← Κύπρος

Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. KOUMIDES PRODUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3914/15, 3/9/2015

Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου ν. KOUMIDES PRODUCTIONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3914/15, 3/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A318 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3914/15 Μεταξύ:- Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - Αιτητών Και

  1. KOUMIDES PRODUCTIONS LTD, εκ Λευκωσίας
  2. ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΉ ΕΤΑΙΡΕΊΑ «Ο ΛΟΓΟΣ» ο οποίος εκπέμπει τηλεοπτικά με το διακριτικό «ΜΕΓΑ» εκ Λευκωσίας Εναγομένων - Καθ ων η αίτηση Αίτηση για Αναστολή της διαδικασίας ημερ.7.8.15 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 3.9.15 Αίτηση ημερομηνίας ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές : κ.κ. Π. Πολυβίου με κ. Μίτλεττον Για Καθ' ων η αίτηση 1 : κ.κ Μ Ορφανίδης με κ. Χριστοφίδη και Α. Αιμιλιανίδη Για Καθ' ων η αίτηση 2 : κ.κ. Α. Αιμιλιανίδης, Κατσαρός, Ορφανίδης και Χριστοφίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι αιτητές την 30.7.15 κατόπιν μονομερούς αιτήσεως πέτυχαν εναντίον των εναγομένων - καθ ων η αίτηση 1 και 2 την έκδοση διαφόρων απαγορευτικών διαταγμάτων σχετιζομένων με την προβολή, αναπαραγωγή και αναμετάδοση τηλεοπτικής εκπομπής με την ονομασία «ΠΑΤΑΤΕ ΤΟΥΣ», στην οποία να εμφανίζονται χαρακτήρες που δημιουργήθηκαν στα πλαίσια της τηλεοπτικής εκπομπής «ΠΑΤΑΤΕΣ ΑΝΤΙΝΑΧΤΕΣ» τα πνευματικά δικαιώματα των οποίων ανήκουν στους ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένων των χαρακτήρων «ΦΟΥΤΟΥΛΗΣ», «ΜΗΧΑΝΙΚΟΙ», «ΠΟΥΠΟΥΞΙΟΣ», και «ΤΑΣΙΗΝΟΠΙΤΤΑΣ». Ομοίως, μεταξύ άλλων, απαγορευτικό διάταγμα για την προβολή διαφημιστικών φιλμακίων (trailers-teasers) και διάταγμα διαγραφής από οποιονδήποτε ιστότοπο, ιστοσελίδα, ηλεκτρονικό μέσο και λογαριασμό κοινωνικής δικτύωσης που ευρίσκεται υπό τον έλεγχο των καθ ων η αίτηση τα διαφημιστικά φιλμάκια. Οι καθ' ων η αίτηση έφεραν ένσταση καταχωρώντας την γραπτώς προβάλλοντας σειρά λόγων για τους οποίους το εκδοθέν διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Η ΑΙΤΗΣΗ Ακολούθησε στην συνέχεια εκ μέρους των αιτητών νέα αίτηση, η κρινόμενη, για διάταγμα (α) αναστολής της διαδικασίας σε σχέση με τα εκδοθέντα διατάγματα μέχρι οι καθ' ων η αίτηση, παύσουν και/ή άρουν την κατάχρηση της διαδικασίας και/ή μέχρι να επανορθώσουν την καταφρόνηση και περιφρόνηση του δικαστηρίου και (β) αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας καθότι οι καθ' ων η αίτηση εκκρεμούσης της δικαστικής διαδικασίας δημοσίευσαν έγγραφα και φιλμάκια και/ή σκηνές με σκοπό να επηρεάσουν την δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και/ή να υποβιβάσουν το γόητρο του άλλου διαδίκου και/ή του Δικαστηρίου περιφρονώντας και λοιδορώντας την δικαστική διαδικασία και τους παράγοντες αυτής, προβαίνοντας σε έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας. Νομικό βάθρο της αίτησης αποτελεί το Αρ.44 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου καθώς και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Constantinides v. Ekdotiki Eteria to Vima Ltd κ.ά

(1983)1 C.L.R 348 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου κ.ά
(2009)2 Α.Α.Δ
  1. Πραγματικό υπόβαθρο αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της μας Α. Μουταφίδου, λειτουργού προγραμμάτων τηλεόρασης στους αιτητές και παραγωγός και σκηνοθέτης της τηλεοπτικής εκπομπής «ΠΑΤΑΤΕΣ ΑΝΤΙΝΑΧΤΕΣ» καθώς και του δικηγόρου Ν. Κουρσάρη. Και οι δυο καθ' ων η αίτηση έφεραν ένταση για μια σειρά λόγων που καταγράφονται στο σώμα της ένστασης, υποστηριζόμενοι για μεν τους καθ ων η αίτηση 1 από τον κ. Ν. Κουμίδη μοναδικό μέτοχο και διευθυντή τους, για δε τους καθ ων η αίτηση 2 από τον κ. Κ. Ζερβό εκτελεστικό πρόεδρο. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Για καλύτερη παρακολούθηση κρίνεται πως θα πρέπει να μεταφερθούν αυτούσια εκείνα τα γεγονότα τα οποία κατά την θέση των αιτητών συνιστούν την καταχρηστική και περιφρονητική συμπεριφορά των καθ' ων η αίτηση. Σημειώνεται πως δεν αμφισβητούνται από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση και ευκόλως συνάγεται πως αποτελούν παραδεκτά γεγονότα, επί των οποίων βεβαίως, διαφορετική προσέγγιση υπάρχει εκ μέρους των συνηγόρων των διαδίκων. Σύμφωνα λοιπόν με την κα Μουταφίδου (παρα.6 ενόρκου δηλώσεως) την 30.7.15 - ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος - ο διευθυντής των καθ' ων η αίτηση 1 και περί ώρα 22.08 ανάρτησε στον προσωπικό λογαριασμό του στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης (facebook) το ακόλουθο κείμενο: « Ρε βλαμμένα μα νομίζετε εν τα ονόματα που κάμνουν τες καλές δουλειές; Είσαστε για κλάματα, και ανίδεοι, στείλετε όσα διατάγματα θέλετε! Αύριο το πρωί θα αλλάξω το όνομα της εκπομπής και πάλι θα βγάζω trailers και πάλι η ουσία παραμένει, ότι θα υπάρχει σατιρική εκπομπή σε άλλο κανάλι είτε την λαλούν Πατάτε τους είτε χέστε τους είτε τομάτες είτε αγγουράκια και μπλα μπλα μπλα. Αύριο να σας κάμω δώρο τζιαι ένα βιτεούι του Χίτλερ ιδιαίτερα αφιερωμένο σε αυτούς που ξαφνικά αγάπησαν το ΡΙΚ. Τσιαο.» Στη συνέχεια, την 31.7.15 οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δημοσίευσαν και πρόβαλαν μέσω του τηλεοπτικού σταθμού των καθ' ων η αίτηση 2 και άλλων μέσων φιλμάκι με την ονομασία « Η ΣΑΤΙΡΙΚΗ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑ», όπου παρουσιάζεται δελτίο ειδήσεων τουρκικής τηλεόρασης με το λογότυπο της κρατικής τηλεόρασης της Τουρκίας και αναφέρει: «Καλησπέρα σας κυρίες και κύριοι. Πολλή φασαρία στην Κύπρο για τις πατάτες. Που βλαστούν τελικά; Στο κοτσιηνόχωμα; Στη θάλασσα; στην Αγία Νάπα; Στο Ακάτζιν; Μεγάλη η σύγχυση με αποτέλεσμα η Κυπριακή ψευδοκυβέρνηση να ζητήσει βοήθεια εμπειρογνωμόνων, οι οποίοι, σύμφωνα με πληροφορίες μας, θα εξετάσουν και τη διαφορά της Κυπριακής πατάτας από την πατημασιά. Δηλαδή αν η πατημασιά τρώγεται, ή αν η πατάτα περπατά . Μακάρι να τις φάει ούλλες ο περονόσπορος» Το δεύτερο φιλμάκι που φέρει την ονομασία «Η ΣΑΤΙΡΙΚΗ ΕΚΠΟΜΠΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑ» συνιστά αντιγραφή από σκηνή της ταινίας Downfall στην οποία απεικονίζεται ο Αδόλφος Χίτλερ περιτριγυρισμένος από τους στρατηγούς του κατά τις τελευταίες ώρες του τρίτου Ράιχ. Οι χαρακτήρες μιλούν στην Γερμανική γλώσσα και οι υπότιτλοι παρουσιάζουν τον ακόλουθο διάλογο: «Χίτλερ : Για την σατιρική εκπομπή του MEGA εν μου είπετε τίποτε τζιαί αγχώνουμαι Στρατηγός : Ιδυματάρχη... το MEGA συνεχίζει κανονικά, κάμνουν αβέρτα τρέιλερς Χίτλερ : Όσοι πιστεύκουν ότι τα εκάμαμεν θάλασσα ... να φκούν τωρά έξω». Είναι η θέση της ότι τα πιο πάνω συνιστούν περιφρόνηση του δικαστηρίου και των αντιδίκων τους και έκδηλη κατάχρηση της διαδικασίας και αποσκοπούν στο ρεζίλεμα και την γελοιοποίηση των δικαστικών μέτρων. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Κουρσάρη δικηγόρου εκ μέρους των αιτητών, αναφέρεται ότι στις 11.8.15 ο μοναδικός μέτοχος των καθ ων η αίτηση 1 ανάρτησε στην ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης αυτούσια την αίτηση ημερ.7.8.15 που επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση μαζί με την ένορκη του δήλωση που την συνοδεύει και τα συνημμένα τεκμήρια. Προστίθεται πως πέραν των όσων καταγράφονται στις υποστηρίζουσες την αίτηση ένορκες δηλώσεις, επισυνάπτεται ως τεκμήριο αυτούσιο το υλικό που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση μαζί με σχετικό φιλμάκι (C.D). Οι καθ' ων η αίτηση 1 επί της ουσίας είναι η θέση τους ότι οι δημοσιεύσεις που έγιναν δεν είχαν ως σκοπό ή αποτέλεσμα να ρεζιλέψουν ή και να γελοιοποιήσουν το δικαστικό σύστημα, ή και τα δικαστικά μέτρα που έλαβαν οι αιτητές. Μετά την έκδοση του διατάγματος τροποποίησαν τα διαφημιστικά τους σπότ χωρίς να παραβιάζουν το διάταγμα του δικαστηρίου συμμορφούμενοι πλήρως με αυτό. Σέβονται τις αποφάσεις του δικαστηρίου και ουδέποτε αμφισβήτησαν ή αμφισβητούν την τιμιότητα, αμεροληψία ή ακεραιότητα του δικαστηρίου. Το δικαίωμα να προβαίνουν σε σάτιρα πράξεων και ενεργειών, ουδόλως σχετίζεται με το σεβασμό των δικαστικών αποφάσεων ή του δικαστικού συστήματος και θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους καθ' ων η αίτηση για την άμεση εκδίκαση της υπόθεσης τους και να μην επιτραπεί στους αιτητές να καθυστερήσουν την διαδικασία. Είναι η θέση του ότι η ανάρτηση στο facebook δεν συνιστά καταφρόνηση του δικαστηρίου, αλλά εκείνο που δηλώνεται είναι ότι στις προσεχείς σατιρικές εκπομπές που θα προβάλλουν τα κανάλια Ρ.Ι.Κ και ΜΕΓΑ, τελικός κριτής θα είναι το κοινό ανεξαρτήτως τίτλου. Οι πιο πάνω αναρτήσεις στο facebook έχουν αποσυρθεί από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Εν σχέση με το φιλμάκι με τον Χίτλερ τυγχάνει εκτεταμένης προβολής από σατιρικές εκπομπές και υπάρχει και τρίτο διαφημιστικό σπότ, για το οποίο η ομνύουσα εκ μέρους των αιτητών σκόπιμα δεν αναφέρεται, που είναι σατιρική εκπομπή και αναπαριστά πολιτικούς και τον Αρχιεπίσκοπο. Το περιεχόμενο των πιο πάνω προβολών και αναρτήσεων δεν στοχεύει στην γελοιοποίηση του δικαστηρίου το οποίο και σέβονται, αντίθετα είναι οι αιτητές που καταχρώνται την διαδικασία και έχουν διαστρέψει μια καθαρή περίπτωση σάτιρας σε δήθεν προσπάθεια διαπόμπευσης και γελοιοποίησης του δικαστηρίου για να αποφύγουν την ταχεία εκδίκαση της υπόθεσης. Χάριν συντομίας και αποφυγής επαναλήψεων ανάλογη είναι και η θέση των καθ' ων η αίτηση
  2. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο κ. Πολυβίου για τους αιτητές εξ αρχής ξεκαθάρισε ότι η αίτηση δεν αφορά καταφρόνηση του δικαστηρίου. Πρέπει, ως ήταν η θέση του, να υπάρχει σεβασμός στα δικαστήρια και στην διαδικασία και δεν πρέπει να επηρεάζονται οι διάδικοι και οι δικηγόροι τους και τούτο στα πλαίσια του Κράτους δικαίου. Η δίκη πρέπει να διεξάγεται με σεβασμό και χωρίς σατιρισμό της διαδικασίας που θα εξελιχθεί και αυτό στα πλαίσια της δίκαιης δίκης. Δεν πρέπει να προπηλακίζονται όχι μόνο τα δικαστήρια αλλά και οι παράγοντες της δίκης, δικηγόροι και διάδικοι. Αναφέρθηκε στις υποθέσεις Constantinides και Ευσταθίου ανωτέρω, και ήταν η θέση του ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν έβρισαν μεν το δικαστήριο, αλλά επέδειξαν έλλειψη σεβασμού προς τους παράγοντες της δίκης. Από της έκδοσης του διατάγματος οι καθ' ων η αίτηση άρχισαν να εμπαίζουν, να λοιδορούν και να γελοιοποιούν τους αιτητές και τους δικηγόρους τους. Η αναφορά «ρε βλαμμένα» απευθύνεται στους αιτητές και ίσως τους δικηγόρους τους, όπως και το «χέστε τους» που αφορά και πάλι τους δικηγόρους και τους αιτητές. Στο φιλμάκι με τον Χίτλερ «Ιδρυματάρχη» που είναι ο υπεύθυνος του Ρ.Ι.Κ, γίνεται προσπάθεια διαπόμπευσης και εμπαιγμού των αιτητών και των δικηγόρων τους κατά την διάρκεια της διαδικασίας. Έχουν την τάση να εκφοβίσουν μέσω της γελοιοποίησης και μπορεί να έχει αποτρεπτικές συνέπειες στον διάδικο. Δεν εκφράζουν νομικές απόψεις αλλά εμπαίζουν δικηγόρους και Ρ.Ι.Κ. Η επίδικη αίτηση δεν έγινε για επιβολή κυρώσεων αλλά για αναστολή της διαδικασίας. Είναι η θέση του κ. Χριστοφίδη για τους καθ' ων η αίτηση 1 στην γραπτή του αγόρευση ότι ελλείπουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στην Constantinides ανωτέρω που θα επέτρεπαν την εξέταση αστικής περιφρόνησης, αφού δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να υποστηρίζει ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 έχουν παραβιάσει το διάταγμα του δικαστηρίου. Τα επίδικα φιλμάκια και δημοσιεύσεις δεν αμφισβητούν την αμεροληψία του δικαστηρίου ούτε και την εντιμότητά του, δηλώνουν δε, οι καθ' ων η αίτηση, δια της ενόρκου δηλώσεως τους τον σεβασμό τους στο δικαστικό σύστημα. Τα φιλμάκια συνιστούν σάτιρα συνυφασμένα με τον χαρακτήρα της εκπομπής τους και της επικαιρότητας. Υπέδειξε τέλος ότι οι καθ' ων η αίτηση έχουν αποσύρει όλα όσα οι αιτητές θεωρούν ότι συνιστούν περιφρονητική συμπεριφορά εκ μέρους τους. Ο κ. Ορφανίδης υπέδειξε ότι το Αρ.44 του Ν.14/60 δεν δίνει δικαίωμα στους αιτητές να αποταθούν στο δικαστήριο και να επιζητούν αναστολή της διαδικασίας, δηλώνοντας ότι ο σεβασμός προς το δικαστήριο, τους δικηγόρους και τους διαδίκους είναι δεδομένος. Ο κ. Αιμιλιανίδης για τους καθ' ων η αίτηση 2 ανέφερε ότι ενώ οι αιτητές επικαλούνται το δικαίωμα τους δυνάμει του Κράτους δικαίου, με την αίτηση τους θέλουν να το καταλύσουν δια της επιδιωκόμενης αναστολής της διαδικασίας. Τόσο οι ενόρκως δηλούντες όσο και οι δικηγόροι τους δήλωσαν και δηλώνουν σεβασμό προς το δικαστήριο και δεν τίθεται ζήτημα περιφρόνησης του δικαστηρίου. Στα διάφορα τεκμήρια που επισύναψαν οι αιτητές δεν αμφισβητείται η ακεραιότητα και αμεροληψία του δικαστηρίου ή των δικηγόρων. Αν υπάρχει κριτική στα τεκμήρια, αυτή αφορά την σκοπιμότητα της πολιτικής να ασκηθεί η αγωγή εκ μέρους των αιτητών, ούτε και μπορεί να αποδεχθεί ότι το Ρ.Ι.Κ φοβήθηκε - τρομοκρατήθηκε - από ένα ιδιώτη είτε γιατί έγιναν δηλώσεις από τους καθ' ων η αίτηση 1, ή από κάποιο τρέιλερ των καθ' ων η αίτηση
  3. Η σάτιρα δεν παρεμποδίζει την δικαστική διαδικασία ούτε και αφορά το δικαστήριο. Με την άδεια του δικαστηρίου ο κ. Πολυβίου δευτερολόγησε σημειώνοντας ότι συμφωνεί ότι η σάτιρα επιτρέπεται, με την διαφορά ότι εδώ εκκρεμεί δικαστική διαδικασία και τα σχόλια έγιναν μεσούσης της δικαστικής διαδικασίας. Επηρεάζονται τα δικαιώματα των διαδίκων οι οποίοι δικαιούνται να ζητήσουν προστασία ως παράγοντες της δίκης. Η φράση «ρε βλαμμένα» και οι υπαινιγμοί του Χίτλερ νομικά μπορεί μεν να μην ενοχλούν, αλλά εκκρεμούσης δικαστικής διαδικασίας συνιστούν χλευασμό της άσκησης των δικαιωμάτων των εναγόντων να αποταθούν στο δικαστήριο, παρά την φραστική έκφραση ότι σέβονται το δικαστήριο. Και τούτο γιατί οι διάδικοι και οι δικηγόροι αποτελούν μέρος της απονομής της δικαιοσύνης και δεν πρέπει να λοιδορούνται και να εμπαίζονται εκκρεμούσης της δικαστικής διαδικασίας. Η κρινόμενη αίτηση δεν είναι υπόθεση δυσφήμισης και σάτιρας αλλά αφορά την ακεραιότητα της διαδικασίας που είναι σε εξέλιξη. Δεν απαιτούν κατάργηση της δίκης ως η θέση των δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση, αλλά αποκατάσταση της. Δεν υπήρξε απολογία εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση και ότι δεν θα τα επαναλάβουν ξανά. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Το δικαστήριο έχει ακούσει με ιδιαίτερη προσοχή όσα εμπεριστατωμένα ανέφεραν οι δικηγόροι όλων των πλευρών στις αγορεύσεις τους. Προστίθεται πως όλες οι πλευρές αναφέρθηκαν εκτεταμένα στις πιο πάνω αποφάσεις και αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνει στην συνέχεια. Περαιτέρω το δικαστήριο έχει μελετήσει όλα όσα έχουν επισυναφθεί ως τεκμήρια από όλες τις πλευρές. Το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο σύμφωνα με το Αρ.43
(1)του Περί Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου Νόμου Κεφ.300 Α η ομνύουσα εκ μέρους των αιτητών θα έπρεπε να έχει γραπτή εξουσιοδότηση από το ίδρυμα, ως ήταν η θέση του κ. Χριστοφίδη. Το σχετικό άρθρο έχει ως ακολούθως: «43.
(1)Σε οποιαδήποτε αγωγή το ίδρυμα αν το επιθυμεί δύναται να εκπροσωπείται στο δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας από τον Γενικό Διευθυντή ή από οποιονδήποτε υπάλληλο του Ιδρύματος που ικανοποιεί το δικαστήριο ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος γραπτώς από το ίδρυμα για το σκοπό αυτό.
(2)Για τους σκοπούς του μέρους αυτού «αγωγή» σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή κατά τέτοιο άλλο τρόπο ως ήθελε καθοριστεί από διαδικαστικούς κανονισμούς αλλά δεν περιλαμβάνει ποινική διαδικασία». Στην βάση του πιο πάνω άρθρου ήταν η θέση του κ. Χριστοφίδη ότι οι ομνύοντες εκ μέρους των αιτητών δεν είχαν τέτοια γραπτή εξουσιοδότηση και συνεπώς η αίτηση, εξ αυτού του λόγου, θα πρέπει να απορριφθεί. Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι το πιο πάνω άρθρο δεν τυγχάνει εφαρμογής στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως. Οι ενάγοντες δεόντως εξουσιοδότησαν τον δικηγόρο τους να εγείρει την αγωγή και τόσο η κα. Μουταφίδου, όσο και ο ρηθείς δικηγόρος έδωσαν μαρτυρία στο δικαστήριο υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως. Σχετική είναι η Δ.39, Θ
(1)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Κατά συνέπεια η εισήγηση απορρίπτεται. Από όσα ο κ. Πολυβίου ανέφερε στο δικαστήριο κατά την αγόρευση του, η παρούσα αίτηση δεν αφορά ούτε και πρόκειται περί του αστικού αδικήματος της καταφρόνησης του δικαστηρίου, ούτε και βεβαίως περί υποθέσεως δυσφήμισης. Το νομικό βάθρο της αίτησης ουσιαστικά στηρίζεται στο Αρ.44 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, που συνιστά την νομική βάση της αστικής καταφρόνησης του δικαστηρίου, που ως λέχθηκε δεν είναι αυτή η κρινόμενη αίτηση, αφού αυτή αφορά την κατάχρηση της διαδικασίας. Στηρίζεται όμως η αίτηση και στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου καθώς και στις ρηθείσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η νομολογία (Αυξεντίου ν. Σάββα
(2003)1 Α.Α.Δ. 1963) πάγια και σταθερά επεξηγεί ότι: «. σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για την λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου του δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από το νόμο και τους θεσμούς» (δες επίσης Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ ν. Ουστά (αρ.1)
(1994)1 Α.Α.Δ.109, Constantinides ανωτέρω, Χριστοφή ν. Island Beach Development Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ 1125 και Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37). Στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών v. Jennaro Perella
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 υπεδείχθησαν τα ακόλουθα: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του δικαστηρίου εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και το μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου» Στην Καναδική υπόθεση Canadian Union of Public Employees v. City of Toronto and Douglas C. Stanley v. Attorney General of Ontario [2003] 3 R.C.S 77, (Judicial Review, Έφεση από απόφαση του Εφετείου), αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
(3)Abuse of Process 35. Judges have an inherent and residual discretion to prevent an abuse of the court's process. This concept of abuse of process was described at common law as proceedings "unfair to the point that they are contrary to the interest of justice" (R. v. Power, 1994 CanLII 126 (SCC), [1994] 1 S.C.R. 601, at p. 616), and as "oppressive treatment" (R. v. Conway, 1989 CanLII 66 (SCC), [1989] 1 S.C.R. 1659, at p. 1667). McLachlin J. (as she then was) expressed it this way in R. v. Scott, 1990 CanLII 27 (SCC), [1990] 3 S.C.R. 979, at p. 1007: . . . abuse of process may be established where:
(1)the proceedings are oppressive or vexatious; and,
(2)violate the fundamental principles of justice underlying the community's sense of fair play and decency. The concepts of oppressiveness and vexatiousness underline the interest of the accused in a fair trial. But the doctrine evokes as well the public interest in a fair and just trial process and the proper administration of justice. 37. In the context that interests us here, the doctrine of abuse of process engages "the inherent power of the court to prevent the misuse of its procedure, in a way that would . . . bring the administration of justice into disrepute" (Canam Enterprises Inc. v. Coles
(2000), 2000 CanLII 8514 (ON CA),51 O.R.
(3d)481 (C.A.), at para. 55, per Goudge J.A., dissenting (approved [2002] 3 S.C.R. 307, 2002 SCC 63 (CanLII))). Goudge J.A. expanded on that concept in the following terms at paras. 55-56: The doctrine of abuse of process engages the inherent power of the court to prevent the misuse of its procedure, in a way that would be manifestly unfair to a party to the litigation before it or would in some other way bring the administration of justice into disrepute». Περαιτέρω, ως επεξηγείται στους Halsbury's ανωτέρω: «The stay of proceedings is a serious, grave and fundamental interruption in the right that a party has to conduct his litigation towards the trial on the basis of the substantive merits of his case, and therefore the court's general practice is that a stay of proceedings should not be imposed unless the proceedings beyond all reasonable doubt ought not to be allowed to continue». Είναι ακριβώς για αυτό τον λόγο που η εξουσία του δικαστηρίου θα πρέπει να ασκείται εκεί όπου η κατάχρηση είναι ξεκάθαρη και πρόδηλη και θα πρέπει να ασκείται με περίσκεψη και με φειδώ. Κατά συνέπεια και εκ των όσων έχουν παρατεθεί, το δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να εξετάσει την αίτηση των εναγόντων - αιτητών ανεξαρτήτως της νομικής βάσεως που την στηρίζει. Ένα θέμα που εγείρεται είναι αν η κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών αφορά μόνο το δικαστήριο, ή αν εκτείνεται σε διαδίκους και δικηγόρους. Στην υπόθεση Re Lonrho plc and others
(1989)2 All.E.R, 1100, 1116, υπεδείχθη ότι: «The influence may affect the conduct of witness, or parties or the court. Before proceedings have come to trial and before the facts have been found, it is easy to see how critical public discussion of the issues and criticism of the conduct of the parties, particularly if a party is held up to public obloquy, may impede or prejudice the course of the proceedings by influencing the conduct of witness or parties in relation to the proceedings». Η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε περιφρόνηση δικαστηρίου, πλην όμως οι αρχές δεν μεταβάλλονται αφού ως επεξηγείται και στους Halsbury's, 5η έκδοση παρα.52 σελ.46: « Certain acts of a lesser nature may also constitute an abuse of the process as, for instance, initiating or carrying on proceedings which are wanting in bona fides or which are frivolous, vexatious or oppressive. In such cases the court has extensive alternative powers to prevent an abuse of its process ..by making a civil restrain order. it will not in general punish the abuse as a contempt of court». Ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση είναι και η διαφορά, ως εξάγεται και από την Ευσταθίου ανωτέρω, ότι η διαδικασία για κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών δεν είναι τιμωρητικής φύσεως και ως εκ τούτου δεν εγείρεται θέμα λήψης μέτρων που θα είχε μορφή κύρωσης για αυτά που λέχθηκαν. Ομοίως στο πιο πάνω σύγγραμμα παρα.43 σελ.42 αναφέρεται ότι: « Deterring or obstructing a party from bringing or continuing proceedings or inducing a party to suppress evidence or give false evidence is an interference with the administration of justice and constitutes a contempt of court». Εξάγεται συνεπώς εκ των ανωτέρω ότι η κατάχρηση επεκτείνεται και μεταξύ των διαδίκων αλλά και τρίτων. Περαιτέρω, οι δικηγόροι, σύμφωνα με τους Halsbury's ανωτέρω, 5η έκδοση παρα.46 σελ.43 τυγχάνουν ανάλογης προστασίας από το δικαστήριο. Είναι συνεπώς η κατάληξη του δικαστηρίου ότι η κατάχρηση των εξουσιών του δικαστηρίου, όπως και η καταφρόνηση του δικαστηρίου, επεκτείνεται και καλύπτει, όχι μόνο το δικαστήριο, αλλά όλους τους παράγοντες της δίκης με την ίδια έννοια και δυναμική και τυγχάνουν ανάλογης προστασίας τόσο μεταξύ τους, όσο και από συμπεριφορές προερχόμενες από τρίτους και άμεσα σχετιζόμενες με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Συνάγεται περαιτέρω εκ της Ευσταθίου ανωτέρω, ότι οι αρχές που εφαρμόζονται είναι οι ίδιες και ανεξάρτητα αν η καταχρηστική χρήση των διαδικασιών αφορά πολιτική, ή ποινική διαδικασία. Στην υπόθεση Hui Chi-Ming v. R
(1991)3 All.E.R 897, 914, υπεδείχθη ότι: « Having reviewed the facts, their Lordships find no aspect of the case which can credibly be described as an abuse of the process, that is something unfair and wrong that the court should not allow a prosecutor to proceed with what is in all other respects a regular proceeding» ( ο τονισμός είναι του δικαστηρίου) Κατά συνέπεια η κρίση του δικαστηρίου επί της παρούσης αιτήσεως ως ορθά ανέφερε και ο κ. Πολυβίου, δεν έχει την έννοια της περιφρόνησης του δικαστηρίου όπου το δικαστήριο καλείται να επιβάλει κυρώσεις, ούτε και να εξετάσει τα δημοσιεύματα υπό το φως και την σκοπιά του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης. Οι πιο πάνω αναφορές και παραπομπές κρίνονται εξαιρετικά χρήσιμες, γιατί η κάθε υπόθεση κρίνεται στα δικά της γεγονότα και δεδομένα, δίνουν όμως καθοδήγηση και τροφή προς σκέψη στα γεγονότα της κάθε ξεχωριστής υπόθεσης. Στην υπόθεση A-G v. I.T.N Ltd and others
(1995)2 All.E.R 370, 378, υπεδείχθη: «Each case must depend on its own facts and on its evaluation by the judges who entertain the application.» (δες επίσης Constantinides ανωτέρω). Είναι δε, περαιτέρω χρήσιμες, γιατί παρά την έρευνα του δικαστηρίου δεν έχει ανευρεθεί παρόμοια υπόθεση με την κρινόμενη. Η κατάχρηση μπορεί να λάβει διάφορες μορφές γι' αυτό ως λέχθηκε και στην υπόθεση Constantinides ανωτέρω, από δικαστικές αποφάσεις μπορεί να αντληθεί σχετική καθοδήγηση. Εκείνο που το δικαστήριο καλείται να εξετάσει είναι αν τα δημοσιεύματα είναι τέτοιας υφής ώστε να μπορούν να κριθούν ως άδικα και καταπιεστικά για τους ενάγοντες και τους δικηγόρους τους, αν δε ως τέτοια, παραβιάζουν τις αρχές του δικαίου και αν, στο τέλος της ημέρας, τέτοιου είδους και μορφής δηλώσεις εξυπηρετούν το καλώς νοούμενο συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης στα πλαίσια που έχουν σκιαγραφηθεί. Το δικαστήριο κρίνει ότι όλα όσα συμπυκνώνονται στις λίγες γραμμές που έχουν παρατεθεί από την ρηθείσα υπόθεση Toronto City ανωτέρω, αποτελούν την πεμπτουσία της κατάχρησης (abuse of process), τα οποία ασπάζεται και υιοθετεί πλήρως. Συνιστούν το μέτρο κρίσης και την βάσανο εκτίμησης και αξιολόγησης, αλλά και το επίπεδο που θα πρέπει να υπάρχει όταν κυρίως η κατάχρηση εστιάζεται μεταξύ των παραγόντων της δίκης, ως είναι οι δικηγόροι και οι διάδικοι που αποτελεί και το επίδικο θέμα της υπό κρίσιν αίτησης. Κατά συνέπεια οι εισηγήσεις των δικηγόρων των καθ' ων η αίτηση ότι πρόκειται περί σάτιρας με αναφορά και παραπομπή στις υποθέσεις Κουτσού ν. Μικελλίδη κ.ά
(2007)1 Α.Α.Δ. 1256, και Αρκτίνος ν. Παπαευσταθίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 856, δεν έχουν έρεισμα στην παρούσα υπόθεση, ούτε και η ελευθερία του λόγου και της έκφρασης μπορεί να αποτελέσει υπόβαθρο, γιατί εκείνο που εξετάζεται εδώ δεν είναι αν υπάρχει περιορισμός της έκφρασης και της ελευθερίας του λόγου, που είναι δεδομένη και Συνταγματικά κατοχυρωμένη, ούτε και αν είναι επιτρεπτή η σάτιρα και σε ποιό βαθμό, αλλά, ως λέχθηκε στην Constantinides ανωτέρω, εκείνο που εξετάζεται είναι η περιστολή της καταχρηστικής άσκησης των δικαιωμάτων, εκεί όπου υπάρχει, που ανατρέπει την πορεία και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Αν δεν υπήρχε το δικαίωμα, δεν θα υπήρχε ως έννοια και η καταχρηστική άσκηση του και θα επρόκειτο προφανώς περί παρανομίας. Και στην παρούσα υπόθεση το ζήτημα εντοπίζεται στην υποβολή ένστασης εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση στα εκδοθέντα διατάγματα και στο δικαίωμα τους να ακουστούν από την μια, αλλά και στο κατά πόσο ασκούν καταπιεστικά και καταχρηστικά το δικαίωμα τους αυτό σε βάρος των αντιδίκων και των δικηγόρων τους. Το δικαστήριο ως λέχθηκε έχει μελετήσει όλα τα σχετικά τεκμήρια και δημοσιεύσεις των καθ' ων η αίτηση και έχει με περίσκεψη αναλογιστεί όλα όσα οι συνήγοροι όλων των πλευρών έχουν αναφέρει. Κατά την κρίση του δικαστηρίου να αποκαλούνται οι ενάγοντες και μάλιστα δημοσίως, ή ακόμα και οι δικηγόροι τους ως «βλαμμένα», και να παρουσιάζονται οι ενάγοντες δια του νομίμου εκπροσώπου τους - ιδρυματάρχη - ως Χίτλερ, απλά και μόνο γιατί άσκησαν το νόμιμο δικαίωμα τους να διορίσουν δικηγόρο και να αποταθούν στο δικαστήριο και να εγείρουν αγωγή εναντίον των εναγομένων, η οποία, εδώ ακριβώς είναι το καθοριστικό και ουσιώδες, ευρίσκεται ακόμη σε εκκρεμοδικία, συνιστά απαράδεκτο και άδικο χαρακτηρισμό των αντιδίκων, αλλά και των δικηγόρων τους ως παραγόντων της δίκης και αντίθετη προς το συμφέρον της δικαιοσύνης που είναι η απρόσκοπτη και η ομαλή λειτουργία της με νηφαλιότητα και σεβασμό των δικαιωμάτων των διαδίκων. Η οφειλόμενη ευπρέπεια και ο σεβασμός μεταξύ των διαδίκων συνιστούν θεμελιώδη αρχή της δικαιοσύνης, αποτελούν δημοκρατική αρχή, αλλά και προπαντός έκφραση πολιτισμού. Οι δίκες διεξάγονται εντός των αιθουσών του δικαστηρίου με βάση τις εμπεδωμένες αρχές και κανόνες δικαίου και όχι με δημόσιους προπηλακισμούς, λοιδορίες και χλευασμούς προς τους αντίδικους ή τους δικηγόρους τους. Οι ρηθέντες χαρακτηρισμοί είναι εκτός του πλαισίου της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης και των ορθών και δίκαιων κανόνων (fair play) και έξω από τα θέσμια της πορείας και της ορθής λειτουργίας και απονομής της δικαιοσύνης. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι η φράση «είσαστε για κλάματα και ανίδεοι, στείλτε όσα διατάγματα θέλετε», όπως και η λέξη «βλαμμένα», στοχεύει και αφορά αφενός το γεγονός ότι οι ενάγοντες δια των δικηγόρων τους άσκησαν νόμιμο δικαίωμα να αποταθούν στο δικαστήριο και αφετέρου, και δεν πρέπει να παραγνωρίζεται αυτό, ότι το δικαστήριο άσκησε την διακριτική εξουσία που του παρέχει ο Νόμος και εξέδωσε τα διατάγματα τα οποία και ευρίσκονται σε εκκρεμοδικία. Ειδικά ως προς το τελευταίο το δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει περαιτέρω και αφήνει το θέμα μέχρι εδώ. Το δικαστήριο επικεντρώνοντας τη προσοχή του στα πιο πάνω και ζυγίζοντας και εκτιμώντας όσα έχουν καταγραφεί εκ μέρους των εναγομένων καθ' ων η αίτηση σε βάρος των αιτητών και των δικηγόρων τους, κρίνει ότι συνιστούν βαθιά απρεπείς και ανεπίτρεπτες εκφράσεις και δηλώσεις, ασεβείς προς τους αντιδίκους και δικηγόρους τους, έξω από τα πλαίσια μιας ευνομούμενης και δημοκρατικής κοινωνίας, μέρος της οποίας αποτελούν τα δικαστήρια, οι δικηγόροι, οι διάδικοι και οι μάρτυρες. Είναι αδιανόητο και επιεικώς απαράδεκτο οι ενάγοντες και κατ' επέκταση οι δικηγόροι τους να αποκαλούνται «βλαμμένα», «είσαστε για κλάματα και ανίδεοι» και αυτό να θεωρείται ή και να προβάλλεται ως άσκηση νομίμου δικαιώματος εκκρεμούσης δικαστικής διαδικασίας. Οι πιο πάνω φράσεις και λέξεις να επαναληφθεί ότι ουδόλως εξετάζονται υπό το πρίσμα του κατά πόσο συνιστούν δυσφήμηση ή σάτιρα, αφού ως ορθά ανέφερε και ο κ. Πολυβίου δεν είναι αυτό το ζητούμενο στην παρούσα αίτηση. Τα πιο πάνω δεν εξετάζονται υπό το πρίσμα του δυσφημιστικού ή μη περιεχομένου τους, ακριβώς γιατί δεν αποτελούν αντικείμενο αγωγής και δικαστικής κρίσης στο κατά πόσο συνιστούν δυσφήμιση που έχει ως γενεσιουργό αιτία και ως βάση αγωγής τις πιο πάνω φράσεις και λέξεις, αλλά ότι έγιναν σε βάρος των αντιδίκων και των δικηγόρων τους, στο πλαίσιο εκκρεμοδικίας των διαδίκων, επί εκδοθέντος διατάγματος του δικαστηρίου και αν αυτές εντάσσονται, υπό το πρίσμα της νομολογίας που έχει αναφερθεί, στην κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών εκ μέρους των εναγομένων. Η διαχωριστική γραμμή κατά την κρίση του δικαστηρίου είναι σαφής και απόλυτα διακριτή μεταξύ των δυο περιπτώσεων. Εξ ίσου απαράδεκτο, για όλους τους πιο πάνω λόγους, είναι να παρουσιάζονται οι ενάγοντες - ο κατά νόμο υπεύθυνος ή και εκπρόσωπος τους - «ιδρυματάρχης», ως Χίτλερ και η νόμιμη άσκηση του δικαιώματος προσφυγής των εναγόντων στο δικαστήριο δια του διορισμού δικηγόρων ως ναζιστική - φασιστική - ενέργεια ή και αντίληψη. Υπενθυμίζεται εδώ πως είναι το δικαστήριο που εξέδωσε τα διατάγματα. Ούτε και εγείρεται θέμα σχολιασμού της σκοπιμότητας της πολιτικής των εναγόντων να εγείρουν την αγωγή. Αυτό αφορά τους ίδιους και η υπόθεση τους θα κριθεί και θα αποφασιστεί από το δικαστήριο μέσα στα καθιερωμένα πλαίσια της δίκαιης δίκης. Αλλά ακόμη και έτσι να είχαν τα πράγματα και πάλι η ευπρέπεια και ο σεβασμός προς τον αντίδικο διαρκούσης της δικαστικής διαδικασίας είναι οφειλόμενη και επιβεβλημένη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Είναι κατά συνέπεια η κρίση και η κατάληξη του δικαστηρίου ότι τα πιο πάνω παραβιάζουν τις θεμελιώδεις αρχές που επικρατούν στις σύγχρονες και δημοκρατικές κοινωνίες. Συνιστούν εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση μια άνευ ετέρου κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου γιατί αποτελούν μια προσβλητική, αγενέστατη, άδικη, απρεπή και εξευτελιστική συμπεριφορά εμπαιγμού και χλευασμού των αντιδίκων και των δικηγόρων τους και εκτός των πλαισίων της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Υιοθέτηση αντίθετης άποψης, υπό όποιο μανδύα και αν ήθελε περιβληθεί και επικρότηση τέτοιων συμπεριφορών, θα οδηγούσε σε απαράδεκτο και άναρχο γίγνεσθαι και θα έκτρεφε μια άνευ προηγουμένου οπισθοδρόμηση και ανυποληψία του δικαστικού συστήματος ανατρέχουσα σε άλλες εποχές, αντίθετες προς το δημόσιο συμφέρον, όπως αυτό εκφράζεται στις σύγχρονες δημοκρατικές κοινωνίες. Ούτε και μπορεί να διαφύγει την προσοχή ότι η λέξη «βλαμμένος», σύμφωνα με το λεξικό του Μπαμπινιώτη σημαίνει αυτόν που έχει διανοητική βλάβη, και ως τέτοια πέραν του ότι είναι αγενής και απρεπής, παραβιάζει τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες του Ο.Η.Ε. Κυρωτικός Νόμος 8(ΙΙΙ)/11 και κυρίως τα άρθρα 16 και 17 που προβλέπουν για τον σεβασμό της σωματικής και πνευματικής ακεραιότητας και την προστασία των ατόμων αυτών από όλες τις μορφές εκμετάλλευσης, βίας και κακοποίησης (exploitation, violence and abuse), συμπεριλαμβανομένης βεβαίως κάθε γραπτής και προφορικής βίας, έκφραση ακριβώς αλλά και επιβεβαίωση των αντιλήψεων που επικρατούν στις σύγχρονες κοινωνίες. Ως λέχθηκε στην Constantinides ανωτέρω: «The administration of justice is all important to the well-being of society and concerns everyone» Κρίνεται ότι πρόκειται για περίπτωση που χωρίς κανένα ενδοιασμό το δικαστήριο οφείλει να αναλάβει δικαιοδοσία δια της εκδόσεως κατάλληλου διατάγματος. Επανερχόμενο το δικαστήριο στις υποθέσεις που παρέπεμψαν οι δικηγόροι, κρίνεται ότι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της Ευσταθίου αφενός και της Constantinides αφετέρου, είναι πως ενώ στην Constantinides τα δημοσιεύματα του εφεσείοντα αποτελούσαν μια απαράδεκτη προσπάθεια υπονόμευσης και αμφισβήτησης της αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας και σε κανένα στάδιο δεν απεσύρθησαν, ούτε ο εφεσείων δια του δικηγόρου του δήλωσε σεβασμό στην ακεραιότητα και την αμεροληψία των δικαστηρίων, αντίθετα στην Ευσταθίου, ο Γενικός Εισαγγελέας παρά το γεγονός ότι δεν απέσυρε τις δημόσιες δηλώσεις του εναντίον των δικαστηρίων και του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως παραβλάπτουσες το δημόσιο συμφέρον, δήλωσε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι δεν αμφισβητεί την τιμιότητα, αμεροληψία και ακεραιότητα των δικαστηρίων και του Ανωτάτου Δικαστηρίου και έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στο ισχύον σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Στο πλαίσιο του λόγου της Constantinides, κρίθηκε, στην Ευσταθίου, ότι δεν εδικαιολογείτο η διαταγή για αναστολή της εκδίκασης της υπόθεσης, σε αντίθεση με το τι έγινε στην Constantinides. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχει η ρητή και απερίφραστη δήλωση των δικηγόρων των εναγομένων για τον σεβασμό τους τόσο προς τους δικηγόρους των εναγόντων όσο και προς τους ενάγοντες. Οι καθ' ων η αίτηση προχώρησαν ακόμα ένα βήμα, αφού ενόρκως οι καθ' ων η αίτηση 1, με ανάλογη δήλωση των δικηγόρων τους, ανέφεραν ότι έχουν αποσύρει όλα όσα οι αιτητές θεωρούν ότι συνιστούν περιφρονητική συμπεριφορά. Το δικαστήριο αναλαμβάνοντας την δικαιοδοσία που του παρέχουν οι εγγενείς εξουσίες του εκεί όπου διαπιστώνεται κατάχρηση των ενώπιον του διαδικασιών, και έχοντας πλατιά εξουσία επί τούτου, ένα πρόσφορο μέτρο, κατ' αναλογία προς την Constantinides ανωτέρω, θα ήταν η έκδοση διατάγματος αναστολής εκδίκασης της υπόθεσης, μέχρι την αποκατάσταση του τρωθέντος κύρους της απονομής της δικαιοσύνης. Στην βάση όμως του λόγου της Ευσταθίου ανωτέρω, η απόσυρση εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση όλων των επιδίκων δημοσιευμάτων, ως ενόρκως και αναντιλέκτως κατέθεσαν, με την ανάλογη δήλωση των δικηγόρων τους για τον σεβασμό τους προς το δικαστήριο, τους ενάγοντες και τους τους δικηγόρους τους, καθιστά το μέτρο αλυσιτελές. Παραμένει ένα θέμα που ήγειρε ο κ. Πολυβίου που αφορά τυχόν μελλοντικές δημοσιεύσεις αναλόγου περιεχομένου. Το δικαστήριο έχει αναλογιστεί την εισήγηση αλλά και την ανησυχία που προκύπτει εξ αυτού του λόγου, εκ μέρους του κ. Πολυβίου. Κρίνει όμως πως δεν μπορεί να εκδώσει προληπτικό απαγορευτικό διάταγμα, δεδομένου ότι η κάθε περίπτωση εξετάζεται, εφόσον προκύπτει, στα δικά της δεδομένα και περιστατικά. Παραμένει ως θέμα ανοικτό, με την περαιτέρω υπόδειξη πως στην υπόθεση A-G v. B.B.C and Hat Trick Production Ltd, The Times, July 26, 1996, QBD, σύμφωνα με την παραπομπή που γίνεται στους Halsbury's ανωτέρω, παρα.21 σελ.18, σημ.9: «The fact that words are spoken in the context of a humorous and irreverent television programme and could not be taken as evidential in nature does not preclude a finding of contempt of court under the strict liability rule» Και ο λόγος, γιατί οι εναγόμενοι στην υπόθεση αυτή σε ζωντανή εκπομπή αναφερόμενοι σε κατηγορούμενους σε ποινική δίκη που δεν είχε εκδικαστεί ακόμη, τους αποκάλεσαν «heartless scheming bastards» και παρόλο που πρόβαλαν την εκπομπή και την επομένη ημέρα, σύμφωνα με το δικαστήριο, δεν έκαμαν καμιά προσπάθεια να διορθώσουν (edit out) τα άσχετα και αγενή σχόλια (irrelevant and rude comments) που έγιναν σε βάρος των κατηγορουμένων. Να σημειωθεί ότι τα πιο πάνω σχόλια εξετάστηκαν υπό το πρίσμα του Αγγλικού Νόμου Περί καταφρόνησης του Δικαστηρίου (contempt of court) για επηρεασμό των ενόρκων και όχι ως καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, αφού δεν ήταν διάδικοι στην διαδικασία, ως είναι η παρούσα περίπτωση, που σύμφωνα με τους Halsbury's ανωτέρω είναι μικρότερου βαθμού από την καταφρόνηση του δικαστηρίου. Για τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί και παρά την κατάληξη του δικαστηρίου ότι οι ρηθείσες δημοσιεύσεις των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση συνιστούν κατάχρηση (abuse of process), η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων κρίνεται ως απρόσφορη. Ως προς τα έξοδα και ενόψει των ευρημάτων του δικαστηρίου, οι ενάγοντες - αιτητές κρίνονται ως επιτυχόντες διάδικοι, ανεξαρτήτως της μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Κατά συνέπεια δικαιούνται τα έξοδα της αίτησης τα οποία θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.