ΑΔΕΛΦΟΙ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ (ΑΛΩΝΕΥΤΕΣ) ΛΤΔ ν. Ιωάννη Χ΄Σάββα, Αρ. Αγωγής: 5608/2013, 18/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A334 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5608/2013 Μεταξύ: ΑΔΕΛΦΟΙ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ (ΑΛΩΝΕΥΤΕΣ) ΛΤΔ Εναγόντων -και- Ιωάννη Χ΄Σάββα Εναγομένου Αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης 18 Σεπτεμβρίου, 2015. Εμφανίσεις Για τους Αιτητές: κος Πελεκάνος Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κα Γεωργίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση οι ενάγοντες (στη συνέχεια οι αιτητές), ζητούν συνοπτική απόφαση. Είναι λοιπόν πρόσφορο πριν οτιδήποτε άλλο να παρατεθούν οι σχετικές δικαιϊκές αρχές, εφόσον αυτές οριοθετούν το πλαίσιο της δικαστικής διεργασίας. Όπως έχει νομολογηθεί δεν νοείται παρέκκλιση από τα ειωθότα της δικαστικής διαδικασίας. Η δίκη και ιδιαίτερα η κλήτευση μαρτύρων από αμφότερες τις πλευρές, είναι ό,τι αναδεικνύει τα επίδικα ζητήματα και επιτρέπει στο δικαστήριο να διαγνώσει την αλήθεια, ύψιστο στόχο του δικαίου. Από την άλλη το δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης εκεί όπου ικανοποιούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τούτες είναι οι ακόλουθες: η οπισθογράφηση της αγωγής ανταποκρίνεται στον κ.6 της Δ.2· ο εναγόμενος καταχώρισε εμφάνιση· και η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1Β Α.Α.Δ. 782, Νεάρχου κ.α. v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1Β Α.Α.Δ.818 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πέγειας v. CAA Travel Media Ltd
(2008)1B A.A.Δ. 837). Εκεί όπου πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος καλείται∙ είτε να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, είτε να αποκαλύψει γεγονότα που του δίνουν δικαίωμα υπεράσπισης (βλ. Νεάρχου (πιο πάνω), Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 221, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ.239, Λαζάρου v. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ.817, N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P Electronics Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ.1912 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ.204). Παρεμβάλλω εδώ ότι η υπό κρίση αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα στη Δ.18 κκ 1(α) και 2 και στη Δ.48 κκ 1,2 και 3. Επιπλέον υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της οποίας το περιεχόμενο πραγματεύομαι πιο κάτω. Από την άλλη ο εναγόμενος (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση), αμφισβητεί το εύλογο του αιτήματος και προς τούτο καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης. Για την ώρα δεν πραγματεύομαι τους ακριβείς λόγους ένστασης που προτάσσει ο καθ' ου η αίτηση. Προέχει, πιστεύω, εξακρίβωση των γεγονότων που προκύπτουν από το περιεχόμενο του φακέλου του δικαστηρίου, διεργασία καθ' όλα επιτρεπτή και ουσιώδης (Βλ. Lord Jeans Ltd v. Orbit - Kazoulis Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 808, 814 με αναφορά στη Δ.48 κκ 1, 2 και 3). Από το περιεχόμενο του φακέλου λοιπόν διαπιστώνεται ότι το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε την 04.09.
- Μάλιστα τούτο το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο, δηλαδή όπως επιτάσσει η Δ.
- Ακολούθως, την 03.10.2013 ο καθ' ου η αίτηση καταχώρισε σημείωμα εμφανίσεως. Αυτές και μόνο οι διαπιστώσεις, προϊόντα του αταλάντευτου περιεχομένου του φακέλου του δικαστηρίου, αποκαλύπτουν ότι πληρούνται οι δυο πρώτες προϋποθέσεις που ένας αιτητής οφείλει να αποδείξει. Απομένει πλέον να διερευνηθεί η επάρκεια της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών. Προτού όμως εξετάσω την ένορκη δήλωση των αιτητών επιβάλλεται να πραγματευτώ κάποια ακόμα στοιχεία που προκύπτουν από το φάκελο του δικαστηρίου, εφόσον η πλευρά του καθ' ου η αίτηση επικαλείται τούτα ως λόγους που δικαιολογούν ανακοπή της πορείας της αίτησης. Η επίδικη αίτηση δεν προωθήθηκε αμέσως, ή έστω σύντομα, μετά την καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως από τον καθ' ου η αίτηση. Τουναντίον, μετά την καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως και συγκεκριμένα την 26.11.2013, οι αιτητές καταχώρισαν αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης. Η αίτηση αυτή δεν αποφασίστηκε αμέσως εφόσον ο καθ' ου η αίτηση προώθησε αίτηση δια αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Η τελευταία αυτή αίτηση εκδικάστηκε και την 09.07.2014 εκδόθηκε απορριπτική απόφαση. Ακολούθως, την 08.10.2014 καταχωρίστηκε υπεράσπιση και ανταπαίτηση από τον καθ' ου η αίτηση. Μετά από αίτημα ορισμού της αγωγής, το οποίο προωθήθηκε από τους αιτητές, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες (18.12.2014). Άμα την εμφάνιση στο δικαστήριο οι δυο πλευρές ζήτησαν ένορκη αποκάλυψη. Προς τούτο η υπόθεση ορίστηκε δυο ακόμα φορές (21.01.2015 και 05.03.015), ενώ η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 16.02.2015 και αφότου οι δυο πλευρές προέβηκαν σε ένορκη αποκάλυψη. Σε αυτό το χρόνο που διέρρευσε και πολύ περισσότερο στη διαδικασία που μεσολάβησε, είναι που εδράζεται η πλευρά του καθ' ου η αίτηση όταν διατείνεται πως η αίτηση παραβιάζει τα συνταγματικά του δικαιώματα (15ος λόγος). ότι είναι αντικανονική, παράτυπη, εκφοβιστική και καταχρηστική (16ος λόγος). ότι είναι κακόπιστη και επιδιώκει αλλότριους σκοπούς (21ος λόγος). και τέλος, ότι από τη συμπεριφορά των αιτητών έχει υποστεί ανεπανόρθωτη ζημία (22ος λόγος). Οι πιο πάνω αιτιάσεις του καθ' ου η αίτηση δεν με βρίσκουν σύμφωνο και εξηγώ. είναι αντιληπτό ότι στην προκείμενη περίπτωση οι αιτητές καθυστέρησαν να προωθήσουν το αίτημά τους και επιπλέον, προέβησαν και σε άλλα μέτρα τα οποία έθεσαν την υπόθεση ένα στάδιο πριν την ακρόαση. Παρ' όλα αυτά, η Δ.18 δεν θέτει χρονικό περιορισμό. Απλή και μόνο ανάγνωση τούτης φανερώνει πως ο αιτητής δεν υποχρεούται σε αντίδραση εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Επιπλέον, στην Ετήσια Πρακτική του 1958, σελίδα 260, αναφέρεται ότι «But it is clear that the plaintiff may apply for a summary judgment even after defence delivered». Σε ανάλογο συμπέρασμα οδηγείται κανείς και από τα γεγονότα της υπόθεσης Maγγλή v. C.B.C.I Cyprus Balkan Consulting and Investments Limited
(2004)1Β Α.Α.Δ 896,
- Τέλος, ενδεικτική είναι και η υπόθεση Atlaspantou Co Limited v. Angelos Nicolaides Holdings Limited, Πολ. Έφ. 21/12, ημερομηνίας 17.12.
- Εκεί η αγωγή καταχωρίστηκε την 28.02.2010 και ακολούθησε η καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως και μετά υπεράσπισης. Η αίτηση για συνοπτική καταχωρίστηκε την 11.05.2011, δηλαδή 15 μήνες μετά την καταχώριση της αγωγής. Αν και το δικαστήριο δεν κλήθηκε να αποφασίσει θέμα κατάχρησης, εκ του αποτελέσματος συνάγεται ότι δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, παρά την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Απ' όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι η καθυστέρηση που εδώ παρατηρείται και βεβαίως το προχωρημένο στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα, δεν μπορεί από μόνο του, δίχως άλλο δηλαδή, να εξισωθεί είτε με κακοπιστία είτε με κατάχρηση. Στην προκείμενη περίπτωση οι αιτητές δεν χρησιμοποίησαν την υπεράσπιση ή την ένορκη αποκάλυψη εις βάρος του καθ' ου η αίτηση. Αν είναι κάτι που παρατηρείται εδώ είναι ακριβώς το αντίθετο. Ο καθ' ου η αίτηση έχει ήδη καταχωρίσει υπεράσπιση και συνεπώς το δικαστήριο είναι σε καλύτερη θέση να διαγνώσει κατά πόσο έχει ή όχι υπεράσπιση, εν τη εννοία της Δ.
- Κατ' επέκταση καταλήγω ότι η αίτηση δεν διέπεται από κακοπιστία και ούτε παραβιάζει οιαδήποτε δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Mάλιστα, μπορεί κανείς να εισηγηθεί ότι αν στο τέλος της ημέρας ήθελε φανεί ότι δικαιολογείται έκδοση απόφασης με συνοπτική διαδικασία, τότε η προώθηση υπεράσπισης είναι εκείνη που θα συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών και όχι το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε με καθυστέρηση. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι οι σχετικές θέσεις του καθ΄ου η αίτηση είναι ανυπόστατες και απορρίπτονται. Ας δούμε τώρα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, υπό το φως βεβαίως των νομολογιακών αρχών που διέπουν αίτημα ως το υπό κρίση. Δεν αμφισβητείται ότι ο ομνύων τούτη τη δήλωση αναφέρει πως ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει υπεράσπιση. Ορθά βεβαίως, εφόσον στην 3η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως αναφέρεται ότι «. ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση ..». Περιπλέον ο ομνύων επιβεβαιώνει την αξίωση. Αυτό γιατί στη 2η παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως επεξηγείται ότι η αξίωση εδράζεται σε αναθεωρημένο πιστοποιητικό τελικού λογαριασμού, το οποίο εκδόθηκε δυνάμει της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Τόσο η συμφωνία όσο και το πιστοποιητικό επισυνάπτονται ως τεκμήρια (βλ. τεκμήρια 1 και 2, αντίστοιχα). Ακολούθως στην 3η παράγραφο αναφέρεται ότι το πιστοποιητικό ουδέποτε αμφισβητήθηκε. Τα πιο πάνω ικανοποιούν τη δικονομική επιταγή επιβεβαίωσης, κατά τον τρόπο που επεξηγείται στην Ετήσια Πρακτική του 1958, σελίδα 247, κάτω από τον τίτλο «Verifying the Cause of Action». Ό,τι απομένει να διερευνηθεί είναι η γνώση του ομνύοντα και δη κατά πόσο είναι θετική, ως προβλέπεται στη σχετική διαταγή. Επί του προκειμένου δεν μπορεί να μην αναφερθεί η υπόθεση New Orchidea Fashion Ltd v. Εργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Χ"Κυπριανού Λτδ
(1998)1Α Α.Α.Δ. 202, όπου εξετάστηκε αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης στη βάση ενδιάμεσων πιστοποιητικών. Στη σελίδα 206 το δικαστήριο ανέφερε ότι: «Προσπαθήσαμε και εμείς να ελέγξουμε την αριθμητική ορθότητα των αναφερομένων στα σχετικά πιστοποιητικά ποσών σε αντιπαράθεση με τα συμφωνηθέντα και με τη μαρτυρία που δόθηκε και δεν μπορέσαμε να την εξακριβώσουμε. Υπό τις περιστάσεις και γι' αυτό το λόγο και μόνο, έπρεπε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο άδεια για υπεράσπιση και επί των ποσών των πιστοποιητικών 3 και 4 και επί του ποσού των κρατήσεων, και τούτο γιατί ευρίσκουμε ότι υπάρχει εύλογη αιτία για έρευνα προς εξακρίβωση του οφειλομένου ποσού (βλ. αποφάσεις που αναφέρονται στις σελ. 265 και 269 του Annual Practice του 1958). Πέραν αυτού του λόγου, υπήρχε και ο ισχυρισμός για δόλο και συμπαιγνία μεταξύ των εφεσιβλήτων και του αρχιτέκτονα των εφεσειόντων που υποστηρίχθηκε με την εκτίμηση του άλλου αρχιτέκτονα. Ακόμα μπορεί να ειπωθεί πως η αξίωση των εφεσιβλήτων που βασίστηκε στα προσωρινά πιστοποιητικά που επισυνάφθηκαν στην ένορκη τους δήλωση, δεν απεδείχθη ότι ήσαν στην προσωπική γνώση του ομνύοντα, αφού ο αρχιτέκτονας που τα εξέδωσε δεν ήταν ο ομνύων και δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία. Επομένως, η προϋπόθεση αυτή που θέτει η Δ.18 δεν ικανοποιήθηκε (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ,
