ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ CRAZIENO HOLDINGS LTD, Αίτηση αρ. 909/2011, 7/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A320 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αίτηση αρ. 909/2011 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ CRAZIENO HOLDINGS LTD ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113 ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΚΑΙ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ BANK OF MOSCOW (Open Joint stock Company), ΑΠΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ Ημερομηνία: 7.9.2015 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια (BANK OF MOSCOW): κ. Χρυσόστομος Νικολάου, για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την Καθ' ης η αίτηση (CRAZIENO HOLDINGS LTD): Δρ. Χρίστος Κληρίδης Παρών ο Μ.1, κ. Pavel Gurin. Παρούσα η μεταφράστρια Ζερβού Luda, η οποία μεταφράζει από Ρωσσικά προς Ελληνικά. Ruling Α. Εισαγωγή Κατά την τελευταία δικάσιμο, ημερ. 30.6.2015, ο συνήγορος της Αιτήτριας ζήτησε από το μάρτυρα (Gurin Pavel, M.1) να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τη σύμβαση δανείου, ημερ. 18.12.2009, την οποία αναφέρει στην παρα. 3β της γραπτής του δήλωσης (βλ. το κείμενο της γραπτής δήλωση στην Ελληνική γλώσσα, το οποίο βρίσκεται κατατεθειμένο ως Έγγραφο Α1). Παρουσίασε ο μάρτυρας το εν λόγω έγγραφο και αμέσως ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ήγειρε ένσταση στην κατάθεση του ως τεκμηρίου. Σημειωτέον ότι αυτή δεν ήταν η 1η φορά που επιχειρήθηκε η κατάθεση του συγκεκριμένου τεκμηρίου. Ανάλογο αίτημα έγινε και κατά τη δικάσιμο ημερ. 29.6.15 και αποσύρθηκε από το συνήγορο της Αιτήτριας με επιφύλαξη. Η σύμβαση δανείου αποτελεί σημαντικό έγγραφο αφού είναι στην εν λόγω σύμβαση που στηρίχθηκε η Αιτήτρια για να ισχυρισθεί την ύπαρξη νόμιμης οφειλής προκειμένου να απευθύνει στην Καθ' ης η αίτηση την απαίτηση πληρωμής («Statutory demand», βλ. παρα. 9 της αίτησης εκκαθάρισης και το Exhibit 19 στην Ε/Δ του Gurin Pavel, ημερ. 2.12.2011), η οποία δεν ικανοποιήθηκε και έδωσε έτσι το έρεισμα για την καταχώρηση της αίτησης εκκαθάρισης λόγω ισχυριζόμενης αδυναμίας της Καθ' ης η αίτηση να ξεπληρώσει τα χρέη της. Οι λόγοι της ένστασης στην κατάθεση της σύμβασης δανείου ως τεκμηρίου επεξηγήθηκαν σε γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση, ημερ. 20.7.
- Ο συνήγορος της Αιτήτριας απάντησε στην ένσταση με γραπτή αγόρευση ημερ. 6.8.
- Αμφότεροι υποστήριξαν τις θέσεις τους με παραπομπή σε σχετικές αυθεντίες. Έχω μελετήσει τις θέσεις τους με προσοχή και αναφέρομαι σε αυτές καθώς αιτιολογώ πιο κάτω την κατάληξη μου επί της εγερθείσας ένστασης. Κατ' αρχάς, αναφέρω ότι το έγγραφο που επιχειρείται να κατατεθεί ως τεκμήριο δεν αποτελεί το πρωτότυπο της σύμβασης δανείου, αλλά πιστό αντίγραφο αυτής (βλ. την παρα. 3β της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα, όπου αναφέρεται ότι το έγγραφο αυτό έχει πιστοποιηθεί ως πιστό αντίγραφο του πρωτότυπου εγγράφου από τον πιστοποιών υπάλληλο της πόλης της Μόσχας Κ. Akimov Gleb Borisovitch). Λέχθηκε κατά τη δίκη ότι η σύμβαση δανείου συνετάχθη στη Ρωσία και ότι το πρωτότυπο αυτής βρίσκεται στη Ρωσία. Η ένσταση που εγείρεται από την Καθ' ης η αίτηση δεν αφορά στο ότι η Αιτήτρια δεν προσκόμισε την καλύτερη δυνατή μαρτυρία (ήτοι το πρωτότυπο), παρά μόνο στο ότι προσκόμισε το εν λόγω πιστό αντίγραφο χωρίς να είναι χαρτοσημασμένο, ούτε το ίδιο ούτε το πρωτότυπο της σύμβασης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Χαρτοσήμων Νόμου του 1963, όπως τελευταία τροποποιήθηκε με το Ν.92(Ι)/2015, (στο εξής «ο Νόμος»). Η ένσταση ηγέρθηκε και προωθήθηκε στην αγόρευση του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση υπό το φως του δεδομένου ότι ο συνήγορος της Αιτήτριας δεν αρνήθηκε, κατά τη διάρκεια της δικασίμου ημερ. 30.6.2015, το γεγονός ότι ούτε το πρωτότυπο της σύμβασης ούτε το πιστό αντίγραφο που επιχειρείται να κατατεθεί ενώπιον μου ως τεκμήριο έχουν χαρτοσημανθεί στην Κύπρο βάσει του Νόμου. Το ότι το πρωτότυπο της σύμβασης δανείου πιθανόν να χαρτοσημάνθηκε δεόντως στη Ρωσία (βλ. τα πρακτικά ημερ. 29.6.15 για τις δηλώσεις που έγιναν από το συνήγορο της Αιτήτριας όταν επιχειρήθηκε για 1η φορά στις 29.6.15 η κατάθεση του τεκμηρίου), δεν τίθεται υπό συζήτηση, αφού είναι στοιχείο αδιάφορο για το αν υπάρχει συμμόρφωση με τις διατάξεις του Νόμου (βλ. άρθρο 21). Β. Η εισήγηση του συνηγόρου της Καθ' ης Συγκεκριμένα, η εισήγηση του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση είναι ότι: · Η σύμβαση δανείου αποτελεί «έγγραφον υποκείμενο στο Νόμο», για τους σκοπούς του άρθρου 4
(1)του Νόμου, επειδή - o εμπίπτει στα ειδικώς αναγραφόμενα έγγραφα υπό το στοιχείο 3Α του Πρώτου Παραρτήματος του Νόμου (ήτοι «3Α Σύμβαση ή μνημόνιο σύμβασης και όλα τα έγγραφα που ενσωματώνουν σύμβαση και συνομολογούν καθορισμένο ποσό, για τη σήμανση των οποίων δε λαμβάνεται οποιαδήποτε άλλη πρόνοια», και o αφορά σε ζητήματα ή πράγματα τα οποία θα εκτελεστούν ή γίνουν στη Δημοκρατία, ανεξάρτητα από τον τόπο σύνταξης του εγγράφου. · Εφόσον η σύμβαση δανείου είναι έγγραφο υποκείμενο σε χαρτοσήμανση, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 21 του Νόμου, το οποίο τιτλοφορείται «Έγγραφα συντασσόμενα εκτός της Δημοκρατίας». Το εν λόγω άρθρο καθορίζει ότι, ανεξαρτήτως του αν αυτό το έγγραφο χαρτοσημάνθηκε επαρκώς κατά το νόμο της χώρας στην οποία συνετάχθηκε, εντούτοις δεν θα θεωρείται ότι έχει ισχύ στη Δημοκρατία, μέχρις ότου χαρτοσημανθεί δεόντως δια του προσήκοντος τέλους χαρτοσήμου βάσει του παρόντος Νόμου. Το ίδιο άρθρο καθορίζει ότι τέτοιο έγγραφο δύναται να χαρτοσημανθεί εντός 30 ημερών από την ημερομηνία λήψεως του στη Δημοκρατία. · Ακόμη και αν το Δικαστήριο θεωρήσει ότι η λήψη του εγγράφου στη Δημοκρατία έγινε όταν το έφερε ο μάρτυρας, για να το παρουσιάσει στη δίκη, οι 30 μέρες έχουν παρέλθει και δεν έχει χαρτοσημανθεί. · Σύμφωνα με το άρθρο 21, η συμφωνία δανειοδότησης δεν έχει ισχύ στη Δημοκρατία εφόσον δεν έχει χαρτοσημανθεί. Άρα δεν μπορεί συμφωνία μη έχουσα ισχύ να παρουσιασθεί. Είναι άσχετη με τα θέματα και άνευ σημασίας. Δεν έχει το Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια στο στάδιο αυτό, ελλείψει χαρτοσήμανσης, να δεχτεί την παρουσίαση της συμφωνίας με ή άνευ όρων. · Περαιτέρω, εφόσον η συμφωνία δανειοδότησης είναι έγγραφο υποκείμενο σε χαρτοσήμανση, τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 36 του Νόμου, το οποίο προνοεί ως εξής: «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 35, εκτός εις ποινικάς δίκας, ουδέν έγγραφον υποκείμενον εις τέλος χαρτοσήμου γίνεται δεκτόν ως αποδεικτικόν στοιχείον, ή ισχύει δι΄ οιονδήποτε σκοπόν, εκτός αν είναι χαρτοσεσημασμένον συμφώνως ταις διατάξεις του παρόντος Νόμου.». · Σύμφωνα με το άρθρο 35
(1)του Νόμου εάν προσκομισθεί έγγραφο που θα έπρεπε να χαρτοσημανθεί ως αποδεικτικό στοιχείο εις αγωγή ή δικαστική διαδικασία σε αστική δικαιοδοσία ο πρωτοκολλητής οφείλει να επιστήσει την προσοχή του Δικαστή στην παράλειψη χαρτοσήμανσης. Οπότε σε μια τέτοια περίπτωση εφόσον το έγγραφο βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει η δυνατότητα χαρτοσήμανσης σε αυτό το στάδιο. Η πρόνοια αυτή αφορά έγγραφα τα οποία δεν επιχειρείται η κατάθεση τους κατά τη διάρκεια της ακρόασης της υπόθεσης αλλά προσκομίσθηκαν σαν τεκμήρια παραδείγματος χάριν σε ένορκη δήλωση, σε αίτηση. Είναι για αυτό που ρητά αναφέρεται ότι ο Πρωτοκολλητής οφείλει να επιστήσει τη προσοχή του Δικαστού. Σίγουρα στη δική μας περίπτωση επιχειρείται η προσκόμιση του εγγράφου στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης από μάρτυρα στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης του. Άρα το άρθρο 35 δεν έχει εφαρμογή. · Το άρθρο 35
(1)παραπέμπει σε έγγραφα τα οποία δύνανται νομίμως να χαρτοσημανθούν μετά την υπογραφή τους. Λόγω ακριβώς αυτής της επιφύλαξης του εδαφίου
(1)του άρθρου 35, δεν επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 21 που προνοούν για χαρτοσήμανση μέσα σε αυστηρά χρονικά πλαίσια. · Σύμφωνα με το άρθρο 35
(2)σε κάθε περίπτωση που γίνεται δεκτό έγγραφο μη χαρτοσεσημασμένο σαν αποδεικτικό στοιχείο σε οποιαδήποτε αγωγή, το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα όπως κατά πάντα χρόνο διατάξει την επίδοση εγγράφου ειδοποιήσεως εις το πρόσωπο υφού προσήχθη το έγγραφο δίδοντας οδηγία όπως εντός καθορισμένης προθεσμίας το χαρτοσημάνει. Υπάρχουν ποινικές κυρώσεις σε περίπτωση μη χαρτοσήμανσης μετά την επίδοση της ειδοποίησης. · Είναι προφανές και πάλι ότι το άρθρο 35
(2)αφορά περιπτώσεις όπου δεν επιχειρείται η κατάθεση του έγγραφου σαν τεκμήριο κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας αλλά όπου με το άλφα ή βήτα τρόπο έχει ήδη κατατεθεί και βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου οπότε ακολουθείται η διαδικασία του άρθρου 35 δια να υπάρξει συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου. Το άρθρο 35 δεν έχει εφαρμογή στη δική μας περίπτωση. · Καταληκτικά, «Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 36 δεν έχετε διακριτική ευχέρεια να δεχθείτε την κατάθεση του εγγράφου. Εντέλλεσθε από το Νόμο να απορρίψετε το αίτημα για την κατάθεση του εγγράφου αυτού. Το θέμα δεν επιδέχεται οποιασδήποτε άλλης ερμηνείας κατά την εισήγηση μας. Το έγγραφο δεν γίνεται δεκτό και δεν ΙΣΧΥΕΙ.». Γ. Η εισήγηση του συνηγόρου της Αιτήτριας Στον αντίποδα, ο συνήγορος της Αιτήτριας, αν και παρατηρεί πως θα μπορούσε να δοθεί πιο συσταλτική ερμηνεία στις διατάξεις του άρθρου 4, ώστε να εφαρμόζεται μόνο όταν μια σύμβαση προνοεί ρητά για ζήτημα το οποίο θα εκτελεστεί ή γίνει στη Δημοκρατία, εντούτοις ο εν λόγω συνήγορος διευκρινίζει ότι δεν επιθυμεί να επικεντρώσει στο εν λόγω ερμηνευτικό ζήτημα την προσοχή του Δικαστηρίου προκειμένου να υποστηρίξει πως θα πρέπει να απορριφθεί η ένσταση στην κατάθεση του εγγράφου. Εκείνο που επισημαίνει ο συνήγορος της Αιτήτριας στο Δικαστήριο είναι ότι: · Πρώτον, μη χαρτοσημασμένο αντίγραφο της σύμβασης δανείου τέθηκε προ πολλού στο φάκελο του Δικαστηρίου ως τεκμήριο επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση του κ. Gurin Pavel, ημερ. 2.12.11, η οποία συνοδεύει την αίτηση εκκαθάρισης, (σχετικό το Exhibit 2 στην εν λόγω ένορκη δήλωση) και δεν είχε εγερθεί τότε από την Καθ' ης η αίτηση, μέσω της ένστασης της στην κυρίως αίτηση εκκαθάρισης, οποιοδήποτε θέμα δεκτότητας του συγκεκριμένου εγγράφου ως τεκμηρίου, ενώ ουσιαστικά έγινε παραδεκτό. · Δεύτερον, η ίδια η Καθ' ης η αίτηση κατέθεσε το ίδιο ακριβώς έγγραφο, μη χαρτοσημασμένο, ως τεκμήριο στην αίτηση παραμερισμού της αίτησης εκκαθάρισης, ημερ. 21.1.2015 (βλ. το Τεκμήριο 1 αυτής). · Τρίτον, το συγκεκριμένο έγγραφο, στο βαθμό που έπρεπε να χαρτοσημανθεί είναι η Καθ' ης η αίτηση και όχι η Αιτήτρια που έπρεπε ή είχε το βάρος να το χαρτοσημάνει. Επί τούτου, παραπέμπει στο άρθρο 29 του Νόμου και στον όρο 3.1.9 της σύμβασης δανείου. Αναγνωρίζει ο συνήγορος της Αιτήτριας ότι το τρίτο στοιχείο ανωτέρω, δεν θα ήταν αρκετό για να εμποδίσει την Καθ' ης η αίτηση να εγείρει ένσταση δεκτότητας (βλ. την 1η παράγραφο στη σελ. 5 της γραπτής αγόρευσής του). Επισημαίνει όμως στο Δικαστήριο ότι θέμα έλλειψης χαρτοσήμανσης μπορούσε να εγερθεί βάσει του άρθρου 35
(1)του Νόμου ακόμη και όσον αφορά το τεκμήριο που έχει ήδη κατατεθεί ως συνημμένο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση εκκαθάρισης. Εφόσον η Καθ' ης η αίτηση δεν ήγειρε τέτοιο θέμα προηγουμένως, έπεται, κατά την εισήγηση του συνηγόρου της Αιτήτριας, ότι η Καθ' ης η αίτηση κωλύεται στο παρόν στάδιο της ακρόασης από το να εγείρει ζήτημα δεκτότητας του ιδίου εγγράφου ως τεκμηρίου. Η έγερση τέτοιου θέματος στο παρόν στάδιο της δίκης συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά από την Καθ' ης η αίτηση, λέγει ο συνήγορος της Αιτήτριας, και παραπέμπει σε εκτενή νομολογία για το τι συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και πότε το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη σύμφυτη εξουσία του για την καταστολή της. Εάν όμως το Δικαστήριο ήθελε απορρίψει το επιχείρημα περί κατάχρησης της διαδικασίας, τότε ο συνήγορος της Αιτήτριας εισηγείται στο Δικαστήριο ότι αυτό μπορεί ακόμη και στο παρόν στάδιο να δεχθεί την κατάθεση του πιστού αντίγραφου της σύμβασης ως τεκμηρίου, θέτοντας ως όρο τη χαρτοσήμανσή του. Σε περίπτωση που το Δικαστήριο τάξει τέτοιον όρο, τότε ο συνήγορος της Αιτήτριας εισηγείται όπως το Δικαστήριο διατάξει, βάσει του άρθρου 41[1] του Νόμου, όπως τα έξοδα χαρτοσήμανσης βαρύνουν την Καθ' ης η αίτηση (η οποία έχει, δυνάμει του όρου 3.1.9[2] της σύμβασης δανείου, την υποχρέωση για την πληρωμή των εξόδων εκτέλεσης της σύμβασης) ως έξοδα στην αίτηση εκκαθάρισης. Προτού απαγγείλω την παρούσα απόφαση έδωσα την ευκαιρία στο συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση να τοποθετηθεί επί της εισήγησης του συνηγόρου της Αιτήτριας για το θέμα του ποιος είναι υπόχρεος για την καταβολή των εξόδων χαρτοσήμανσης και ειδικότερα για το αν είναι εφαρμοστέος ο όρος 3.1.9 της σύμβασης δανείου. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Καθ' ης δήλωσε πως τα τέλη χαρτοσήμων αποτελούν φόρο και όχι έξοδα που συνδέονται με την εκτέλεση της σύμβασης και πως εν πάση περιπτώσει όπου υφίσταται αμφιβολία για την ερμηνεία και εφαρμογή του όρου 3.1.9 της σύμβασης χρειάζεται να ακουστεί μαρτυρία για την έννοια του όρου «charges» κατά το Ρωσσικό δίκαιο το οποίο διέπει τη σύμβαση. Είναι πρόωρο στο παρόν στάδιο, όπου εξετάζεται η δεκτότητα της σύμβασης ως τεκμηρίου, να υπεισέλθει το Δικαστήριο σε ερμηνεία του εν λόγω όρου της σύμβασης. Γι' αυτό και εισηγείται προς το Δικαστήριο πως το ζήτημα θα πρέπει να επιλυθεί στο τέλος της δίκης και εν πάση περιπτώσει αναλόγως του αποτελέσματος της δίκης επί της αίτησης εκκαθάρισης. Δ. Εκτίμηση Δικαστηρίου Δ.
- Επί της διαδικασίας απόδειξης Καλούμαι να λάβω απόφαση όσον αφορά τη δεκτότητα του προτεινόμενου τεκμηρίου. Τούτο, στο πλαίσιο της ήδη προδιαγεγραμμένης διαδικασίας για την απόδειξη της αίτησης εκκαθάρισης, όχι στη βάση των ενόρκων δηλώσεων με δυνατότητα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων, αλλά με την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας. Σχετικές οι δύο ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, ημερομηνίας 22.11.2012 (εκδοθείσας από τον Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ.) και 26.5.2014 (εκδοθείσας υπό την παρούσα σύνθεση), ως επίσης και το ruling του Δικαστηρίου, ημερ. 26.1.2015, για αποδοχή κατάθεσης της γραπτής δήλωσης του Μ.
- Αρκεί να θυμίσω ότι, στην απόφαση ημερομηνίας 22.11.2012, ο αδελφός Δικαστής, Θεοδώρου, Δ., ότι επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι- «στον βαθμό που διάδικος σε αίτηση εκκαθάρισης επιθυμεί να παρουσιάσει προφορική μαρτυρία, θα μπορούσε, τηρουμένων των κανόνων περί αποδεκτότητας μαρτυρίας, να πράξει τούτο. Το γεγονός ότι τόσο η κυρίως αίτηση όσο και η ένσταση που καταχωρήθηκε σε αυτή, συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις, ουδόλως διαφοροποιεί το πιο πάνω δεδομένο και δη το δικαίωμα παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας». Προχώρησε ο αδελφός Δικαστής Θεοδώρου, Δ., στη διατύπωση της εκτίμησης ότι - «Στην προκειμένη περίπτωση, τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην κυρίως αίτηση αλλά και στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, καθιστούν την διαδικασία της κυρίως αίτησης τέτοια, που είναι και δυνατή και επιθυμητή η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας.». Με δεδομένο ότι η απόφαση του Θεοδώρου, Δ., δεν είχε εφεσιβληθεί, την υιοθέτησα και ακολούθησα, εκδίδοντας την απόφαση ημερ. 26.5.
- Η Αιτήτρια ουδέποτε αμφισβήτησε την ορθότητα της προδιαγραφείσας διαδικασίας για την απόδειξη της αίτησής της. Αντί τούτου προσήλθε έτοιμη να προσκομίσει προφορική μαρτυρία μέσω του Μ.
- Θυμίζω επίσης ότι, εκδίδοντας το ruling μου στις 26.1.2015, αναφορικά με τη δεκτότητα της γραπτής δήλωσης του Μ.1, είχα την ευκαιρία να σημειώσω ότι: «Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και βεβαιώνει το περιεχόμενο της αίτησης ως αληθές, δεν αποτελεί αυστηρά ομιλούντες την απόδειξη οποιουδήποτε ισχυρισμού γεγονότος. Παρά το ότι αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, εντούτοις θεωρείται ικανή να λάβει μια απάντηση (δηλ. να προκαλέσει την καταχώριση ένστασης στην αίτηση).». Είχα λάβει καθοδήγηση από το σύγγραμμα του Pennington Company Law, 4η Έκδοση, σελ. 698, όπου αναφέρεται ότι: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner's case unless there are affidavits filed in opposition*8.» Είχα επίσης σημειώσει ότι η υποσημείωση «*8» στη σελ. 698 του Συγγράμματος Pennington Company Law, 4η Έκδοση, παραπέμπει στην Re S.A. Hawken Ltd
(1950)2 All ER. 408, 412 - 413 όπου αναφέρθηκαν τα εξής꞉ [.] «The statutory affidavit strictly is no proof of anything. It is hearsay as to almost everything in it, but it is sufficient to require an answer.». [...] In BUCKLEY ON THE COMPANIES ACTS, 12th ed., p. 1028, it is stated, in the note to r. 30 of the Companies (Winding-up) Rules, 1949: 'In general the petitioner ought not to file any evidence beyond the statutory affidavit, unless evidence is filed in opposition .' [.] Στην παρούσα υπόθεση, στο Statutory affidavit επισυναπτόταν ένα απλό αντίγραφο της σύμβασης δανείου που δεν ήταν καν πιστοποιημένο ως πιστό αντίγραφο της σύμβασης δανείου. Ήταν όμως αρκετή η επισύναψή του φωτοαντίγραφου σε εκείνο το στάδιο για να γνωρίζει η Καθ' ης η αίτηση σε ποια υπόθεση είχε να απαντήσει. Πράγματι, η Καθ' ης η αίτηση καταχώρησε Ειδοποίηση Ένστασης στην αίτηση εκκαθάρισης και αμφισβήτησε, μεταξύ άλλων, την εγκυρότητα τόσο της απαίτησης (statutory demand) της Αιτήτριας όσο και της σύμβασης δανείου για λόγους που άπτονται του Ρωσσικού δικαίου από το οποίο διέπεται (βλ. το λόγο ένστασης Στ) και ισχυρίστηκε ότι είναι πρόωρη η έγερση της απαίτησης καθ' ότι βάσει της σύμβασης απαιτείτο να προηγηθεί άλλο διάβημα. Άρα, υφίσταται επίδικο θέμα προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, συναφές προς το περιεχόμενο και τους όρους της σύμβασης δανείου. Καθίσταται αναγκαίο να παρουσιαστεί η σύμβαση δανείου ως αποδεικτικό στοιχείο, τηρουμένων των κανόνων αποδεκτότητας της μαρτυρίας. Ενόψει των ανωτέρω και της ήδη προδιαγραφείσας διαδικασίας, κρίνω ότι δεν είναι επιτρεπτό στο παρόν στάδιο να θεωρήσω ότι εμποδίζεται η Καθ' ης η αίτηση από το να αμφισβητήσει τη δεκτότητα ενός τεκμηρίου που επιχειρείται να εισαχθεί στο πλαίσιο της προφορικής μαρτυρίας του Μ.1, για το μόνο λόγο ότι το ίδιο επί της ουσίας έγγραφο επισυνάπτετο στο Statutory Affidavit. Τώρα είναι που αρχίζει η απόδειξη των ισχυρισμών που περιέχονταν στο Statutory Affidavit υπό το φως της ένστασης στην αίτηση εκκαθάρισης. Και τώρα είναι που ελέγχεται η αποδεκτότητα της μαρτυρίας. Δ.2. Επί της ουσίας της ένστασης στην αποδεκτότητα του τεκμηρίου Δ.2.1 Κατά πόσον η σύμβαση είναι έγγραφο υποκείμενο στο Νόμο. Το άρθρο 4 του Νόμου έχει τεθεί υπό το φακό του Ανωτάτου Δικαστηρίου και ερμηνευθεί κατά την ενάσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος σε αρκετές υποθέσεις. Η κάθε περίπτωση κρίθηκε στη βάση του περιεχομένου και των όρων του επίμαχου εγγράφου, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η συμφωνία αφορούσε σε περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο ή σε πράγματα που έπρεπε να εκτελεστούν ή να γίνουν στην Κύπρο. Στην υπόθεση Αρ.1349/2008, Standard Bank Plc, κ.α. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 13.10.2009, κρίθηκε ότι: «Η σύμβαση, αν και υπεγράφη στο εξωτερικό, ωστόσο αφορούσε σε ενεχυρίαση μετοχών κυπριακής εταιρείας, άρα σε περιουσιακό στοιχείο κείμενο στη Δημοκρατία και για την πραγμάτωση της χρειαζόταν η κατάθεση της στο μητρώο μετόχων της. Συνεπώς ορθά τελούσε υπό χαρτοσήμανση δυνάμει του άρθρου 4 του Νόμου. (Βλ. Δημοκρατία ν. Μuskita Aluminium Industries Ltd
(2007)3 ΑΑΔ 130.),». Στην Muskita ανωτέρω κρίθηκε πως η γραπτή συμφωνία που συνάφθηκε στο εξωτερικό για την αγορά μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας με έδρα τη Μεγάλη Βρετανία δεν ήταν έγγραφο υποκείμενο σε χαρτοσήμανση, ανεξαρτήτως του αν θα χρειαζόταν έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για να βγει το συνάλλαγμα εκτός Κύπρου. Στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2001)4 Α.Α.Δ. 976, επίμαχο ήταν το έγγραφο της συμφωνίας της Τράπεζας για αγορά του 11.1% του μετοχικού κεφαλαίου της Ευρωπαϊκής Λαϊκής Τράπεζας Α.Ε. Κρίθηκε ότι το εν λόγω έγγραφο ούτε συντάχθηκε εντός της Κύπρου ούτε αφορούσε περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο ή πράγματα που θα εγίνοντο στην Κύπρο και συνεπώς δεν ήταν έγγραφο υποκείμενο σε χαρτοσήμανση. Στην παρούσα υπόθεση, έγινε παραδεκτό από μέρους του συνηγόρου της Αιτήτριας στη γραπτή του αγόρευση - · Ότι η επίμαχη σύμβαση δανείου προέβλεπε ρητά (σχετικό το άρθρο 15 αυτής) ότι το ποσό του δανείου θα μεταφερόταν σε λογαριασμό της Καθ' ης η Αίτηση στη Κύπρο, πράγμα που έγινε, και · Ότι η υποχρέωση για αποπληρωμή του δανείου βαρύνει την Καθ' ης η Αίτηση, η οποία έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στη Δημοκρατία, όπου και της επιδόθηκε η απαίτηση πληρωμής (βλ. το Exhibit 19 στο Statutory affidavit, ανωτέρω). Επομένως, κρίνω ότι, υπό το φως του συγκεκριμένου περιεχομένου της σύμβασης δανείου, υφίστανται στο πλαίσιο της σύμβασης ζητήματα που θα έπρεπε να γίνουν στη Δημοκρατία και άρα δεν μπορεί να αποκλεισθεί η ερμηνεία που εισηγείται ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση ότι η σύμβαση αυτή αποτελεί «έγγραφον υποκείμενο στο Νόμο». Ότι δηλαδή είναι έγγραφο που υπόκειται σε χαρτοσήμανση στη Δημοκρατία βάσει του Νόμου. Δ.2.2. Κατά πόσον το έγγραφο χωρεί χαρτοσήμανσης στο παρόν στάδιο. Η ορθότητα της εισήγησης του συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση, ότι το έγγραφο της σύμβασης δανείου δεν θα πρέπει να γίνει δεκτό ως τεκμήριο, εφόσον δεν είναι χαρτοσεσημασμένον συμφώνως τας διατάξεις του Νόμου (βλ. άρθρο 36), θα πρέπει πρώτα να ελεγχθεί με αναφορά και στις διατάξεις του άρθρου 35, αφού το άρθρο 36 εφαρμόζεται τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 35. Το εν λόγω άρθρο τιτλοφορείται «Προσαγωγή μη χαρτοσημασμένων εγγράφων» και προνοεί ότι: «35.-
(1)Εάν προσκομισθή έγγραφον υποκείμενον εις τέλος χαρτοσήμου ως αποδεικτικόν στοιχείον εις αγωγή ή ετέραν δικαστική διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου έχοντος αστικήν δικαιοδοσία, ή ενώπιον διαιτητού, ο Πρωτοκολλητής ή πας έτερος υπάλληλος του Δικαστηρίου οφείλει να επιστήσει την προσοχή του Δικαστού εις το γεγονός ότι το έγγραφον δεν είναι χαρτοσημασμένον, ή είναι ανεπαρκώς χαρτοσεσημασμένον δυνάμει του παρόντος Νόμου, ο δε διαιτητής να λάβει σημείωσιν το γεγονός τούτο͘ εάν το έγγραφον δεν είναι έγγραφον όπερ νομίμως δύναται να χαρτοσημανθή μετά την υπογραφήν αυτού, τότε- (α) εν τη περιπτώσει εγγράφου ενώπιον Δικαστηρίου, επί τη καταβολή ενώπιον του Πρωτοκολλητού ή ετέρου τινός υπαλλήλου του Δικαστηρίου, και (β) εν τη περιπτώσει εγγράφου ενώπιον διαιτητού, επί τη καταβολή ενώπιον Λειτουργού Προσόδων, του μη καταβληθέντος τέλους χαρτοσήμου, ομού μετά του καταβλητέου δυνάμει του άρθρου 20 προστίμου, και πρόσθετου προστίμου εκ δύο ευρώ, τούτο δύναται να γίνει δεκτόν ως αποδεικτικό στοιχείον επιφυλασσομένης πάσης νομίμου εξαιρέσεως εξ ετέρας τινός αιτίας.
(2)Εν η περιπτώσει μη χαρτοσεσημασμένον ή ανεπαρκώς χαρτοσεσημασμένον έγγραφον γίνεται δεκτόν ως αποδεικτικόν στοιχείον εις οιανδήποτε αγωγήν ή δικαστική διαδικασίαν ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου άνευ της καταβολής του μη καταβληθέντος τέλους χαρτοσήμου και του προστίμου ως προνοείται εν τω προηγούμενω εδαφίω, το Δικαστήριον ή δικαστής ενώπιον του οποίου το τοιούτον έγγραφον εγένετο δεκτόν ως αποδεικτικόν στοιχείον, κέκτηται εξουσίαν όπως κατά πάντα χρόνον διατάξη την επίδοσιν εγγράφου ειδοποιήσεως εις το πρόσωπον υφ' ου, ή εκ μέρους ούτινος προσήχθη το έγγραφον, εντέλλουσαν αυτόν όπως εντός της εν τη ειδοποιήσει καθωρισμένης προθεσμίας προβή εις την καταβολήν του μη καταβληθέντος τέλους χαρτοσήμου ομού μετά του προστίμου. Εάν δε η καταβολή δεν λάβη χώραν εντός της εν τη ειδοποιήσει καθωρισμένης προθεσμίας, το πρόσωπον εις ο επεδόθη η ειδοποίησης είναι ένοχον αδικήματος, και εν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις την πληρωμήν του διπλασίου του ούτω μη καταβληθέντος ποσού.
(3)Η απόφασις του δικαστού καθ' όσον αφορά εις την ανάγκην ή την επάρκειαν χαρτοσήμου επί εγγράφου τινός, ή εις το ποσόν του καταβλητέου αναφορικώς προς τούτο τέλους χαρτοσήμου, είναι τελεσίδικος.». Στην παρούσα υπόθεση το επίμαχο έγγραφο προσάγεται στο Δικαστήριο ως αποδεικτικό στοιχείο χωρίς να έχει καταβληθεί γι' αυτό το σχετικό τέλος χαρτοσήμανσης ή το πρόστιμο που επιβάλλεται σε περίπτωση που παρήλθε η προβλεπόμενη από το Νόμο προθεσμία για τη χαρτοσήμανσή του (εδώ εν προκειμένω η εφαρμοστέα εκ του άρθρου 21 προθεσμία χαρτοσήμανσης είναι 30 μέρες από τη λήψη του εγγράφου στη Δημοκρατία). Κρίνω πως το Δικαστήριο δύναται να κάνει δεκτό το έγγραφο, νοουμένου ότι θα εφαρμόσει τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 35 ανωτέρω. Ερμηνεύω τις διατάξεις του εν λόγω εδαφίου ως δίδουσες εξουσία στο Δικαστήριο, σε οποιαδήποτε αστική διαδικασία «κατά πάντα χρόνο», να δεχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο ένα έγγραφο μη χαρτοσεσημασμένον, υπό τον όρο ότι θα διατάξει το πρόσωπο που προσάγει το έγγραφο στο Δικαστήριο να προβεί στην καταβολή του νενομισμένου τέλους χαρτοσήμου και του αναλογούντως προστίμου βάσει του άρθρου 20 του Νόμου, εντός καθορισμένης από το Δικαστήριο προθεσμίας. Εάν δεν υπάρξει συμμόρφωση με τη διαταγή του Δικαστηρίου για χαρτοσήμανση του εν λόγω εγγράφου εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τότε αυτό δεν θα θεωρείται δεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο. Παραπέμπω στη Maximos Court Ltd ν. Χριστόφορου Πιερή
(2001)1Β Α.Α.Δ875 στη σελίδα 879 το Εφετείο προέβη στην εξής παρατήρηση: «Έχουμε παρατηρήσει ότι οι σχετικές αποδείξεις είσπραξης ενοικίων έχουν κατατεθεί χωρίς τις απαραίτητες χαρτοσημάνσεις σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Χαρτοσήμων Νόμου (αρ. 19/63) όπως έχει τροποποιηθεί , και ότι το Δικαστήριο παρέλειψε να δώσει οδηγίες όπως χαρτοσημανθούν δεόντως πριν από την έκδοση τςη απόφασης. Το θέμα μας έχει προβληματίσει αφού η δέουσα χαρτοσήμανση είναι απαραίτητη προτού ένα έγγραφο κατατεθεί ως τεκμήριο σε δικαστική διαδικασία. Προς τούτο δίδονται οδηγίες ότι η απόφαση δεν θα εκδοθεί εκτός αν όλες οι σχετικές αποδείξεις χαρτοσημανθούν δεόντως από την Εφεσείουσα. Τα σχετικά έξοδα να συμπεριληφθούν στον κατάλογο των εξόδων που επιδικάζονται προς όφελος της Εφεσείουσας.». Άρα, ακόμη και κατά το στάδιο απαγγελίας απόφασης από το Εφετείο μπορούσε να διαταχθεί η έκδοση διαταγής για χαρτοσήμανση των εγγράφων και τούτο προφανώς δυνάμει του άρθρου 35
(2)το οποίο χορηγεί τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο «κατά πάντα χρόνον». Ε. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι το πιστόν αντίγραφο της σύμβασης δανείου που προσήγαγε ο Μ.1 για κατάθεση ως τεκμήριο μπορεί να γίνει δεκτό ως τεκμήριο, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό θα χαρτοσημανθεί σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, ενασκώντας την εξουσία που μου παρέχει το άρθρο 35
(2)του Νόμου, εκδίδω διαταγή, όπως η Αιτήτρια μεριμνήσει για τη χαρτοσήμανση της σύμβασης δανείου εντός προθεσμίας 30 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα τέλη που είναι καταβλητέα ή/και την πρόσθετη επιβάρυνση που είναι πληρωτέα, τούτο είναι ζήτημα που θα καθορίσει ο ίδιος ο Έφορος Χαρτοσήμου κατά την προσαγωγή του εγγράφου για χαρτοσήμανση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. Πρόκειται για διοικητική λειτουργία (βλ. ex parte ΑΒΡ Holdings Ltd
(1996)1Α Α.Α.Δ 629). Τα σχετικά έξοδα χαρτοσήμανσης και η προβλεπόμενη από το Νόμο πρόσθετη επιβάρυνση, ως θα καθοριστούν από τον Έφορο Χαρτοσήμων, να καταβληθούν από την Αιτήτρια η οποία επιδιώκει την κατάθεση του εγγράφου ως τεκμήριο στο Δικαστήριο, άνευ επηρεασμού τυχόν συμβατικής υποχρέωσης της Καθ' ης αίτηση δυνάμει του όρου 3.1.9 να αποζημιώσει την Αιτήτρια για τα έξοδα αυτά. Διευκρινίζω ότι δεν αποφαίνομαι στο παρόν στάδιο για το κατά πόσον υφίσταται τέτοια υποχρέωση της Καθ' ης η αίτηση με βάση τη σύμβαση. Το ζήτημα θα χωρεί εξέτασης, στη βάση των διατάξεων του άρθρου 41, άπαξ και κατατεθεί η σύμβαση ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήριο και νοουμένου ότι έχει ήδη καταβληθεί το τέλος χαρτοσήμανσης, όταν θα επιδικάζονται τα έξοδα στην κυρίως αίτηση εκκαθάρισης. (υπ.).......... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «41.-
(1)Οσάκις κατεβλήθη υπό τινός προσώπου τέλος χαρτοσήμου ή πρόστιμον αναφορικώς προς έγγραφον μετά την υπογραφήν αυτού, και δυνάμει συμφωνίας, ή των διατάξεων του παρόντος, ή παντός ετέρου Νόμου ισχύοντος κατά τον χρόνον της υπογραφής του τοιούτου εγγράφου, έτερον τι πρόσωπον υπεχρεούτο να υποστή την δαπάνην της προσηκούσης σημάνσεως του τοιούτου εγγράφου, το πρώτον μνημονευθέν πρόσωπον θα δικαιούται να ανακτήσει εκ του ετέρου τοιούτου προσώπου το ποσόν του ούτω καταβληθέντος τέλους, ή προστίμου.
(2)Δια τους σκοπούς της τοιαύτης ανακτήσεως, πιστοποιητικόν εκδοθέν αναφορικώς προς τοιούτον έγγραφον δυνάμει του παρόντος Νόμου συνιστά αμάχητον απόδειξιν των εν αυτώ βεβαιουμένων.
(3)Το Δικαοτήριον δύναται κατά το δοκούν να περιλάβη το τοιούτον ποσόν εις διάταγμα αυτού αναφορικώς προς τα δικαστικά έξοδα της αγωγής, ή δικαστικής διαδικασίας, εις ην τα πρόσωπα ταύτα είναι διάδικοι, και καθ' ην το τοιούτον έγγραφον προσήχθη ως αποδεικτικόν στοιχείον. Εάν το Δικαοτήριον δεν περιλάβη το ποσόν τούτο εν τω τοιούτω διαταγμάτι, δεν δύνανται να ληφθώσιν έτερα δικαστικά μέτρα διά την ανάκτησιν αυτού.». [2] Στον όρο 3.1.9. προβλέπονται τα ακόλουθα: «[The Borrower is obliged] to refund to the creditor charges concerned with the execution of the agreement and specified in section 11 of the agreement. Amounts of expenses are subject to payment by the borrower in process of their occurrence.». Ο όρος 11 προβλέπει ότι «11.1 Postal and cable charges of the Creditor and charges on documentary operations and translations, including ones in foreign currency, connected with execution of the Agreements, shall be collected by the Creditor [.]. 11.2 The charges incurred by the Creditor are subject to compensation by the Borrower in full [.]». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο