← Κύπρος

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ TEΛΩΝΕΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ARESTIS BROS LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής: 1525/08, 11/9/2015

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ TEΛΩΝΕΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. ARESTIS BROS LIMITED κ.α., Αρ.Αγωγής: 1525/08, 11/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A325 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 1525/08 Μεταξύ: ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ TEΛΩΝΕΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγουσας Και 1. ARESTIS BROS LIMITED 2. INTER-PLANET LOGISTICS LIMITED 3. FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED 4. Σ.ΤΑ.ΤΕ.ΠΕ.Λ. ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 15/09/2008 Μεταξύ: ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγουσας και 1. ARESTIS BROS LIMITED 2. INTER-PLANET LOGISTICS LIMITED 3. FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED, δια του Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS LTD. 4. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΚΛΑΔΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΤΕΚΕΚ) ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 11/9/15 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κα Καραολιά με Άντρη Χαραλάμπους για Τάκη Χατζηγεωργίου Για την Εναγομένη 1: κα Κοζάκου για Ανδρέα Σ. Αγγελίδη ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 2: κ. Πότσης για Καραπατάκη Παυλίδη LLC Για την Εναγομένη 4: κ. Κορφιώτης για Κούσιο, Κορφιώτη, Παπαχαραλάμπους ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αυτή την αγωγή η ενάγουσα ζητά εναντίον των εναγομένων 1,2 και 4 €18642,55 πλέον νόμιμο τόκο ως εισαγωγικούς δασμούς, φόρους και τέλη επιθεώρησης που αναλογούν σε εμπορεύματα που τέθηκαν υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και ανάλωσης. Η αγωγή εναντίον της εναγομένης 3 δεν προωθήθηκε λόγω του ότι εκκρεμεί εναντίον της διαδικασία εκκαθάρισης. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η εναγόμενη 1 ως ιδιοκτήτρια και εισαγωγέας 480 πακέτων σπόρων και 1720 πακέτων ρυζιού καταχώρησε μέσω της εναγομένης 2 που ήταν οι εξουσιοδοτημένοι τελωνειακοί πράκτορες της εναγομένης 1 δύο ηλεκτρονικές διασαφήσεις εισαγωγής. Οι λεπτομέρειες της τελωνειακής οφειλής ήταν ΛΚ 10911(€18.642,55). Στα πλαίσια της συνεργασίας και/ή συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης 2 και της εναγομένης 3, τελωνειακών πρακτόρων, η τελευταία ως εξουσιοδοτημένη αντιπρόσωπος των εναγομένων 1 και/ή 2 ανέλαβε να καταβάλει την εν λόγω οφειλή. Εξέδωσε και παρέδωσε προς την ενάγουσα επιταγές ύψους €23.767, ποσό από το οποίο θα εξοφλείτο και η επίδικη οφειλή της εναγομένης 1. Με την παραλαβή των επιταγών από την εναγομένη 3 εκ μέρους της εναγομένης 2 και/ή της 1 τα εμπορεύματα τέθηκαν υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και ανάλωσης. Οι εν λόγω επιταγές επιστράφηκαν ως ανεξαργύρωτες και η επίδικη οφειλή δεν εξοφλήθηκε. Η μη καταβολή του πιο πάνω ποσού συνεπάγεται αυτόματα τη γένεση οφειλής με συνυπόχρεους οφειλέτες τις εναγομένες 1-3. Η εναγομένη 4 υπέχει νομική υποχρέωση εξόφλησης των επιταγών της εναγομένης 3 δυνάμει της εγγύησης που παρείχε στις συγχωνευθείσες στην εναγομένη 3 εταιρείες FRAKAPOR CLEARING LTD και LEDRA BONDED STORES LTD. Στην Έκθεση Υπεράσπισης της η εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι ουδεμία ευθύνη έχει για τη μη εξαργύρωση της επιταγής της εναγομένης 3. Κατά τα άλλα βασικά καλεί την ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της. Στην Έκθεση Υπεράσπισης της η εναγομένη 2 ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή εναντίον της και ότι κατέβαλε στην εναγομένη 3 τα οφειλόμενα ποσά. Η ενάγουσα συνεβλήθη με την εναγομένη 3 και επέτρεψε την εκτελώνιση προϊόντων τρίτων προσώπων. Ισχυρίζεται επίσης ότι η ενάγουσα εμποδίζεται να απαιτεί οποιοδήποτε ποσό. Η εναγόμενη 4 υποστηρίζει ότι δεν αναλήφθηκε ποτέ η υποχρέωση κάλυψης δασμών ή επιταγής της εναγομένης 3 και ότι η εγγυητική ακυρώθηκε από την εναγομένη 3. Ως ΜΕ1 κατέθεσε ο Ανδρέας Ανδρέου, Τελωνειακός Λειτουργός στο Τελωνείο Λευκωσίας, θέση που κατείχε και κατά τον ουσιώδη χρόνο που αφορά η παρούσα αγωγή. Γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από έγραφα που έχει στην κατοχή και φύλαξη του, ως λειτουργός των Εναγόντων, αλλά και λόγω προσωπικού χειρισμού και μελέτης του φακέλου της υπόθεσης, του αρχείου των Εναγόντων αλλά και του μηχανογραφημένου συστήματος του Τμήματος Τελωνείων με την ονομασία «ΘΗΣΕΑΣ». Ως εκ τούτου, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, όπως τον εκπροσωπήσει και καταθέσει εκ μέρους του ενώπιον Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή. Η Εναγόμενη 1 εταιρεία ARESTIS BROS LIMITED, ήταν η ιδιοκτήτρια και εισαγωγέας εμπορευμάτων ήτοι 480 σάκων σπόρων (canary seeds) και 1720 πακέτων ρυζιού (long grain rice), στα οποία ακολούθως θα αναφέρεται ως «τα εμπορεύματα». Η Εναγόμενη 2 εταιρεία, INTER-PLANET LOGISTICS LIMITED, ήταν οι εξουσιοδοτημένοι τελωνειακοί πράκτορες της Εναγόμενης 1 εταιρείας δυνάμει γραπτής εξουσιοδότησης δια τελωνειακού έντυπου Τελ.1002 αρ. LCA 470/03. Κατέθεσε πρωτότυπο έγγραφο του εντύπου εξουσιοδότησης τελωνειακού πράκτορα ως Τεκμήριο 2. Η εν λόγω εταιρεία, με Ειδικό Ψήφισμα της ημερ. 27.5.05, είχε αλλάξει το όνομα της και από ANTHIMOS DEMETRIOY LIMITED ως ήταν προηγουμένως, μετονομάστηκε σε INTER-PLANET LOGISTICS LTD. Κατά ή περί τον Ιούνιο 2004, η Εναγόμενη 1 εταιρεία, ως ιδιοκτήτρια και εισαγωγέας των εμπορευμάτων, καταχώρησε στο ηλεκτρονικό σύστημα του Τμήματος Τελωνείων, μέσω της Εναγόμενης 2, ως οι εξουσιοδοτημένοι τελωνειακοί της πράκτορες, τις ακόλουθες ηλεκτρονικές διασαφήσεις εισαγωγής: (α) Την ηλεκτρονική διασάφηση εισαγωγής με αριθμό αναφοράς 2004100106028 ημερομηνίας 1.6.2004 για τη θέση σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας ανάλωσης στο τελωνειακό έδαφος της Δημοκρατίας σπόρων (canary seeds), με τη καταβολή του αναλογούντος στα εμπορεύματα φόρου προστιθεμένης αξίας ΛΚ711.00 ή το αντίστοιχο με τα σημερινά δεδομένα ποσό σε Ευρώ 1.214,82. (Τεκμήριο 3 Α). (β) Την ηλεκτρονική διασάφηση εισαγωγής με αριθμό αναφοράς 2004100106902 ημερομηνίας 2.6.2004 για τη θέση σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και ανάλωσης στο τελωνειακό έδαφος της Δημοκρατίας, ρυζιού (long grain rice) με την καταβολή των αναλογούντων στα εμπορεύματα εισαγωγικών δασμών ύψους ΛΚ10.178,00 ή το αντίστοιχο με τα σημερινά δεδομένα ποσό σε Ευρώ 17.390,15 πλέον τέλη ΛΚ 22.00 (Ευρώ 37.58) τα οποία αναφέρονται στην ηλεκτρονική διασάφηση εισαγωγής με αριθμό αναφοράς 2004000000930. (Τεκμήριο 3Β). Το ολικό οφειλόμενο προς το Τελωνείο ποσό ήταν £10,911.00 ποσό σε Ευρώ 18,642.55. Προφανώς λόγω συνεργασίας και συμφωνίας μεταξύ της Εναγόμενης 2 εταιρείας, INTER PLANET LOGISTICS LTD, και της Εναγόμενης 3 εταιρείας, FRAKAPOR LOGISTICS LTD, η Εναγόμενη 3 ανέλαβε να καταβάλει και να εξοφλήσει προς το Τμήμα Τελωνείων το ποσό των ΛΚ10.911.00. Συνεπώς, η Εναγόμενη 3, εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 2, εξέδωσε και κατέθεσε στο Τμήμα Τελωνείων, τις ακόλουθες επιταγές με σκοπό την πληρωμή, μεταξύ άλλων, και των βεβαιωθέντων εισαγωγικών δασμών, φόρων και τέλη για τις διασαφήσεις οι οποίες αφορούσαν τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία και ανάλωση των εμπορευμάτων ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 εταιρείας: (α) Επιταγή της Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ. ΛΤΔ επ' ονόματι της Ενάγουσας (Senior Customs Officer) με αριθμό επιταγής 154-50263441 ημερομηνίας 2.6.04 για το ποσό των ΛΚ3,767. (β) Επιταγή της Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ. ΛΤΔ επ' ονόματι της Ενάγουσας (Senior Customs Officer) με αριθμό επιταγής 154-50266159 ημερομηνίας 3.6.04 για το ποσό των ΛΚ10,000. (γ) Επιταγή της Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ. ΛΤΔ επ' ονόματι της Ενάγουσας (Senior Customs Officer) με αριθμό επιταγής 154-50266178 ημερομηνίας 3.6.04 για το ποσό των ΛΚ10,000. Παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφα των επιταγών ως Τεκμήριο 4. Η εταιρεία Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ. ΛΤΔ κατά το 2007 συγχωνεύθηκε με την Εναγόμενη 4 εταιρεία εκχωρώντας και μεταβιβάζοντας σε αυτήν το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της. Από τα ποσά των εν λόγω επιταγών θα εξοφλείτο, μεταξύ άλλων οφειλών και η επίδικη οφειλή της Εναγόμενης 1 για ΛΚ10,911.00 όπως βεβαιώνεται και από τις δυο Καταστάσεις Ανάλυσης Συναλλαγής (Transaction Analysis Report) του μηχανογραφημένου συστήματος του Τμήματος Τελωνείων με αριθμούς 2004000068715 ημερ. 2.6.04 και 2004000069478 ημερ. 3.6.04 αντίστοιχα Τεκμήρια 5Α και 5Β. Κατά συνέπεια, οι αναφερόμενες ηλεκτρονικές διασαφήσεις που καταχωρήθηκαν από την Εναγόμενη 1 μέσω των εξουσιοδοτημένων τελωνειακών πρακτόρων της -Εναγομένης 2, έγιναν αποδεκτές από το Τμήμα Τελωνείων και ακολούθησε η βεβαίωση των αναλογούντων στα εμπορεύματα εισαγωγικών δασμών, φόρων και τελών συνολικού ύψους ΛΚ10,911.00. Με την παραλαβή των ως άνω αναφερόμενων επιταγών από την Εναγόμενη 3 εταιρεία εκ μέρους και για λογαριασμό της Εναγομένης 2 και συνεπώς και της Εναγομένης 1, με σκοπό την πληρωμή της εν λόγω οφειλής, τα εμπορεύματα τέθηκαν υπό καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και ανάλωσης στο τελωνειακό έδαφος της Δημοκρατίας. Ακολούθως, το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας με επιστολή του ημερ. 30.6.04, Τεκμήριο 6 πληροφόρησε την Ενάγουσα και το Τμήμα Τελωνείων ότι οι αναφερόμενες επιταγές που εξέδωσε και παρέδωσε στο Τμήμα η Εναγόμενη 3 για εξόφληση της επίδικης οφειλής, επεστράφησαν ως ανεξαργύρωτες. Ως αποτέλεσμα, ενώ τα εμπορεύματα παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη 1 και τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία και ανάλωση, η επίδικη οφειλή δεν πληρώθηκε, ούτε εξοφλήθηκε. Συνεπώς, η μη καταβολή των αναλογούντων στα εμπορεύματα εισαγωγικών δασμών, φόρων και τελών, συνεπάγεται, δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας, τη γένεση τελωνειακής οφειλής και άλλης τελωνειακής οφειλής με συνυπόχρεους οφειλέτες τις Εναγόμενες 1, 2 και 3 εταιρείες. Τα εν λόγω εμπορεύματα παραδόθηκαν στους εισαγωγείς τους και τέθηκαν σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και ανάλωσης χωρίς την καταβολή προς την Ενάγουσα των αναλογούντων σε αυτά τελωνειακών δασμών, φόρων και τελών τα οποία, ως πραγματοπαγή, αφορούν και εξακολουθούν να επιβαρύνουν τα υπό αναφορά εμπορεύματα. Η εταιρεία Σ.ΤΑ.ΤΕ.ΠΕ.Λ, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως εγκεκριμένος εγγυοδοτικός οργανισμός, είχε εγγυηθεί, μετά από την υποβολή ανάλογης απαίτησης από το Τμήμα Τελωνείου, την πληρωμή οποιασδήποτε επιταγής μέχρι το ποσό των ΛΚ10.000,00 και ΛΚ5.000.00 η οποία θα εκδίδετο και θα κατατίθετο στο Τμήμα Τελωνείων από τις εταιρείες FRAKAPOR CLEARING LTD και LEDRA BONDED STORES LTD αντίστοιχα. Η Εναγόμενη 4 για τον σκοπό αυτό υπέγραψε και δεσμεύτηκε με τα ακόλουθα εγγυητήρια έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν στο Τμήμα Τελωνείων: (α) Εγγυητήριο έγγραφο C126 με αύξοντα αριθμό 158/2000 ημερ. 5.12.2000 με το οποίο η Εναγόμενη 4 εγγυήθηκε την πληρωμή μετά από υποβολή ανάλογης απαίτησης από την Ενάγουσα οποιασδήποτε επιταγής μέχρι του ποσού των ΛΚ10,000 η οποία θα εκδιδόταν και θα κατατίθετο στο Τμήμα Τελωνείων από την πελάτιδα της εταιρεία FRAKAPOR CLEARING LTD με σκοπό την πληρωμή εισαγωγικών δασμών, φόρων, τελών και άλλων επιβαρύνσεων προς την Ενάγουσα. (Τεκμήριο 7Α). (β) Εγγυητήριο έγγραφο C126 με αύξοντα αριθμό 61/2002 ημερ. 18.2.02 με το οποίο η Εναγόμενη 4 εγγυήθηκε την πληρωμή, μετά από υποβολή ανάλογης απαίτησης από το Τμήμα Τελωνείων οποιασδήποτε επιταγής μέχρι του ποσού των ΛΚ5,000 η οποία θα εκδιδόταν και θα κατατίθετο στο Τμήμα Τελωνείων από την πελάτιδα της εταιρεία LEDRA BONDED STORES LTD με σκοπό την πληρωμή δασμών, φόρων, τελών και/ή άλλων επιβαρύνσεων προς την Ενάγουσα. (Τεκμήριο 7Β). Σύμφωνα δε με ρητό όρο ο οποίος περιέχεται στα πιο πάνω εγγυητήρια έγγραφα, οι παρεχόμενες με αυτά εγγυήσεις είναι συνεχείς και έχουν απεριόριστη διάρκεια ισχύος εκτός αν η ισχύς τους τερματιστεί ενωρίτερα από τον Εγγυητή (δηλαδή την εταιρεία Σ.ΤΑ.ΤΕ.ΠΕ.Λ και συναφώς την Εναγομένη 4), με προς τούτο σχετική γραπτή ειδοποίηση προς το Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων, ενέργεια η οποία κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο αλλά και μεταγενέστερα, ουδέποτε έγινε. Οι εταιρείες FRAKAPOR CLEARING LTD και LEDRA BONDED STORES LTD συγχωνεύτηκαν, δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 9.6.03 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια σχετικής αίτησης αρ. 155/2003, στην εταιρεία FRAKAPOR HOLDINGS LTD η οποία ακολούθως μετονομάστηκε σε FRAKAPOR LOGISTICS LTD και είναι η Εναγόμενη 3 στην παρούσα αγωγή. Λόγω της συγχώνευσης, τεκμαίρεται ότι η Εναγόμενη 3 έχει αναλάβει όλες τις υποχρεώσεις, ευθύνες και καθήκοντα των εταιρειών που συγχωνεύθηκαν. Παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο του Διατάγματος Συγχώνευσης στην αίτηση αρ. 155/03, Τεκμήριο 8. Παρουσίασε επίσης στο Δικαστήριο επιστολή ημερ. 7.6.2004 (Τεκμήριο 9) του Προϊσταμένου του Επαρχιακού Γραφείου Φ.Π.Α. Λευκωσίας, της Υπηρεσίας Φ.Π.Α. η οποία υπάγεται στο Τμήμα Τελωνείων, στην οποία φαίνονται όλες οι αλλαγές ονομασίας καθώς και άλλες αλλαγές που έγιναν στην εταιρεία FRAKAPOR CLEARING LTD και γενικά στον όμιλο εταιρειών FRAKAPOR. Η εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LTD διαλύθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 2.5.2007 δια της υπ' αρ. Αίτησης Διάλυσης 48/2006 . Η εν λόγω εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση και ως Εκκαθαριστής της εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS LTD διορίστηκε ο Επίσημος Παραλήπτης. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη 4 εταιρεία, δυνάμει των αναφερόμενων εγγυητήριων εγγράφων, υπέχει ευθύνη και υποχρέωση για την εξόφληση των επιταγών οι οποίες επεστράφησαν ανεξαργύρωτες και οι οποίες εκδόθηκαν και κατατέθηκαν από την Εναγόμενη 3 προς εξόφληση των επίδικων οφειλών. Λόγω της συγχώνευσης της εταιρείας Σ.ΤΑ.ΤΕ.ΠΕ.Λ, η Εναγόμενη 4 ανέλαβε και υπέχει όλες τις υποχρεώσεις, ευθύνες και καθήκοντα που αυτή είχε. Το Τμήμα Τελωνείων αξίωσε από τους Εναγόμενους την καταβολή και εξόφληση της επίδικης οφειλής αλλά οι Εναγόμενες εταιρείες αμέλησαν και αρνήθηκαν να συμμορφωθούν, με αποτέλεσμα το ποσό των ΛΚ10.911,00 (Ευρώ 18,642.55) παραμένει στο σύνολο του οφειλόμενο μέχρι σήμερα. Με διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 18.4.06, Τεκμήριο 10 το Τμήμα Τελωνείων απαίτησε από την Εναγόμενη 1, υπό την ιδιότητα της ως εισαγωγέας και ιδιοκτήτρια των εμπορευμάτων, την καταβολή της τελωνειακής οφειλής των ΛΚ10.911 πλέον νόμιμο τόκο αλλά η Εναγόμενη 1 εταιρεία αμέλησε και αρνήθηκε μέχρι σήμερα να συμμορφωθεί. Περαιτέρω, η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγόμενη 1 για το ανεξαργύρωτο των επιταγών της Εναγόμενης 3 που είχε ως αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενη η τελωνειακή οφειλή αλλά η Εναγόμενη 1 δεν ανταποκρίθηκε και δεν εξόφλησε και/ή ουδέν ποσό πλήρωσε έναντι της εν λόγω οφειλής. Περαιτέρω, το Τμήμα Τελωνείων, με διπλοσυστημένη επιστολή ημερ. 18.4.06 προς την Εναγόμενη 2, Τεκμήριο 11 την ενημέρωσε ότι οι επιταγές της Εναγόμενης 3 που δόθηκαν για την πληρωμή της οφειλής επιστράφηκαν ανεξαργύρωτες με αποτέλεσμα το ποσό των ΛΚ10.911,00 να παραμένει οφειλόμενο και απαιτητό και η ίδια υπόχρεη και νομικά υπεύθυνη για την καταβολή και εξόφληση του. Συναφώς, απαίτησε από την Εναγόμενη 2, υπό την ιδιότητα της ως η εξουσιοδοτημένη τελωνειακή πράκτορας της Εναγόμενης 1 εταιρείας, μεταξύ άλλων οφειλών, και την καταβολή της επίδικης οφειλής των ΛΚ10.911,00 πλέον νόμιμο τόκο. Η Εναγόμενη 2 αρνήθηκε να συμμορφωθεί και δεν εξόφλησε και δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι της επίδικης οφειλής. Οι Εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες, απάντησαν στις πιο πάνω επιστολές με αντίστοιχες επιστολές του δικηγόρου τους ημερομηνίας 4.5.2006 με τις οποίες ανέφεραν ότι η οφειλή τους προς το Τμήμα Τελωνείων είχε καταβληθεί και πληρωθεί στην Εναγόμενη 3 εταιρεία τον Ιούνιο του 2004, Τεκμήριο 12. Το Τμήμα Τελωνείων απάντησε στην επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων 1 και 2 με επιστολή του ημερομηνίας 15.5.2006 Τεκμήριο 13 με την οποία τους πληροφορούσε ότι οι εισαγωγικοί δασμοί, ο φόρος και τα τέλη που αναλογούσαν στα εμπορεύματα των πελατών τους εξακολουθούσαν να παραμένουν απλήρωτα ένεκα του ανεξαργύρωτου των επιταγών της εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS και ως εκ τούτου η απαίτηση του Τμήματος δεν μπορούσε να αποσυρθεί. Το Τμήμα Τελωνείων, με επιστολή ημερ. 30.8.04, Τεκμήριο 14 η οποία παραδόθηκε δια χειρός σε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο της Εναγόμενης 3 εταιρείας, την ενημέρωσε ότι, οι επιταγές που δόθηκαν για την πληρωμή της επίδικης και άλλων οφειλών, επιστράφηκαν ανεξαργύρωτες με αποτέλεσμα το ποσό των ΛΚ10,911.00 να παραμένει οφειλόμενο και απαιτητό και η ίδια υπόχρεη και νομικά υπεύθυνη για την καταβολή και εξόφληση του πλέον νόμιμο τόκο. Στη συνημμένη αναλυτική κατάσταση της επιστολής ημερομηνίας 30.8.04 οι διασαφήσεις που αφορούν την επίδικη οφειλή παρουσιάζονται με αύξοντες αριθμούς 44,45 και 46. Η Εναγόμενη 3 αρνήθηκε να συμμορφωθεί και δεν εξόφλησε και δεν κατέβαλε κανένα ποσό έναντι της επίδικης οφειλής. Επιπρόσθετα, το Τμήμα Τελωνείων, με διπλοσυστημένη επιστολή του ημερ. 15.12.05 προς την Εναγόμενη 4, Τεκμήριο 15 απαίτησε από αυτήν την καταβολή του συνολικού ποσού των ανεξαργύρωτων επιταγών της Εναγόμενης 3 εταιρείας το οποίο αφορούσε και την επίδικη οφειλή. Η απαίτηση του Τμήματος Τελωνείου προς την Εναγόμενη 4, έγινε στη βάση των εγγυητήριων εγγράφων τα οποία είχαν κατατεθεί στο Τμήμα Τελωνείων και τα οποία, κατά τον ουσιώδη χρόνο, παρέμεναν σε ισχύ. Δυνάμει της εγγύησης που παρείχε στις συγχωνευθείσες στην Εναγόμενη 3 εταιρείες FRAKAPOR CLEARING LTD και LEDRA BONDED STORES LTD, η Εναγόμενη 4 υπείχε νομική υποχρέωση εξόφλησης των επιταγών της Εναγόμενης 3 εταιρείας. Η εταιρεία Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ. ΛΙΜΙΤΕΔ, με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 12.1.06 Τεκμήριο 16 απέρριψε την απαίτηση του Τμήματος Τελωνείων, προβάλλοντας τους δικούς της ισχυρισμούς επί του θέματος, μεταξύ των οποίων και τους ακόλουθους: (α) Ότι η ισχύς του προαναφερθέντος εγγυητηρίου εγγράφου Τεκμήριο 7Α με πρωτοφειλέτιδα την εταιρεία FRAKAPOR CLEARING LTD είχε τερματιστεί και (β) Ότι η ακύρωση και των δύο συναφών εγγυητηρίων εγγράφων 7Α και 7Β περιήλθε σε γνώση του Τμήματος Τελωνείων με την επιστολή της εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED ημερ. 15.10.03. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, η εταιρεία Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ. ΛΙΜΙΤΕΔ, υπό την ιδιότητα του πιστωτή της εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS (CYPRUS) LTD, η οποία αποτελεί μετονομασία της εταιρείας FRAKAPOR CLEARING LTD, καθώς και υπό την ιδιότητα της ως πιστωτής της εταιρείας LEDRA BONDED STORES LTD, με πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 13.5.2003, Τεκμήριο 17 διόρισε τον κ. Γιαννάκη Φραγκεσκίδη ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για να ψηφίσει εκ μέρους της, στην Συνέλευση Πιστωτών των εν λόγω εταιρειών αποτέλεσμα της οποίας ήταν η έκδοση του Διατάγματος Συγχώνευσης. Συνεπώς, η εταιρεία Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ. ΛΙΜΙΤΕΔ γνώριζε για το γεγονός της συγχώνευσης και επέλεξε να μην τερματίσει τις επίδικες εγγυήσεις αλλά να τις διατηρήσει σε ισχύ υπέχοντας ως εκ τούτου τις ανάλογες υποχρεώσεις. Αυτές οι υποχρεώσεις μεταβιβάστηκαν και αναλήφθηκαν από την Εναγόμενη 4 με την συγχώνευση της Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ. ΛΙΜΙΤΕΔ. Εξάλλου, στα εγγυητήρια έγγραφα προβλέπεται ρητώς ότι οι παρεχόμενες σε αυτά εγγυήσεις είναι συνεχείς και με απεριόριστη διάρκεια ισχύος, εκτός αν η ισχύς τους τερματιστεί από τον Εγγυητή με έγγραφη ειδοποίηση προς το Τμήμα Τελωνείων, κάτι που ουδέποτε έγινε. Επομένως, ανεξάρτητα από την πιο πάνω διατυπωθείσα πρόθεση της εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED για τερματισμό της ισχύος του σχετικού εγγυητηρίου εγγράφου C 126 με α/α 158/2000 ημερ. 5.12.2000, το Τμήμα Τελωνείων ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή από τον Εγγυητή, δηλαδή την εταιρεία Σ.ΤΑ.ΤΕ.Π.Ε.Λ. ΛΙΜΙΤΕΔ ,σε σχέση με την ακύρωση του εγγυητηρίου εγγράφου C 126 με α/α 61/2002 ημερ.18.2.02 με πρωτοφειλέτιδα την εταιρεία LEDRA BONDED STORES LTD και του εγγυητηρίου εγγράφου C 126 με α/α 158/2000 ημερ. 5.12.2000 με πρωτοφειλέτιδα την εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED, τα οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εξακολουθούσαν να είναι σε ισχύ και να δεσμεύουν τα συμβαλλόμενα μέρη έναντι του Τμήματος Τελωνείων. Ακόμη και μετά τη συγχώνευση των εταιρειών του ομίλου FRAKAPOR, δηλαδή μετά τις 9.6.2003, η Εναγόμενη 4 συνέχισε να εγγυάται την εταιρεία FRAKAPOR CLEARING LTD που δεν υφίστατο. Τούτο προκύπτει και από την επιστολή ημερ. 28.8.2003, η οποία και επισυνάπτεται στην επιστολή της εταιρείας FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED ημερ. 15.10.03 με την οποία ενημερώνουν την Αρχή Λιμένων ότι συνεχίζουν να εγγυούνται την εταιρεία FRAKAPOR CLEARING LTD που κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή της 28.8.2003 δεν υφίστατο, παρά μόνο υφίστατο η εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED. Από το γεγονός αυτό διαφαίνεται ουσιαστικά ότι η Εναγόμενη 4 συνέχισε να εγγυάται την εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED η οποία εξέδωσε τις επίδικες επιταγές αφού δεν υπήρχε κατά την κρίσιμη χρονική στιγμή άλλη εταιρεία του ομίλου εταιρειών FRAKAPOR για να εγγυηθούν, δεδομένου ότι η συγχώνευση εφαρμόστηκε στις 13.7.2003. Επομένως, η Εναγόμενη 4 αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις νόμιμες υποχρεώσεις της δυνάμει των εγγυητήριων εγγράφων και δεν κατέβαλε κανένα ποσό προς εξόφληση των ανεξαργύρωτων επιταγών, με αποτέλεσμα η επίδικη τελωνειακή οφειλή να παραμένει στο σύνολο της οφειλόμενη μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της εναγομένης 1 ρωτήθηκε αν όταν λάμβαναν την επιταγή από την εναγόμενη 3 βεβαιώθηκαν ότι εξασκούσε το επάγγελμα νόμιμα. Απάντησε θετικά, αυτό γίνεται πάντοτε με την υποβολή των διασαφήσεων στο ηλεκτρονικό σύστημα του τελωνείου «Θησέας» και παράλληλα μέσω του συστήματος ελέγχεται το κατά πόσο ο πράκτορας είναι εξουσιοδοτημένος από τον εισαγωγέα. Σε ερώτηση αν βεβαιώθηκαν ότι η εναγόμενη 3 προέβαινε σε πληρωμή της επίδικης οφειλής εξ ονόματος της εναγομένης 1 απάντησε επίσης θετικά. Γνώριζαν ότι η εξόφληση του ποσού των £10.911 αφορούσε τις συγκεκριμένες διασαφήσεις αφού στο σύστημα καταγράφεται από ποιον και εκ μέρους ποιου γίνεται η πληρωμή. Για την εξόφληση δεν απαιτείται εξουσιοδότηση αλλά μόνο να υπάρχει εγγύηση σε περίπτωση που ο συγκεκριμένος τελωνειακός πράκτορας πληρώνει με επιταγή. Δέχθηκε υποβολή ότι δέχθηκε πληρωμή από την εναγομένη 3 χωρίς εξουσιοδότηση από την εναγομένη 1 εφόσον αυτή δεν απαιτείται. Σε υποβολή ότι αφού παρέλαβε ανεπιφύλακτα τις επιταγές για εξόφληση εμποδίζεται να εγείρει την αγωγή εναντίον της εναγομένης 1 απάντησε ότι εφόσον ο τελωνειακός πράκτορας είχε εγγύηση παρέλαβε τις επιταγές και εξόφλησε το χρέος. Πάνω από 3000ΛΚ οι τελωνειακοί πράκτορες πρέπει να έχουν εγγύηση. Δυστυχώς παρά τις προσπάθειες να εισπραχθούν τα ποσά από την εναγομένη 3 δεν έγινε κατορθωτό. Σε ερώτηση αν η εναγόμενη ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι τα προϊόντα τους κυκλοφορούσαν παράνομα απάντησε ότι το γεγονός της κατάρρευσης της εναγομένης 3 ήταν γνωστό σε όλο τον εμπορικό κόσμο γιατί διακινούσαν το 1/3 των εισαγωγών της Κύπρου. Σίγουρα οι συνεργάτες δηλαδή η εναγομένη 2 γνώριζε και κατ' επέκταση η εναγομένη 1. Ενημέρωσαν την εναγόμενη 1 μέσω του συστήματος ότι οφείλει να εξοφλήσει τις επιταγές. Στη συνέχεια ο καθ' ύλην αρμόδιος τελωνειακός πράκτορας εξόφλησε το οφειλόμενο ποσό και τα εμπορεύματα τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Σε ερώτηση γιατί όταν το τελωνείο αντιλήφθηκε ότι οι επιταγές επιστράφηκαν δεν κατέσχε τα εμπορεύματα απάντησε πως ήταν πρακτικά αδύνατο να κατασχεθούν τα εμπορεύματα που τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Σε υποβολή ότι η εναγομένη 1 καλείται να καταβάλει, ενώ δεν είχε τη δυνατότητα να γνωρίζει για τις ενέργειες της εναγομένης 3, και ότι εναγομένη 1 εξόφλησε πλήρως την οφειλή της απάντησε ότι η εξόφληση έγινε από την εναγομένη 1 στην 2. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της εναγομένης 2 ανέφερε ότι τα τεκμήρια 5Α και Β θεωρούνται ως αποδείξεις είσπραξης. Το ποσό εξοφλήθηκε με συγκεκριμένες επιταγές. Αφού οι επιταγές επιστράφηκαν τα εμπορεύματα δεν ξοφλήθηκαν. Το τελωνείο ζητά cash μόνο σε σχέση με τους ιδιώτες και δέχεται επιταγές από πράκτορες που έχουν υποβάλει εγγύηση. Εισέπραξαν 3 επιταγές. Υπάρχει Ευρωπαϊκός κανονισμός που υποχρεώνει το τμήμα να εισπράξει εντός 2 ημερών. Εδώ τα ποσά εισπράχθηκαν κανονικά. Την επιστολή τεκμήριο 14 την έστειλαν στις 30/8/2004 και οι εναγόμενοι 2 ενημερώθηκαν 2 χρόνια μετά. Το ποσό απαιτήθηκε στις 15/12/2005 μετά δηλαδή από ενάμιση χρόνο από τους εγγυητές των επιταγών. Ο λόγος της μη άμεσης ενημέρωσης ήταν το πρωτόγνωρο γεγονός της επιστροφής μεγάλου αριθμού επιταγών που απαιτούσε όγκο, χρόνο και ενεργειών. Δέχθηκε ότι οι επιταγές ήταν εγγυημένες από την εναγομένη 4. Εξακολουθούν να ισχύουν αφού η συμφωνία εγγύησης δεν είχε τερματιστεί. Ο λόγος που περίμεναν ενάμιση χρόνο για να απαιτήσουν το ποσό από την εναγομένη 4 ήταν οι πολλές ενέργειες καθ' υπόδειξη τις περισσότερες φορές της Γενικής Εισαγγελίας. Η εναγόμενη 3 τελεί υπό εκκαθάριση, συγκεκριμένος διευθυντής της κατείχε άδεια πράκτορα η οποία ανακλήθηκε ενώ οι υποθέσεις εναντίον των ατόμων που υπόγραψαν τις επιταγές χάθηκαν στο Δικαστήριο. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι εναγόμενοι 2 έχουν ξοφλήσει. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της εναγομένης 4 ανέφερε ότι οι εγγυητικές όπως αυτές του τεκμηρίου 7Α,Β ζητούνται από όλους τους εκτελωνιστές. Στην περίπτωση αυτή ενεργούσε ως εκτελωνιστής η εναγομένη 2. Σε υποβολή ότι και αν ακόμα κριθεί ότι οι εγγυητικές επιβίωσαν της συγχώνευσης δεν καλύπτουν την εξόφληση οφειλών άλλων εκτελωνιστών απάντησε ότι οι επιταγές εξοφλήθηκαν με επιταγές της Frakapor άρα υφίσταται δικαίωμα να ζητηθεί το ποσό από την εναγομένη 4. Σε υποβολή ότι οι εγγυητικές ως αποτέλεσμα της συγχώνευσης ακυρώθηκαν αυτόματα και κατέστησαν άνευ αντικειμένου απάντησε ότι για το τμήμα τελωνείου εξακολουθούν να ισχύουν αφού οι εγγυητικές δεν τερματίστηκαν με γραπτή απαίτηση. Σε υποβολή ότι οι εγγυητικές ακυρώθηκαν με επιστολή 15/10/03 απάντησε ότι το Τμήμα Τελωνείου ζητά για τον τερματισμό της εγγυητικής επιστολή από τον οργανισμό που της εξέδωσε και όχι την εταιρεία που εγγυήθηκε. Το θέμα του κατά πόσο η εναγομένη 4 γνώριζε για τη συγχώνευση και επέλεξε να μην τερματίσει τις εγγυήσεις αναφέρεται στη δήλωση του για να καταδείξει ότι η εναγομένη 4 γνώριζε για τη συγχώνευση. Επανεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι η λέξη cash αναφέρεται στο τεκμήριο 5 αφού λόγω της ύπαρξης των εγγυήσεων θεωρούν πως τα χρήματα αυτά έχουν την ίδια σημασία με τα μετρητά. Για την Υπεράσπιση κατέθεσε πρώτος ο Ανδρέας Αρέστη, ΜΥ1 Διευθυντής και ιδιοκτήτης της Εναγόμενης 1 Εταιρείας, ARESTIS BROS LIMITED. Δημιούργησε την Εναγομένη εταιρεία αρ. 1 κατά ή περί τις 04.03.1982 και μέχρι σήμερα είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο κατά το Νόμο, με αριθμό εγγραφής HE 17071. Κύρια ασχολία τους είναι η εισαγωγή, συσκευασία στο εργοστάσιο και πώληση σε υπεραγορές και άλλους εμπόρους, προϊόντων όπως ζάχαρη, ρύζι και όσπρια. Εισάγουν προϊόντα κυρίως από Γερμανία, Ιταλία, Ελλάδα, ΗΠΑ, Καναδά, Ουρουγουάη και Αργεντινή. Από το 1986 που ίδρυσε την εν λόγω Εταιρεία, συνεργαζόταν αποκλειστικά και αδιαλείπτως με τον κ. Άνθιμο Δημητρίου, τελωνειακό πράκτορα και διευθυντή της εταιρείας ANTHIMOS DEMERIOU LTD. Ο κ. Δημητρίου, ήταν εξουσιοδοτημένος από την εταιρεία του ARESTIS BROS LIMITED να εκτελωνίζει τα εμπορεύματα που έφταναν στο λιμάνι, για λογαριασμό της. Ο λόγος για τον οποίο η Εναγομένη 1 εξουσιοδότησε τον κ. Δημητρίου να εκτελωνίζει τα εμπορεύματα ήταν γιατί είχε την εντύπωση μέχρι προ ολίγων ημερών ότι, δεν επιτρέπεται να εκτελωνίζει ιδιώτης τα εμπορεύματα που εισάγει για λογαριασμό της εταιρείας του, αφού δεν έχει άδεια και δεν είναι τελωνειακός πράκτορας. Πέραν τούτου όμως, ακόμα και αν γνώριζε ότι έχει δικαίωμα να εκτελωνίζει ο ίδιος τα εμπορεύματα που εισάγονται για την εταιρεία του, γνωρίζει ότι η εκτελώνιση είναι διαδικασία χρονοβόρα, με αρκετή γραφειοκρατία, την οποία δεν είχε την πολυτέλεια του χρόνου για να διεκπεραιώνει κάθε φορά. Οι ηλεκτρονικές διασαφήσεις εισαγωγής, που καταχωρήθηκαν στο σύστημα «ΘΗΣΕΑΣ» στις 01.06.2004 και 02.06.2004, Τεκμήρια 3(A) και 3(B) αφορούν εμπορεύματα τα οποία παρήγγειλε και τα οποία εκτελώνισε, ως είχε υπόψη του, ο Άνθιμος Δημητρίου ή η εταιρεία του Anthimos Demetriou Ltd. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 18 δέσμη εγγράφων τα οποία συνιστούν το "Εξοδολόγιο" που εξέδωσε και παρέδωσε σ' αυτόν ο εκτελωνιστής του (Anthimos Demetriou Ltd), όπου καταγράφονται τα ποσά που πληρώθηκαν και για ποιο σκοπό, προκειμένου να εκτελωνιστεί η ποσότητα σπόρων (canary seeds) που είχε παραγγείλει για την Εναγομένη 1 . Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 19, δέσμη εγγράφων οποία συνιστούν το «Εξοδολόγιο» που εξέδωσε και παρέδωσε σ' αυτόν ο εκτελωνιστής του (Anthimos Demetriou Ltd) όπου καταγράφονται τα ποσά που πληρώθηκαν και για ποιο σκοπό, προκειμένου να εκτελωνιστεί η ποσότητα ρυζίου που είχε παραγγείλει για την Εναγομένη 1. Όπως σε κάθε εξοδολόγιο που του παρέδιδε ο τελωνειακός του πράκτορας, μετά τον εκτελωνισμό των εμπορευμάτων, έτσι και στα συγκεκριμένα, επισυνάπτονται οι αποδείξεις για τα ποσά που πλήρωσε και τα οποία εμφανίζονται στην πρώτη σελίδα των εξοδολογίων. Έτσι, στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 18, καταγράφεται ότι πληρώθηκαν στο Τελωνείο 711.00 λίρες Κύπρου, ενώ με τη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου, η οποία είναι η επισυνημμένη «Απόδειξη είσπραξης» ημερ. 02.06.2004 που εξέδωσε το Τελωνείο, επιβεβαιώνεται ότι στις 01.06.2004 η εταιρεία Anthimos Demetriou Ltd εξόφλησε το συγκεκριμένο ποσό. Ομοίως στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 19 καταγράφεται ότι πληρώθηκαν στο Τελωνείο 10,200.00 λίρες Κύπρου, ενώ με τη δεύτερη σελίδα, η οποία είναι «απόδειξη είσπραξης» ημερ. 03.06.2004 που εξέδωσε το Τελωνείο επιβεβαιώνεται ότι στις 02.06.2004 η εταιρεία Anthimos Demetriou Ltd εξόφλησε το συγκεκριμένο ποσό. Προς εξόφληση των ποσών που όφειλε στον κ. Δημητρίου ή/και στην εταιρεία του Anthimos Demetriou Ltd, για τις εκτελωνίσεις των εμπορευμάτων του, εξέδιδε επιταγές. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 20, αντίγραφο της επιταγής που εξέδωσε η Εταιρεία του - Εναγόμενη 1, ημερ. 01.06.2004, προς όφελος και για λογαριασμό της εταιρείας Anthimos Demetriou Ltd, για το ποσό των 15.000 λιρών Κύπρου. Ως φαίνεται στο εν λόγω αντίγραφο της επιταγής, το οποίο εξασφάλισε μέσω του διαδικτύου (υπηρεσίες Net Banking της Ελληνικής Τράπεζας) από το λογαριασμό της εταιρείας του, η επιταγή εξοφλήθηκε στις 02.06.2004. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 21 δέσμη 11 επιταγών που εξέδωσε η Εταιρεία Arestis Bros Limited, το έτος 2004, προς όφελος και για λογαριασμό της εταιρείας Anthimos Demetriou Ltd, οι οποίες πάντοτε εξοφλούνταν κανονικά, χωρίς κανένα πρόβλημα. Τούτο, θεωρεί ότι αποδεικνύει πως η Εναγομένη 1 είναι και φερέγγυα και συνεπής στις οικονομικές της υποχρεώσεις. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 22 τις καταστάσεις του λογαριασμού που διατηρούσε η εταιρεία του, αναφορικά με τις συναλλαγές της με τον Άνθιμο Δημητρίου ή/και με την εταιρεία του Anthimos Demetriou Ltd. Στο εν λόγω τεκμήριο καταγράφονται οι συναλλαγές των ετών 2004, 2005, 2006, 2007, 2008. Στη σελίδα 3 του εν λόγω τεκμηρίου, και πάλιν φαίνεται ότι πληρώθηκαν με την επιταγή Τεκμήριο 20, 15000 λίρες Κύπρου στον τελωνειακό πράκτορα. Όπως φαίνεται και στη σελίδα 5 του Τεκμηρίου, η εταιρεία Anthimos Demetriou Ltd μετονομάστηκε σε Inter-planet Logistics Ltd και εμφανίζεται με αυτό το όνομα από τις 01.05.05. Η όλη συνεργασία του με τον Άνθιμο Δημητρίου και με την εταιρεία του Anthimos Demetriou Ltd όπως μετονομάστηκε σε Interplanet Logistics Ltd, τερματίστηκε το 2011. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 23, την κατάσταση λογαριασμού που εξέδωσε η Εναγόμενη 2 και του παρέδωσε κατά τη λήξη της συνεργασίας τους, όπου φαίνεται ότι όλα τα ποσά που όφειλε η εταιρεία Arestis Bros Ltd για τις υπηρεσίες (εκτελωνίσεις) που τις παρείχε η Εναγομένη 2, εξοφλήθηκαν πλήρως. Σε σχέση με το Τεκμήριο 10 ως έχει ήδη κατατεθεί δηλώνει σαφώς ότι, ούτε γνώριζε, ούτε είχε ποτέ δοσοληψίες με την Εναγομένη 3. Ουδέποτε συνεργάστηκε με την εν λόγω εταιρεία ούτε βεβαίως γνώριζε είτε αν λειτουργούσε για την εταιρεία Anthimos Demetriou Ltd, είτε αν προέβη στις οποιεσδήποτε πληρωμές για λογαριασμό της εταιρείας του. Ως καλά γνωρίζει, προκειμένου ένας τελωνειακός πράκτορας να εμφανίζεται στο Τελωνείο, να πληρώνει ηλεκτρονικές διασαφήσεις και να εκτελωνίζει τα οποιαδήποτε εμπορεύματα, οφείλει να έχει σχετική έγκυρη και έγγραφη εξουσιοδότηση από τον ιδιοκτήτη των εμπορευμάτων. Τέτοια εξουσιοδότηση από τον ίδιο ή από την Εταιρεία του - Εναγομένη 1, προς την εταιρεία FRAKAPOR LOGISTICS LIMITED δεν παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα, επειδή, ως σαφώς και έντονα τονίζει, δεν δόθηκε ποτέ. Ζήτησε μάλιστα, για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής, και έλαβε το Έντυπο 1002, του Τμήματος Τελωνείου με τίτλο «Εξουσιοδότηση τελωνειακού πράκτορα», το οποίο παρουσίασε ως Τεκμήριο 24 στο οποίο καταγράφεται ότι απαιτείται «Δήλωση εξουσιοδοτούντος προσώπου προς το Τμήμα Τελωνείων» και υπογραφές του ιδιοκτήτη ότι εξουσιοδοτεί τον τελωνειακό πράκτορα να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του αλλά και υπογραφή του ίδιου του τελωνειακού πράκτορα. Απαιτείται δε ο έλεγχος από το Τελωνείο ότι τα στοιχεία που δόθησαν (για την αντιπροσώπευση) είναι ορθά και ότι το εξουσιοδοτούν πρόσωπο υπέγραψε στην παρουσία του υπαλλήλου - αρμοδίου του Τελωνείου. Τέτοιο έντυπο εξουσιοδότησης της εταιρείας Frakapor Logistics Ltd και δη στην παρουσία λειτουργού του Τελωνείου (ως οι κανονισμοί του Τελωνείου απαιτούν), ουδέποτε υπέγραψε. Όπως άλλωστε εύκολα μπορεί κανείς να παρατηρήσει, στο εν λόγω έντυπο, δεν προβλέπεται δυνατότητα αντιπροσώπευσης του αντιπροσώπου. Δηλαδή, έστω και αν ο ίδιος είχε εξουσιοδοτήσει τελωνειακό πράκτορα, μέσω του επίσημου αυτού εντύπου του Τελωνείου, ο αντιπρόσωπος του θα ήταν η εταιρεία Anthimos Demetriou Ltd ή Interplanet Logistics Ltd και όχι η Εναγομένη 3, της οποίας την ύπαρξη αγνοούσε. Βάσει αυτού του εντύπου, δεν προβλέπεται ότι ο δικός του αντιπρόσωπος μπορεί να αντιπροσωπεύεται από τρίτο, ο οποίος τρίτος, να λογίζεται ως δικός του αντιπρόσωπος. Είναι προφανές λοιπόν ότι υπό τις περιστάσεις, το Τελωνείο διεκδικεί από την εταιρεία του ποσό το οποίο έχει εξοφληθεί από αυτούς κατά τη δίκαιη υποχρέωση τους. Ειλικρινά πιστεύει και δηλώνει ότι θα ήταν κατάφωρα άδικο να αναγκασθεί η εταιρεία Arestis Bros Ltd, να καταβάλει εκ νέου ένα ποσό το οποίο ήδη κατέβαλε, εξαιτίας λαθών ή ασυνέπειας ή και αμέλειας του Τελωνείου και εσφαλμένων ή παράνομων ενεργειών της Εναγομένης 3, με την οποία ουδέποτε συνεργάσθηκε η εταιρεία του. Αντεξεταζόμενος από την κα Καραολιά σε ερώτηση αν επειδή πλήρωσε τον εκτελωνιστή θεώρησε ότι πλήρωσε το τελωνείο απάντησε ότι αυτό ήταν λογικό. Σε ερώτηση αν γνώριζε αν όντως πληρώθηκε απάντησε ότι για να του δοθεί εξοδολόγιο σημαίνει ότι πλήρωσε. Σε υποβολή ότι το γεγονός ότι του έφερε έγγραφα δεν σημαίνει ότι πληρώθηκε το τελωνείο, διερωτήθηκε τότε αν δεν πληρώθηκε γιατί εκτελωνίστηκε το container και ήρθε στην αποθήκη του. Σε υποβολή ότι το τελωνείο δεν πληρώθηκε από τον Άνθιμο Δημητρίου απάντησε ότι ο ίδιος πλήρωσε. Δεν ξέρει τι έκαμε ο Άνθιμος. Του υπεβλήθη ότι επειδή τελικά δεν πληρώθηκε το τελωνείο είναι υπεύθυνοι ως εισαγωγείς και οι εναγόμενοι 2 και 3 ως τελωνειακοί πράκτορες. Αρνήθηκε. Ο ίδιος δεν γνωρίζει τη Frakapor. Κάποιος από το τελωνείο πρέπει να τους κάλυπτε αφού δέχονταν επιταγές αφού υπήρχαν ήδη απλήρωτες. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της εναγομένης 2 απάντησε ότι πούλησε τα προϊόντα που παρέλαβε αφού είναι η δουλειά του. Η ΜΥ2 ήταν η Στάλω Βωνιάτη, Διευθύντρια της Εναγόμενης 2, η οποία είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης και διατηρεί εκτελωνιστικό γραφείο στην Λάρνακα. Η δε Εναγόμενη 1 είναι πελάτης της Εναγομένης 2. Η Εναγόμενη 2 είχε προβεί στις δύο ηλεκτρονικές διασαφήσεις που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης για λογαριασμό της Εναγόμενης 1. Έδωσαν δε οδηγίες στην Frakapor Logistics Ltd να εκτελέσει τις διασαφήσεις και να εκτελωνίσει τα εμπορεύματα και πλήρωσαν την Εταιρεία Frakapor με το ποσό των Λ.Κ.10.911 ή €18.642,55 στις 2/06/2004. Από τις 2/6/2004 που πλήρωσαν την Frakapor και η Εναγόμενη 1 έλαβε τα εμπορεύματα της δεν είχαν καμία ειδοποίηση από τους Ενάγοντες ότι υπήρχε οιονδήποτε πρόβλημα. Πρώτη φορά έλαβαν επιστολή από τους Ενάγοντες μετά από σχεδόν 2 χρόνια και συγκεκριμένα στις 18/4/2006 με την οποία τους ενημέρωναν ότι δεν είχαν πληρωθεί γιατί οι επιταγές που τους είχε δώσει η Frakapor δεν εξαργυρώθηκαν. Εξ όσων γνωρίζει και υπό την ιδιότητα της ώς τελωνειακός πράκτορας για να μπορέσει κάποιος εκτελωνιστής να εκτελωνίσει εμπορεύματα θα πρέπει να πληρώσει σε μετρητά ή σε επιταγή τραπεζική ή να δώσει επιταγή η οποία να είναι εγγυημένη από τραπεζικό ίδρυμα. Επίσης ένα εκτελωνιστικό γραφείο για να μπορεί να κάνει εκτελώνιση θα πρέπει να καταθέσει τραπεζική εγγύηση ύψους Λ.Κ 5.000 και Λ.Κ 10.000. Γνωρίζει ότι η Εταιρεία Frakapor είχε καταθέσει σχετική τραπεζική εγγύηση στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους 4 και η οποία κάλυπτε τις συναλλαγές ήτοι την έκδοση επιταγών μέχρι του ποσού τωνΛ.ΚΙ0.000 και έτσι κάθε πληρωμή που έκαμνε η Frakapor στους Ενάγοντες θεωρείτο ώς πληρωμή εγγυημένη από τους Εναγόμενους 4 και/ή πληρωμή σε μετρητά. Όπως φαίνεται στην αγωγή οι επιταγές που αναφέρουν οι Ενάγοντες στην παράγραφο 6 ανέρχονται στο ποσό των Λ.Κ23.767 ήτοι €40.608,33 ενώ το ποσό το οποίο αφορούσε η επίδικη εκτελώνιση ήτο Λ.Κ.10.911 ήτοι €18.642,55. Θεωρεί ότι αυτό το πράγμα έγινε με συμφωνία μεταξύ των Εναγόντων και της Εταιρείας Frakapor χωρίς να έχουν καμία ενημέρωση και κατά παράβαση του Νόμου. Όπως ανέφερε ο ΜΕ1 η Εναγόμενη 2 πλήρωσε την Εταιρεία Frakapor όμως οι επιταγές της Frakapor που τους έδωσε επιστράφηκαν χωρίς να πληρωθούν παρά το γεγονός ότι ήταν επιταγές που καλύπτονταν από εγγύηση των Εναγομένων 4. Όλα αυτά κατά την άποψη της έγιναν γιατί οι ενάγοντες δεν εκτέλεσαν τα καθήκοντα τους, δέχτηκαν επιταγές ύψους πέραν των Λ.Κ500.000 ώς κατάθεσε ο μάρτυρας τους, καθυστέρησαν να αποταθούν στην εταιρεία Frakapor η οποία με την πληρωμή κατέστη οφειλέτης των ποσών ενώ διατηρούσαν τρεχούμενο λογαριασμό με αυτή τον οποίο κατέθεσε ο μάρτυρας στο Δικαστήριο, πράγμα που αντίκειται στη σχετική Νομοθεσία η διατήρηση τρεχούμενου λογαριασμού δήθεν από εκτελωνιστή. Επιπλέον ενώ οι Ενάγοντες είχαν στην κατοχή τους επιταγές εγγυημένες από τους Εναγόμενους 4 δεν έλαβαν κανένα μέτρο είσπραξης από αυτούς ούτε επίσης καταχώρησαν ποινικές υποθέσεις εναντίον των διευθυντών και της Εταιρείας Frakapor. Προτίμησαν και βρήκαν τους Εναγόμενους 1 και 2 για να ζητήσουν μετά από δύο χρόνια να τους πληρώσουν γιατί αυτοί δεν έκαμαν σωστά τη δουλειά τους και να πληρώσουν άλλοι τα λάθη τους και τις παραλείψεις τους. Θεωρεί ότι για τα εκτελωνισθέντα εμπορεύματα έχουν πληρωθεί τα αιτούμενα σήμερα ποσά εφόσον και οι αποδείξεις που τους έδωσαν αναφέρονται σε πληρωμές σε μετρητά και οι Ενάγοντες δεν μπορούσαν να αποδεχτούν εκτελώνιση εμπορευμάτων χωρίς οι επιταγές να είναι εγγυημένες από τράπεζα ή να πληρωθούν σε μετρητά. Επιπλέον, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι τα εν λόγω ποσά δόθηκαν για εξόφληση των εκτελωνισθέντων προϊόντων. Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο του ενάγοντα της υπεβλήθη ότι με βάση τη νομοθεσία εφόσον η τελωνειακή οφειλή δεν πληρώθηκε είναι συνυπόχρεοι οφειλέτες. Απάντησε ότι έδωσε τα λεφτά, υπάρχουν οι αποδείξεις οι πρωτότυπες. Ο πελάτης της της τα έδωσε, η εναγομένη 3 κάθε πρωϊ έπαιρνε τα λεφτά της. Είχε λάθος το κράτος κατά την άποψη της που εισέπραττε επιταγές προτού καθαρίσουν άλλες. Αντεξεταζόμενη από τον κ. Κορφιώτη της υπεβλήθη ότι τα εγγυητήρια 7Α και Β δεν κάλυπταν τις υποχρεώσεις της εναγομένης 3. Απάντησε πως υπάρχει η σφραγίδα της εταιρείας στο εγγυητήριο και υπογραφή της τράπεζας. Της υπεβλήθη ότι το τεκμήριο 7Α αφορά την Frakapor Clearing Ltd και το τεκμήριο 7Β της Ledra Bonded και όχι της εναγομένης 3, απάντησε επί λέξει: «Εγώ ήμουν Άνθιμος Δημητρίου και άλλαξα και έγινα Interplanet Logistics και άμεσα με πήρε τηλέφωνο ο τελώνης και μου είπε «Στάλω πρέπει να γίνουν οι αλλαγές στη τράπεζα στις εγγυήσεις και στα πάντα». Τι μέσο είχαν τέλως πάντων και δεν του ειδοποίησε κανένας τους φρέσκους; Δεν ξέρω.» Μετά το τέλος της μαρτυρίας κατατέθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα τα ακόλουθα: Η Εταιρεία Σ.Τ.Α.ΤΕ.Π.Ε.Λ. Λτδ υπό την ιδιότητα της ως πιστωτής (κατόπιν παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων μη σχετιζόμενων με τις επίδικες εγγυητικές) της εταιρείας Frakapor Logistics (Cyprus) Ltd, η οποία προέκυψε μετά από διαδοχικές μετονομασίες της εταιρείας Frakapor Clearing Ltd και υπό την ιδιότητα της ως πιστωτής (κατόπιν παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων μη σχετιζόμενων με τις επίδικες εγγυητικές) της εταιρείας Ledra Bonded Stores Ltd, με πληρεξούσια έγγραφα ημερομηνίας 13.5.2003 διόρισε τον κ. Γιαννάκη Φραγκεσκίδη, ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της για να ψηφίσει στη θέση και εκ μέρους της Σ.Τ.Α.ΤΕ.Π.Ε.Λ. Λτδ στη Συνέλευση των πιστωτών της εταιρείας Frakapor Logistics (Cyprus) Ltd και της εταιρείας Ledra Bonded Stores Ltd που θα ελάμβαναν χώρα σύμφωνα με το Διάταγμα ημερομηνίας 22.4.2003 στη Λεωφόρο Αθαλάσσας 121, 1ος όροφος, Λευκωσία στις 16.5.2003. Η Σ.Τ.Α.ΤΕ.Π.Ε.Λ. Λτδ παρέστη μέσω του κ. Γιαννάκη Φραγκεσκίδη στην ως άνω συνέλευση και δεν ήγειρε ένσταση στην προτεινόμενη συγχώνευση. Ο κ. Κορφιώτης δεν παρουσίασε προφορική μαρτυρία. Μετά το τέλος της μαρτυρίας οι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους. Ήταν η θέση της κας Καραολιά ότι η εναγομένη 1 ως ο εισαγωγέας των εμπορευμάτων και η εναγομένη 2 ως ο αντιπρόσωπος και τελωνειακός της πράκτορας ευθύνονται αλληλέγγυα για την καταβολή της επίδικης τελωνειακής οφειλής με την εκτελωνίστρια των εμπορευμάτων εναγομένη 3. Καταχώρησαν τις διασαφήσεις ώστε τα εμπορεύματα να τεθούν σε ελεύθερη κυκλοφορία. Η εναγομένη 3 ως αντιπρόσωπος της εναγομένης 2 ανέλαβε να εξοφλήσει την τελωνειακή οφειλή. Η μη εξαργύρωση των επιταγών συνιστούσε μη τήρηση της υποχρέωσης καταβολής της τελωνειακής οφειλής με βάση τα άρθρα 74 και 204 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα. Το γεγονός ότι οι εναγόμενες 1 και 2 κατέβαλαν στην 3 την οφειλή δεν τους απαλλάσσει από την υποχρέωση τους για καταβολή της τελωνειακής οφειλής. Όσον αφορά την εναγομένη 4 ήταν η θέση της με αναφορά σε σχετική νομολογία και σύγγραμμα στο ότι οι εγγυητικές που υπέγραψε Τεκμήρια 7Α και Β ίσχυαν και μετά την συγχώνευση των εταιρειών με την FRAKAPOR HOLDINGS LTD που ακολούθως μετονομάστηκε σε FRAKAPOR LOGISTICS (εναγομένη 3) και κατά συνέπεια η εναγομένη 4 υπέχει υποχρέωση κάλυψης της επίδικης τελωνειακής οφειλής. Η συνήγορος της εναγομένης 1 εισηγήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι δεν παρουσιάστηκε η όποια εξουσιοδότηση της εναγομένης 1 προς την εναγομένη 3 συνεπώς δεν ήταν νόμιμη αντιπρόσωπος ή συνεργάτης της 1 η εναγομένη 3. Ο συνήγορος της εναγομένης 2 εισηγήθηκε ότι η FRAKAPOR LOGISTICS δεν λειτουργούσε ως εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος της εναγομένης 2. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ή έγγραφο προς υποστήριξη τέτοιας θέσης. Από τη μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα ήταν η θέση του συνηγόρου ότι αυτή συμφώνησε με την FRAKAPOR και δεχόταν την πληρωμή μέσω εγγυημένων επιταγών συνεπώς νομικά δεν ευσταθεί η απαίτηση της εναντίον των εναγομένων 1 και 2. Ο συνήγορος της εναγομένης 4 εισηγήθηκε ότι η απαίτηση του τελωνείου εναντίον της πελάτιδας του πρέπει να αποτύχει αφού η συγχώνευση με βάση το τεκμήριο 8 την απάλλαξε από την όποια ευθύνη της με βάση τα εγγυητήρια 7Α και 7Β. Οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους με εκτεταμένη αναφορά στη νομολογία, στη νομοθεσία και σε σχετικά συγγράμματα. Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου και έχοντας εξετάσει τη μαρτυρία τους καταλήγω ως ακολούθως: Ο ΜΕ1 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Θεωρώ όμως σκόπιμο να σχολιάσω τα ακόλουθα σημεία της μαρτυρίας του: Τη θέση του ότι (
  2. i)«προφανώς λόγω συνεργασίας και συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης 2 και 3 η τελευταία ανέλαβε να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των ΛΚ 10.911» εκ μέρους της 1 και (
  3. ii)η παραλαβή των επιταγών της 3 έγινε για λογαριασμό της 2 συνεπώς και της 1. Όσον αφορά τα περί συνεργασίας των εναγομένων 2 και 3 και/ή συμφωνίας μεταξύ τους, αυτά παρέμειναν ατεκμηρίωτα και μετέωρα. Όσο δε αφορά τη θέση ότι η παραλαβή των επιταγών της εναγομένης 3 ήταν για λογαριασμό της 2 και κατ' επέκταση της 1, ως προς τούτη δεν πρόσφερε σαφή μαρτυρία, γραπτή ή προφορική. Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι στην επιστολή τεκμήριο 11 προς την εναγομένη 2 το τελωνείο αναφέρεται σε στοιχεία που κατέχει το τελωνείο ότι την πληρωμή των δασμών και φόρων την ανέθεσαν με προφορική παράκληση τους στην εναγομένη 3 η οποία κατέβαλε το ποσό με δικές τις επιταγές και ότι με επιστολή τεκμήριο 10 προς την εναγομένη 1 αναφέρεται ότι η εναγομένη 3 ενεργώντας εκ μέρους της εναγομένης 2 προσήλθε στο Τελωνείο και κατέθεσε επιταγές για πληρωμή των οφειλομένων δασμών της εναγομένης 1. Προσθέτω τη θέση του ΜΕ1 ότι δεν απαιτείτο εξουσιοδότηση για την αποδοχή πληρωμής από την εναγομένη 3. Αυτό ενισχύει το ανυπόστατο της θέσης του ότι η παραλαβή των επιταγών της εναγομένης 3 έγινε και εκ μέρους της εναγομένης 1 καθώς και της θέσης περί συνεργασίας της εναγομένης 3 με τις εναγόμενες 1 και/ή 2. Κρίνω σκόπιμο εδώ να προσθέσω ότι βαρύτητα δεν μπορεί, ως είναι αυτονόητο, να προσδοθεί στις θέσεις του μάρτυρα επί των νομικών θεμάτων που θα αποτελέσουν το αντικείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου. Ο ΜΥ1 μου έκαμε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση του και ήταν σαφής και σταθερή, παρέμεινε δε αναντίλεκτη. Σημειώνω συναφώς ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση του ότι δεν γνωρίζει ή συνεργάστηκε με την εναγομένη 3 καθώς και ότι ξόφλησε τα ποσά που όφειλε στην εναγομένη 2 για τις εκτελωνίσεις των επίδικων εμπορευμάτων. Οφείλω περαιτέρω να σημειώσω ότι αναντίλεκτη παρέμεινε και η θέση του ότι δεν υπεγράφη από τον ίδιο τον έντυπο τελ.1002 έγγραφο εξουσιοδότησης (Τεκμήριο 2 και Τεκμήριο 24) που απαιτείται από το τελωνείο, προς την εναγομένη 3 ούτε και έχει τέτοιο έγγραφο στην κατοχή του το τελωνείο. Η ΜΥ2 δεν μπορώ να πω ότι δεν μου έκαμε καλή εντύπωση. Πλην όμως του γεγονότος ότι πλήρωσαν την εναγομένη 3 ΛΚ10.911 για να εκτελωνίσει τα επίδικα εμπορεύματα η μαρτυρία της δεν προσθέτει κάτι στην υπόθεση. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Βασικά, η εναγομένη 2 είχε εξουσιοδοτηθεί από την εναγομένη 1 με βάση το Τεκμήριο 2 να καταχωρήσει στο ηλεκτρονικό σύστημα του Τελωνείου τις διασαφήσεις Τεκμ. 3Α και 3Β με οφειλόμενο προς το τελωνείο ποσό ΛΚ10.911 για να τεθούν τα εμπορεύματα της εναγομένης 1 σε ελεύθερη κυκλοφορία. Περαιτέρω προκύπτει, αδιαμφισβήτητα πως η εναγομένη 3 κατέβαλε τις επιταγές Τεκμήριο 4 στο Τελωνείο με σκοπό την πληρωμή, μεταξύ άλλων, των δασμών φόρων και τελών για τις πιο πάνω διασαφήσεις. Η πληρωμή είχε γίνει μετά από προφορικές οδηγίες της εναγομένης 2. Με την παραλαβή των επιταγών τα εμπορεύματα τέθηκαν σε καθεστώς ελεύθερης κυκλοφορίας και ανάλωσης στο τελωνειακό έδαφος της Δημοκρατίας. Η εταιρεία Σ.ΤΑ.ΤΕ.ΠΕ.Λ ως εγκεκριμένος εγγυοδοτικός οργανισμός, είχε εγγυηθεί, μετά από την υποβολή ανάλογης απαίτησης από το Τμήμα Τελωνείου, την πληρωμή οποιασδήποτε επιταγής μέχρι το ποσό των ΛΚ10.000,00 και ΛΚ5.000.00 η οποία θα εκδίδετο και θα κατατίθετο στο Τμήμα Τελωνείων από τις εταιρείες FRAKAPOR CLEARING LTD και LEDRA BONDED STORES LTD αντίστοιχα. Η Εναγόμενη 4 για τον σκοπό αυτό υπέγραψε και δεσμεύτηκε με τα ακόλουθα εγγυητήρια έγγραφα Τεκμήρια 7Α και 7Β τα οποία κατατέθηκαν στο Τμήμα Τελωνείων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τα άρθρα 38,41 και 53 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου του 2004 (Ν.94

(1)/2004) και το άρθρο 5
(4)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (Ν.95
(1)/00) στα οποία στηρίζεται με βάση την αγόρευση της συνηγόρου της η αξίωση της ενάγουσας. Η γένεση της τελωνειακής οφειλής κατά την εισαγωγή ως είναι η υπό κρίση περίπτωση, καθορίζεται στα άρθρα 201 έως 205 του Κανονισμού (ΕΟΚ) με αριθμό 2913/92 του Συμβουλίου, περί Θεσπίσεως Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, στο εξής αναφερόμενος «ο Κοινοτικός Τελωνειακός Κώδικας» ο οποίος έχει άμεση ισχύ στη Δημοκρατία. Το άρθρο 201 του Τελωνειακού Κώδικα αναφέρει τα ακόλουθα: «1.Τελωνειακή οφειλή κατά την εισαγωγή γεννάται: α) από τη θέση σε ελεύθερη κυκλοφορία εμπορεύματος υποκείμενου σε εισαγωγικούς δασμούς ή β) από την υπαγωγή του στο καθεστώς προσωρινής εισδοχής με μερική απαλλαγή από τους εισαγωγικούς δασμούς.
  1. Η τελωνειακή οφειλή γεννάται τη στιγμή της αποδοχής της σχετικής τελωνειακής διασάφησης.
  2. Οφειλέτης είναι ο διασαφιστής. Σε περίπτωση έμμεσης αντιπροσώπευσης, οφειλέτης είναι επίσης το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου κατατίθεται η διασάφηση». Με βάση το άρθρο 4 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, διασαφηστής είναι το πρόσωπο που καταθέτει στο όνομα του την τελωνειακή διασάφηση ή εκείνος στο όνομα του οποίου κατατίθεται μια τελωνειακή διασάφηση. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κοινοτικού Κώδικα: «
  3. Με την επιφύλαξη του άρθρου 64 και των μέτρων που λαμβάνονται στο πλαίσιο του άρθρου 243 παράγραφος 2 στοιχείο β. κάθε πρόσωπο μπορεί να ορίζει αντιπρόσωπο του ενώπιον των τελωνειακών αρχών για τη διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που προβλέπονται από την τελωνειακή νομοθεσία.
  4. Η αντιπροσώπευση μπορεί να είναι: - άμεση, οπότε ο αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό τρίτου ή έμμεση, οπότε ο αντιπρόσωπος ενεργεί στο όνομα του, αλλά για λογαριασμό τρίτου. Ένα κράτος μέλος μπορεί να περιορίσει, στο έδαφος του, το δικαίωμα διασάφησης με άμεση αντιπροσώπευση, ή με έμμεση αντιπροσώπευση, ορίζοντας ότι ο αντιπρόσωπος πρέπει να είναι εκτελωνιστής που ασκεί τη δραστηριότητα του στη χώρα αυτή.
  5. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 64 παράγραφος 2 στοιχείο β) και παράγραφος 3, ο αντιπρόσωπος πρέπει να είναι εγκατεστημένος στη κοινότητα
  6. Ο αντιπρόσωπος πρέπει να δηλώσει ότι ενεργεί για λογαριασμό του προσώπου που αντιπροσωπεύει, να διευκρινίσει αν πρόκειται για άμεση ή έμμεση αντιπροσώπευση καθώς και να έχει πληρεξουσιότητα. Το πρόσωπο που δεν δηλώνει ότι ενεργεί εξ' ονόματος ή για λογαριασμό άλλου προσώπου ή που δηλώνει ότι ενεργεί εξ ονόματος ή για λογαριασμό άλλου προσώπου χωρίς να έχει πληρεξουσιότητα θεωρείται ότι ενεργεί εξ ιδίου ονόματος και για ίδιο λογαριασμό.
  7. Οι τελωνειακές αρχές μπορούν να απαιτούν από κάθε πρόσωπο που δηλώνει ότι ενεργεί εξ' ονόματος ή για λογαριασμό άλλου προσώπου, αποδεικτικά στοιχεία για την πληρεξουσιότητα του». Όσον αφορά την περίπτωση της αντιπροσώπευσης κάθε προσώπου ενώπιον του Τμήματος Τελωνείων για τη διεκπεραίωση των πράξεων και των διατυπώσεων που προβλέπονται στην τελωνειακή και/ή άλλη νομοθεσία και που παρέχεται από το άρθρο 74
(1)του νόμου, η αντιπροσώπευση πρέπει να γίνεται εγγράφως, στον τύπο και τρόπο που ο διευθυντής ήθελε καθορίσει (74
(2)του Νόμου). Όπου απαιτείται η υποβολή διασάφησης, τότε ο αντιπρόσωπος πρέπει να είναι μόνον τελωνειακός πράκτορας (74
(3)του Νόμου). Τελωνειακός πράκτορας είναι το πρόσωπο, το οποίο έχει άδεια άσκησης επαγγέλματος τελωνειακού πράκτορα ή βοηθού τελωνειακού πράκτορα, ασκεί τη δραστηριότητα του στη Δημοκρατία και ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του Νόμου. Έχει την ίδια έννοια με τον εκτελωνιστή σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα. Το ζήτημα της ευθύνης των τελωνειακών πρακτόρων στην Κύπρο ρυθμίζεται στη βάση των περί Χορηγήσεως Αδείας εις Τελωνειακούς Πράκτορες και Βοηθούς Τελωνειακούς Πράκτορες Κανονισμών του 1974 (Κ.Δ.Π 119/74). Σύμφωνα με τον Κανονισμό 17
(1)της ΚΔΠ 119/74: «ο τελωνειακός πράκτορας ή ο βοηθός τελωνειακός πράκτορας και ο εισαγωγέας ή εξαγωγέας για λογαριασμό του οποίου ενεργεί, ευθύνονται αλληλεγγύως έναντι των Τελωνειακών Αρχών της Δημοκρατίας για την καταβολή παντός δασμού, φόρου ή τέλους ή πάσης φύσεως δικαιώματος αναφορικά με οποιαδήποτε εμπορεύματα, ως επίσης για την καταβολή κάθε ποσού πληρωτέου στις Τελωνειακές Αρχές δυνάμει του Νόμου, τα οποία λόγω λάθους, παραλείψεως ή αμέλειας οποιουδήποτε τελωνειακού πράκτορα ή βοηθού τελωνειακού πράκτορα δεν χρεώθηκε επιβλήθηκε ή εισπράχθηκε κατά τον χρόνο της εισαγωγής, εξαγωγής ή του τελωνισμού εμπορευμάτων.» Με βάση το πιο πάνω πραγματικό και νομικό υπόβαθρο θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα κατά πόσο έχει αποδειχθεί η ευθύνη των εναγομένων 1 και
  1. Όπως προανέφερα, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία (i) ότι η εναγομένη 1 εξουσιοδότησε την εναγομένη 3 να ενεργεί εκ μέρους της, (ii) ότι η εναγόμενη 2 εξουσιοδότησε γραπτώς της εναγομένη 3 να ενεργήσει εκ μέρους της, (iii)εκ μέρους ποιού οι επιταγές της 3 λήφθηκαν από το τελωνείο, (iv) ότι η 1 γνώριζε για το ότι η 2 θα πλήρωνε την τελωνειακή οφειλή της μέσω της
  2. Κρίνω σκόπιμο πρωτίστως να σχολιάσω τα άρθρα της τελωνειακής νομοθεσίας και κανονισμών στα οποία έχει γίνει επίκληση από την ενάγουσα για να υποστηρίξει την υπόθεση της. Ο κανονισμός 17
(1)της ΚΔΠ 119/74 θεωρώ πως δεν τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση. Δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία και θεωρώ πως δεν έχει καταδειχθεί λάθος, παράλειψη ή αμέλεια τελωνειακού πράκτορα ούτε και διαφαίνεται από την αγόρευση της ενάγουσας να προωθήθηκε τέτοια θέση παρόλο που έγινε αναφορά στον κανονισμό ως μέρος της νομικής βάσης της αίτησης. Όσον αφορά το άρθρο 74 το οποίο επίσης επικαλέστηκε η πλευρά της ενάγουσας θεωρώ ότι ούτε και εδώ υπάρχει συμμόρφωση. Δεν έχει παρουσιαστεί με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία έγγραφη εξουσιοδότηση της εναγομένης 1 και/ή 2 στην
  1. Με βάση, συνεπώς, το άρθρο δεν υπήρχε εξουσιοδότηση της 1 και/ή 2 στην 3 κατά την είσπραξη των επιταγών από την εναγομένη
  2. Έρχομαι τώρα στο άρθρο 5 του Κοινοτικού Κώδικα. Το άρθρο είναι σαφές και εφαρμόζοντας το στην παρούσα θεωρώ ότι η εναγομένη 3 ενήργησε «εξ ιδίου ονόματος και για ίδιο λογαριασμό». Όπως έχω προαναφέρει η εναγόμενη 3 δεν δήλωσε ότι ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης 1 και/ή 2 ούτε και είχε τέτοια πληρεξουσιότητα. Στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.149 τα άρθρα 151, 152 και 153 αναφέρουν τα ακόλουθα:
  3. «Υποκατάστατος αντιπρόσωπος», είναι πρόσωπο ικανό προς το συμβαλλέσθαι το οποίο προσλήφθηκε και ενεργεί υπό τον έλεγχο του αρχικού αντιπροσώπου κατά τη διεξαγωγή των εργασιών της αντιπροσωπείας. 152.
(1)Αν ο υποκατάστατος αντιπρόσωπος διοριστεί κατάλληλα, ο αντιπροσωπευόμενος, όσον αφορά τρίτους, αντιπροσωπεύεται από τον υποκατάστατο αντιπρόσωπο, δεσμεύεται από τις πράξεις του και ευθύνεται για αυτές, ωσάν να επρόκειτο για αντιπρόσωπο που διορίστηκε αρχικά από τον αντιπροσωπευόμενο.
(2)Ο αντιπρόσωπος ευθύνεται έναντι του αντιπροσωπευόμενου για τις πράξεις του υποκατάστατου αντιπροσώπου.
(3)Ο υποκατάστατος αντιπρόσωπος ευθύνεται για τις πράξεις, έναντι του αντιπροσώπου, όχι όμως έναντι του αντιπροσωπευομένου, παρά μόνο σε περίπτωση απάτης ή αδικήματος που διαπράχθηκε εσκεμμένα.
  1. Αν ο αντιπρόσωπος διόρισε υποκατάστατο αντιπρόσωπο, χωρίς να έχει εξουσιοδότηση γι' αυτό, ο αντιπρόσωπος βρίσκεται έναντι του προσώπου που διορίστηκε κατά τον τρόπο αυτό σε σχέση αντιπροσωπευόμενου προς αντιπρόσωπο, και ευθύνεται για τις πράξεις αυτού τόσο έναντι του αντιπροσωπευόμενου όσο και έναντι τρίτου ο αντιπροσωπευόμενος δεν αντιπροσωπεύεται από το πρόσωπο αυτό που διορίστηκε κατά τον τρόπο αυτό ούτε ευθύνεται για τις πράξεις αυτού, το πρόσωπο όμως που διορίστηκε κατά τον τρόπο αυτό δεν ευθύνεται έναντι του αντιπροσωπευομένου. Έπεται πως προϋπόθεση για τη δέσμευση του αντιπροσωπευόμενου από τις πράξεις του υποκατάστατου αντιπροσώπου είναι ο «κατάλληλος» διορισμός του (βλ. άρθρο 152) και πως ο αντιπροσωπευόμενος δεν δεσμεύεται από τις πράξεις υποκατάστατου αντιπροσώπου που διόρισε ο αντιπρόσωπος χωρίς σχετική εξουσιοδότηση του (βλ. άρθρο 153). Το σύγγραμμα «Chitty on Contracts», 23rd Ed κάτω από τον τίτλο Delegation αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 27: "When delegation permissible. An agent cannot, except with the express or implied assent of the principal, delegate his authority, and the principal will not be bound by the act or contract of a sub-agent whose appointment is not thus sanctioned. The maxim delegatus non potest delegare especially applies where the personal skill of the agent is essential, or where there is a trust, confidence, or discretionary power reposed in the agent" Είναι καθαρό πως χωρίς τη συγκατάθεση του αντιπροσωπευόμενου ο αντιπρόσωπος δεν μπορεί να αναθέσει την εξουσία του. Βέβαια, με βάση το ίδιο σύγγραμμα τονίζεται πως δεν υπάρχει έννομη συμβατική σχέση (privity of contract) απλώς επειδή υπάρχει έγκριση της ανάθεσης. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: "Effects of delegation. The normal effect of delegation is that the sub-agent is responsible to the agent; there is no privity of contract between a principal and sub-agent merely because delegation has been authorized. Privity of contact may be created if the agent has a clear authority to create such privity, or his act in doing so is ratified, but the principal's knowledge of or consent to the employment of a sub-agent is not in itself sufficient to imply such authority. The agent is liable to the principal for money received by the sub-agent to the use of the principal and he is liable for the sub-agent's breaches of duty, whether the sub-agent is appointed with, or without the principal's knowledge. However, this might not be so in all cases, especially if he was authorized to establish privity between principal and sub-agent and had taken reasonable care in selection. There being no privity between the principal and the sub-agent, the principal cannot sue the sub-agent for money received by the sub-agent in the course of his agency unless, perhaps, the sub-agent acknowledges to the principal that he holds the money on the principal's behalf. But the sub-agent is liable to repay secret profits to the principal and may have a lien against the principal. And there may be cases where he is liable to the principal in tort". Με βάση τα πιο πάνω θεωρώ ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στον απαιτούμενο βαθμό. Απομένει προς εξέταση η ευθύνη της εναγομένης
  2. Η απαίτηση της ενάγουσας εδώ στηρίζεται σε δύο έγγραφα εγγύησης με τα οποία η εναγομένη 4 εγγυήθηκε την εταιρεία FRAKAPOR CLEARING LTD (έγγραφο ημερ. 5.12.2000), τεκμήριο 7Α και την εταιρεία Ledra Bonded Stores Ltd (έγγραφο ημερ. 18.2.2000), Τεκμήριο 7Β. Η θέση της ενάγουσας ήταν ότι οι εγγυητικές ίσχυαν και μετά την αναδιάρθρωση και συγχώνευση των εταιρειών με την εταιρεία FRAKAPOR HOLDINGS LTD που ακολούθως μετονομάστηκε σε FRAKAPOR LOGISTICS LTD. Επίσης ήταν η θέση της ότι με βάση το Διάταγμα Συγχώνευσης ημερομηνίας 9/6/03 (Τεκμήριο 8), η FRAKAPOR LOGISTICS LTD ανέλαβε όλες τις νόμιμες υποχρεώσεις, ευθύνες, καθήκοντα, όλα τα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού, τα δικαιώματα φήμης και πελατείας και περιουσιακών στοιχείων οποιασδήποτε μορφής κάθε μιας από τις εταιρείες που συγχωνεύτηκαν. Δυνάμει του άρθρου 198
(2)του Κεφ.113 από τη στιγμή που εγκρίνεται ένα σχέδιο αναδιοργάνωσης και επικυρώνεται από το Δικαστήριο, αυτό είναι δεσμευτικό για όλους τους πιστωτές. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 200
(2)του Κεφ.113, «όταν διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό προνοεί την μεταβίβαση ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων, η ιδιοκτησία εκείνη, δυνάμει του διατάγματος, μεταβιβάζεται και περιέρχεται σε, και οι υποχρεώσεις εκείνες μεταβιβάζονται δυνάμει του διατάγματος και αποτελούν υποχρεώσεις της εταιρείας προς την οποία γίνεται η μεταβίβαση ...». Κατ' αντιστοιχία με την μεταβίβαση ιδιοκτησίας, μεταβιβάζονται και τα δικαιώματα που μπορεί να έχει η εταιρεία που συγχωνεύεται προς όφελος της προ της συγχώνευσης. Δηλαδή ο όρος «ιδιοκτησία» περιλαμβάνει ιδιοκτησία, δικαιώματα και εξουσίες οποιασδήποτε περιγραφής και η έκφραση «υποχρεώσεις» περιλαμβάνει καθήκοντα. Επομένως τα δικαιώματα των πιο πάνω εταιρειών που απέρρεαν από τις επίδικες εγγυητικές μεταβιβάστηκαν αυτούσια, νομότυπα και κανονικά, στην εναγομένη 3 μέσω της διαδικασίας συγχώνευσης των εν λόγω εταιρειών με αυτήν. Από την άλλη ο κ. Κορφιώτης εισηγήθηκε ότι οι πελάτες του ουδέποτε εγγυήθηκαν τις οφειλές της εναγομένης 2 για δασμούς προς το Τελωνείο, και ότι η συγχώνευση απάλλαξε την εναγομένη 4 από την όποια ευθύνη της στη βάση των εγγυητηρίων. Ήταν η θέση του ότι τα επίδικα εγγυητήρια δεν μεταβιβάστηκαν στην εναγομένη 2, γιατί αυτά δεν αποτελούσαν ιδιοκτησία, δικαίωμα, επιχείρηση, υποχρέωση ή ευθύνη των Frakapor Clearing Ltd και Ledra Bonded Stores Ltd. Ήταν δε η θέση του ότι η παρουσία εκπροσώπου της εναγομένης 3 στη συνέλευση πιστωτών και η μη ένσταση στη συγχώνευση ουδεμία σχέση είχε με τα εγγυητήρια τους αφού δεν ήταν θέμα της συνέλευσης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω το ακριβές λεκτικό των επίδικων εγγυητηρίων. Από μια απλή ανάγνωση του όμως είναι γεγονός πως δεν προκύπτει σαφής πρόθεση των μερών για συνέχιση της εγγύησης σε περίπτωση μεταβολής της νομικής υπόστασης των πρωτοφειλέτιδων. Δεν έχει περιληφθεί στα εν λόγω εγγυητήρια ρητός όρος που να προνοεί τη συνέχιση της ισχύος τους σε περίπτωση αλλαγής στην υπόσταση των πρωτοφειλέτιδων π.χ σε περίπτωση συγχώνευσης ως η παρούσα. Το ζήτημα κατά πόσον η αλλαγή στην υπόσταση του πρωτοφειλέτη απαλλάσσει τον εγγυητή του από την ευθύνη του για τις μελλοντικές δοσοληψίες του πρωτοφειλέτη και του πιστωτή του είναι, πρωτίστως, ζήτημα ερμηνείας της ίδιας της εγγύησης. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4th Edition, Reissue, Volume 20(11 para: 293 293: Change of status of principal debtor. The question whether a change in the status or constitution of the principal debtor discharges a guarantee as to future transactions between the creditor and the principal debtor is primarily a question of construction of the guarantee. A guarantee which by its terms applies only to the debts of a named individual will not usually be construed to secure debts incurred after that individual enters into a partnership. However, partnership debts may be secured by such a guarantee, if it is clear from the surrounding circumstances that that is what the parties intended. Where the principal debtor is a partnership, in the absence of agreement to the contrary a continuing guarantee is revoked as to future transactions by any change in the constitution of the partnership. A guarantee for the debts of a named individual or partnership will not usually be construed to secure debts incurred by a company to which that business is transferred, even if that company is owned and controlled by the original principal debtors: for the company is a separate legal entity from its members, and its debts are not theirs. Nor will a guarantee for the debts of one company normally be construed so as to extend to cover the debts of its parent, subsidiary or sister companies to which its business is transferred on a reconstruction or amalgamation. However, such liabilities may be covered if it is clear that that is what the parties intended. Δεν μπορεί λοιπόν με βάση τα πιο πάνω μια εγγύηση, όπως οι επίδικες, να ερμηνευτεί με τρόπο ώστε να καλύπτει χρέη της μητρικής ή θυγατρικής εταιρείας στην οποία έχουν μεταφερθεί οι εργασίες μετά από συγχώνευση. Σχετική είναι η απόφαση του Αγγλικού Εφετείου First National Finance Corporation Ltd v Goodman
(1983)BCLC 203 στην οποία παραπέμπει το πιο πάνω σύγραμμα. Θεωρώ πως τα πιο πάνω δίδουν απάντηση στο θέμα της ευθύνης της εναγομένης 4 γι' αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να εξετάσω το κατά πόσο τα εγγυητήρια αποτελούν συμβατικά δικαιώματα, περιουσιακά στοιχεία κλπ που μεταβιβάστηκαν αυτόματα δυνάμει του Διατάγματος Αναδιάρθρωσης και Συγχώνευσης Τεκμήριο 8. Κρίνω όμως πως πρέπει εδώ να λεχθεί πως ο εκπρόσωπος της εναγομένης 4 παρουσιάστηκε ως πιστωτής στη Συνέλευση των πιστωτών που αφορούσε τη συγχώνευση των δύο θυγατρικών εταιρειών. Θεωρώ πως θα ήταν παρατραβηγμένο από την πιο πάνω παρουσία του και μόνο να μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα πρόθεσης μη τερματισμού ή πρόθεσης συνέχισης της ισχύος των επίδικων εγγυήσεων. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ).......... Μ. Παπαϊωάννου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.