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782». Το πάρα πάνω απόσπασμα αφήνει να νοηθεί ότι σε τέτοια περίπτωση θετική γνώση έχει μόνο ο αρχιτέκτονας που εκδίδει το πιστοποιητικό και όχι οποιοσδήποτε άλλος. Κρίνω εντούτοις πως το εν λόγω απόσπασμα δεν αποτελεί μέρος του λόγου (ratio) της υπόθεσης και απλώς λέχθηκε παρεμφερώς (obiter). Συνάγεται τούτο από το γεγονός ότι ενωρίτερα και σε σχέση με άλλο ζήτημα το δικαστήριο ανέφερε. «γι' αυτό το λόγο και μόνο, έπρεπε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο άδεια για υπεράσπιση», ενώ σε σχέση με το υπό κρίση θέμα είπε ότι. «Ακόμα μπορεί να ειπωθεί .», δηλαδή το ζήτημα τέθηκε εν είδει προβληματισμού και όχι απόφασης. Συνεπώς καταλήγω ότι η σχετική θέση είναι obiter και όχι δεσμευτική. Επιπλέον, υποδεικνύεται ότι στην υπόθεση Atlaspantou¸ πιο πάνω, καθώς και στην υπόθεση CY.E.M.S Co Limited v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897, ομνύων την ένορκη δήλωση που υποστήριξε την αίτηση δεν ήταν ο αρχιτέκτονας αλλά ο αιτητής. Αυτή, κρίνω, είναι και η λογική προσέγγιση του πράγματος. Άλλωστε, όπως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Marketrends v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223, ο όρος θετική γνώση τυγχάνει λογικής ερμηνείας και όχι αυστηρής σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και παράλογα αποτελέσματα. Αν αναφέρω τούτο είναι για να υποδείξω, με όλο το σεβασμό βεβαίως στην αντίθετη άποψη, πως η obiter αναφορά στην υπόθεση New Orchidea¸πιο πάνω, δεν συνάδει με τη σχετική επί του θέματος νομολογία και αναδεικνύει αντιμετώπιση που μάλλον δυσχεραίνει το δίκαιο και επιπλέον αποκλίνει από τη σχετική νομολογία. Ζητούμενο είναι η θετική γνώση των ισχυρισμών και όχι η ταυτότητα του προσώπου που ορκίζεται την ένορκη δήλωση. Βεβαίως ο συντάκτης ενός εγγράφου δυνατό να είναι ο πλέον αρμόδιος να ομιλήσει για το περιεχόμενο τούτου, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ουδείς άλλος έχει θετική γνώση. Ένα καλό παράδειγμα είναι η έκδοση επιταγής. Μπορεί μεν ο εκδότης τούτης, που στην εξέλιξη της διαδικασίας δυνατό να καταστεί εναγόμενος, να έχει θετική γνώση, δεν αντιλαμβάνομαι όμως γιατί ο δικαιούχος στερείται ανάλογης θετικής γνώσης. Κρίνω πως το κριτήριο είναι πάντα πραγματικό και ζητούμενο δεν είναι άλλο από τη θετικότητα της γνώσης. Στη δοσμένη περίπτωση ο ομνύων είναι διευθυντής των αιτητών και δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει. Δεν παραγνωρίζω ότι στον αντίποδα ο καθ' ου η αίτηση αρνείται τούτη τη γνώση του ομνύοντα. Παρατηρώ όμως ότι η σχετική άρνηση δεν πλαισιώνεται από γεγονότα και αφέθηκε κενή περιεχομένου. Περαιτέρω, δεν ζητήθηκε αντεξέταση του ομνύοντα την αίτηση ώστε να φθαρεί η επάρκεια της γνώσης που δηλώνει ότι έχει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι ο ομνύων απέδειξε τη θετικότητα της γνώσης του και συνεπώς πληρούται και αυτή η δικονομική υποχρέωση. Έχοντας διαπιστώσει όλα τα ανωτέρω είναι αντιληπτό ότι το βάρος μετατίθεται πλέον στους ώμους του καθ' ου η αίτηση, με υποχρέωση να ικανοποιήσει ότι έχει καλή υπεράσπιση αφενός, ή να αποκαλύψει γεγονότα που του δίνουν δικαίωμα υπεράσπισης αφετέρου. Έχει ήδη αναφερθεί ότι η αξίωση εδράζεται σε τελικό πιστοποιητικό που εκδόθηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου. Σε αυτό όμως το στάδιο ζητούμενο είναι να εξεταστεί εκείνο που ο καθ' ου η αίτηση αναφέρει για τούτο το πιστοποιητικό, αλλά και την αξίωση των αιτητών γενικότερα. Επιβάλλεται συνεπώς να εγκύψω σε εκείνο που ο καθ' ου η αίτηση προτάσσει για υπεράσπισή του. Όπως προανέφερα στην προκείμενη περίπτωση η υπεράσπιση έχει ήδη καταχωριστεί και συνεπώς το δικαστήριο έχει το ευεργέτημα να αναγνώσει το ίδιο το δικόγραφο. Έστω εν παρόδω ας σημειωθεί πως η ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση, η οποία συνοδεύει την ένσταση, επαναλαμβάνει αυτά ακριβώς που αναφέρονται στην υπεράσπιση που έχει καταχωριστεί. Τώρα, τι είναι εκείνο που επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση στην υπεράσπισή του; Διατείνεται εν προκειμένω ότι δεν έλαβε γνώση του ισχυριζόμενου τελικού πιστοποιητικού και ότι η αξία των εργασιών είναι πολύ μικρότερη από την ισχυριζόμενη. Εις επεξήγηση αυτού του τελευταίου προσθέτει ότι: (α) το ποσό που αναγράφεται στο πιστοποιητικό σε σχέση με κακοτεχνίες, €4.565,00, είναι πολύ μικρότερο απ' ότι στην πραγματικότητα, εφόσον οι κακοτεχνίες ανέρχονται σε €10.000,00, (β) ότι το ποσό των €15.000,00 που στο πιστοποιητικό αναφέρεται ως καθυστερήσεις είναι μειωμένο καθ' ότι αυτές ανέρχονται σε €43.860,00 και (γ) ότι μέχρι στιγμής κατέβαλε στους αιτητές το ποσό των €124.720,59 βάσει ενδιάμεσων διατακτικών. Σε αδρές γραμμές αυτή είναι η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση, ενώ αξίζει να αναφερθεί ότι ο τελευταίος ανταπαιτεί από τους αιτητές ποσό €48.860,00 ως αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του έργου. €5.750,00 ως ενοίκια που κατέβαλε λόγω αυτής ακριβώς της καθυστέρησης. €1.200,00 ως ενοίκια αποθηκευτικού χώρου που ενοικίασε δια φύλαξη ειδών υγιεινής που αγόρασε και δεν χρησιμοποίησε εγκαίρως λόγω της καθυστέρησης των αιτητών. και τέλος, €10.000,00 δια κακοτεχνίες και €30.000,00 ως μείωση της αγοραστικής αξίας του ακινήτου λόγω των πιο πάνω κακοτεχνιών. Απ' όλα τα πιο πάνω καθίσταται αντιληπτό ότι ο καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί, έστω εμμέσως, το κύρος και τη δυναμική του τελικού πιστοποιητικού. Αυτό γιατί το τελικό πιστοποιητικό (τεκμήριο 2) φαίνεται να πραγματεύεται και να επιλύει τούτα τα θέματα. Συνεπώς η αμφισβήτηση τούτων διέρχεται μέσα από αμφισβήτηση αυτού του τελικού πιστοποιητικού. Επιβάλλεται λοιπόν σύνοψη της σχετικής νομολογίας ώστε να εξακριβωθεί η υπόσταση και ο εν γένει ρόλος που η νομολογία αναγνωρίζει σε τέτοιο πιστοποιητικό. Στην υπόθεση CY.E.M.S., πιο πάνω, υποδείχθηκε ότι: «Contracts for works of construction frequently provide that the contractor should carry out and complete the works to the satisfaction or approval of the architect or engineer. In such a case, such approval may, on the proper construction of the contract, be a condition precedent to the contractor's right to payment. This question of construction may turn on considerations similar to those which determine whether the issue of a certificate is a condition precedent, but the mere fact that the architect or engineer is required to express his approval in a certificate is not decisive. The main test sums to be whether the decision of the architect or engineer in granting or withholding approval was intended by the parties to be final. (Halsbury's Laws of England, 4th edition, volume 4, paragraph 1194)». (η έμφαση είναι δική μου). Σημαντικά είναι και τα αναφερόμενα στις παραγράφους 134 και 143 στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4
(3). Αναφέρεται εκεί ότι: «
- Effect of a final certificate. Except where the architect is disqualified from certifying or where the certificate may otherwise be dispensed with, the final certificate will be binding and, depending on the terms of the contract, may also be conclusive, otherwise than where there is fraud. Thus, where a final certificate states an amount as due to the contractor which includes sums in respect of additional work which is not ordered in writing, the employer cannot resist payment in respect of the additional work. The binding effect of a final certificate may, subject to the express terms of the contract, be open to review by the court, adjudicator or arbitrator in proceedings. Whether (and, if so, upon what matters) a final certificate is conclusive is a question of the construction of the particular terms of the contract. The contract may provide that the final certificate will not become conclusive until the expiration of a specified period from issue. It may also provide that the certificate may be prevented from becoming conclusive by either side taking prescribed steps. Even where the arbitrator or court has the power to review certificates in general, the final certificate may be expressly rendered conclusive in some respects. Where a contractor has agreed to take proceedings in the courts, he is not stopped or precluded from relying on the conclusive effects of the final certificate issued on a date subsequent to the start of the proceedings. But a final certificate may be conclusive that the works have been properly completed only when the matter is judged at the date of the certificate. Where the certificate has been given within the jurisdiction conferred on the architect or engineer, and in the absence of fraud or collusion, it cannot be attacked on the grounds that the certifier was mistaken or that the certificate is unreasonable. If the certificate is based on erroneous reports by an agent of the employer, and not on a fraud of the contractor, it is conclusive against the employer. (η έμφαση δική μου)
- Powers of the arbitrator and the courts. . The court has an inherent power to open up, review and revise any certificate, opinion, decision, requirement or notice of a certifier and to determine matters in dispute as if they had not been given unless the contract in question makes clear by express words that such powers are to be exercised by the arbitrator only. The powers of the arbitrator and of the courts summarized in this paragraph would, it is thought, extend to the review both of the certifier's decision to withhold a certificate and to the contents of any certificate that had been given. These powers do not, however, extend to the review of certificates which are provided by the contract to be final and conclusive». Απ' όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι το κατά πόσο πιστοποιητικό αρχιτέκτονα, εν προκειμένω τελικό πιστοποιητικό, είναι καθοριστικό (conclusive) για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, εξαρτάται από το λεκτικό της συμφωνίας που συνομολόγησαν τα μέρη. Πιστοποιητικό θεωρείται οριστικό και αμετάκλητο εκεί όπου με τρόπο ρητό και αδιαμφισβήτητο το λεκτικό της συμφωνίας το καθιστά τέτοιο. Σε τέτοια μάλιστα περίπτωση το περιεχόμενο του είναι δεσμευτικό και το δικαστήριο δεν παρεμβαίνει. Η σύγχρονη αντίληψη για την ερμηνεία συμφωνιών τούτου του είδους, εντοπίζεται στην ομιλία του Lord Hoffmann στην υπόθεση Beaufort Developments (NI) Ltd v. Gilbert - Ash NI Ltd
(1998)2 All ER 778. Είναι πλέον αντιληπτό ότι συμφωνία αυτού του είδους ερμηνεύεται όπως κάθε άλλη, δηλαδή τεκμαίρεται ότι οι φράσεις και λέξεις που εκεί αναφέρονται αποδίδουν την πραγματική βούληση των μερών. Εντούτοις η νομολογία αναγνωρίζει δικαίωμα αμφισβήτησης του πιστοποιητικού εκεί όπου εις εκ των μερών επικαλείται δόλο ή επηρεασμό του αρχιτέκτονα που είναι επιφορτισμένος με την έκδοση του πιστοποιητικού. Δυνάμει των πιο πάνω είναι αντιληπτό ότι εάν το τελικό πιστοποιητικό ήθελε κριθεί τελεσίδικο και δεσμευτικό, βάσει πάντα των αναφερομένων στη συμφωνία των μερών, οι υπερασπίσεις του καθ' ου η αίτηση για κακοτεχνίες και καθυστερήσεις δεν είναι ικανές να ανακόψουν την έκδοση απόφασης, ιδιαίτερα εφόσον δεν εγείρεται ζήτημα δόλου ή επηρεασμού του αρχιτέκτονα, εκδότη του πιστοποιητικού. Αυτό γιατί οι εν λόγω υπερασπίσεις είναι ζητήματα που επιλύονται από το υπό κρίση πιστοποιητικό. Κατ' επέκταση, αν ήθελε κριθεί ότι είναι δεσμευτικό και αμετάκλητο, δεν νοείται επανάνοιγμα τούτων των ζητημάτων. Οι λοιπές υπερασπίσεις, καταβολή ποσού πέραν του οφειλόμενου και ότι δεν παραλήφθηκε το πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα, εξετάζονται πιο κάτω. Σε αυτό το χρόνο στρέφω την προσοχή μου στη συμφωνία των μερών, τεκμήριο 1 στην αίτηση, ώστε να εξεταστεί η φύση του τελικού πιστοποιητικού και δη κατά πόσο είναι αμετάκλητο και καθοριστικό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων. Ουσιώδες είναι το άρθρο 31 της συμφωνίας των διαδίκων το οποίο πραγματεύεται τα διάφορα πιστοποιητικά. Εξ ου και ο τίτλος τούτου είναι «Πιστοποιητικά και Πληρωμές». Αποκαλύπτεται εκεί ότι τούτα τα πιστοποιητικά διακρίνονται σε δυο κατηγορίες, τα ενδιάμεσα και το τελικό. Το μεγαλύτερο μέρος του άρθρου 31 πραγματεύεται τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά (βλ. εδάφιο
(1)μέχρι και
(6)), και φανερώνει ότι η αποδεικτική αξία τούτων φαίνεται να διαφέρει από εκείνη του τελικού πιστοποιητικού. Αφήνεται να νοηθεί ότι τούτα τα πιστοποιητικά, δηλαδή τα ενδιάμεσα, υπόκεινται σε αναθεώρηση κατά τον τρόπο που προβλέπεται στη συμφωνία των μερών (βλ. άρθρο 36
(1)(β)). Εξ ου και το άρθρο 31
(9)καταλήγει ότι κανένα πιστοποιητικό αποτελεί από μόνο του αδιαμφισβήτητη μαρτυρία. Αυτή η πρόνοια φαίνεται να εννοεί μόνο τα ενδιάμεσα πιστοποιητικά και όχι το τελικό. Διαφορετικό όμως είναι το λεκτικό που διαγράφει την ισχύ και τις επιπτώσεις του τελικού πιστοποιητικού. Ως προς την ισχύ τούτου σχετικό είναι το άρθρο 31
(8), το οποίο αναφέρει ότι
(8)(α) Εκτός εάν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Άρθρου 36 των παρόντων Όρων είτε διαφορετικά (είτε από το ένα είτε από το άλλο μέρος εις το παρόν Συμβόλαιο) πριν ή εντός 14 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, το εν λόγω Πιστοποιητικό θα συνιστά, εις οποιεσδήποτε τέτοιες διαδικασίες οι οποίες αναφύονται από ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιο. (
- i)αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ότι όπου η ποιότητα των υλικών ή το επίπεδο τεχνουργίας εις το παρόν Συμβόλαιο πρέπει να είναι σύμφωνα προς την λογική ικανοποίηση του Αρχιτέκτονα, αυτά είναι σύμφωνα προς τέτοια ικανοποίηση, και (
- ii)αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ότι έχουν εφαρμοσθεί δεόντως όλες οι πρόνοιες του παρόντος Συμβολαίου οι οποίες απαιτούν να γίνει ρύθμιση του Ποσού Συμβολαίου, εκτός για οποιοδήποτε ποσό εις το Τελικό Πιστοποιητικό το οποίο διαπιστώνεται ότι δεν είναι ορθό εξ' αιτίας είτε δόλου, ανειλικρίνειας ή δόλιας απόκρυψης σε σχέση με τις Εργασίες ή με οποιονδήποτε τμήμα αυτών, ή με οποιοδήποτε θέμα το οποίο διακονίζεται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό, είτε οποιουδήποτε ελαττώματος (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε παράλειψης) εις τις Εργασίες ή εις οποιονδήποτε τμήμα αυτών το οποίο με λογική επιθεώρηση ή εξέταση καθ' οποιονδήποτε λογικό χρόνο κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των Εργασιών ή πριν από την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού δεν ήταν δυνατό να αποκαλυφθεί, είτε οποιασδήποτε τυχαίας συμπερίληψης ή εξαίρεσης οποιασδήποτε εργασίας, υλικών, εμπορευμάτων ή ψηφίου εις οποιονδήποτε υπολογισμό ή οποιουδήποτε αριθμητικού λάθους εις οποιονδήποτε υπολογισμό. Πάντοτε νοουμένου ότι εις όλες τις προαναφερόμενες εξαιρούμενες περιπτώσεις, το Τελικό Πιστοποιητικό θα συνιστά αδιαμφισβήτητη μαρτυρία εις ότι αφορά τα υπόλοιπα ποσά τα οποία συμπεριλαμβάνονται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό "
(8)(β)Εάν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Άρθρου 36 των παρόντων Όρων είτε διαφορετικά (είτε από το ένα είτε από το άλλο μέρος εις το παρόν Συμβόλαιο) πριν από την ημερομηνία έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, το εν λόγω Πιστοποιητικό θα συνιστά εις οποιεσδήποτε τέτοιες διαδικασίες οι οποίες αναφύονται από ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιο, αδιαμφισβήτητη μαρτυρία όπως προνοείται εις τα εδάφια (i) και (ii) της υποπαραγράφου (α) της παρούσας παραγράφου μετά την περάτωση αυτών των διαδικασιών οπόταν το Τελικό Πιστοποιητικό θα υπόκειται εις τους όρους οποιασδήποτε απόφασης η οποία εκδίδεται η διευθέτησης η οποία συμφωνείται εις τις εν λόγω διαδικασίες.
(8)(γ) Εάν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάσει του Άρθρου 36 των παρόντων όρων είτε διαφορετικά (είτε από το ένα είτε από τα άλλο μέρος εις το παρών Συμβόλαιο) εντός 14 ημερών από την ημερομηνία Έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, το εν λόγω Πιστοποιητικό θα συνιστά, εις οποιεσδήποτε τέτοιες διαδικασίες οι οποίες αναφύονται από ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιο, αδιαμφισβήτητη μαρτυρία όπως προνοείται εις τα εδάφια (
- i)και (
- ii)της υποπαραγράφου (α) της παρούσας εξαιρουμένων μόνον των θεμάτων με τα οποία σχετίζονται οι εν λόγω διαδικασίες. Διαπιστώνεται ότι σε αυτό το πλαίσιο ο συντάχτης της συμφωνίας χρησιμοποιεί το φράση «το εν λόγω πιστοποιητικό, δηλαδή το τελικό, θα συνιστά αδιαμφισβήτητη μαρτυρία». Μάλιστα ο σχετικός χαρακτηρισμός χρησιμοποιείται κατά κόρον, διατυμπανίζοντας έτσι τη ρητή πρόθεση των μερών ότι τούτο το πιστοποιητικό διαφέρει από την άλλη κατηγορία πιστοποιητικού, δηλαδή το ενδιάμεσο πιστοποιητικό. Η σημασία του τελικού πιστοποιητικού αναδεικνύεται και από το γεγονός ότι περιορισμένοι είναι οι λόγοι δια τους οποίους μπορεί να αμφισβητηθεί. Αναφέρονται τούτοι στην επιφύλαξη της παραγράφου (α) του εδαφίου
(8)του άρθρου 31 και περιορίζονται στα ακόλουθα. ότι το ποσό που αναφέρεται δεν είναι ορθό συνεπεία δόλου, ανειλικρίνειας ή δόλιας απόκρυψης∙ ότι οποιοδήποτε ελάττωμα ή παράλειψη δεν ήταν δυνατό να αποκαλυφθεί με λογική επιθεώρηση κατά την διάρκεια των εργασιών ή πριν την έκδοση του πιστοποιητικού. και τέλος, ότι το ποσό που αναγράφει είναι εσφαλμένο λόγω τυχαίας συμπερίληψης ή εξαίρεσης εργασίας, υλικών ή εμπορευμάτων, είτε ακόμη ψηφίου ή αριθμού σε υπολογισμό. Η περιορισμένη αμφισβήτηση του τελικού πιστοποιητικού επιβεβαιώνεται και από τις επόμενες παραγράφους του άρθρου 31
(8), παράγραφοι (β) και (γ). Αναφέρεται εκεί ότι ακόμη και αν ήθελε αμφισβητηθεί το πιστοποιητικό σε σχέση με εκείνα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του άρθρου 31
(8), ως προς τα υπόλοιπα το περιεχόμενο του παραμένει αδιαμφισβήτητη μαρτυρία. Περιπλέον, το άρθρο 36
(5)(γ) της συμφωνίας, το οποίο εξοπλίζει το διαιτητή με εξουσία αναθεώρησης οιουδήποτε πιστοποιητικού, άρχεται με τη φράση «Υπό τις πρόνοιες των Άρθρων 3
(2)και 31
(8)των παρόντων Όρων...». Αναδεικνύεται τοιουτοτρόπως ότι η γενικότητα των εξουσιών του διαιτητή δεν καλύπτει πλήρως το τελικό πιστοποιητικό, παρά μόνο τους περιορισμένους λόγους αμφισβήτησης που πιο πάνω αναφέρονται. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι βάσει του λεκτικού της συμφωνίας των μερών το τελικό πιστοποιητικό δεν υπόκειται σε αμφισβήτηση, παρά μόνο για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί. Αυτή όμως η διαπίστωση φανερώνει ότι πρόθεση των μερών ήταν να καταστήσουν το τελικό πιστοποιητικό οριστικό και αδιαμφισβήτητο, πράγμα που σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται σήμερα έγερση αντίθετης θέσης. Αν τα πιο πάνω δεν επιβεβαιώνουν το συμπέρασμα και χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση, σχετική είναι η υπόθεση Beaufort, πιο πάνω, στην οποία το δικαστήριο πραγματεύτηκε το χαρακτήρα των πιστοποιητικών, εκεί ενδιάμεσων. Απλή και μόνο ανάγνωση της απόφασης φανερώνει ότι το λεχτικό της υπό κρίση συμφωνίας είναι πανομοιότυπο, αν όχι το ίδιο, με εκείνο που απασχόλησε την τότε επιτροπή των Λόρδων. Τα γεγονότα της υπόθεσης και δη τα άρθρα της συμφωνίας, αναφέρονται στη ομιλία του Lord Hoffmann. Στη σελίδα 785 αναφέρθηκε ότι, "Clause 30 provides for the issue of interim certificates of the value of the work for which the contractor is from time to time entitled to payment. Clause 30.1.1 provides that the contractor is entitled to payment within 14 days after the issue of the certificate. Clause 25, which deals with extension of time, lists a number of "Relevant Events" such as force majeure or failure to provide instructions or information which the parties accept as capable of delaying completion beyond the completion date without breach of the contractors primary obligation to proceed diligently with the works. By clause 25.3, if the architect is of opinion that a relevant event is likely to delay completion beyond the completion date, he just give the contractor appropriate extension of time by a written notice fixing a new completion date Clause 26 deals with claims for loss and expense caused by deferment of giving possession of the site or various matters such as provision of information for which the employer or architect is responsible. Here again, the architect is required to state his opinion that loss or expense has been caused, or is likely to be cause, by one of the specified matters, whereupon the amount is ascertained by the quantity surveyor and added to the contract price. Finally, clause 30.8 provides for the issue of a final certificate stating the balance due from employer to contractor or vice versa". Το σύνολο των πιο πάνω αποκαλύπτει πόσο όμοια είναι η επίδικη συμφωνία με τη συμφωνία που απασχόλησε την επιτροπή των Λόρδων. Ιδιαίτερα όμως στέκομαι στην τελευταία πρόταση όπου σχολιάζεται το clause 30.8, της οποίας το περιεχόμενο ανταποκρίνεται στο άρθρο 31
(7)της επίδικης συμφωνίας, όπου αναφέρεται ότι∙ «μετά την παρουσίαση του Τελικού Πιστοποιητικού από τον Εργολάβο εις τον Εργοδότη, θα καθίσταται χρέος πληρωτέο από τον Εργοδότη ή ανάλογα με την περίπτωση». Στη συνέχεια ο Lord Hoffmann υπέδειξε ότι «Clause 30.9 expressly makes the final certificate conclusive evidence as to various matters. But there is no other express provision which says that any certificate or expression of opinion is to be binding upon the parties in the same way as the determination of an expert. Clause 30.10, immediately after the provisions dealing with the final certificate, says: "Save as aforesaid to certificate of the architect shall of itself be conclusive evidence that any works, materials or goods to which it relates are in accordance with this contract". "This clause has itself been the subject of refined arguments of the inclusion unius, exclusion alterius variety. The clause refers to certificates, therefore it must have been intended that other statements of opinion by the architect should be conclusive. The clause refers only to works materials and goods being in accordance with the contract, therefore it must have been intended that certificates as to other matters such as extensions of time should be conclusive. In a contract such as this, such arguments are just as dangerous as the argument from redundancy, of which they are in truth merely a variety. If arguments of his kind are to be pursued, what seems to me much more compelling is that the contract contains express and elaborate terms which provide for conclusiveness as to various matters for one certificate and one only, namely the final certificate". Τα πιο πάνω παραπέμπουν στο άρθρο 31 εδάφια
(8)και
(9)της επίδικης συμφωνίας. Το συμπέρασμα όμως των Λόρδων σε ό,τι αφορά το τελικό πιστοποιητικό, εναργώς προκύπτει από το απόσπασμα της ομιλίας του Lord Lloyd of Berwick. Ανέφερε εν προκειμένω ότι "Clause 30.9 provides that the final certificate is to be conclusive evidence of the matter certified in accordance with the elaborate provisions set out in that clause. Clause 41.4, the arbitration clause, provides, as one would expect, that the arbitratior's powers to open up and revise certificates are subject to clause 30.
- So the arbitrator has no power to open up and revise the final certificate, save as provided by clause 30.9, and in particular by clause 30.9.
- But we are not here concerned with the final certificate. It has not yet been issued." Όλα τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν εκείνο που προαναφέρθηκε. Στην υπό κρίση περίπτωση το λεκτικό της συμφωνίας των μερών δεν αφήνει ουδεμία αμφιβολία ότι πρόθεση τούτων ήταν να καταστήσουν το τελικό πιστοποιητικό οριστικό και αμετάκλητο. Η ρητή αναφορά στη συμφωνία ότι τέτοιο πιστοποιητικό συνιστά αδιαμφισβήτητη μαρτυρία και περαιτέρω, ο περιορισμός, και μάλιστα με τρόπο σαφή και εξαντλητικό, της δυνατότητας αμφισβήτησης τέτοιου πιστοποιητικού, αναδεικνύει εδώ το κύρος και το ρόλο που έχει να διαδραματίσει. Διαπιστώνεται ότι συνιστά αναμφισβήτητη μαρτυρία και δεν μπορεί να διαφοροποιηθεί, παρά μόνο για τους λόγους που ρητά προσδιορίζονται στη συμφωνία. Τέλος, διαπιστώνεται ότι τέτοιο πιστοποιητικό είναι δεσμευτικό και οριστικό. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις δεν αφήνουν αναλλοίωτη την υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση, στην έκταση που τούτη επικαλείται κακοτεχνίες και καθυστέρηση. Έχει ήδη υποδειχθεί ότι η εν λόγω υπεράσπιση δεν συναρτάται με δόλο ή επηρεασμό του αρχιτέκτονα και ούτε καλύπτεται από οιονδήποτε από τις επιφυλάξεις του εδαφίου
(8)του άρθρου 31. Κρίνω ότι τέτοια αμφισβήτηση του κύρους το τελικού πιστοποιητικού, το οποίο οι διάδικοι εξαρχής συμφώνησαν ότι θα ήταν αναμφισβήτητο, απάδει από τα συμφωνηθέντα και δεν επιτρέπεται στο δικαστήριο να την ακούσει. Διαφορετική προσέγγιση θα συνιστούσε αλλοίωση και παραβίαση των συμφωνηθέντων. Είναι όμως υποχρέωση του δικαστηρίου η εφαρμογή της συμφωνίας, γεγονός που δεν επιτρέπει στο δικαστήριο να ακούσει τη σχετική υπεράσπιση. Αυτά τα θέματα έχουν κριθεί, κατά τρόπο δεσμευτικό και αμετάκλητο, από τον αρχιτέκτονα, άμα την έκδοση του τελικού πιστοποιητικού. Καταλήγω συναφώς ότι αυτή η πτυχή της υπεράσπισης είναι ανίκανη να αναχαιτίσει την αξίωση του αιτητή. Άλλη υπεράσπιση που προβάλει ο καθ' ου η αίτηση είναι πως ουδέποτε έλαβε το επίδικο πιστοποιητικό. Από όσα διατείνεται ο καθ' ου η αίτηση αποκαλύπτεται ότι η ουσία του σχετικού ισχυρισμού έγκειται στο ότι δεν έχει παρέλθει ο χρόνος των 15 ημερών που αναφέρεται στη συμφωνία ως προθεσμία αμφισβήτησης του πιστοποιητικού. Είμαι της γνώμης πως ούτε αυτή η πτυχή της ένστασης είναι ικανή να αναχαιτίσει την πορεία της αγωγής και δη την έκδοση απόφασης. Αυτό γιατί το εν λόγω ζήτημα έχει ήδη αποφασιστεί από το παρών δικαστήριο. Πριν την επίδικη αίτηση υποβλήθηκε αίτηση για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Αυτή η πρώτη αίτηση, ημερομηνίας 09.12.2013, υποβλήθηκε από τον εναγόμενο, δηλαδή τον καθ' ου η αίτηση στην επίδικη διαδικασία. Η αίτηση ακούστηκε και την 09.7.14 εκδόθηκε απόφαση. Στην προηγηθείσα διαδικασία απασχόλησε το δικαστήριο, μεταξύ άλλων, κατά πόσο ο εναγόμενος/καθ' ου η αίτηση έλαβε τούτο το πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα. Αποφασίστηκε εκεί ότι το εν λόγω πιστοποιητικό περιήλθε σε γνώση του εναγόμενου και μάλιστα αυτή η διαπίστωση επηρέασε την πορεία της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της αγωγής σε διαιτησία, εφόσον κρίθηκε ότι ο εναγόμενος δεν συμμορφώθηκε με την προθεσμία που τάσσει η συμφωνία. Η απόφαση ημερομηνίας 09.12.2014 δεν εφεσιβλήθηκε από τον εναγόμενο. Είναι βεβαίως γνωστό ότι υφίσταται νομολογική αρχή πως το δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του (βλ. Ρουβήμ v. Laiki Cyrpialife Limited
(2011)1B Α.Α.Δ. 1300, 1311). Δεν παραγνωρίζεται φυσικά ότι ο πιο πάνω κανόνας δεν είναι απόλυτος ή άκαμπτος. Χρειάζεται εντούτοις να τεθούν νέα γεγονότα και να καταδειχθεί βάσιμος λόγος ώστε το δικαστήριο να αποκλίνει από προηγούμενη απόφασή του. Στην προκείμενη περίπτωση είμαι της γνώμης ότι ουδείς λόγος συντρέχει ώστε να διαφοροποιηθεί το δικαστήριο από τη διαπίστωση, η οποία αποτελεί προϊόν προηγούμενης διαδικασίας. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι δεν έλαβε το πιστοποιητικό του αρχιτέκτονα δεν δικαιολογείται, εφόσον αντίκειται της προηγούμενης δεσμευτικής και τελεσίδικης διαπίστωσης του δικαστηρίου. Ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται τέλος ότι κατέβαλε στον αιτητή ποσό μεγαλύτερο από εκείνο που αναφέρεται στο τελικό πιστοποιητικό. Αφήνει έτσι να νοηθεί ότι ουδέν επιπλέον ποσό οφείλει. Είμαι της γνώμης ότι ούτε αυτή η θέση του καθ' ου η αίτηση μπορεί να επιτύχει. Σε αιτήσεις αυτής της φύσης είναι βασική αρχή ότι η υπεράσπιση που επικαλείται ο καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί να είναι γενικόλογη και αόριστη. Επιβάλλεται, όπως αποκαλύπτει η νομολογία, προσκόμιση πλούσιων λεπτομερειών (condescend upon particulars), ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση να αποτιμήσει τη γνησιότητα των σχετικών ισχυρισμών (βλ. Ετήσια Πρακτική 1958 σελίδα 250). Στην προκείμενη περίπτωση η θέση του καθ' ου η αίτηση δεν είναι τίποτα άλλο από αόριστος και ασαφής ισχυρισμός. Αυτό γιατί ο καθ' ου η αίτηση δεν επεξήγησε πότε και σε σχέση με ποια ενδιάμεσα πιστοποιητικά κατέβαλε το εν λόγω ποσό. Επιπλέον δεν παρουσίασε οιεσδήποτε αποδείξεις πληρωμής, αλλά ούτε και έδωσε οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, φέρ' ειπείν αριθμούς τέτοιων αποδείξεων ή ημερομηνίες έκδοσης. Εν ολίγοις, ο σχετικός ισχυρισμός προωθήθηκε αβασάνιστα και χωρίς ίχνος λεπτομέρειας. Η επιλογή όμως αυτή απάδει από τις αρχές της νομολογίας και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υιοθετηθεί και πολύ περισσότερο να καταστεί τροχοπέδη στην έκδοση απόφασης. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι ο καθ' ου η αίτηση απέτυχε να αποδείξει υπεράσπιση ή ζήτημα που αξίζει να ακουστεί. Αποτέλεσμα όμως όλων των ανωτέρω είναι πως αξίωση των αιτητών παρέμεινε αναλλοίωτη. Ως εκ τούτου, υπέρ των εναγόντων/αιτητών και εναντίον του καθ' ου η αίτηση/εναγόμενου, εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €19.536,01 πλέον τόκο προς 9% από 10.10.2012 ημερομηνία έκδοσης του τελικού πιστοποιητικού, πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Σε σχέση με τα δικηγορικά έξοδα κρίνω ορθό να δώσω οδηγίες όπως μη υπολογισθούν οι ενέργειες και εμφανίσεις που διενεργήθηκαν από την αίτηση ορισμού και μετά, εξαιρουμένης της επίδικης αίτησης. Αυτό γιατί οι αιτητές μπορούσαν και όφειλαν να προωθήσουν την επίδικη αίτηση αμέσως μετά την καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως από τον εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση, ή το αργότερο μετά την καταχώριση υπεράσπισης. Συνεπώς οι ίδιοι είναι που ευθύνονται για την καθυστέρηση και αυτό επιβάλλει περιορισμό των εξόδων που προκλήθηκαν αναίτια. Για την ανταπαίτηση του καθ΄ου η αίτηση, κρίνω σκόπιμο να υποδείξω ότι δεν αποφαίνομαι καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Εναπόκειται στους διαδίκους να επιλέξουν το μέτρο που κρίνουν ότι αρμόζει υπό τις περιστάσεις να προωθήσουν σε σχέση με την ανταπαίτηση. (Υπ).............. Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΓΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο