ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ ΧΡΙΣΤΟΥ, Αίτηση αρ. 157/2011, 29/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A351 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση αρ. 157/2011 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΡΙΟ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ (ΠΤΩΧΕΥΣΑΝΤΑ) ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ ΤΣΑΡΚΑΤΖΙΗ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΤΩΧΕΥΣΑΝΤΑ ΜΑΡΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ Ημερομηνία: 29.9.2015 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: ο ίδιος προσωπικά. Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Σοφία Θεμιστοκλέους. Απόφαση Α. Η αίτηση Ενώπιον μου εκκρεμεί η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, ημερ. 12.12.2013, με την οποία ο Διαχειριστής - Αιτητής ζητά: «Α) Διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τον πιο πάνω πτωχεύσαντα αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση και/ή τα εισοδήματα του. Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει τον πιο πάνω πτωχεύσαντα όπως πληρώνει το μισθό του, το εισόδημα του και/ή μέρος αυτών εις τον Διαχειριστή για σκοπούς πληρωμής των πραγματικών εξόδων και/ή προκαταρτικών δαπανών ως ορίζεται εις το άρθρο 36 του Περί Πτώχευσης Νόμου αλλά και για τη διανομή αυτών εις τους πιστωτές του κατά προτεραιότητα ως ορίζεται εις το άρθρο 38 του Περί Πτώχευσης Νόμου και/ή κατά τρόπο που δυνατό να Διατάξει το Δικαστήριο. Γ) Έξοδα της παρούσας αίτησης και έξοδα επίδοσης.». Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 2, 3, 4, 5, 52
(2)και 6 του περί Πτωχεύσεως Νόμου ΚΕΦ.5, στους Κανονισμούς 2, 4, 5, 6, 7, 16, 25, 44, 45, 50 και 51 των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών, ως και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση, ημερ. 12.12.2013, του Αιτητή, ο οποίος, όπως δηλώνει στην παρα. 1, είναι διαχειριστής της περιουσίας του Καθ' ου η αίτηση, δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερ.30/11/2012 που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της αίτησης με αρ.157/2011, σύμφωνα με τις αποφάσεις της Πρώτης Συνέλευσης των Πιστωτών ημερ. 26.10.
- Το σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου είναι επισυνημμένο ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή. Στις παρα. 2 έως 6, ο Αιτητής δίδει τις εξής λεπτομέρειες γεγονότων:
- «Στην προκαταρκτική εξέταση του πτωχεύσαντα, ο ίδιος δηλώνει ότι εργάζεται ως γραφίστας εις την εταιρεία Flying Mouse Ltd της οποίας τυγχάνει διευθυντής και μέτοχος. Τα τελευταία 3 χρόνια δε, από την εργασία του έλαβε περί τις €
- Επισυνάπτω ως Τεκμήριο αρ. 2 αντίγραφο της σχετικής προκαταρτικής έκθεσης.
- Σε εξέταση που έλαβε χώρα στις 8/8/2013, ο πτωχεύσας δηλώνει ότι από τη εργασία του ως γραφίστας το 2013, έλαβε το 2013, μέχρι δηλαδή τον Αύγουστο του 2013, €
- Επισυνάπτω ως Τεκμήριο αρ.3 αντίγραφο των σχετικών ερωτήσεων που έγιναν εις τον πτωχεύσαντα και τις απαντήσεις που έδωσε. Στην 1η σελίδα υπάρχει μονογραφή του πτωχεύσαντα και στην 2η σελίδα υπογραφή.
- Σύμφωνα με επαλήθευση χρέους που κατέθεσε εις τον Επίσημο Παραλήπτη, η εταιρεία M.G. Build Land Developments, ο πτωχεύσας οφείλει σε αυτήν το ποσό των €15,224,
- Επισυνάπτω ως Τεκμήριο αρ.4 σχετικό αντίγραφο της εν λόγω επαλήθευσης.
- Επισυνάπτω επίσης σχετική επαλήθευση χρέους ως Τεκμήριο αρ. 5 δια της οποίας ο πτωχεύσας οφείλει εις την εταιρεία M.G. Build Land Developments το ποσό των €1866,82 δικηγορικά έξοδα.
- Τα χρέη του πτωχεύσαντα εξακολουθούν να παραμένουν ανεξόφλητα και ουδέν ποσό εισπράχθηκε μέχρι σήμερα για να διανεμηθεί εις τους πιστωτές του.». Το αίτημα του Αιτητή, ως περιγράφεται στην παρα. 7 της ένορκης δήλωσής του είναι «όπως ο πτωχεύσας εξεταστεί ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση και όπως εκδοθεί σχετικό Διάταγμα για να πληρώνει το μισθό του, το εισόδημα του ή μέρος αυτών εις τον Διαχειριστή». Εκφράζει την πεποίθηση ο Αιτητής (βλ. την παρα. 8), ότι από τις πιο πάνω λεπτομέρειες γεγονότων «διαφαίνεται ότι ο πτωχεύσας έχει αρκετά εισοδήματα ώστε να μπορεί να πληρώνει κάποιο χρηματικό ποσό μηνιαίως εις τον διαχειριστή της περιουσίας του.». Β. Η ένσταση του Καθ' ου η αίτηση Ο Καθ' ου η αίτηση ήγειρε ένσταση στην έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων. Σημειωτέον ότι, η εμφάνιση του Καθ' ου η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση μέσω δικηγόρου έγινε τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 9
(4)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.
(5)ως είχε τροποποιηθεί τελευταία με το Ν.206(Ι)/2012, ήτοι κατόπιν εξουσιοδότησης του Διαχειριστή της περιουσίας του και με άδεια του Δικαστηρίου, υπό τον όρο (ως εκ συμφώνου δηλώθηκε από τους διάδικους κατά τη δικάσιμο ημερ. 10.6.2015) ότι τα έξοδα της παρούσας δικαστικής διαδικασίας δεν θα επιβαρύνουν την περιουσία του πτωχεύσαντα - Καθ' ου η αίτηση.[1] Με την Ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης που καταχώρησε στις 7.4.2014, δικογράφησε τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
- «Ο Καθ' ου η αίτηση - Πτωχεύσας ευρίσκεται σε οικονομική αδυναμία να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέος του δια δόσεων.
- Ο Καθ' ου η αίτηση - Πτωχεύσας στερείται εισοδημάτων και/ή ικανοποιητικών και/ή επαρκών εισοδημάτων και/ή χρηματικών πόρων.
- Η παρούσα αίτηση είναι αβάσιμη, καταχρηστική και κατά νόμο αστήρικτη.
- Τα αποκαλυπτόμενα γεγονότα και ισχυρισμοί της επισυνημμένης Ενόρκου Δηλώσεως του κ. Αυγουστίνου Τσάρκατζιη δεν αιτιολογούν την αίτηση.
- Οι ισχυρισμοί των παρ. 2-9 της Ενόρκου Δηλώσεως είναι ψευδείς και ανυπόστατοι.». Η ένσταση στηρίζεται επί του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5, άρθρα 2, 3, 4, 5, 52
(2)και 6, επί των περί Πτωχεύσεως Θεσμών, Κανονισμοί 2, 4, 5, 6, 7, 16, 25, 44, 45, 50, 51 και 188, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, Θ.Θ. 1-4, 8, 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου ως και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση, ημερ. 7.4.2014, του Καθ' ου η αίτηση, ο οποίος δηλώνει ότι υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης, αρνείται το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Αιτητή και ισχυρίζεται τα εξής: «Α. Από το έτος 2012 τα εισοδήματα μου είναι ανύπαρκτα και δεν έχω εργασία. Είναι αδύνατο λόγω και της οικονομικής κρίσης να εξεύρω εργασία παρά τις προσπάθειες μου. Β. Η Εταιρεία, την οποία είχα ιδρύσει δεν ασκεί εργασίες, είναι αδρανής και δεν έχει εισοδήματα ούτε περιουσιακά στοιχεία. Γ. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της παρ. 2 ισχυρίζομαι ότι είναι ανακριβείς και παραπλανητικοί. Περαιτέρω ισχυρίζομαι ότι στην προκαταρκτική μου εξέταση ημερ. 01/02/12 δήλωσα στον εξεταστή κ. Αντώνη Χατζήκκο ότι τα τελευταία τρία χρόνια πριν την εξέταση, δηλ. τα έτη 2009, 2010 και 2011 έλαβα συνολικά το ποσό των €18.000 μόνο, γεγονός που φανερώνει ότι οι οικονομικές μου δυσχέρειες είχαν ξεκινήσει από το έτος 2009 και τα εισοδήματα μου ήταν ελάχιστα. Δ. Οι ισχυρισμοί της παρ.3 της Ενόρκου Δηλώσεως του Αιτητή είναι αναληθείς και το Τεκμήριο 3 αποτελεί προϊόν μεταγενέστερων ενεργειών και σκέψεων, αφού όταν είχα μονογράψει στο κάτω μέρος των σελίδων, ήταν καταγραμμένες μόνο οι ερωτήσεις και ο διαχειριστής με διαβεβαίωσε ότι θα κατέγραφε ως απαντήσεις όσα του είχα αναφέρει προφορικά, τα οποία δεν είναι αυτά που κατέγραψε. Ε. Δεν έχω καμία περιουσία εκτός από ένα Διαμέρισμα στην Έγκωμη, το οποίο είναι δεσμευμένο προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου και ένα όχημα με ενοικιαγορά στην Τράπεζα Κύπρου. Στ. Η σύζυγος μου εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος και λαμβάνει το ποσό των €1.300 μηνιαίως, το οποίο δεν είναι αρκετό για να καλύψει όλες τις οικονομικές μας υποχρεώσεις και ανάγκες. Ζ. Την 16/01/13 εκδόθηκαν εναντίον μου αποφάσεις στις Αγωγές 8441/11 και 8413/11 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για ποσά πέραν των €144.000, τα οποία οφείλω στην Τράπεζα Κύπρου λόγω της οικονομικής αδυναμίας μου να πληρώνω τις δόσεις των δανείων μου με αποτέλεσμα να κινδυνεύω να απωλέσω το Διαμέρισμα μου και να βρεθώ με τη σύζυγο μου στο δρόμο. Επίσης την 18/01/13 εκδόθηκε απόφαση εναντίον μου στην Αγωγή αρ. 8520/11 για το ποσό των €31.151, πλέον τόκο, πλέον έξοδα, το οποίο οφείλω στην Τράπεζα Κύπρου ως οφειλόμενο υπόλοιπο ενοικιαγοράς του οχήματος μου και στην οποία εξεδόθη και Διάταγμα παράδοσης του προς τον Τραπεζικό Οργανισμό.». Επιφυλάχθηκε ο Καθ' ου η αίτηση να παρουσιάσει κατά την ακρόαση της αίτησης οποιαδήποτε έγγραφα προς απόδειξη των πιο πάνω ισχυρισμών του. Εξέφρασε την πεποίθηση ο Καθ' ου η αίτηση ότι αυτός βρίσκεται σε πλήρη οικονομική αδυναμία να πληρώνει οποιονδήποτε ποσό και ότι εάν αυτός διαταχθεί από το Δικαστήριο να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για την αποπληρωμή του χρέους, τότε πραγματικά θα περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση και θα κινδυνεύσει η διαβίωση τόσο η δική του όσο και της συζύγου του. Κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση. Δόθηκε αρκετός χρόνος στις δύο πλευρές να εξετάσουν το ενδεχόμενο εξώδικης διευθέτησης της αίτησης (βλ. τα πρακτικά των δικασίμων από 26.6.2014 μέχρι 14.11.2014), αλλά υπό το φως του δεδομένου ότι δεν υπήρξε κατάληξη, η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Γ. Νομική πτυχή Στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης περιλαμβάνεται το άρθρο 52
(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.
- Θα εξετάσω εν προκειμένω κατά πόσο το εν λόγω άρθρο συνιστά κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση της ζητηθείσας θεραπείας, ήτοι της διεξαγωγής έρευνας αναφορικά με την οικονομική κατάσταση και/ή τα εισοδήματα του Καθ' ου. Καθ' ον χρόνο καταχωρήθηκε η αίτηση, ήτοι στις 12.12.2013, ο περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ. 5, (στο εξής «ο Νόμος»), είχε τροποποιηθεί τελευταία με το Ν.206(Ι)/
- Οι διατάξεις του άρθρου 52 του Νόμου, κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης ήταν ως εξής: «52.—
(1)Αν ο πτωχεύσας είναι λειτουργός ή γραφέας, ο οποίος εργοδοτείται ή προσελήφθηκε στη δημόσια υπηρεσία της Κυβέρνησης οι διαχειριστές θα εισπράξουν για διανομή μεταξύ των πιστωτών τόσο μέρος από τις αποδοχές ή το μισθό του πτωχεύσαντα όπως το Δικαστήριο δυνατό να διατάξει, μετά από αίτηση του διαχειριστή με τη συναίνεση του προϊστάμενου λειτουργού του Τμήματος από το οποίο καταβάλλονται οι αποδοχές ή ο μισθός.
(2)Αν ο πτωχεύσας εισπράττει μισθό ή εισόδημα άλλο από το πιο πάνω αναφερόμενο, ή δικαιούται το μισό του μισθού, ή σύνταξη, ή αποζημίωση που χορηγείται από το Τμήμα του Γενικού Λογιστή, το Δικαστήριο, μετά από αίτηση του διαχειριστή εκδίδει από καιρό σε καιρό διάταγμα, το οποίο θεωρεί δίκαιο, για πληρωμή του μισθού, του εισοδήματος, του μισού μισθού, σύνταξης ή αποζημίωσης ή οποιουδήποτε μέρους αυτών, στο διαχειριστή ο οποίος τα διαθέτει κατά τρόπο που δυνατό να διατάξει το Δικαστήριο.». Με δεδομένο ότι ο Καθ' ου η αίτηση, ως παρουσιάζεται στην παρα. 2 της Ε/Δ του Αιτητή, ημερ.12.12.2013, είναι γραφίστας σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ήτοι στην εταιρεία Flying Mouse Ltd), o Αιτητής επικαλέστηκε τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 52, προφανώς με το σκεπτικό ότι η περίπτωσή του, ως πτωχεύσαντος, εμπίπτει στις διατάξεις του εδαφίου
(2)αντί στις διατάξεις του εδαφίου
(1)που καλύπτουν ρητά την περίπτωση πτωχεύσαντος που είναι λειτουργός ή γραφέας στην υπηρεσία της Κυβέρνησης. Όμως, με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το πιο πάνω άρθρο 52, δεν είναι, κατά την κρίση μου, σαφές ότι το εδάφιο
(2)αυτού καλύπτει την περίπτωση άλλης κατηγορίας πτωχευσάντων, ήτοι οποιουδήποτε άλλου πτωχεύσαντος πλην εκείνου που υπηρετεί στη δημόσια υπηρεσία, η οποία περίπτωση καλύπτεται ρητά στο εδάφιο
(1)του ιδίου άρθρου. Η εντύπωση που δημιουργεί η σύγκριση των εν λόγω δύο εδαφίων είναι ότι η μόνη ειδοποιός διαφορά αναφορικά με το πεδίο εφαρμογής τους, άπτεται του είδους του εισοδήματος το οποίο προορίζεται να καλύψει, αλλά για την ίδια πάντα κατηγορία πτωχευσάντων (ήτοι των λειτουργών ή γραφέων που υπηρετούν στην υπηρεσία της Κυβέρνησης). Η εντύπωση ως προς αυτή την εννοιολογική εφαρμογή του εδαφίου
(2)ενισχύεται από το γεγονός ότι αυτό αναφέρεται σε μισθό ή σύνταξη ή αποζημίωση «που χορηγείται από το Γενικό Λογιστή», ο οποίος κατά κανόνα έχει αρμοδιότητα να χορηγεί τέτοια ωφελήματα μόνο σε λειτουργούς του δημόσιου τομέα. Πέραν αυτού, η χρήση των λέξεων «του μισού μισθού» φέρνει στο νου τις διατάξεις του άρθρου 68 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου (Ν.1/90), όπου γίνεται πρόνοια ότι (βλ. το άρθρο 68
(2)
(4): «
(2)[.] μόλις [δημόσιος] υπάλληλος κηρυχθεί σε πτώχευση ή μόλις εκδοθεί το διάταγμα παραλαβής εναντίον του ή μόλις επιτευχθεί συμβιβασμός με τους πιστωτές του, πληροφορεί περί τούτου την Επιτροπή και αποστέλλει ταυτόχρονα και έκθεση όπου αναφέρονται η έκταση των χρεών του υπαλλήλου και οι λόγοι που τα προκάλεσαν, και η Επιτροπή αποφασίζει αν συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος για να θέσει τον υπάλληλο σε διαθεσιμότητα.
(4)Κατά τη διάρκεια της περιόδου της διαθεσιμότητας του υπαλλήλου όλες οι εξουσίες, τα προνόμια και τα ωφελήματά του αναστέλλονται: Νοείται ότι η Επιτροπή επιτρέπει στον υπάλληλο να λαμβάνει μέρος των απολαβών της θέσης του, όχι λιγότερο από το μισό, όπως θα κρίνει η Επιτροπή.» Την ίδια εντύπωση ως προς το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 52
(2)καλλιεργεί και ο τρόπος με τον οποίο ο Νομοθέτης τροποποίησε πρόσφατα τις διατάξεις του άρθρου 52. Συγκεκριμένα, με το Ν. 61(Ι)/2015, ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 7.5.2015, το άρθρο 52 τροποποιήθηκε κατά τρόπο που - διατηρεί την περίπτωση του εδαφίου
(1), διευκρινίζοντας τον όρο «υπηρεσία της Κυβέρνησης» ως «δημόσια υπηρεσία της Κυβέρνησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου», διατηρεί την περίπτωση του εδαφίου
(2), με αναφορά σε εισοδήματα που χορηγούνται «από το Τμήμα του Γενικού Λογιστή, ή το λογιστήριο του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου», και εισάγει, παράλληλα προς τα εδάφια
(1)και
(2), τρίτο εδάφιο το οποίο να καλύπτει ειδικά την περίπτωση των πτωχευσάντων που είναι εργοδοτούμενοι σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή που είναι αυτοεργοδοτούμενοι. Παραθέτω το τροποποιηθέν άρθρο 52 για ευχερέστερη κατανόηση αυτών που έχω επισημάνει ανωτέρω: «52.-
(1)Αν ο πτωχεύσας είναι άτομο, το οποίο εργοδοτείται ή προσελήφθηκε στη δημόσια υπηρεσία της Κυβέρνησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, οι διαχειριστές θα εισπράξουν για διανομή μεταξύ των πιστωτών τόσο μέρος από τις αποδοχές ή το μισθό του πτωχεύσαντα όπως το Δικαστήριο δυνατό να διατάξει, μετά από αίτηση του διαχειριστή με τη συναίνεση του προϊστάμενου λειτουργού του Τμήματος από το οποίο καταβάλλονται οι αποδοχές ή ο μισθός.
(2)Αν ο πτωχεύσας εισπράττει μισθό ή εισόδημα άλλο οπό το πιο πάνω αναφερόμενο, ή δικαιούται το μισό του μισθού, ή σύνταξη, ή αποζημίωση που χορηγείται από το Τμήμα του Γενικού Λογιστή, ή το λογιστήριο του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ανάλογα με την περίπτωση, το Δικαστήριο, μετά από αίτηση του διαχειριστή εκδίδει από καιρό σε καιρό διάταγμα, το οποίο θεωρεί δίκαιο, για πληρωμή του μισθού, του εισοδήματος, του μισού μισθού, σύνταξης ή αποζημίωσης ή οποιουδήποτε μέρους αυτών, στο διαχειριστή ο οποίος τα διαθέτει κατά τρόπο που δυνατό να διατάξει το Δικαστήριο.
(3)Αν ο πτωχεύσας είναι μέλος διοικητικού συμβουλίου ή υπάλληλος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου ή υπάλληλος φυσικού προσώπου ή είναι αυτοεργοδοτούμενος, ο διαχειριστής θα εισπράξει για διανομή μεταξύ των πιστωτών, τόσο μέρος από τις αποδοχές ή το μισθό του πτωχεύσαντα, όπως το Δικαστήριο δυνατό να διατάξει, μετά από αίτηση του διαχειριστή.
(4)Κατά την έκδοση διατάγματος δυνάμει των εδαφίων
(1),
(2)ή
(3), το Δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη τις κατευθυντήριες γραμμές για τα λογικά έξοδα διαβίωσης, όπως αυτές εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 8 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο.
(5)Η διάρκεια του διατάγματος δυνάμει των εδαφίων
(1),
(2)ή
(3)δεν δύναται να υπερβαίνει τα τρία έτη ανεξαρτήτως της επέλευσης της αυτοδίκαιης αποκατάστασης δυνάμει του άρθρου 27Α.». Το τροποποιηθέν άρθρο 52 διαχωρίζει πλέον με σαφήνεια τη νομική βάση που εφαρμόζεται στην περίπτωση πτωχεύσαντος που «εργοδοτείται ή προσελήφθηκε στη δημόσια υπηρεσία της Κυβέρνησης ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου» (σχετικά αμφότερα τα εδάφια
(1)και
(2)) από την περίπτωση πτωχεύσαντος που «είναι μέλος διοικητικού συμβουλίου ή υπάλληλος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου ή υπάλληλος φυσικού προσώπου ή είναι αυτοεργοδοτούμενος» (σχετικό το εδάφιο
(3)). Αν το προϋπάρχον εδάφιο
(2)επικάλυπτε το πεδίο εφαρμογής του νεοεισαχθέντος εδαφίου
(3), λογικά θα αποφεύγετο από το Νομοθέτη η εισαγωγή του νέου εδαφίου
(3). Είναι συνεπώς λογικό το συμπέρασμα ότι οι κατηγορίες πτωχευσάντων που ήρθε να καλύψει το εδάφιο
(3), δεν καλύπτονταν ήδη από τις διατάξεις του εδαφίου
(2). Με δεδομένο ότι στην ένορκη δήλωση, ημερ. 12.12.2013, που συνόδευε την υπό κρίση αίτηση του Διαχειριστή, ο Καθ' ου εμφανιζόταν να είναι υπάλληλος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, κατά την κρίση μου η νομική βάση της αίτησης (ήτοι από το άρθρο 52
(2)του Κεφ. 5) δεν ήταν (και εξακολουθεί να μην είναι ακόμη και ως έχει τροποποιηθεί) κατάλληλη για να τύχει εφαρμογής στην περίπτωσή του (ήτοι τόσο κατά τον χρόνο καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης όσο και κατά το χρόνο που εκδίδεται η παρούσα απόφαση). Είναι απορριπτέο το αιτητικό (α) της αίτησης δεδομένης της νομικής βάσης της αίτησης. Καθίσταται κατ' επέκταση άνευ αντικειμένου η έκδοση διαταγής ως το αιτητικό (β) της αίτησης. Στο ίδιο συμπέρασμα ως προς την ακαταλληλότητα της χρησιμοποιηθείσας νομικής βάσης της αίτησης θα οδηγούμουν ακόμη και αν αποδεχόμουν τον Καθ' ου ως «αυτοεργοδοτούμενο» υπό το φως της δήλωσης που έκανε κατά την ακροαματική διαδικασία ότι είναι "freelancer". Αλλά ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί εσφαλμένη η ερμηνεία που απέδωσα στο άρθρο 52
(2)ως ήταν διατυπωμένο σε ισχύ κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης, ήτοι αν θα ήταν ορθό να θεωρούσα ότι κάλυπτε ακόμη και την περίπτωση πτωχευσάντων που απασχολούνταν εκτός της δημόσιας υπηρεσίας, ή εάν επρόκειτο να επιτρέψω να διορθωθεί ή τροποποιηθεί η νομική βάση της αίτησης στο παρόν στάδιο της δίκης για να περισωθεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 52 η εξέτασή της, τότε - με δεδομένη τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου - θα κατέληγα και πάλιν σε απόρριψη της αίτησης επί της ουσίας της. Εξηγώ πιο κάτω τους λόγους. Επί της ουσίας του άρθρου 52 (ήτοι αυτού προτού τροποποιηθεί από το Ν.61(Ι)/2015), ο Αιτητής με παρέπεμψε στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, Fourth edition, τόμος 3
(2)"Bankruptcy and Individual Insolvency", σελ.243, όπου ερμηνεύονται οι διατάξεις του άρθρου 310 του UK Insolvency Act 1986. Έχω ανατρέξει στην επανέκδοση του 2002 του εν λόγω Συγγράμματος και έχω εντοπίσει το ίδιο κεφάλαιο στο οποίο με παρέπεμψε ο Αιτητής, στη σελ. 261 του εν λόγω τόμου. Παρατηρώ ότι το άρθρο 310 του UK Insolvency Act 1986, όπως αναλύεται στο εν λόγω Σύγγραμμα, παρέχει στα Αγγλικά Δικαστήρια ανάλογη εξουσία με αυτήν που παρέχεται στα Κυπριακά Δικαστήρια στη βάση του πιο πάνω άρθρου 52, αλλά αδιακρίτως του υπαλληλικού καθεστώτος του πτωχεύσαντος. Συγκεκριμένα, όπως σημειώνεται στο εν λόγω Σύγγραμμα꞉ «On the application of the trustee, the court may make an order ("an income payments order") claiming for the bankrupt's estate so much of the income of the bankrupt during the period for which the order is in force as may be specified in the order. The court may not however make an income payments order the effect of which would be to reduce the income of the bankrupt below what appears to the court to be necessary for meeting the reasonable domestic needs of the bankrupt and his family. An income payments order must, in respect of any payment of income to which it is to apply, either꞉
(1)require the bankrupt to pay to the trustee an amount equal to so much of that payment as is claimed by the order; or
(2)require the person making the payment to pay so much of it as is so claimed to the trustee, instead of to the bankrupt.» Παρατίθεται στο ανωτέρω Σύγγραμμα, σελ. 261, παρα. 449, υποσημείωση αρ. 2, ο ορισμός του όρου «εισόδημα», σύμφωνα με το εδάφιο
(7)του άρθρου 310 του Insolvency Act 1986, ως εξής꞉ «The income of the bankrupt comprises every payment in the nature of income which is from time to time made to him or to which he from time to time becomes entitled, including any payment in respect of the carrying on of any business or in respect of any office or employment, [...] and any payment under a pension scheme but excluding꞉
(1)any payment by way of guaranteed minimum pension; and
(2)payments giving effect to the bankrupt's protected rights as a member of a pension scheme. The terms "Guaranteed minimum pension" and "protected rights" have the same meaning as in the Pension Scheme Act 1993.» Ερμηνεύοντας τον όρο «income» τα Αγγλικά Δικαστήρια έκριναν - · ότι ακόμη και μια μεμονωμένη πληρωμή δυνατόν να θεωρηθεί εισόδημα («a one-off payment is capable of constituting income for the purposes of the Insolvency Act 1986», βλ. Supperstone v Lloyd's Names Association Working Party [1999] BPIR 832)», και · ότι θα πρέπει να υπάρχει ένας προφανής λόγος για να μπορεί να δικαιολογηθεί γιατί μια πληρωμή που αυξάνει το εισόδημα του πτωχεύσαντος να μην αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής πληρωμής («there must be an obvious justification as to why a payment which enhances the bankrupt's income should not be made the subject of an income payments order», βλ. Kilvert v Flackett [1998] BPIR 721), · ότι εάν κατά την ημερομηνία που κηρύχθηκε ένα πρόσωπο σε πτώχευση είχε κάποιο δικαίωμα από το οποίο να δικαιούται να λαμβάνει εισόδημα, εκείνο το δικαίωμα και το συνεπαγόμενο εισόδημα αποτελούν μέρος της περιουσίας του πτωχεύσαντος και δεν δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής πληρωμής ("where at the date of the bankruptcy the bankrupt is entitled to income by virtue of some right vested in him, that right together with income received by virtue of that right forms part of the estate and cannot be the subject of an income payments order", βλ. Krasner v Dennison, Lawrence v Lesser [2001] Ch 76, [2000] 3 All ER 234, CA). Στην σελ.262 του ιδίου Συγγράμματος επεξηγείται ότι ο πτωχεύσας έχει δικαίωμα να ακουστεί στην αίτηση του Διαχειριστή και να δώσει λόγο γιατί να μην εκδοθεί το ζητηθέν Διάταγμα. Αναφέρονται τα εξής: «Where the trustee applies for an income payments order, the court must fix a venue for the hearing of the application. Notice of the application must be sent to the bankrupt [.]. The notice must inform the bankrupt that [.]
(2)If he attends, he will be given an opportunity to show cause why the order should not be made, or an order should be made otherwise than as applied for by the trustee.». Θα αντλούσα καθοδήγηση από τα προεκτεθέντα έτσι ώστε να κρίνω αν, υπό τις περιστάσεις του Καθ' ου ως αποδεικνύονται ενώπιον μου, αυτός έχει μισθό ή αποδοχές ως υπάλληλος ιδιωτικής εταιρείας ή ως αυτοεργοδοτούμενος και, αν ναι, τότε κατά πόσον υφίσταται λόγος γιατί να μην εκδοθεί Διαταγή πληρωμής όλου ή μέρους αυτού ως αιτείται ο Διαχειριστής της περιουσίας του στο αιτητικό (β) της αίτησης. Υφίσταται λόγος μη έκδοσης τέτοιας Διαταγής πληρωμής, στο μέτρο και το βαθμό που θα αποστερούσε από τον Καθ' ου το εισόδημα που είναι αναγκαίο για κάλυψη των λογικών εξόδων διαβίωσής του. Σημειωτέον ότι, στην Κύπρο, η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας εξέδωσε, στις 5.6.2015, Ανακοίνωση με την οποία καθορίζει τη θέση της ως προς το τι συνιστά «Λογικά Έξοδα Διαβίωσης» δυνάμει του άρθρου 8 του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. Συγκεκριμένα, καθορίστηκε ότι: «Για νοικοκυριό με ένα άτομο ηλικίας 15 ετών και άνω, τα ΛΕΔ καθορίζονται σε €733,60. Επιπλέον, προστίθενται €366,80 για κάθε άτομο ηλικίας 15 ετών και άνω και €220,08 για κάθε παιδί κάτω των 14 ετών». Στα υπολογισθέντα ΛΕΔ δεν συμπεριλαμβάνονται οποιαδήποτε έξοδα ενοικίων για σκοπούς ιδιοκατοίκησης. Δίδονται διάφορα παραδείγματα 5 Ιουνίου 2015 Τα λογικά έξοδα διαβίωσης, ως έχουν εκεί καθοριστεί, είναι δυνατόν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο όταν αποφασίζει για την εφαρμογή του άρθρου 52 του περί Πτωχεύσεως Νόμου όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Νόμο 61(Ι)/2015 (σχετικό το προπαρατεθέν εδάφιο
(4)του άρθρου 52 του Κεφ. 5). Δ. Αξιολόγηση μαρτυρίας Καθ' ου Η πιο κάτω αξιολόγηση τελεί υπό την επιφύλαξη των όσων ανέφερα ανωτέρω σχετικά με τη νομική πτυχή της αίτησης. Κατά την ακρόαση της αίτησης, κλήθηκε ο Καθ' ου η αίτηση και αντεξετάστηκε από τον Αιτητή. Έχω μελετήσει τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, δηλαδή την Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου, ημερ. 07/04/2014, που συνοδεύει την ένστασή του, ως επίσης και τα όσα δήλωσε ο Καθ' ου στο πλαίσιο της προφορικής του μαρτυρίας, και παρατηρώ τα εξής: Εκδόθηκε Διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Καθ' ου στις 27.9.
- Εκδόθηκε Διάταγμα πτώχευσης του Καθ' ου στις 30.11.
- Κατά την ίδια ημερομηνία διορίστηκε ο Αιτητής στην υπό κρίση αίτηση ως Διαχειριστής της περιουσίας του Καθ' ου. Ο Καθ' ου υποβλήθηκε σε προκαταρκτική εξέταση την 1.2.
- Ενώ στο στάδιο καταχώρησης της Ειδοποίησης περί πρόθεσης ένστασης ο Καθ' ου είχε αμφισβητήσει το γνήσιο των καταγραφών των δηλώσεων του στην έκθεση της προκαταρκτικής εξέτασης, εντούτοις κατά την αντεξέτασή του παραδέχθηκε πως όσα αναγράφονται στην εν λόγω έκθεση είναι όσα αυτός δήλωσε και ότι είναι αληθή. Κατά την προκαταρκτική εξέταση ο Καθ' ου είχε δηλώσει ότι κατά τα τελευταία τρία έτη προς της εξέτασής του αυτός είχε εισοδήματα από την εργασία του περί τις €18.
- Κατά την αντεξέτασή του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Καθ' ου επιβεβαίωσε ότι όντως είχε προβεί στην εν λόγω δήλωση, καθώς και ότι είχε αναφέρει το εν λόγω εισόδημα, αλλά διευκρίνισε ότι επρόκειτο για συνολικό εισόδημα και για τα τρία προηγηθέντα έτη. Επιβεβαίωσε επίσης ο Καθ' ου αντεξεταζόμενος ότι η πηγή του εν λόγω εισοδήματος ήταν από το επάγγελμά του ως γραφίστας για την εταιρεία Flying Mouse Ltd, στην οποία ήταν μέτοχος και διευθυντής κατά την εν λόγω περίοδο. Παραδέχθηκε ο ίδιος ότι στο μεσοδιάστημα μεταξύ της προκαταρκτικής του εξέτασης και της κήρυξης του σε πτώχευση είχε υποσχεθεί να κάνει πρόταση στους πιστωτές του για συμβιβασμό και ότι σε κάποιο στάδιο πριν κηρυχθεί σε πτώχευση πλήρωσε σε κάποιον πελάτη του Αιτητή το ποσό των €20.
- Παρουσίασε όμως, μαρτυρία ως οι Καταστάσεις του Ασφαλιστικού Λογαριασμού του για τα έτη 2013 και 2014 (κατατεθείσες ως τεκμήρια με αρίθμηση «Έγγραφα Α και Β», αντίστοιχα) για να δείξει ότι δεν έχει πλέον καθόλου εισοδήματα, αφού οι ασφαλιστέες αποδοχές του για τα εν λόγω δύο έτη είναι μηδενικές. Ούτε εντός του 2015 εργαζόταν. Εισηγήθηκε ο Αιτητής ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει ως αναξιόπιστον τον Καθ' ου και να κρίνει ότι ψευδώς ο Καθ' ου απέκρυψε τα πραγματικά του εισοδήματα από την Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας που εξέδωσε τις εν λόγω Καταστάσεις. Η θέση του Αιτητή, ως την υπέβαλε στον Καθ' ου κατά την αντεξέτασή του, είναι ότι αυτός ο Καθ' ου θα πρέπει να διαταχθεί να πληρώνει το ποσό των €200 μηνιαίως. Κρίνω πως δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία που να μου επιτρέπει να καταλήξω σε τέτοια διαταγή. Ανεξαρτήτως του ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, καθ' ότι έδειξε να τηρεί μια επιπόλαιη συμπεριφορά εντός του Δικαστηρίου, εντούτοις παρατηρώ ότι ο Αιτητής εικάζει / πιθανολογεί ότι ο Καθ' ου έχει αδήλωτα εισοδήματα επειδή του φαίνεται να είναι νέος και υγιής που δεν έχει αδυναμία να εργαστεί. Λέγει ότι, ενόψει του γεγονότος ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είναι νέος και αρτιμελής, το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη την εισοδηματική ικανότητα του, με την έννοια του τι θα μπορούσε να κερδίζει και παραπέμπει στην Λουγκρίδης ν. Eurolife Ltd.
(2004)1(B) Α.Α.Δ. 886). Λέγει επίσης ότι το Δκαστήριο θα πρέπει να λάβει υπόψη ότι ο Καθ΄ου δεν έχει εγγραφεί στο Γραφείο Εργασίας, ούτε και έκαμε αναφορά σε συγκεκριμένες ή οποιεσδήποτε προσπάθειες εξεύρεσης εργασίας εκτός από τη δουλειά του γραφίστα, έστω εποχιακή, έστω προσωρινή, έστω σε μερική απασχόληση. Εισηγείται ότι δυνατότητα προς εργασίαν φαίνεται ότι έχει ο Καθ'ου και ότι εκείνο που δεν έχει είναι την αναγκαία βούληση (παραπέμπει συναφώς στην Χριστάκη ή άλλως Παναγιώτου ν. Μιχαήλ
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 422). Τέλος, σημειώνει ο Αιτητής ότι το γεγονός ότι ο Καθ' ου δεν έχει σταθερά εισοδήματα δεν αποτελεί καλό λόγο για να μην διαταχθεί να πληρώνει μηνιαίως ένα ποσό εκ των εισοδημάτων που έχει τη δυνατότητα να εργαστεί και να λαμβάνει. Εισηγείται δηλαδή ο Αιτητής ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εφαρμόσει κριτήρια αντίστοιχα με αυτά που νομολογιακά καθιερώθηκαν για την εξέταση αιτήσεων έρευνας ως μέσων εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων σε πολιτική διαδικασία δυνάμει του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Τέτοια βεβαίως νομική βάση δεν έχει τεθεί στην υπό κρίση αίτηση. Δεν θα συμφωνήσω με τον Αιτητή. Θα συμφωνήσω με τη νομική θέση της συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση ότι στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 52, το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί κατά τρόπο θετικό ότι ο Καθ' ου έχει εισοδήματα ή δικαιώματά σε εισόδημα και ακολούθως θα πρέπει να εξετάσει γιατί να μην διαταχθεί ο Καθ' ου να καταβάλει όλα ή μέρος των εισοδημάτων αυτών στο Διαχειριστή της περιουσίας του. Θυμίζω ότι το εδάφιο
(3)του άρθρου 52 μιλά για «αποδοχές ή μισθό» και το άρθρο 310 του Insolvency Act της Αγγλίας μιλά για «payment of income» ή «entitlement to income»). Στην παρούσα υπόθεση, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία από τον Αιτητή που να δείχνει κατά τρόπο θετικό ότι ο Καθ' ου λαμβάνει ή έχει δικαίωμα να λαμβάνει μισθό ή σύνταξη, ή αποζημίωση από το Τμήμα του Γενικού Λογιστή ως είναι το κριτήριο στο άρθρο 52
(2)ως ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο καταχώρισης της αίτησης. Ούτε δόθηκε μαρτυρία ότι έχει αποδοχές ή μισθό ως είναι το κριτήριο στο άρθρο 52
(3)το οποίο βρίσκεται σε ισχύ καθ' ον χρόνο εκδίδεται η παρούσα απόφαση. Στηρίζει επίσης τη θέση του ο Αιτητής περί απόκρυψης των εισοδημάτων του Καθ' ου στο ότι ο Καθ' ου η αίτηση εμφανίστηκε κατά την ακρόαση να έχει την ευχέρεια να καλύπτει κάποια κοινωνικά έξοδα σε μεγέθη που δεν θα συνήθιζε λογικά να διενεργεί ένας πτωχεύσας (π.χ. να κάνει δώρο €100- στο γάμο ενός καλού του φίλου ή να κάνει δώρο €50 σε άλλους γάμους). Αυτή του όμως η δήλωση θα πρέπει να ειδωθεί υπό το φακό ότι υποστηρίζεται από τη σύζυγό του για τα όποια έξοδα του. Πέραν αυτού, δεν έχω ακούσει να ξοδεύει οποιοδήποτε ποσό το οποίο να υπερβαίνει εκείνο που δικαιολογείται, στο σύνολό του, για τα λογικά έξοδα διαβίωσης και από το οποίο να μπορούσε να τεκμαρθεί ότι έχει αντίστοιχο ποσό εισοδημάτων προς διανομή στον Αιτητή. Ε. Κατάληξη Συγκεφαλαιώνοντας, κρίνω ότι η νομική βάση της αίτησης (ήτοι το άρθρο 52
(2)του Κεφ. 5) δεν αποτελούσε κατάλληλη νομική βάση κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης και εξακολουθεί να μην είναι κατάλληλη νομική βάση καθ' ον χρόνο εκδίδεται η παρούσα απόφαση, γι' αυτό και καθιστά απορριπτέα την αίτηση. Αλλά και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ως κατάλληλη η νομική της βάση, τότε η αίτηση θα απορρίπτετο επί της ουσίας καθ' ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο καθ' ου λαμβάνει ή έχει να λαμβάνει μισθό ή σύνταξη ή αποζημίωση ή και ότι έχει τέτοια εισοδήματα ή αποδοχές που να υπερβαίνουν το ποσό που θα δικαιολογείτο να δαπανεί για τα λογικά έξοδα διαβίωσής του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω να απορρίπτω το αιτητικό (α) της αίτησης την υπό κρίση αίτηση, καθώς και, αναπόφευκτα, το αιτητικό (β) αυτής. Κάθε πλευρά τα έξοδα της. (υπ.).......... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το άρθρο 9 τιτλοφορείται «Αποτέλεσμα διατάγματος παραλαβής». Το εδάφιο
(4)αυτού προβλέπει ότι «
(4)Από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης, ο πτωχεύσας, με εξουσιοδότηση του επίσημου παραλήπτη ή του διαχειριστή και με άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει, συμπεριλαμβανομένης και της ασφάλειας εξόδων, δύναται να εγείρει ή υπερασπιστεί οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία που αφορά την περιουσία του.». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο