Κώστα Μανώλη ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 1563/13, 30/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A360 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1563/13 Μεταξύ:- Κώστα Μανώλη, εκ Παλαιομετόχου Ενάγοντα Και
- Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας
- ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ δια του γενικού αντιπροσώπου τους στην Κύπρο, ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Εναγομένων Αίτηση ημερ.3.6.14 για παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 30.9.15 Αίτηση ημερομηνίας ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενους 2 - Αιτητές : κα Δ. Τταουξιή Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση : κ. Σ. Δράκος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εναγόμενοι 2 αιτητές με την κρινόμενη αίτηση επιδιώκουν την παραπομπή των επίδικων διαφορών μεταξύ τους και του ενάγοντα σε διαδικασία επίλυσης διαιτησίας και διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της αγωγής. Νομικό βάθρο της αίτησης αποτελεί η Δ.27, Δ.48, Θ.1, 2, 3, 8 και 9 η Δ.49 και Δ.59 καθώς και τα άρθρα 8 και 10 του Περί Διαιτησίας Νόμου και στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/
- Πραγματικό υπόβαθρο αποτελεί η ένορκη δήλωση της Μαρίας Τσαντίδου λειτουργού των εναγομένων
- Η αίτηση έτυχε της ένστασης του ενάγοντα και ορίστηκε για ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των δυο πλευρών. Οι διάδικοι, με την άδεια του δικαστηρίου, καταχώρησαν και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Η ουσία της θέσης των αιτητών επικεντρώνεται σε όρο επί των μεταξύ τους ασφαλιστικών συμβολαίων (όρος 7.6) σύμφωνα με τον οποίο: « σε περίπτωση διαφωνίας που οφείλεται στο ομαδικό συμβόλαιο, η διαφωνία αυτή θα ανατεθεί σε διαιτητή (arbitrator) που θα συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Αν τα δυο μέρη δεν μπορέσουν να συμφωνήσουν στον καθορισμό διαιτητή, αυτός θα καθοριστεί σύμφωνα με τα όσα ορίζει η ισχύουσα νομοθεσία της Κύπρου (Arbitration Law Cap.4) ή οποιοσδήποτε άλλος νόμος είναι τότε σε ισχύ». Είναι ο πιο πάνω όρος που έδωσε έναυσμα στην καταχώριση της υπό κρίσιν αίτησης. Αποτέλεσε δε και το έναυσμα να προβάλλουν οι διάδικοι δια των ενόρκων δηλώσεων τους, όλα εκείνα τα πραγματικά γεγονότα τα οποία κατά την κρίση τους υποστηρίζουν αντιστοίχως τις θέσεις τους, με την επισύναψη σωρείας εγγράφων, ως εάν η αίτηση να συνιστά ακρόαση επί της ουσίας της αγωγής. Η σκιαγράφηση της εκθέσεως απαιτήσεως αποτελουμένης εξ 26 και πλέον σελίδων αποτελεί απαραίτητο όρο προς καθορισμό των επιδίκων θεμάτων. Δεδομένης της έκτασης της εκθέσεως απαιτήσεως θα γίνει προσπάθεια για μια σύντομη περιγραφή της, στην έκταση που είναι αναγκαία ως προς την κρίση της επίδικης αίτησης. Ο ενάγων έλαβε δάνεια σε διάφορες ημερομηνίες από τους εναγόμενους 1 με ενυπόθηκες εξασφαλίσεις και εξασφάλιση ασφάλειας ζωής επί εκάστου δανείου. Είναι ο ισχυρισμός του ότι υποχρεούτο δυνάμει όρων των δανείων να συνάψει ασφαλιστική κάλυψη ζωής για ποσό όχι λιγότερο από το παραχωρηθέν δάνειο, το συνολικό ποσό των οποίων ανερχόταν στις €415.000, και να εκχωρήσει τα δικαιώματα του στην εναγομένη 1, με την καταβολή αντιστοίχως για κάθε ασφάλεια ζωής των συμφωνηθέντων ασφαλίστρων. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ζήτησε ασφάλεια ζωής που θα τον κάλυπτε για θάνατο και μόνιμη ολική ανικανότητα και ήταν για σκοπούς εξόφλησης των δανείων σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας του. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι κατά τις διαπραγματεύσεις με εκπροσώπους των εναγομένων τους παρέδωσε ασφαλιστικό συμβόλαιο άλλης ασφαλιστικής εταιρείας που είχε για παρόμοιο σκοπό και ζήτησε οι ασφάλειες να είναι οι ίδιες όπως εκείνο που τους έδωσε, και οι αντιπρόσωποι των εναγομένων του ανέφεραν ότι διέθεταν πανομοιότυπο προϊόν. Αυτό υπό την αίρεση ότι το ασφαλισμένο ποσό θα ήταν όχι μικρότερο των €170.860 ως το σχετικό παράρτημα που επισυνάφθηκε στην συμφωνία δανείου. Έτσι ο ενάγων ζήτησε να ασφαλιστεί για ποσό μεγαλύτερο των €170.860 και συνεπώς μεγαλύτερο του δανείου του. Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι τον συμβούλεψαν ότι δεν ήταν ανάγκη να ασφαλιστεί με μεγαλύτερο ποσό για να έχει ασφαλιστική κάλυψη και ότι θα συναπτόταν ατομική ασφάλεια ζωής ακόμα και αν ασφάλιζε ποσό ίσο με το ποσό του δανείου. Στην βάση αυτών ο ενάγων αποδέκτηκε την πρόταση των εναγομένων και προχώρησε στην σύναψη των δανείων. Ήταν ουσιώδης όρος η εξασφάλιση του δανείου με ατομική ασφάλεια ζωής και οι εναγόμενοι τον διαβεβαίωσαν ότι θα κάλυπτε, σε περίπτωση θανάτου ή ανικανότητας του, τα δάνεια. Η αίτηση που υπέγραψε φέρει τίτλο «Αίτηση για ομαδική Ασφάλιση» αλλά, όπως του εξήγησαν οι εναγόμενοι ήταν ο μοναδικός τύπος αίτησης που διέθεταν και πως ασφάλεια του θα ήταν ατομική. Αντί αυτού οι εναγόμενοι δεν τον ενέταξαν σε ατομική ασφάλιση αλλά σε ομαδική, την οποία είχαν ήδη οι εναγόμενοι 1 και επέτρεπαν και την εισδοχή των μελών τους. Συνάγεται χάριν συντομίας πως όλες οι πιο πάνω ενέργειες έγιναν και για τα τρία δάνεια με την σχετική προσαρμογή αναλόγως του ύψους του δανείου. Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι δολίως δεν του συνήψαν τις ασφάλειες ζωής που συμφώνησαν ότι θα του έκαμναν, ήτοι ατομικές ασφάλειες ζωής παρά τις παραστάσεις και τις υποδείξεις που οι ίδιοι του έκαμναν. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι οι εναγόμενοι ενέργησαν μεταξύ τους συνωμοτικά και με ψευδείς παραστάσεις, δόλο και απάτη με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν ζημιά. Παρατίθενται λεπτομέρειες των πιο πάνω καταλογιζόμενων ενεργειών των εναγομένων οι οποίες συνιστούν παράβαση του καθήκοντος καλής πίστης και εμπιστευτικότητας και επιμέλειας που όφειλαν οι εναγόμενοι. Κρίνεται πως δεν χρειάζεται επέκταση σε λεπτομέρειες επί γεγονότων που παρατίθενται εκτεταμένα στην έκθεση απαιτήσεως, καθώς και σε άλλες λεπτομέρειες απάτης και ψευδών παραστάσεων που καταλογίζει στους εναγόμενους. Αξιώνει αποζημιώσεις εκ των πιο πάνω ενεργειών και πράξεων των εναγομένων, αναλυομένων ανά δάνειο και διατάγματα ακύρωσης των δανείων λόγω απάτης, δόλου και ψευδών παραστάσεων των εναγομένων. Σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι 2 δεν έχουν καταχωρίσει την υπεράσπιση τους. Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν στην βάση της εκθέσεως απαιτήσεως και του ρηθέντος όρου περί διαφωνίας που οφείλεται στο ομαδικό συμβόλαιο, και στην βάση όσων εκτίθενται αντιστοίχως στις ένορκες δηλώσεις, η διαφωνία αυτή θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία και συνακόλουθα να ανασταλεί η δικαστική διαδικασία. Το δικαστήριο έχει μελετήσει τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών και τις έχει πλήρως υπόψη του. Έχει επίσης πλήρως υπόψη του όσα αναλυτικά εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις των μερών. Επιγραμματικά είναι η θέση των αιτητών ότι οι θεραπείες που επιδιώκει ο ενάγων στηρίζονται στις πρόνοιες των μεταξύ τους συμφωνιών και δυνάμει του ρηθέντος όρου θα πρέπει να η διαφορά να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ο ενάγων στην ένσταση του επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της εκθέσεως απαιτήσεως και είναι η θέση του ότι δυνάμει του Αρ.9
(2)του Κεφ.4 όπου προκύπτει θέμα δόλου και απάτης αρμόδιο είναι το δικαστήριο και όχι ο διαιτητής. Απαντητικώς οι αιτητές αρνούνται ως αναληθείς διάφορους ισχυρισμούς του ενάγοντα παραπέμποντας σε όρους των ασφαλιστικών συμβολαίων και τις αιτήσεις προτάσεις που υπέγραψε, τις οποίες και επισυνάπτουν, και επιχειρηματολογούν ως προς το περιεχόμενο και την ερμηνεία των εγγράφων αυτών, αρνούμενοι ότι τα πρόσωπα που διαπραγματεύτηκαν με τον ενάγοντα είχαν κάποια σχέση με τους ίδιους. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι ουδέποτε ενέργησαν με τον τρόπο που τους καταλογίζει ο ενάγων και ότι όλα τα θέματα εκδικάστηκαν σε διαδικασία διαιτησίας δυνάμει του Αρ.52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπου ο ενάγων ενέπλεξε, ανταπαιτητικώς, και τους εναγόμενους
- Εκδόθηκαν αποφάσεις στην διαδικασία διαιτησίας και ο ενάγων ποτέ δεν ήγειρε θέμα ακυρότητας των συμφωνιών λόγω δόλου των εναγομένων
- Αναφέρονται επίσης σε αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ του δικηγόρου του ενάγοντα και των εναγομένων 2 για να καταδείξουν ότι ο ενάγων εξ αρχής γνώριζε πως ήταν ασφαλισμένος σε ομαδικό συμβόλαιο ασφάλισης και τους ακριβείς όρους και καλύψεις που του παρείχαν. Είναι η θέση τους ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι σε αντίθεση με όλα τα έγγραφα που υπέγραψε και συμφώνησε και αντιστρατεύονται την κοινή λογική. Τέλος ο ενάγων με την άδεια του δικαστηρίου καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς αντίκρουση των ισχυρισμών των εναγομένων
- Στην ουσία επαναλαμβάνει αναλυτικά τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην έκθεση απαιτήσεως, με αναφορά και παραπομπή στα διάφορα έγγραφα - τεκμήρια που καταχώρισαν και οι δυο πλευρές . Επικαλείται η πλευρά των αιτητών την παράγραφο 51 της εκθέσεως απαιτήσεως σύμφωνα με την οποία οι εναγόμενοι 1 ενεργοποίησαν την διαιτητική ρήτρα στην μεταξύ τους σύμβαση και η υπόθεση παραπέμφθηκε σε διαιτησία όπου εκδόθηκαν αποφάσεις και καταχωρήθηκαν αιτήσεις ακύρωσης, χωρίς να προβάλει ποτέ, στην διαδικασία διαιτησίας, θέμα ακυρότητας των συμφωνιών δανείου. Το θέμα αυτό, πέραν του ότι συνιστά μαρτυρία που στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αποτελεί υπεράσπιση και άσχετη με την επιδιωκόμενη παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία με βάση τον πιο πάνω όρο. Άλλωστε αν έχει όντως εκδικασθεί η διαφορά μεταξύ των μερών σε διαιτησία, τι νόημα μπορεί να έχει η παρούσα αίτηση για την παραπομπή της διαφοράς εκ νέου σε διαιτησία. Οι παραπομπές της κας Τταουξιή στο Αρ.8 του Περί Διαιτησίας Νόμου και στην ερμηνεία του όρου «διαφορά» είναι μεν ορθή, αλλά το ερώτημα που εγείρεται είναι αν εφαρμόζονται στην παρούσα υπόθεση. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Steamer Ship. Co. Ltd v. Sibyl Trad. & Ship. Ltd κ.ά
(1999)1 Α.Α.Δ. 1069, 1075 η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν αρκεί για να υπάρξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και έχει τέτοια και όση έκταση όση της δίνουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη. Στην προκειμένη περίπτωση η ρήτρα αναφέρεται σε περίπτωση διαφωνίας που οφείλεται στο ομαδικό συμβόλαιο και εδώ ως είναι διαμορφωμένη έκθεση απαιτήσεως καθώς και οι ισχυρισμοί του ενάγοντα - καθ ου η αίτηση δια της ενόρκου δηλώσεως του, δεν βασίζεται σε διαφωνία ως προς την ερμηνεία ή εφαρμογή κάποιου όρου του συμβολαίου ή συμβολαίων ασφάλισης, αλλά επικαλείται δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις κατά τον χρόνο υπογραφής των σχετικών δανείων και των συνακόλουθων και εκχωρηθέντων ασφαλειών ζωής. Καθοδηγούμενο το δικαστήριο από την Steamer ανωτέρω, με την έννοια ότι το δικαστήριο οφείλει να αναφερθεί σε όλα τα ενώπιον του στοιχεία, αποτελεί διαπίστωση ότι το σύνολο των ισχυρισμών του ενάγοντα επικεντρώνεται, όπως και η έκθεση απαιτήσεως στους πιο πάνω ισχυρισμούς. Το ζητούμενο, σύμφωνα με την Steamer είναι ότι το δικαστήριο, από τα ενώπιον του στοιχεία, οφείλει να διαπιστώσει τι είναι που απαιτούν οι ενάγοντες και αν με βάση το τι απαιτούν, αν όντως υπάρχει διαφορά για να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Αυτό είναι το έργο του δικαστηρίου και όχι να αξιολογήσει τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς επί της ουσίας και αν αυτοί ευσταθούν ή όχι. Η κρίση του δικαστηρίου θα ασκηθεί συνεπώς επί των ισχυρισμών που προβάλλονται στην έκθεση απαιτήσεως, και των διαφόρων ισχυρισμών που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις, χωρίς βεβαίως κρίσεις ή και ευρήματα επί αντικρουόμενων γεγονότων και ισχυρισμών που εκατέρωθεν προβάλλονται. Στην υπόθεση Skaliotou v. Pelekanos
(1976)1 C.L.R 251 υποδεικνύεται ότι η ύπαρξη όρου διαιτησίας από μόνος του δεν επαρκεί για παραπομπή του θέματος σε διαιτησία. Εναπόκειται στον εναγόμενο αιτητή να καταδείξει με σαφήνεια ποια είναι ακριβώς η διαφορά (the precise nature of dispute) η οποία δυνάμει του όρου θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία και ως εκ τούτου να ανασταλεί η διαδικασία. Η άρνηση εκ μέρους των αιτητών των ισχυρισμών του ενάγοντα και η προβολή άλλων ισχυρισμών επί γεγονότων και ερμηνειών επί των δανείων, των αιτήσεων που υπέγραψε και των ασφαλιστικών συμβολαίων δεν αναδεικνύει διαφορά εν τη εννοία της ρηθείσης ρήτρας διαιτησίας. Αντίθετα και υπό αυτή και μόνο την άποψη, ενισχύει την περί αντιθέτου θέση του ενάγοντα περί ανυπαρξίας διαφοράς που χρήζει να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ο Νομοθέτης στο Αρ.9
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 ρητώς αναφέρει ότι αν η διαφορά που αναφύεται εγείρει ζήτημα του κατά πόσο οποιαδήποτε από τους συμβαλλομένους έχει καταστεί ένοχος δόλου, έχει εξουσία να διατάξει την ακύρωση του συνυποσχετικού και σύμφωνα με το εδάφιο 3, που αφορά και ενδιαφέρει την παρούσα αίτηση, δύναται να αρνηθεί να διατάξει την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής. Άλλωστε όπως υποδεικνύει και η νομολογία η αναστολή της διαδικασίας αποτελεί και συνιστά ζήτημα άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου (Steamer ανωτέρω και Ψηλογένη κατωτέρω). Στον Russell On Arbitration, 16η έκδοση σελ.77 αναφέρεται ότι: « A contract of sale provided that any dispute as to quality should be referred to arbitration. An action was commenced for breach of contract on the ground of a false representation as to quality and a motion was made to have it stayed. Held that the action should not be stayed on fraud and not such as could be deemed to have been contemplated by the arbitration clause or fit to be referred to lay arbitrators: Wallis v. Hirsch
(1856)26 L.J.C.P.72; see also Barnes v. Youngs
(1898)1 Ch.414, approved C.A on this point in Green v. Howell
(1910)Ch. 495». Άμεσα σχετική είναι και η υπόθεση Ψηλογένη κ.ά ν. Νέας Συνεργατικής Εταιρείας Πάνω Πλατρών κ.ά
(2004)1 Α.Α.Δ 243 που παραπέμπει ο κ. Δράκος στην οποία υπεδείχθη ότι ο σκοπός του Αρ.9
(2)του Κεφ.4 είναι η παροχή διακριτικής ευχέρειας στο δικαστήριο να αποτρέπει ή εμποδίζει την διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις που εγείρονται θέματα δόλου. Ομοίως, στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Σ.Π.Ε Πολεμίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 242, υπεδείχθη ότι η ύπαρξη ισχυρισμού δόλου δεν παρέχει στο δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να αναστείλει, αλλά αντίθετα υποχρέωση να ακυρώσει τη συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία. Στην παρούσα βέβαια υπόθεση το δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του τέτοιο αίτημα, πλην όμως οι αρχές παραμένουν ως προς την ερμηνεία του Αρ.9
(2)του Περί διαιτησίας Νόμου Κεφ.4. Στην παρούσα υπόθεση ουσιαστικά ο ενάγων αμφισβητεί και προσβάλλει στην γένεση τους την εγκυρότητα αυτών καθ' αυτών των ασφαλιστικών εγγράφων και των συνδεδεμένων με αυτά δανείων ως προϊόν ή και αποτέλεσμα δόλου, απάτης και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους και των δυο εναγομένων που ενέργησαν μεταξύ τους συνωμοτικά. Δεν συνιστά συνεπώς διαφωνία ή και διαφορά ως είναι η θέση των αιτητών, που καλύπτεται εκ του ρηθέντος όρου και ως εκ τούτου θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ούτε και με την απαντητική ένορκη δήλωση που κατέθεσαν οι αιτητές, όπως βεβαίως και ο ενάγων, δημιουργείται ή αναδεικνύεται οτιδήποτε που να δικαιολογεί την παραπομπή του επιδίκου θέματος της αγωγής σε διαιτησία. Ουσιαστικά και οι δυο πλευρές αναλώνονται και παραθέτουν τις εκατέρωθεν απόψεις τους επί της ερμηνείας των εγγράφων και τις θέσεις τους υπό μορφή μαρτυρίας επί των πραγματικών γεγονότων, στην προσπάθεια τους να αναδείξουν, ο μεν την ύπαρξη του δόλου και της απάτης, οι δε να αντικρούσουν τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, που αν μη τι άλλο επιβεβαιώνουν ότι δεν δικαιολογείται η αναστολή της διαδικασίας και η παραπομπή της σε διαιτησία. Σε τελική ανάλυση πέραν του ρηθέντος όρου, δεν έχει καταδειχθεί εκ μέρους των αιτητών ποια ακριβώς είναι η διαφορά που εισηγούνται ότι θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Η άρνηση εκ μέρους των αιτητών των ισχυρισμών του ενάγοντα, ο οποίος προβάλλει ότι οι εναγόμενοι θα έπρεπε να τον εντάξουν σε ατομική ασφάλιση και όχι ως δολίως, απάτης και δια ψευδών παραστάσεων, ως είναι ο ισχυρισμός του, σε ομαδική ασφάλιση και η προβολή διαφορετικών θέσεων εκ μέρους τους δεν αναδεικνύει διαφορά που πηγάζει από την ρήτρα διαιτησίας, ούτε και μπορεί να κριθεί κατάλληλο το επίδικο θέμα της αγωγής προς παραπομπή σε διαιτησία. Ούτε αν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι αναληθείς ή αντιφατικοί με τα διάφορα έγγραφα ως είναι η θέση των αιτητών, συνιστά διαφορά που θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Όλα όσα προβάλλονται εκατέρωθεν αποτελούν την ουσία του επιδίκου θέματος της αγωγής τα οποία δεν θα αξιολογηθούν, ούτε και θα κριθούν στο στάδιο αυτό, πόσω δε μάλλον να παραπεμφθούν ενώπιον διαιτητή. Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα καθ' ου η αίτηση και σε βάρος των εναγομένων 2 αιτητών. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο