← Κύπρος

ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΙΩΑΝΝΑΣ ΖΙΓΚΑ, Αρ. Αγωγής 5937/2009, 25/9/2015

ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. ΙΩΑΝΝΑΣ ΖΙΓΚΑ, Αρ. Αγωγής 5937/2009, 25/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A343 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5937/2009 ΟΠΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 6.12.2010 Μεταξύ: ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενάγοντα και ΙΩΑΝΝΑΣ ΖΙΓΚΑ Εναγομένης Ημερομηνία: 25.9.2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Γ. Ιωάννου, για Γεώργιο Ζ. Γεωργίου Για την Εναγόμενη: κα. Αλίκη Αγρότη, για Αγρότη & Αγρότη Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Δήμος Λευκωσίας αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των €2.076,12σ., ως ποσό που αντιστοιχεί σε φόρο θεάματος 5% επί της τιμής (μη συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α.) συνολικά 1954 εισιτηρίων που πωλήθηκαν σε συναυλία που κατ' ισχυρισμόν διοργάνωσε η Εναγόμενη και η οποία έγινε στις 03/10/2008 στο γήπεδο Ορφέα στη Λευκωσία. Επιπλέον, ο Ενάγων αξιώνει νόμιμο τόκο επί του πιο πάνω ποσού, καθώς επίσης τα δικηγορικά έξοδα της αγωγής, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. Προτού αντιπαραβάλω τις εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων, σημειώνω ότι είναι παραδεκτό ότι, πρώτον, ο Ενάγων είναι δήμος, δεόντως συσταθείς σύμφωνα με τον περί Δήμων Νόμο του 1985, όπως αυτός έκτοτε τροποποιήθηκε, και, δεύτερον, ότι το γήπεδο Ορφέας βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας (βλ. σχετικά την από κοινού δήλωση των συνηγόρων κατά τη δικάσιμο ημερ. 12.1.2015). Α. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ Η εκδοχή του Ενάγοντος ως δικογραφήθηκε στην Έκθεση Απαίτησης (στο εξής «η Ε/Α») αναφέρει ότι: · Κατά ή περί τις 15/07/08 η Εναγόμενη, ως αντιπρόσωπος και/ή ως διοργανωτής και/ή ως υπεύθυνη για τη διεξαγωγή της Συναυλίας με τους Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Χρήστο Θηβαίο, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Τσακνή και άλλους (εφεξής «η Συναυλία»), είχε αποστείλει επιστολή ημερομηνίας 15/07/08 στον Ενάγοντα με την οποία ζητούσε όπως της παραχωρηθεί ο χώρος στάθμευσης Ντ' Αβίλα στις 03/10/2008 για την διεξαγωγή της Συναυλίας. · Ο Ενάγων κατά ή περί τις 22/07/2008 είχε αποστείλει επιστολή ημερομηνίας 21/07/2008 στην Εναγομένη με την οποία την ενημέρωνε ότι συμφωνούσε να παραχωρήσει το χώρο στάθμευσης Ντ'Αβίλα τις 03/10/2008 για την διεξαγωγή της Συναυλίας με συγκεκριμένους όρους και ζητούσε από την Εναγομένη να επιβεβαιώσει γραπτώς την αποδοχή των όρων για την σύναψη συμφωνίας. · Κατά τον ίδιο ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη αφού μελέτησε τους όρους, ενημέρωσε γραπτώς τον Ενάγοντα ότι δεν επιθυμούσαν να χρησιμοποιήσουν το χώρο στάθμευσης Ντ'Αβίλα για τη διεξαγωγή της Συναυλίας και ότι η Συναυλία θα γινόταν στο γήπεδο Ορφέα στην Λευκωσία. Μέχρι του πιο πάνω σημείου, η Εναγόμενη παραδέχεται την εκδοχή του Ενάγοντος (βλ. την παρα. 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης - «Ε/Υ»). Ό,τι αμφισβητεί η Εναγόμενη αφορά στην εκδοχή του Ενάγοντος ως δικογραφείται στις παρα. 6 έως 13 της Ε/Α, ως προς τους εξής ισχυρισμούς γεγονότων: · Παρα. 6: Με επιστολή του Ενάγοντος, ημερομηνίας 21/07/2008, η Εναγόμενη πληροφορήθηκε από τον Ενάγοντα ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες της κείμενης νομοθεσίας και συγκεκριμένα του Νόμου 111/85 όπως αυτός τροποποιήθηκε, αλλά και με βάση τους Δημοτικούς Κανονισμούς που θεσπίστηκαν σύμφωνα με τον ίδιο Νόμο, ο Ενάγων δικαιούται να επιβάλει φόρο, γνωστό ως φόρο θεάματος, σε όλες τις πληρωμές που γίνονται για την θέαση οποιουδήποτε δημόσιου γεγονότος και/ή θεάματος, και το ύψος του φόρου υπολογίζεται σύμφωνα με τους εν λόγω Κανονισμούς. Με την ίδια επιστολή, ο Ενάγων καλούσε την Εναγόμενη όπως προσκομίσει τα εισιτήρια στο Γραφείο Φόρων του Ενάγοντα για σφράγιση πριν την πώληση τους. · Παρα. 7: Κατά ή περί τις 03/10/2008 η Συναυλία έγινε στο γήπεδο Ορφέα στην Λευκωσία και είχαν πωληθεί και/ή αξιοποιηθεί από την Εναγόμενη 1954 εισιτήρια. · Παρα. 8: Καθότι η Εναγόμενη δεν είχε προσκομίσει ως όφειλε σύμφωνα με την νομοθεσία τα εισιτήρια στο Γραφείο Φόρων του Δήμου για να σφραγιστούν και να καταβληθεί ο φόρος πριν τη Συναυλία, ο αρμόδιος υπάλληλος του Ενάγοντα επικοινώνησε με την Εναγόμενη και της επεσήμανε την υποχρέωσή της να καταβάλει το φόρο θεάματος. · Παρα. 9: Με βάση τα όσα ανέφερε ο αρμόδιος υπάλληλος του Ενάγοντα, η Εναγόμενη συμφώνησε προφορικά ότι αμέσως μετά τη Συναυλία θα κατέβαλε το φόρο θεάματος που αντιστοιχούσε για τα καταμετρημένα εισιτήρια, στον αρμόδιο υπάλληλο του Ενάγοντα που θα βρισκόταν στη Συναυλία για σκοπούς καταμέτρησης των εισιτηρίων που θα αξιοποιούνταν στη Συναυλία και για την είσπραξη του ανάλογου φόρου. · Παρα. 10: Παρά τα όσα συμφωνήθηκαν, η Εναγόμενη όταν τελείωσε η Συναυλία και αφού ο αρμόδιος υπάλληλος του Ενάγοντα της ζήτησε να καταβάλει το φόρο θεάματος ως η ως άνω συμφωνία, αυτή αρνήθηκε να το κάνει και υποσχέθηκε ότι θα πλήρωνε το φόρο θεάματος την επόμενη ημέρα το πρωί. · Παρα. 11: Η τιμή του εισιτηρίου ήταν €25, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. δηλαδή €21.25 πλέον Φ.Π.Α. · Παρα. 12: Ο φόρος θεάματος που έπρεπε να καταβάλει η Εναγόμενη στον Ενάγοντα ήταν 5% επί της τιμής έκαστου εισιτήριου (μη συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α.), ήτοι το συνολικό ποσό των €2.076,12. · Παρα. 13: Παρά τις συνεχείς οχλήσεις του ενάγοντα, η Εναγόμενη αρνείται και/ή αμελεί μέχρι και σήμερα να προβεί στην εξόφληση του ως άνω αναφερόμενου ποσού. Β. Η ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Στην Ε/Υ της, η Εναγόμενη αρνείται το περιεχόμενο της παρα. 6 της Ε/Α και ισχυρίζεται ότι τα όσα περιέχονται στην εν λόγω παράγραφο, αφορούν στην περίπτωση όπου η συναυλία θα γινόταν στο χώρο στάθμευσης Ντ' Αβίλα, εξ' ου και η επιστολή ημερομηνίας 21.7.2008 αφορούσε αποδοχή εκ μέρους του Ενάγοντος αιτήματος της Εναγόμενης για διεξαγωγή συναυλίας στο συγκεκριμένο χώρο και μόνο, τον οποίο εν πάση περιπτώσει η Εναγόμενη δεν χρησιμοποίησε γνωστοποιώντας αυτό έγκαιρα στον Ενάγοντα. Από το περιεχόμενο της παρα. 7 της Ε/Α, η Εναγόμενη παραδέχεται ότι την 3.10.2008 διεξήχθη η εν λόγω συναυλία στο γήπεδο Ορφέα, πλην όμως ισχυρίζεται ότι η ίδια δεν έχει καμία σχέση με τη διοργάνωση της εν λόγω συναυλίας ή/και ότι η εν λόγω συναυλία διοργανώθηκε από τρίτα πρόσωπα και όχι την ίδια. Η Εναγόμενη αγνοεί και κατά συνέπεια αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντος που περιέχονται στις παραγράφους 8 έως 12 της Ε/Α και θέτει τον Ενάγοντα σε αυστηρή απόδειξή τους. Περαιτέρω, η Εναγόμενη αρνείται κατηγορηματικά το περιεχόμενο της παρα. 13 της Ε/Α και ισχυρίζεται ότι η τελευταία επικοινωνία που είχε η ίδια με τους Ενάγοντες ήταν η απάντηση της στην επιστολή του Ενάγοντος ημερομηνίας 21.7.2008, με την οποία του γνωστοποιούσε ότι έπαυσε πλέον να ενδιαφέρεται για χρήση του χώρου στάθμευσης Ντ' Αβίλα για διεξαγωγή συναυλίας και επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό της ότι τελικά η συναυλία στο γήπεδο Ορφέα δεν έγινε από την ίδια, αλλά από τρίτα πρόσωπα. Είναι η θέση της Εναγόμενης ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της και ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, με έξοδα υπέρ της και εναντίον του Ενάγοντος. Γ. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΘΕΜΑΤΟΣ Η αξίωση του Ενάγοντος εδράζεται στις διατάξεις του άρθρου 85

(2)(ι)(i) του περί Δήμων Νόμου, Ν.111/85, σε συνδυασμό με τις σχετικές εφαρμοστικές κανονιστικές διατάξεις. Σύμφωνα, με το άρθρο 85
(2)(ι) του περί Δήμων Νόμου, Ν.111/85(στο εξής «ο Νόμος»), ο Ενάγων κέκτηται εξουσίας, μέσω του Δημοτικού Συμβουλίου, να λαμβάνει τις ακόλουθες αποφάσεις προς εφαρμογή εντός των δημοτικών ορίων του ꞉ «(
  1. i)να επιβάλλη τέλος επί όλων των πληρωμών των γενομένων υπό οιουδήποτε προσώπου αίτινες εισπράττονται διά την είσοδον αυτού εις οιονδήποτε δημόσιον θέαμα˙ (
  2. ii)να προνοή ότι ουδέν πρόσωπον θα δύναται επί πληρωμή να εισέρχεται εις οιονδήποτε δημόσιον θέαμα, ειμή μόνον διά εισιτηρίου χαρτοσεσημασμένου ή σημειουμένου κατά τρόπον δεικνύοντα ότι το τέλος επληρώθη˙ (iii) να καθορίζη τον τρόπον καθ' ον το τέλος θα εισπράττεται και πληρώνεται˙ (iν) να εξαιρή της πληρωμής του τέλους ή να επιστρέφη το σύνολον ή οιονδήποτε μέρος του τέλους εις περίπτωσιν οιουδήποτε δημοσίου θεάματος αι εισπράξεις του οποίου εν όλω ή εν μέρει διατίθενται διά φιλανθρωπικούς, εκπαιδευτικούς ή αγαθοεργούς σκοπούς ή διά την προώθησιν των αθλημάτων ή του αθλητισμού.». Ο όρος «δημόσιο θέαμα» καθορίζεται για τους σκοπούς του πιο πάνω άρθρου ότι σημαίνει - «θεατρική, κινηματογραφική, χορευτική, καλλιτεχνική ή άλλη παράσταση ή θέαμα ή οποιοδήποτε είδος ψυχαγωγίας που προσφέρεται σε οποιοδήποτε μέρος στο οποίο προσέρχεται το κοινό, ανεξάρτητα από το αν καταβάλεται ή όχι δικαίωμα εισόδου». Προς εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 85
(2)(ι), το άρθρο 87
(1)(δ) του Νόμου προβλέπει ότι- «87.-
(1)Το συμβούλιον τη εγκρίσει του Υπουργικού Συμβουλίου δύναται από καιρού εις καιρόν να εκδίδη, να τροποποιεί και ανακαλή δημοτικούς κανονισμούς δια πάντας ή οιονδήποτε των ακόλουθων σκοπών: (δ) να καθιστά ικανόν ή να βοηθά το συμβούλιον να εφαρμόζη οιανδήποτε των διατάξεων του άρθρου 85 και να προνοή δια τον καθορισμόν και την καταβολήν οιωνδήποτε δικαιωμάτων, τελών ή επιβαρύνσεων σε σχέση προς αυτάς.». Η φαινομενική προϋπόθεση για έγκριση των δημοτικών κανονισμών από το Υπουργικό Συμβούλιο, η οποία προβλέπεται στην εισαγωγική πρόταση του εδαφίου
(1), αίρεται, όσον αφορά την περίπτωση των Κανονισμών που προβλέπονται στην παρα. (δ), λόγω της ακόλουθης επιφύλαξης που υπάρχει στο τέλος του εδαφίου
(1): «Νοείται ότι, η έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου δεν απαιτείται για την έκδοση δημοτικών κανονισμών που προνοούν για τον καθορισμό τελών και δικαιωμάτων.». Με το εδάφιο
(3)του άρθρου 140 του Νόμου θεσπίστηκε μεταβατική διάταξη δυνάμει της οποίας διατηρήθηκαν σε ισχύ, ως εκδοθέντες δυνάμει του ιδίου Νόμου, όσοι δημοτικοί κανονισμοί είχαν εκδοθεί δυνάμει των καταργηθέντων Νόμων του 1964 έως 1984, μέχρις ότου οι εν λόγω κανονισμοί τροποποιούνταν ή ανακαλούνταν υπό Κανονισμών ή δημοτικών κανονισμών εκδοθησομένων δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, νοουμένου ότι δεν συγκρούονταν προς τις διατάξεις του νέου Νόμου. Δυνάμει της εν λόγω μεταβατικής διάταξης διατηρήθηκαν σε ισχύ οι Δημοτικοί Κανονισμοί Λευκωσίας του 1965 ως είχαν τροποποιηθεί μέχρι την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου του 1985. Έκτοτε οι εν λόγω κανονισμοί έχουν υποστεί περαιτέρω τροποποιήσεις (βλ. τελευταία τροποποίηση με την ΚΔΠ 182/2007). Σύμφωνα με τον κανονισμό 173
(1)(a) των εν λόγω Δημοτικών Κανονισμών καθορίστηκε ως δέσμια αρμοδιότητα του Δημοτικού Συμβουλίου να επιβάλλει τέλος θεάματος σε όλες τις πληρωμές για είσοδο σε δημόσιο θέαμα. Παραθέτω αυτούσιο τον εν λόγω Κανονισμό:- «173.-
(1)(a) The Council shall charge a duty (hereinafter in this Chapter and in the third Schedule hereto called entertainment duty) on all payments made for admission to any public entertainment.». Με τον Κανονισμό 173
(1)(
  1. b)των ιδίων Δημοτικών Κανονισμών καθορίστηκε ότι το τέλος θεάματος θα επιβάλλεται σε % ως αυτό καθορίζεται στον Τρίτο Πίνακα των εν λόγω Κανονισμών και θα είναι πληρωτέο από τον διαχειριστή. Παραθέτω: «(
  2. b)The entertainment duty shall be at the rates set out in the Third Schedule hereto and shall be payable by the manager.». Επισημαίνω ότι ο Τρίτος Πίνακας, ως έχει τελευταία τροποποιηθεί με την ΚΔΠ182/2007, καθορίζει ότι «Επί της τιμής κάθε εισιτηρίου για ένα άτομο θα καταβάλλεται τέλος θεάματος ύψους 5%». Η ΚΔΠ 182/2007 τέθηκε σε ισχύ στις 20.4.2007 και ήταν σε ισχύ καθ' ον χρόνο διεξήχθη η επίδικη συναυλία της παρούσας αγωγής. Ως προς τον τρόπο επιβολής του τέλους θεάματος, οι Κανονισμοί 173
(1)(
  1. c)και (
  2. d)καθορίζουν δύο διαζευκτικούς τρόπους επιβολής του: · είτε με τη σφράγιση των εισιτηρίων από το Συμβούλιο με την προς τούτο παρουσίασή τους από το διαχειριστή στο Συμβούλιο πριν την πώλησή τους (αυτή είναι η περίπτωση του Κανονισμού 173
(1)(c), ο οποίος προβλέπει ότι - "(c) The entertainement duty shall be levied by perforating with a perforating press the tickets of admission which shall be presented by the manager to the Council prior to their sale for the purpose of being so perforated")), ή · με τη χρήση αυτόματης μηχανής εκδόσεως εισιτηρίων η οποία παραχωρείται από το Συμβούλιο στο διαχειριστή έναντι ενοικίου, στην οποία περίπτωση το τέλος θεάματος καταβάλλεται συμφώνως ενδείξεως ταινίας της αυτόματης μηχανής. Με ρητή όμως επιφύλαξη στις ως άνω διατάξεις του Κανονισμού 173
(1)(c)(d), το Δημοτικό Συμβούλιο προνόησε ότι αυτό δύναται, καθ' οιονδήποτε χρόνο, με δημόσια γνωστοποίηση, να καθορίσει και άλλον τρόπο επιβολής του τέλους θεάματος και από τη μέρα τέτοιας γνωστοποίησης η επιβολή του θα διενεργείται κατά τον εν λόγω τρόπο. Παραθέτω: "Provided that the Council may at any time, be public notification, prescribe another manner in which the entertainment duty shall be levied and thereafter the entertainment duty shall be levied in the manner set out in the public notification." Ο Κανονισμός 173
(2)(a) καθιστά σαφές ότι κανένας δεν εισέρχεται σε οποιοδήποτε δημόσιο θέαμα εκτός με εισιτήριο, έστω και αν το εισιτήριο εκδόθηκε δωρεάν, αλλά κανένα δημόσιο τέλος δεν θα χρεώνεται για εισιτήριο που εκδόθηκε δωρεάν. Ο Κανονισμός 173
(2)(b) καθορίζει ότι κάθε εισιτήριο θα κόβεται στα δύο από τον εισπράκτορα των εισιτηρίων στην είσοδο του θεάματος. Το μισό του εισιτηρίου θα επιστρέφεται στον κάτοχό του και το άλλο θα διατηρείται στην κατοχή του διαχειριστή του θεάματος, ο οποίος θα το τοποθετεί σε ειδικό κουτί ξύλινο ή σιδερένιο. Ο Κανονισμός 173
(2)(c) προβλέπει ότι το Συμβούλιο ή ένας αντιπρόσωπος του Συμβουλίου, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος γραπτώς από το Δήμαρχο, θα έχει το δικαίωμα να ανοίγει το κουτί για να εξετάζει το περιεχόμενό του με σκοπό να διακριβώσει τον αριθμό των προσώπων που εισήλθαν στο δημόσιο θέαμα.
(2)(c) The Council or a representative of the Council duly authorized in that behalf in writing by the Mayor shall have the right to open and examine the contents of the aforesaid box for the purposes of ascertaining or checking the number of the persons who had been admitted to the public entertainment." Ο Κανονισμός 173
(3)απαιτεί όπως τα εισιτήρια εμφανίζουν την ακριβή τιμή εισιτηρίου. Ο Κανονισμός 173
(4)προβλέπει τη διαδικασία εξαίρεσης από την υποχρέωση πληρωμής τέλους θεάματος. Ο Κανονισμός 173
(5)προβλέπει ότι το Συμβούλιο ή ένας αντιπρόσωπος του Συμβουλίου, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος γραπτώς από το Δήμαρχο, θα έχει το δικαίωμα να εισέρχεται σε δημόσιο θέαμα και να εξετάζει τα εισητήρια είτε στο ταμείο πληρωμής είτε με τους κατόχους των εισιτηρίων, τους αγοραστές ή άλλως πως, για να διασφαλίζει την τήρηση των διατάξεων των Δημοτικών Κανονισμών και του Τρίτου Πίνακα. "
(5)The Council or a representative of the Council duly authorized in that behalf in writing by the Mayor shall have the right to enter any public entertainment and examine any ticket whether at the cash desk, with the ticket collectors, orderlies, ticket holders, purchasers or otherwise in order to ascertain whether the provisions of this Chapter and of the Third Schedule hereto are complied with." Με βάση τον Κανονισμό 173
(6), διαπράττει αδίκημα κατά παράβαση των πιο πάνω Κανονισμών, μεταξύ άλλων: όποιος πωλεί εισιτήρια (εκτός των δωρεάν εισιτηρίων) τα οποία δεν έχουν σφραγιστεί ότι έχει πληρωθεί γι' αυτά το τέλος θεάματος (βλ. τον Κανονισμό 173
(6)(ii)), ή όποιος εμποδίζει με οποιονδήποτε τρόπο το Συμβούλιο ή τους αντιπροσώπους του από το να εισέρχονται στο δημόσιο θέαμα ή από το να εξετάζουν τα εισιτήρια ή με το να μην επιστρέφει το μισό του εισιτηρίου στον κάτοχό του κατά την είσοδό του στο δημόσιο θέαμα (βλ. τον Κανονισμό 173
(6)(iii)) Για τους σκοπούς των πιο πάνω Κανονισμών, ο όρος διαχειριστής (manager) ερμηνεύεται από τον Κανονισμό 173
(7), έτσι ώστε να σημαίνει - · το πρόσωπο ή τα πρόσωπα στο όνομα του οποίου / των οποίων εκδόθηκε η άδεια για διεξαγωγή του δημόσιου θεάματος, ή · οποιοδήποτε πρόσωπο, υπό την εποπτεία, φροντίδα ή διαχείριση του οποίου διεξάγεται το δημόσιο θέαμα, ή · τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο της γης ή του υποστατικού στο οποίο διεξήχθη το δημόσιο θέαμα. Βάσει επιφύλαξης του Κανονισμού 173
(7), όπου η άδεια δόθηκε στο όνομα πέραν του ενός προσώπου, τότε όλα τα αδειούχα πρόσωπα φέρουν ευθύνη από κοινού ή κεχωρισμένα για την τήρηση των ως άνω κανονιστικών διατάξεων. Παραθέτω: «...For the purposes of this Chapter "manager" means the person in whose name the licence for a public entertainment is granted or any person under whose supervision, care or management, the public entertainment is carried out or the person who is the owner or occupier of the land or building in or on which the public entertainment takes place: Provided that if the licence for public entertainment is granted in the name of two or more persons each of them shall be severally and jointly responsible for the carrying out of the provisions of this Chapter.» Στη νομολογία που ερμηνεύει τις ανωτέρω διατάξεις, ο όρος manager αποδίδεται με τον όρο «διοργανωτής» αντί του όρου «διαχειριστής». Έχει νομολογιακά αποσαφηνιστεί ότι: · Υποκείμενος στο τέλος θεάματος είναι ο θεατής, ο οποίος προσέρχεται για να παρακολουθήσει δια της πληρωμής του εισιτηρίου του το δημόσιο θέαμα. Ο διοργανωτής του δημόσιου θεάματος ενεργεί απλά ως ο εισπράκτορας του τέλους θεάματος, ο οποίος κατά τα λοιπά υπέχει υποχρέωση της απόδοσης των εισπραχθέντων τελών στη δημοτική αρχή που επέβαλε τα τέλη. · Η αποστολή χρεωστικού δελτίου προς το διοργανωτή, στον οποίο αναφέρεται το ποσό του φόρου θεάματος που πρέπει να πληρωθεί, δεν αποτελεί την πράξη επιβολής του φόρου θεάματος. Είναι πράξη εκτέλεσης για την είσπραξη ήδη γενόμενης οφειλής. Παραπέμπω συναφώς προς τα ανωτέρω, στην απόφαση, ημερ. 4.7.2008, στις συνεκδικαζόμενες Αναθεωρητικές Εφέσεις αρ.136/2006 και 137/2006 Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας ν. Δήμου Στροβόλου. Τα γεγονότα στις προμνησθείσες Αναθεωρητικές εφέσεις ήταν ότι οι Εφεσείοντες ασχολούνταν με τη διοργάνωση διαφόρων καλλιτεχνικών εκδηλώσεων. Σε τρεις διαφορετικές ημερομηνίες, το Μάιο 2005, διοργάνωσαν τρεις χωριστές θεατρικές παραστάσεις στο Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου, καθώς και διάφορες άλλες παραστάσεις του Τσίρκου «Circo Medrano», στη λεωφόρο Ιωσήφ Χατζηιωσήφ, όλες τις παραστάσεις εντός των δημοτικών ορίων του Στροβόλου. Ο Δήμος Στροβόλου απέστειλε στους Εφεσείοντες χρεωστικά δελτία για τη φορολογία θεάματος που αντιστοιχούσε στις παραστάσεις. Ασκήθηκαν προσφυγές σε σχέση με τα ποσά των χρεωστικών δελτίων. Ήταν η θέση των Εφεσειόντων ότι παρανόμως ο φόρος θεάματος υπολογίστηκε αφού προστέθηκε στην αξία του εισιτηρίου ο ΦΠΑ. Οι προσφυγές εκδικάστηκαν και απορρίφθηκαν. Εξετάζοντας τις εφέσεις, το Εφετείο κατέληξε ότι η προσβαλλόμενη επιβολή τέλους θεάματος δεν αφορούσε στους εφεσείοντες - διοργανωτές, αφού το δικό τους συμφέρον ήταν έμμεσο και όχι «ίδιον» όπως απαιτείται από το Άρθρο 146.2 του Συντάγματος και πως δεν νομιμοποιούνταν στην άσκηση των προσφυγών. Περαιτέρω κατέληξε ότι τα χρεωστικά δελτία δεν ενσωμάτωναν τα ίδια εκτελεστή διοικητική πράξη, αλλά συνιστούσαν αξίωση ποσών ήδη προκυπτόντων ως οφειλομένων κατά τα προηγηθέντα. Παραπέμπω επίσης στην απόφαση ημερ. 11.7.2014 στην Πολιτική Έφεση Αρ. 348/2010, AOMM Γαλαξίας Παραγωγές Λίμιτεδ -ν- Δήμου Στροβόλου. Τα γεγονότα της υπόθεσης είχαν ως εξής: Για τις επίδικες παραστάσεις εκδόθηκε και πωλήθηκε αριθμός εισιτηρίων εισόδου. Επί της αξίας εκάστου πωληθέντος εισιτηρίου εισόδου, οι Εφεσίβλητοι καθόρισαν και επέβαλαν φόρο θεάματος ίσο προς 15% και εξέδωσαν σχετικά χρεωστικά τιμολόγια, τα οποία και απέστειλαν προς τους Εφεσείοντες. Η αποτυχία των διαβημάτων των Εφεσιβλήτων προς τους Εφεσείοντες για είσπραξη και εξόφληση των προαναφερθέντων τιμολογίων οδήγησε στην καταχώρηση αγωγής . Το Εφετείο επεσήμανε στην απόφασή του τα εξής: «[...] Η πρωτόδικη διαδικασία είχε ως αντικείμενο τη διεκδίκηση, υπό τύπο αστικού δικαιώματος, της καταβολής του αναφερόμενου φόρου θεάματος. Η πράξη που στοιχειοθετούσε το αγώγιμο δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας των Εφεσιβλήτων, άρρηκτα συνυφασμένης με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημόσιου δικαίου. Συνιστούσε διοικητική πράξη νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, η οποία είχε παράξει έννομο αποτέλεσμα. Η αμφισβήτηση της νομιμότητάς της δεν μπορούσε να λάβει χώρα μέσω υπεράσπισης στα πλαίσια διαδικασίας ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, η έλλειψη τέτοιας δικαιοδοσίας αποστερούσε από το πρωτόδικο Δικαστήριο της οποιασδήποτε εξουσίας εξέτασης οιουδήποτε θέματος ουσίας εγειρόταν στα πλαίσια υπεράσπισης και το οποίο ουσιαστικό σκοπό είχε την αμφισβήτηση της νομιμότητας της προαναφερθείσας διοικητικής πράξης. Μια διοικητική πράξη παράγει έννομα αποτελέσματα μέχρι ακύρωσης ή ανάκλησής της. Η υπό εξέταση ούτε ανακλήθηκε, ούτε ακυρώθηκε δικαστικά. Ως απόρροια, συνέχιζε να παράγει έννομα αποτελέσματα και παρείχε, ταυτόχρονα, το δικαίωμα στους Εφεσίβλητους να αξιώνουν την καταβολή των οφειλόμενων τελών. Αξίωση χρηματικής μεν μορφής, η οποία όμως στηριζόταν σε προηγηθείσα διοικητική πράξη. Με βάση τα πιο πάνω, τα επίδικα μέρη της υπεράσπισης που στόχευαν στην αμφισβήτηση της νομιμότητας της απόφασης των Εφεσιβλήτων δεν θα ήταν επιτρεπτό να τεθούν και να κριθούν δικαστικά από το πρωτόδικο Δικαστήριο, λόγω αναρμοδιότητας. Έπλητταν, ουσιαστικά, το θεμέλιο της νομιμότητας της διοικητικής πράξης. [...]τα χρεωστικά δελτία δεν ενσωμάτωναν τα ίδια εκτελεστή διοικητική πράξη αλλά συνιστούσαν αξίωση ποσών ήδη προκυπτόντων ως οφειλομένων κατά τα προηγηθέντα.»» Έχει επίσης τεθεί υπό το φακό του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η περίπτωση όπου αυτός ο οποίος είναι κατά παραδοχή διοργανωτής του δημοσίου θεάματος και υπόχρεος να αποδώσει στο ταμείο του Δήμου τον εισπραχθέντα φόρο θεάματος, αρνείται να το πράξει, επικαλούμενος ότι δεν επεβλήθη ποτέ τέτοιος φόρος από τη στιγμή που πώλησε τα εισιτήρια χωρίς να επικολληθούν σε αυτά τα σχετικά ένσημα του Δήμου Στροβόλου ως απαιτείται βάσει των σχετικών Δημοτικών Κανονισμών του εν λόγω Δήμου (αντίστοιχα προς την υποχρέωση σφράγισης των εισιτηρίων δυνάμει των Δημοτικών Κανονισμών του Δήμου Λευκωσίας). Παραπέμπω, συγκεκριμένα, στην απόφαση ημερ. 16.2.2009, στις Συνεκδικαζόμενες Υποθέσεις Αρ. 997/2005 και 543/2006, D.J. KARAPATAKIS & SONS LTD ν Δήμος Στροβόλου. Στην ως άνω μνημονευθείσα υπόθεση, το Εφετείο είχε να αντιμετωπίσει την εξής επιχειρηματολογία από μέρους των Εφεσειόντων: ότι η απόφαση της Ολομέλειας στις συνεκδικαζόμενες Αναθεωρητικές Εφέσεις αρ.136/2006 και 137/2006 Α.Ο.Μ.Μ. Γαλαξίας ν. Δήμου Στροβόλου διακρίνεται από τη δική τους περίπτωση λόγω του γεγονότος ότι στην παρούσα υπόθεση δεν επικολλήθηκαν ένσημα και οι αιτητές δεν εισέπραξαν φόρο θεάματος από το κοινό. Ο Νικολάτος Δ, όπως ήταν τότε, σημείωσε στην απόφαση του τα εξής: «Η επιβολή τέλους θεάματος προβλέπεται άμεσα από τον Κανονισμό 163 των περί Χωρίων (Διοίκηση και Βελτίωση) Κανονισμών του 1951-1971 (όπως τροποποιήθηκαν) ο οποίος προνοεί μεταξύ άλλων τα ακόλουθα σχετικά:. «163. -
(1)(α) Το Συμβούλιο, θα επιβάλλη τέλος (εν τοις εφεξής καλούμενον τέλος θεάματος) επί όλων των πληρωμών των γενομένων διά είσοδον εις οιονδήποτε θέατρον, κινηματογράφον ή κτίριον, τόπον ή σκηνήν χρησιμοποιουμένην διά την διεξαγωγήν οιασδήποτε θεατρικής παραστάσεως ή διά κινηματογραφική προβολήν ή διά χορόν ή οιανδήποτε δημοσίαν ψυχαγωγίαν ή δημοσίαν συγκέντρωσιν. ............................... (γ) Το τέλος θεάματος θα καταβάλλεται κατόπιν επικολλήσεως ενσήμων υπό του Συμβουλίου επί των εισιτηρίων εισόδου άτινα θα προσάγωνται υπό του Διευθυντού εις το Συμβούλιον προ της πωλήσεώς των διά τον σκοπόν τούτο: Νοείται ότι το Συμβούλιον δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνον, διά δημοσίας γνωστοποιήσεως να ορίζη άλλον τρόπον, καθ΄ ον το τέλος θεάματος θα καταβάλλεται και ακολούθως τούτο θα καταβάλλεται καθ΄ όν τρόπον ορίζεται εν τη δημοσία γνωστοποιήσει. Νοείται περαιτέρω ότι το Συμβούλιον δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνον διά δημοσίας γνωστοποιήσεως να ορίζη ότι αντί του τέλους θεάματος θα πληρώνωνται υφ΄ εκάστου προσώπου λαμβάνοντος άδειαν δυνάμει του Κανονισμού 162 τα εν ταις υποπαραγράφοις (α), (β) και (γ) της παραγράφου
(8)του παρόντος Κανονισμού αναφερόμενα δικαιώματα». Είναι πρόδηλο από τις πιο πάνω κανονιστικές πρόνοιες ότι η υποχρέωση προσκόμισης των εισιτηρίων εισόδου του κινηματογράφου Σίνεπλεξ για κατάλληλη σήμανση και πληρωμή του τέλους θεάματος πριν την πώλησή τους βάρυνε τους ίδιους τους ιδιοκτήτες δηλαδή τους αιτητές. Βάσει δε της παραγράφου
(6)(ν) του Κανονισμού 163 πιο πάνω, μια τέτοια παράλειψη από μέρους των ιδιοκτητών-αιτητών συνιστούσε και ποινικό αδίκημα. Εφόσον οι αιτητές δεν συμμορφώθηκαν με την πιο πάνω επιταγή, ο Δήμος Στροβόλου προέβηκε σε σχετικό διακανονισμό των φορολογικών υποχρεώσεων των αιτητών, στη βάση στοιχείων ή/και καταστάσεων που εξασφάλισε ο ίδιος από εταιρείες διανομής, κινηματογραφικών ταινιών, προς τους αιτητές. Στη βάση των όσων λέχθηκαν και επισημάνθηκαν στην απόφαση της Ολομέλειας (ανωτέρω), η προσβαλλόμενη επιβολή φόρου θεάματος, ως άμεσα συνδεδεμένη με την επιβολή τέλους θεάματος, δεν αφορά τους ίδιους τους αιτητές και επομένως το δικό τους συμφέρον είναι έμμεσο και όχι «ίδιον» όπως απαιτείται από το Άρθρο 146.2 του Συντάγματος. Συνακόλουθα οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην άσκηση των προσφυγών αυτών.». Προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση ότι, αν από έρευνα που διεξάγει ο Δήμος, διαπιστώσει στοιχεία για την πώληση εισιτηρίων και αξιώσει τον αναλογούντα σε αυτά φόρο θεάματος κατά το ποσοστό (%) επί της τιμής των εισιτηρίων που επιβάλλεται από τους Δημοτικούς Κανονισμούς, ο διοργανωτής εφόσον είναι παραδεκτό ότι έχει την ιδιότητα αυτή εν τη εννοία των Κανονισμών, δεν μπορεί να αποφύγει τη δική του αστική ευθύνη έναντι του Δήμου για το μόνο λόγο ότι ο ίδιος παρέλειψε να παρουσιάσει τα πωληθέντα εισιτήρια για σφράγιση ή επικόλληση ενσήμων, αναλόγως του τι προβλέπεται στους σχετικούς Κανονισμούς. Υπό το φως του πιο πάνω νομικού υπόβαθρου, προχωρώ να εξετάσω τις εκατέρωθεν εισηγήσεις των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση. Είναι η θέση του συνηγόρου του Ενάγοντος στην τελική του αγόρευση (βλ. παρα. 12, σελ. 4 αυτής) ότι «η διοικητική πράξη της επιβολής του φόρου θεάματος δεν είναι κάτι το οποίο αφορά την Εναγόμενη. Μάλιστα αυτό φαίνεται να το γνώριζε η Εναγόμενη καθότι κατά την αντεξέταση της, της έγινε σχετική ερώτηση σε σχέση με το προς ποιόν επιβάλλεται ο φόρος θεάματος και απάντησε με σχετική ευκολία ότι η φορολογία αυτή επιβάλλεται από την αρμόδια δημοτική αρχή προς τον θεατή και όχι τον διοργανωτή. Ο διοργανωτής απλά εισπράττει για λογαριασμό του Δήμου.». Πράγματι, η συνήγορος της Εναγομένης αναγνωρίζει στην τελική της αγόρευση (βλ. τελευταία παραγραφο στη σελ. 13) ότι «Είναι γνωστό και βεβαίως παραδεχτό ότι κάθε Δήμος εντός του οποίου διοργανώνεται δημόσιο θέματα οφείλει να εισπράξει φόρο θεάματος ο οποίος ενσωματώνεται επί της τιμής του εισιτηρίου, εισπράττεται δηλαδή από τον θεατή και πληρώνεται στο Δήμο από τον διοργανωτή.». Καταλήγουν αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων στην παρούσα αγωγή να συμφωνούν ότι το επίδικο θέμα στην υπόθεση είναι το εξής꞉ Ήταν η Εναγόμενη διοργανωτής της επίδικης συναυλίας εν τη εννοία του περί Δήμων Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδοθέντων Κανονισμών; Εάν ναι, τότε είναι βάσιμο το δικαίωμα του Δήμου να εισπράξει από αυτήν το φόρο θεάματος που αναλογεί στα πωληθέντα εισητήρια. Εάν όχι, τότε είναι αβάσιμη η έγερση της αγωγής εναντίον της. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, ο Ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Η αρχή αυτή έχει επαναληφθεί στην πρόσφατη απόφαση Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Το νομικό ή γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντος και δεν μεταφέρεται. Το ειδικό βάρος απόδειξης υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Δ. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Με βάση την προεκτεθείσα ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης, για να αποδειχθεί ότι η Εναγόμενη ήταν διαχειρίστρια κατά την έννοια του Κανονισμού 173
(7)των Δημοτικών Κανονισμών Λευκωσίας, θα ήταν αρκετό για τον Ενάγοντα να προσκομίσει μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων - είτε ότι η Εναγόμενη ήταν η ιδιοκτήτρια ή κάτοχος του υποστατικού όπου διεξήχθη η συναυλία, είτε ότι η Εναγόμενη ήταν το πρόσωπο στο όνομα του οποίου εκδόθηκε η άδεια για τη διεξαγωγή της εν λόγω συναυλίας, είτε ότι η Εναγόμενη είχε υπό την εποπτεία, φροντίδα ή διαχείρισή της τη διεξαγωγή της επίδικης συναυλίας. Έστησε την υπόθεσή του ο Ενάγων στη βάση της δεύτερης ή/και τρίτης περίπτωσης ανωτέρω. Δεν έφερε, δηλαδή, μαρτυρία ότι η Εναγόμενη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο η ιδιοκτήτρια ή η κάτοχος του γηπέδου Ορφέας, αλλά ότι εκείνη κίνησε τη διαδικασία για έκδοση άδειας διενέργειας της συναυλίας σε συγκεκριμένο χώρο (τάφρο Ντ' Αβίλα), ότι η άδεια δόθηκε στο όνομά της υπό συγκεκριμένους όρους και ότι όταν αυτή γνωστοποίησε σε αρμόδιο λειτουργό του Δήμου την αλλαγή του χώρου διεξαγωγής της συναυλίας, ο εν λόγω λειτουργός της γνωστοποίησε τηλεφωνικώς ότι η άδεια θα τελούσε υπό τους ίδιους όρους όσον αφορά το τέλος θεάματος. Επειδή όμως η Εναγόμενη παρέλειψε να παρουσιάσει τα εισιτήρια για σφράγιση πριν τη συναυλία, ο Δήμος απέστειλε δύο λειτουργούς του για να είναι παρόντες στο χώρο της συναυλίας, κατά την έναρξη της συναυλίας, για να συλλέγουν τα πωληθέντα εισιτήρια στην είσοδο, έτσι ώστε να μπορέσουν να εφαρμόσουν τις διατάξεις των Δημοτικών Κανονισμών για την είσπραξη του φόρου θεάματος. Σε εκείνο το στάδιο, ως η μαρτυρία που προσκόμισε ο Ενάγων, η Εναγόμενη παρουσιάστηκε στους δύο λειτουργούς ως διοργανώτρια της συναυλίας, τους επέτρεψε να ενεργήσουν ως η εντολή του Δήμου, αλλά αρνήθηκε στο τέλος της συναυλίας να πληρώσει το τέλος θεάματος που αναλογούσε στα καταμετρηθέντα από αυτούς εισιτήρια. Συγκεκριμένα, για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης του Ενάγοντος προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρεις μάρτυρες꞉ αφενός, ο κ. Νίκος Νεοφύτου (στο εξής «ο ΜΕ1»), ο οποίος έδωσε μαρτυρία για το θέμα της αδειοδότησης της διεξαγωγής της συναυλίας, και αφετέρου, οι κ.κ. Λούης Κόνιαλης (στο εξής «ο ΜΕ2») και Κυριάκος Φερεκίδης (στο εξής «ο ΜΕ3»), ως οι εντεταλμένοι λειτουργοί για τη συλλογή των πωληθέντων εισιτηρίων από όσους προσέρχονταν στην είσοδο της συναυλίας και την καταμέτρηση αυτών. Από την άλλη, η Εναγόμενη ήταν η μόνη μάρτυρας που προσήλθε προς υποστήριξη της εκδοχής της υπεράσπισής της, η οποία συνίσταται στο ότι αυτή δεν είναι διοργανώτρια εν τη εννοία των Δημοτικών Κανονισμών, έδωσε μαρτυρία ότι δεν αποδέχθηκε ποτέ τους όρους της άδειας που προοριζόταν για τη διοργάνωση συναυλίας στην τάφρο Ντ' Αβίλα, ότι αυτή ουδέποτε αιτήθηκε άδεια στο όνομά της για τη διεξαγωγή συναυλίας στο γήπεδο Ορφέα και ότι αυτή ουδέποτε συνάντησε τους εντεταλμένους υπαλλήλους του Δήμου κατά την ημερομηνία διεξαγωγής της επίδικης συναυλίας, γι' αυτό και ούτε τους συστήθηκε ως διοργανώτρια ούτε αναγνώρισε ευθύνη να πληρώσει το τέλος θεάματος. Έδωσε λεπτομέρειες για τη δική της ανάμειξη στη διεξαγωγή της συναυλίας για να υποστηρίξει ότι δεν είχε την ευθύνη της διοργάνωσης παρά μόνο της εκπροσώπησης συγκεκριμένων καλλιτεχνών. Παραθέτω πιο κάτω πιο αναλυτικά τη δοθείσα μαρτυρία. Δ.
  1. Η μαρτυρία του ΜΕ1 Ο ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως το Έγγραφο Β. Σε αυτήν αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αυτός κατείχε τη θέση Βοηθού Γραμματειακού Λειτουργού στο Δήμο Λευκωσίας. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν η εποπτεία και η παραχώρηση αδειών προς τους διοργανωτές για σκοπούς εκδηλώσεων και συναυλιών, οι οποίες πραγματοποιούνταν κατά καιρούς εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας. Ο ίδιος δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθώς η Εναγόμενη απευθύνθηκε στον ίδιο στο πλαίσιο των καθηκόντων του για να ρωτήσει πώς μπορεί να χρησιμοποιήσει τους χώρους του Δήμου Λευκωσίας για τη συναυλία της και συνέχισε να επικοινωνεί μαζί του για τη συναυλία που εν τέλει διοργανώθηκε στο γήπεδο Ορφέα στις 3.10.
  2. Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι στις 15.7.2008, τον επισκέφθηκε η Εναγόμενη μαζί με το σύζυγό της στο γραφείο του στο Δημαρχείο και του ανέφερε ότι ήθελε να διοργανώσει συναυλία στην τάφρο Ντ' Αβίλα. Αυτός της εξήγησε ότι τέτοιου είδους αιτήματα υποβάλλονται γραπτώς και της εισηγήθηκε να ετοιμάσει επιστολή και να του την πάρει για να την προωθήσει στο Δημοτικό Γραμματέα. Η Εναγόμενη, προκειμένου να κερδίσει χρόνο, συνέταξε μπροστά στον ΜΕ1 την επιστολή η οποία και κατατέθηκε από τον ΜΕ1 στο Δικαστήριο ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Με την επιστολή αυτή η Εναγόμενη ενυπόγραφα ζητούσε άδεια να της παραχωρηθεί ο χώρος στάθμευσης Ντ' Αβίλα στις 3.10.2008 για τη διεξαγωγή της πιο πάνω συναυλίας, ήτοι της συναυλίας στην οποία, ως περιγράφετο υπό την κεφαλίδα «Θέμα», θα συμμετείχαν οι καλλιτέχνες Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χρήστος Θηβαίος, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, Τσακνής κ.α.. Την επιστολή αυτή ο ΜΕ1 την έστειλε για οδηγίες στο Δημοτικό Γραμματέα του Δήμου, ο οποίος και έδωσε την έγκρισή του στο αίτημα στις 18.7.
  3. Η έγκριση τελούσε υπό τους όρους και προϋποθέσεις που καταγράφονταν στην επιστολή ημερ. 21.7.2008, ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α, την οποία υπέγραψε ο Δημοτικός Γραμματέας και την οποία απέστειλε ο ΜΕ1 στην Εναγόμενη. Συγκεκριμένα, τέθηκαν οι ακόλουθοι όροι꞉ Ο φόρος θεάματος θα εισπραττόταν και θα ήταν 5% επί των σφραγισμένων εισιτηρίων σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία. Ως εκ τούτου, τα εισιτήρια της εκδήλωσης θα έπρεπε, πριν αρχίσει η πώληση τους, να προσκομιστούν από την διοργανώτρια στο Γραφείο του Δήμου για να σφραγιστούν. Το κόστος διάθεσης της τάφρου Ντ' Αβίλα για τη συναυλία θα ήταν €3500 πλέον ΦΠΑ για κάθε έξτρα ημέρα σε περίπτωση που η διοργανώτρια ήθελε να χρησιμοποιήσει την Τάφρο για το στήσιμο της σκηνής ή για πρόβες. Θα έπρεπε να εξασφαλιστούν από τη διοργανώτρια όλες οι απαιτούμενες άδειες σχετικά με τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαιτείτο η έγγραφη αποδοχή των όρων που έθετε ο Δήμος από τη διοργανώτρια. Μετά από μερικές μόνο μέρες από την αποστολή της πιο πάνω επιστολής ως το Τεκμήριο 2, η Εναγόμενη πήγε αυτοπροσώπως στο γραφείο του ΜΕ1 και του πήρε απαντητική επιστολή ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Στην εν λόγω επιστολή αναφερόταν ότι η συναυλία δεν θα γινόταν τελικά στην Τάφρο Ντ' Αβίλα, αλλά στο γήπεδο του Ορφέα. Ακολούθως, ο ΜΕ1 προώθησε την εν λόγω επιστολή στο Δημοτικό Γραμματέα και εκείνος με τη σειρά του ενημέρωσε την τότε Δήμαρχο, Ελένη Μαύρου. Η Δήμαρχος επεσήμανε με εσωτερικό σημείωμά της προς το Δημοτικό Γραμματέα ότι παρά το γεγονός ότι η συναυλία θα γινόταν στο γήπεδο του Ορφέα, εντούτοις οι διοργανωτές θα έπρεπε να εξασφαλίσουν τις απαραίτητες άδειες που χρειάζονταν για τη διοργάνωση της συναυλίας καθώς επίσης να καταβάλουν στο Δήμο το φόρο θεάματος. Το εν λόγω εσωτερικό σημείωμα προωθήθηκε από τον Δημοτικό Γραμματέα προς τον ΜΕ1 στις 28.8.
  4. Την επόμενη μέρα, ήτοι στις 29.8.2008, ο ΜΕ1 ενημέρωσε την Εναγόμενη τηλεφωνικώς σχετικά με τις επισημάνσεις της Δημάρχου. Στις 3.10.2008 ο ΜΕ1 έδωσε εντολή στους υπαλλήλους του Δήμου, Λούη Κόνιαλη και Κυριάκο Φερεκίδη (ΜΕ2 και ΜΕ3), να πάνε στο γήπεδο του Ορφέα και να εισπράξουν το φόρο θεάματος εκ μέρους του Δήμου για τη συναυλία, ως οι γραπτές οδηγίες της Δημάρχου. Καθ' όλη την επικοινωνία που είχε ο ΜΕ1 με την Εναγόμενη, είτε κατ' ιδίαν είτε τηλεφωνικώς είτε γραπτώς, στο διάστημα μεταξύ 15.7.2008 και 29.8.2008, η Εναγόμενη ουδέποτε του ανέφερε είτε ότι δεν ήταν αυτή η διοργανώτρια της συναυλίας είτε ότι αρνείτο να καταβάλει το φόρο θεάματος. Γι' αυτό και έκπληκτος ο ΜΕ1 πληροφορήθηκε για τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης στην παρούσα αγωγή, περί του ότι δεν ήταν αυτή η διοργανώτρια της επίδικης συναυλίας. Όπως εξάλλου πληροφορείται ο ΜΕ1 από τους ΜΕ2 και ΜΕ3, όταν αυτοί πήγαν στο χώρο της συναυλίας για να εισπράξουν το φόρο, η Εναγόμενη τους συστήθηκε ως η διοργανώτρια της συναυλίας. Δ.
  5. Η μαρτυρία του ΜΕ2 Ο ΜΕ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως το Έγγραφο Β. Σε αυτήν αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ίδιος ήταν Επιθεωρητής Καθαριότητας του Δήμου Λευκωσίας και ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν να πηγαίνει ως εντεταλμένος του Δήμου σε διάφορες εκδηλώσεις και συναυλίες οι οποίες πραγματοποιούνταν εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας και να εισπράττει το φόρο θεάματος για λογαριασμό του Δήμου. Αφυπηρέτησε από την υπηρεσία του Δήμου τον Αύγουστο του
  6. Δεν εργάζεται πλέον γι' αυτόν. Είναι συνταξιούχος. Προσήλθε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας γεγονότων, για να δηλώσει αυτά που γνωρίζει για την παρούσα αγωγή από προσωπική ανάμειξη στην υπόθεση. Συγκεκριμένα, ως η θέση του ΜΕ2, αυτός ήταν ένας από τους δύο λειτουργούς του Δήμου που έλαβαν εντολή από το Δήμο για να μεταβούν στη συναυλία που θα γινόταν στις 3.10.2008 στο γήπεδο Ορφέα και να καταμετρήσουν τα εισητήρια για σκοπούς επιβολής του φόρου θεάματος. Συνοψίζω τα κύρια στοιχεία της μαρτυρίας του ΜΕ2, ως προκύπτουν από το Έγγραφο Β꞉ · Οι δύο λειτουργοί που έλαβαν εντολή από το Δήμο να μεταβούν στο χώρο της συναυλίας για την καταμέτρηση των εισητηρίων ήταν αυτός και ο κ. Κυριάκος Φερεκίδης (ο ΜΕ3). · Η εντολή αυτή τους δόθηκε «περί το απόγευμα της 3.10.2008». · Η εντολή που έλαβαν ήταν να πάνε στο χώρο της συναυλίας πιο νωρίς για να εποπτεύσουν τη διαδικασία από την αρχή και τούτο διότι η Εναγόμενη, που ήταν κατ' ισχυρισμόν η διοργανώτρια της συναυλίας, δεν έστειλε στο Δήμο από προηγουμένως τα εισιτήρια εισόδου για να καταμετρηθούν και σφραγιστούν ώστε να μπορεί να επιβληθεί ο φόρος θεάματος. · Ως εκ τούτου, αυτός και ο ΜΕ3 έφθασαν στο χώρο της συναυλίας πριν την έναρξή της και φθάνοντας εκεί ζήτησαν να μιλήσουν με το διοργανωτή της συναυλίας ή με κάποιο υπεύθυνο. Εκεί τους συστήθηκε η Εναγόμενη, η οποία τους είπε ότι αυτή ήταν η διοργανώτρια της συναυλίας και τους ρώτησε τί ήθελαν. · Ακολούθως, οι ΜΕ2 και ΜΕ3 εξήγησαν στην Εναγόμενη το σκοπό της εκεί παρουσίας τους και της ζήτησαν την άδεια να σταθούν αυτοί στις εισόδους της συναυλίας για να μαζέψουν εκεί τα εισιτήρια εισόδου από τους θεατές που θα εισέρχονταν στο χώρο της συναυλίας. Η Εναγόμενη δεν έφερε καμία αντίρρηση. Αποδέχτηκε χωρίς καμία διαμαρτυρία ότι θα έπρεπε να καταβάλει στο Δήμο ως φόρο θεάματος 5% στην τιμή του εισιτηρίου εισόδου της συναυλίας και είπε ότι θα τον πλήρωνε στο τέλος της συναυλίας. Έτσι οι ΜΕ2 και ΜΕ3 στάθηκαν στην πόρτα εισόδου και άρχισαν να μαζεύουν τα εισητήρια. · Στο τέλος της συναυλίας, ο ΜΕ2 καταμέτρησε 1954 εισητήρια για τα οποία θα έπρεπε να πληρωθεί ο φόρος θεάματος. Ζήτησε από την Εναγόμενη να τα καταμετρήσει ξανά στην παρουσία της για να της δείξει πώς κατέληξε στον υπολογισμό του φόρου θεάματος που αυτή θα έπρεπε να πληρώσει στο Δήμο, ως ο διοργανωτής της συναυλίας ο οποίος εισπράττει το φόρο από τους θεατές και έχει ευθύνη να δίδει τα εισπραχθέντα στο Δήμο. Ωστόσο, η Εναγόμενη είπε ότι ήταν πάρα πολύ κουρασμένη και παρακάλεσε τους ΜΕ2 και ΜΕ3 να τη συναντήσουν την επόμενη ημέρα στη μπυραρία Εναλλάξ για να υπολόγιζαν μαζί το φόρο θεάματος που αναλογούσε και να τον κατέβαλλε. Παρά το ότι όρισαν ακριβή ώρα συνάντησης στο Εναλλάξ, εντούτοις εκείνη ουδέποτε πήγε. Της τηλφωνούσε επανειλημμένα εκείνη τη μέρα ο ΜΕ2, αλλά η Εναγόμενη δεν του απαντούσε στο τηλέφωνο. Έκτοτε, ο ΜΕ2 της τηλεφώνησε μερικές φορές και εκείνη έβρισκε προφάσεις για να τον αποφύγει. · Εξαιτίας της συμπεριφοράς της Εναγομένης, ο ΜΕ2 αναγκάστηκε να συντάξει σχετικό Υπόμνημα (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Β) στο οποίο να αναφέρει αναλυτικά τα γεγονότα προς τους ανωτέρους του. Το σύνταξε «μερικές μόνον ημέρες μετά τη συναυλία». · Έχοντας πλέον ενημερωθεί ότι η Εναγόμενη εξακολουθεί να μην έχει καταβάλει στο Δήμο το φόρο θεάματος για τη συγκεκριμένη συναυλία και ότι αυτή αρνείται ότι ήταν η διοργανώτρια της επίδικης συναυλίας και λέγει ότι η συναυλία έγινε από τρία άλλα πρόσωπα, ο ΜΕ2 δηλώνει απερίφραστα ότι είναι αναληθής αυτός ο ισχυρισμός της Εναγομένης, πρώτον, διότι τη μέρα της συναυλίας η ίδια του συστήθηκε προσωπικά ως η διοργανώτρια της συναυλίας, δεύτερον, διότι ουδέποτε του ανέφερε ότι τρίτα πρόσωπα ήταν οι διοργανωτές και, τρίτον, διότι το μόνον που ισχυρίστηκε για να αναβάλει την καταβολή του φόρου για την επαύριον ήταν ότι η ίδια ήταν κουρασμένη στο τέλος της συναυλίας για να γίνει η καταμέτρηση των εισητηρίων. Πιστεύει ο ΜΕ2 ότι η Εναγόμενη εγείρει τώρα τον συγκεκριμένο ισχυρισμό εκμεταλλευόμενη την εμπιστοσύνη που εκείνος της έδειξε, μη ζητώντας της να καταβάλει αμέσως το φόρο θεάματος τη νύχτα της συναυλίας. Διευκρίνισε ο ΜΕ2 στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Β) ότι, όταν αυτός κλήθηκε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας, επιχείρησε να καταμετρήσει εκ νέου τα αποκόμματα των εισητηρίων της εν λόγω συναυλίας που είχε παραδώσει στο Δήμο για φύλαξη και διαπίστωσε ότι κάποια από αυτά πρέπει να έχουν απωλεσθεί με την πάροδο του χρόνου, αφού στα αρχεία του Δήμου εντοπίστηκαν μόνο 1741 τέτοια αποκόμματα εισητηρίων, τα οποία και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β. Σημειωτέον ότι ο αριθμός των αποκομμάτων εισητηρίων που κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Β, ήτοι 1741, επιβεβαιώθηκε ως ορθός κατόπιν καταμέτρησής τους στην παρουσία της συνηγόρου της Εναγομένης. Δ.
  7. Η μαρτυρία του ΜΕ3 Ο ΜΕ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως το Έγγραφο Γ. Σε αυτήν αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο ο ίδιος ήταν Βοηθός Επιθεωρητής Καθαριότητας του Δήμου Λευκωσίας και ανάμεσα στα καθήκοντά του ήταν να πηγαίνει ως εντεταλμένος του Δήμου σε διάφορες εκδηλώσεις και συναυλίες οι οποίες πραγματοποιούνταν εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λευκωσίας και να εισπράττει το φόρο θεάματος για λογαριασμό του Δήμου. Όσον αφορά την επίδικη συναυλία, ο ΜΕ3 δήλωσε ότι αυτός και ο ΜΕ2 ήταν τα πρόσωπα που έλαβαν την εντολή να μεταβούν στο χώρο της συναυλίας για να καταμετρήσουν τα εισιτήρια εισόδου που είχαν κοπεί και να υπολογίσουν το τέλος θεάματος. Αφού έλαβαν την εντολή, πήγαν μισή ώρα πριν ανοίξει η είσοδος της συναυλίας στο γήπεδο Ορφέα και ζήτησαν να μιλήσουν με το διοργανωτή της συναυλίας ή με κάποιο υπεύθυνο. Τότε τους συστήθηκε η Εναγόμενη η οποία τους είπε ότι ήταν η διοργανώτρια της συναυλίας. Της ζήτησαν την άδεια να σταθούν στις εισόδους για να μαζεύουν τα εισιτήρια εισόδου. Η Εναγόμενη δεν έφερε αντίρρηση και αποδέχτηκε χωρίς συζητήσεις το γεγονός ότι ως διοργανώτρια έπρεπε να καταβάλει το τέλος θεάματος προς το Δήμο και είπε ότι θα τον πλήρωνε στο τέλος της συναυλίας. Γι' αυτό και οι ΜΕ2 και ΜΕ3 στάθηκαν στην είσοδο, μάζεψαν τα εισιτήρια από όσους εισέρχονταν στο χώρο και στο τέλος της συναυλίας καταμέτρησαν 1954 εισιτήρια στα οποία θα έπρεπε να καταβληθεί το τέλος θεάματος. Στο τέλος της συναυλίας ο ΜΕ2 ζήτησε από την Εναγόμενη να μετρήσει ξανά τα εισιτήρια στην παρουσία της για να υπολογίσουν μαζί το τέλος θεάματος που θα έπρεπε να εισπράξουν από αυτήν, αλλά εκείνη του είπε ότι επειδή η ώρα ήταν προχωρημένη και ήταν πολύ κουρασμένη, τους παρακάλεσε να τη συναντήσουν την επόμενη μέρα στην μπυραρία Εναλλάξ για να υπολογίσουν το ποσό. Όρισαν ακριβή ώρα συνάντησης, την αποχαιρέτησαν και έφυγαν. Ο ΜΕ2 πήγε την επόμενη μέρα, ως είχε συμφωνηθεί, να συναντήσει την Εναγόμενη, αλλά εκείνη δεν πήγε ποτέ. Στη συνέχεια της τηλεφώνησαν αρκετές φορές για να έρθει να καταβάλει το φόρο αλλά αυτή έβρισκε διάφορες δικαιολογίες και το απέφευγε. Εξαιτίας της στάσης της αυτής, ο ΜΕ2 ετοίμασε ένα υπόμνημα στο οποίο εξηγούσε τα πάντα για την υπόθεση και το προώθησε στους ανωτέρους τους. Ο ΜΕ3 συμφωνεί με το περιεχόμενο του εν λόγω υπομνήματος. Επισημαίνει ο ΜΕ3 ότι ο ισχυρισμός της Εναγόμενης στην αγωγή ότι αυτή δεν ήταν διοργανώτρια της συναυλίας είναι αναληθής διότι ουδέποτε τους ανέφερε ότι δεν ήταν αυτή η διοργανώτρια ή/και ότι θα έπρεπε να απευθυνθούν σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Δ.
  8. Η μαρτυρία της Εναγόμενης Η Εναγόμενη υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε ως το Έγγραφο Δ. Στη γραπτή της δήλωση, η Εναγόμενη αναφέρει ότι από το έτος 1997 αυτή και ο σύζυγός της διατηρούν τη μουσική σκηνή με την επωνυμία Εναλλάξ στη Λευκωσία όπου διοργανώνουν εκδηλώσεις και μικροσυναυλίες. Περί το έτος 1998 γνωρίστηκαν με τον καλλιτέχνη Χρήστο Θηβαίο και έκτοτε έχουν πολύ καλές σκέψεις. Είναι κουμπάροι. Αυτοί τον πάντρεψαν και εκείνος τους βάφτισε το γιο τους. Κατά το καλοκαίρι του 2008 επικοινώνησε με την Εναγόμενη και το σύζυγό της ο κ. Γιάννης Τανής, ιδιοκτήτης σειράς περιπτέρων στη Λευκωσία με την ονομασία Service Point και τους ενημέρωσε ότι ενδιαφερόταν να διοργανώσει μια ροκ συναυλία αρχές Φθινοπώρου με διάφορους μεγάλους καλλιτέχνες, όπως οι Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χρίστος Θηβαίος, Διονύσης Τσακνής κ.α. Τους ζήτησε να συνεργαστούν διότι ο ίδιος δε είχε ιδέα από συναυλίες. Συμφώνησαν αρχικά να προβούν σε έρευνα για να κοστολογήσουν τη συγκεκριμένη συναυλία για να του απαντήσουν αν θα μπορούσαν να λάβουν μέρος στη διοργάνωση της συναυλίας. Ως πρώτο θέμα τέθηκε ο χώρος που θα διεξαγόταν η συναυλία. Επειδή η Εναγόμενη δεν είχε ποτέ προηγουμένως διοργανώσει συναυλία στο χώρο στάθμευσης Ντ' Αβίλα και δεν γνώριζε τις απαιτήσεις του Δήμου, αποφάσισε να επισκεφθεί τον αρμόδιο λειτουργό για να πάρει πληροφορίες. Κατά ή περί τις 15.7.2008 η Εναγόμενη επισκέφθηκε το Δημαρχείο, όπου την παρέπεμψαν στον ΜΕ1, τον οποίο η ίδια γνωρίζει διότι είναι ο υπεύθυνος για την έκδοση και ανανέωση των ετήσιων αδειών που χρειάζονται για τη λειτουργία των κέντρων αναψυχής. Παραδέχεται η Εναγόμενη ότι προϊόν της συνάντησής της με τον ΜΕ1 στις 15.7.2008 ήταν η συνταχθείσα και υπογραφείσα από την ίδια επιστολή ημερ. 15.7.2008 ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Αρνείται όμως η Εναγόμενη ότι με την εν λόγω επιστολή η ίδια εκδήλωσε τη βούλησή της για υποβολή αίτησης για άδεια διεξαγωγής της επίδικης συναυλίας ή/και ότι υπέβαλε τέτοια αίτηση. Αυτό είναι το 1ο σημείο επί του οποίου χρειάζεται το Δικαστήριο να αξιολογήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων και να διατυπώσει εύρημα γεγονότων. Συγκεκριμένα, είναι ο ισχυρισμός της Εναγομένης, (βλ. την παρα. 7 του Εγγράφου Δ) ότι κατά τη συνάντησή της με τον ΜΕ1 στις 15.7.2008 εκείνος της εισηγήθηκε «να υποβάλει τυπικά μια αίτηση» έτσι ώστε να κρατηθεί η συγκεκριμένη ημερομηνία και για να της γνωστοποιηθεί επίσημα το κόστος ενοικίασης, το οποίο εκείνος υπολόγιζε περί τις €3.500, χωρίς όμως να μπορεί να δεσμευθεί έναντί της για το τελικό ποσό, επειδή θα υπήρχαν και επιπλέον χρεώσεις. Συνεχίζει η Εναγόμενη και λέγει «Εγώ αρχικά αντέδρασα λόγω του ότι ο σκοπός της συνάντησής μας στο γραφείο του ήταν για να πάρω πληροφορίες και όχι για να υποβάλω αίτηση, αλλά αφού μου επιβεβαίωσε ότι η πράξη αυτή ήταν τυπική, μου έδωσε μια κόλλα χαρτί και μου υπαγόρευε τι έπρεπε να γράψω ώστε να το προωθήσει στους ανωτέρους του, για να έχουμε την τελική θέση του Δήμου Λευκωσίας.». Παραδέχεται επίσης η Εναγόμενη (βλ. την παρα 9 του Εγγράφου Δ) ότι σε συνέχεια της επιστολής ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α, αυτή παρέλαβε στην ταχυδρομική διεύθυνση του Εναλλάξ την επιστολή, ημερ. 21.7.2008, ως είναι το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Ισχυρίζεται όμως (βλ. παρα. 9 έως 11 του Εγγράφου Δ) ότι αυτή ουδέποτε έδωσε τη συγκεκριμένη διεύθυνση ως διεύθυνση αλληλογραφίας της, ούτε την πήραν τηλέφωνο από το Δημαρχείο για να της την ζητήσουν και να την έδωσε. Είναι η πεποίθηση της Εναγομένης ότι η συγκεκριμένη επιστολή στάληκε στη διεύθυνση του Εναλλάξ επειδή ο ΜΕ1 ήξερε ότι είναι η ιδιοκτήτρια του συγκεκριμένου χώρου. Λέγει η Εναγόμενη στην παρα. 15 του Εγγράφου Δ ότι, επειδή με την επιστολή ημερ. 21.7.2008 ο Δήμος ζητούσε να επιβεβαιωθεί έγκαιρα η αποδοχή των όρων διεξαγωγής της συναυλίας, η Εναγόμενη επικοινώνησε με τον ΜΕ1 και τον ενημέρωσε ότι δεν ενδιαφέρεται πλέον για τη συναυλία. Ως ο ισχυρισμός της, «Του είπα μάλιστα, φιλικά, ότι υπάρχει πιθανότητα η συναυλία να γίνει στο γήπεδο Ορφέα από άλλους, σίγουρα όχι από εμένα». Σχετική η παρα. 15 του Εγγράφου Δ. Αυτό είναι το 2ο σημείο επί του οποίου χρειάζεται το Δικαστήριο να αξιολογήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων και να διατυπώσει εύρημα γεγονότων. Παραδέχεται η Εναγόμενη ότι ο ΜΕ1 της ζήτησε τότε να ενημερώσει το Δήμο γραπτώς και έτσι, ως ο ισχυρισμός της Εναγομένης στην παρα. 16 του Εγγράφου Δ, αυτή προχώρησε και ετοίμασε μία ενυπόγραφη επιστολή ημερ. 21.7.2008, την οποία απέστειλε στο Δήμο και με την οποία τους γνωστοποιούσε ότι δεν υπήρχε πλέον ενδιαφέρον για χρήση του χώρου στάθμευσης Ντ' Αβίλα. Αυτή ήταν και η τελευταία επικοινωνία που ισχυρίζεται η Εναγόμενη (βλ. την παρα. 19 του Εγγράφου Δ) ότι η ίδια είχε με το Δήμο όσον αφορά το ζήτημα της διοργάνωσης συναυλίας. Αυτό είναι το 3ο σημείο επί του οποίου χρειάζεται το Δικαστήριο να αξιολογήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων και να διατυπώσει εύρημα γεγονότων. Την επιστολή ημερ. 21.7.2008 που η Εναγόμενη συνέταξε και απέστειλε στο Δήμο δεν την προσκόμισε η ίδια στο Δικαστήριο για να κατατεθεί ως τεκμήριο. Ισχυρίζεται στην παρα. 17 του Εγγράφου Δ, ότι αυτή έψαξε για να βρει αντίγραφό της, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Λέγει ότι έκτοτε έχει αλλάξει τον υπολογιστή της και δεν κράτησε αντίγραφο. Αρνείται πάντως η Εναγόμενη ότι η επιστολή που η ίδια συνέταξε και απέστειλε στο Δήμο είναι αυτή που κατέθεσε ο ΜΕ1 ως Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Αυτό είναι το 4ο σημείο επί του οποίου χρειάζεται το Δικαστήριο να αξιολογήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων και να διατυπώσει εύρημα γεγονότων. Συγκεκριμένα, στην παρα. 18 του Εγγράφου Δ, η Εναγόμενη δηλώνει «απόλυτα σίγουρη» ότι δεν είναι αυτή η συντάκτης του εν λόγω εγγράφου. Επισημαίνει, συναφώς, ότι στο Τεκμήριο 3 υπό το Έγγραφο Α δεν υπάρχει πουθενά η υπογραφή της και αποκλείει να έστειλε στο Δήμο μια ανυπόγραφη επιστολή. Επιπρόσθετα, επισημαίνει ότι η ίδια χρησιμοποιεί πάντα για τις επιστολές της τη γραμματοσειρά Ariel και όχι αυτήν που φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι αυτή δεν θα έκανε αναφορά σε επιστολή ημερ. 22.7.2008, εφόσον η επιστολή του Δήμου που αυτή είχε παραλάβει ήταν ημερομηνίας 21.7.
  9. Τέλος, παρατηρεί ότι η επιστολή ως το Τεκμήριο 3, δεν φέρει καμία σφραγίδα του Δημαρχείου ότι «Λήφθηκε». Παραδέχεται η Εναγόμενη ότι διεξήχθη πράγματι στις 3.10.2008 στο γήπεδο Ορφέα, μία συναυλία με τη συμμετοχή του Χρήστου Θηβαίου. Λέγει μάλιστα ότι αυτή ήταν που διαπραγματεύτηκε τους όρους συμμετοχής του στη συναυλία. Παραδέχεται επίσης ότι το Εναλλάξ ήταν σημείο προπώλησης εισιτηρίων της συναυλίας. Σχετική η παρα. 20 υπό Έγγραφο Δ. Απορρίπτει όμως κατηγορηματικά η Εναγόμενη τον ισχυρισμό των ΜΕ2 και ΜΕ3 ότι αυτή ήταν το άτομο που δήλωσε ή/και παρουσιάστηκε σε αυτούς ως η διοργανώτρια της συναυλίας πριν την έναρξη της συναυλίας. Αυτό είναι το 5ο σημείο επί του οποίου χρειάζεται το Δικαστήριο να αξιολογήσει την αξιοπιστία των μαρτύρων και να διατυπώσει εύρημα γεγονότων. Ειδικότερα: Η Εναγόμενη αντιτάσσει την εκδοχή (βλ. την παρα. 28 του Εγγράφου Δ) ότι τη μέρα της συναυλίας αυτή πήγε στο γήπεδο Ορφέας γύρω στις 9:30 μ.μ. συνοδεύοντας τους καλλιτέχνες Χρήστο Θηβαίο και Βασίλη Παπακωνσταντίνου, γιατί οι καλλιτέχνες αυτοί θα έκλειναν τη συναυλία και δεν συνηθίζεται να πηγαίνουν από την έναρξη της συναυλίας. Υποστηρίζει επίσης ότι λόγω του ότι η συναυλία είχε ήδη αρχίσει όταν αυτή και οι καλλιτέχνες έφτασαν στο χώρο, δεν πέρασαν από την κύρια είσοδο της συναυλίας, αλλά τους άνοιξαν την πύλη πίσω από τα παρασκήνια, όπου άφησαν το όχημά τους και με τον ίδιο τρόπο έφυγαν. Η ίδια παρέμεινε συνέχεια στα παρασκήνια με τους καλλιτέχνες μέχρι τη λήξη της συναυλίας, οπότε τους πήρε με το αυτοκίνητο στο ξενοδοχείο. Σε καμία χρονική στιγμή δεν κάθισε η ίδια στην είσοδο του χώρου της συναυλίας, ούτε πέρασε από κει. Η ίδια προσωπικά δεν είχε καμία ανάμειξη με τα εισιτήρια εισόδου. Η Εναγόμενη αρνείται (βλ. την παρα. 29 του Εγγράφου Δ) ότι αυτή κανόνισε ραντεβού την επομένη της συναυλίας στο Εναλλάξ για δήθεν πληρωμή του φόρου θεάματος και αρνείται ότι είπε σε οποιονδήποτε ότι δήθεν ήταν κουρασμένη, αφού αντιθέτως αυτή μετά τη συναυλία συνέχισε να εργάζεται κανονικά στο Εναλλάξ. Η πρώτη φορά που η Εναγόμενη θυμάται να της ανέφερε κάποιος ότι είχε οφειλή για τέλος θεάματος για την επίδικη συναυλία, ήταν περί τις αρχές του 2009, όταν επικοινώνησε μαζί της τηλεφωνικώς ένας κύριος, του οποίου όμως το όνομα δεν συγκράτησε. Αυτή του εξήγησε ότι δεν είχε καμία σχέση με τη διοργάνωση της συναυλίας. Έκτοτε, ουδείς άλλος επικοινώνησε μαζί της, ούτε έλαβε οποιαδήποτε επιστολή για το θέμα, παρά μόνον καταχώρησε την αγωγή περί το τέλος του
  10. Σχετική η παρα. 30 του Εγγράφου Δ. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του ΜΕ3 ότι αναγνώρισε την Εναγόμενη στο Δικαστήριο ως το πρόσωπο που του παρουσιάστηκε ως η διοργανώτρια της συναυλίας και ότι τη θυμόταν επειδή του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση το ότι τα χέρια της ήταν γεμάτα tattoo, η Εναγόμενη δηλώνει ότι αυτή ουδέποτε είχε tattoo, ούτε προσωρινά ούτε μόνιμα. Σχετική η παρα. 32 του Εγγράφου Δ. Καταλήγει η Εναγόμενη να εισηγείται στο Δικαστήριο ότι ο μόνος λόγος που ο Δήμος Λευκωσίας στρέφεται προς την ίδια για να αξιώσει την καταβολή του τέλους θεάματος είναι επειδή υπήρχε η αρχική χειρόγραφη επιστολή της, ημερ. 15.7.2008 καθώς και τα στοιχεία της στα αρχεία του Δήμου, ενώ προφανώς από λάθος οι αρμόδιοι υπάλληλοι του Δήμου δεν κράτησαν τα στοιχεία του κ. Τανή ή της Service Point που είναι οι πραγματικοί διοργανωτές. Είναι η εισήγησή της, ότι η απόφαση του Δήμου να κινηθεί εναντίον της είναι προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων. Σχετική η παρα. 31 του Εγγράφου Δ. Όσον αφορά την εμπλοκή και ανάμειξη του κ. Τανή στη διοργάνωση της συναυλίας, η Εναγόμενη εισήγαγε με τη γραπτή της δήλωση την ακόλουθη εκδοχή: · Παρα. 21: «Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η συμφωνία με τους καλλιτέχνες, είναι ο ακόλουθος. Έρχομαι σε επαφή με το γραφείο του καλλιτέχνη στην Ελλάδα και ενημερώνω ότι μου ζητήθηκε η παρουσία του για τη συμμετοχή στη συγκεκριμένη συναυλία. Το γραφείο στην Ελλάδα με ενημερώνει κατά πόσο ο καλλιτέχνης μπορεί να παρευρεθεί τη συγκεκριμένη ημερομηνία και ποιες οι απαιτήσεις του καλλιτέχνη και από εκεί και πέρα, οργανώνονται τα υπόλοιπα, όπως αριθμός αεροπορικών εισιτηρίων, που χρειάζονται για ολόκλητο το μουσικό σχήμα, ξενοδοχεία, οι απαιτήσεις των καλλιτεχνών για τη σκηνή, τον ήχο, τον φωτισμό, κλπ.». · Παρα. 22: «Το γραφείο στην Ελλάδα θέλει να ξέρει πού ακριβώς θα γίνει η συναυλία, εάν είναι σε μαγαζί, δηλαδή κλειστό χώρο όπως σε γήπεδο, ώστε οι καλλιτέχνες να προετοιμαστούν κατάλληλα και να σταλούν οι απαιτήσεις τους για ήχο και φωτισμό. Επίσης, ζητά να παρουσιαστούν οι προκρατήσεις αεροπορικών εισιτηρίων αλλά και κάτι που να αποδεικνύει ότι ο διοργανωτής έχει την οικονομική δυνατότητα να καλύψει τα έξοδα των καλλιτεχνών. Γι' αυτό το λόγο ζήτησα από τον Γιάννη Τανή, όπως μου παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία για αυτά, για να τα προωθήσω στην Ελλάδα, ως η πρακτική που ακολουθείται.». · Παρα. 23: «Μου έδωσε, και εγώ με τη σειρά μου προώθησα στο γραφείο των καλλιτεχνών, απόδειξη πληρωμής μέρους του ενοικίου του γηπέδου με ημερ. 06.09.08.». · Παρα. 24: «Ακολούθως, η Service Point μου απέστειλε, επίσης για να προωθήσω στην Ελλάδα, τις κρατήσεις των αεροπορικών εισιτηρίων των καλλιτεχνών και των μουσικών τους.». · Παρα. 25: «Και προς απόδειξη της οικονομικής του δυνατότητας κάλυψης της αμοιβής των καλλιτεχνών, ο κ. Τανής μου έδωσε και έστειλα επιστολή της SERVICE POINT ΗΜΕΡ. 25.8.2008 προς την Τράπεζα Κύπρου, με την οποία ενημέρωναν για τη συναυλία και ζητούσαν τη στήριξη της συναυλίας μέσω χορηγίας.». (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι του Δικαστηρίου.) Καταλήγει η Εναγόμενη, υπό το φως των ανωτέρω δηλώσεών της, να εισηγείται ότι η ίδια μεσολάβησε μόνο για να φέρει καλλιτέχνες στην Κύπρο, αλλά δεν διοργάνωσε τη συναυλία και κατά συνέπεια δεν είναι υπόχρεη στην καταβολή του τέλους θεάματος. Ε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και, στη βάση των δικών του ευρημάτων ως προς τα γεγονότα, να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης, το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται. Ωστόσο, η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως επιπέδου απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614).). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Ασφαλώς, κρίση του δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας δεν δύναται να έχει ως μόνο οδηγό την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Αποτιμάται η συνολική παρουσία καθενός μάρτυρα στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας του χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη) - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Το περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα υποβάλλεται στη βάσανο της λογικής με γνώμονα και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής. Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Η ύπαρξη αντιφάσεων σε επουσιώδη και δευτερευούσης σημασίας ζητήματα δεν οδηγεί σε κατάληξη περί αναξιοπιστίας του μάρτυρα (Καρεκλά ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 144/13, ημ. 25.11.13, Δρουσιώτης ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 110/12, ημ. 18.7.13, Ζεβρού και Άλλου ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ΠΕ 42/09, ημ. 14.1.13, Παναγιώτου ν Φιλιπένκο, ΠΕ 316/08, ημ. 20.3.12, CNH Capital Markets Ltd και Άλλων ν Shanghailink Investment Co Ltd, ΠΕ 255/07, ημ. 13.3.12). Τέτοιες μικροαντιφάσεις - που σε κάποιες περιπτώσεις είναι και φυσιολογικό να υπάρχουν ως εκ της φύσης της μαρτυρίας (Τιμοθέου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 24/12, ημ. 23.10.12) και της ιδιότητας με την οποία καταθέτει ο κάθε μάρτυς (Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599) - μπορεί να οδηγήσουν σε ενδυνάμωση της αξιοπιστίας του μάρτυρα, ο οποίος μπορεί να φαίνεται ότι διατυπώνει με φυσικό τρόπο τα γεγονότα όπως τα αντιλήφθηκε και αποτύπωσε στη μνήμη. Αυτές οι μικροαντιφάσεις, ενδεχομένως να θεωρηθούν ότι θεμελιώνουν μια μαρτυρία που κατά τα άλλα είναι πειστική και να καταδείχνουν σε έλλειψη προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων (Σιβιτανίδης και Άλλος ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 166, Ιωάννου ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 104, Πιτσιάλη ν Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 650, Γιαννίδης ν Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 143). Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Όπως, περαιτέρω, λέχθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 στη σελ. 721 λέχθηκε ότι: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.LR. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απρόοπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεση τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophvtou and Οthers
(1983)1 C.LR. 669, 680). Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξ απήνης.». Περαιτέρω, στην Γιώργου Παπαγεωργίου ν Λούης Κλάππας (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ 24 σημειώθηκαν τα εξής꞉ «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. [...] Ο δικηγόρος του εφεσείοντα παραδέχθηκε ότι ο λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της έφεσης δεν είχε εγερθεί ρητά με την υπεράσπιση. Εισηγήθηκε όμως, ότι είχε εγερθεί έμμεσα με τη γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στην απαίτηση προς υποστήριξή της· όπως επίσης και με την αναφορά, που έγινε, ομολογουμένως συμπτωματική, κατά τη διάρκεια της δίκης. Δε συμφωνούμε. Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική.». Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα και της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς. Όπως λέχθηκε στην Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676: «Δεν διαπιστώνεται όμως καμία ουσιώδης παρέκκλιση μεταξύ δικογραφίας και μαρτυρίας, που είναι βέβαια επιτρεπτό από το Δικαστήριο να εντοπίζεται ως στοιχείο για την τυχόν αξιοπιστία του διαδίκου (δέστε Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Έχοντας κατά νου τις ανωτέρω αρχές, αξιολογώ τη δοθείσα μαρτυρία ως ακολούθως: Η μαρτυρία του ΜΕ1 Η γενική εντύπωσή μου για τη μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν θετική. Μίλησε με ύφος βεβαιότητας για όσα κατέθετε, χωρίς προσπάθεια ωραιοποίησης ή κάλυψης κενών. Δεν παρεκτράπηκε από τη δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντα. Παρέθεσε έγγραφες αποδείξεις για αυτά που έλεγε, ήτοι όλη την αλληλογραφία που είχε στο αρχείο του Δήμου αναφορικά την παρούσα υπόθεση και ήταν σε θέση αντεξεταζόμενος να επεξηγήσει κάθε ένα σημείο που του υποδείκνυε η συνήγορος Υπεράσπισης. Λαμβάνω επίσης υπόψη ότι, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι γνώριζε την Εναγόμενη από προηγουμένως στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων του στο Δήμο, την είδε και αναγνώρισε που ήταν στην αίθουσα του Δικαστηρίου καθ' ον χρόνο αυτός έδιδε μαρτυρία ενόρκως και δεν έδειξε να τον επηρεάζει η παρουσία της Εναγομένης. Απεναντίας, ο ΜΕ1 υπήρξε άνετος στο λόγο του. Δεν ανασκεύασε σε κανένα σημείο τις δηλώσεις του. Δεν διέκρινα αντίφαση ανάμεσα σε όσα είπε κατά την κυρίως εξέτασή του και σε εκείνα που είπε αντεξεταζόμενος. Επί της ουσίας της μαρτυρίας του κρίνω αβάσιμα τα σημεία επί των οποίων αμφισβητήθηκε η αξιοπιστία των δηλώσεών του ως σκιαγραφείται στην τελική αγόρευση της συνηγόρου Υπεράσπισης. Λαμβάνω υπόψη ότι, κατ' αρχάς, αντεξετασθείς, ο ΜΕ1 ήταν σταθερός στη μαρτυρία του ότι η Εναγόμενη του παρουσιάστηκε ως διοργανώτρια της συναυλίας και όχι απλώς ως αντιπρόσωπος των καλλιτεχνών. Δεν προσδιόρισε η Εναγόμενη στην επιστολή της ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α να έχει την ιδιότητα αντιπροσώπου καλλιτεχνών. Ούτε κατονόμασε άλλα τρίτα πρόσωπα ως ενδιαφερόμενους διοργανωτές. Αρνήθηκε ο ΜΕ1 ότι αυτός υπέδειξε στην Εναγόμενη τί θα έπρεπε να γράψει στην εν λόγω επιστολή. Tην έγραψε μπροστά του ΜΕ1 η Εναγόμενη μόνη της. Η Εναγόμενη είχε αναφέρει στον ΜΕ1 τη διεύθυνση της. Ο ΜΕ1 είχε πάρει σημείωση της διεύθυνσής της την ίδια ώρα που ήταν κοντά του η Εναγόμενη και μετά την επιβεβαίωσε τηλεφωνικώς μαζί της όταν της είπε ότι είχε εγκριθεί η αίτηση. Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι αυτός έπρεπε να επιβεβαιώσει εκ νέου τη διεύθυνσή της για να ξέρει που να στείλει την επιστολή. Αποδέχομαι ως αξιόπιστη και αληθή τη μαρτυρία του ΜΕ1, ότι η επιστολή ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α ήταν «κανονική αίτηση» για την κράτηση του χώρου στις 3.10.2008 για τη διοργάνωση συναυλίας από την Εναγόμενη και όχι μια τυπική αίτηση για πληροφορίες ως ισχυρίσθηκε η Εναγόμενη ότι της είπε ο ΜΕ
  1. Η εν λόγω επιστολή μιλά από μόνη της και λέγει τα εξής: «Προς Δήμαρχο Λευκωσίας κα Ελένη Μαύρου 15/07/2008 Θέμα: Συναυλία με τους Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Χρήστο Θηβαίο, Λαυρέντη Μαχαιρίτσα, Τσακνή και άλλους. Αγαπητή κυρία, Παρακαλώ όπως μας παραχωρήσετε το χώρο στάθμευσης D' avilla στις 3 Οκτωβρίου 2008 για τη διεξαγωγή της πιο πάνω συναυλίας. Η συναυλία γίνεται με την ευκαιρία κατά του ρατσισμού. Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιεσδήποτε διευκρινίσεις. Με εκτίμηση, Ιωάννα Ζίγκα Τηλ. [.]». Το λεκτικό της πιο πάνω επιστολής είναι σαφές και ως εκ τούτου είναι ορθό να ερμηνευθεί με βάση τη φυσική έννοια των λέξεων. Ως θέμα γενικής ερμηνευτικής αρχής, δεν δύναται να αλλοιωθεί το περιεχόμενο της επιστολής με εξωγενή μαρτυρία που δίδεται προφορικά είτε από τον ΜΕ1 είτε από την Εναγόμενη. Συνεπώς, επισημαίνεται ότι σε κανένα σημείο της επιστολής δεν χρησιμοποιείται ορολογία που να δίδει το νόημα ότι με αυτήν αναζητούνται πληροφορίες, ως εισηγήθηκε η Εναγόμενη. Απεναντίας, γίνεται αίτημα προς τη Δήμαρχο για παραχώρηση συγκεκριμένου χώρου με σκοπό τη διεξαγωγή συναυλίας σε συγκεκριμένη ημερομηνία, κατονομάζοντας τους συντελεστές της συναυλίας και το πνεύμα με το οποίο διοργανώνεται. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι υπήρχε άλλος τύπος αίτησης, που θα μπορούσε ή και θα έπρεπε να συμπληρωθεί για τον ίδιο σκοπό. Συνεπώς, ενόψει και της μαρτυρίας του ΜΕ1 ότι ο Δήμος χειρίσθηκε τη συγκεκριμένη επιστολή ως κανονική και νομότυπη αίτηση, δεν έχω κανένα λόγο να μην της αποδώσω το χαρακτήρα αυτό. Το ότι επρόκειτο για κανονική αίτηση προκύπτει και από την απάντηση που προκάλεσε ως περιέχεται στην επιστολή ημερ. 21.7.2008, ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Η επιστολή αυτή, απαντά στην κα Ζίγκα προσωπικά σε συνέχεια της επιστολής της ημερ. 15.7.2008 και την πληροφορεί ότι «ο Δήμος Λευκωσίας θα σας παραχωρήσει την Τάφρο Ντ' Αβίλα στις 3.10.2008 για την πιο πάνω εκδήλωση ως ακολούθως [τίθενται όροι]». Καταλήγω σε εύρημα ότι η επιστολή ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α ήταν κανονική αίτηση για άδεια διεξαγωγής της συγκεκριμένης συναυλίας που περιγράφεται στην εν λόγω επιστολή. Στη συνέχεια παρατηρώ ότι η επιστολή ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α υπογράφετο από την ίδια την κυρία Ιωάννα Ζίγκα ως αιτήτριας υπό την προσωπική της ιδιότητα. Δεν διευκρινίζετο σε αυτήν ότι η κα Ζίγκα ενεργούσε ως αντιπρόσωπος οποιωνδήποτε καλλιτεχνών που θα συμμετείχαν στη συναυλία ή και εκ μέρους τρίτου προσώπου που θα ήταν διοργανωτής. Παρασχέθηκε η άδεια ονομαστικά στην Εναγόμενη για συγκεκριμένη συναυλία υπό συγκεκριμένους όρους. Κατέληγε όμως η εν λόγω επιστολή ότι χρειαζόταν να επιβεβαιώσει η κα Ζίγκα γραπτώς την αποδοχή των πιο πάνω, «ούτως ώστε η παρούσα να θεωρηθεί και ως Συμφωνία - Συμβόλαιο που θα διέπει τη Συνεργασία μεταξύ του Δήμου Λευκωσίας και της Ιωάννας Ζίγκα». Δεν υπάρχει ενώπιον μου έγγραφη αποδοχή των όρων από την κα Ζίγκα (Εναγόμενη). Υπάρχει όμως η επιστολή την οποία απέστειλε η Εναγόμενη ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α, η οποία είναι και επίμαχη, υπό την έννοια ότι η γνησιότητα της αμφισβητείται από την Υπεράσπιση, στο βαθμό που αναφέρεται σε αυτήν ότι αλλάζει ο χώρος διεξαγωγής της συναυλίας ωσάν να αναλαμβάνει η κα Ζίγκα την εκεί διοργάνωσή της. Συγκεκριμένα, η εν λόγω επιστολή λέγει: «Αναφέρομαι στην επιστολή σας ημερ. 22 Ιουλίου
  2. Θέλω να σας ενημερώσω ότι η συναυλία δεν θα γίνει τελικά στην τάφρο Ντ' Αβίλα θα γίνει στο γήπεδο ΟΡΦΕΑ στην Λευκωσία. Με εκτίμηση Ιωάννα Ζίγκα». Η γνησιότητα της εν λόγω επιστολής αμφισβητήθηκε με αναφορά - Πρώτον, στο γεγονός ότι παρέπεμπε σε επιστολή του Δήμου, ημερ. 22.7.
  3. Ρώτησε η συνήγορος Υπεράσπισης τον ΜΕ1 πώς δικαιολογείται να η Εναγόμενη να έγραψε 22.7.2008 πάνω στην επιστολή, ενώ η επιστολή του Δήμου που είχε παραλάβει να ήταν ημερομηνίας 21.7.2008; Ήταν λιτός ο ΜΕ1 στην απάντησή του, δηλώνοντας ότι «Μπορεί να έχει γίνει κάποιο λάθος εκ μέρους της κυρίας Ζίγκα». Δεύτερον, στο ότι δεν τοποθετήθηκε η σφραγίδα του Δήμου που να δηλώνει τον όρο «Λήφθηκε». Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι η Εναγόμενη πήγε προσωπικά και πήρε με το χέρι στον ίδιο την εν λόγω επιστολή. Επειδή η σφράγιση των εγγράφων γίνεται στο Αρχείο του Δήμου, ο ΜΕ1 έκρινε καλύτερο, για να επισπεύσει την αποστολή της επιστολής στο Δημοτικό Γραμματέα και στη Δήμαρχο, για ενημέρωση τόσο των ιδίων όσο και των υπηρεσιών οι οποίες θα λάμβαναν μέρος στη διοργάνωση της εν λόγω συναυλίας, την έστειλε σε αυτούς απ' ευθείας από το γραφείο του. Το ότι αυτός προώθησε την επιστολή προς το Δημοτικό Γραμματέα και τη Δήμαρχο φαίνεται από τις σημειώσεις τους που καταχωρήθηκαν επί του ιδίου εγγράφου. Τρίτον στο ότι το έγγραφο είναι ανυπόγραφο. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι αυτός δεν έδωσε σημασία στην απουσία υπογραφής. Προτίμησε να δώσει σημασία στην ουσία του θέματος, που ήταν η ακύρωση της συναυλίας στην Τάφρο Ντ' Αβίλα και η ενημέρωση του Δήμου για την ακύρωση της συναυλίας. Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι ταυτόχρονα με την προώθηση της αρχικής επιστολής της κυρίας Ζίγκα (ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α) αυτός απέστειλε αντίγραφο σε όλες τις υπηρεσίες του Δήμου για τις δέουσες ενέργειες τους, ήτοι στο Δημοτικό Μηχανικό, τον Εκτελεστικό Μηχανικό Ηλεκτρολογίας, το Δημοτικό Ταμία, την Πολιτιστική Λειτουργό, τον Υγειονομικό Επιθεωρητή, τον Επιθεωρητή Καθαριότητας, τον Επιθεωρητή Κήπων, τους Ανώτερους Λοχίες, για τις δέουσες ενέργειες που απαιτούνται όταν κρατείται ένας χώρος για τη διοργάνωση συναυλίας. Παρατηρώ ότι πράγματι, επί της εν λόγω επιστολής, η οποία είναι ανυπόγραφη και δεν χρονολογείται, υπάρχουν καταχωρημένες πέντε διαφορετικές σημειώσεις / οδηγίες προερχόμενες από διαφορετικά άτομα που της επιλήφθηκαν. Οι σημειώσεις αυτές δείχνουν ότι αξιολογήθηκε το περιεχόμενο της επιστολής της Εναγομένης ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α για να κριθεί αν θα εφαρμόζονταν διαφορετικοί όροι για την άδεια διεξαγωγής της συναυλίας, εφόσον τούτη πλέον θα διεξάγετο στο γήπεδο Ορφέα αντί στην Τάφρο Ντ' Αβίλα. Έτσι, ο ΜΕ1 εμφανίζεται να γράφει σημείωση προς τον ΔΓ (ως εξήγησε προφορικά, εννοούσε το Δημοτικό Γραμματέα) επισύροντας την προσοχή του σε πρακτικό παλαιότερης συνάντησης που είχαν με αντιπροσωπεία του Ορφέα στις 26.3.
  4. Ακολούθως, εμφανίζεται ο Δημοτικός Γραμματέας να γράφει σημείωση στη Δήμαρχο στις 26/8 για να την ενημερώσει ότι θα πρέπει να εξασφαλίσουν τα αναγκαία πιστοποιητικά από την Ηλεκτρομηχανολογική Υπηρεσία και την Πυροσβεστική Υπηρεσία και ότι πρόσθετα θα πρέπει να επιβαρυνθούν με το Φόρο Θεάματος. Ακολουθεί αυθημερόν, στις 26/8, σημείωση της Δημάρχου με την οποία δίδει οδηγίες ότι «οι όποιες άδειες είναι απαραίτητες είναι ευθύνη των διοργανωτών ή του ΟΡΦΕΑ που διαχειρίζεται το χώρο. Ο Δήμος θα χρεώσει κανονικά Φ.Θ.»,όπου «Φ.Θ.» σημαίνει το φόρο θεάματος. Δύο μέρες αργότερα, δηλαδή στις 28/8 ο Δημοτικός Γραμματέας προωθεί την επιστολή με τη σημείωση της Δημάρχου στον ΜΕ
  5. Ολοκληρώνονται οι καταχωρήσεις με την εξής σημείωση από τον ΜΕ1 στις 29.8.08: «Noted. Ενημέρωσα τους διοργανωτές». Η ενημέρωση αυτή έγινε, ως η μαρτυρία του ΜΕ1, προφορικά από αυτόν προς την Εναγόμενη. Κρίνω αρκούντως πειστικές τις ανωτέρω απαντήσεις του ΜΕ
  6. Κρίνω πως δεν έχει τεθεί ενώπιον μου τέτοια μαρτυρία στη βάση της οποίας να μπορώ να πιθανολογήσω τη μη γνησιότητα της εν λόγω επιστολής. Εξάλλου, στην Έκθεση Υπεράσπισης είχε γίνει παραδεκτή η συγκεκριμένη παράγραφος της Έκθεσης Απαίτησης, περί του ότι ο Δήμος ενημερώθηκε από την Εναγόμενη ότι η συναυλία θα γινόταν τελικά στο γήπεδο Ορφέα και συνεπώς είναι αντιφατικό προς τη δικογραφηθείσα παραδοχή, το ότι η Υπεράσπιση επιχείρησε να αναιρέσει την παραδοχή αυτή κατά την ακρόαση. Όσον αφορά το κατά πόσον είναι αξιόπιστη και αληθής η δήλωση του ΜΕ1 ότι αυτός ευθύς μετά την εν λόγω επιστολή της Εναγομένης, την ενημέρωσε ότι θα εξακολουθούσε να υπόκειται σε επιβολή φόρου θεάματος, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι η ενημέρωση αυτή έγινε τηλεφωνικώς, συνάδει με την καταχωρηθείσα σημείωση επί του εγγράφου της επιστολής ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α ότι ενημέρωσε τους διοργανωτές. Το ότι αυτός δεν έκρινε αναγκαίο να δώσει την εν λόγω ενημέρωση γραπτώς, κρίνω ότι δικαιολογείται υπό το δεδομένο ότι επρόκειτο για όρο που ήδη είχε τεθεί ξεκάθαρα με την αρχική επιστολή του Δήμου, καθώς και από το γεγονός ότι πρόκειται για νομοθετική υποχρέωση για την οποία η Εναγόμενη φάνηκε να γνωρίζει ότι υφίσταται κατά κανόνα για τους διοργανωτές συναυλιών. Καταλήγω να αποδέχομαι στο σύνολό της τη μαρτυρία του ΜΕ1 ως αληθή και αξιόπιστη. Ε.
  7. Αναφορικά με τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ
  8. Προχωρώ ακολούθως να αξιολογήσω τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3 ότι η Εναγόμενη ήταν το άτομο που δήλωσε ή/και παρουσιάστηκε σε αυτούς ως η διοργανώτρια της συναυλίας κατά ή περί την έναρξη της συναυλίας. Στο επίκεντρο της αντεξέτασης του ΜΕ2 ήταν η δήλωση του ότι συνάντησε την Εναγόμενη στο χώρο της συναυλίας και ότι του συστήθηκε ως η διοργανώτρια. Θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης είναι ότι ο ΜΕ2 δεν λέει την αλήθεια. Υποβλήθηκαν στον ΜΕ2 οι ακόλουθες θέσεις꞉ Ότι η Εναγόμενη, ως εκπρόσωπος των καλλιτεχνών και συγκεκριμένα του Χρίστου Θηβαίου και Βασίλη Παπακωνσταντίνου βρέθηκε στο χώρο της συναυλίας πολύ αργότερα από την έναρξη της συναυλίας. Η αντίδραση του ΜΕ2 ήταν σαφής και ξεκάθαρη꞉ «Εγώ σας λέω ότι ήταν εκεί στην είσοδο προτού ανοίξει η πόρτα και τη συναντήσαμε.». Ότι στην είσοδο αυτός και ο ΜΕ3 είχαν γνωρίσει τον κ. Γιάννη Τανή, εκ των διοργανωτών και εκείνος ήταν που τους έδωσε την άδεια να κάνουν ότι ήταν να κάνουν. Και πάλιν η αντίδραση του ΜΕ2 ήταν σαφής και άμεση꞉ «Εγώ σας λέω και επιμένω ότι μίλησα με την κοπέλα.». Ότι στην προσπάθεια του ο Δήμος να εισπράξει το φόρο θεάματος της συγκεκριμένης συναυλίας, μη έχοντας κανένα άλλο στοιχείο, στράφηκε προς την Εναγόμενη, της οποίας το όνομα γνώριζε από αίτηση που είχε κάνει στο Δήμο με σκοπό να της παραχωρήτο ο χώρος Ντ' Αβίλλα. Η αντίδραση του ΜΕ2 ήταν «Μην με ρωτάτε γι' αυτό το πράγμα, διότι δεν είμαι ο αρμόδιος». Ότι σε καμία περίπτωση δεν είπε η Εναγόμενη στον ΜΕ2 και τον ΜΕ3 ότι είναι αρκετά κουρασμένη και ότι ήταν πολύ αργά και ουδέποτε κανόνισαν συνάντηση την επόμενη μέρα. Επέμεινε ο ΜΕ2 στη θέση του ότι τους ανέφερε ότι ήταν κουρασμένη και ότι τους ζήτησε να συναντηθούν την επόμενη μέρα. Συνεχίζοντας πάνω στον ίδιο άξονα, ήτοι της αμφισβήτησης οποιωνδήποτε δηλώσεων ή ενεργειών του ΜΕ2, οι οποίες ενέπλεκαν την Εναγόμενη ως διοργανώτρια της συναυλίας, η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ2 τη θέση ότι η πρώτη επικοινωνία που αυτός είχε με την Εναγόμενη, ήταν περί τα τέλη Οκτωβρίου 2008 και ότι τούτη ήταν τηλεφωνική επικοινωνία, κατά τη διάρκεια της οποίας η Εναγόμενη του δήλωσε ότι δεν έχει καμία σχέση με τη διοργάνωση και μάλιστα του έδωσε και τα ονόματα των διοργανωτών. Αρνήθηκε αυτή την εκδοχή ο ΜΕ2 και δήλωσε ξεκάθαρα ότι η Εναγόμενη δεν μίλησε μαζί του για τέτοιο πράγμα. Η συνήγορος της Εναγομένης αμφισβητεί έντονα την αξιοπιστία του ΜΕ2 ως προς τα εξής σημεία꞉ Πρώτον, ότι η απάντηση που έδωσε ερωτηθείς να πει αν αναγνωρίζει την Εναγόμενη ήταν υποθετική, ήτοι ότι «πρέπει να είναι η κοπέλα που κάθεται εδώ» και, ελλείψει άλλου ατόμου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, η απάντηση αυτή δείχνει ότι «δεν είχε καθαρή εικόνα της Εναγομένης» (βλ. στη σελ. 5 της τελικής αγόρευσης της συνηγόρου Υπεράσπισης). Ως προς αυτό το στοιχείο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του, κρίνω δίκαιο να παρατηρήσω ότι ο ΜΕ2 κλήθηκε να δώσει μαρτυρία στις 12.1.2015 για ένα πρόσωπο που ως η δήλωσή του είδε προηγουμένως στις 3.10.2008, ήτοι αφότου παρήλθαν 6 και πλέον χρόνια! Είναι λογικό να αδυνατίζει η μνήμη μετά παρέλευση τέτοιου μεγάλου χρονικού διαστήματος, ειδικά όταν πρόκειται για την αναγνώριση ενός προσώπου που δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ότι ο ΜΕ2 το ξαναείδε στη ζωή του, είτε πριν είτε μετά την επίδικη συναυλία έτσι ώστε να είχε και άλλα ερεθίσματα για να το θυμάται με βεβαιότητα. Επομένως, δεν θα θεωρούσα τη συγκεκριμένη απάντηση ως καταλυτικής σημασίας για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας του ΜΕ
  9. Δεύτερον, ότι αντεξετασθείς ο ΜΕ2 και κληθείς να εξηγήσει πώς γίνεται η επιβολή του φόρου θεάματος, «δεν παρουσίασε κανένα έγγραφο / εσωτερικό κανονισμό / οδηγία, με το οποίο να αποδεικνύει το δικαίωμά του ιδίου να επιβάλει φόρο θεάματος» (βλ. στη σελ. 5 της τελικής αγόρευσης της συνηγόρου Υπεράσπισης). Ως προς αυτό το στοιχείο αμφισβήτησης της αξιοπιστίας της μαρτυρίας του ΜΕ2, κατ' αρχάς παρατηρώ ότι το ποιος δύναται να επιβάλει φόρο θεάματος και με ποιο τρόπο γίνεται η επιβολή του, αποτελεί νομικό θέμα. Εάν τηρήθηκε υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης νομικά εσφαλμένη διαδικασία για την επιβολή του φόρου θεάματος είναι ζήτημα ξεχωριστό από τον έλεγχο της αξιοπιστίας του ΜΕ
  10. Δεν θα ανέμενα από έναν υπάλληλο του Δήμου που δεν δηλώνει ότι έχει νομική προπαίδεια και δεν προσέρχεται ως εμπειρογνώμονας σε φορολογικά θέματα, να απαντήσει κατά τρόπο νομικά ορθό. Ο ΜΕ2 προσήλθε ως μάρτυρας γεγονότων για να πει ότι ήταν εντεταλμένος από το Δήμο να πάει στο χώρο της συναυλίας για να καταμετρήσει πόσα εισητήρια πωλήθηκαν κατά τη διάρκεια της συναυλίας. Με δεδομένο ότι ο ΜΕ2 τοποθέτησε χρονικά την αφυπηρέτησή του περί τον Αύγουστο του 2013, η απάντησή του ότι πέταξε τις κάρτες που έδειχναν ότι ήταν υπάλληλος του Δήμου κρίνεται ως εύλογη και αληθής. Εν πάση περιπτώσει, ο Δήμος τον καλεί ως μάρτυρα ακριβώς επειδή δεν αμφισβητεί ότι μετέβηκε εκεί ως εντεταλμένος του. Επί της ουσίας των πράξεών του, παρατηρώ ότι ο ΜΕ2 υπήρξε αρκούντως επεξηγηματικός. Δήλωσε ότι αυτός πληρωνόταν κατ' αποκοπή από το Δήμο για να παρέχει την εξής υπηρεσία꞉ για όσες συναυλίες δεν είχε καταβληθεί ο φόρος θεάματος πριν την έναρξη της συναυλίας, αυτός μετέβαινε στη σκηνή έχοντας στην κατοχή του βιβλιάριο αποδείξεων του Δήμου και αφού καταμετρούσε τα εισητήρια, εισέπραττε το φόρο θεάματος από το διοργανωτή. Σε τέτοια περίπτωση, έδιδε στο διοργανωτή την απόδειξη πληρωμής του φόρου και του άφηνε τα εισητήρια. Σε αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή ο διοργανωτής δεν του πλήρωνε το φόρο, τότε κρατούσε ο ίδιος στη φύλαξή του τα εισητήρια και τα παρέδιδε στο Δήμο έως ότου καταβληθεί ο φόρος, όπως έγινε στην παρούσα υπόθεση. Δεν υπάρχει ενώπιον μου οτιδήποτε που να βάλλει κατά της αξιοπιστίας των λεγόμενων του ΜΕ2 ως ανωτέρω. Δεν προσήλθε ως μάρτυρας Υπεράσπισης οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος ή εκπρόσωπος του Δήμου, ο οποίος να διαψεύσει τον ΜΕ2 για το ότι είχε συνήθως εντολή από το Δήμο να ενεργεί ως περιγράφει ότι ενεργούσε για διάφορες συναυλίες ή/και ότι είχε ανάμειξη στην παρούσα υπόθεση, κατά τον τρόπο που την παρουσίασε ο ίδιος. Τρίτον, ότι υπήρξαν αντιφάσεις στη μαρτυρία του ως προς το πότε έλαβε την εντολή να μεταβεί στον τόπο της συναυλίας. Επισημαίνει η συνήγορος Υπεράσπισης ότι ενώ στη γραπτή του δήλωση ο ΜΕ2 είπε ότι έλαβε την εντολή να μεταβεί στο χώρο της επίδικης συναυλίας περί το απόγευμα της ίδιας ημέρας που θα γινόταν η συναυλία, εντούτοις αντεξετασθείς ισχυρίστηκε ότι έλαβε την εντολή προφορικά από την προηγούμενη μέρα. Παρατηρώ ότι, πράγματι, σε κάποιο σημείο της αντεξέτασής του, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι «Από την προηγούμενη ειδοποιηθήκαμε από πάνω στα κεντρικά γραφεία ότι η διοργανώτρια δεν είχε καταθέσει τα εισητήρια της στο Δήμο για να σφραγιστούν και ότι έπρεπε να πάμε εμείς να εισπράξουμε το φόρο.». Όταν διαπίστωσε ότι η απάντησή του διέφερε από τα όσα ανέφερε στην γραπτή του δήλωση, υιοθέτησε όσα έγραφε η γραπτή του δήλωση. Αυτό ήταν και το μόνο σημείο αντίφασης που εντόπισα ανάμεσα στα λέγόμενά του στη γραπτή δήλωση και όσα προφορικά διευκρίνισε. Τέταρτον, ότι έδειξε να διακατέχεται από «έντονο εκνευρισμό κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του», γεγονός που η συγκεκριμένη συνήγορος είναι αδύνατον να ξεχάσει. Είναι ορθό να παρατηρήσω ότι η συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε τον ΜΕ2 σε λεπτομερειακή αξιολόγηση, με απώτερο σκοπό να ελέγξει την αλήθεια του ισχυρισμού του ότι αυτός όντως πήγε στη σκηνή της συναυλίας και έπραξε ως περιέγραψε στη δήλωσή του. Ειδικότερα, του ζήτησε να διευκρινίσει τις ακόλουθες λεπτομέρειες γεγονότων꞉ Να κατονομάσει αυτόν που του έδωσε την εντολή να μεταβεί στο χώρο της συναυλίας. Να πει τί ώρα έφτασε στο χώρο της συναυλίας, ως επίσης τί ώρα έγινε η καταμέτρηση των εισητηρίων, τί ώρα τέλειωσε η καταμέτρηση, και τί ώρα αναχώρησε από εκεί. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος, ο ΜΕ2 δεν θυμόταν να κατονομάσει αυτόν που του έδωσε την εντολή εκ μέρους του Δήμου. Όσον αφορά τα υπόλοιπα σκέλη των ερωτήσεων, ο ΜΕ2 θυμόταν όμως να πει ότι έφθασε στο χώρο της συναυλίας γύρω στις 7꞉30 μ.μ., έκοβε τα εισητήρια στην είσοδο και ότι άρχισε την καταμέτρηση μετά τις 10 μ.μ. και τέλειωσε γύρω στις 11 μ.μ.. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της συνηγόρου της Εναγόμενης ότι ο ΜΕ2 «διακατεχόταν από έντονο εκνευρισμό», κρίνω δίκαιο να παρατηρήσω ότι ο κάθε μάρτυρας αντιδρά διαφορετικά στο έδρανο την ώρα που αισθάνεται ότι προσπαθούν να δείξουν ότι ψεύδεται. Στην περίπτωση του ΜΕ2 δεν αντιλήφθηκα να εμφάνιζε εκνευρισμό σε τέτοιο βαθμό που να χρήζει ειδικής μνείας από το Δικαστήριο ως δείχτης αναξιοπιστίας του. Στα μόνο σημεία της αντεξέτασής του που έγινε πιο έντονος στο ύφος του, στο σύνολο της αντεξέτασής του, ανέφερε ότι- «Μιλούμεν για το
  11. Τί έφαγα εχτές δεν θυμούμαι.» «Ψέματα πάντως δεν λέω.», «Εφ' όσον έχω σώα τη μνήμη, δόξα το θεό, εργάστηκα 43 χρόνια στο Δήμο και δεν σας επιτρέπω να μου πείτε ότι δεν θυμούμαι.». Οι πιο πάνω εκφράσεις του ΜΕ2 δεν υπερβαίνουν το μέτρο της λογικής αντίδρασης ενός προσώπου που ελέγχεται η μνήμη του και το οποίο είναι δυνατόν να θυμάται ορισμένες λεπτομέρειες για μια υπόθεση, ενώ άλλες λεπτομέρειες να μην τις θυμάται, αναλόγως του τί θεώρησε πιο ουσιώδες να συγκρατήσει, τί τον ενδιέφερε περισότερο και σε σχέση με ποιο θέμα είχε περισσότερη εμπλοκή. Η νομολογία δέχεται ότι η ύπαρξη ακόμη και αντιφάσεων στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, νοουμένου ότι αφορά σε επουσιώδη για την υπόθεση θέματα, είναι δυνατόν να συνιστά δείκτη αξιοπιστίας παρά αναξιοπιστίας, υπό την έννοια ότι ο μάρτυρας απαντά αυθόρμητα με βάση όσα θυμάται και όχι στη βάση ενός προπαρασκευασμένου κειμένου. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ2 ως αληθή και αξιόπιστη. Ο ΜΕ3 δεν θεωρώ ότι υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις εν σχέση προς τη μαρτυρία του ΜΕ
  12. Το ότι αυτός θυμόταν να πει το όνομα του λειτουργού που τους έδωσε την εντολή για να μεταβούν στο χώρο της συναυλίας, ήτοι του ΜΕ1, ενώ ο ΜΕ3 δεν το θυμόταν δεν το θεωρώ αντίφαση. Είναι θέμα μνήμης του καθενός. Δεν συμφωνώ με τη συνήγορο Υπεράσπισης ότι αντιφατικά προς τον ΜΕ2, ο ΜΕ3 δήλωσε ότι έλαβε γραπτώς την εντολή ενώ ο ΜΕ2 είχε δηλώσει ότι τους δόθηκε προφορικά η εντολή. Ο ΜΕ2 είπε ότι η εντολή του δόθηκε γραπτώς και προφορικά και εξήγησε ότι αν και υφιστάμενος του ΜΕ2, λαμβάνει ξεχωριστά την αλληλογραφία. Ο ΜΕ3 διευκρίνισε ότι αυτός δεν μπορούσε να ήταν βέβαιος ότι η Εναγόμενη είχε συμβόλαιο με το Δήμο για να διοργανώσει τη συναυλία. Προφορικά, ενημερώθηκε από τον ΜΕ1 ότι η διοργανώτρια κατά κάποιον τρόπο θα ήταν η κα Ζίγκα. Το ότι ο ΜΕ3 ισχυρίσθηκε ότι του έκανε εντύπωση η κα Ζίγκα λόγω των τατουάζ που είχε στα χέρια της, δεν μπορεί να κριθεί με αυστηρότητα, για έναν άνθρωπο που ως διευκρίνισε κατά την επανεξέτασή του δεν αντιλαμβάνεται τη διαφορά μεταξύ τατουάζ και χέννας. Όπως εξάλλου ο ίδιος δήλωσε, όταν παρουσιάστηκε η κυρία και είπε ήταν η κα Ζίγκα, ο ΜΕ3 δεν είχε κανένα λόγο να μην πιστέψει ότι ήταν η κα Ζίγκα. Λαμβάνω υπόψη και τα όσα δήλωσε ο ΜΕ3 για να δείξει ότι δεν έχει συμφέρον στο να πει ψέματα στο Δικαστήριο꞉ «Εγώ δεν είμαι Δήμος Λ/σιας να κάμνω αγωγές. Είμαι λειτουργός να κάμνω τη δουλειά μου. Δουλειά μου είναι να παρουσιαστώ στη συναυλία να πιάνω τα εισιτήρια για να εισπράξω το φόρο θεάματος. Αν δεν τον εισπράξω, ενημερώνω το Δήμο για να κινηθεί νομικά.». Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ3 ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Η μαρτυρία της Εναγόμενης Το κυριότερο πρόβλημα που εμφανίζει η μαρτυρία της Εναγόμενης είναι ότι με αυτήν εισήχθηκαν λεπτομέρειες γεγονότων που παρεκκλίνουν από τις γραμμές του τρένου όπως τις οριοθέτησε με το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισής της. Στο εν λόγω δικόγραφο, περιορίστηκε να προβεί σε γενική άρνηση του ισχυρισμού του Ενάγοντος ότι αυτή ήταν η διοργανώτρια της επίδικης συναυλίας στις 3.10.
  13. Δεν δικογράφησε καμία απολύτως ανάμειξή της στη διοργάνωση της εν λόγω συναυλίας. Ούτε όμως δικογράφησε τον ισχυρισμό που εν τέλει προώθησε κατά την ακρόαση ότι ήταν μόνο εκπρόσωπος των καλλιτεχνών που θα συμμετείχαν. Περαιτέρω, απέδωσε σε τρίτα πρόσωπα (σε γενικό αριθμό, κατά τρόπο αόριστο και αφηρημένο) την ευθύνη της εν λόγω διοργάνωσης χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά τους. Απεναντίας, για πρώτη φορά κατά την ακρόαση της αγωγής, άρχισε να δίδει μαρτυρία, μέσω της γραπτής της δήλωσης, για να στοιχειοθετήσει το μη δικογραφημένο ισχυρισμό ότι αυτή ήταν αντιπρόσωπος καλλιτεχνών και τον μη δικογραφημένο ισχυρισμό ότι υπεύθυνος για τη διοργάνωση ήταν συγκεκριμένο πρόσωπο που η ίδια γνώριζε, ήτοι ο κ. Τανής της Service Point. Αν και δεν απέκλεισα την εν λόγω προσκομισθείσα μαρτυρία, εν τούτοις είχα αναφέρει ότι θα αποφανθώ στο τέλος της δίκης για την αποδεικτική της αξία και βαρύτητα. Λέγω λοιπόν τώρα ότι δεν μπορεί να κριθεί ως αξιόπιστη η μαρτυρία αυτή εφόσον προωθεί μια εκδοχή την οποία η Εναγόμενη παρέλειψε να δικογραφήσει εγκαίρως, ήτοι πριν το κλείσιμο των δικογράφων. Έτσι, στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι καταλυτικής σημασίας το γεγονός ότι ο συνήγορος του Ενάγοντος παρέλειψε να αντεξετάσει την Εναγόμενη επί των παραγράφων που περιείχαν τη μαρτυρία η οποία κινείται έξω από τις ράγες του τραίνου. Παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με την νομολογία στην οποία με παρέπεμψε η συνήγορος της Εναγομένης (βλ. μεταξύ άλλων, A.C.T. Textiles v. Zodhiatis
(1986)1 CLR 89 και Adidas v. Jonatexo Ltd
(1987)1 CLR 383), εκεί που ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του, παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτη ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε, εντούτοις στην παρούσα υπόθεση η προβαλλόμενη ως ουσιώδης μαρτυρία της Εναγομένης αφορά σε ισχυρισμούς οι οποίοι ουδέποτε δικογραφήθηκαν ως θετικά γεγονότα και που δεν είναι, ως εκ τούτου, σχετική με τους δικογραφηθέντες ισχυρισμούς, άρα δεν είναι ορθό για το δικαστήριο να της προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα ή/και να τη θεωρήσει ως αποδεκτή. Συγχρόνως, η μαρτυρία της Εναγόμενης παρουσίασε πρόβλημα και υπό την έννοια ότι αυτή επιχείρησε να παρουσιάσει και να καταθέσει ως τεκμήρια αριθμό εγγράφων για να αποδείξει την ανάμειξη του κ. Τανή στη διοργάνωση της συναυλίας και τούτο, παρά το ότι πριν την έναρξη της ακρόασης, η ίδια η Εναγόμενη είχε εγείρει ένσταση στην έκδοση Διατάγματος που να την αναγκάζει να αποκαλύψει τυχόν έγγραφα που είχε στην κατοχή της και τα οποία προτίθετο να χρησιμοποιήσει στη δίκη κατά την ακρόαση της αγωγής. Στο στάδιο της ακρόασης της εν λόγω ενδιάμεσης αίτησης για την έκδοση Διατάγματος αποκάλυψης, η Εναγόμενη είχε χρησιμοποιήσει το επιχείρημα ότι για όσα έγγραφα γινόταν λόγος στη δικογραφία, αυτά ήταν στην κατοχή του Ενάγοντος και ότι δεν ήταν δυνατόν να διαταχθεί η ίδια σε γενική αποκάλυψη ή/και να επιζητείται από αυτήν η αποκάλυψη χωρίς υπαρκτό αντικείμενο προς αποκάλυψη. Το Δικαστήριο, με αναφορά στην Kipaqrotiki Ltd ν. Παναγιώτη Σάββα
(2002)1 AAA 1610 είχε δεχθεί σε εκείνο το ενδιάμεσο είχε δεχθεί την επιχειρηματολογία της Εναγόμενης, αφού έλαβε υπόψη ότι η υπεράσπισή της στηριζόταν μόνο σε γενική άρνηση της εκδοχής του Ενάγοντος και απέρριψε την αίτηση αποκάλυψης που καταχώρησε ο Ενάγων. Αναγκάσθηκε συνεπακόλουθα το Δικαστήριο, για χάριν συνέπειας με την εν λόγω ενδιάμεση απόφασή του, να αποκλείσει εκείνα τα έγγραφα που η Εναγόμενη για πρώτη φορά αποκάλυψε ότι είχε στην κατοχή της και ήθελε να χρησιμοποιήσει στη δίκη, όπως είναι η απόδειξη πληρωμής του ενοικίου του γηπέδου Ορφέας, η απόδειξη κράτησης αεροπορικών εισιτηρίων κλπ. Προχωρώ όμως ακόμη ένα βήμα και λέγω πως ακόμη και αν το Δικαστήριο για χάριν συζήτησης αποδεχόταν την εν λόγω μαρτυρία ως σχετική με τα επίδικα θέματα και αληθή, ως επίσης αν αποδεχόταν την κατάθεση των εν λόγω εγγράφων ως τεκμηρίων, τότε το Δικαστήριο, αναπόφευκτα κατά την κρίση μου, θα κατέληγε στη διαπίστωση ότι η Εναγόμενη προέβηκε σε τέτοιες ενέργειες (όπως στην κράτηση του χώρου διεξαγωγής της συναυλίας, την προπώληση των εισιτηρίων στο Εναλλάξ, την εξασφάλιση του κ. Τανή ως χορηγού για την πληρωμή του ενοικίου, την κράτηση των αεροπορικών εισητηρίων και τη μεσολάβηση με τις εταιρείες στην Ελλάδα που εκπροσωπούν τους καλλιτέχνες), ώστε να μπορούσε κάλλιστα να δεχθεί ότι ήταν αυτή που έθεσε υπό τη φροντίδα της τη διοργάνωση της συναυλίας και άρα δίκαια ο Ενάγων της αποδίδει στην παρούσα αγωγή το νομικό καθεστώς του διοργανωτή της συναυλίας. Υπό το φως της προεκτεθείσας αξιολόγησης και της αποδοχής της μαρτυρίας των ΜΕ1, ΜΕ2 και ΜΕ3 ως αξιόπιστης, απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία της Εναγομένης στο μέτρο που συγκρούεται με τη δική τους και ειδικότερα όσον αφορά τη θέση της περί του ότι αυτή δεν ενεργούσε ως διοργανώτρια της συναυλίας ή/και ότι ουδέποτε συνάντησε τους ΜΕ2 και ΜΕ3 και να τους παρουσιαστεί ως διοργανώτρια της συναυλίας ή και ότι ουδέποτε μίλησαν μαζί της τηλεφωνικώς για να αξιώσουν το φόρο θεάματος που αναλογούσε στα πωληθέντα εισιτήρια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Καταλήγω να δέχομαι ότι ο Ενάγων απέδειξε την εκδοχή του ότι είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Επισημαίνω ότι στην τελική του αγόρευση (βλ. την παρα. 50, σελ. 14 της αγόρευσης αυτής), ο συνήγορος του Ενάγοντος εισηγήθηκε στο Δικαστήριο όπως, εφόσον δεχθεί ως αξιόπιστη και αληθή τη μαρτυρία των ΜΕ2 και ΜΕ3, αποδεχθεί ότι ο Ενάγων δικαιούται να λάβει από την Εναγόμενη το φόρο θεάματος που αναλογεί στο σύνολο των εισιτηρίων ως ο αριθμός που είχε καταμετρηθεί και καταγραφεί στο Υπόμνημα του ΜΕ2, ήτοι για 1954 εισητήρια και όχι μόνον για τα 1741 που τώρα εντοπίστηκαν για σκοπούς κατάθεσης τους ως τεκμηρίου. Σε κάθε περίπτωση, ενημερώθηκε το Δικαστήριο ότι, βάσει μαθηματικού υπολογισμού, ο φόρος που θα αναλογούσε σε 1741 εισιτήρια ανέρχεται σε €1,849.81σ. Το ποσό αυτό επιβεβαιώνεται πράγματι με απλή μαθηματική εφαρμογή στη βάση των στοιχείων του Τεκμηρίου 2 υπό Έγγραφο Β (ήτοι στη βάση του στοιχείου ότι ο φόρος θεάματος για κάθε εισιτήριο ισούται με €1.0625, υπολογιζόμενου ως 5% επί της τιμής των εισιτηρίων που ήταν €25- το καθένα, αφαιρούμενου πρώτα του 15%ΦΠΑ, ήτοι επί €21,25). Κατά την κρίση μου, ανεξάρτητα από την αποδοχή της μαρτυρίας των ΜΕ2 και ΜΕ3, το δίκαιο είναι να επιδικάσω υπέρ του Ενάγοντος και εναντίον της Εναγομένης το ποσό των €1,849.81σ. μόνο, ως ποσό που αντιστοιχεί στον αριθμό των εισιτηρίων που τεκμηριώνεται αντικειμενικά ενώπιόν μου, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής, πλέον τα δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης. (υπ.)............ Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.