← Κύπρος

Ανκα Ζαφίροβα Ιανακίεβα κ.α. ν. Σολωμός Αργυρού Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 4680/2013, 10/9/2015

Ανκα Ζαφίροβα Ιανακίεβα κ.α. ν. Σολωμός Αργυρού Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 4680/2013, 10/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A323 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4680/2013 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. Ανκα Ζαφίροβα Ιανακίεβα
  2. Στόγιαν Ιανακίεβα
  3. Γιάννα Στογιάνεβα Ιανακίεβα Εναγόντων και Σολωμός Αργυρού Χαραλάμπους Εναγομένου ----------- Αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος 10 Σεπτεμβρίου 2015 Για εναγόμενο/αιτητή: κος Γεωργίου. Για ενάγοντες/καθ' ών η αίτηση: κος Μούσουλλος. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη υπόθεση συνιστά καλό παράδειγμα ανάδειξης της πληθώρας των πρακτικών προβλημάτων που παρεμβάλλουν και καθυστερούν τη διεκπεραίωση της διαδικασίας. Όπως θα φανεί και στη συνέχεια, η υπόθεση αναδεικνύει και το βαθμό επιμέλειας που οι δικηγόροι υποχρεούνται να επιδεικνύουν κατά τη διεκπεραίωση των καθηκόντων τους. Με την υπό κρίση αίτηση ο εναγόμενος (στη συνέχεια ο αιτητής) αιτείται ως ακολούθως. «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή να παραμερίζει και/ή να απορρίπτει:
  4. την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής, προς τον Εναγόμενο.
  5. το Κλητήριο Ένταλμα προς τον Εναγόμενο/Αιτητής της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αγωγής». Η επίδικη αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συγκεκριμένα Δ.1 κ.2, Δ.2 κκ1 - 3, Δ.5, Δ.16 κ.9, Δ.48 κκ.1 - 7, 8

(4), 9 και 13, Δ.64 κκ.1 και 2, στην υφιστάμενη επί του θέματος νομολογία και πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από δήλωση που ομνύει ο αιτητής, το περιεχόμενο της οποίας σχολιάζεται πιο κάτω. Αρκεί να υποδειχθεί πως οι ενάγοντες (στη συνέχεια οι καθ' ων η αίτηση) αμφισβήτησαν το εύλογο του αιτήματος και προς τούτο καταχώρισαν ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Προτού παραθέσω τους ιδιαίτερους λόγους ένστασης, υποδεικνύω ότι και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που σε αυτή την περίπτωση ομνύει δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Και αυτής το περιεχόμενο σχολιάζεται πιο κάτω. Τώρα, οι λόγοι ένστασης έχουν ως ακολούθως: «
  1. Η αίτηση είναι Νόμο και ουσία αβάσιμη, αστήρικτη και παράτυπη και δεν συνάδει με τις πρόνοιες των σχετικών διατάξεων του Νόμου και των θεσμών.
  2. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για απόρριψη ή και ακύρωση ή και παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος ή και του Κλητηρίου Εντάλματος προς τον Εναγόμενο.
  3. Δεν υπάρχει κανένας βασικός και ουσιαστικός λόγος, που να δικαιολογεί την απόρριψη ή και ακύρωση ή και παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου Εντάλματος ή και του Κλητηρίου Εντάλματος προς τον Εναγόμενο.
  4. Δεν υπάρχουν σοβαροί ή και επαρκείς ή και εξαιρετικοί λόγοι που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  5. Η αίτηση είναι κακόπιστη ή και καταχρηστική.
  6. Ο Εναγόμενος - Αιτητής έχει πλήρη γνώση των ισχυρισμών των Εναγόντων ή και το αρμόδιο Δικαστήριο που καταχωρήθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή». Είναι, πιστεύω, πρόσφορο και εφικτό, αντί παράθεσης του περιεχομένου των δυο ενόρκων δηλώσεων, να διενεργηθεί απ' ευθείας καταγραφή των διαπιστώσεων του δικαστηρίου. Αυτό γιατί οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί δεν φαίνεται να διαφέρουν. Από την άλλη η ουσία του πράγματος διαπιστώνεται από το ίδιο το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου και ως εκ τούτου το δικαστήριο είναι σε εξίσου καλή θέση να διαπιστώσει τη βασιμότητα των σχετικών ισχυρισμών. Οι δυο πλευρές ομονοούν ότι το κλητήριο ένταλμα που επιδόθηκε στον αιτητή δεν είναι το ίδιο με εκείνο που καταχωρίστηκε στο δικαστήριο. Αυτό διαπιστώνεται, όπως έχω ήδη αναφέρει, και από το περιεχόμενο του φακέλου, αν αντιπαραβάλει κανείς τα δύο κλητήρια, δηλαδή το καταχωρηθέν με εκείνο που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης. Η διαφορά εντοπίζεται στις παραγράφους 1, 9, 10, 11, 13 και 16 της έκθεσης απαιτήσεως και αφορά τους ενάγοντες 2 και
  7. Συγκεκριμένα, οι αριθμοί 2 και 3 αντιστρέφονται και εκεί όπου το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε στο δικαστήριο αναφέρεται σε ενάγοντα 2, το κλητήριο ένταλμα που επιδόθηκε αναφέρεται σε ενάγοντα
  8. Πέραν των πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι ο τίτλος του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρίστηκε στο δικαστήριο, αναγράφει ότι καταχωρίστηκε «Εν τω Επαρχιακώ Δικαστήριω Λεμεσού» και αυτό παρ' ότι γεγονός είναι ότι καταχωρίστηκε στο επαρχιακό δικαστήριο Λευκωσίας. Είναι σε αυτές τις δυο παραμέτρους, πραγματικές πλέον διαπιστώσεις του δικαστηρίου, που εδράζεται το αίτημα. Η διαφορά μεταξύ του κλητηρίου εντάλματος που καταχωρίστηκε στο δικαστήριο και αυτού που επιδόθηκε, ως επίσης το σφάλμα σχετικά με το δικαστήριο που αναφέρεται στο πρόσωπο του κλητηρίου ως δικαστήριο στο οποίο καταχωρίστηκε, είναι, σύμφωνα με τον αιτητή, ικανοποιητικός λόγος για ακύρωση της επίδοσης και/ή ακύρωση και παραμερισμό της καταχώρισης αφ' εαυτής. Από την άλλη οι καθ' ων η αίτηση διατείνονται ότι οι διαφορές μεταξύ των δυο κλητηρίων, αυτού που καταχωρίστηκε και εκείνου που επιδόθηκε, αλλά και το σφάλμα στον τίτλο, δεν είναι τίποτα άλλο από απλές παρατυπίες που μπορούν να απαλειφθούν με τη Δ.
  9. Δηλώνουν μάλιστα ότι άμα την ολοκλήρωση της υπό κρίση αίτησης, πρόθεσή τους είναι να αποταθούν για τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ώστε να διορθωθεί. Δράττομαι της ευκαιρίας να υποδείξω εδώ το εξής. Τα αναφερόμενα από τους καθ' ων η αίτηση και δη το περιεχόμενο των παραγράφων 5 και 10 της ενόρκου δηλώσεως της ομνύουσας, δεν αφήνουν αμφιβολία ότι για τους καθ' ων η αίτηση το λάθος, επί της ουσίας πλέον, εντοπίζεται στο κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε στο δικαστήριο και όχι σε εκείνο που επιδόθηκε. Εν ολίγοις, λανθασμένη ουσιαστικά είναι η περιγραφή των εναγόντων 2 και 3 στο κλητήριο που καταχωρίστηκε, εξ ου και πρόθεση των καθ' ων η αίτηση είναι να αποταθούν για τροποποίηση τούτου. Δοθέντος των πιο πάνω ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να αντιληφθώ την ένσταση των καθ' ων η αίτηση στο υπό κρίση αίτημα, στην έκταση βεβαίως που αφορά την επίδοση. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση πως η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και αυτό γιατί αίτημα ως το υπό κρίση υποβάλλεται μόνο με ένα από τους ακόλουθους τρεις τρόπους. (α) το αίτημα υποβάλλεται πριν την καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως, (β) εξασφαλίζεται διάταγμα που επιτρέπει καταχώριση εμφάνισης από διαμαρτυρία και ακολουθεί αίτηση για παραμερισμό, ή (γ) άνευ εξασφαλίσεως τέτοιου διατάγματος καταχωρείται εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και παράλληλα αίτηση για παραμερισμό. Επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση την υπόθεση G. J. Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ.2064, 2067 όπου ειπώθηκε ότι∙ "Προβλήθηκε ενώπιον μας η εισήγηση πως το Δικαστήριο δεν ερμήνευσε ορθά τη νομολογία. Προτείνει ο δικηγόρος της εφεσείουσας πως ο εναγόμενος, εφόσο δεν προέβη σε οποιοδήποτε νέο διάβημα στη διαδικασία, μπορούσε μετά την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης να προχωρήσει με την επίδικη αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος. Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση, η οποία απολήγει στην ουσία σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρισθείσα αγωγή. Αυτό έγινε και στην υπόθεση που εξετάζουμε, όπου η εφεσείουσα επέλεξε να καταχωρίσει την επίμαχη αίτηση 9 μήνες μετά την εκ μέρους της καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Ο κανονισμός που θέσαμε πιο πάνω, και η νομολογία, αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο". Ποσώς διαφωνώ με τα λεχθέντα στην υπόθεση Magdon, πιο πάνω, της οποίας ο λόγος ούτως ή άλλως δεσμεύει το παρών δικαστήριο. Πρέπει όμως να ειπωθεί και το εξής, είναι αντιληπτό ότι η έκδοση διατάγματος καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης υπο διαμαρτυρία διασφαλίζει ότι η εμφάνιση καθ' εαυτή, είναι περιορισμένη χρονικά και περαιτέρω, ότι η παραπέρα πορεία της ελέγχεται, εφόσον ο εναγόμενος λαμβάνει οδηγίες ως προς το χρόνο που ήθελε προωθήσει τυχόν αίτημα. Υπό αυτή τη σκοπιά το δικαστήριο ελέγχει την ενώπιον του διαδικασία. Η νομολογία εντούτοις αποκαλύπτει ότι η πιο πάνω προσέγγιση δεν είναι η μόνη που μπορεί να ακολουθηθεί. Όπως επεξηγείται στην Παπακόκκινου v. Εταιρείας Landbroke Group plc
(1995)1 Α.Α.Δ.1090, 1093, αίτηση για παραμερισμό μπορεί να υποβληθεί και χωρίς να προηγηθεί καταχώριση εμφάνισης υπο διαμαρτυρία. Υποδείχθηκε εκεί ότι∙ 'Ακόμα και αν επικρατούσε αντίθετη άποψη, η θέση της εφεσείουσας ότι η εμφάνιση υπό διαμαρτυρία ήταν άκυρη εξ υπαρχής θα σήμαινε ότι και πάλι οι εφεσίβλητοι θα μπορούσαν να προχωρήσουν με αίτηση για ακύρωση ή παραμερισμό'. Μπορεί να εισηγηθεί κανείς ότι αυτή η τελευταία αναφορά του δικαστηρίου καταδικάζει σε απόρριψη τη σχετική εισήγηση των καθ' ων η αίτηση, εφόσον αποκαλύπτει ότι ακόμη και αν η εμφάνιση του αιτητή πάσχει η επίδικη αίτηση διασώζεται. Αυτό φανερώνει πως η νομολογία δεν περιορίζει τη μεθοδολογία που δυνατό να ακολουθηθεί στην προώθηση ανάλογου αιτήματος. Πέραν τούτου, όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1952, σελ.
  1. 'A conditional appearance may be entered to prevent judgment in default, where there is a bona fide intention to apply promptly to set aside the writ of service or the writ on the ground of irregularity of the writ of service or to deny the jurisdiction'. Υποδεικνύεται εν προκειμένω ότι η αναφορά promptly συναρτάται με αγνή (bona fide) πρόθεση και μόνο τοιουτοτρόπως περιορίζεται χρονικά. Τα εκεί αναφερόμενα αποκαλύπτουν ότι μοναδική προϋπόθεση είναι η αγνή πρόθεση του αιτητή, η οποία ελέγχεται βεβαίως από το χρόνο που διέρρευσε και από το σύνολο των περιβάλλουσων περιστάσεων. Στην προκείμενη περίπτωση το σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία καταχωρίστηκε την 22.08.
  2. Η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε τν 20.09.2013, δηλαδή σε λιγότερο από ένα μήνα από την καταχώριση της εμφάνισης. Κρίνω πως ο χρόνος που διέρρευσε, αντικειμενικά κρινόμενος, δεν είναι υπερβολικός. Από την άλλη ουδέν στοιχείο τέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου που να υποδηλώνει ότι η στάση του αιτητή, και δη η προώθηση της υπό κρίση αίτησης, είναι εμποτισμένη με κακή πίστη. Η θέση των αιτητών περιορίστηκε απλώς και μόνο στο χρόνο που διέρρευσε και τη μεθοδολογία που ακολουθήθηκε. Ως εκ των πιο πάνω, οι σχετικοί λόγοι ένστασης είναι ανίκανοι να ανακόψουν την πορεία της αίτησης. Τώρα, επί της ουσίας του πράγματος το ερώτημα που τίθεται έχει ως εξής. είναι καλή η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος; Εις απάντηση τούτου του ερωτήματος αρωγή παρέχεται από τη νομολογία που αποσαφηνίζει σε τι εξυπηρετεί η επίδοση. Στην υπόθεση Φραγκέσκου κ.α. ν. Γρηγορίου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1765, 1774, αναφέρθηκε ότι. «Μοναδικός σκοπός της επίδοσης είναι η παροχή ειδοποίησης στην άλλη πλευρά για να ενημερωθεί και να είναι σε θέση να αντικρούσει εκείνο που επιδιώκεται εναντίον της (βλ. Annual Practice 1960, σελ. 102)». Έχοντας λοιπόν δεδομένο ότι η επίδοση εξυπηρετεί στο να γνωστοποιηθεί σε παν ενδιαφερόμενο η έναρξη της διαδικασίας, πρέπει να δούμε τι είναι εκείνο που επιδίδεται; Επί του προκειμένου σχετικός είναι ο κ.1 της Δ.5, ο οποίος αναφέρει ότι. «Every defendant named on the writ of summons shall, except a Judge otherwise orders, be served in the manner provided in rule 2 of this Order with an office copy of the writ, and such service shall be deemed good service of the writ». (η έμφαση δική μού) Στέκομαι στην αναφορά office copy of the writ, εφόσον η ερμηνεία τούτου αποδίδεται στον κ.2 της Δ.1. Αναφέρεται εκεί ότι. «Office copy means a sealed copy or translation of any document lodged, filed or kept in , or issued out of a court registry, certified to be a true copy or translation by the registrar of that registry». (η έμφαση δική μού) Απ' όλα τα πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι το έγγραφο που επιδίδεται στην άλλη πλευρά, στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει το κλητήριο ένταλμα, δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από πραγματικό, ας μου επιτραπεί ο όρος, αντίγραφο του εγγράφου που καταχωρίστηκε (βλ. Re Ναταλία Πατσαλίδου κ.α
(2010)1 Α. Α.Α.Δ. 587, 594). Μάλιστα η σφράγιση του εγγράφου με ανάγλυφη σφραγίδα (seal) και η πιστοποίησή του (certified) από τον πρωτοκολλητή, αυτό το σκοπό είναι που εξυπηρετούν, δηλαδή ότι το έγγραφο που θα δοθεί για επίδοση είναι πραγματικό αντίγραφο, δηλαδή ανταποκρίνεται και φέρει το ίδιο περιεχόμενο με το έγγραφο που καταχωρίστηκε. Άλλως πως τίθεται μείζον ζήτημα αξιοπιστίας και εμπιστοσύνης του ίδιου του θεσμού, εφόσον δεν νοείται επίδοση εγγράφου με διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που καταχωρίστηκε. Παρεμβάλλω εδώ ότι ανασκόπηση του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου αποκαλύπτει ότι το κλητήριο έγγραφο που επιδόθηκε στον αιτητή, αντίγραφο τούτου επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση επίδοσης, όχι μόνο διαφέρει σε περιεχόμενο από το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε, αλλά δεν φέρει και οιανδήποτε σφραγίδα, ανάγλυφη ή συνήθη. Υπό το φως όλων των πιο πάνω η απάντηση στο ερώτημα που έχει τεθεί, δηλαδή κατά πόσο η υπό κρίση επίδοση είναι καλή, δεν μπορεί να είναι άλλη από αρνητική. Η επίδοση, είτε δικογράφου είτε αιτήσεως, εναρκτήρια ή ενδιάμεση, πέραν των κανονισμών που τη διέπουν, οριοθετώντας έτσι το πλαίσιο εντός του οποίου διενεργείται, είναι ζήτημα υψίστης σημασίας και πρωταρχικού ενδιαφέροντος. Όπως έχει υποδειχθεί, συνιστά μέσω γνωστοποίησης της διαδικασίας που προωθείται. Υπό αυτή τη θεώρηση του πράγματος εκπλήσσει το γεγονός ότι στην υπό κρίση περίπτωση επιδόθηκε έγγραφο με διαφορετικό περιεχόμενο από εκείνο που εκδόθηκε, έστω και αν οι διαφορές είναι περιορισμένες και ενδεχομένως να μην αλλοιώνουν σοβαρά το περιεχόμενο, αλλά ούτε και να επηρεάζουν τα δικαιώματα του εναγομένου. Γεγονός παραμένει ότι με το κλητήριο έγγραφο που επιδόθηκε συγκαλήφθηκαν, αδικαιολόγητα και χωρίς γνώση των λοιπών εμπλεκομένων στη διαδικασία - δικαστήριο και εναγόμενος/αιτητής - πλημμέλειες του δικογράφου που καταχωρίστηκε. Αυτό σαφώς και είναι ανεπίτρεπτο, αντινομικό και επίσης ανάρμοστο. Δεν παραλείπω να σημειώσω ότι κατά το χρόνο καταχώρισης και επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος άλλος ήταν ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση και συνεπώς το υπό κρίσησφάλμα δεν βαρύνει το δικηγόρο που σήμερα εκπροσωπεί τούτους. Επανέρχομαι όμως στο ζητούμενο ώστε να υποδείξω αυτό που αρχικά ανέφερα σε σχέση με τον τρόπο που ο δικηγόρος οφείλει να εκτελεί τα καθήκοντά του. Ο δικηγόρος είναι λειτουργός της δικαιοσύνης (βλ. αρ. 15 του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2). Οφείλει συνεπώς να διασφαλίζει ότι η διαδικασία άρχεται και προωθείται σύμφωνα με τους νόμους και κανονισμούς, εφόσον αυτοί είναι που οριοθετούν το δικαιοδοτικό πλαίσιο και εξυπηρετούν την απονομή της δικαιοσύνης. Βεβαίως σφάλματα ή παραλείψεις είναι στην ανθρώπινη φύση, γεγονός που αναγνωρίζεται στο λατινικό αξίωμα errare humanum est. Σε καμία όμως περίπτωση δικαιολογείται καταχώριση ενός εγγράφου, ακολούθως αλλοίωση του περιεχομένου του κατά το δοκούν και εν συνεχεία επίδοση του παραποιημένου εγγράφου. Ο δικηγόρος οφείλει όχι μόνο πιστή τήρηση της διαδικασίας, αλλά και επιβεβαίωση ότι προωθείται δεόντως. Στην προκείμενη περίπτωση η τελευταία αυτή πτυχή του καθήκοντος δεν εξετελέσθη. Προτού ολοκληρώσω, και με δεδομένο πλέον ότι η υπό κρίση επίδοση είναι κακή καθ' ότι είναι ασύμβατη με τα προβλεπόμενα στους σχετικούς κανονισμούς, δεν μπορώ να μην ομολογήσω ότι προβληματίστηκα σε σχέση με την άλλη θέση των καθ' ων η αίτηση, δηλαδή πως το υπό κρίση σφάλμα δεν είναι τίποτα άλλο από απλή παρατυπία που διασώζεται με βάση τα προβλεπόμενα στη Δ.64. Αν και δεν έτυχε διαπραγμάτευσης από τους διαδίκους, έχω υπόψη μου τα αναφερόμενα στην υπόθεση ANS Secretaries Ltd κ.α. ν. Orianda Management FZ LLC, Πολ. Έφ. 362/09, ημερομηνίας 03.07.2014. Εκεί η παρατυπία συνίστατο στο ότι το κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε δεν είχε σφραγιστεί προηγουμένως και αυτό παρ' ότι το κλητήριο ένταλμα και τα έγγραφα που επιδόθηκαν ήταν σφραγισμένα. Το δικαστήριο έκρινε ότι επρόκειτο για απλή παρατυπία, καθώς ότι λόγω της φύσης τούτης ήταν θεραπεύσιμη από το δικαστήριο ακόμα και εν τη απουσία σχετικού αιτήματος. Εκείνο που με προβλημάτισε εδώ είναι το εξής. Οι καθ' ων η αίτηση δέχονται ότι το σφάλμα σε σχέση με την περιγραφή των εναγόντων εντοπίζεται στο δικόγραφο που καταχωρίστηκε και όχι στο δικόγραφο που επιδόθηκε. Κατ' επέκταση αν ήταν να θεραπευτεί η πλημμελής επίδοση θα έδινα οδηγίες για νέα επίδοση του κλητηρίου. Προς τι όμως γα γίνει τούτο τη στιγμή που οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι άμα τη διεκπεραίωση της παρούσας θα προβούν σε τροποποίηση; Αν ήταν να ακολουθηθεί η πάρα πάνω διαδικασία θα οδηγούσε στο παράλογο αποτέλεσμα να αρθεί η παρατυπία μέσω επιδόσεως ενός κλητηρίου εντάλματος που την επαύριον θα ζητηθεί η τροποποίησή του. Κρίνω πως οι ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας δεν επιτρέπουν άλλη αντιμετώπιση από ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος, απόφαση η οποία θα λύσει τα χέρια και των δυο πλευρών, του αιτητή από μια άκυρη επίδος και των καθ' ων η αίτηση από τα προβλήματα που περιβάλλουν την καταχώριση του κλητήριου εντάλματος. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, εκδίδεται διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Tα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του αιτητή και εναντίον των καθ' ων η αίτηση. (Υπ)...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.