← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΙΤΣΙΟΣ κ.α. ν. A.C. KITSIOS MOTORS LTD, διά του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της Εταιρείας κ.α., Αρ. Αγωγής: 9474/07, 1/9/2015

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΙΤΣΙΟΣ κ.α. ν. A.C. KITSIOS MOTORS LTD, διά του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της Εταιρείας κ.α., Αρ. Αγωγής: 9474/07, 1/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A317 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9474/07 Μεταξύ:

  1. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΙΤΣΙΟΣ, από Λευκωσία
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΙΤΣΙΟΣ, από Λευκωσία Εναγόντων - και -
  3. A.C. KITSIOS MOTORS LTD, διά του Επίσημου Παραλήπτη ως εκκαθαριστή της Εταιρείας
  4. ASTRA SELF DRIVE CARS PUBLIC LTD, από Λευκωσία
  5. C. KONTOS ESTATES LTD, από Λευκωσία
  6. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΚΟΝΤΟΣ, από Λευκωσία
  7. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΝΤΟΣ, από Λευκωσία
  8. ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΚΟΝΤΟΣ, από Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 1 Σεπτεμβρίου,
  9. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Π. Αγγελίδης. Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Α. Χαβιαράς (Για να ακούσει απόφαση κα. Σ. Παπουή) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η μη ολοκλήρωση της έγγραφης συμφωνίας για αγορά εκ μέρους των εναγόντων ακινήτου στα Λατσιά, ημερ. 7.1.2003, οδήγησε τους τελευταίους στην καταχώριση και προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Οι ενάγοντες, θέτοντας ως βάθρο την παράβαση εκ μέρους των εναγομένων της ως άνω συμφωνίας αλλά και τον δόλο και/ή αμέλεια, ως ισχυρίζονται που οι τελευταίοι επέδειξαν, με αποτέλεσμα την αποξένωση του συγκεκριμένου ακινήτου, αξιώνουν με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχώρησαν στις 9.10.2007: «(α) Ειδικές Αποζημιώσεις Λ.Κ. 1.400.000, (β) Γενικές Αποζημιώσεις, (γ) Ακύρωση της μεταβίβασης του ρηθέντος κτήματος στην εναγομένη 3, (δ) Εγγραφή του πιo πάνω κτήματος επ' ονόματι των εναγόντων, (ε) Νόμιμο τόκο και (στ) Έξοδα, έξοδα επίδοσης και Φ.Π.Α.». Η έκθεση απαίτησης των εναγόντων στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, καταχωρήθηκε χρόνια μετά, μόλις στις 2.2.
  10. Σύμφωνα με αυτήν, κατά ή περί τις 16.3.2001, οι ενάγοντες πώλησαν στην εναγομένη αρ. 2 εταιρεία σχεδόν το σύνολο των μετοχών που κατείχαν στην εναγομένη αρ. 1 εταιρεία. Παρέστη ανάγκη όπως γίνουν συμπληρωματικές της πιο πάνω σύμβασης συμφωνίες. Μία εξ' αυτών ήταν η συμφωνία ημερ. 7.1.2003, με βάση την οποία η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία θα πωλούσε ακίνητο της στην περιοχή Λατσιών στους ενάγοντες, το υπ' αριθμό εγγραφής 3/930, Φ/Σχ.30/22.Ε.1, Τεμ. 855/856, στην τιμή των Λ.Κ.350.
  11. Στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας, συνομολογήθηκε όπως με την υπογραφή της τελευταίας καταβληθεί από τους ενάγοντες - αγοραστές το ποσό των Λ.Κ.10.000, πράγμα το οποίο και έγινε. Το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος - που θα αποτελούσε και την εξόφληση - θα καταβάλλετο με την μεταβίβαση του ακινήτου, σε έξι μήνες από την υπογραφή της συμφωνίας. Αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι η χρονική αυτή παράταση ζητήθηκε από τους εναγόμενους, αφού το ως άνω ακίνητο ήταν υποθηκευμένο από τους τελευταίους ως εξασφάλιση για την διεξαγωγή των εργασιών τους. Δόθηκαν διαβεβαιώσεις προς τους ενάγοντες από τις εναγόμενες εταιρείες και τους εναγόμενους 4, 5 και 6, ότι πριν την λήξη της συμφωνημένης παράτασης των έξι μηνών θα παραχωρούσαν στις εμπορικές τράπεζες άλλες εξασφαλίσεις και έτσι πριν το τέλος της συμφωνημένης προθεσμίας θα ήταν σε θέση να μεταβιβάσουν το ως άνω ακίνητο στους ενάγοντες. Συμφωνήθηκε παράλληλα όπως οι ενάγοντες μην προχωρήσουν σε κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, για να μην φαίνεται ότι οι εναγόμενες εταιρείες είχαν υποχρέωση πώλησης του συγκεκριμένου ακινήτου. Πριν την λήξη της συμφωνηθείσας προθεσμίας η πλευρά των εναγομένων ζήτησε την μεταβίβαση του ακινήτου, προσφέροντας την καταβολή όλου του συμφωνημένου υπολοίπου. Ωστόσο, οι ενάγοντες, παρά το γεγονός ότι επιβεβαίωναν την προθυμία τους να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, ζητούσαν και λάμβαναν παράταση μέχρι συγκεκριμένος ελεγκτικός οίκος να τους συμβουλέψει ότι θα μπορούσαν να μεταβιβάσουν το ακίνητο χωρίς λογιστικά ή φορολογικά προβλήματα. Αρκετούς μήνες μετά τη λήξη της ως άνω συμφωνηθείσας εξάμηνης προθεσμίας, ο Νέαρχος Μιχαήλ, διευθυντής των εναγομένων εταιρειών 1 και 2, δήλωσε στους ενάγοντες ότι το ακίνητο δεν επρόκειτο να μεταβιβαστεί επ' ονόματι των τελευταίων, αφού το υπόλοιπο του τιμήματος δεν κατεβλήθη κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά τη λήξη της αρχικά συμφωνηθείσας προθεσμίας των έξι μηνών. Η ως άνω συμπεριφορά, προτάσσεται από την πλευρά των εναγόντων, πέραν του ότι αποτελούσε παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, αποτελεί πραγματικότητα η οποία κωλύει (estopped) τους εναγομένους να επικαλεστούν καθυστέρηση, αφού τούτη εζητήθη από τους ίδιους και έγινε αποδεκτή από τους ενάγοντες προς διευκόλυνση των εναγομένων εταιρειών αρ. 1 και
  12. Έρευνες των εναγόντων για διακρίβωση της τύχης του ακινήτου, κατέδειξαν ότι τούτο, λίγους μήνες πριν η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία οδηγηθεί σε διαδικασία εκκαθάρισης και τελείας διάλυσης, μεταβιβάστηκε στην εναγομένη αρ. 3 εταιρεία, διευθυντές της οποίας ήταν οι εναγόμενοι 4, 5 και
  13. Παρά το γεγονός ότι το επίδικο κτήμα πριν την ως άνω μεταβίβαση του βαρύνετο με υποθήκη προς όφελος εμπορικής τράπεζας αλλά και επί τούτου υπήρχε κατατεθειμένο memo του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων, αποτελεί δικογραφημένη θέση των εναγόντων πως με δόλιες και παράνομες ενέργειες των εναγομένων, στις οποίες αναφέρονται, έγινε κατορθωτή η εγγραφή του επίδικου κτήματος επ' ονόματι της εναγομένης αρ. 3 εταιρείας και η εξαφάνιση των κεφαλαιουχικών στοιχείων της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας εις βάρος των εναγόντων και άλλων πιστωτών. Υποδεικνύοντας τέλος ότι καμία από τις επίδικες συμφωνίες δεν τερματίστηκε νόμιμα και/ή καμία προκαταβολή δεν επεστράφη, οι ενάγοντες κωδικοποιούν τις αξιώσεις τους σε βάρος των εναγομένων ομού και/ή κεχωρισμένως ως ακολούθως: «A. Ειδικές Αποζημιώσεις £1.250.000,00 ήτοι (€2.135.751,80). Β. Αποζημιώσεις €10.000 ήτοι (€17.086,00) πλέον τόκους που αντιπροσωπεύουν την επιστροφή της προκαταβολής. Γ. Τιμωρητικές Αποζημιώσεις λόγω της δόλιας συμπεριφοράς των Εναγομένων. Δ. Γενικές Αποζημιώσεις. Ε. Νόμιμο Τόκο. ΣΤ. Έξοδα και ΦΠΑ.» Οι εναγόμενοι με την υπεράσπισή τους, η οποία καταχωρήθηκε στις 4.10.2011, δεν αμφισβητούν την συνομολόγηση της συμφωνίας ημερ. 7.1.
  14. Παραπέμποντας σε όρους της ως άνω συμφωνίας και αντίθετα με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων για το ζήτημα, αποτελεί θέση των εναγομένων ότι η εξάμηνη περίοδος για την καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος ζητήθηκε από την πλευρά των εναγόντων, για να μπορέσουν οι τελευταίοι να εξεύρουν τα αναγκαία κεφάλαια αποπληρωμής. Ουδέποτε υπήρξε προσφορά γραπτώς ή προφορικά από την πλευρά των εναγόντων για εξόφληση του τιμήματος αγοράς. Απεναντίας, υποδεικνύεται, ο Νέαρχος Μιχαήλ πλησιάστηκε από τους ενάγοντες για να δοθεί παράταση έξι μηνών, πλην όμως υπήρξε άρνηση στο αίτημα. Αποτελεί θέση των εναγομένων ότι η σύμβαση που οι ενάγοντες επικαλούνται έχει εκπνεύσει και/ή ακυρωθεί και/ή τερματιστεί με υπαιτιότητα των εναγόντων, ενώ σε κάθε περίπτωση οι επικαλούμενες συμβάσεις δεν δίδουν σε αυτούς το δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης επί του επίδικου κτήματος. Με δεδομένη την άσχημη οικονομική κατάσταση των εναγομένων αρ. 1 και 2 εταιρειών, συνέπεια των εκπλήξεων ενώπιον των οποίων βρέθηκε η εναγομένη αρ. 2 εταιρεία όταν απέκτησε από τους ενάγοντες την εναγομένη αρ. 1 εταιρεία και ενόψει του γεγονότος ότι ήδη είχε τερματιστεί το πωλητήριο έγγραφο ημερ. 7.1.2003, στις 18.12.2003 αποφασίστηκε η πώληση του εν λόγω ακινήτου. Υποδεικνύοντας ότι οι ενάγοντες δεν έχουν οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους εναγομένους 3, 4, 5 και 6 σε σχέση με το επίδικο ακίνητο ως επίσης ότι η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση, αιτούνται καταληκτικά την απόρριψη της αγωγής, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τις προβαλλόμενες και αποδιδόμενες σε αυτούς στην έκθεση απαίτησης των εναγόντων λεπτομέρειες δόλου και απάτης, ως επίσης τις ειδικές ζημιές που οι ενάγοντες προκρίνουν ότι υπέστησαν. Ζήτημα το οποίο κατά προτεραιότητα αισθάνομαι ότι θα πρέπει να εξεταστεί, αποτελεί η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου για την πλευρά των εναγομένων, πως καθ' ην έκταση και στο βαθμό που η έκθεση απαίτησης συγκρούεται ή είναι διαφορετική από την οπισθογράφηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, θα πρέπει να αγνοηθεί, αφού τούτο είναι δικονομικά απαράδεκτο. Αποτελεί θέση του ως άνω συνηγόρου ότι οι θεραπείες που μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας κατά πόσο πρέπει να αποδοθούν στους ενάγοντες, είναι αποκλειστικά αυτές που διατυπώνονται στο κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Στρέφοντας ειδικότερα την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι στην οπισθογράφηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δεν υπάρχει οποιαδήποτε απαίτηση για επιστροφή της προκαταβολής, υποστήριξε ότι το ζήτημα δεν μπορεί καν να απασχολήσει το Δικαστήριο στην υπό εξέταση περίπτωση. Αποτελεί ασφαλώς αξίωμα στο νομικό μας σύστημα, ότι τα δικόγραφα αποτελούν το δικογραφικό θεμέλιο επί του οποίου εδράζεται η απαίτηση και αναδεικνύεται ο καθορισμός των επιδίκων θεμάτων. Η δίκη, περιορίζεται αυστηρά στη βάση των ισχυρισμών που προβάλλονται και περιέχονται στα δικόγραφα. Πολιτική Έφεση αρ. 188/2010, ημερ. 4.6.2015, Παναγιώτης Παναγιώτου Μαυρουδή ν. Global Consolidated Recourses Ltd και Βραχίμη ν. Κουλουμπρή

(1992)1 Α.Α.Δ. 836. Όπως υπεδείχθη άλλωστε στην υπόθεση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24: «Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης επιβάλλει την διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανέφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134), κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής.» Στην υπό εξέταση περίπτωση, είναι γεγονός ότι στα πλαίσια του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής (Δ.2 κ.1) ενώ εκτίθενται κατά τρόπον γενικό οι βάσεις της αγωγής και οι αξιώσεις των εναγόντων, δεν προσδιορίζεται η αξιούμενη αποζημίωση των Λ.Κ.10.000 πλέον τόκους, που αντιπροσωπεύουν την επιστροφή της προκαταβολής. Τούτο, γίνεται μόνον στα πλαίσια της μεταγενέστερα καταχωρηθείσας έκθεσης απαίτησης των εναγόντων. Η πλευρά των εναγομένων λοιπόν, προκρίνει ότι η διάσταση μεταξύ της γενικής οπισθογράφησης και της έκθεσης απαίτησης αποτελεί δικονομικό και νομοτυπικό εμπόδιο που εμποδίζει εξαρχής της διεκδίκηση από την πλευρά των εναγόντων της συγκεκριμένης αξίωσης. Η πιο πάνω προσέγγιση, στο πλαίσιο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, δεν μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με την Δ.2 κ.3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, στο πλαίσιο της γενικής οπισθογράφησης ενός κλητηρίου εντάλματος είναι αρκετή η γενική αναφορά της αξίωσης ή της θεραπείας ή της βάσης της αγωγής. Ως ειδικότερα προβλέπεται στον εν λόγω κανονισμό: «3. ... The writ shall be indorsed with a statement of the nature of the claim made, or of the relief or remedy required in the action, but it shall not be essential to set forth in such indorsement the precise ground of complaint, or the precise remedy or relief to which the plaintiff considers himself entitled. The writ shall be signed by the plaintiff or his advocate at the foot of such statement.» Ως άλλωστε υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Precedents of Pleadings, Bullen & Leake & Jacob's, στη σελίδα 70, κάτω από την παράγραφο «Altering, modifying or extending claim indorsed on the writ»: «Where the statement of claim is not indorsed on the writ, but is a separate document, whether served with the writ or later, it must, in general, confine itself to the causes of action mentioned in the general indorsement of the writ which itself consists of a concise statement of the nature of the claim made or the relief or remedy required in the action. Accordingly, the statement of claim must not contain any allegation or in the writ or arises from facts which are the same as, or include, or form part of, facts giving rise to a cause of action so mentioned. Subject to such limitation, the plaintiff is permitted in his statement of claim to alter, modify or extend any claim made by him in the indorsement of the writ without amending the indorsement. But this does not entitle the plaintiff completely to change the cause of action indorsed on the writ, or to introduce an entirely new and additional cause of action, or to introduce a claim which the court has no jurisdiction to entertain.» Στα πλαίσια και της υπό συζήτηση αγωγής, η πλευρά των εναγόντων έθεσε στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμά της αγωγής της, κατά τρόπο γενικό, ως όφειλε, την βάση της απαίτησής της και τις αξιώσεις που επιδιώκει. Με την ετοιμασία και προώθηση σε μεταγενέστερο στάδιο της έκθεσης απαίτησης της, δεν επιθυμεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να διαφοροποιήσει την βάση της απαίτησής της. Το γεγονός ότι εκ των πραγμάτων, κάποιες από τις διεκδικούμενες στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα θεραπείες φαίνεται ουσιαστικά να εγκαταλείπονται (π.χ. ακύρωση της μεταβίβασης του ακινήτου στην εναγομένη 3 και εγγραφή του τελευταίου επ΄ ονόματι των εναγόντων) - άλλωστε η μη αμφισβήτηση του γεγονότος ότι η συμφωνία ημερ. 7.1.2003 (Τεκμήριο 3) δεν καταχωρήθηκε στο κτηματολόγιο και η μη ικανοποίηση άλλων, εκ του νόμου προβλεπόμενων προϋποθέσεων για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, σφραγίζουν στην υπό συζήτηση περίπτωση, την τύχη της συγκεκριμένης αξίωσης - ενώ κάποιες άλλες εξειδικεύονται και ρητά πλέον προσδιορίζονται, χωρίς ασφαλώς να εισάγεται νέα ή διαφορετική βάση και αιτία της αγωγής της, αποτελεί καθόλα επιτρεπτή δικονομική πρακτική και δυνατότητα. Στη βάση των περιστατικών που περιβάλουν άλλωστε την υπό συζήτηση περίπτωση, είναι φανερό κατά την αντίληψή μου πως δεν υπάρχει καν η αναγκαιότητα στήριξης του εγχειρήματος εκ μέρους των εναγόντων να διεκδικήσουν τη συγκεκριμένη αποζημίωση στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, επικαλούμενοι οι τελευταίοι τις πρόνοιες της Δ.20 Κ.1Α των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, όπου ρητά προνοείται πως στα πλαίσια μιας έκθεσης απαίτησης ο ενάγοντας έχει την δυνατότητα να τροποποιήσει, διαφοροποιήσει ή επεκτείνει την απαίτησή του χωρίς τροποποίηση της οπισθογράφησης του κλητηρίου, νοουμένου βέβαια πάντα ότι δεν διαφοροποιείται η βάση και η αιτία της αγωγής του. Βλ. σχετικά Χριστοφόρου ν. Χριστοφόρου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1551 και Graff Estates v. Rimrose Sewerage Board
(1953)2 All E.R.
  1. Η πλευρά των εναγόντων, για την παρουσίαση της υπόθεσης της, πέραν της μαρτυρίας του ενάγοντα αρ. 1, Χριστόφορου Κίτσιου, παρουσίασε την μαρτυρία τεσσάρων ακόμη προσώπων. Μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά των εναγομένων κλήθηκε ο εναγόμενος αρ. 4 και διευθυντής της εναγομένης αρ. 2 εταιρείας, Κωνσταντίνος Κοντός. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου η επανάληψη της τεθείσας ενώπιων του μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτήν. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως απουσίας ρητής παράθεσης της στην παρούσα (βλ. Ανδρονίκου v Δημοκρατίας 2008 2ΑΑΔ 486). Καταθέτοντας ο Χριστόφορος Κίτσιος από το εδώλιο του μάρτυρα και υιοθετώντας γραπτή δήλωσή του ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, (Έγραφο Α) επανέλαβε ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων για την εξέλιξη των γεγονότων. Υπέδειξε, μεταξύ άλλων, ότι με τον ενάγοντα 2, αδελφό του, ήταν οι κύριοι ιδιοκτήτες και διευθυντές της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας. Κατά ή περί της 16.3.2001 πώλησαν όλες τις μετοχές τους στην εν λόγω εταιρεία, στην εναγομένη αρ. 2, δημόσια εταιρεία. (Τεκμήριο 1). Ενόψει του γεγονότος ότι κατά την υλοποίηση της ως άνω συμφωνίας προέκυψαν κάποιες διαφορές, παρέστη ανάγκη όπως υπογραφούν δύο συμπληρωματικές συμφωνίες. Η δεύτερη από αυτές, ημερ. 7.1.2003, (Τεκμήριο 3) αφορούσε την πώληση του επίδικου κτήματος από την εναγομένη αρ. 1 εταιρεία προς τους ενάγοντες. Το τίμημα πώλησης καθορίστηκε στις Λ.Κ.350.000 ενώ οι εναγόμενοι 4, 5 και 6 ως επίσης κάποιος Νέαρχος Μιχαήλ που διεύθυναν κυρίως την εναγομένη αρ. 1 εταιρεία, απεδέχθησαν όπως τούτο καταβληθεί με δύο δόσεις, ήτοι Λ.Κ.10.000 κατά την υπογραφή της συμφωνίας και Λ.Κ.340.000 εντός έξι μηνών. Η περίοδος των έξι μηνών ζητήθηκε από τους εναγομένους, αφού το συγκεκριμένο κτήμα ήταν υποθηκευμένο, χρησιμοποιώντας το οι τελευταίοι ως ασφάλεια για την διεξαγωγή των εργασιών τους. Τόσο ο ίδιος και ο ενάγοντας αρ. 2, όσο και ο πατέρας τους, όταν πλησίαζε η λήξη της ως άνω εξάμηνης προθεσμίας, ζήτησαν όπως γίνει η μεταβίβαση του ακινήτου για να καταβάλουν το υπόλοιπο του τιμήματος. Αντί αυτού, οι εναγόμενοι καθησυχάζοντας τους ότι η μεταβίβαση θα ολοκληρωθεί και ότι οι ίδιοι θα εξεύρισκαν άλλες εξασφαλίσεις για να δυνηθούν να προβούν στη συμφωνηθείσα μεταβίβαση, υποδεικνύοντας τους ότι το θέμα χειρίζεται για λογαριασμό τους ο ελεγκτικός οίκος KPMG, ο οποίος θα τους ενημέρωνε για το χρόνο που το κτήμα θα ήταν ελεύθερο για μεταβίβαση, έπειθαν τους ενάγοντες ότι η παράταση θα τους διευκόλυνε στη συμφωνηθείσα μεταβίβαση, εξασφαλίζοντας από τους τελευταίους παράταση αρκετών μηνών, πέραν των έξι που προβλεπόταν στη μεταξύ τους συμφωνία. Προς έκπληξη των εναγόντων, μετά την πάροδο του εξαμήνου και του επιπλέον χρόνου που οι ενάγοντες παραχώρησαν για να καταστεί δυνατή η μεταβίβαση, ο τότε διευθυντής των εναγομένων 2, Νέαρχος Μιχαήλ, προέβαλε ως δικαιολογία για την άρνηση εκ μέρους των εναγομένων της μεταβίβασης του ακινήτου την πάροδο της εξαμηνίας. Στο μεταξύ, κατά ή περί τις 17.6.2005 η εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία μπήκε σε διαδικασία εκκαθάρισης, ενώ οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι το επίδικο κτήμα ενεγράφη επ' ονόματι της εναγομένης αρ. 3 εταιρείας C. Kontos Estates Ltd, διευθυντές της οποίας είναι οι εναγόμενοι 4, 5 και
  2. Στις διαμαρτυρίες τους ότι το ακίνητο προ της μεταβίβασης του στην εναγομένη αρ. 3 εταιρεία ήταν υποθηκευμένο σε εμπορική τράπεζα και ότι, επιπρόσθετα, υπήρχε επιβάρυνση (memo) επ' αυτού εκ μέρους του Φόρου Εισοδήματος, ενημερώθηκαν ότι οι διευθυντές είχαν αναφέρει πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε απαίτηση σχετικά με το κτήμα και ότι εν πάση περιπτώσει η εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία είχε αρκετά χρήματα για να καλύψει όλες της τις υποχρεώσεις. Τούτο έγινε, υποστηρίζει, με σκοπό να πειστεί ο ενυπόθηκος δανειστής και ο Φόρος Εισοδήματος να απελευθερώσουν το κτήμα και στη συνέχεια η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία μέσω των διευθυντών της, εναγομένων 4, 5 και 6 να το εγγράψει σε άλλη οικογενειακή εταιρεία με σκοπό την εξαπάτηση τόσο των αγοραστών-εναγόντων όσο και των υπόλοιπων πιστωτών της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας απέρριψε την θέση πως ο μοναδικός λόγος που δεν πληρώθηκε από την πλευρά των εναγόντων-αγοραστών εμπρόθεσμα το ποσό των Λ.Κ.340.000, ήταν το γεγονός ότι οι τελευταίοι δεν είχαν το συγκεκριμένο ποσό. Απέρριψε επίσης την θέση ότι ο λόγος που οι ενάγοντες δεν προέβηκαν σε οποιαδήποτε κίνηση σε σχέση με το ακίνητο από τον Ιούνιο του 2003, ήταν επειδή απεδέχθησαν το γεγονός ότι το συμβόλαιο τερματίστηκε. Η συμφωνία ημερ. 7.1.2003, υποστήριξε, ουδέποτε τερματίστηκε γραπτώς ή προφορικά, η δε προκαταβολή ουδέποτε επεστράφη. Παραδέχτηκε ότι η πλευρά των εναγόντων ουδέποτε έστειλε οποιαδήποτε επιστολή ζητώντας, είτε την μεταβίβαση του ακινήτου με την ταυτόχρονη καταβολή από την πλευρά τους του υπόλοιπου του τιμήματος (Λ.Κ. 340.000) είτε την επιστροφή της προκαταβολής, υποδεικνύοντας ότι οι ενάγοντες πάντα περίμεναν για να προχωρήσουν με την μεταβίβαση. Αναφερόμενος ειδικότερα στους εναγόμενους 3, 4, 5 και 6 συμφώνησε με την θέση ότι οι τελευταίοι δεν εξαπάτησαν καθ' οιονδήποτε τρόπο τους ενάγοντες όταν συνομολογήθηκαν οι προγενέστερες συμφωνίες, ημερ. 16.3.2001 και 12.12.
  3. Το ίδιο ισχύει, υπέδειξε και όταν καταρτιζόταν η συμφωνία ημερ. 7.1.2003, σημειώνοντας όμως ότι στην εξέλιξη των πραγμάτων, οι εναγόμενοι, όχι μόνον δεν ενημέρωσαν ποτέ τους ενάγοντες για να προχωρήσουν στη μεταβίβαση του ακινήτου αλλά παράλληλα προφασίζονταν διάφορα για να κερδίσουν χρόνο και να λήξει η εξάμηνη προθεσμία της συμφωνίας. Δεύτερος μάρτυρας κλήθηκε ο Αιμίλιος Τσίγκης, υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι το ακίνητο με προηγούμενο αρ. εγγραφής C930 και το οποίο έλαβε πλέον νέο αριθμό εγγραφής, τον 0/3979, βρίσκεται στον Δήμο Λατσιών. Παραπέμποντας σε κτηματολογικά μητρώα που αφορούν το κτήμα (Τεκμήρια 8 και 9) και αντλώντας πληροφόρηση από αυτά, υπέδειξε ότι η αξία του κτήματος σε τιμές του 1980 ήταν €29.588,80 ενώ σε τιμές του 2013 η τιμή καθορίστηκε στο €1.434.
  4. Το συγκεκριμένο ακίνητο, υπέδειξε ο μάρτυρας, ανήκει στην εταιρεία C. Kontos Estates Ltd, η οποία το απέκτησε στις 31.12.2003 δυνάμει αγοράς στην τιμή των Λ.Κ.300.000, με την δήλωση πώλησης Π7047/
  5. Προηγούμενος ιδιοκτήτης φέρεται να ήταν η εταιρεία A.C. Kitsios Motors Ltd. Σήμερα είναι επιβαρυμένο με μια υποθήκη για το ποσό των €2.500.
  6. Προηγούμενες υποθήκες οι υπ' αριθμό 1134/97 και 1135/97 εξαλήφθησαν και/ή ακυρώθηκαν στις 31.12.
  7. Τρίτος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων, κλήθηκε ο Ανδρέας Χατζηδημητρίου, υπάλληλος στο τμήμα Φορολογίας. Ο μάρτυρας αναφερόμενος σε υποχρεώσεις της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας προς τον Φόρο, κατέληξε ότι σήμερα και ενώ η τελευταία τελεί υπό εκκαθάριση, φαίνεται να οφείλει συνολικά το ποσό του €1.554.
  8. Δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν ο Φόρος είναι καθ' οιονδήποτε τρόπο εξασφαλισμένος μέσω υποθήκης ή οποιασδήποτε επιβάρυνσης για το εν λόγω ποσό. Ο μάρτυρας δεν ήταν επίσης σε θέση να γνωρίζει το σύνολο των υποχρεώσεων της εν λόγω εταιρείας μέχρι την 31.12.
  9. Ο Φοίβος Πιερίδης, αποτέλεσε τον τέταρτο μάρτυρα για την πλευρά των εναγόντων. Υπάλληλος επίσης του τμήματος Φορολογίας, υπέδειξε ότι η εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία δεν έχει οποιεσδήποτε οφειλές προς τον Φόρο ούτε υπάρχουν οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη επί της περιουσίας της. Το ίδιο ισχύει και για την εναγόμενη αρ. 3 εταιρεία. Αντίθετα, η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία διατηρεί εκκρεμότητες με τον Φόρο. Έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου κατάσταση εισπράξεων φορολογουμένου σε σχέση με την εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία, η οποία καλύπτει την περίοδο από το 1996 μέχρι την 27.10.2004, ημερομηνία της τελευταίας πληρωμής που η εν λόγω εταιρεία προέβη (Τεκμήριο 10). Εξήγησε πως ενόψει του γεγονότος ότι υπήρχε μια φορολογική εκκρεμότητα της εν λόγω εταιρείας, ύψους €435.588,14 πλέον τόκους και επιβαρύνσεις, δρομολογήθηκε σε κάποιο στάδιο εκ μέρους της υπηρεσίας του και εναντίον της συγκεκριμένης εταιρείας, η αγωγή υπ' αριθμό 656/
  10. Αφού το συγκεκριμένο ποσό αναγνωρίσθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου, στη συνέχεια δεσμεύτηκαν περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς διασφάλιση του. Ανάμεσα σε αυτά και δύο χωράφια στα Λατσιά. Ο μάρτυρας δήλωσε ενήμερος του γεγονότος ότι τα συγκεκριμένα ακίνητα στα Λατσιά απελευθερώθηκαν από την υπηρεσία του. Αυτή η δυνατότητα, εξήγησε, υπάρχει πάντα αφού οι λειτουργοί της υπηρεσίας του μπορούν κατά την κρίση τους να δώσουν την άδεια προς τούτο. Έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου αντίγραφα σχετικών εγγράφων ακύρωσης εγγραφής Δικαστικής απόφασης, ημερ. 30.12.2003, (Τεκμήρια 11 και 11Α) τα οποία αφορούσαν το επίδικο ακίνητο, αναγνωρίζοντας επί τούτων την υπογραφή του προϊστάμενου του Γραφείου Είσπραξης Φόρων. Παρά το γεγονός ότι η εταιρεία πλήρωσε κάποια ποσά μετά το 2003, σήμερα εξακολουθεί να υπάρχει υπόλοιπο οφειλής για την συγκεκριμένη αγωγή, ύψους €412.688,15, πλέον τόκους και επιβαρύνσεις. Πέμπτος και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων κλήθηκε ο Σταύρος Παπαδόπουλος, εκτιμητής ακινήτων. Ο μάρτυρας ετοίμασε κατ' εντολή των εναγόντων εκτίμηση για την αξία του επίδικου ακινήτου την οποία παρουσίασε, (Τεκμήριο 12) εξηγώντας τον τρόπο εργασίας και την κατάληξή του. Αποτέλεσε καταληκτική θέση του μάρτυρα ότι η αγοραία αξία του κτήματος περί το τέλος του 2006 ήταν €896.
  11. Αντεξεταζόμενος, εξήγησε ότι ως χρόνος αναφοράς της εκτίμησης του επιλέγηκε το 2006 αφού αυτές ήταν οι οδηγίες του εντολέα του. Καταθέτοντας ο εναγόμενος 4, Κωνσταντίνος Α. Κοντός, διευθυντής της εναγομένης αρ. 2 εταιρείας, υιοθέτησε ουσιαστικά μέσω της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Β) τις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων για την εξέλιξη των γεγονότων. Η περίοδος των έξι μηνών για την καταβολή του υπόλοιπου συμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του επίδικου ακινήτου, υπέδειξε, ζητήθηκε από τους ενάγοντες, για να δυνηθούν να εξεύρουν οι τελευταίοι τα αναγκαία κεφάλαια αποπληρωμής του τιμήματος. Ουδέποτε υπήρξε προσφορά, είτε γραπτώς είτε προφορικά, για εξόφληση του υπόλοιπου τιμήματος εκ μέρους των εναγόντων. Αντίθετα, οι τελευταίοι ζήτησαν περαιτέρω παράταση έξι μηνών προς τούτο, πλην όμως το αίτημα τους απερρίφθη. Με δεδομένο, υπέδειξε, ότι το πωλητήριο (Τεκμήριο 3) είχε τερματιστεί, αποφασίστηκε η πώληση του επίδικου ακινήτου στις 18.12.2003, έχοντας στο μεταξύ προηγηθεί η σχετική εκτίμηση της αξίας του, αντίγραφο της οποίας έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 13). Αποτέλεσε θέση του μάρτυρα ότι οι εναγόμενοι 3, 4, 5 και 6 δεν έχουν οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους ενάγοντες σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο ως εκ τούτου δεν υπάρχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους. Οι συμβάσεις τις οποίες οι ενάγοντες επικαλούνται έχουν εν πάση περιπτώσει εκπνεύσει και ακυρωθεί/τερματιστεί με υπαιτιότητα των εναγόντων, προκρίνοντας ότι οι τελευταίοι ουσιαστικά επιδιώκουν δόλια να πάρουν χρήματα από τους εναγομένους. Απέρριψε κατηγορηματικά την υποβληθείσα προς αυτόν θέση ότι η καθυστέρηση που υπήρξε στην ολοκλήρωση της συμφωνίας ήταν κατόπιν παράκλησης του Νέαρχου Μιχαήλ, άτομο το οποίο αναγνώρισε ότι σε κάποιο στάδιο υπήρξε επίσης διευθυντής της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, επιμένοντας στη θέση ότι ο ίδιος άκουσε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο τον ισχυρισμό ότι ήταν ο Νέαρχος Μιχαήλ που ζήτησε να περιμένουν λίγο να βελτιωθεί η εικόνα της εταιρείας A.C. Kitsios Motors Ltd και στη συνέχεια να μεταβιβαστεί το ακίνητο στους ενάγοντες. Αναφερόμενος στο γεγονός ότι σε περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας υπήρχαν βάρη σε σχέση με οφειλές προς τον Φόρο, υπέδειξε ότι πράγματι η συγκεκριμένη εταιρεία είχε μεν προβλήματα ρευστότητας, πλην όμως οι υποχρεώσεις της διευθετούντο κατά τρόπο που κατά την εκτίμηση του εκάστοτε Εφοριακού Διευθυντή τα βάρη «σηκώνονταν» οποτεδήποτε χρειαζόταν να γίνει κάποια μεταβίβαση ακινήτου. Αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο αποφασίστηκε η αγορά του επίδικου ακινήτου από την εταιρεία C. Kontos Estates Ltd, υπέδειξε πως η τελευταία ανήκει κατά κύριο λόγο σε μέλη της οικογένειας του. Ενόψει του γεγονότος ότι η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία είχε ανάγκη από ρευστότητα και επειδή μέλη της C. Kontos Estates Ltd είχαν εμπλακεί στο συμβούλιο της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, αποφασίστηκε όπως το συγκεκριμένο ακίνητο αγοραστεί από την εταιρεία C. Kontos Estates Ltd. Για την εξεύρεση των σχετικών κεφαλαίων, η εν λόγω εταιρεία δανειοδοτήθηκε από τράπεζα. Πέραν της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, οι συνήγοροι των δύο πλευρών δήλωσαν, ως παραδεκτά γεγονότα για σκοπούς αυτής της διαδικασίας, και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο ως τέτοια ότι:
  12. Κατά την κατάρτιση του επίδικου πωλητηρίου του 2003, οι μετοχές στο κεφάλαιο της εναγομένης 1 κατέχοντο από την εναγομένη 2 και τους ενάγοντες 1 και
  13. Κατά την ίδια περίοδο στους διευθυντές της εναγομένης 1 περιλαμβανόταν ο κ. Νέαρχος Μιχαήλ και οι εναγόμενοι 4 και
  14. Οι ενάγοντες 1 και 2 παραιτήθηκαν από διευθυντές της εναγομένης 1 την 1.9.
  15. Κατά τον ουσιώδη χρόνο κατάρτισης του επίδικου πωλητηρίου του 2003, η εναγομένη αρ. 3 εταιρεία είχε μεταξύ άλλων μετόχους τους εναγόμενους 5 και 6, οι οποίοι ήταν επίσης μέλη του διοικητικού της συμβουλίου.
  16. Κατά τον ουσιώδη χρόνο κατάρτισης του επίδικου πωλητηρίου του 2003, οι εναγόμενοι 4, 5 και 6 ήταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης αρ. 2 εταιρείας, ο δε Νέαρχος Μιχαήλ ήταν γραμματέας της εν λόγω εταιρείας. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed ν. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο, ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο ασφαλώς, έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της (Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212, σελ. 216). Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιων μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω σε αδρές γραμμές έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των πλευρών στη διαδικασία, παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή, έχοντας σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από τη ζωντανή εικόνα τους καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη στις τοποθετήσεις τους υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων, το φυσικό ή υπερβολικό των αντιδράσεων τους καθ' όν χρόνο κατέθεταν από το εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν καθ' όν χρόνο προσέφεραν την μαρτυρία τους. Τα ως άνω βέβαια, έχοντας πάντα κατά νου το λόγο της υπόθεσης Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, ως εκ τούτου το Δικαστήριο ήταν εξαιρετικά προσεκτικό να μην αποδώσει υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς τους, αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει, (βλ. επίσης Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1 ΑΑΔ 401). Αξιολογώντας την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, (έχοντας πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία θα πρέπει να εκτιμάται αποσυναρτημένα με το επίπεδο απόδειξης), το Δικαστήριο έχει επίσης κατά νου, ανάμεσα σε άλλα, το στάδιο κατά το οποίο προέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και την εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που οι μάρτυρες είχαν να αντιληφθούν προσωπικά τα διαδραματισθέντα, την μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται και να πιστεύουν αυτά τα οποία κατέθεταν. Καθ' όλα θετική είναι η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας των Μ.Ε. 2, 3 και 4. Δεν έχω αμφιβολία ότι οι ως άνω μάρτυρες - παραμένοντας ουδέτεροι επί των γεγονότων που περιβάλουν την υπό εξέταση υπόθεση - υπήρξαν ειλικρινείς μάρτυρες, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου, ως μάρτυρες της αλήθειας, όσα οι ίδιοι γνώριζαν για την υπόθεση και για τα οποία ερωτήθηκαν, χωρίς διάθεση να παραστήσουν γεγονότα που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Η ως άνω αντίληψη του Δικαστηρίου, είναι ασφαλώς αποσυναρτημένη από το γεγονός ότι οι αναφορές και τοποθετήσεις τους επί των ζητημάτων για τα οποία ερωτούντο παρέμειναν αναντίλεκτες και μη αμφισβητούμενες από την πλευρά της υπεράσπισης. Το σύνολο της μαρτυρίας τους γίνεται αποδεκτό από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την μαρτυρία του Σταύρου Παπαδόπουλου (Μ.Ε.5), του οποίου η μαρτυρία - στη βάση των ακαδημαϊκών του προσόντων αλλά και της προηγούμενης εμπειρίας και ενασχόλησής του με το αντικείμενο της εκτίμησης της αξίας ακινήτων - κρίνεται ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μαρτυρία ειδικού-πραγματογνώμονα μάρτυρα, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή αξιολογήθηκε και αντιμετωπίστηκε στη βάση των καλά καθιερωμένων αρχών για το ζήτημα. (Cross on Evidence, 5η έκδοση, σελ. 446, Republic v Chacholiades
(1992)1 ΑΑΔ σελ. 446 και Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298). Η συμπεριφορά στο εδώλιο ενός εμπειρογνώμονα μάρτυρα, παραμένει ένα από τα στοιχεία για να κριθεί η αξία της γνώμης του (Star Fiber-Glass v Elneda Trading Ltd
(1992)1 ΑΑΔ 875). Παρά το γεγονός ότι η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, ούτε υποκαθιστά το έργο του παρά μόνο το βοηθά - με την παράθεση των σχετικών επιστημονικών κριτηρίων - να καταλήξει στα δικά του, ανεξάρτητα συμπεράσματα, αναμφίβολα η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα με την οποία μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες προσέγγισαν το έργο τους, αποτελεί επίσης σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους. (βλ. Μιτσιγιώργη και άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811). Σε κάθε περίπτωση σημειώνεται το γεγονός ότι στην 13η έκδοση του συγγράμματος Phipson on Evidence, παράγρ. 27-35, εντοπίζεται πως πλανάται ακόμη και σήμερα η υποψία ότι εμπειρογνώμονες μάρτυρες, πιθανόν να διάκεινται ευνοϊκά υπέρ του διαδίκου που τους καλεί να μαρτυρήσουν. (βλ. Αναστασιάδης ν Δημοκρατίας
(1977)2 CLR 97). Καθ' όλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του μάρτυρα Παπαδόπουλου. Ο τελευταίος, με λόγο σαφή, απλό και επεξηγηματικό έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου τη μαρτυρία του, πείθοντας ότι επρόκειτο για ειλικρινή μάρτυρα που θα μπορούσε να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ορθά συμπεράσματα για τα ζητήματα τα οποία κατέθετε. Η μεθοδολογία και η φόρμουλα που εξήγησε και ακολούθησε για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου που κλήθηκε να εκτιμήσει, με χρονολογία αναφοράς το 2006 ως οι εντολές που έλαβε, κρίνονται ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτές, για την κατάληξη στα δικά του συμπεράσματα σε σχέση με την αγοραία αξία του επίδικου ακινήτου κατά το
  1. Το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας όλα όσα σχετικά τέθηκαν υπόψη του για το ζήτημα, προβαίνοντας στις αναγκαίες προς τούτο διεργασίες και αξιολογώντας τα ενώπιων του στοιχεία και μετρήσιμα δεδομένα, καταλήγει στο τέλος της ημέρας να υιοθετήσει την τελική εισήγηση του συγκεκριμένου μάρτυρα για το ζήτημα, καθιστώντας την και εύρημα του Δικαστηρίου. Φανερή ήταν η προσπάθεια του ενάγοντα αρ. 1, Χριστόφορου Κίτσιου, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα να εξυπηρετήσει την υπόθεση των εναγόντων και να ενισχύσει την εκδοχή της πλευράς των τελευταίων για την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την παρούσα, όπως αυτή προκρίνεται στις έγραφες προτάσεις των τελευταίων. Στα πλαίσια της προσπάθειας του αυτής, εντάσσεται και η επίκληση τοποθετήσεων, ενεργειών και αναφορών τρίτων προσώπων όπως του πατέρα του, του αδελφού του (ενάγοντα αρ. 2), λογιστών του οίκου KPMG και του Νέαρχου Μιχαήλ, (διευθυντή για κάποιο χρονικό διάστημα μαζί με άλλους της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας), χωρίς όμως στο τέλος της ημέρας να τεθεί οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου, ικανό, όχι μόνον να επιρρώσει τις ειδικότερες αναφορές και τοποθετήσεις του μάρτυρα για το ζήτημα αλλά και την εκδοχή των εναγόντων για την εξέλιξη ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την υπό εξέταση περίπτωση στο σύνολό της. Χωρίς να περιπέσει σε κραυγαλέες αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις, άφηνε ωστόσο έντονη την εντύπωση στον ανεξάρτητο παρατηρητή καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα ότι προσπαθούσε, ανεπιτυχώς, να δικαιολογήσει και να εξηγήσει κατά τρόπο που θα εξυπηρετούσε την υπόθεση των εναγόντων την εξέλιξη αναμφισβήτητων γεγονότων που περιβάλλουν και αφορούν την παρούσα υπόθεση, πράξεις ή παραλήψεις των εναγόντων, μη διστάζοντας να παραστήσει γεγονότα κατά τρόπο που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή ακόμα να εξηγήσει κάποια άλλα κατά τρόπο που θα εξυπηρετούσε την υπόθεση της πλευράς των εναγόντων, προς επίτευξη του στόχου της προώθησης μιας εκδοχής που από μόνη της παρουσιάζει αδυναμίες και κενά. Τα πιο πάνω, σε συνάρτηση πάντα με την έλλειψη πειστικότητας του ως μάρτυρα και σε συνδυασμό με το όλο πλέγμα γεγονότων και περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί στη μαρτυρία του για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισμένα. Εντύπωση προκαλεί, και πάντως αφαιρεί από την ποιότητα της μαρτυρίας του, αλλά και την γενικότερη πειστικότητα της εκδοχής των εναγόντων, το γεγονός ότι κανένα έγγραφο ή άλλο στοιχείο δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, με τα οποία, αν όχι να επιβεβαιώνεται, να ενισχύεται έστω η θέση του μάρτυρα ότι ήταν από την πλευρά των εναγομένων που προήλθε το αίτημα για παράταση του χρόνου μεταβίβασης του ακινήτου επ' ονόματι των αγοραστών, πέραν του χρόνου που προβλεπόταν στην μεταξύ των μερών συμφωνίας (Τεκμήριο 3). Ούτε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των εναγόντων, οι οποίοι σε αστικές υποθέσεις ως η υπό συζήτηση έχουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, οποιοδήποτε έγγραφο ή άλλο στοιχείο με το οποίο να καταδεικνύεται κάλεσμα προς τους εναγομένους, σε οποιοδήποτε στάδιο, για την ολοκλήρωση της συμφωνίας με την καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος και τη μεταβίβαση του ακινήτου. Επί τούτου, ο μάρτυρας περιορίστηκε και πάλι σε γενικές και αόριστες αναφορές, χωρίς να πείθει η επιμονή του στη θέση πως ενώ κατ' επανάληψη καλούσαν τους εναγόμενους αλλά και ζητούσαν από τρίτους, (τους λογιστές των τελευταίων) να μεσολαβήσουν για την ολοκλήρωση της συμφωνίας, εντούτοις, ποτέ δεν όχλησαν εγγράφως, οποιονδήποτε προς τούτο. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής ότι ο μάρτυρας, σε σύμπνοια με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, υποστήριξε καταθέτοντας στο Δικαστήριο την εμπλοκή στο όλο ζήτημα λογιστών του ελεγκτικού-λογιστικού οίκου της KPMG, στους οποίους κατ' επανάληψη αποτάθηκαν για το ζήτημα και οι οποίοι «.μας έλεγαν ότι ήταν έτοιμοι να επιβεβαιώσουν τις πολλές οχλήσεις που είχαμε κάνει με σκοπό να εξασφαλίσουμε την επ' ονόματι μας εγγραφή του κτήματος, εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας των 6 μηνών», θέση που επίσης προβλήθηκε από την πλευρά του εντελώς αόριστα και ελλειπτικά, παραμένοντας αίολη και μετέωρη μέχρι τέλους και η οποία απορρίπτεται ως εκ των υστέρων σκέψη και θέση, η προβολή της οποίας εντάσσεται στο ίδιο πλαίσιο επιδιώξεων του μάρτυρα. Αντίθετα, σημειώνεται το γεγονός πως οι ενάγοντες, οι οποίοι παρουσιάζονται και από τον μάρτυρα Κίτσιο να επιθυμούσαν διακαώς την καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος και την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι τους, ενώ είχαν κάθε δικαίωμα, ως η μεταξύ των δύο πλευρών συμφωνία, (Τεκμήριο 3), μετά την πάροδο 45 ημερών από την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας να καταθέσουν στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης την περί ου ο λόγος συμφωνία, παρέλειψαν να πράξουν τούτο. Η δικαιολογία που προβλήθηκε, ότι δηλαδή οι εναγόμενες αρ. 1 και 2 εταιρείες δεν επιθυμούσαν να δημοσιοποιηθεί η συγκεκριμένη πώληση, ασφαλώς δεν πείθει, αφού στην ίδια την σύμβαση (Τεκμήριο 3) γίνεται ειδική αναφορά στο χρόνο που δεν μπορούσε αυτή να κατατεθεί για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, περιορίζοντας τον αυστηρά σε 45 μέρες, χρόνο πολύ μικρότερο των έξι μηνών που συμφωνήθηκε ως προθεσμία για την καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος, εντός του οποίου μάλιστα, ως η θέση του μάρτυρα, πολλές φορές οι ενάγοντες όχλησαν τους εναγομένους και τους λογιστές τους να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί η συμφωνία με την μεταβίβαση του ακινήτου. Θετική είναι η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα υπεράσπισης, εναγομένου αρ. 4, Κωνσταντίνου Α. Κοντού. Έχοντας κατά νου την εικόνα του καθ' όν χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, τη στάση, τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις του, σε συνδυασμό θεωρούμενες με τον άμεσο, σταθερό και πειστικό του λόγο, σφραγίζουν την αντίληψη του Δικαστηρίου για την αυθεντικότητα του λόγου του. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο μάρτυρας με ειλικρίνεια έθετε υπόψη του Δικαστηρίου όσα ο ίδιος γνώριζε για την υπόθεση χωρίς να αφήνει ουσιαστικά περιθώρια αμφισβήτησης, έστω και κατ' ελάχιστο, της εκδοχής που προώθησε στο Δικαστήριο για την εξέλιξη των ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την παρούσα περίπτωση. Κανένα στοιχείο άλλωστε δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, ικανό να κλονίσει την εν γένει αξιοπιστία του ή να επιδράσει αρνητικά στην αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας του. Οι θέσεις του μάρτυρα όσον αφορά το αίτημα των εναγόντων για περαιτέρω παράταση της προβλεπόμενης στη σύμβαση ημερ. 7.1.2003 προθεσμίας, εντός της οποίας θα έπρεπε να καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος και να ολοκληρωθεί αυτή με την μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι των εναγόντων, γίνονται αποδεκτές, όπως αποδεκτή γίνεται η θέση του για την κατηγορηματική άρνηση της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας προς τούτο και η κοινοποίηση της θέσης αυτής προς τους ενάγοντες κατά τον τρόπο που ο μάρτυρας εξήγησε. Ζήτημα που ασφαλώς δεν μπορεί να αγνοηθεί και το οποίο αποδυναμώνει στο τέλος της ημέρας την εκδοχή των εναγόντων σε σχέση με την εξέλιξη ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την μη ολοκλήρωση της συμφωνίας ημερ. 7.1.2003, αποτελεί το ομολογουμένως ανεξήγητα μεγάλο χρονικό διάστημα που αφέθη από τους ενάγοντες να παρέλθει, χωρίς οι τελευταίοι να πράξουν οτιδήποτε, από την στιγμή που - με βάση τη δική τους εκδοχή - ενημερώθηκαν για το γεγονός ότι η συμφωνία δεν θα ολοκληρωθεί από την πλευρά της εναγομένης αρ.1 εταιρείας, μήνες μόλις μετά τον Ιούνιο του 2003, αποδίδοντας τούτο η τελευταία στην καθυστέρηση των εναγόντων να καταβάλουν εντός της εξάμηνης προθεσμίας, ως η συμφωνία, το υπόλοιπο του τιμήματος. Άλλωστε, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθούν, η μεταβίβαση του ακινήτου στην εναγομένη αρ. 3 εταιρεία δημοσιοποιήθηκε με σχετική ανακοίνωση και στο ΧΑΚ, στις 24.12.
  2. Ενώ στις δικογραφημένες θέσεις τους, αλλά και σύμφωνα με τις τοποθετήσεις του μάρτυρα Χριστόφορου Κίτσιου, οι ενάγοντες παρουσιάζονται να επείγονται για την μεταβίβαση του ακινήτου και την ολοκλήρωση της ως άνω συμφωνίας ημερ. 7.1.2003 ως οι πρόνοιες της τελευταίας, «ενοχλώντας» μάλιστα προς τούτο, κατ' επανάληψη, όχι μόνο τους εναγόμενους αλλά και τους εξωτερικούς ελεγκτές-λογιστές των τελευταίων, εντούτοις, χωρίς λογική συνέπεια και συνέχεια, αφήνουν να διαρρεύσει ένα διάστημα πέραν των τριών ετών, μέχρι να επανέλθουν για το ζήτημα. Ούτε το γεγονός ότι στο μεσοδιάστημα η εναγόμενη αρ. 1 εταιρεία περιήλθε σε καθεστώς εκκαθάρισης, δεν φαίνεται να αποτέλεσε εξέλιξη προκαλούσα την αντίδραση των εναγόντων σε σχέση με την τύχη της συμφωνίας. Έπραξαν τούτο μόλις το 2006, αποστέλλοντας μέσω των δικηγόρων τους επιστολή ημερ. 1.11.2006 (τεκμήριο 4) στον Έφορο Εταιρειών, ενημερώνοντας τον τελευταίο για τις προθέσεις τους να κινηθούν δικαστικά σε βάρος της εναγομένης αρ.1 εταιρείας που τελούσε ήδη υπό εκκαθάριση. Θα ανέμενε κανείς, αν πραγματικά ήταν τόση η σπουδή και το ενδιαφέρον των εναγόντων για την ολοκλήρωση της συμφωνίας Τεκμήριο 3 και ότι οι τελευταίοι εξακολουθούν να θεωρούν αυτή «ζωντανή» και δεσμευτική για τα μέρη, όπως ο μάρτυρας Χριστόφορος Κίτσιος επιχείρησε να παρουσιάσει, να αντιδρούσαν άμεσα μετά την εκπνοή της προθεσμίας που έτασσε η περί ου ο λόγος συμφωνία και της ενημέρωσης που έτυχαν ότι η συμφωνία δεν θα ολοκληρωνόταν από τους πωλητές, καλώντας τουλάχιστον τους τελευταίους να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και δηλώνοντας την ετοιμότητα τους να εκπληρώσουν τις δικές τους. Είναι φανερό κατά την αντίληψή μου ότι οι ενάγοντες, έχοντας ήδη ζητήσει οι ίδιοι περαιτέρω παράταση χρόνου για να αποπληρώσουν το υπόλοιπο του τιμήματος, αίτημα το οποίο απερρίφθη, όταν τους γνωστοποιήθηκε μετά την πάροδο της συμφωνηθείσας προθεσμίας αποπληρωμής του υπόλοιπου τιμήματος αγοράς του ακινήτου από την πλευρά των πωλητών ο τερματισμός ουσιαστικά της συμφωνίας και η αποδέσμευση των τελευταίων από αυτήν, αποδέχτηκαν τούτο χωρίς οποιαδήποτε αντίδραση. Χρόνια αργότερα, περί τα τέλη του 2006, όταν οι τιμές των ακινήτων σύμφωνα με την τοποθέτηση του εκτιμητή Παπαδόπουλου, είχαν αρχίσει να αυξάνονται με ταχύτητα, (15-20% ετήσια αύξηση) αποφάσισαν να επανέλθουν για το ζήτημα. Αποτέλεσε εισήγηση της πλευράς των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι, κατά τον σωρευτικό τρόπο που αποδίδεται σε αυτούς, ενήργησαν στην υπό συζήτηση περίπτωση κατά τρόπο δόλιο και εξαπάτησαν όχι μόνον τους ενάγοντες αλλά και άλλους πιστωτές της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας. Εξετάζοντας και την συγκεκριμένη πτυχή που προκρίνεται από την πλευρά των εναγόντων και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η εκδοχή των εναγόντων για την εξέλιξη του ζητήματος έχει ήδη απορριφτεί από το Δικαστήριο, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί πως πέραν από τις γενικές και αόριστες αναφορές και τοποθετήσεις του μάρτυρα Χριστόφορου Κίτσιου για το συγκεκριμένο ζήτημα, ο οποίος ουσιαστικά επανέλαβε σχετικούς δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων επί του θέματος, κανένα στοιχείο ή μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, τα οποία, τιθέμενα πάντα στη βάσανο της αξιολόγησης, θα δικαιολογούσαν την υιοθέτηση της ως άνω εισήγησης. Καμιά μαρτυρία δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου σε σχέση με οφειλές της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας προς εμπορικές τράπεζες και συμπεριφορές οποιουδήποτε των εναγομένων σε σχέση με αυτές, που να καταδεικνύουν δόλο ή εξαπάτηση, κατά τον τρόπο μάλιστα που αποδίδεται σε αυτούς από την πλευρά των εναγόντων. Σε σχέση δε με οφειλές της περί ου ο λόγος εναγομένης εταιρείας προς το Τμήμα Φορολογίας, μάρτυρας του εν λόγο Τμήματος, ο οποίος κλήθηκε από την πλευρά των εναγόντων, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου αντίγραφα σχετικών εντύπων ακύρωσης εγγραφής δικαστικής απόφασης που εκδόθηκαν από το Τμήμα του, (τα οποία αφορούσαν την απελευθέρωση ουσιαστικά του επίδικου κτήματος από την υπηρεσία του) ο οποίος, όχι μόνο δεν επιβεβαίωσε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς και θέσεις της πλευράς των εναγόντων για το ζήτημα, αλλά εξήγησε ότι παρόμοιος χειρισμός και εξέλιξη όπως αυτοί που έγιναν στην περίπτωση της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, αποτελούν πρακτική που ακολουθείται από το τμήμα του, σύμφωνα πάντα με την κρίση των λειτουργών της υπηρεσίας του Τμήματος Φορολογίας, η οποία ασκείται κατά περίπτωση. Το γεγονός και μόνο ότι ακολουθήθηκε και στην περίπτωση της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας η συγκεκριμένη και παγίως ακολουθούμενη πρακτική, εκ του αποτελέσματος και μόνο της απαλλαγής του ακινήτου από τις όποιες επιβαρύνσεις, χωρίς την παράθεση οποιασδήποτε μαρτυρίας που θα επέτρεπε τον εντοπισμό στοιχείων δόλου ή εξαπάτησης εκ μέρους των εναγομένων, δεν επιτρέπει σε καμία περίπτωση την υιοθέτηση των θέσεων των εναγόντων επί του θέματος. Έχοντας κατά νουν τα περιστατικά που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση τα οποία δεν αμφισβητούνται, την ως άνω αντίληψη μου για την ποιότητα της μαρτυρίας ως επίσης κάθε στοιχείο που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου για την υπό συζήτηση περίπτωση δυνάμενο να ληφθεί υπόψη, δεν έχω πειστεί ότι η εκδοχή που υποστήριξαν οι ενάγοντες για την εξέλιξη ουσιαστικών γεγονότων που αφορούν την παρούσα, μέσω του μάρτυρα Χριστόφορου Κίτσιου που κατέθεσε στο Δικαστήριο για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, ότι ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Οι ενάγοντες, οι οποίοι φέρουν σε κάθε περίπτωση το βάρος της απόδειξης της υπόθεσής τους, δεν έχουν εν πάση περιπτώσει ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ικανή και αξιόπιστη μαρτυρία, ότι οι θέσεις ή η εκδοχή τους είναι πιο πιθανή παρά όχι. Απέτυχαν ουσιαστικά να φθάσουν στο απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης (standard of proof). Βλ. Μαρσέλ κ.α v Λαϊκής Κυπρ. Τραπ. Λτδ
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1858, στη σελ. 1868 και Phipson on Evidence, 14th edition, παρ. 4-38). Αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση ημερ. 7.1.2003 μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας (Τεκμήριο 3), ενόψει της αδυναμίας της πλευράς των εναγόντων - αγοραστών να καταβάλουν εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας το υπόλοιπο συμφωνηθέν τίμημα εκ Λ.Κ.340.000, τερματίστηκε από την πλευρά της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας - πωλήτριας, τερματισμός ο οποίος γνωστοποιήθηκε στην πλευρά των εναγόντων - αγοραστών μέσω εκπροσώπου της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας, ειδικότερα του Νέαρχου Μιχαήλ. Ο τελευταίος, μέχρι τουλάχιστον την υπογραφή της συμφωνίας ημερ. 7.1.2003 ήταν, μεταξύ άλλων, διευθυντής της ως άνω εναγομένης αρ. 1 εταιρείας. Η πρόθεση άλλωστε της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας-πωλήτριας να μην συναινέσει σε περαιτέρω παράταση του χρόνου καταβολής του υπόλοιπου τιμήματος, γνωστοποιήθηκε στην πλευρά των εναγόντων-αγοραστών, όταν οι τελευταίοι, πριν από την λήξη της εξάμηνης προθεσμίας που προβλεπόταν στη σύμβαση (Τεκμήριο 3) αιτήθηκαν περαιτέρω παράταση του χρόνου από τον ήδη συμφωνηθέντα στη σύμβαση ημερ. 7.1.2003 για την καταβολή του υπόλοιπου τιμήματος και την μεταβίβαση του ακινήτου. Η πλευρά της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας-πωλήτριας για τον ως άνω τερματισμό και μη ολοκλήρωση της συμφωνίας ημερ. 7.1.2003, δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Οι αποζημιώσεις στοχεύουν στην επαναφορά του αθώου μέρους στην θέση που θα βρισκόταν αν η συμφωνία ολοκληρωνόταν (βλ. Saab v Holy Monastery of Ayios Neophytos
(1982)1 CLR. 499 και Αλπαν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.α. v Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1Α ΑΑΔ 679). Ο γενικός κανόνας (αν και όχι άκαμπτος εφόσον το δίκαιο του πράγματος το δικαιολογεί) είναι ότι οι αποζημιώσεις θα πρέπει να υπολογίζονται κατά την ημερομηνία που προκύπτει το αγώγιμο δικαίωμα. Σε περιπτώσεις ως η υπό συζήτηση, επίκεντρο είναι η διαφορά μεταξύ του τιμήματος αγοράς και της αγοραίας αξίας του ακινήτου κατά το χρόνο της διάρρηξης της σύμβασης (βλ. Δρουσιώτης v Ιερωνυμίδη
(1990)1 ΑΑΔ 1026, Ερωτοκρίτου ν Θεοδώρου κ.ά.
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1800, Καλησπέρας ν Δρυάδη
(1998)1 ΑΑΔ 867 και Cyfield Development Co Ltd v I-tel (Cyprus) Ltd, Πολ. Έφ. 324/08, ημερ. 21.5.12 ). Με δεδομένη την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η πλευρά των εναγομένων δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την μη ολοκλήρωση τελικά της συμφωνίας ημερ. 7.1.2003, είναι φανερό ότι δεν δικαιολογείται η δρομολόγηση της επιδίωξης των θεραπειών που προνοεί το άρθρο 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  1. Εκ των πραγμάτων, στην υπό εξέταση περίπτωση δε είναι δυνατή η διεκδίκηση σε βάρος οποιουδήποτε των εναγομένων, αποζημιώσεων που αφορούν τη διαφορά της τιμής μεταξύ της αγοραίας αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της οριστικής διάρρηξης της σύμβασης και της τιμής αγοράς του ακινήτου, κατά τον τρόπο ειδικότερα που εισηγήθηκε τούτο ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων στα πλαίσια της τελικής εισήγησής του. Ούτε βεβαίως, θα μπορούσε υπό τις περιστάσεις της παρούσας να απασχολήσει σοβαρά ζήτημα επιδικασμού σε βάρος των εναγομένων τιμωρητικών αποζημιώσεων. Σε κάθε περίπτωση πάντως και πριν εγκαταλειφθεί το ζήτημα των αποζημιώσεων της συγκεκριμένης μορφής, κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί πως στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το τελευταίο, δεν θα ήταν σε θέση να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό αποζημιώσεων αυτού του τύπου και μορφής. Η διάρρηξη της συμφωνίας ημερ. 7.1.2003 έλαβε χώραν αμέσως μετά την λήξη της εξάμηνης προθεσμίας που προβλεπόταν στη σύμβαση, εντός της οποίας θα έπρεπε να καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος και να μεταβιβαστεί το ακίνητο επ΄ ονόματι των εναγόντων. Κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις, οι ενάγοντες ενημερώθηκαν για την αδυναμία-άρνηση των εναγομένων να ολοκληρώσουν τη σύμβαση, μήνες μόλις μετά την λήξη της ταχθείσας προθεσμίας των Ιούνιο του
  2. Επισημαίνεται εξάλλου ότι τον Δεκέμβριο του 2003, έγινε γνωστοποίηση στο ΧΑΚ της πώλησης τελικά του επίδικου ακινήτου σε τρίτη εταιρεία, την εναγομένη αρ. 3 στα πλαίσια της παρούσας. Η μαρτυρία η οποία προσκομίσθηκε από την πλευρά των εναγόντων σε σχέση με την αγοραία αξία του ακινήτου, αφορούσε τον προσδιορισμό αυτής της αξίας το 2006, χρονικό διάστημα βεβαίως που καμία σχέση δεν είχε με την αγοραία αξία του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της οριστικής διάρρηξης της σύμβασης το
  3. Με δεδομένη την απουσία αποδεκτής πάντα μαρτυρίας όσον αφορά την αγοραία αξία του ακινήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο της διάρρηξης, είναι φανερό ότι το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, προβαίνοντας στους ανάλογους μαθηματικούς υπολογισμούς, να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό της συγκεκριμένης μορφής αποζημιώσεων. Η γενική και αόριστη αναφορά εξάλλου όσον αφορά την εκτιμημένη αξία του ακινήτου κατά την 1.11.2003, όπως αυτή καταγράφεται στην έκθεση εκτίμησης κάποιου Τάσου Αριστείδου που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, (Τεκμήριο 13) πέραν του γεγονότος ότι εκ των πραγμάτων δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα στοιχεία και η μαρτυρία που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο την υιοθέτηση της κατάληξης του συγκεκριμένου εκτιμητή για το ζήτημα, (ούτε αυτή έγινε αποδεκτή από τους παράγοντες της διαδικασίας και για την αλήθεια του περιεχομένου της) και αν ακόμα γινόταν αποδεκτή από το Δικαστήριο ότι η αξία του ακινήτου κατά τον εν λόγω χρόνο, που φαίνεται τουλάχιστον κοντινός με τον χρόνο της οριστικής διάρρηξης, αυτή προσδιορίστηκε σε ποσό μικρότερο από το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς από τους ενάγοντες του ακινήτου με βάση τη συμφωνία ημερ. 7.1.2003, πραγματικότητα που εκ των πραγμάτων θα σφράγιζε την τύχη της συγκεκριμένης αξίωσης. Αντίθετα με τα πιο πάνω και υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, διαφορετική επιβάλλεται να είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου όσον αφορά την διεκδίκηση επιστροφής της καταβληθείσας προκαταβολής εκ μέρους των εναγόντων. Είναι δεδομένο στην υπό συζήτηση περίπτωση ότι οι εναγόμενοι - πωλητές αποδέχτηκαν και οι ίδιοι την μη ολοκλήρωση της σύμβασης ημερ. 7.1.
  4. Αυτός ήταν και ο λόγος που προχώρησαν τον Δεκέμβριο του 2003 στην πώληση του ακινήτου σε τρίτους. Στην επίδικη συμφωνία (τεκμήριο 3) δεν προβλέπεται οτιδήποτε σε σχέση με το ποσό των Λ.Κ.10.000 που καταβλήθηκε ως προκαταβολή με την υπογραφή της συμφωνίας στις 7.1.
  5. Σε κάθε περίπτωση πάντως, είναι σημαντικό να υποδειχθεί ότι η καταβολή του συγκεκριμένου ποσού έγινε ως προκαταβολή του τιμήματος και όχι ως ασφάλεια που δίδεται για την τήρηση των όρων της συμφωνίας. Τούτο γιατί στην τελευταία περίπτωση, σε αντίθεση με την περίπτωση της προκαταβολικής πληρωμής μέρους του τιμήματος που επιστρέφεται, η ασφάλεια που καταβάλλεται δεν επιστρέφεται, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στη συμφωνία. (Βλ. σχετικά το σύγγραμμα The Law of Contract, 6η έκδοση, του G.H. Treitel, Harrison v Holland
(1921)3 KB 297 και Universal Corp. v Five Ways Properties Ltd
(1979)1 All ER 553). Ως πιο πάνω έχει ήδη σημειωθεί, σκοπός των αποζημιώσεων δεν είναι να τεθεί η πλευρά που δεν ευθύνεται για τον τερματισμό της συμφωνίας σε καλύτερη οικονομική κατάσταση από αυτή που ήταν πριν από τη σύναψη της συμφωνίας. Η επιστροφή στους ενάγοντες της προκαταβολής των ΛΚ10.000, στη βάση της πλήρους αποτυχίας της αντιπαροχής και της απουσίας ανταλλάγματος, κρίνεται και στην παρούσα περίπτωση καθόλα δικαιολογημένη (βλ. Οδυσσέως ν Χαρίτου
(2004)1(Β) ΑΑΔ 1061 και Αγαπίου κ.ά ν Λεωνίδου
(2007)1(Α) ΑΑΔ 50). Ο πωλητής δεν έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημία έστω και αν η αποτυχία της ολοκλήρωσης της συμφωνίας δεν βάρυνε την πλευρά του. Ενόψει όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης αρ. 1 εταιρείας για το ποσό των Λ.Κ.10.000, πλέον τόκο επί του εν λόγω ποσού από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής. Οι αξιώσεις σε βάρος των υπόλοιπων εναγομένων απορρίπτονται. Κατά εφαρμογή του βασικού κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, σύμφωνα με τον οποίο αυτά συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλέπε Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30, σελ. 421, παρ. 791-796), η εναγομένη αρ. 1 εταιρεία θα επιβαρυνθεί τα έξοδα της διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Με δεδομένο ότι όλοι οι εναγόμενοι στην παρούσα διαδικασία εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο δικηγόρο και τη γενικότερη διασύνδεσή τους στην εξέλιξη των γεγονότων, δεν κρίνεται σκόπιμο να επιδικαστούν οποιαδήποτε έξοδα προς όφελος των τελευταίων. (Υπ.) ................ Α. Δαυϊδ, Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΓΓ/ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.