρωσης του συμβολαίου (Βλ. Κώστας Καλησπέρας ν. Δάφνου Δρυάδη κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 867). Όπως εξάλλου προκύπτει από το απόσπασμα του Συγγράμματος Chitty on Contract, 1ος τόμος, 27η έκδοση, 1994, παρα. 24-043, σελ. 1177 και 1178 στο οποίο με παρέπεμψε η ίδια ευπαίδευτη συνήγορος, όταν το αθώο μέρος υπαναχωρεί από τη σύμβαση, αποδεσμεύεται από τις μελλοντικές του συμβατικές υποχρεώσεις, αλλά ταυτόχρονα εμποδίζεται από το να απαιτήσει την εφαρμογή οποιουδήποτε δικαιώματος έναντι του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Το παραθέτω꞉ «Where the innocent party is entitled to, and does, treat himself as discharged by the other's breach, he is thereby released from future performance of his obligations under the contract. Discharge also deprives him of any right as against the other party to continue to perform them. After such discharge, he is not bound to accept, or pay for, any further performance by the other party.». Το ίδιο Σύγγραμμα, συνεχίζει ως εξής꞉ Αν το αθώο μέρος πλήρωσε χρήματα, μπορεί να τα ανακτήσει με αγωγή για money had and received, αλλά μόνο αν υπήρξε πλήρης αποτυχία ανταλλάγματος. Αυτούσιο το απόσπασμα έχει ως εξής: «If he has paid money under the contract to the party in default, he will be entitled to recover it by an action for money had and received, but only if the consideration for the payment has totally failed.». Λέγει η συνήγορος της Εναγομένης στην τελική της αγόρευση ότι - «Ο Ενάγοντας δεν δικαιούται να απαιτεί την επιστροφή των ασφαλίστρων που κατέβαλε διότι ο Ενάγοντας άντλησεν όφελος για τα ασφάλιστρα που κατέβαλεν, το οποίον ήτο η αξία εξαγοράς του ασφαλιστηρίου του, λόγω της καταβολής των ασφαλίστρων των 3 πρώτων χρόνων από την επαναφορά του συμβολαίου (Τεκμ. 13), την οποία ο Ενάγων εδικαιούτο να ζητήσει και εξασκήσει. Η αντιπαροχή από την πληρωμή των ασφαλίστρων των 3 πρώτων χρόνων ήτο η αξία εξαγοράς. [...] εφόσον το όφελος δικαιώματος εξαγοράς που ήτο μέρος της αντιπαροχής της Εναγομένης, ο Ενάγων το απέκτησε και ήτο δικαιούχος και συνεπώς δεν δικαιούται να αξιώνει την επιστροφή των ασφαλίστρων που κατέβαλε.». Προσθέτει ότι - «Ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί νομότυπος ο τερματισμός με την υπό ημερ. 21/12/2007 επιστολή (Τεκμήριο 9) ο Ενάγοντας όφειλε να αποδείξει κατά την ημερομηνία τερματισμού, τον επηρεασμό τυχόν της αξίας εξαγοράς του Ασφαλιστηρίου του από την μη επένδυση του ποσοστού και των δύο τελευταίων ασφαλίστρων.». Λέγει τα πιο πάνω με αναφορά στην έννοια του όρου «πίστωση» ως αποδίδεται στο άρθρο 26 του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου, το οποίο προβλέπει ότι꞉ «Το επενδυόμενο ποσό ασφαλίστρου χρησιμοποιείται για την αγορά και πίστωση στο Ασφαλιστήριο Μονάδων ο αριθμός των οποίων υπολογίζεται αφού διαιρεθεί το Επενδυόμενο Ποσό Ασφαλίστρου με την τιμή προσφοράς των μονάδων κατά την ημερομηνία εκτίμησης που ακολουθεί την ημερομηνία πληρωμής του ασφαλίστρου.». Κατά την κρίση μου, η πιο πάνω εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Εναγομένης, ότι ο Ενάγων απέκτησε το όφελος να έχει αξία εξαγοράς το ασφαλιστήριο του, παραγνωρίζει το γεγονός ότι με το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α αναγνωρίζονταν ως γενόμενες οι πληρωμές μόνο των 5 πρώτων εξαμηνιαίων ασφάλιστρων. Εκκρεμούσε ως οφειλόμενη η δόση της 28.3.
- Το συμβόλαιο συνήφθη την 28.9.99 και συνεπώς θα έπρεπε να καταβληθούν όλα τα ασφάλιστρα μέχρι 28.9.2002 για να μπορεί το Συμβόλαιο να αποκτήσει αξία εξαγοράς. Δεδομένης της παράλειψης της Εναγομένης να αναγνωρίσει εγγράφως ως γενόμενες τις δύο επίδικες πληρωμές ως τα Τεκμήρια 3ΣΤ και 3Ζ, δεν συμπληρώνονταν οι πληρωμές για 3 έτη, έτσι ώστε να μπορεί ο Ενάγων να αξιώσει αξία εξαγοράς. Ήταν δηλαδή αναγκαία προϋπόθεση η αναγνώριση της πληρωμής και εκείνων των δύο δόσεων για να δημιουργείτο δικαίωμα σε αξία εξαγοράς. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, είμαι ικανοποιημένη ότι, εφόσον κατά την ημερομηνία τερματισμού του ασφαλιστήριου συμβολαίου, ο Ενάγων δεν είχε αποβιώσει, δεν είχε συνταξιοδοτηθεί και δεν είχε αποκτήσει αξία εξαγοράς το συμβόλαιό του, στερήθηκε κάθε οφέλους και αντιπαροχής για τα ασφάλιστρα που κατέβαλε δυνάμει του εν λόγω συμβολαίου, γι' αυτό και δικαιούται θεραπεία ως η παρα. Β του παρακλητικού του Κλητηρίου Εντάλματος κατά της Εναγομένης, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, πλέον τα δικηγορικά έξοδα, ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Γ. Αξιολόγηση της μαρτυρίας αναφορικά με την αντιδικία μεταξύ Εναγομένης και Τριτοδιάδικου. Η γενική εντύπωση μου για τη μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν θετική. Υπήρξε σταθερός στα λεγόμενά του, επικαλείτο προς στήριξη της μαρτυρίας του τα έγγραφα που είχε στην κατοχή του και δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφατικές τοποθετήσεις. Σε σημαντικά σημεία της μαρτυρίας του επιβεβαιώθηκε από τα λεγόμενα της Τριτοδιαδίκου, καθώς και της ΜΤρ.
- Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΥ1 ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Απεναντίας, η γενική εντύπωσή μου για τη μαρτυρία της Τριτοδιαδίκου δεν υπήρξε θετική. Κατ' αρχάς, υπήρξαν διαφορές ανάμεσα στις θέσεις που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου και των θέσεων που είχε δικογραφήσει στην Ε/Υ. Ισχυρισμούς που δικογράφησε, φάνηκε να τους εγκαταλείπει κατά την ακρόαση, ενώ προέβαλε νέους ισχυρισμούς που δεν δικογράφησε. Έπειτα, αντεξεταζόμενη, έδειξε να έχει επιλεκτική μνήμη έως καθόλου μνήμη, αναλόγως του τί την συνέφερε. Η μαρτυρία της δεν υπήρξε αυθόρμητη. Σε αρκετά σημεία επέλεγε να απαντά αντιστρέφοντας το ερώτημα στη συνήγορο της Εναγομένης. Πρόκειται για εμφανώς εύστροφο άτομο που επεξεργαζόταν τις απαντήσεις της με γνώμονα να προκαταλάβει τις επόμενες ερωτήσεις της συνηγόρου που την αντεξέταζε. Αναλύω τις διάφορες πτυχές της μαρτυρίας της Τριτοδιάδικου πιο κάτω και εξηγώ για ποιους λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της ως αξιόπιστη. Τόσο η Μτρ.2 όσο και ο ΜΥ2 μου έδωσαν την εντύπωση μαρτύρων που προσήλθαν με ειλικρινή διάθεση να παράσχουν τη μαρτυρία τους αμερόληπτα και αντικειμενικά, στηριζόμενοι στα στοιχεία που είχαν στην κατοχή τους, στην πείρα και τις γνώσεις που απέκτησαν κατά την άσκηση του επαγγέλματός τους. Η μαρτυρία τους παρέμεινε ακλόνητη και την αποδέχομαι ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Αναλύω τα ουσιώδη στοιχεία αυτής πιο κάτω. Γ.
- Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η Εναγόμενη δεν έλαβε ποτέ από την Τριτοδιάδικο τις επίδικες αποδείξεις πληρωμής. Κεντρική θέση του ΜΥ1 ήταν ότι οι δυο επίδικες αποδείξεις πληρωµής, ως τα Τεκµήρια 3ΣΤ και 3Ζ υπό Έγγραφο Α, εκδόθηκαν από βιβλιάριο αποδείξεων της Εναγομένης, το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν χρεωμένο στην Τριτοδιάδικο, και φέρουν αρ. 137926 και 137942, αντίστοιχα. Οι αποδείξεις αυτές δεν επιστράφηκαν στην Εναγόμενη από την Τριτοδιάδικο που τις εξέδωσε. Ούτε το βιβλιάριο αποδείξεων επιστράφηκε ποτέ. Ούτε τα αντίστοιχα ποσά των πληρωθέντων ασφαλίστρων εμβάστηκαν σε λογαριασμό της Εναγόμενης. Αντί η Τριτοδιάδικος να εµβάσει τα χρήματα που εισέπραξε στην Εναγόμενη, τα καταχράσθηκε και τα έκλεψε µε δόλιον τρόπο. Παραθέτω πιο κάτω τα βασικά στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΥ1 ως προς το πώς λειτουργούσε το σύστημα της Εναγομένης με τους ασφαλιστικούς της αντιπροσώπους σε ό,τι αφορά το θέμα των αποδείξεων: Κάθε βιβλιάριο που παραδίδετο στους Ασφαλιστικούς Αντιτιροσώπους, περιελάμβανε 50 αποδείξεις. Οι αποδείξεις στο κάθε βιβλιάριον είχαν αύξοντα αριθµό. Η κάθε απόδειξη µε τον ίδιο αύξοντα αριθµό αποτελείτο από τέσσερα έντυπα διαφορετικού χρώματος το καθένα. Το άσπρου χρώµατος έντυπο είναι το πρωτότυπο και παραδίδεται στον πελάτη µε την είσπραξη του ποσού από ων Ασφαλιστικό Αντιπρόσωπο. Υπάρχουν και 3 αντίγραφα. Με την συµπλήρωση του πρωτότυπου της απόδειξης το περιεχόµενο του πρωτότυπου εκτυπώνεται αυτόµατα στα 3 φύλλα των αντιγράφων της απόδειξης. Τα δύο πρώτα αντίγραφα της απόδειξης οφείλει ο κάθε Ασφαλιστικός Αντιπρόσωπος, και όφειλεν και η Τριτοδιάδικος στην παρούσα υπόθεση, να τα παραδώσει στο λογιστήριο της Εναγομένης το ταχύτερο δυνατό. Από αυτά τα δύο αντίγραφα, το ένα αντίγραφο της απόδειξης κρατείται από το λογιστήριο ενώ το άλλο αντίγραφο της απόδειξης καταχωρείται στο φάκελο Ασφαλιστηρίου συµβολαίου του πελάτη. Παραθέτω επίσης πιο κάτω τα βασικά στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΥ1 ως προς το πώς λειτουργούσε το σύστημα τήρησης του χρεοπιστωτικού λογαριασμού των αντιπροσώπων της Εναγομένης: Από έλεγχο που ο ΜΥ1 προσωπικά έχει κάµει στο λογιστήριο της Εναγομένης, έχει διαπιστώσει ότι ετηρείτο χρεοπιστωτικός λογαριασµός, στον οποίο - · καταχωρούντο εις χρέωση της Τριτοδιαδίκου - o τα ασφάλιστρα για πελάτες της Νοτίου Αφρικής για τους οποίους εξεδόθη το ασφαλιστήριο συµβόλαιο, παρεδόθη στην Τριτοδιάδικο και τούτο δεν επεστράφη, τα οποία ασφάλιστρα εισπράχθηκαν από αυτήν και έπρεπε να εµβασθούν στην Εναγόμενη· · επιστώνετο αντίστοιχα ο λογαριασµός της Τριτοδιαδίκου - o µε εµβάσµατα και πληρωµές ασφαλίστρων που έκαµνε, o µε τις προµήθειες που θα εδικαιούτο επί των ασφαλίστρων των αντίστοιχων ασφαλιστηρίων που µε την διαµεσολάβηση της συνήφθησαν, εφόσον τα ασφάλιστρα που εισέπραττεν η Τριτοδιάδικος τα κατέβαλλε στην Liberty. Εάν για οποιονδήποτε λόγο το ασφαλιστήριο ακυρώνετο και δεν εισπράπετο ασφάλιστρον, η Τριτοδιάδικος δεν είχε δικαίωµα στην προµήθεια. Ο ΜΥ1 έλεγξε, ως η δήλωσή του, µε πλήρη λεπτοµέρεια τον χρεοπιστωτικό λογαριασµό της Τριτοδιαδίκου και διαπίστωσε ότι δεν υπάρχει ουδεµία εγγραφή ότι η Τριτοδιάδικος έχει καταβάλει στην Εναγόμενη τα ποσό που αποδεδειγµένα ο Ενάγων της έχει καταβάλει και η Τριτοδιάδικος έχει εισπράξει σύµφωνα µε τα Τεκµήρια 3ΣΤ και 3Ζ υπό Έγγραφο Α. Αναντίλεκτη παρέμεινε ενώπιον μου η μαρτυρία του ΜΥ1 όσον αφορά την εξής ουσιώδη πτυχή της υπόθεσης: ότι η εγγραφή και καταχώριση του ποσού είσπραξης στο αντίστοιχο ασφαλιστήριο συµβόλαιο ενός πελάτη γινόταν μόνο άπαξ και παραδίδετο από την ασφαλιστική αντιπρόσωπο το αντίγραφο της εκδοθείσας από αυτήν απόδειξης είσπραξης στο λογιστήριο της Εναγομένης. Μόνο με την παραλαβή της απόδειξης πληρωμής μπορούσε να ελεγχθεί και να επιβεβαιωθεί από το λογιστήριο της Εναγομένης η πληρωµή από τον πελάτη του ποσού του ασφαλίστρου που κατέβαλε στην ασφαλιστική αντιπρόσωπο και μόνον με την παράδοση της απόδειξης πληρωμής σε αυτήν μπορούσε η Εναγόμενη να γνωρίζει το ποσό που η ασφαλιστική αντιπρόσωπος όφειλε να εµβάσει στην Εναγόμενη. Η πιο πάνω πτυχή επιβεβαιώθηκε τόσο με τα λεγόμενα της Μτρ.2 όσο και με τα λεγόμενα της Τριτοδιάδικου. Συγκεκριμένα, η ΜΤρ2 η οποία, ως δήλωσε ενόρκως, εργάζετο στην Εναγόμενη από το 1995 μέχρι τον Φεβρουάριο 2014 ως γραμματέας σε κατάστημα στη Λεμεσό, με καθήκον, ανάμεσα σε άλλα, να παραλαμβάνει αιτήσεις από ασφαλιστικούς αντιπροσώπους, να χρεώνει τα βιβλιάρια αποδείξεων στους ασφαλιστικούς αντιιπροσώπους, να παραλαμβάνει λεφτά και να κάνει καταθέσεις των χρημάτων αυτών, παραδέχθηκε ότι ο μόνος τρόπος για να γνωρίζει η Εναγόμενη αν πληρώθηκε κάποιο ασφάλιστρο ήταν να της παραδοθεί από την ασφαλιστική αντιπρόσωπο η απόδειξη πληρωμής. Η ίδια η Τριτοδιάδικος παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή γνώριζε ότι - Η πληρωμή ασφαλίστρων αποδεικνύετο με την έκδοση απόδειξης πληρωμής και την καταχώριση της απόδειξης αυτής στο φάκελο του συμβολαίου του πελάτη (βλ. πρακτικά ημερ. 30.6.14). Εάν η Εναγόμενη δεν κατείχε απόδειξη εμπρόθεσμης πληρωμής, αυτό σήμαινε ότι ο πελάτης δεν πλήρωνε και ότι η Εναγόμενη μπορούσε να ακυρώσει το συμβόλαιο (βλ. πρακτικά ημερ. 4.9.2014 και 5.9.2014). Εάν ο πελάτης παρουσίαζε στην Εναγόμενη ότι είχε απόδειξη πληρωμής στην κατοχή του, η Εναγόμενη ήταν υποχρεωμένη να δεχθεί ότι τα ασφάλιστρα ήταν εισπραχθέντα και δεν εδικαιούτο η Εναγόμενη να ακυρώσει το συμβόλαιο. Αυτό το έγραψε η ίδια η Τριτοδιάδικος και σε επιστολή που απέστειλε, μέσω του δικηγόρου της, στους παραπονούμενους πελάτες της Εναγομένης (βλ. Τεκμήριο 8 υπό Έγγραφο Β). Για όσα αντίγραφα αποδείξεων δεν κατέληγαν στην Εναγόμενη, η Εναγόμενη αγνοούσε την είσπραξη των ασφαλίστρων και δεν μπορούσε να προβεί στη χρέωση των ασφαλίστρων στους χρεωπιστωτικούς λογαριασμούς των ασφαλιστικών αντιπροσώπων της (βλ. πρακτικά 2.9.2014). Αναντίλεκτη παρέμεινε επίσης η μαρτυρία του ΜΥ1 και ως προς την εξής ουσιώδη πτυχή της υπόθεσης: ότι ο λόγος που μόνο με την παραλαβή των αποδείξεων πληρωμής που εκδόθηκαν στους πελάτες μπορούσε η Εναγόμενη να ελέγξει και επιβεβαιώσει την πληρωμή των ασφαλίστρων από έναν έκαστο πελάτη ήταν διότι τα εμβάσματα που γίνονταν από τους ασφαλιστικούς αντιπροσώπους στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης δεν αντιστοιχούσαν σε ατομικά στοιχεία πελάτη, παραμόνο καθορίζονταν µε τα χαρακτηριστικά του καταθέτη, εν προκειμένω με τους κωδικούς αριθμούς των ασφαλιστικών αντιπροσώπων. Ως προς αυτήν την πτυχή, ενισχυτική υπήρξε η μαρτυρία του ΜΥ2, Διευθυντή Τραπεζικών Εργασιών της Ελληνικής Τράπεζας στην Πάφο, στην οποία η Εναγόμενη διατηρούσε, ως η μαρτυρία του, τραπεζικό λογαριασμό. Αυτός επιβεβαίωσε ότι τα εμβάσματα που γίνονταν στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης δεν είχαν το όνομα των ασφαλισμένων ή αριθμό ασφαλιστήριου συμβολαίου, ώστε να γνωρίζει η Εναγόμενη σε ποιες εισπράξεις πελατών αντιστοιχούσαν τα εν λόγω εμβάσματα. Περαιτέρω λεπτομέρειες της μαρτυρίας του ΜΥ2 θα αναφέρω στη συνέχεια όταν θα αναλύω τη μαρτυρία αναφορικά με την ισχυριζόμενη κατάχρηση των ασφαλίστρων από την Τριτοδιάδικο. Αναντίλεκτη υπήρξε και η μαρτυρία του ΜΥ1 ότι η Τριτοδιάδικος εξέδωσε τις δυο επίδικες αποδείξεις πληρωµής, ως τα Τεκµήρια 3ΣΤ και 3Ζ υπό Έγγραφο Α, από βιβλιάριο αποδείξεων µε αρχικό αριθµό 137 που η ίδια χρεώθηκε και παρέλαβε κανονικά από την Εναγόμενη. Τούτο αντικειμενικά αποδεικνύεται από τις ίδιες τις αποδείξεις που φέρουν αρ. 137926 και 137942, αντίστοιχα. Αν και δεν παρουσιάστηκε ενώπιον μου από τον ΜΥ1 το συγκεκριμένο έντυπο με το οποίο η Εναγόμενη χρέωσε στην Τριτοδιάδικο το βιβλιάριο αποδείξεων αρ. 137, εντούτοις η Τριτοδιάδικος παραδέχεται ότι αυτή εξέδωσε τις δύο επίδικες αποδείξεις με τους συγκεκριμένους αριθμούς και συνεπώς παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι το εν λόγω βιβλιάριο ήταν χρεωμένο από την Εναγόμενη στην Τριτοδιάδικο. Σημειώνω εξάλλου ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 ως προς το ότι προβλεπόταν στις διαδικασίες της Εναγομένης η χρέωση του βιβλιάριου αποδείξεων σε ασφαλιστικό αντιπρόσωπο καθώς και η υποχρέωση επιστροφής του βιβλιαρίου από τον αντιπρόσωπο στην Εναγομένη όταν συμπληρωνόταν, επιβεβαιώθηκε από τα λεγόμενα της Μτρ.
- Συγκεκριμένα, η ΜΤρ2 ανέφερε ότι: Την υποχρέωση υπογραφής κατά την παραλαβή του βιβλιάριου αποδείξεων την είχαν όλοι οι ασφαλιστικοί αντιπρόσωποι, είτε δραστηριοποιούνταν στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό. Όταν επέστρεφαν τα βιβλιάρια αποδείξεων οι αντιπρόσωποι από την Νότιο Αφρική, η επιστροφή τους γινόταν απευθείας στα κεντρικά γραφεία της Εναγομένης στη Λευκωσία, ανεξαρτήτως του πού έγινε η χρέωση του βιβλιάριου και τούτο διότι δεν έφερναν οι ίδιοι χρήματα σε μετρητά. Είπε ακόμη κάτι ο ΜΥ1, το οποίο