Αναφορικά με την Εταιρεία ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΤΔ ν. Μάριος Κοσμά, Αρ. Αίτησης 206/2014, 10/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A321 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 206/2014 ΜΕΤΑΞΥ: Αναφορικά με την Εταιρεία ΔΗΜΟΣ ΓΑΛΑΤΑΚΗΣ ΛΤΔ -και- Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφάλαιο 113 10 Σεπτεμβρίου, 2015 Για τον αιτητή: κoς Λιβέρας. Για τον καθ' ου η αίτηση: κος Χαβιαράς. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αιτητής στην επίδικη αίτηση είναι ο Ιωσήφ Κόκκινος, εκκαθαριστής της εταιρείας Δήμος Γαλατάκης Λτδ. Συνεπώς κάθε επόμενη αναφορά στον αιτητή θα φέρει το χαρακτηρισμό «ο εκκαθαριστής», ενώ η προαναφερόμενη εταιρεία θα καλείται «η εταιρεία». Καθ' ου η αίτηση είναι ο Μάριος Κοσμά που και αυτός όμως ενάγεται υπό την ιδιότητα του παραλήπτη - διαχειριστή της ίδιας εταιρείας (στη συνέχεια ο παραλήπτης). Ό,τι ζητείται με την αίτηση είναι: «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει ή/και παραμερίζει (SET ASIDE) το διορισμό υπό της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ημερομηνίας 20/02/2014 βάση Ομολόγων Κυμαινόμενης Επιβάρυνσης ημερομηνιών 13/06/1983, 13/10/1987, 29/12/1987, 28/03/1995, 12/09/2003 και 13/11/2007 του Μάριου Κοσμά ως Παραλήπτη και Διαχειριστή της εταιρείας Δήμος Γαλατάκης Λτδ». Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης δεν αμφισβητείται. Προτού όμως αναφερθεί τούτο αναγκαίο είναι να προσδιορισθούν τα έγγραφα που απαρτίζουν τη δικογραφία. Η αίτηση λοιπόν καταχωρίστηκε την 11.03.2014 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εκκαθαριστή που επίσης είναι ημερομηνίας 11.03.
(2011)1Γ Α.Α.Δ 1703, 1712). Η νομολογία και τα συγγράμματα αποκαλύπτουν ότι ο ρόλος του παραλήπτη εξαρτάται από τα αναφερόμενα στο ομόλογο. Συμφωνίες αυτού του είδους ενίοτε διαγράφουν όχι μόνο το δικαίωμα για διορισμό παραλήπτη, αλλά και τις προϋποθέσεις και μεθοδολογία διορισμού τούτου, καθώς και τις εξουσίες που θα έχει άμα το διορισμό του. Στον Kerr, On The Law and Practice as to Receivers, 5η έκδοση, στη σελίδα 312 αναφέρεται ότι. «.for though under debentures or a trust deed in the usual form the receiver is agent for the company, the company's powers are delegated to the receiver so far as regards carrying on the business or collecting the assets; and frequently so as to enable the receives as attorney to convey a legal estate. The actual powers, however, depend on the terms of the instrument; if they are defective, as, for example, if they give no sufficient power to carry on the business, it is often necessary to apply, to the court to make the appointment, or for a vesting order to rest the legal estate in a purchaser ». Και στη σελίδα 322: But the omission to state in the debenture in express terms that the receiver is to be the agent of the company does not necessarily prevent him from being so. The question is one of construction in each case». Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι ο ρόλος του παραλήπτη, εν προκειμένω τίνος είναι αντιπρόσωπος, δεν είναι εύκολο ζήτημα και δεν υπάρχει προκαθορισμένη απάντηση. Αν και η λογική τον θέλει να είναι αντιπρόσωπος του ομολογιούχου που τον διορίζει, ενίοτε τέτοιο ομόλογο εμπεριέχει αντίθετη ρήτρα, δηλαδή θέλει τον παραλήπτη αντιπρόσωπο της εταιρείας. Από την άλλη, επιβάλλεται, σε κάποιο βαθμό, ο παραλήπτης να λειτουργεί ως αντιπρόσωπος της εταιρείας ώστε να είναι σε θέση να μεταβιβάσει την περιουσία που παρέλαβε και ανέλαβε να διαχειριστεί. Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι συχνά, μάλιστα πλέον αυτό φαίνεται να είναι συνήθες, ο παραλήπτης δεν είναι αντιπρόσωπος του ομολογιούχου αλλά της εταιρείας. Αυτό ισχύει και στην υπό κρίση περίπτωση. Τα επίδικα ομόλογα, στο σύνολό τους, μεριμνούν ότι ο παραλήπτης που δυνατό να διοριστεί θα είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας (βλ. άρθρο 11 σε ομόλογο 13.06.1983, άρθρο 10 σε ομόλογο 28.03.1985, άρθρο 12 σε ομόλογο 13.10.1987, άρθρο ... σε ομόλογο 29.12.1987 άρθρο 10 σε ομόλογο 12.09.2003 και άρθρο 12 σε ομόλογο 13.11.2007). Τώρα, η σημασία των πιο πάνω αναδεικνύεται ότι ο εκκαθαριστής επιδιώκει την ακύρωση του διορισμού του παραλήπτη σε μια όμως διαδικασία από την οποία απουσιάζει το πρόσωπο που διόρισε τον παραλήπτη, δηλαδή η τράπεζα. Αυτό δε επιτείνεται αν αναλογιστεί κανείς ότι ένας από τους λόγους που προβάλλει ο εκκαθαριστής για ακύρωση του διορισμού του παραλήπτη, είναι πως τα κίνητρα της τράπεζας είναι αλλότρια και δη εκδικητικά και καταπιεστικά. Είμαι της γνώμης ότι όλα τα ανωτέρω αποκαλύπτουν μείζον ζήτημα. Η αρχή μηδενί δίκην δικάσης πριν αμφοίν μύθον ακούσεις, είναι βαθιά ριζωμένη στο δίκαιο. Κρίνω ότι είναι αδιανόητο να ακυρωθεί ο διορισμός του παραλήπτη στην απουσία του προσώπου που τον έχει διορίσει και συνεπώς ενδιαφέρεται για τούτο το διορισμό που είναι προϊόν μιας συμφωνίας. Συνιστά τούτο ελάχιστη υποχρέωση διασφάλισης της φυσικής δικαιοσύνης έναντι παντός ενδιαφερομένου, και στην προκείμενη περίπτωση του ομολογιούχου. Προς επίρρωση των πιο πάνω υποδεικνύω ότι στον Buckley on the Companies Acts, 13η έκδοση, στη σελίδα 241, αναφέρεται ότι: ] «A receiver appointed by the Court is its officer, and any interference with his possession of the property of which he is appointed receiver is a contempt of Court (k). A person prejudiced by his appointment or conduct including a receiver appointed out of Court by a prior mortgagee (
- l)must apply for relief to the Court by whom he was appointed, and in the action in which the appointment was made and not by separate proceedings (k). The receiver should not be made a party to the application unless a case of personal misconduct is made against him (l). The receiver is entitled, as against a receiver appointed out of Court by a prior mortgagee, to retain rents received by him before the application is made (n)».(η έμφαση δική μου) Δεν παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω σχετίζονται με παραλήπτη που διορίζεται από το δικαστήριο ενώ εδώ ο διορισμός έγινε εκτός δικαστηρίου. Παρατηρώ εντούτοις ότι ουδείς περαιτέρω σχολιασμός γίνεται από το συγγραφέα για απαλλαγή παραλήπτη που διορίζεται εκτός δικαστηρίου, γεγονός που αφήνει να νοηθεί ότι εφαρμόζονται οι ίδιες αρχές ότι στο πιο πάνω απόσπασμα σχολιάζεται και η περίπτωση αμφισβήτησης τυχόν διορισμού και από άλλο παραλήπτη που διορίστηκε εκτός δικαστηρίου και τέλος, ότι ουδείς λόγος υπάρχει γιατί η πάρα πάνω διαδικασία να μην ισχύει και στην περίπτωση παραλήπτη που διορίζεται εκτός δικαστηρίου. Παρατηρώ λοιπόν ότι σύμφωνα με τον Buckley πιο πάνω, σε περίπτωση αμφισβήτησης του διορισμού του παραλήπτη ο τελευταίος δεν καθίσταται διάδικος, εκτός εάν ο ίδιος προέβη σε απρεπή ενέργεια (misconduct). Αναφέρεται περαιτέρω ότι η διαδικασία διεξάγεται στο πλαίσιο της αίτησης βάσει της οποίας το δικαστήριο διόρισε τον παραλήπτη, δηλαδή στη διαδικασία που ήγειρε ο ομολογιούχος εναντίον της εταιρείας και απαίτησε το διορισμό παραλήπτη. Απ' όλα τα πιο πάνω είναι ηλίου φαεινότερον ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η διαδικασία διεξάγεται με τη συμμετοχή παν ενδιαφερομένου προσώπου, δηλαδή του ομολογιούχου, της εταιρείας και τυχόν τρίτου που αμφισβητά το διορισμό. Σε κάθε όμως περίπτωση, πλην απρεπούς συμπεριφοράς (misconduct), ο παραλήπτης δεν καθίσταται διάδικος. Στην υπό κρίση περίπτωση διαπιστώνεται ολική αντιστροφή των πιο πάνω αρχών, εφόσον εδώ διάδικος στην αίτηση του εκκαθαριστή είναι μόνο ο παραλήπτης, και αυτό παρ' ότι σύμφωνα με τον εκκαθαριστή οι ενέργειες που αντιβαίνουν των διατάξεων του ομολόγου δεν καταλογίζονται στον παραλήπτη αλλά στην τράπεζα. Κρίνω πως η παράλειψη του εκκαθαριστή να καταστήσει διάδικο την τράπεζα, δηλαδή τον ομολογιούχο, είναι μοιραία για την τύχη της αίτησης. Γι' αυτό και μόνο το λόγο η αίτηση απορρίπτεται. Παρ' ότι τα πιο πάνω καθορίζουν το αποτέλεσμα της αίτησης κρίνω ότι επιβάλλεται να αποφασίσω το σύνολο των θέσεων του εκκαθαριστή, ώστε αν η πάρα πάνω θέση ήθελε κριθεί εσφαλμένη να υφίσταται άποψη και για την ουσία του πράγματος. Έχω ήδη αναφέρει ότι ο εκκαθαριστής διατείνεται πως ο διορισμός του παραλήπτη είναι αντικανονικός και/ή άκυρος. Καταλήγει σε αυτό εδραζώμενος στις διατάξεις των ομολόγων. Διακρίνει τούτα τα ομόλογα σε δυο κατηγορίες. Όπως έχει υποδειχθεί στην πρώτη κατηγορία τοποθετεί τα ομόλογα ημερομηνίας 13.06.1983, 13.10.1987 και 29.12.1987, ενώ στη δεύτερη τα ομόλογα ημερομηνίας 28.03.1985, 12.09.2003 και 13.11.2007. Το επιχείρημα, σε σχέση με την πρώτη κατηγορία ομολόγων, έγκειται στα αναφερόμενα στα άρθρα 3, 9, 10 και 19. Στο άρθρο 3 του ομολόγου, υποδεικνύει ο εκκαθαριστής, αναφέρεται ότι: «Η Εταιρεία διά του παρόντος αναλαμβάνει όπως άμα τη εγγράφω ζητήσει (εν τοις εφεξής καλουμένης «η ζήτησις») γενομένη υπό της Τραπέζης θα πληρώση και εξοφλήσει εντός των επομένων τριών ημερών και εις μίαν δόσιν απάσας τας υποχρεώσεις της Εταιρείας προς την Τράπεζαν παρούσας και/ή μελλούσας». Περαιτέρω στο άρθρο 9 του ομολόγου απαριθμούνται οι περιπτώσεις που το ομόλογο καθίσταται αμέσως απαιτητό και πληρωτέο. Στην παράγραφο 9(α) αναφέρεται ότι «τούτων θα καθίστανται αμέσως πληρωτέαι ευθύς ως συμβή οιονδήποτε των κατώθι: (α) Εάν η Τράπεζα ήθελεν ως εν τη παραγράφω 3 προνοείται ζητήσει εγγράφως πληρωμήν εν όλω ή εν μέρει οιαδήποτε των υποχρεώσεων τας οποίας το παρόν Ομόλογον εξασφαλίζει και ήθελεν αφήσει την τοιαύτην ειδοποίησιν της τοιαύτης ζητήσεως εις το εγγεγραμμένον γραφείον της Εταιρείας ή ήθελεν αποστείλει ταύτην εις την Εταιρείαν ταχρυδρομικώς και συστημένην και η Εταιρεία ήθελεν παραλείψει να συμμορφωθή προς τους όρους πληρωμής τους αναφερομένους εις την ρηθείσαν παραγραφον 3 ». Δηλαδή, υποστηρίζει ο εκκαθαριστής , απαίτηση για εφάπαξ πληρωμή του ποσού συναρτάται με το άρθρο 3 και δη την εκεί αναφερόμενη περίοδο χάριτος τριών ημερών. Τέλος, αποστολή τέτοιας ειδοποίησης διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 19 όπου αναφέρεται ότι «Οιαδήποτε ειδοποίησις σταλείσα ταχυδρομικώς εις τον τελευταίον γνωστόν τόπον εργασίας της Εταιρείας η της Τραπέζης ως η περίπτωσις δύναται να είναι, θα θεωρήται ότι δεόντως επεδόθη εις την Εταιρείαν ή την Τράπεζαν, αναλόγως της περιπτώσεως, άμα τη λήξει εικοσιτεσσάρων ωρών από της ταχυδρομήσεως και δια την απόδειξιν της τοιαύτης επιδόσεως θα είναι αρκετόν να αποδειχθή ότι ο φάκελλος όστις περιέχει την τοιαύτην ειδοποίησιν δεόντως εταχυδρομήθη εις το Ταχυδρομείον και εις πρέπουσαν διεύθυνσιν». Τα πιο πάνω, αναφέρει ο εκκαθαριστής, αποδεικνύουν ότι τυχόν ειδοποίηση που αποστέλλεται συμφώνως του άρθρου 19 τεκμαίρεται δεόντως ταχυρδρομηθείσα άμα την πάροδο 24 ωρών. Όπου όμως η ειδοποίηση αφορά άμεση αποπληρωμή, στο χρόνο των 24 ωρών προστίθεται και η περίοδος χάριτος των τριών ημερών που αναφέρεται στο άρθρο 3. Εν ολίγοις, σύνολο τεσσάρων ημερών. Στην υπό κρίση όμως περίπτωση, αναφέρει ο εκκαθαριστής, ο διορισμός του παραλήπτη έλαβε χώρα την 20.02.2014 (βλ. τεκμήριο 3 στην ένσταση, δηλαδή το έντυπο ΗΕ35). Εντούτοις η απαίτηση της τράπεζας δια άμεση εξόφληση του οφειλόμενου ποσού φέρει ημερομηνία 20.02.2014 (βλ. τεκμήρια 4 και 7 στην ένσταση, δηλαδή επιστολή τράπεζας προς εταιρεία και μετόχους αντίστοιχα, διά άμεση εξόφληση του οφειλομένου ποσού). Ως εκ τούτου, καταλήγει ο εκκαθαριστής, η τράπεζα δεν τήρησε τις πρόνοιες του ομολόγου και γι' αυτό ο διορισμός του παραλήπτη είναι άκυρος. Τέλος, είναι η θέση του εκκαθαριστή ότι η ειδοποίηση της τράπεζας προς την εταιρεία δεν απεστάλη στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και συνεπώς αντίκειται των σχετικών προνοιών όλων των ομολόγων και σχετικό είναι το άρθρο 19 της συμφωνίας των μερών. Αυτή η τελευταία θέση είναι ό,τι καλύπτει και τη δεύτερη κατηγορία ομολόγων, εφόσον για αυτή την κατηγορία ο εκκαθαριστής δέχεται ότι δεν εμπεριέχεται πρόνοια εξόφλησης του οφειλόμενου ποσού εντός τριών ημερών. Ως εκ τούτου το επιχείρημα του εκκαθαριστή σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία ομολόγων περιορίζεται αποκλειστικά στο ότι η επιστολή της τράπεζας δεν επιδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Είναι αντιληπτό ότι οι πιο πάνω θέσεις εγείρουν κοινό πραγματικό ζήτημα. Τούτο αφορά την επίδοση και συγκεκριμένα, κατά πόσο τα έγγραφα της τράπεζας επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Είμαι της γνώμης ότι το μαρτυρικό υλικό ενώπιον του δικαστηρίου καταρρίπτει τη σχετική θέση του εκκαθαριστή. Επί του προκειμένου ο παραλήπτης αναφέρει ότι έδωσε οδηγίες επίδοσης όλων των εγγράφων τόσο στην εταιρεία όσο και στον εκκαθαριστή (βλ. 6η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως παραλήπτη). Η σχετική θέση δεν αμφισβητήθηκε, και εμμέσως ενισχύεται από τον εκκαθαριστή. Αυτό γιατί στη 10η παράγραφο της 3ης ενόρκου δηλώσεως του εκκαθαριστή αναφέρεται ότι η τράπεζα κάλεσε την εταιρεία να εξοφλήσει άμεσα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο. Διαπιστώνεται εδώ ότι δεν εγείρεται θέμα ορθής επίδοσης, ενώ δέχεται ότι η εταιρεία έλαβε γνώση των σχετικών ειδοποιήσεων. Πέραν των πιο πάνω σχετικά είναι και τα τεκμήρια 4, 5 και 7 στην ένσταση. Είναι τούτα τα έγγραφα που ο παραλήπτης αναφέρει ότι επιδόθηκαν στην εταιρεία, τα οποία αναγράφουν τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου, δηλαδή Κυριάκου Μάτση 9, Στρόβολος. Εν όψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι τα έγγραφα που η τράπεζα απέστειλε στην εταιρεία επιδόθηκαν δεόντως, δηλαδή επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Η πάρα πάνω αναφορά δεν πρέπει να θεωρηθεί όμως ότι επιλύει και το άλλο σκέλος της θέσης που ήγειρε ο εκκαθαριστής, δηλαδή το κατά πόσο είναι έγκυρη η απαίτηση της τράπεζας για εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Επί του προκειμένου κρίνω ότι οι θέσεις του εκκαθαριστή ευσταθούν. Τα άρθρα που επικαλείται αναφορικά με την πρώτη κατηγορία ομολόγων είναι καθ' όλα σχετικά. Ιδιαίτερα το άρθρο 3, το οποίο προβλέπει ότι άμα την υποβολή τέτοιας απαίτησης η εταιρεία έχει χρονικό περιθώριο συμμόρφωσης τριών ημερών. Σε αυτό δε προστίθεται και ο χρόνος ταχυδρόμησης της επιστολής, ως αναφέρεται στο άρθρο 19 της συμφωνίας, δηλαδή 24 ώρες. Στην προκείμενη περίπτωση αναμφισβήτητο είναι ότι η τράπεζα διόρισε τον παραλήπτη την 20.02.2014. Το τεκμήριο Β στην 1η ένορκη δήλωση του εκκαθαριστή, δηλαδή το έντυπο ΗΕ35, διατυμπανίζει αυτό το γεγονός με κάθε επισημότητα. Εντούτοις όλες οι επιστολές της τράπεζας προς την εταιρεία φέρουν ημερομηνία 20.02.2014 και ο παραλήπτης δηλώνει ότι μόλις στις 21.02.2014 έδωσε οδηγίες να σταλούν στην εταιρεία και στον εκκαθαριστή (βλ. 6η παράγραφο ενόρκου δηλώσεως παραλήπτη). Δηλαδή ο παραλήπτης δέχεται ότι οι επιστολές απεστάλησαν από τον ίδιο και τούτο μετά το διορισμό του. Η πιο πάνω διαπίστωση αποκαλύπτει καταστρατήγηση των διατάξεων όλων των ομολόγων. Αναφέρω όλων εφόσον και τα ομόλογα της δεύτερης κατηγορίας, τα οποία δεν κάνουν μνεία δια εξόφληση εντός τριών ημερών, προϋποθέτουν ότι ειδοποίηση για άμεση εξόφληση λαμβάνει γραπτή μορφή, και ότι παραλαβή τούτης τεκμαίρεται άμα παρέλθουν 24 ώρες από την ταχυδρόμηση. Εφόσον στην προκείμενη περίπτωση ο διορισμός του παραλήπτη προηγείται της απαίτησης για εξόφληση, διαπιστώνεται καταστρατήγηση των συμφωνηθέντων σε σχέση με τέτοια απαίτηση. Μάλιστα η παράβαση δεν είναι επουσιώδης. Το σύνολο των ομολόγων ενώπιον του δικαστηρίου ρητά αναφέρει τις περιπτώσεις που διορίζεται παραλήπτης. Η δε απαρίθμηση είναι εξαντλητική, πράγμα λογικό βεβαίως εφόσον τέτοιο μέτρο είναι δραστικότατο δοθέντος ότι ο δανειστής αναλαμβάνει τα ηνία της εταιρείας παραγκωνίζοντας έτσι τους μετόχους και κύριο μέλημά του είναι η ρευστοποίηση της περιουσίας που βαρύνεται με την εξασφάλιση. Οι επιπτώσεις λοιπόν αναδεικνύουν το ουσιώδες τούτων των όρων. Όπου όμως διαπιστώνεται ότι όρος είναι ουσιώδης, επάλληλη είναι η υποχρέωση για πιστή τήρηση των διαδικασιών που προβλέπονται. Είναι γι' αυτούς τους λόγους που στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνω ουσιώδη παράβαση. Έχω όμως την εντύπωση ότι τα πιο πάνω δεν ακυρώνουν το διορισμό. Και εξηγώ. οι πάρα πάνω συλλογισμοί του εκκαθαριστή εκλαμβάνουν ως δεδομένο ότι ο διορισμός του παραλήπτη επιτεύχθηκε λόγω του ότι η εταιρεία δεν συμμορφώθηκε με απαίτηση δια εξόφληση των οφειλών της προς την τράπεζα. Διαφεύγει όμως της προσοχής του εκκαθαριστή ότι η μη εξόφληση τέτοιας απαίτησης είναι μια από τις περιπτώσεις βάσει της οποίας δικαιολογείται διορισμός παραλήπτη. Το άρθρο 9(ε) της πρώτης κατηγορίας ομολόγων και το άρθρο 8(ε) της δεύτερης κατηγορίας ομολόγων, προβλέπουν περαιτέρω ότι οι υποχρεώσεις της εταιρείας καθίστανται αμέσως πληρωτέες στην περίπτωση που η εταιρεία παύσει ή απειλήσει ότι θα παύσει να διεξάγει την εργασία της. Η σημασία του πιο πάνω όρου αναδεικνύεται από τις διατάξεις του άρθρου 264 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Αναφέρεται εκεί ότι: «Σε περίπτωση εκούσιας εκκαθάρισης, η εταιρεία από την έναρξη της εκκαθάρισης, παύει να διεξάγει τις εργασίες της, εκτός στην έκταση που απαιτείται για την επωφελή εκκαθάρισή της». Στην προκείμενη περίπτωση γεγονός είναι ότι η εταιρεία τελεί υπό εκούσια εκκαθάριση δυνάμει ψηφίσματος που έλαβε την 19.06.2013 (βλ. έντυπο ΗΕ41 στο τεκμήριο Α της 1ης ένορκης δήλωσης του εκκαθαριστή). Αυτό και μόνο φανερώνει ότι έκτοτε, δηλαδή από την 19.06.2013, η εταιρεία έπαυσε να εργάζεται. Αυτή η διαπίστωση παρέχει, δίχως άλλο, ατράνταχτο και αναμφισβήτητο δικαίωμα στον ομολογιούχο για διορισμό παραλήπτη. Κατ' επέκταση δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ο εκκαθαριστής θεωρεί ότι ο διορισμός του παραλήπτη είναι άκυρος, τη στιγμή που παύση των εργασιών της εταιρείας δικαιολογεί τέτοιο διορισμό. Πέραν τούτου η νομολογία αποκαλύπτει ότι ανάλογο δικαίωμα παρέχει και η εκκαθάριση. Σχετικό εν προκειμένω είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τον Buckley, πιο πάνω, στις σελίδες 230 έως 231. Αναφέρεται εκεί ότι: «If a company covenant, to pay £1000 ten years hence, with interest in the meantime at 5 per cent, per annum, and give security for that debt by a mortgage upon Blackacre, and then during the ten years go into liquidation - First, as regard the debt for principal: - The date for payment not having arrived, it is plain that the debt is not due, and the liquidation does not accelerate the due date. An action at law would not lie for the amount. It required the Companies Act, 1862, s. 158 (s. 316 of this Act), to give a present right to prove in respect of the future debt. Secondly, as regards the property included in th security: - The company has an equity of redemption in property which is encumbered with a debt of £1000, to be paid at a future time. That equity of redemption is an asset. Equally, or perhaps a fortiori, the date at which the creditor is entitled to take £1000 out of the property is not accelerated by the liquidation, unless by the terms of or by necessary implication from the security it is by the security itself so provided, and the liquidator is entitled in the in the winding up to sell Blackacre, subject to a mortgage debt payable at future time. In Wallace v. Universal Automatic Machine Co. (t), however (a case in which the defendants did not appear and there was therefore no argument to the contrary), the Court of Appeal, approving Hodson v. Tea Co. (u), held that as against the property the due date is accelerated where the security is a debenture giving a floating charge upon all the undertaking and property, and this on the ground that the undertaking has come to an end by the winding up, a circumstance which "entitles the denture-holders to realize their security at once". These cases were followed by Warrington, J., in Re Crompton & Co. (a), and applied to a case of voluntary winding up fro the purpose of reconstruction where the trust deed and debentures provided that one of the events upon which the principal of the debentures should become payable should be winding up "otherwise than for the purpose of reconstruction". It is conceived that these cases do not establish any such general proposition as that the winding up of a mortgagor company accelerates as against all mortgaged property the due date of the mortgage debts, but merely that, in the absence of a clearly expressed intention to the contrary and provision for that is to happen in the case of a winding up (i), the presumption, in the case of an instrument creating a floating charge for security a debt payable at a future time, is that, in the event of liquidation, the creditor is intended to be entitled to present and not future payment of his principal. It is a totally different thing to say that upon the liquidation of the company a floating security ceases to float, which was the decision in Re Panama, New Zeland and Australian Royal Mail Co. (c), and to say that upon liquidation the holder can, against the property, claim a different debt. In Re Panama, etc., Mail Co, (
- c)the principal debt had become payable before the decision in the Court of Appeal, so that the case of future debt did not arise». (η έμφαση δική μου). Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι στην περίπτωση που η εταιρεία τίθεται υπό εκκαθάριση, ο κάτοχος ομολόγου με κυμαινόμενη επιβάρυνση δυνατό να επωφεληθεί τούτης, νοουμένου ότι το ομόλογο προβλέπει ή αφήνει να νοηθεί ότι η επιβάρυνση δεν θεωρείται αποκρυσταλλωθείσα. Η δυνατότητα τέτοιας ευχέρειας εξαρτάται αποκλειστικά από το περιεχόμενο της συμφωνίας των μερών, δηλαδή του ομολόγου. Στη δοσμένη περίπτωση το σύνολο των ομολόγων ενώπιον του δικαστηρίου δεν αφαιρεί τούτη τη δυνατότητα από τον ομολογιούχο. Τουναντίον θα έλεγα. Παρ' ότι το λεκτικό των επίδικων ομολόγων δεν διακρίνεται για τη σαφήνειά του, μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι αυτό είναι το ζήτημα που πραγματεύονται τα άρθρα 9(γ), για την πρώτη κατηγορία ομολόγων και 8(γ) για τη δεύτερη κατηγορία ομολόγων. Ό,τι αναφέρεται εκεί είναι πως. «Παρ' οιανδήποτε περί του εναντίου πρόνοιαν περιεχομένην εν τω παρόντι, άπαντα τα ποσά και υποχρεώσεις οι οποίαι εξασφαλίζονται ή δια τας οποίας υπάρχει πρόθεσις όπως εξασφαλισθώσιν διά του παρόντος μεθ' όλων των οφειλομένων τόκων επ' αυτών ή οιονδήποτε εκάστοτε οφειλομένον και μη πληρωθέν υπόλοιπον τούτων θα καθίστανται αμέσως πληρωτέαι ευθύς ως συμβή οιονδήποτε των κατώθι: ......................... (γ) Εάν εκδοθεί Δικαστικόν Διάταγμα ή ληφθή έγκυρος δικαστική απόφασις ή άλλως ληφθή έγκυρος δικαστική απόφασις περί διαλύσεως της Εταιρείας ή οιουδήποτε μέρους τούτου». Και «Παρ' οιανδήποτε περί του εναντίον πρόνοιαν περιεχομένην εν τω παρόντι, απαντά τα ποσά και υποχρεώσεις οι οποίαι εξασφαλίζονται ή δια τας οποίας υπάρχει πρόθεσις όπως εξασφαλισθώσι διά του του παρόντος μεθ' ολων των οφειλομένων τόκων επ αυτών ή οιονδήποτε εκάστοτε οφειλόμενον και μη πληρωθέν υπόλοιπον τούτων θα καθίσταται αμέσως πληρωτέοι ευθύς ως συμβή οιονδήοτε των κατώθι: ............................. (γ) Εάν εκδοθεί Δικαστικόν Διάταγμα ή ληφθή έγκυρος δικαστική απόφασις ή άλλως ληφθή έγκυρος απόφασις περί διαλύσεως της Εταιρείας ή εάν ήθελε διορισθή παραλήπτης του ρηθέντος ενεργητικού της Εταιρείας ή οποιουδήποτε μέρους τούτου». Είμαι της γνώμης ότι η πιο πάνω αναφορά σε διάλυση δεν εννοεί dissolution, αλλά εκκαθάριση (liquidation). Προφανώς η χρησιμοποίηση του όρου διάλυση συνιστά κακή μετάφραση, εφόσον ως γνωστό η διάλυση εταιρείας είναι το στάδιο που έπεται της πλήρους εκκαθάρισης (βλ. άρθρο 260, Κεφ. 113) ότε και δεν απομένει άλλη ενέργεια. Αντιφατικό και αντικρουόμενο θα καθίστατο το σύνολο των αναφερομένων στα ομόλογα ενώπιον του δικαστηρίου αν η λέξη διάλυση ήθελε ληφθεί κυριολεκτικά και όχι ως παράφραση της έννοιας εκκαθάριση. Ενισχύεται τούτο εφόσον τα επόμενα άρθρα που ακολουθούν αναφέρουν ότι ο παραλήπτης λαμβάνει την περιουσία της εταιρείας και επιπλέον, μεριμνά για το τι μέλλι γενέσθαι, κάτι που θα ήταν πρακτικά αδύνατο αν η εταιρεία είχε εκκαθαριστεί πλήρως και εν τέλει διαλυθεί. Συνεπώς η αναφορά σε διάλυση αναπόφευκτα εννοεί εκκαθάριση. Με αυτό το δεδομένο ενισχύεται η θέση που προαναφέρθηκε, δηλαδή ότι τα ομόλογα μεταξύ εταιρείας και τράπεζας όχι μόνο δεν αποκλείουν την ευχέρεια που ο Buckley, πιο πάνω, μνημονεύει σε σχέση με εκκαθάριση (winding
- up)της εταιρείας, τουναντίον την εδραιώνουν καθιστώντας τέτοια περίπτωση αιτία διορισμού παραλήπτη. Συνεπώς και λόγω της εκούσιας εκκαθάρισης της εταιρείας, ως λόγο ανεξάρτητο της παύσης εργασιών της εταιρείας, ο διορισμός παραλήπτη από μέρους του ομολογιούχου ήταν καθ' όλα επιτρεπτός και δικαιολογημένος. Κάθε ένας από τους πάρα πάνω λόγους αλλά και όλοι μαζί ως σύνολο, επεξηγούν γιατί προανέφερα ότι τίποτα το μεμπτό διαπιστώνεται εν σχέσει με το διορισμό του παραλήπτη και πως η μη αποστολή στην εταιρεία απαίτησης δια άμεση εξόφληση του οφειλομένου ποσού δεν επηρεάζει τον εν λόγω διορισμό. Τέλος, δεν χωρεί αμφιβολία ότι στο πλαίσιο εκκαθάρισης εταιρείας ο διορισμός του εκκαθαριστή σκοπεί σε παραλαβή της περιουσίας ώστε να προστατευθεί από τυχόν διασπάθιση, με απώτερο σκοπό να διανεμηθεί, κατ' ισονομία και ακιβοδίκαια (pari passu) μεταξύ των πιστωτών. Έχοντας αναφέρει τούτο δεν σημαίνει ότι συμφωνώ με τη θέση του εκκαθαριστή εδώ ότι ο διορισμός του παραλήπτη στοχεύει σε καταστρατήγηση των πιο πάνω αρχών. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί μια κυμαινόμενη επιβάρυνση δυνατό να αποκρυσταλλωθεί άμα την εκκαθάριση εταιρείας. Συνακόλουθα ο ομολογιούχος δικαιούται να εφαρμόσει τα συμφωνηθέντα και εφόσον προβλέπεται να διορίσει παραλήπτη. Αυτή είναι η σοφία του νόμου και γι' αυτό το άρθρο 304, του Κεφ. 113, μεριμνά ακόμα και για την περίπτωση που επιβάρυνση καταρτίστηκε 12 μήνες πριν την εκκαθάριση και διερευνάται η γνησιότητά της. Καταλήγω λοιπόν ότι εφαρμογή των συμφωνηθέντων και της νομοθεσίας δεν θεωρείται καταστρατήγηση της εκκαθάρισης. Εν κατακλείδι, το γεγονός κι μόνο ότι η τράπεζα είναι εξασφαλισμένος πιστωτής, λόγω υποθηκών που βαρύνουν ακίνητα της εταιρείας, ουδόλως αποδεικνύει αλλότρια κίνητρα και ιδιαίτερα εκδικητικότητα και καταπίεση. Άλλωστε συνήθες είναι η επιβάρυνση ενός ομολόγου να συναρτάται με ακίνητη περιουσία. Αυτό ποσώς διαφοροποιεί το χαρακτήρα του εγγράφου. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και έτσι απορρίπτεται. Τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο