← Κύπρος

S. PAROUTIS ELECTRONICS LTD ν. GEORGE BOJIC, Αρ. Αγωγής: 133/2009, 10/9/2015

S. PAROUTIS ELECTRONICS LTD ν. GEORGE BOJIC, Αρ. Αγωγής: 133/2009, 10/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A322 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 133/2009 Μεταξύ: S. PAROUTIS ELECTRONICS LTD Ενάγουσας -και- GEORGE BOJIC Εναγομένου 10 Σεπτεμβρίου,

  1. Εμφανίσεις Για την ενάγουσα: κ. Λ. Χ"Νεοφύτου. Για τον εναγόμενο: κ. Δ. Παπαδόπουλος με κ. Χαραλάμπους. ΑΠΟΦΑΣH Βάσει των δικογραφημένων ισχυρισμών στο κλητήριο ένταλμα της ενάγουσας, η αξίωση εδράζεται στην αξία και/ή τίμημα εμπορευμάτων που πώλησε στον εναγόμενο. Από την άλλη η υπεράσπιση δέχεται ότι ο εναγόμενος παρέλαβε τα επίδικα προϊόντα, διατείνεται όμως ότι ουδέν πόσο οφείλει και αυτό γιατί η ενάγουσα που παρέδωσε τα εν λόγω με χαριστική πρόθεση και/ή ως έμπρακτη πράξη φιλοφρόνησης υπό τύπο προμήθειας και αυτό λόγω του ότι ο εναγόμενος πήρε στην ενάγουσα αρκετούς πελάτες. Παρεμβάλω εδώ ότι η ενάγουσα ζήτησε λεπτομέρειες σχετικά (βλ. επιστολή ημερομηνίας 25.02.2010) και η υπεράσπιση συμμορφώθηκε με αναφορά έξι προσώπων (βλ. επιστολή ημερομηνίας 02.06.2010). επίδικο λοιπόν δεν είναι η αξία ή η παράδοση των προϊόντων καθ' εαυτών, αλλά κατά πόσο η παράδοση τούτων από την ενάγουσα στον εναγόμενο, διέπετο ή όχι από χαριστική πρόθεση. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή με αναφορά πρώτα στους μάρτυρες που κλήθηκαν στο δικαστήριο. Εκ μέρους της ενάγουσας κλήθηκαν οι. Σπύρος Παρούτης, διευθυντής της ενάγουσας (στη συνέχεια ο Παρούτης), Αθηνά Παρούτη, σύζυγος του Παρούτη και λογίστρια της ενάγουσας και Αντώνης Σεκκές, τραπεζικός υπάλληλος στο επάγγελμα και κοινός φίλος του Παρούτη και του εναγομένου (στη συνέχεια ο τραπεζικός). Για την υπεράσπιση μαρτυρία έδωσε μόνο ο εναγόμενος. Η δικογραφημένη εκδοχή των μερών και η ακροαματική διαδικασία καθιστούν σαφές ότι αριθμός γεγονότων δεν αμφισβητείται. Πρόσφορο κρίνεται λοιπόν τούτα τα γεγονότα να παρατεθούν πριν οτιδήποτε άλλο, απλοποιώντας τοιουτοτρόπως τη διεργασία που θα ακολουθήσει με επικέντρωση στα απολύτως απαραίτητα. Διαπιστώνω λοιπόν ότι δεν αμφισβητείται πως η ενάγουσα είναι εταιρεία και ασχολείται με πώληση ηλεκτρικών συσκευών. Παρ' ότι η δικογραφημένη υπεράσπιση δηλώνει εν προκειμένω άγνοια, η ακροαματική διαδικασία αποκαλύπτει ότι το εν λόγω γεγονός δεν αμφισβητείται. Επιπλέον, δεδομένο είναι ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ενάγουσα διατηρούσε δυο καταστήματα, ένα στη Λεμεσό, όπου και η έδρα της και ένα στη Λευκωσία. Τώρα, Παρούτης και εναγόμενος γνωρίστηκαν μέσω του τραπεζικού. Ο χρόνος γνωριμίας των δύο δεν προκύπτει με ακρίβεια. Η μαρτυρία εντούτοις θέλει τους δυο να γνωρίζονται πριν την 29.07.2005, ημερομηνία που αναγράφεται στο έντυπο παραγγελίας των προϊόντων που παρέλαβε ο εναγόμενος (στη συνέχεια order ¨η τεκμήριο 1), κάτι που είναι λογικό εφόσον και οι δυο πλευρές αφήνουν να νοηθεί ότι η παραγγελία των προϊόντων από τον εναγόμενο έπετο, ήταν, όμως κοντά, χρονικά, στην ημερομηνία γνωριμίας. Είναι αντιληπτό ότι ο τραπεζικός υπάλληλος, δηλαδή ο Σεκκές, κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής καταστήματος της εμπορικής τράπεζας στη Λεμεσό. Παρούτης και εναγόμενος ήταν πελάτες και φίλοι του πρώτου. Το πώς ακριβώς έγινε η γνωριμία και ποιος ήταν ο λόγος που ο τραπεζικός έφερε σε επαφή τον Παρούτη με τον εναγόμενο, δεν αποτελεί κοινό τόπο και έτσι εξετάζεται πιο κάτω. Γεγονός όμως παραμένει ότι κατά το χρόνο γνωριμίας των δυο παρόντες ήταν, πλην του τραπεζικού, και κάποιος Igor Grishanenko καθώς επίσης κάποιος Ρώσος. Μετά τη γνωριμία του Παρούτη και εναγομένου ο τελευταίος παρήγγηλε προϊόντα από την ενάγουσα. Τα προϊόντα που παρήγγηλε και εν τέλει παρέλαβε, είναι αυτά που αναφέρονται στο τεκμήριο 1, δηλαδή το order. Το πρωτότυπο του order, το οποίο παρουσιάστηκε από την υπεράσπιση και είναι αποδεχτό ότι βρισκόταν στην κατοχή του εναγομένου, είναι το τεκμήριο
  2. Κοινό τόπο αποτελεί και το ότι σε κάποιο χρόνο ο τραπεζικός υπάλληλος τηλεφώνησε στον εναγόμενο ώστε να του μεταφέρει μήνυμα του Παρούτη ότι δεν εξόφλησε την αξία των προϊόντων που παρέλαβε από την ενάγουσα. Ποια ήταν η αντίδραση του εναγομένου σε αυτό το τηλεφώνημα, πότε ακριβώς έλαβε χώρα και πολύ περισσότερο αν έγινε πριν ή μετά την καταχώριση της αγωγής, είναι σημεία τριβής, εφόσον οι θέσεις των δυο πλευρών δεν συμπίπτουν και έτσι εξετάζεται πιο κάτω, Όλα τα πιο πάνω αποτελούν παραδεκτά και/ή αναμφισβήτητα γεγονότα και ως τέτοια υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα γεγονότων. Από την πλευρά του ο Παρούτης πέραν των πιο πάνω αδιαμφισβήτητων γεγονότων υποστήριξε ότι μια ημέρα του τηλεφώνησε ο τραπεζικός (Σεκκές) και του ανέφερε ότι ήταν μαζί με ένα ρώσο που ενδιαφερόταν να αγοράσει εντοιχισμένες συσκευές. Περαιτέρω του ανέφερε ότι μαζί του θα ερχόταν και ένας φίλος του, ο εναγόμενος, ο οποίος είχε πολλές διασυνδέσεις με ξένους και θα μεριμνούσε, όπως του είχε αναφέρει, να συστήσει πελάτες στην ενάγουσα. Σύμφωνα με τον Παρούτη λίγο αργότερα, νοείται από τη γνωριμία, ο εναγόμενος παρήγγηλε τα προϊόντα που αναφέρονται στο τεκμήριο
  3. Είναι δε η θέση του Παρούτη ότι ο εναγόμενος υπέγραψε το τεκμήριο
  4. Επιπλέον υποστήριξε ότι λόγω του ότι ο εναγόμενος ήρθε συστημένος από τον τραπεζικό και επιπλέον έδειξε ενδιαφέρον να φέρει την ενάγουσα σε επαφή με νέους πελάτες, η ενάγουσα του παραχώρησε τα προϊόντα σε χονδρικές τιμές. Προς υποστήριξε τούτου παρουσίασε το τεκμήριο 2, δηλαδή τιμοκατάλογο των προϊόντων που εμπορεύεται η ενάγουσα. Μάλιστα ο Παρούτης υπογράμμισε στον τιμοκατάλογο τα προϊόντα αυτά που αγόρασε ο εναγόμενος. Μετά την παράδοση των προϊόντων, ανέφερε ο Παρούτης, η ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο. Τούτο είναι, σύμφωνα με το μάρτυρα, το τεκμήριο
  5. Επίσης προσκόμισε στο δικαστήριο και σχετική κατάσταση λογαριασμού (βλ. τεκμήριο 6). Ήταν η θέση του ότι τόσο το τιμολόγιο όσο και η κατάσταση λογαριασμού στάληκαν στον εναγόμενο και περαιτέρω, οχλήθηκε τηλεφωνικώς από υπαλλήλους της ενάγουσας. Η κυρίως εξέταση του Παρούτη πραγματεύτηκε και ισχυρισμούς της υπεράσπισης και συγκεκριμένα τα ονόματα των έξι προσώπων που εκεί αναφέρονται ως πελάτες που σύστησε στην ενάγουσα ο εναγόμενος. Σύμφωνα με τον Παρούτη το μόνο πρόσωπο για το οποίο φαίνεται ότι μεταξύ των ετών 2005 με 2009 η ενάγουσα εξέδωσε τιμολόγιο, είναι ο Olenin Alexander. Το τιμολόγιο που εξεδόθη από την εν λόγω αγορά προσκομίστηκε στο δικαστήριο και είναι το τεκμήριο
  6. Επιπλέον ο Παρούτης προσκόμισε και δεύτερο τιμοκατάλογο προϊόντων, αυτή τη φορά σε σχέση με τα προϊόντα που αγόρασε ο Olenin Alexander (βλ. τεκμήριο 5), ώστε να ισχυριστεί πως και σε αυτή την περίπτωση έγινε μεγάλη έκπτωση, κάτι που δεν θα έκανε αν είχε συμφωνήσει να δώσει προμήθεια στον εναγόμενο. Εντούτοις στην αντεξέταση υποδείχθηκαν στον Παρούτη τα τεκμήρια 8, 9 και 10, τα οποία αναγνώρισε. Είναι τούτα επιταγές που εκδόθηκαν προς όφελος της ενάγουσας και ενώ εκδότης φαίνεται να είναι η τράπεζα, δικαιούχος του λογαριασμού στον οποίο χρεώθηκαν είναι. στην πρώτη (τεκμήριο 8) ο Igor Crishanenko και στις άλλες δυο (τεκμήρια 9 και 10) ο Olenin Alexander. Επιπλέον ως τεκμήριο κατατέθηκε και δελτίο προσφοράς της ενάγουσας, επ' ονόματι κάποιου Sergei (βλ. τεκμήριο 11). Υποβλήθηκε στον Παρούτη ότι τα πιο πάνω πρόσωπα είναι πελάτες του εναγόμενου και τους οποίους σύστησε στην ενάγουσα και αγόρασαν διάφορα προϊόντα. Εξ ου και οι επιταγές που εκδόθηκαν προς όφελος της ενάγουσας, ήταν στην κατοχή του εναγόμενου. Για τον Igor Crishanenko ήταν η θέση του Παρούτη ότι αυτός είναι ο ρώσος που επισκέφθηκε το κατάστημά του μαζί με τον Σεκκέ και τον εναγόμενο την ημέρα που γνωρίστηκαν οι διάδικοι, ενάγουσα και εναγόμενος. Για τους άλλους εξέφρασε άγνοια, αρνήθηκε όμως ότι είχε οποιανδήποτε συμφωνία με τον εναγόμενο και πως του χάρισε τα προϊόντα που προμηθεύτηκε επί τη υποσχέσει ότι θα έστελνε πελάτες. Ειδικά για το τεκμήριο 11 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει εφόσον είναι απλώς δελτίο προσφοράς και τέτοια εκδίδονται πολλά από την ενάγουσα. Δεν δέχθηκε όμως ότι το τεκμήριο 11 αφορά κάποιο Stolbor Genady και πως λανθασμένα αναγράφηκε το όνομα Sergei. Αντικείμενο αντεξέτασης του Παρούτη ήταν και ο χρόνος που παρήλθε μέχρι την καταχώριση της αγωγής σε συνδυασμό με τη θέση της υπεράσπισης ότι η ενάγουσα ουδέποτε όχλησε τον εναγόμενο. Ο Παρούτης αρνήθηκε και τις σχετικές υποβολές και ανέφερε ότι κατ' επανάληψη οχλήθηκε ο εναγόμενος. Ανέφερε ότι του απέστειλαν ταχυδρομικώς το τιμολόγιο (τεκμήριο 3), καθώς και την κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 6). Επιπλέον ανέφερε ότι η σύζυγός του και λογίστρια της εταιρείας, Αθηνά Παρούτη, πολλές φορές τηλεφώνησε στον εναγόμενο και πάντα έλεγε ότι θα διευθετήσει το τιμολόγιο. Τέλος, υποστήριξε ότι και ο τραπεζικός του τηλεφώνησε όταν ο Παρούτης του ζήτησε να πράξει τούτο. Και σε αυτή την περίπτωση, σύμφωνα με τον Παρούτη, η απάντηση του εναγομένου ήταν πως θα το διευθετήσει. Δέχθηκε όμως ο Παρούτης ότι το 2009 ο εναγόμενος ήταν εκείνος που του τηλεφώνησε και ότι τότε ο ΠΑρούτης τον ερώτησε γιατί δεν εξοφλά το τιμολόγιο και ο εναγόμενος του είπε τότε «Ο Γιώργος ο Bodjic είμαι». Παρ' όλα αυτά ήταν η θέση του ότι ο εναγόμενος δεν είπε αυτά τα λόγια επειδή έμεινε έκπληκτος από την ερώτηση του Παρούτη εφόσον πολλές φορές οχλήθηκε για να πληρώσει το εν λόγω τιμολόγιο. Αυτή η όχληση του εναγομένου να εξοφλήσει το τιμολόγιο (τεκμήριο 3), ήταν το περιεχόμενο της μαρτυρίας της Αθηνάς Παρούτη. Όπως ανέφερε, πολλές φορές τηλεφώνησε στον εναγόμενο και η απάντησή του ήταν ότι θα επικοινωνήσει ο ίδιος με τον κο Παρούτη για να το διευθετήσει. Ερωτηθείσα η μάρτυρας ανέφερε ότι ουδέποτε ο εναγόμενος της ανέφερε ότι δεν χρωστά. Δέχθηκε εντούτοις ότι η ίδια δεν ήταν παρούσα στην πρώτη συνάντηση Παρούτη και εναγομένου και δεν γνωρίζει το περιεχόμενο της συνομιλίας που είχαν. Υποστήριξε δε ότι και ο τραπεζικός τηλεφώνησε στον εναγόμενο. Ο Σεκκές, ο τραπεζικός δηλαδή, δεν κλήθηκε απλώς για το κατά πόσο τηλεφώνησε στον εναγόμενο. Αναφέρθηκε και στην πρώτη συνάντηση που είχαν Παρούτης και εναγόμενος. Όπως ανέφερε, μια ημέρα ήταν μαζί με τον εναγόμενο, τον Igor Crishanenko και άλλο ένα ρώσο του οποίου το όνομα δεν ενθυμάτο και εφόσον ενδιαφέρονταν να αγοράσουν οικιακές συσκευές τους ανέφερε ότι έχει κάποιο πελάτη που θα τους κάνει καλές τιμές. Έτσι τους οδήγησε στο κατάστημα της ενάγουσας, ενώ πριν από αυτό όλοι μαζί, καθώς και ο Παρούτης, πήγαν για φαγητό. Δεν γνωρίζει ο μάρτυρας κατά πόσο ο Παρούτης και ο εναγόμενος προέβηκαν σε οποιανδήποτε συμφωνία, ανέφερε όμως ότι περί το 2009 ο Παρούτης του ζήτησε να τηλεφωνήσει στον εναγόμενο για κάποιο υπόλοιπο που χρωστούσε. Όντως του τηλεφώνησε, τουλάχιστον μια φορά αν όχι και περισσότερες, και ο εναγόμενος του ανέφερε πως θα μιλούσε με τον Παρούτη. Τέλος ήταν η θέση του τραπεζικού πως μετά από αυτά τα τηλεφωνήματα ο εναγόμενος του ζήτησε να διευθετήσει συνάντηση με τον Παρούτη και έτσι τηλεφώνησε του τελευταίου, για να λάβει όμως την απάντηση ότι είχε ήδη προσφύγει στη δικαιοσύνη. Όπως προανέφερα η υπεράσπιση δέχεται πως ο τραπεζικός τηλεφώνησε στον εναγόμενο, εκείνο όμως που ανέφερε στον τραπεζικό είναι πως το πρώτο απ' όλα τα τηλεφωνήματα ήταν εκείνο του εναγόμενου προς τον τραπεζικό ώστε να διευθετήσει συνάντηση με τον Παρούτη. Τούτη τη θέση ο τραπεζικός την αρνήθηκε και ανέφερε ότι είχαν προηγηθεί οι διαμαρτυρίες του Παρούτη, δηλαδή ότι ο Παρούτης είναι εκείνος που πρώτος του ζήτησε να τηλεφωνήσει και όχι ο εναγόμενος. Δέχθηκε όμως ότι όταν τηλεφώνησε στον εναγόμενο ο τελευταίος εκπλάγηκε ότι χρωστά και του ανέφερε ότι θα μιλήσει με τον κο Παρούτη. Ακόμη ήταν ο εναγόμενος που ζήτησε να διευθετήσει συνάντηση με τον Παρούτη, του ανέφερε ότι δεν χρωστά, λόγω κάποιων προμηθειών. Τέλος, ο Παρούτης δέχθηκε ότι οι Igor Crishanenko, Olenin Alexander και Ilic Zoran, ήτα πρόσωπα που ο εναγόμενος σύστησε στον τραπεζικό και τους έκανε πελάτες της τράπεζας. Για άλλους δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η υπεράσπιση δεν αμφισβητά την παραγγελία και παράδοση των εμπορευμάτων. Ο εναγόμενος όμως προβάλλει διαφορετική θέση για τον τρόπο γνωριμίας των διαδίκων και την εξέλιξη των γεγονότων. Επίκεντρο της μαρτυρίας του είναι ο ισχυρισμός ότι η ενάγουσα μέσω του χάρισε τούτα τα εμπορεύματα λόγω του ότι της σύστησε αρκετούς πελάτες. Θέση του εναγόμενου ήταν ότι ο τραπεζικός γνώριζε πως διαχεριζόταν τα χαρτοφυλάκια διαφόρων προσώπων που αγόρασαν κατοικίες και γι' αυτό το καλοκαίρι του 2005 του τηλεφώνησε και του πρότεινε να τον γνωρίσει στον Παρούτη, ο οποίος ήταν φίλος του, ώστε οι ξένοι πελάτες να προμηθεύονται από την εταιρεία του Παρούτη οικιακές συσκευές. Ο ίδιος δέχθηκε ότι έτσι λίγες ημέρες μετά το τηλεφώνημα πήρε τους Igor Crishanenko και Olenin Alexander στο κατάστημα της ενάγουσας. Παρών ήταν και ο τραπεζικός. Εκεί οι δυο αλλοδαποί, Crishanenko και Olenin, υπέβαλαν παραγγελίες αρκετών χιλιάδων. Στη συνέχεια ο Παρούτης, ο οποίος ενθουσιάστηκε, τους πήρε για φαγητό σε ψαροταβέρνα στο Lady's Mile. Μετά από λίγες ημέρες, σύμφωνα με τον εναγόμενο, επισκέφθηκε εντούτοις νέου το κατάστημα της ενάγουσας, αυτή τη φορά με τον Stolbor Genady και την Victoria Bldina, οι οποίοι επίσης παρήγγειλαν διάφορα προϊόντα. Ενθουσιασμένος ο Παρούτης, ανέφερε ο εναγόμενος, είτε την πρώτη είτε τη δεύτερη φορά, του είπε ότι μπορούσε να πάρει δωρεάν τα ηλεκτρικά είδη της κουζίνας του, εφόσον ο τελευταίος του είχε αναφέρει ότι πρόκειτο να μετακομίσει σε νέα οικία. Ούτω και έγινε, σύμφωνα με τον εναγόμενο και γι' αυτό με την παράδοση των προϊόντων εκδόθηκε το τεκμήριο 1, του οποίου το πρωτότυπο είναι το τεκμήριο 7 που ο εναγόμενος είχε στην κατοχή του. Εντούτοις ο εναγόμενος υπέδειξε ότι το τεκμήριο 7, δηλαδή το έντυπο που ο ίδιος είχε στην κατοχή του, δεν φέρει την υπογραφή του. Δεν αμφισβήτησε εντούτοις ότι η υπογραφή στο τεκμήριο 1 είναι δική του, ανέφερε όμως ότι δεν θυμάται κατά πόσο υπέγραψε το έντυπο. Πέραν των πιο πάνω και προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι οι Igor Crishanenko και Olenin Alexander είναι πελάτες του και πρόσωπα που ο ίδιος σύστησε στην ενάγουσα, παρουσίασε τα τεκμήρια 8 έως 10 και 12 και 13, δηλαδή επιταγές πληρωμής της ενάγουσας που είχε στην κατοχή του και αλληλογραφία που ο ίδιος είχε με την τράπεζα για τη διαχείριση του λογαριασμού των εν λόγω προσώπων. Τέλος, ήταν η θέση του ότι είχε περιοδική επαφή με τον Παρούτη και όμως ποτέ δεν του ανέφερε για υπόλοιπο τιμολογίου. Ούτε και έλαβε οιονδήποτε τιμολόγιο αλλά ούτε και τον όχλησε ποτέ οιοσδήποτε από την ενάγουσα. Απλώς ανέφερε, το 2009 ο ίδιος τηλεφώνησε στον Παρούτη για κάποιο πρόβλημα που αντιμετώπιζε με μια συσκευή και τότε άρχισε να του φωνάζει για το τιμολόγιο. Αρχικά θεώρησε πως ο Παρούτης δεν αντιλήφθηκε με ποιον μιλούσε, όταν όμως κατάλαβε ότι ο Παρούτης σοβαρολογούσε, εκπλάγηκε και του θύμισε ότι του χάρισε τα προϊόντα. Στη συνέχεια, ανέφερε ο εναγόμενος, επικοινώνησε με τον τραπεζικό και του ζήτησε να μεσολαβήσει για να συναντηθούν, αλλά ο Παρούτης αρνήθηκε. Μετά από το δικό του τηλεφώνημα προς τον τραπεζικό, υποστήριξε, είναι που δέχθηκε τηλεφώνημα από τον πρώτο στο οποίο του είπε πως ο Παρούτης διατείνεται ότι δεν έχει εξοφλήσει κάποιο τιμολόγιο. Απ' όλα τα πιο πάνω και με δεδομένη την παραδοχή του εναγομένου ότι παρέλαβε τα εμπορεύματα που αναφέρονται στο τεκμήριο 1 (το τεκμήριο 7 είναι το πρωτότυπο του ίδιου εγγράφου), καθίστανται αντιληπτό ότι ένα είναι το επίδικο ζήτημα και αυτό δεν είναι άλλο από το κατά πόσο η ενάγουσα χάρισε τούτα τα αντικείμενα στον εναγόμενο, λόγω του ότι τη σύστησε σε διάφορους πελάτες. Σε αυτό λοιπόν είναι που πιο κάτω επικεντρώνεται η εξέταση του δικαστηρίου. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Είμαι της γνώμης λοιπόν ότι η μαρτυρία του εναγομένου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και το τι πραγματικά συνέβη. Κρίνω πως είναι αόριστη και ασαφής και πρωτίστος στερείται λογικής και πειστικότητας. Εν αντιθέσει με τη μαρτυρία του Παρούτη και των λοιπών μαρτύρων της ενάγουσας που με λαϊκή αθωότητα και απλότητα ξετύλιξαν και κουβάρι των πραγματικών γεγονότων. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως τις όποιες μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία των τριών μαρτύρων της ενάγουσας. Κρίνως όμως ότι είναι επουσιώδης και ότι ενισχύουν το ανεπιτήδευτο της μαρτυρίας τους, παρά οτιδήποτε άλλο. Επιπλέον δεν παραγνωρίζω ότι ο Παρούτης και η σύζυγός του, Αθηνά Παρούτη, εξυπηρετούν ίδιον όφελος εφόσον η ενάγουσα είναι ιδιωτική εταιρεία και τους ανήκει. Η μαρτυρία τους όμως υποστηρίζεται, όπως θα φανεί και στη συνέχεια, από το σύνολο, σχεδόν, του μαρτυρικού υλικού και ουδεμία αμφιβολία αφήνει ότι είναι γνήσια. Το δικό της ρόλο διαδραματίζει και η μαρτυρία του τραπεζικού, ο οποίος κρίνω ότι ήταν όχι μόνο μάρτυρας της αλήθειας αλλά και ανεξάρτητος. Απλή και μόνο ανάγνωση της μαρτυρίας του φανερώνει ότι κράτησε ίσες αποστάσεις και απλώς αναφέρθηκε στα γεγονότα που ενθυμάτο. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το τεκμήριο 1, ανάλογο, πλην της υπογραφής του παραλήπτη, των αντικειμένων, είναι και τεκμήριο 7, είναι παραδεχτό ότι δόθηκε στον εναγόμενο με την παράδοση των αντικειμένων. Αν η θέση του εναγομένου ήταν ορθή και η ενάγουσα όντως του δώρισε τα αντικείμενα, προς τι τότε ανέγραψε τις τιμές τούτων στο έντυπο; Πολύ περισσότερο όμως γιατί προέβη σε μείωση, ήτοι έκπτωση, των αρχικών τούτων τιμών; Το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 και 7 φανερώνει ότι τα προϊόντα κοστολογήθηκαν σε Λ.Κ.2.180,00 και ακολούθως έγινε έκπτωση Λ.Κ.480,
  1. Το περιεχόμενο και μόνο αυτών των δυο τεκμηρίων, τεκμήρια 1 και 7 καταβαραθρώνει τη θέση του εναγομένου ότι ποτέ δεν μίλησε με τον Παρούτη για τιμές. Αν τούτο ήταν αλήθεια τότε δεν θα αναγράφονταν οι τιμές των προϊόντων στα τεκμήρια 1 και 7 και δεν θα τίθετο θέμα έκπτωσης. Η καταγραφή της αξίας των προϊόντων και της έκπτωσης δεν συνάδει με τη θέση του εναγομένου ότι η ενάγουσα του δώρισε τα εν λόγω αντικείμενα. Περαιτέρω, είναι αντιληπτό από τη μαρτυρία ότι καίτοι ο εναγόμενος παρέλαβε το τεκμήριο 7, με το περιεχόμενο που πιο πάνω σχολιάστηκε, δεν αντέδρασε και δεν διερωτήθηκε όλο αυτό το διάστημα γιατί του έγινε έκπτωση. Αν η θέση του πως η ενάγουσα του δώρισε τα προϊόντα ήταν ορθή και αληθής, αναμενόμενο είναι πως συν τω χρόνω της παράδοσης του εγγράφου θα επικοινωνούσε με τον Παρούτη ώστε να τον θέσει προ των ευθυνών του, υπενθυμίζοντάς τον δηλαδή ό,τι του υποσχέθηκε. Αυτή η μη αντίδραση στο περιεχόμενο του εγγράφου που κατείχε, φανερώνει πως η θέση της υπεράσπισης ότι η ενάγουσα δώρισε τα εμπορεύματα, στερείται πειστικότητας και απάδει της κοινής λογικής. Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η θέση της υπεράσπισης εδράζεται επί τω ότι ο εναγόμενος σύστησε στην ενάγουσα αριθμό προσώπων που αγόρασαν εμπορεύματα αξίας χιλιάδων λιρών. Σε τούτο το συλλογισμό οφείλω να παρατηρήσω το εξής. πέραν των αόριστων αναφορών του εναγομένου σε κάποιους ονόματι Stolbor Genady, Victoria Boldina, Desimir Medjovic και Ilic Zoran, η μαρτυρία αποκαλύπτει ότι δυο είναι τα πρόσωπα που φαίνεται να σύστησε στην ενάγουσα. Τούτοι είναι οι Igor Crishanenco και Olenin Alexander. Προτού ασχοληθώ εντούτοις τους δυο τελευταίους σημειώνω ότι για τους πρώτους τέσσερις ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε. Αόριστα και αβασάνιστα μόνο αναφέρθηκε το όνομά τους από τον εναγόμενο. Παρ' ότι δε και αυτοί ήταν πελάτες του, δηλαδή πρόσωπα που χειριζόταν τους λογαριασμούς τους, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε έγγραφα που να υποστηρίζουν τη θέση του, όπως δηλαδή έπραξε για τους Crishanenko και Alexander. Παρεμβάλλω εδώ ότι επιχειρήθηκε διασύνδεση του τεκμηρίου 11 με τον Stolbor Genady. Επί του προκειμένου σημειώνω ότι αυτή τη θέση δεν τη συμμερίζομαι. Το τεκμήριο 11 αναφέρεται σε Sergei, ενώ δεν επεξηγείται κατά πόσο είναι όνομα ή επώνυμο. Αντιλαμβάνομαι όμως ότι άλλο το Sergei και άλλο το Stolbor. Εκείνο που δεν κατανοώ είναι τη χωρίς πραγματικό υπόβαθρο θέση της υπεράσπισης ότι λανθασμένα ο Παρούτης έγραψε Sergei αντί Stolbor. Λέω χωρίς πραγματικό υπόβαθρο γιατί η σχετική υποβολή δεν ήταν πως ο εναγόμενος είτε ήταν παρών είτε κατέστη κοινωνός του σχετικού γεγονότος, δηλαδή του λάθους. Απλώς υποβλήθηκε στον Παρούτη ότι έκανε λάθος. Η απάντηση του τελευταίου όμως είναι καθ' όλα λογική και αφοπλιστική γιατί να παραποιήσει το όνομα, εκείνος γιατί να παραποιήσει το όνομα, εκείνος απλώς σημειώνει το όνομα που λέει ο πελάτης. Πέραν όμως των πιο πάνω, το τεκμήριο 11 δεν αποκαλύπτει ότι ο εκεί αναφερόμενος Sergei, κατέστη πελάτης της ενάγουσας. Το τεκμήριο 11 δεν είναι παραγγελία (order) ή τιμολόγιο (invoice). Είναι απλό δελτίο προσφοράς. Ουδεμία μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου αφήνει να νοηθεί ότι τα εκεί αναφερόμενα μετεξελίχθηκαν σε αγορά προϊόντων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν δέχομαι ότι οι Stolbor Genady, Victoria Boldina, Desimir Medjovic και Ilic Zoran, ήταν πελάτες της ενάγουσας που σύστησε ο εναγόμενος. Άλλωστε ο Παρούτης ανέφερε ότι έψαξε τα αρχεία της ενάγουσας και δεν βρήκε τιμολόγιο σε αυτό το όνομα. Το δε αποδεκτικό βάρος ενός ισχυρισμού (evidential burden) το επωμίζεται η πλευρά που προωθεί τούτον και όχι κατ' ανάγκη η πλευρά που έχει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης. Επανέρχομαι τώρα στα άλλα δυο πρόσωπα, δηλαδή τους Igor Chrisaenko και Olenin Alexander. Τα τεκμήρια 8, 9, 10, 12 και 13, αποκαλύπτουν βεβαίως ότι τα δυο αυτά πρόσωπα συναλλάχθηκαν με την ενάγουσα, εξ ου και εξεδόθηκαν οι σχετικές επιταγές (τεκμήρια 8, 9 και 10), καθώς ότι είναι πελάτες του εναγόμενου, εξ ου και μεσολάβησε με την τράπεζα για την έκδοση των επιταγών (τεκμήρια 12 και 13). Άλλωστε και ο τραπεζικό ανέφερε ότι οι Igor Crishanenko και Olenin Alexander ήταν πελάτες του εναγομένου. Παρατηρώ εντούτοις οι τρεις επιταγές των τεκμηρίων 8, 9 και 10 φέρουν ημερομηνίες 17.08.2005, 07.07.2005 και 23.08.2005 αντίστοιχα. Οι δυο τελευταίες αφορούν τον Olenin Alexander και η πρώτη τον Igor Crishanenko. Οι επιταγές βεβαίως δεν αποκαλύπτουν το πότε ακριβώς έλαβε χώρα η συναλλαγή μεταξύ ενάγουσας και πελάτη, εφόσον πιθανόν είναι η έκδοση της επιταγής να μην έγινε αυθημερόν της συναλλαγής. Παρ' όλα αυτά για χάρη συζήτησης υποθέτω ότι οι συναλλαγές που αφορούν οι ανωτέρω επιταγές προηγήθηκαν της συναλλαγής του εναγομένου με την ενάγουσα, δηλαδή της 29.07.2005, ημερομηνία που αναφέρεται στα τεκμήρια 1 και
  2. Ο λόγος δια τον οποίο σχολιάζω τούτο είναι γιατί μου φαίνεται παράλογο ότι έμπορας έλαβε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.6.700,00 και λόγω τούτου προχώρησε να δωρίσει στον εναγόμενο που του σύστησε τους εν λόγω πελάτες, προϊόντα αξίας Λ.Κ.2.180,
  3. Ανέρχεται τούτο το ποσό στο 1/3 της είσπραξης της ενάγουσας και αφαιρεί την όποια πειστικότητα από τη θέση της υπεράσπισης ότι τα επίδικα προϊόντα δόθηκαν υπό μορφή φιλοδωρήματος και προμήθειας. Τέλος σημαντικός είναι και ο χρόνος που ο τραπεζικός όχλησε τον εναγόμενο. Διατείνεται ο εναγόμενος ότι εκείνος είναι που πρώτος επικοινώνησε νε το Σεκκέ αφότου βεβαίως μίλησε με τον Παρούτη και έκπληκτος πληροφορήθηκε τα περί υπολοίπου και αγωγής. Ούτε τούτη τη θέση της υπεράσπισης μπορώ να δεχθώ. Κατ' αρχάς δεδομένο είναι ότι όταν ο τραπεζικός επικοινώνησε με τον Παρούτη για να συναντηθούν με τον εναγόμενο κάτι που ζήτησε ο τελευταίος, ο Παρούτης αρνήθηκε λέγοντας ότι έδωσε την υπόθεση στο δικηγόρο. Αυτό καταδεικνύει ότι μετά την καταχώριση της αγωγής ο Παρούτης δεν είχε πρόθεση για συζήτηση. Πολύ πιο σημαντικό όμως είναι ότι ο τραπεζικός, ο οποίος ουδέν όφελος εξυπηρετεί, άλλωστε διατηρεί φιλικές σχέσεις και με τους δυο εμπλεκόμενους, Παρούτη και εναγόμενο, ήταν κάθετος ότι εκείνο που προηγήθηκε ήταν οι διαμαρτυρίες του Παρούτη. Πέραν τούτου όμως, ο τραπεζικός ανέφερε πως όταν μίλησε με τον εναγόμενο ο τελευταίος του είπε ότι δεν χρωστούσε λόγω κάποιων προμηθειών. Με αυτό ως δεδομένο γιατί να δεχθεί να πάρει τον εναγόμενο τηλέφωνο, αν η ροή των γεγονότων είχε ως ο εναγόμενος διατείνεται, αφού γνώριζε την απάντηση. Δεν θα ήταν λογικό στην έκκληση του Παρούτη αμέσως να του πει τη θέση του εναγομένου και να απελευθερωθεί από την υποχρέωση να τηλεφωνήσει; Είμαι γης γνώμης ότι ούτε σε αυτό το ζήτημα ο εναγόμενος είπε την αλήθεια. Εκείνος που πρώτος διαμαρτυρήθηκε στον τραπεζικό ήταν ο Παρούτης και όχι ο εναγόμενος. Η υποβολή όμως και η αλλοίωση των γεγονότων από μέρους του εναγομένου αγγίζει και την εκδοχή για αυτή ακόμη τη διευθέτηση της πρώτης συνάντησης,. Θέλει εν προκειμένω τον τραπεζικό να είναι εκείνος που του τηλεφωνά ώστε να μεριμνήσει να συστήσει τους πελάτες του στην ενάγουσα. Απόμακρο όσο και αν είναι αυτό το γεγονός με το επίδικο ζήτημα, αναδεικνύει όμως την τάση της μαρτυρίας του εναγομένου. Μου φαίνεται παράλογο ότι τραπεζικός λειτούργησε με αυτό τον τρόπο. Αν έτσι είχαν τα πράγματα τότε εκείνος ήταν που μεριμνούσε να συστήσει κόσμο στην ενάγουσα και όχι ο εναγόμενος. Από την άλλη η εκδοχή του τραπεζικού είναι λογικοφανής. Όπως ανέφερε λόγω του ότι την ημέρα εκείνη ήταν μαζί με τον εναγόμενο, τον Igor Crishanenko και ακόμα ένα ρώσο και ήθελα να αγοράσουν οικιακές συσκευές, γι' αυτό σκέφτηκε την ενάγουσα και τους οδήγησε εκεί. Όλα τα πιο πάνω, με πρώτο και καλύτερο βεβαίως το ίδιο το περιεχόμενο των τεκμηρίων 1 και 7, αποκαθηλώνουν τη θέση της υπεράσπισης περί φιλοδωρήματος και χαριστικής πρόθεσης σε σχέση με την παράδοση των αντικειμένων. Για αυτούς λοιπόν τους λόγους απορρίπτω τη θέση του εναγομένου ότι η ενάγουσα του χάρισε τα εν λόγω προϊόντα. Αποτέλεσμα όμως της απόρριψης τούτης της θέσης είναι το αδιαφιλονίκητο γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλαβε από την ενάγουσα τα αντικείμενα που παρήγγειλε και ουδέποτε κατέβαλε την αξία τούτων, δηλαδή Λ.Κ.1.700,
  4. Ως εκ των πιο πάνω, υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου εκδίδεται απόφασης για το ποσό των Λ.Κ.1.700,00 ή αντίστοιχο σε €2.904,62, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής, δηλαδή 13.01.
  5. Επιπλέον υπέρ της ενάγουσας επιδικάζονται και δικηγορικά έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.