Αλέξανδρου Αλεξάνδρου ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1105/2008, 30/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A361 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1105/2008 Μεταξύ: Αλέξανδρου Αλεξάνδρου Ενάγοντα και
- Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
- Γιάννη Παπαδόπουλου
- Διονύση Διονυσίου
- Ανδρέα Παράσχου
- Σωτήρη Παρούτη
- Γιάννη Νεάρχου Εναγομένων ------------------------------ Ημερομηνία: 30/9/2015 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές: κα Κωνσταντίνου Για τον καθ΄ου η αίτηση: κος Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την επίδικη αίτηση οι εναγόμενοι (στη συνέχεια οι αιτητές) ζητούν τον παραμερισμό (set aside) και/ή απόρριψη (strike out) της αγωγής και/ή της έκθεσης απαίτησης, επί τω ότι δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα. Νομική βάση της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί και συγκεκριμένα˙ Δ.19 κ.26, Δ.27 κκ1-3 και Δ.48 κκ1-9, ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος Κεφ.149, η αγγλική νομολογία και το κοινοδίκαιο και η γενική πρακτική και συμφυής εξουσία του δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 6 (στη συνέχεια ο ομνύων την αίτηση), το περιεχόμενο της οποίας σχολιάζεται πιο κάτω. Στην αντίπερα όχθη ο ενάγων (στη συνέχεια ο καθ΄ ου η αίτηση) αμφισβητεί το εύλογο του αιτήματος. Οι λόγοι ένστασης που αναφέρονται στο πρόσωπο της ειδοποίησης για πρόθεση ένστασης είναι πολυάριθμοι και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτούσιοι. Η διεργασία που ακολουθεί αναδεικνύει, πιστεύω, ό,τι σχετικό. Ας σημειωθεί εδώ ότι ουδεμία πλευρά ζήτησε αντεξέταση και συνεπώς η διαδικασία περιορίστηκε στις αγορεύσεις των μερών. Ενόψει της φύσης του αιτήματος κρίνεται πρόσφορο πριν οτιδήποτε άλλο να παρατεθούν οι αρχές που διέπουν τούτο, εφόσον αυτές είναι που καθορίζουν το επίδικο ζήτημα και συνεπώς την παραπέρα πορεία. Έχει νομολογηθεί ότι ο κ.26 της Δ.19 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής. (βλ. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1998)1Γ Α.Α.Δ.1338, 1343). Από την άλλη ο κ.3 της Δ.27 μπορεί να οδηγήσει σε οριστικό τερματισμό της διαδικασίας εφόσον επιτρέπει διαγραφή ανυπόστατου δικογράφου, δηλαδή δικογράφου που δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή απάντηση, ή είναι επιπόλαιο ή παρενοχλητικό (Frivolous or vexatious) (βλ. Σιακόλας, πιο πάνω, στη σελίδα 1344 και Χατζηκυριάκος v. Κυθρεώτη
(1992)1Β Α.Α.Δ.1119, 1121). Η διερεύνηση του κατά πόσο ένα δικόγραφο προσκρούει στις διατάξεις του κ.3 της Δ.27 επικεντρώνεται στο περιεχόμενο τούτου ανεξάρτητα από τη μαρτυρία που το υποστηρίζει (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ.246, 253). Στην υπόθεση In re Pelmako, πιο πάνω, υποδείχθηκε ότι η νομική υπόσταση δικογράφου κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του (βλ. σελ. 255). Στην ίδια υπόθεση υποδείχθηκε περαιτέρω ότι η διερεύνηση συνίσταται σε αξιολόγηση της αντικειμενικής υπόστασης του περιεχομένου του δικογράφου που βάλλεται τοιουτοτρόπως (βλ. σελ. 253). Τέλος, αξίζει να αναφερθεί ότι η εξουσία του δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου ασκείται με φειδώ και μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού υποβάθρου. Στην υπόθεση Nagle v. Feilden
(1966)1 All E.R. 697, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κυπριακή Δημοκρατία v. Αργύρη Γεωργίου
(2003)1Β Α.Α.Δ.704, 711, λέχθηκε ότι 'It is well settled that a statement of claim should not be struck out and the plaintiff driven from the judgment seat unless the case is unarguable'. Σε διαφορετική περίπτωση, υποδεικνύεται στην υπόθεση In re Pelmako πιο πάνω, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος που έχει ο διάδικος να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος (βλ. σελ. 255). Τώρα, αν ορθά αντιλαμβάνομαι τα πράγματα στην προκείμενη περίπτωση οι αιτητές διατείνονται ότι το περιεχόμενο του δικογράφου του καθ΄ ου η αίτηση είναι ελλιπές, κατά τρόπο που δεν φανερώνει βάση αγωγής. Συνεπεία λοιπόν του ισχυρισμού επιβάλλεται εξέταση τούτου του δικογράφου ώστε˙ αφενός να αναδειχθεί το περιεχόμενό του, αφετέρου να εξεταστεί το ζήτημα που εδώ εγείρεται. Η έκθεση απαίτησης του καθ΄ ου η αίτηση επικαλείται έξι δημοσιεύματα της εφημερίδας Πολίτης, τα οποία, σύμφωνα πάντα με τον καθ΄ ου η αίτηση, είναι δυσφημιστικά για τον ίδιο. Τα εν λόγω δημοσιεύματα, τα οποία είναι διαφορετικών ημερομηνιών και φαίνεται να έχουν δημοσιευτεί μεταξύ 25/8/2006 και 7/9/2006, ενσωματώνονται αυτούσια στην έκθεση απαίτησης του ο καθ΄ ου η αίτηση, όπως άλλωστε προβλέπεται από τη νομολογία (βλ. Αλήθεια Εκδοτική Εταιρεία Λτδ κ.α. ν. Χαρ. Λεωνίδα
(1997)1 Α.Α.Δ. 550, 553). Το δικογραφικό όμως πρόβλημα, σύμφωνα πάντα με τους αιτητές, έγκειται στο ότι τα επίδικα δημοσιεύματα δεν αναφέρουν το όνομα του καθ΄ ου η αίτηση. Ας λεχθεί εν παρόδω ότι ο σχετικός ισχυρισμός των αιτητών επιβεβαιώνεται από απλή ανάγνωση των δημοσιευμάτων. Αποτελεί λοιπόν γεγονός ότι ο καθ΄ ου η αίτηση δεν κατονομάζεται στα επίδικα δημοσιεύματα. Το μεμπτό στο δικόγραφο, και πάλιν σύμφωνα με τους αιτητές, επικεντρώνεται στο ότι η έκθεση απαίτησης δεν παραθέτει επαρκείς λεπτομέρειες και στοιχεία που αφορούν το πρόσωπο του καθ΄ ου η αίτηση, ώστε να γνωρίζει η πλευρά των αιτητών τίνι τρόπω μπορούσαν οι αναγνώστες της εφημερίδας να τον συνδέσουν με τα επίδικα δημοσιεύματα. Είναι εν προκειμένω θέση των αιτητών ότι το αστικό αδίκημα του λιβέλου συντελείται άμα τη δημοσιεύσει δυσφημιστικού δημοσιεύματος και επί τη αποδείξει ότι το δημοσίευμα αφορά τον ενάγοντα, εδώ τον καθ΄ ου η αίτηση. Όπου ο προσβαλλόμενος δεν κατονομάζεται, λένε οι αιτητές, η έκθεση απαίτησης δεν μπορεί παρά να περιέχει λεπτομέρειες γεγονότων που δικαιολογούν τη θεμελίωση του αγώγιμου αδικήματος. Στην προκείμενη περίπτωση ο καθ΄ ου η αίτηση απέτυχε, υποστηρίζουν, να ικανοποιήσει τούτη τη νομολογιακή επιταγή. Επίπτωση όμως αυτής της παράλειψης είναι πως το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει βάση αγωγής, εφόσον δεν δικογραφείται ένα εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος. Παρατηρώ αμέσως ότι οι πιο πάνω αιτιάσεις των αιτητών αποκαλύπτουν πως επίδικο δεν είναι η διαγραφή οιουδήποτε μέρους της έκθεσης απαίτησης. Άλλωστε αν τούτη ήταν η πρόθεση των αιτητών όφειλαν να προσδιορίσουν τα συγκεκριμένα αποσπάσματα, εφόσον τέτοιο αίτημα δεν υποβάλλεται αόριστα (βλ. Αnnual Practice 1995, O19 r. 27 σελίδα 336 κάτω από τον τίτλο «Application» όπου αναφέρεται ότι∙ 'The parts which the applicant desires to have struck out should be specified'). Συνεπώς αν ορθά αντιλαμβάνομαι το αίτημα, εκείνο που ζητείται είναι ο παραμερισμός ολόκληρης της έκθεσης απαίτησης, δια το λόγο ότι δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα (cause of action), και όχι η διαγραφή μέρους τούτης. Επί της ουσίας του πράγματος γεγονός είναι ότι το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης θεμελιώνεται άμα τη αποδείξει δημοσίευσης δυσφημιστικού κειμένου που αφορά τον ενάγοντα. Στην υπόθεση Αλήθεια, πιο πάνω, υιοθετήθηκε το σκεπτικό της αγγλικής υπόθεσης Knupffer v. London Express Newspaper Ltd
(1944)1 All E.R. 495, όπου ο Λόρδος Atkin ανάφερε. ". in order to be actionable the defamatory words must be understood to be published of and concerning the plaintiff" Τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν τη θέση των αιτητών ότι σε υποθέσεις αυτού του είδους επιβάλλεται απόδειξη πως ο ενάγων είναι το πρόσωπο που αφορά ο λίβελλος. Στην προκείμενη όμως περίπτωση έχει ήδη αναφερθεί ότι ο καθ΄ου η αίτηση δεν κατονομάζεται σε οιονδήποτε από τα κείμενα. Ποια είναι λοιπόν η ενδεδειγμένη δικονομική προσέγγιση του πράγματος σε τέτοια περίπτωση. Στην υπόθεση Knupffer και πάλιν υποδεικνύεται ότι˙ «Where the plaintiff is not named, the test which decides whether the words used refer to him is the question whether the words are such as would reasonably lead persons acquainted with the plaintiff to believe that he was the person referred to». Οι καθ΄ ων η αίτηση επικαλούνται απόσπασμα από το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander, 11η έκδοση, παράγραφος 28.25, όπου αναφέρεται ότι˙ «Accordingly, where it is not absolutely clear on the face of the words that they refer to the claimant... He should set out the connecting facts which establish the link between himself and the words used, and he should make plain his case as to the existence of a person or persons who in fact linked him with the words by reason of their knowledge of those connecting facts.. If claimant does not plead such facts sufficiently, his claim will be struck out.». Αναμφισβήτητο είναι βεβαίως ότι τα πιο πάνω αποδίδουν, σε μεγάλο βαθμό, ό,τι ισχύει και στο ημεδαπό δίκαιο. Εντούτοις στην έκταση που εδώ ενδιαφέρει δυο κυπριακές υποθέσεις είναι καθ΄ όλα κατατοπιστικές και δεσμευτικές. Ανάλογο ζήτημα απασχόλησε στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ κ.α. ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(2006)1Α Α.Α.Δ. 632, όπου στη σελίδα 637 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα˙ «Ο πρώτος λόγος εφέσεως αφορά στην επάρκεια του δικογράφου του εφεσίβλητου. Παρατηρούμε ότι πράγματι στην Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται αναφορά και δεν δίνονται λεπτομέρειες αναφορικά με ειδικές γνώσεις που θα έπρεπε να έχει κάποιος για να αντιληφθεί ότι το δυσφημιστικό δημοσίευμα αναφερόταν στον ενάγοντα ούτε και δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες αναφορικά με τα πρόσωπα ή την κατηγορία των προσώπων που είχαν τέτοιες εδικές γνώσεις και που αντελήφθησαν ότι το δημοσίευμα αναφερόταν στον ενάγοντα-εφεσίβλητο. Ο γενικός κανόνας αναφορικά με την Έκθεση Απαιτήσεως σε υποθέσεις δυσφήμισης αναφέρεται στο σύγγραμμα Duncan and Neill, Defamation
(1978)στη σελ. 37, όπου αναγράφεται ότι όταν ο ενάγων στηρίζεται σε αληθινό υπονοούμενο, το οποίο ονομάζεται και νομικό υπονοούμενο, είναι, γενικά, απαραίτητο ο ενάγων να περιλάβει στο δικόγραφο του και να αποδείξει (α) ότι οι λέξεις απευθύνονταν προς συγκεκριμένο άτομο ή άτομα, και (β) ότι το συγκεκριμένο άτομο ή άτομα γνώριζαν τα ειδικά γεγονότα που θα τους έδιναν τη δυνατότητα να αντιληφθούν πως οι λέξεις στο υπονοούμενο αναφέρονταν στον ενάγοντα. Ουσιαστικές για το θέμα αυτό είναι και οι αποφάσεις Fullan v. Newcastle Chronicle and Journal Ltd [1977] 1 W.L.R. 651 και Grappelli v. Derek Block Ltd [1981] 1 W.L.R. 822 στις οποίες επιβεβαιώθηκε ο προαναφερόμενος γενικός κανόνας, όμως οι Δικαστές Scarman L.J. στην πρώτη υπόθεση και Dunn L.J. στη δεύτερη υπόθεση εξέφρασαν τη θέση ότι υπάρχουν υποθέσεις που συνιστούν εξαίρεση στο γενικό κανόνα και τέτοιες υποθέσεις είναι εκείνες όπου το δημοσίευμα γίνεται σε εφημερίδα εθνικής εμβέλειας με ευρεία κυκλοφορία, στις οποίες η μόνη εύλογη υπόθεση που μπορεί να γίνει είναι ότι κάποιοι από τους αναγνώστες της εφημερίδας πρέπει να είχαν γνώση των γεγονότων εκείνων που ήταν απαραίτητα για να αντιληφθούν σε ποιόν αναφέρεται το υπονοούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση το δημοσίευμα έγινε σε εφημερίδα που κυκλοφορεί σε ολόκληρη την Κύπρο και που δημοσιεύται και στο διαδίκτυο. Κρίνουμε επομένως ότι η Έκθεση Απαιτήσεως του εφεσίβλητου-ενάγοντα δεν ήταν ελαττωματική ούτε ανεπαρκής και ότι υπό τις περιστάσεις δεν ήταν απαραίτητο ο εφεσίβλητος-ενάγων να περιλάβει στο δικόγραφο του ειδικά γεγονότα ούτε και να συγκεκριμενοποιήσει άτομα ή κατηγορίες ατόμων που γνώριζαν τέτοια γεγονότα και μπορούσαν να αντιληφθούν σε ποιόν αναφερόταν το δημοσίευμα.» Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν και στη μεταγενέστερη υπόθεση Phileleftheros Public Company Ltd κ.α. ν. Α. Χριστοδούλου
(2012)1Β Α.Α.Δ. 1763. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι δεν είναι άτεγκτη και χωρίς εξαιρέσεις η αρχή που επιβάλλει αναφορά ειδικών λεπτομερειών σε σχέση με την ταυτότητα του ενάγοντα. Στην περίπτωση που ο εναγόμενος είναι εφημερίδα ευρείας κυκλοφορίας, όπως είναι εδώ η περίπτωση, παρέλκει υποχρέωση καταγραφής τέτοιων λεπτομερειών. Εν πάση όμως περιπτώσει, ούτε και επί της ουσίας επιβεβαιώνονται οι αιτιάσεις των αιτητών. Ενδιαφέρει εδώ η παράγραφος 14
(3)της έκθεσης απαίτησης, η οποία αναφέρει ότι˙ «Τον φωτογράφισαν σαν υπάλληλο του Δήμου Λακατάμειας, υπεύθυνου του τμήματος πληροφορικής και/ή σαν 45χρονο οικογενειάρχη και πατέρα 3 ανήλικων παιδιών. Παρείχαν δηλαδή προσωπικές λεπτομέρειες για την προσωπική και/ή οικογενειακή και/ή επαγγελματική του ζωή με αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων προσώπων, οι Σάββας Σαρμίας, Ανδρέας Μαρνέρος, Έκτορας Παύλου, Μιχάλης Σάββα, Ανδρέας Χρυσοστόμου, Χαράλαμπος Ιωάννου και Ανδρέας Κάουρας που γνώριζαν τον Ενάγοντα όντας πρόσωπα του οικογενειακού και/ή κοινωνικού και/ή επαγγελματικού του κύκλου, να συνδέσουν και/ή αναγνωρίσουν και/ή ταυτοποιήσουν τον Ενάγοντα με τα εν λόγω δημοσιεύματα εν όψει και του γεγονότος ότι η επίδικη εφημερίδα αποτελεί εφημερίδα παγκύπριας και ευρείας κυκλοφορίας. Ο Ενάγοντας περαιτέρω αναφέρει ότι αποτέλεσμα τούτου ήτο επίσης η απομόνωση του κατά τον ουσιώδη χρόνο και/ή κατά το χρόνο δημοσίευσης των δημοσιευμάτων που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα και/ή η γελοιοποίηση του και/ή η πρόκληση απέχθειας και/ή δυσαρέσκειας και/ή άλλως πως προσβλητικής και/ή ταπεινωτικής συμπεριφοράς προς το πρόσωπο του από τα εν λόγω πρόσωπα και/ή από πρόσωπα του οικογενειακού και/ή κοινωνικού και/ή επαγγελματικού του κύκλου». Είμαι της γνώμης ότι η παραπάνω παράγραφος ικανοποιεί τη νομολογιακή αρχή που επιτάσσει αναφορά σε λεπτομέρειες. Η δεύτερη πρόταση˙ «Παρείχαν δηλαδή προσωπικές λεπτομέρειες», με την προσθήκη που ακολουθεί˙ «για την οικογενειακή και/ή επαγγελματική του ζωή», είναι αντιληπτό ότι εννοεί πως όλα όσα αναφέρονται στην πρώτη πρόταση συνιστούν τις λεπτομέρειες που κατέστησαν τον καθ΄ ου η αίτηση αναγνωρίσιμο από πρόσωπα που τον γνώριζαν. Αυτές κρίνω ότι είναι οι λεπτομέρειες στις οποίες εδράζεται ο καθ΄ ου η αίτηση και επιπλέον, αυτές κρίνω ότι ικανοποιούν τη σχετική νομολογιακή επιταγή. Γι΄ αυτό λοιπόν το λόγο καταλήγω ότι η υπό κρίση αίτηση είναι ουσιαστικά αβάσιμη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών. (Υπ.) .............. Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ /ΧΨ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο