← Κύπρος

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΒΑ ΚΛΑΓΓΙΔΟΥ και ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΚΛΑΓΓΙΔΗΣ, ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Κλαγγίδη κ.α. ν. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙ

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΒΑ ΚΛΑΓΓΙΔΟΥ και ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΚΛΑΓΓΙΔΗΣ, ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Κλαγγίδη κ.α. ν. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 3900/2007, 29/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A352 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3900/2007 Μεταξύ:

  1. ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΒΑ ΚΛΑΓΓΙΔΟΥ και ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΚΛΑΓΓΙΔΗΣ, ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Κλαγγίδη, τέως από το Δάλι, Αρ. Διαχείρισης 521/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας
  2. Γ. ΚΛΑΓΓΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγόντων και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΙΔΑΛΙΟΥ Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 7.3.2013 Μεταξύ:
  3. ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΒΑ ΚΛΑΓΓΙΔΟΥ και ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΚΛΑΓΓΙΔΗΣ, ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Κλαγγίδη, τέως από το Δάλι, Αρ. Διαχείρισης 521/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας
  4. Γ. ΚΛΑΓΓΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγόντων και ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγομένων ------------------------------ Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κκ Κ. Δημητριάδης και Α. Μερακλής Για τους Εναγομένους: κος Π. Παπαγεωργίου ΑΠΟΦΑΣΗ Αν είναι κάτι που διακρίνει πλείστες των δικαστικών υποθέσεων, είναι ότι πυροδοτούνται άμα την τέλεση κάποιου τραγικού συμβάντος. Η παρούσα δεν αποτελεί εξαίρεση. Το πρόσωπο που εδώ ενάγεται είναι η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Δαλίου, η οποία εκκρεμούσης της διαδικασίας μετονομάστηκε και επιπλέον μετεξελίχθηκε σε Περιφερειακή Πιστωτική Εταιρεία Λευκωσίας. Για χάριν ευκολίας στη συνέχεια θα καλείται το ΣΠΙ. Υπό αυτήν ακριβώς την ιδιότητα του πιστωτικού ιδρύματος το ΣΠΙ δανειοδότησε την εταιρεία Γ. Κλαγγίδης & Υιοί Λτδ, που στην υπό κρίση περίπτωση είναι η ενάγουσα
  5. Στη συνέχεια η ενάγουσα 2 θα καλείται η εταιρεία. Προτού υπεισέλθω στις λεπτομέρειες του δανείου σημειώνω ότι εγγυητές στο δάνειο που η εταιρεία έλαβε από το ΣΠΙ, ήταν δυο φυσικά πρόσωπα και συγκεκριμένα ο Γεώργιος Κλαγγίδης, μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας, και η σύζυγός του Μαρία Καλαβά Κλαγγίδου. Εντούτοις αντικείμενο της υπό κρίση διαδικασίας δεν είναι το δάνειο per se που η εταιρεία έλαβε από το ΣΠΙ, αλλά το ωφέλημα από ασφάλεια ζωής που σε κάποιο χρόνο το ΣΠΙ ζήτησε από τον Γεώργιο Κλαγγίδη να εξασφαλίσει. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Πέραν από την εταιρεία ενάγοντες στην αγωγή είναι και η Μαρία Καλαβά Κλαγγίδου και ο υιός της Ανδρέας Κλαγγίδης. Τα δυο αυτά πρόσωπα προωθούν την αγωγή όχι εξ ιδίων, αλλά ως διαχειριστές της περιουσίας του Γεώργιου Κλαγγίδη. Αποτελεί εν προκειμένω κοινό τόπο ότι ο Γεώργιος Κλαγγίδης (στη συνέχεια ο αποβιώσας) απεβίωσε την 22/4/
  6. Επιπλέον, είναι παραδεχτό ότι στο πλαίσιο της διαχείρισης 521/05, η Μαρία Καλαβά Κλαγγίδου και ο Αντρέας Κλαγγίδης διορίστηκαν διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος (βλ. τεκμήριο 1 το οποίο κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου του). Είναι γι΄ αυτό λοιπόν το λόγο που οι δυο προαναφερόμενοι αναγράφονται στον τίτλο της αγωγής ως ενάγων
  7. Έχοντας προσδιορίσει τους διαδίκους επανέρχομαι σε εκείνο που φαίνεται να αποτελεί την αιτία αγωγής. Την 11/5/1998 η εταιρεία συνήψε συμφωνία δανείου με το ΣΠΙ. Η εν λόγω συμφωνία είναι το τεκμήριο 2 ενώπιον του δικαστηρίου. Το ποσό του δανείου ανερχόταν σε ΛΚ20.000,00 (€34.172,03), πλέον τόκο προς 8% ετησίως μέχρι εξοφλήσεως. Η δε καταβολή του πιο πάνω ποσού έγινε σε λογαριασμό που ανοίχθηκε ειδικά, συγκεκριμένα το λογαριασμό
  8. Το τεκμήριο 3 ενώπιον του δικαστηρίου αποτελεί μέρος της κατάστασης λογαριασμού. Προς εξασφάλιση του δανείου η εταιρεία υποθήκευσε προς όφελος του ΣΠΙ το ακίνητο με αριθμό εγγραφής Ε180 Φ./Σχ. ΧΧΧ31W1, τμήμα Ε, τεμάχιο
  9. Η υποθήκη έλαβε τον αριθμό 3965/
  10. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, πέραν της υποθήκης προσωπική εγγύηση ανέλαβε τόσο ο αποβιώσας, όσο και η σύζυγός του Μαρία Καλαβά Κλαγγίδου. Αρκετά χρόνια μετά την παραχώρηση του δανείου το ΣΠΙ έλαβε απόφαση να ασφαλίσει τα μέλη του, δηλαδή τους οφειλέτες των δανείων, ώστε να εξασφαλίσει την αποπληρωμή του δανείου σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη, εφόσον το ωφέλημα θα κατέληγε στα χέρια του ΣΠΙ έναντι της οφειλής. Η εν λόγω απόφαση λήφθηκε κατόπιν οδηγιών του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών και της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών. Δανειολήπτης, και συνεπώς μέλος του ΣΠΙ, ήταν κατά τον επίδικο χρόνο και ο αποβιώσας. Ως εκ τούτου, ζητήθηκε από τον αποβιώσαντα να παράσχει τη σχετική εξασφάλιση, δηλαδή να διενεργήσει ασφάλεια ζωής. Αναμφισβήτητη μαρτυρία που δόθηκε από τον τότε γραμματέα του ΣΠΙ φανερώνει ότι η ασφάλιση των μελών διευθετήθηκε από το ΣΠΙ. Συγκεκριμένα το ΣΠΙ είναι εκείνο που ζήτησε και έλαβε προσφορές από διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες, ώστε να αξιολογήσει και να επιλέξει με ποιαν και τίνι τρόπω θα συνεργαστεί. Εν τέλει επιλέγηκε η Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Δημόσια Λτδ (στη συνέχεια η Μινέρβα) και συνήφθη Ομαδική Ασφάλεια Ζωής, η οποία έλαβε το διακριτικό αριθμό GRL/
  11. Ως μέλος και χρεώστης του ΣΠΙ ο αποβιώσας εντάχθηκε στο προαναφερόμενο ομαδικό σχέδιο. Το τεκμήριο 4 ενώπιον του δικαστηρίου είναι το πιστοποιητικό ασφάλισης του αποβιώσαντος και αναγράφει, πέραν του ονοματεπώνυμου, το λογαριασμό του δανείου

(4001130), το ετήσιο ασφάλιστρο (Λ.Κ.58,80) και το ωφέλημα σε περίπτωση θανάτου, δηλαδή ΛΚ28.000,
  1. Ημερομηνία τούτου του πιστοποιητικού είναι η 25η Αυγούστου 2004, δηλαδή εκδόθηκε έξι και πλέον έτη μετά τη συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου της εταιρείας μετά του ΣΠΙ. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τις δηλώσεις των μερών, μεταξύ των ιδίων διαδίκων εκκρεμούν άλλες τέσσερις αγωγές (βλ. δήλωση συνηγόρου υπεράσπισης, δήλωση ημερομηνίας 19/3/2014, αναφορικά με παράγραφο 26 εγγράφου Α - γραπτή δήλωση Μ.Ε.1 και 14η παράγραφο υπεράσπισης). Ουσιώδες εντούτοις δεν είναι η καταχώριση των άλλων αγωγών, αλλά η αναμφισβήτητη μαρτυρία των εναγόντων σε σχέση με εκείνο που αφορούν οι άλλες αγωγές. Ομονοούν οι δυο πλευρές ότι πέραν της προαναφερθείσας ασφάλειας ο αποβιώσας συνήψε άλλες τέσσερις ασφάλειες, δηλαδή όσα και τα υπόλοιπα δάνεια που τον αφορούσαν. Εν ολίγοις, ο αποβιώσας είχε πέντε ασφάλειες, μια για κάθε δάνειο. Οι άλλες τέσσερις ασφάλειες θέλουν το ωφέλημα που δικαιούταν να λάβει η περιουσία του αποβιώσαντα σε περίπτωση θανάτου του τελευταίου ως εξής∙ ΛΚ16.000,00 (αντικείμενο της αγωγής 3897/07), ΛΚ8.000,00 (αντικείμενο της αγωγής 3898/07), ΛΚ50.000,00 (αντικείμενο της αγωγής 3899/07) και ΛΚ50.000,00 (αντικείμενο της αγωγής 5564/09). Ευθύς αναφέρω ότι η τελευταία αγωγή (5564/09) και βεβαίως ό,τι σχετικό τούτης, δεν δικογραφείται στην έκθεση απαιτήσεως των εναγόντων, εφόσον το ασφαλιστήριο έγγραφο εντοπίστηκε μετά την καταχώριση της παρούσης. Εντούτοις η δήλωση των συνηγόρων που πιο πάνω αναφέρθηκε, δήλωση ημερομηνίας 19/3/2014, περιλαμβάνει και αυτή την αγωγή. Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η δήλωση εξουδετερώνει το εμπόδιο της μη δικογράφησης. Αξίζει εδώ να υποδειχθεί ότι το συνολικό ωφέλημα όλων των ασφαλειών που έκανε ο αποβιώσας, πάντα ως μέλος της ομαδικής ασφάλειας του ΣΠΙ με τη Μινέρβα, συμποσούταν στο ποσό των ΛΚ152.000,
  2. Άμα τον αδόκητο θάνατο του αποβιώσαντος οι πιο πάνω ασφάλειες είδαν το φως της μέρας και αποτέλεσαν αιτία σύγκρουσης των διαδίκων. Ο λόγος δια αυτή τη σύγκρουση είναι το επίδικο ζήτημα και συνεπώς εξετάζεται πιο κάτω. Για την ώρα υποδεικνύεται ότι τα μέρη αντάλλαξαν αλληλογραφία. Πρώτη έσυρε το μακάβριο μοιρολόι η πλευρά των εναγόντων. Την 28/3/2006 ο συνήγορος των εναγόντων απαίτησε από το ΣΠΙ να εισπράξει από την Μινέρβα το ωφέλημα κάθε ασφάλειας - μέχρι εκείνη τη στιγμή γνώριζαν τέσσερις μόνο ασφάλειες, ενώ αργότερα προέκυψε και η πέμπτη - ώστε να το εμβάσει στα δάνεια και τυχόν υπόλοιπο να καταβληθεί στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος. Η εν λόγω επιστολή είναι το τεκμήριο
  3. Ακολούθως στάληκε νέα επιστολή την 15/5/2006 στην οποία αναφερόταν ότι το ΣΠΙ δεν ανταποκρίθηκε στην προηγούμενη επιστολή (βλ. τεκμήριο 10). Τελικά το ΣΠΙ ανταποκρίθηκε την 23/5/2006, αποστέλλοντας επιστολή με την οποία ζητούσε τα ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούσαν την αιτία θανάτου του αποβιώσαντος (βλ. τεκμήριο 6). Ακολούθησε νέα επιστολή των εναγόντων, ημερομηνίας 5/6/2006, η οποία αφήνει να νοηθεί ότι με αυτήν στάληκε και το ιατρικό πιστοποιητικό (βλ. τεκμήριο 7). Την 14/7/2006 οι ενάγοντες απέστηλαν στο ΣΠΙ νέα επιστολή με την οποία ζητούσαν όπως εντός δέκα ημερών εμβάσει το ποσό των ΛΚ102.000,00 πλέον τόκους, έναντι των δανείων του αποβιώσαντος (βλ. τεκμήριο 8). Η τελευταία επιστολή απαντήθηκε από το συνήγορο του ΣΠΙ την 24/7/2006 (βλ. τεκμήριο 9). Το περιεχόμενο της επιστολής των εναγόντων χαρακτηρίστηκε από το ΣΠΙ απαράδεχτο και ανυπόστατο και επιπλέον, καλούνταν οι ενάγοντες να στρέψουν τις απαιτήσεις τους στη Μινέρβα. Είναι προφανές ότι η αλληλογραφία δεν βοήθησε τη διαβούλευση των μερών εφόσον στο τέλος της ημέρας το ΣΠΙ δεν έμβασε το ποσό της ασφάλειας, δηλαδή ΛΚ28.000,00 στο λογαριασμό του δανείου. Επιπλέον, αναμφισβήτητη παρέμεινε η θέση του Κυριακίδη, μάρτυρα των εναγόντων, ότι ούτε και η Μινέρβα κατέβαλε το εν λόγω ποσό στους ενάγοντες. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν είτε παραδεχτά γεγονότα είτε αναμφισβήτητη μαρτυρία και ως εκ τούτου υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα επί πραγματικών γεγονότων. Τώρα, η δικογραφημένη εκδοχή των εναγόντων αναφέρει πως καίτοι ο ενάγων κατέβαλλε ασφάλιστρα για τέσσερις ασφάλειες (επαναλαμβάνω ότι η πέμπτη ασφάλεια, αντικείμενο της αγωγής 5564/09, δεν δικογραφείται αλλά στη συνέχεια δηλώθηκε ως παραδεχτό γεγονός), των οποίων το συνολικό ωφέλημα δια θάνατο ανερχόταν σε ΛΚ102.000,00 (η ασφάλεια που δεν δικογραφείται ανεβάζει το συνολικό ποσό στις ΛΚ152.000,00), άμα το θάνατο του αποβιώσαντος και τη συνακόλουθη απαίτηση των εναγόντων από το ΣΠΙ δια να εμβάσει το εν λόγω ποσό στα συνδεδεμένα δάνεια, το ΣΠΙ πληροφόρησε τους ενάγοντες ότι δεν δικαιούνταν οτιδήποτε πέραν των ΛΚ50.000,
  4. Ο λόγος, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην έκθεση απαιτήσεως, οφείλεται στους όρους της ομαδικής ασφάλειας που το ΣΠΙ συνήψε με τη Μινέρβα, και συγκεκριμένα ότι ουδείς ασφαλισμένος θα δικαιούται ποσό πέραν των ΛΚ50.000,
  5. Αυτό, σύμφωνα με τους ενάγοντες, συνιστά αμέλεια και παράβαση καθήκοντος από μέρους του ΣΠΙ, λόγω του ότι ουδέποτε αποκαλύφθηκε ο σχετικός όρος στον αποβιώσαντα ή τους ενάγοντες, η οποία, αμέλεια, προκάλεσε οικονομική ζημιά στην περιουσία του αποβιώσαντος. Παρεμβάλλω εδώ ότι αρχικά η αξίωση των εναγόντων εδραζόταν και σε δόλο. Εντούτοις στο στάδιο των αγορεύσεων ρητά απεσύρθη τούτη η πτυχή της αξίωσης, ενώ η γραπτή αγόρευση των εναγόντων εξαντλείται στις αρχές της κλασσικής πλέον υπόθεσης Hedley Byrne & Co Ltd v. Heller & Partners Ltd
(1963)2 All E.R.
  1. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, η αμέλεια του ΣΠΙ σύγκειται στο ότι αν και ανέλαβε να εξεύρει ασφαλιστική εταιρεία, με την οποία συμφώνησε και ακολούθως ασφάλισε τα μέλη του ώστε να εξασφαλίσει τα δάνεια που χορήγησε, και περαιτέρω, λάμβανε το ασφάλιστρο κάθε ασφάλειας, εντούτοις ποτέ δεν απεκάλυψε στον αποβιώσαντα, ο οποίος ήταν ασφαλισμένος για ποσό ΛΚ152.000,00, ότι επ΄ ουδενί θα ελάμβανε οτιδήποτε πέραν των ΛΚ50.000,00 δια το λόγο ότι αυτή ήταν η συμφωνία που είχε με τη Μινέρβα. Στον αντίποδα το ΣΠΙ υποστηρίζει ότι ενημέρωσε τα μέλη του, περίπου 2.500 άτομα, με διάφορους τρόπους, ήτοι˙ προσωπικά, προφορικά, με ανακοινώσεις, επιστολές και εγκυκλίους. Επιπλέον, μπορούσαν να λάβουν αντίγραφο του ασφαλιστικού συμβολαίου, καθώς και οιωνδήποτε συναφών εγγράφων. Είναι η θέση του ΣΠΙ ότι ουδέποτε απέκρυψε οιαδήποτε στοιχεία ή έγγραφα. Εν πάση περιπτώσει, υποστηρίζει το ΣΠΙ, ο αποβιώσας επισκεπτόταν τα γραφεία της συνεργατικής συχνά και γνώριζε για την ομαδική ασφάλεια. Περιπλέον ποτέ ο αποβιώσας διαμαρτυρήθηκε για την ασφαλιστική κάλυψη, την καταβολή των ασφαλίστρων ή άλλο θέμα, παρ΄ όλον ότι λάμβανε μηνιαία κατάσταση λογαριασμού των δανείων του, η οποία περιλάμβανε και ενημέρωση για τη χρέωση των ασφαλίστρων. Τέλος, το ΣΠΙ καταλήγει ότι οι ενάγοντες ή οποιοσδήποτε από αυτούς, ουδέποτε ζήτησαν να μάθουν ποια είναι η ασφαλιστική εταιρεία, το ποσό δια το οποίο ασφαλίστηκαν ή τους όρους της ασφαλιστικής κάλυψης και οτιδήποτε σχετικό (βλ. 16η παράγραφο υπεράσπισης). Όλα τα πιο πάνω, σύμφωνα με το ΣΠΙ, είχαν σαν αποτέλεσμα η Μινέρβα να μην εξετάσει και αποφασίσει αίτημα κάλυψης του ωφελήματος και γι΄ αυτό το λόγο δεν κατέβαλε οιονδήποτε ποσό στο ΣΠΙ. Δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι η δικογραφημένη υπεράσπιση του ΣΠΙ προτάσσει και αριθμό προδικαστικών υπερασπίσεων. Εντούτοις εφόσον δεν προωθήθηκαν πριν την ακρόαση της αγωγής και ούτε στις τελικές αγορεύσεις αναφέρθηκε οτιδήποτε άλλο, κρίνω πως δεν προωθούνται και δι΄ αυτό το λόγο δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω. Ας δούμε τώρα τους μάρτυρες που παρέλασαν από το δικαστήριο. Οι ενάγοντες λοιπόν κάλεσαν δυο μάρτυρες. Πρώτος μάρτυρας κλήθηκε ο Τάκης Κυριακίδης (στη συνέχεια ο Κυριακίδης), στενός φίλος και συνέταιρος του αποβιώσαντα. Ακολούθως κλήθηκε ο Ανδρέας Κλαγγίδης, υιός του αποβιώσαντα και ένας εκ των διαχειριστών της περιουσίας του. Πιο κάτω ο Ανδρέας Κλαγγίδης θα αναφέρεται ως ο διαχειριστής. Από την άλλη το ΣΠΙ κάλεσε ένα μόνο μάρτυρα. Ο μάρτυρας που κλήθηκε είναι ο Λοϊζος Βασιλείου, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν ο γραμματέας του ΣΠΙ (στη συνέχεια ο γραμματέας). Περιττό βεβαίως να λεχθεί ότι η σύνοψη της μαρτυρίας που ακολουθεί δεν καταπιάνεται με όλο το εύρος της μαρτυρίας. Αυτό γιατί η αναμφισβήτητη μαρτυρία και οι παραδοχές των δικογράφων έχουν ήδη παρατεθεί. Συνεπώς η σύνοψη του μαρτυρικού υλικού περιορίζεται στο εναπομείναν μέρος τούτου. Αναφέρθηκε ήδη ότι ο Κυριακίδης ήταν συνέταιρος και φίλος του αποβιώσαντος. Όπως ανέφερε στο δικαστήριο πολύ φιλικές σχέσεις διατηρεί μέχρι και σήμερα με τον τότε γραμματέα του ΣΠΙ, Λοΐζο Βασιλείου, καθώς και άλλα μέλη του ΣΠΙ. Είναι λόγω αυτής της σχέσης του με τον αποβιώσαντα, ανέφερε, που άμα το θάνατο του αποβιώσαντος διαπίστωσε, μέσα από τους διάφορους λογαριασμούς, ότι αποκόπτονταν ασφάλιστρα, γεγονός που φανερώνει ότι ο αποβιώσας είχε ασφάλεια. Αποτάθηκε τότε στο ΣΠΙ ώστε να πληροφορηθεί σχετικά και έτσι λίγο αργότερα, δηλαδή τη 16/3/2006, το ΣΠΙ του έδωσε τέσσερα πιστοποιητικά ασφάλισης, μεταξύ αυτών και το επίδικο. Την πέμπτη ασφάλεια, αντικείμενο της αγωγής 5564/09, την αντιλήφθηκε περί το 2009 ενόσω μελετούσε τους λογαριασμούς της εταιρείας και βρήκε χρέωση για ασφάλεια ζωής του Κλαγγίδη που είχε ήδη αποβιώσει. Τότε ο ίδιος και οι διαχειριστές αποτάθηκαν εκ νέου στο ΣΠΙ και διαμαρτυρήθηκαν γιατί δεν τους πληροφόρησαν και γι΄ αυτή την ασφάλεια, την οποία εξακολουθούσαν να χρεώνουν. Εν τω μεταξύ από της παραδόσεως των πρώτων τεσσάρων ασφαλειών ο Κυριακίδης και οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος ζήτησαν από το ΣΠΙ να καταβάλει το ποσό του ωφελήματος, τότε ανήρχετο σε ΛΚ102.000,00 εφόσον δεν γνώριζαν για την 5η ασφάλεια, πράγμα που το ΣΠΙ αρνήθηκε να πράξει. Είναι γι΄ αυτό το λόγο που ακολούθησε η αλληλογραφία που πιο πάνω αναφέρεται (τεκμήρια 5 έως 10). Σε αυτό όμως το πλαίσιο ο Κυριακίδης και οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι το μέγιστο ποσό ωφελήματος που μπορούσε να δοθεί ήταν μόνο ΛΚ50.000,00, λόγω της συμφωνίας που το ΣΠΙ συνήψε με τη Μινέρβα. Ήταν η θέση του Κυριακίδη ότι το 2006 διευθετήθηκε συνάντηση μεταξύ του ιδίου και ενός εκ των διαχειριστών, συγκεκριμένα του Αντρέα, από τη μια, και του ΣΠΙ και της Μινέρβας από την άλλη. Εκεί η Μινέρβα ανέφερε ότι αν θα πλήρωνε κάποιο ποσό, τούτο δεν θα ήταν πέραν των ΛΚ50.000,
  2. Ως εκ τούτου απεχώρησαν από τη συνάντηση χωρίς αποτέλεσμα, ενώ μέχρι και σήμερα, ανέφερε ο Κυριακίδης, το ΣΠΙ δεν ρευστοποίησε τις ασφάλειες και δεν έμβασε τα χρήματα στα συνδεδεμένα δάνεια. Είναι η θέση του Κυριακίδη ότι το ΣΠΙ απαίτησε από τον αποβιώσαντα να ενταχθεί στο σχέδιο ομαδικής ασφάλισης και ότι το ποσό του ωφελήματος θα ήταν προς όφελος του ΣΠΙ ως εξασφάλιση των δανείων. Ο αποβιώσας αποδέχθηκε. Καίτοι όμως το ΣΠΙ διαβεβαίωνε τον αποβιώσαντα ότι ήταν καλυμμένος για ποσό ΛΚ152.000,00, ουδέποτε τον ενημέρωσε ότι είχε συμφωνήσει με τη Μινέρβα πως το μέγιστο ποσό ωφελήματος δεν θα υπερέβαινε τις ΛΚ50.000,
  3. Είναι η θέση του Κυριακίδη ότι το ΣΠΙ απέκρυψε από τον αποβιώσαντα το σχετικό όρο της συμφωνίας του με τη Μινέρβα και αυτό παρ΄ ότι λάμβανε ασφάλιστρα για πέντε ασφάλειες. Ο διαχειριστής ανέφερε ότι λίγους μήνες μετά το θάνατο του πατέρα του μετέβη στο ΣΠΙ μαζί με τη μητέρα του, συνδιαχειρίστρια, όπου συζήτησε μαζί με τον γραμματέα. Τότε ήταν που πληροφορήθηκε ότι η Μινέρβα δεν θα πλήρωνε. Αντεξεταζόμενος ως προς το χρόνο που έγινε τούτη η συνάντηση και έλαβε την πληροφόρηση, απάντησε ότι δεν είναι σίγουρος υπολογίζει 2 με 3 μήνες μετά το θάνατο του αποβιώσαντος. Επεξήγησε ότι το γραμματέα του ΣΠΙ τον συναντά και στο χωριό και όχι αποκλειστικά στα γραφεία της συνεργατικής. Ήταν όμως με την εντύπωση ότι τούτη η συζήτηση έλαβε χώρα 2 με 3 μήνες μετά το θάνατο του αποβιώσαντος. Άλλωστε, ανέφερε, οι άλλες ασφαλιστικές εταιρείες που είχαν ασφαλίσει τον αποβιώσαντα κατέβαλαν το ωφέλημα πολύ σύντομα μετά το θάνατο του τελευταίου. Προς υποστήριξη τούτου προσκόμισε τα τεκμήρια 11Α και 11Β, δηλαδή βεβαιώσεις ότι δυο άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, εν προκειμένω η Eurolife και η Allianz αντίστοιχα, κατέβαλαν το νενομισμένο ωφέλημα. Ήταν η θέση του διαχειριστή πως οι ίδιοι, νοείται ο αποβιώσας και οι διαχειριστές, δεν είχαν να κάνουν με τη Μινέρβα αλλά με το ΣΠΙ. Η Μινέρβα δεν ήταν δική τους επιλογή αλλά του ΣΠΙ. Στον αντίποδα ο γραμματέας του ΣΠΙ επεξήγησε τη διαδικασία που ακολουθήθηκε μέχρι να καταλήξουν σε ομαδική ασφάλιση των μελών τους με ασφαλιστική εταιρεία τη Μινέρβα. Ήταν η θέση του ότι το ΣΠΙ δεν απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ή έγγραφα καθ΄ ότι τα μέλη ενημερώθηκαν για την ομαδική ασφάλιση με διάφορους τρόπους όπως˙ προσωπικά, προφορικά, ανακοινώσεις, εγκυκλίους κλπ. Άλλωστε, ανέφερε ο γραμματέας, ο αποβιώσας επισκεπτόταν καθημερινά σχεδόν τα γραφεία του ΣΠΙ και γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει για την ασφάλεια. Δέχθηκε εντούτοις ότι το ΣΠΙ δεν απέστειλε προσωπικές επιστολές, ενώ ο ίδιος δεν ενθυμείτο αν είχε ενημερώσει τον αποβιώσαντα. Επέμεινε όμως ότι εφόσον κάθε μήνα αποστέλλοντο καταστάσεις λογαριασμού, εύκολο ήταν για τα μέλη να εντοπίσουν τη χρέωση για το ασφάλιστρο και με αυτό τον τρόπο να καταστούν κοινωνοί της ομαδικής ασφάλειας. Στο ίδιο πλαίσιο ο γραμματέας υποστήριξε ότι ποτέ πριν το μοιραίο συμβάν ο αποβιώσας, οι διαχειριστές, ή ο Κυριακίδης, διαμαρτυρήθηκαν ή διαφώνησαν με τη χρέωση των ασφαλίστρων, και αυτό παρ΄ ότι λάμβαναν τους σχετικούς λογαριασμούς. Επιπλέον, οι εν λόγω ποτέ πριν την 16/3/2006 ζήτησαν τα έγγραφα και στοιχεία της ασφάλειας, που εν πάση περιπτώσει ήταν πάντα διαθέσιμα και μόλις τα ζήτησαν τους χορηγήθηκαν. Ερωτηθείς συγκεκριμένα κατά πόσο ο ίδιος ενημέρωσε τον αποβιώσαντα για τον όρο της συμφωνίας ότι η μέγιστη κάλυψη ανερχόταν σε ΛΚ50.000,00, η απάντηση που έδωσε ήταν «Εγώ προσωπικά όχι». Επιπλέον δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο οιοσδήποτε άλλος από το ΣΠΙ τον ενημέρωσε σχετικά. Δέχθηκε μάλιστα ότι το ΣΠΙ δεν είχε γνώση πως ο αποβιώσας ήταν ασφαλισμένος για ΛΚ152.000,00, δικαιολόγησε όμως τούτο επειδή σε κάποια από τα συνδεδεμένα δάνεια ο αποβιώσας ήταν πρωτοφειλέτης και σε άλλα εγγυητής. Τέλος, ο γραμματέας ανέφερε ότι ένας από τους λόγους που το ΣΠΙ διέκοψε τη συνεργασία του με τη Μινέρβα ήταν και η υπό κρίση υπόθεση, εφόσον ως ΣΠΙ θεώρησαν τη Μινέρβα υπαίτια. Δέχθηκε όμως ότι σκοπός όλων των σχετικών ασφαλειών ήταν η κάλυψη των συνδεδεμένων δανείων και πως εκείνος που είχε υποχρέωση να αποταθεί στη Μινέρβα για ρευστοποίηση της ασφάλειας είναι το ΣΠΙ. Απ΄ όλα τα πιο πάνω είναι πλέον αντιληπτό ότι εκείνο που το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει είναι κατά πόσο οι περιβάλλουσες περιστάσεις της συνομολόγησης της ασφάλειας, δημιουργούν καθήκον επιμέλειας του ΣΠΙ έναντι του αποβιώσαντος, τυχόν παράβαση τέτοιου καθήκοντος, και εάν αυτό το τελευταίο απαντάται καταφατικά, τότε ποια είναι η ζημιά. Σε πραγματικό όμως πλαίσιο το δικαστήριο καλείται να εξετάσει κατά πόσο ο αποβιώσας ενημερώθηκε για τον όρο της συμφωνίας του ΣΠΙ με τη Μινέρβα, δηλαδή ότι το μέγιστο ωφέλημα που δυνατό να δικαιούταν σε περίπτωση θανάτου επ΄ ουδενί μπορούσε να υπερβεί τις ΛΚ50.000,00, εφόσον εδώ είναι που εντοπίζεται, σύμφωνα με τους ενάγοντες, η αμέλεια του ΣΠΙ. Νιώθω υποχρεωμένος να αναφέρω εδώ ότι το δικόγραφο των εναγόντων δεν είναι πρότυπο ορθής δικογράφησης. Δεν είναι πρόθεση μου να αναπτύξω τα δικονομικά προβλήματα του δικογράφου που εν πάση περιπτώσει ουδεμία πλευρά επιχείρησε να αντιμετωπίσει. Σε ό,τι όμως αφορά τη μοναδική, πλέον, βάση αγωγής, υποδεικνύω ότι όπως εγώ αντιλαμβάνομαι τα πράγματα σχετικές είναι οι παράγραφοι 18, 20 και 22 της έκθεσης απαιτήσεως. Δεν παραγνωρίζω ότι από το δικόγραφο απουσιάζει η νομολογιακή επιταγή που θέλει τις λεπτομέρειες αμέλειας να παρατίθενται εξειδικευμένα. Κρίνω εντούτοις πως στην προκείμενη περίπτωση αυτό δεν αποτελεί κώλυμμα. Είναι επαρκής, πιστεύω, η δικογράφηση του ενός και μοναδικού λόγου αμέλειας, δηλαδή ότι δεν γνωστοποιήθηκε στον αποβιώσαντα ο σχετικός όρος της συμφωνίας μεταξύ ΣΠΙ και Μινέρβας, και συνεπώς η πλευρά των εναγομένων δεν κατελήφθη εξαπίνης. Σχετική καθοδήγηση αντλώ από τα αναφερόμενα στην υπόθεση Αναστάσης Ιωακείμ Κουρσουμά ν. Ευριπίδη Κώστα Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973. Το γεγονός και μόνο ότι ο σχετικός λόγος δεν έχει υπαχθεί κάτω από συγκεκριμένη παράγραφο που να τιτλοφορείται λεπτομέρειες αμέλειας, δεν αλλοιώνει το περιεχόμενο του δικογράφου και δη το γεγονός ότι σε αυτό το ζήτημα είναι που επικεντρώνονται τα πυρά των εναγόντων. Υπό το φως των πιο πάνω ερωτημάτων στρέφω την προσοχή μου στην προσκομισθείσα μαρτυρία. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Η αξιολόγηση των μαρτύρων ουδεμία δυσκολία παρουσιάζει. Αυτό γιατί το περιεχόμενο της μαρτυρίας ενός εκάστου αναδεικνύει τη γνησιότητα και αληθοφάνεια τούτου και υποστηρίζεται από το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό. Από την άλλη, η φυσική εδώ παρουσία και των τριών μαρτύρων στο εδώλιο του μάρτυρα αποτελεί απλώς το επιστέγασμα των θετικότατων εντυπώσεων. Είμαι της γνώμης ότι και οι τρεις μάρτυρες είπαν την αλήθεια στο δικαστήριο. Αν σε κάποιο σημείο η μαρτυρία τους διαφέρει, σίγουρα αυτό δεν οφείλεται σε σκοπιμότητα ή ψευδός, παρά μόνο φανερώνει ότι ο ένας δυνατό να θυμάται τα πράγματα καλύτερα από τον άλλο. Και εξηγώ˙ κρίνω πως η θέση του διαχειριστή ότι οι συζητήσεις με το ΣΠΙ και η ενημέρωση που έτυχαν ότι δεν θα τους κατέβαλλαν το ωφέλημα, έλαβαν χώρα 2 με 3 μήνες μετά το θάνατο του αποβιώσαντος, είναι λανθασμένη. Αυτό γιατί κατ΄ εκείνο το χρόνο οι διαχειριστές δεν είχαν τα πιστοποιητικά ασφάλισης, τα οποία έλαβαν την 16/3/
  1. Συνεπώς αδύνατο είναι να συζητούσαν αόριστα και χωρίς στοιχεία. Από την άλλη, ο Κυριακίδης επεξήγησε ότι μετά την παραλαβή των πιστοποιητικών ασφάλισης άρχισαν οι διαβουλεύσεις με το ΣΠΙ και τη Μινέρβα, πράγμα το οποίο έγινε, όπως ανέφερε και είναι κοινώς αποδεχτό, το
  2. Δέχομαι συνεπώς ότι η θέση του Κυριακίδη είναι η ορθή και πως ο διαχειριστής λανθάνεται. Εντούτοις το προαναφερθέν γεγονός δεν έχει ιδιαίτερο ρόλο να διαδραματίσει στην όλη διαδικασία. Μείζον εν προκειμένω κρίνεται ό,τι σχετικό της ομαδικής ασφάλειας και όχι ο χρόνος που οι διάδικοι ήλθαν σε σύγκρουση. Ένα άλλο σημείο στο οποίο φαίνεται να υπάρχει διάσταση, αυτή τη φορά μεταξύ Κυριακίδη και γραμματέα, είναι η συχνότητα με την οποία ο αποβιώσας μετέβαινε στο ΣΠΙ. Επί του προκειμένου ο Κυριακίδης ανέφερε ότι δεν πήγαιναν συχνά στα γραφεία του ΣΠΙ, ενώ ο γραμματέας ανέφερε ότι ο αποβιώσας πήγαινε σχεδόν καθημερινά. Είμαι της γνώμης ότι γι΄ αυτό το ζήτημα ο γραμματέας είναι σε πολύ καλύτερη θέση να γνωρίζει, ιδιαίτερα εφόσον πολλές φορές εκείνον ήταν που ο αποβιώσας συναντούσε στο ΣΠΙ. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν θεωρώ ότι υπάρχει ουσιώδης διάταση μεταξύ των δυο, δια το λόγο ότι ο Κυριακίδης εξέφρασε υποκειμενική άποψη, στην οποία μάλιστα ενσωμάτωσε και τις δικές του ενέργειες, εξ ου και χρησιμοποίησε πληθυντικό, πράγμα που δυνατό να τον έχει παραπλανήσει. Δέχομαι λοιπόν τη θέση του γραμματέα ότι ο αποβιώσας μετέβαινε στο ΣΠΙ συχνά. Καταλήγοντας, σε σχέση πάντα με την αξιοπιστία των μαρτύρων, παρατηρώ ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας έκδηλο ήταν πως και οι τρείς μάρτυρες προσπάθησαν να βοηθήσουν το δικαστήριο στην αναζήτηση της αλήθειας. Η λεπτομέρεια της μαρτυρίας του Κυριακίδη σε συνδυασμό με το μειλίχιο ύφος του, αντιπαραβάλλεται με την ακριβοδίκαια μαρτυρία του γραμματέα που δεν διστάζει να παραδεχθεί ότι ένας από τους λόγους που το ΣΠΙ διέκοψε τη συνεργασία του με την Μινέρβα, είναι αυτή ακριβώς η υπόθεση του αποβιώσαντα εφόσον η Μινέρβα θεωρήθηκε υπαίτια. Η μαρτυρία του διαχειριστή είναι περισσότερο τυπική παρά ουσιαστική. Για όλους του πιο πάνω λόγους και με δεδομένες τις παρατηρήσεις στις οποίες έχω προβεί, δέχομαι ότι και οι τρεις μάρτυρες ήταν αξιόπιστοι και είπαν την αλήθεια στο δικαστήριο. Ποια όμως είναι τα συμπεράσματα που εξάγονται από την αξιόπιστη μαρτυρία; Η αναμφισβήτητη μαρτυρία του Κυριακίδη θέλει το ΣΠΙ να απαιτεί από τον αποβιώσαντα να ενταχθεί στο σχέδιο ομαδικής ασφάλειας. Επιπλέον είναι φανερό, προκύπτει από τη μαρτυρία του γραμματέα του ΣΠΙ, ότι εκείνος ο οποίος ανέλαβε ό,τι σχετικό της διαδικασίας, δηλαδή να εξεύρει ασφαλιστική εταιρεία και να συμφωνήσει τα της καλύψεως, είναι το ΣΠΙ. Άλλωστε και το τεκμήριο 4, δηλαδή το επίδικο πιστοποιητικό ασφάλισης, χαρακτηρίζει τον αποβιώσαντα ως μέλος της ομαδικής ασφάλειας που το ΣΠΙ συνήψε με την Μινέρβα. Εφόσον λοιπόν η μαρτυρία του Κυριακίδη θέλει το ΣΠΙ να απαιτεί και αντίστοιχα τον αποβιώσαντα να αποδέχεται την ομαδική ασφάλεια, είναι κατανοητό ότι ο τελευταίος γνώριζε την ύπαρξη της ασφάλειας. Επιπλέον δέχομαι ότι προς τούτο το ΣΠΙ ενημέρωσε τα μέλη με επιστολές και ανακοινώσεις, γεγονός που επιβεβαιώνεται από τη μαρτυρία του γραμματέα. Ήταν όμως σε γνώση του αποβιώσαντα και ο σχετικός όρος, δηλαδή ότι μέγιστο ποσό κάλυψης ήταν εκείνο των ΛΚ50.000,00, που αναμφισβήτητο είναι ότι συμφωνήθηκε μεταξύ ΣΠΙ και Μινέρβας; Ή καλύτερα, ενημερώθηκε ο αποβιώσας από το ΣΠΙ για τούτο τον όρο, που ας σημειωθεί ότι τα μέρη δέχονται πως υφίστατο τέτοιος όρος; Είμαι της γνώμης πως η απάντηση είναι αρνητική. Η λογική επιτάσσει ότι αν ο αποβιώσας γνώριζε τούτο τον όρο δεν θα συνήπτε τις υπόλοιπες ασφάλειες, δηλαδή δεν θα αποδεχόταν να καταβάλλει ετήσιο ασφάλιστρο γιατί κάτι που εξαρχής γνώριζε ότι δεν θα του απέφερε όφελος. Eάν γνώριζε τούτο τον όρο θα περιόριζε τις ασφάλειες του μέχρι του ποσού των ΛΚ50.000,00, που ήταν και το ανώτατο ποσό, και όχι ΛΚ152.000,00 που τα μέρη συμφωνούν ότι ανέρχονται οι πέντε ασφάλειες του αποβιώσαντα. Πέραν τούτου είμαι της γνώμης πως ούτε και το ΣΠΙ είχε γνώση της όλης κατάστασης, διαφορετικά θα αρνείτο να δηλώσει τον αποβιώσαντα σε 5 ασφάλειες με συνολική κάλυψη το ποσό των ΛΚ152.000,00 αντί ΛΚ50.000,
  3. Αυτό συνάγεται εκ του αποτελέσματος, δηλαδή για μόνο λόγο ότι το ΣΠΙ δέχτηκε κάλυψη του αποβιώσαντος για 5 ασφάλειες, κατά αντίθεση της συμφωνίας του με τη Μινέρβα. Τέλος, σχετική είναι και η θέση του γραμματέα ότι ο ίδιος δεν ενημέρωσε τον αποβιώσαντα σχετικά και ούτε γνωρίζει κατά πόσο οιοσδήποτε άλλος από το ΣΠΙ τον ενημέρωσε. Παρεμβάλλω εδώ ότι η αναφορά του γραμματέα πως το ΣΠΙ απέστειλε επιστολές στα μέλη, δεν εννοεί που αφορούσαν τον επίδικο όρο, αλλά την ομαδική ασφάλεια αφ΄ εαυτή. Άλλωστε ο γραμματέας απερίφραστα δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο οιοσδήποτε ενημέρωσε τον αποβιώσαντα για το σχετικό όρο. Όλα τα πιο πάνω οδηγούν σε ένα μόνο συμπέρασμα. Αυτό είναι πως ο αποβιώσας δεν έτυχε ενημέρωσης για το σχετικό όρο, διαφορετικά είτε ο ίδιος είτε το ΣΠΙ θα απέτρεπαν ασφάλιση συνολικού ποσού που υπερβαίνει το συμφωνηθέν όριο μεταξύ ΣΠΙ και Μινέρβας, δηλαδή ΛΚ50.000,
  4. Καταλήγω συνεπώς ότι το ΣΠΙ δεν ενημέρωσε τον αποβιώσαντα για το σχετικό όρο της συμφωνίας με τη Μινέρβα. Είναι η θέση των εναγόντων πως η παράλειψη ενημέρωσης που πιο πάνω αναφέρεται, συνιστά αμέλεια που επέφερε οικονομική ζημιά, ως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Hedley Byrne & Co, πιο πάνω. Ζητούμενο λοιπόν είναι η δικανική πλέον διερεύνηση του κατά πόσο αυτό το διαπιστωμένο γεγονός συνιστά παράλειψη (omission) εκτέλεσης καθήκοντος (duty of care). Στρέφω λοιπόν την προσοχή μου στις δικανικές αρχές που διέπουν την εισήγηση. Πρώτα όμως επιβάλλεται να λεχθεί ότι η υπόθεση Hedley Byrne & Co, πιο πάνω, υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Pentaliotis & Papapetrou Estates Limited
(1998), 1 Α.Α.Δ. 1931 και Premier Chemical Co Ltd ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ κ.α.
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1951. Συνεπώς γεγονός είναι ότι οι αρχές που εκεί έχουν τεθεί τυγχάνουν εφαρμογής στο ημεδαπό δίκαιο. Ένεκα της σημασίας που προσλαμβάνει η υπόθεση Hedley Byrne & Co στις εισηγήσεις των εναγόντων, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν τα γεγονότα τούτης. Εκεί ο ενάγων ζήτησε από την τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν, να λάβει πληροφορίες σε σχέση με την οικονομική επιφάνεια εταιρείας με την οποία επρόκειτο να συνεργαστεί. Η τράπεζα των εναγόντων αποτάθηκε στην τράπεζα της τρίτης εταιρείας και έθεσε το ερώτημα αν η εν λόγω εταιρεία ήταν αξιόπιστη για επιχειρηματική δραστηριότητα ύψους £100.000 ετησίως (trustworthy in the way of business, to the extent of £100.000 per annum). Η τελευταία τράπεζα, εναγομένη στη διαδικασία, απάντησε την ερώτηση καταφατικά. Ακολούθησε συνεργασία του ενάγοντα με την τρίτη εταιρεία και εν συνεχεία οικονομική ζημιά δια το λόγο ότι η εταιρεία τέθηκε υπό εκκαθάριση. Ήταν η θέση του ενάγοντα ότι η τράπεζα που παραχώρησε τις πληροφορίες αναφορικά με την εταιρεία που τέθηκε υπό εκκαθάριση, είχε έναντι του καθήκον επιμέλειας το οποίο απέτυχε να αποσείσει δια το λόγο ότι η πληροφορία που του πρόσφερε ήταν εσφαλμένη και προϊόν αμέλειας. Σε μια πρωτοποριακή απόφαση η βουλή των Λόρδων αναγνώρισε καθήκον επιμέλειας σε δηλώσεις οι οποίες δυνατό να επιφέρουν οικονομική απώλεια. Το απαύγασμα της απόφασης συμπυκνώνεται στο μεστό λόγο του Λόρδου Morris of Borth-Y-Gest, ο οποίος ανέφερε ότι˙ «My lords, it seems to me that if A assumes responsibility to B to tender him deliberate advice there could be a liability if the advice is negligently given. I say could be because the ordinary courtesies and exchanges of life would become impossible if it were sought to attach legal obligation to every kindly and friendly act». Ωσαύτως αναγνωρίστηκε ότι όπως οι πράξεις ή οι παραλείψεις, έτσι και οι δηλώσεις διέπονται από καθήκον επιμέλειας, έστω και αν σε αυτή την περίπτωση η ζημιά είναι οικονομική εις αντίθεση σωματικής βλάβης ή φθοράς σε περιουσία. Από τα πιο πάνω δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο το γεγονός ότι η υπόθεση Hedley Byrne & Co αφορούσε αμελή δήλωση. Στην υπό κρίση περίπτωση η κατηγορία εδράζεται σε παράλειψη ενημέρωσης. Ειδοποιός διαφορά είναι ότι εδώ είναι αυτή η απουσία δήλωσης, εν προκειμένω ενημέρωσης, η οποία συνιστά αμέλεια σύμφωνα με τα αναφερόμενα από τους ενάγοντες. Παρ΄ όλα αυτά η διαφορά δεν κωλύει την εισήγηση των εναγόντων. Το κοινό δίκαιο έχει μεριμνήσει σχετικά δια επεκτάσεως της αρχής που αφορά αμελείς δηλώσεις (negligent statements) και σε περιπτώσεις υπηρεσιών που εκτελούνται ή προσφέρονται αμελώς (negligent performance of a service). Επί του προκειμένου σχετική είναι η υπόθεση Henderson v. Merrett Syndicates Ltd
(1995)2 A.C. 145 και οι σχετικές επεξηγήσεις στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 20η έκδοση, στη σελίδα 482, κάτω από τον τίτλο «Extension of the principle». Σε ένα δικαιϊκό σύστημα όπου το κοινό δίκαιο βασιλεύει και ο νόμος παρέχει στο δικαστήριο ευχέρεια αναγνώρισης νέων περιπτώσεων αμέλειας, εν είδει δικαιοπαραγωγικού οργάνου, η δήλωση του Λόρδου Macmillan στην υπόθεση Donoghue v. Stevenson
(1932)A.C. 562, 619, προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, επιβεβαιώνοντας του λόγου το ασφαλές. Όπως ανέφερε˙ «The categories of negligence are never closed». Θα παρέμενε όμως ημιτελής, αν όχι και παραπλανητική, η χρησιμοποίηση της πάρα πάνω δήλωσης χωρίς αναφορά και σε εκείνα που ειπώθηκαν από τον Λόρδο Oliver στην υπόθεση Caparo Industries plc v. Dickman a.o.
(1990)1 All E.R. 568, 585. Ανέφερε σχετικά ότι˙ «The opportunities for the infliction of pecuniary loss from the imperfect performance of everyday tasks on the proper performance of which people rely for regulating their affairs are illimitable and the effects are far reaching. A defective bottle of ginger beer may injure a single consumer but the damage stops there. A single statement may be repeated endlessly with or without the permission of its author and may be relied on in a different way by many different people. Thus the postulate of a simple duty to avoid any harm that is, with hindsight, reasonably capable of being foreseen becomes untenable without the imposition of some intelligible limits to keep the law of negligence within the bounds of common sense and practicality». Είναι συναφώς υποχρέωση του δικαστηρίου να έχει κατά νου τον απεριόριστο αριθμό περιπτώσεων που δυνατό να προκύψουν άμα την επιβολή καθήκοντος επιμέλειας, ειδικά σε ό,τι αφορά δήλωση. Αναδεικνύει η σχετική υποχρέωση την πρακτική πτυχή του πράγματος που στο τέλος της ημέρας είναι ικανή ακόμη και να υποβαθμίσει την περίπτωση, διεκδικώντας έτσι όπως μη αναγνωριστεί καθήκον επιμέλειας. Η απεριόριστη λοιπόν εξουσία του δικαστηρίου για αναγνώριση νέων κατηγοριών αμέλειας, ελέγχεται από τη νομολογία και καλείται το δικαστήριο να αντιπαραβάλει την ενώπιον του περίπτωση με τις ήδη αναγνωρισμένες από το δίκαιο κατηγορίες (βλ. Reeman v. Department of Transport
(1997)P.N.L.R 618, 625). Προς εξυπηρέτηση των πιο πάνω αρχών η νομολογία έθεσε παραμέτρους που επικουρούν τη διερεύνηση του κατά πόσο υφίσταται καθήκον επιμέλειας. Η σύγχρονη εν προκειμένω αντίληψη τέθηκε στην υπόθεση Caparo, πιο πάνω, και συμπυκνώνεται στην κατακλείδα της ομιλίας του Λόρδου Bridge, ο οποίος ανέφερε ότι˙ «I believe it is this last distinction which is of critical importance and which demonstrates the unsoundness of the conclusion reached by the majority of the Court of Appeal. It is never sufficient to ask simply whether A owes B a duty of care. It is always necessary to determine the scope of the duty by reference to the kind of damage from which A must take care to save B harmless: "The question is always whether the defendant was under a duty to avoid or prevent that damage, but the actual nature of the damage suffered is relevant to the existence and extent of any duty to avoid or prevent it."» Η δική μας νομολογία δεν θα μπορούσε βεβαίως να αποστεί από τα πιο πάνω, εφόσον κατά γενική ομολογία διαγράφουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το πλαίσιο διερεύνησης του δικαστηρίου. Έτσι στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης ως Εκκαθαριστής της εταιρείας Apak Agro Industries Ltd κ.α. ν. Κυπριακής Τράπεζας Αναπτύξεως Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 322, 341 λέχθηκε ότι˙ «Στην υπόθεση Πενταλιώτη και Άλλου (ανωτέρω) υπογραμμίστηκε ότι για τη θεμελίωση του καθήκοντος επιμέλειας δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη δυνατότητας εύλογης πρόβλεψης πως θα επέλθει ζημιά. Απαιτείται και θεμελίωση εγγύτητας στις σχέσεις των διαδίκων και επιπλέον απαιτείται να ικανοποιείται το δικαστήριο πως είναι δίκαιο και εύλογο να επιβληθεί το ορισμένο καθήκον επιμέλειας, στη συγκεκριμένη περίπτωση.» Προτού όμως εγκύψω στα ιδιαίτερα γεγονότα της παρούσης, κρίνω σκόπιμο να υποδείξω κάτι ακόμα που άπτεται των παραμέτρων που εξετάζονται. Σε υποθέσεις οικονομικής ζημιάς συνεπεία αμελούς δήλωσης ή πράξης, στο τελευταίο συμπεριλαμβάνεται και η παράλειψη, επιβάλλεται οι διάδικοι να τελούν υπό ειδική σχέση (special relationship). Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, πιο πάνω, στην παράγραφο 8-94, υποδεικνύεται πως στη Hedley Byrne & Co, το σύνολο των δικαστών συμφώνησε ότι˙ «.. a duty in this context could only be imposed if there was a special relationship between the parties..». Στο ίδιο σύγγραμμα, εν προκειμένω στις παραγράφους 8-95 και 8-96, επεξηγείται πως τέτοια ειδική σχέση διαπιστώνεται άμα τη αποδείξει ανάληψης υποχρέωσης (assumption of responsibility), η οποία ανάληψη κρίνεται αντικειμενικά. Με οδηγό όλα τα πιο πάνω στρέφομαι στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Δεν επιβάλλεται βεβαίως αναζήτηση καθ΄ ενός ξεχωριστά των τριών παραμέτρων˙ προβλεψιμότητα, εγγύτητα και δικαιότητα, εφόσον όπως εύστοχα έχει λεχθεί, σε πολλές περιπτώσεις τα εν λόγω στοιχεία δεν είναι παρά όψεις του ίδιου νομίσματος (βλ. ομιλία Λόρδου Oliver στην υπόθεση Caparo, όπου ανέφερε «.. are, at least in most cases, in fact merely facets of the same thing».). Στην υπό κρίση περίπτωση τα μέρη είχαν μια πολύ ιδιαίτερη σχέση. Το ΣΠΙ δεν ήταν απλώς το πιστωτικό ίδρυμα με το οποίο συνεργαζόταν ο αποβιώσας, ήταν περαιτέρω εκείνο που απαίτησε από τον αποβιώσαντα να ενταχθεί σε ομαδικό σχέδιο ασφάλισης, ώστε στο τέλος της ημέρας να έχει (το ΣΠΙ) πρόσθετη εξασφάλιση των δανείων που χορήγησε. Εις επίμετρον, η ειδική αυτή σχέση και επιπλέον η ανάληψη υποχρέωσης από μέρους του ΣΠΙ, υποχρέωση που αναλήφθηκε άμα τη δήλωση προς τα μέλη του ότι εκείνο είναι που θα εξεύρει ασφαλιστική εταιρεία, να διαπραγματευτεί τους όρους της ασφάλειας και ακολούθως να συμβληθεί μαζί της, έτι περαιτέρω αναδεικνύει την ειδική σχέση των μερών. Η πραγματική διάσταση των πιο πάνω συνοψίζεται στα λόγια του διαχειριστή αλλά και του Κυριακίδη, ότι οι ίδιοι δεν γνώριζαν τη Μινέρβα, δεν ήξεραν καν ποια ήταν η ασφαλιστική εταιρεία. Πόσω μάλλον να διαπραγματευτούν μαζί της. Αυτές οι ενέργειες αναλήφθηκαν από το ΣΠΙ, το οποίο άμα ολοκλήρωσε τη συμφωνία απλώς απαίτησε από τα μέλη του, μεταξύ αυτών και ο αποβιώσας, να ενταχθούν στο σχέδιο ομαδικής ασφάλισης. Και τίθεται το ερώτημα˙ το γεγονός ότι το ΣΠΙ δεν ενημέρωσε τον αποβιώσαντα σε σχέση με τον ειδικό όρο δια ανώτατη κάλυψη μέχρι του ποσού των ΛΚ50.000,00, συνιστά παράβαση καθήκοντος, δηλαδή όφειλε το ΣΠΙ να ενημερώσει τον αποβιώσαντα σχετικά; Πιστεύω ακράδαντα ότι η απάντηση είναι καταφατική. Πέραν της ειδικής σχέσης και ανάληψης υποχρέωσης, ως πιο πάνω επεξηγείται, προεξάρχων εδώ στοιχείο είναι αυτός ο σκοπός της ασφάλισης. Σε κάθε περίπτωση, και η παρούσα δεν αποτελεί εξαίρεση, η ασφάλιση ενός προσώπου ενέχει την έννοια ότι άμα το θάνατο, ή τον τραυματισμό, η ασφαλιστική εταιρεία καλείται ως οικονομικός αρωγός στο ποσό που είχε προσυμφωνηθεί μεταξύ ασφαλιζομένου και ασφάλειας. Στην υπό κρίση υπόθεση η συμφωνία ήταν μεταξύ του ΣΠΙ και της Μινέρβα˙ το ΣΠΙ ήταν ο δικαιούχος της ασφάλειας εφόσον του εκχωρήθηκαν τα δικαιώματα˙ το ΣΠΙ γνώριζε τούτο τον όρο και όχι ο αποβιώσας˙ το ΣΠΙ λάμβανε από τον αποβιώσαντα ασφάλιστρα για 5 ασφάλειες των οποίων το συνολικό ποσό ασφάλισης υπερέβαινε κατά πολύ το ανώτατο ποσό των ΛΚ50.000,00˙ και τέλος, στον αποβιώσαντα χορηγήθηκαν πιστοποιητικά ασφάλισης που άφηναν να νοηθεί ότι ήταν ασφαλισμένος για ΛΚ152.000,00, τη στιγμή που τούτο ήταν ανεπίτρεπτο με βάση τη συμφωνία μεταξύ ΣΠΙ και Μινέρβας. Τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η μη ενημέρωση του αποβιώσαντα για το σχετικό όρο της συμφωνίας μεταξύ ΣΠΙ και Μινέρβας, τη στιγμή που οι ενέργειες του ΣΠΙ δικαιολογημένα δημιούργησαν στον αποβιώσαντα και τους ενάγοντες την εντύπωση ότι ο αποβιώσας ήταν ασφαλισμένος για μεγαλύτερο ποσό απ΄ ότι στην πραγματικότητα, ήταν ευλόγως προβλεπτό ότι θα επέφερε ζημιά στον αποβιώσαντα, ως μέλος μιας περιορισμένης τάξης προσώπων, δηλαδή εκείνων των μελών του ΣΠΙ που λόγω των δανείων που είχαν ασφαλίστηκαν για ποσό πέραν των ΛΚ50.000,00. Ήταν λοιπόν υποχρέωση του ΣΠΙ, ενός πιστωτικού οργανισμού, να εκπληρώσει στο ακέραιο την υποχρέωση που ανέλαβε, δηλαδή δια ασφάλιση των μελών του η οποία ούτως ή άλλως θα εξυπηρετούσε και το ίδιο δια εξασφαλίσεως των δανείων της. Τούτη η υποχρέωση ήταν να ενημερώσει πλήρως τα μέλη του για παν σχετικό όρο, εδώ τον υπό κρίση, ώστε να μην μείνουν με την εσφαλμένη εντύπωση ότι είναι πλήρως ασφαλισμένα, τη στιγμή που δεν ήταν πλήρως αλλά μέχρι ΛΚ50.000,00. Στην προκείμενη περίπτωση το δίκαιο και εύλογο του πράγματος, δηλαδή της διαπίστωσης καθήκοντος επιμέλειας, διέπει κάθε πτυχή των γεγονότων, όπως και αν εξεταστούν˙ Εδώ η σχέση του ΣΠΙ με τον αποβιώσαντα, δηλαδή οι περιστάσεις που οδήγησαν στην ομαδική ασφάλιση, είναι σχεδόν συμβατική. Αναφέρω σχεδόν εφόσον δεν δικογραφείται ως συμφωνία και ούτε η μαρτυρία υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Δεν μπορεί όμως να μην επισημανθεί ότι η υποχρέωση που ανέλαβε το ΣΠΙ και ο γενικότερος τρόπος με τον οποίο λειτούργησε, φανερώνει στοιχεία ανάλογα με εκείνα αντιπροσωπείας. Έχει και αυτό τη δική του σημασία εφόσον έχει νομολογηθεί ότι στο αγγλοσαξωνικό δικαιϊκό σύστημα το αστικό δίκαιο επιτελεί ρόλο υποκατάστατου. Στην υπόθεση Williams v. Natural Life Health Foods Ltd
(1998)1 W.L.R. 830, 837, ο Λόρδος Steyn ανέφερε ότι˙ «There was no better rationalization for the relevant head of tort liability than assumption of responsibility [because] the backcloth against which the Hedley Byrne case was decided" was that of "the restricted conception of contract in English law, resulting from the combined effect of the principles of consideration and privacy of contract" which meant that "the law of tort, as the general law, has to fulfill an essentially gap-filling role». Είμαι της γνώμης ότι όπως και αν εξετάσει κανείς τα γεγονότα της παρούσης, αδύνατο είναι να μην αφουγκραστεί τις βοές που καλούν για εξιλέωση. Σαφώς και το ΣΠΙ υποχρεούταν να τονίσει στα μέλη του και δη στον αποβιώσαντα το σχετικό όρο για μέγιστο ποσό κάλυψης μέχρι ΛΚ50.000,00, ώστε ουδείς να πεπλανηθεί και να εφησυχάσει στη βάση των αδικαιολογήτως εκδοθέντων πιστοποιητικών που τον παρουσίαζαν δικαιούχο μεγαλύτερου ποσού, εδώ για ΛΚ152.000,
  1. Το γεγονός ότι το ΣΠΙ δεν λειτούργησε τοιουτοτρόπως, στο πλαίσιο πάντα των περιβαλλουσών περιστάσεων ως έχουν διαπιστωθεί, συνιστά αμέλεια και παράβαση του καθήκοντος που προαναφέρθηκε. Ζητούμενο απομένει να εξακριβωθεί η ζημιά που προκλήθηκε από την αμελή συμπεριφορά του ΣΠΙ. Σε αυτό το πλαίσιο αναφύεται το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η περιουσία του αποβιώσαντος είχε να λαμβάνει από τη Μινέρβα, αν μη τι άλλο, το ποσό των ΛΚ50.000,
  2. Είναι βεβαίως αντιληπτό ότι η περιουσία του αποβιώσαντος δεν έλαβε ούτε αυτό το ποσό. Το ερώτημα λοιπόν που εγείρεται είναι κατά πόσο οι ενάγοντες όφειλαν να αναζητήσουν τούτο το ποσό, ώστε να μετριάσουν την τυχόν ζημιά τους. Είναι βεβαίως γνωστό ότι η υποχρέωση κάθε ενάγοντα για μετριασμό της ζημιάς που έχει υποστεί, ισχύει στο αστικό δίκαιο κατά τον ίδιο τρόπο που ισχύει στο δίκαιο των συμβάσεων (βλ. Mc Gregor On Damages, 19η έκδοση, παράγραφο 9-015 κάτω από τον τίτλο «Application to contract and tort».). Επί του προκειμένου σχετική κρίνεται η αλληλογραφία των διαδίκων, τεκμήρια 5 έως 10, και ειδικά τα τεκμήρια 5 και
  3. Φανερώνεται εκεί ότι οι διαχειριστές ζήτησαν από το ΣΠΙ να διεκδικήσει το ποσό από τη Μινέρβα. Παρεμβάλλω εδώ ότι και ο γραμματέας του ΣΠΙ συμφώνησε ότι το ΣΠΙ είναι που όφειλε να διεκδικήσει το ποσό της κάλυψης. Η σημασία των πιο πάνω διαπιστώνεται από τις αρχές του ασφαλιστικού δικαίου. Υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Mac Gillivray & Parkington on Insurance Law, 6η έκδοση, παράγραφος 1809 ότι˙ «Assignment of the right of recovery. If the insured validly assigns his right to recover under the policy, the assignee becomes the payee of the proceeds, and the insurer will pay the assignor at his peril». Πιο κάτω στην παράγραφο 1811 αναφέρεται ότι˙ «After an assignment has taken place, the assignor drops out of the picture and the assignee becomes the insured. If, therefore, the insurers wish to cancel the policy for non-payment of premiums and notice to the insured is required, that notice must be given to the assignee. The assignor can no longer sue even if he becomes interested in the subject-matter again; thus a mortgagor, who executes a transfer of the property and an assignment of the insurance policy and later repays the debt and obtains the property again, cannot recover under the policy unless the policy is re-assigned at the time of the reconveyance». Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι εκείνος ο οποίος οφείλει να αποταθεί για ρευστοποίηση του ασφαλιζόμενου ποσού, είναι εκείνος ο οποίος δικαιούται να το λάβει, που στην περίπτωση ασφάλειας που έχει εκχωρηθεί τούτο το πρόσωπο δεν είναι άλλος από το δικαιούχο της εκχώρησης. Εδώ τούτο το πρόσωπο είναι το ΣΠΙ και συνεπώς δικαίως ο γραμματέας ανέφερε ότι το ΣΠΙ ήταν που όφειλε να αποταθεί στη Μινέρβα. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι οι διαχειριστές της περιουσίας δεν είχαν άλλο τρόπο αντίδρασης, παρά μόνο εκείνον που μεταχειρίστηκαν, δηλαδή να ζητήσουν από το ΣΠΙ να διεκδικήσει την ασφάλεια, και να θέσουν τούτη προ των ευθυνών της αν δεν συμμορφωθεί. Συνεπώς οι ενάγοντες δεν ευθύνονται για το γεγονός ότι το ΣΠΙ δεν επιχείρησε να ρευστοποιήσει την ασφάλεια. Ό,τι απομένει να εξεταστεί είναι το ύψος της ζημιάς που έχει υποστεί η περιουσία του αποβιώσαντος. Παρεμβάλλω εδώ ότι τούτη η ζημιά είναι στην περιουσία του αποβιώσαντος που επιδρά και όχι στην περιουσία της εταιρείας. Όπως έχει διαπιστωθεί, το οφειλόμενο καθήκον του ΣΠΙ για επιμέλεια, ήταν προς τον αποβιώσαντα, ως το πρόσωπο που ανέλαβε να ασφαλίσει, και όχι την εταιρεία. Ουδεμία σημασία έχει ότι το ωφέλημα της ασφάλειας υποχρεωτικά θα εμβαζόταν σε δάνειο της εταιρείας. Το ωφέλημα δεν είναι της εταιρείας αλλά του αποβιώσαντος, ο οποίος απλώς το είχε εκχωρήσει ως εξασφάλιση του εν λόγω δανείου. Υπό αυτή την έννοια κρίνω πως η εταιρεία δεν έχει βάσιμη αξίωση και γι΄ αυτό στην έκταση που την αφορά, η αγωγή απορρίπτεται. Η ζημιά λοιπόν του αποβιώσαντα δεν είναι άλλη από το ποσό της ασφάλειας, που στην προκείμενη περίπτωση ανέρχεται σε ΛΚ28.000,
  4. Αυτό είναι το ποσό που αναγράφεται στο πιστοποιητικό ασφάλισης και αυτό είναι το ποσό που δικαιούται η περιουσία του αποβιώσαντος, ως οικονομική ζημιά που υπέστη λόγω των πλημμελών υπηρεσιών που πρόσφερε το ΣΠΙ. Οι ενάγοντες διεκδικούν περαιτέρω τόκο προς 9%. Έχει νομολογηθεί ότι τόκος και δη πέραν του νόμιμου, δεν μπορεί παρά να αποδεικνύεται ως ειδική ζημιά (βλ. Κολακίδης & Συνεταίροι ν. Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1671). Στη δοσμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν έγινε. Συνεπώς ο τόκος που δικαιούνται οι ενάγοντες δεν μπορεί να είναι άλλος από νόμιμος από την 22/04/2005, ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντος και γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος. Δεν μπορεί εντούτοις να μην αναφερθεί ότι το εν λόγω ποσό, δηλαδή το ωφέλημα, είχε εκχωρηθεί στο ΣΠΙ ως εξασφάλιση του δανείου της εταιρείας, και αυτό είναι παραδεχτό γεγονός για τους διαδίκους. Είναι λοιπόν κατανοητό ότι η όποια διαταγή του δικαστηρίου οφείλει να λάβει υπόψη του την εκχώρηση, και συνεπώς το ποσό που θα επιδικαστεί να κατατεθεί στον εν λόγω λογαριασμό, δηλαδή το λογαριασμό
  1. Τυχόν υπόλοιπο, δηλαδή ποσό που υπερβαίνει το σημερινό υπόλοιπο στο λογαριασμό 4001130, να δοθεί στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, υπέρ των εναγόντων 1 και εναντίον του εναγομένου, εκδίδεται απόφαση για το ποσό των ΛΚ28.000,00 (€47.840,84) πλέον νόμιμο τόκο από 22/4/2005, ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντος, το οποίο να κατατεθεί στο λογαριασμό 4001130 της εταιρείας στο ΣΠΙ και τυχόν επιπλέον ποσό να δοθεί στους ενάγοντες
  2. Περαιτέρω υπέρ των εναγόντων 1 και εναντίον των εναγομένων επιδικάζονται δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) .............. Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.