Ανδρέου Κωνσταντίνου Κυρηλλή ν. Εταιρείας Ακαπούλκο Χόλτιγκς Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 872/1974, 29/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A353 Επαρχιακό Δικαστήριο Κερύνειας που συνεδριάζει στην Λευκωσία ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλου, πρ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 872/1974 Μεταξύ: Ανδρέου Κωνσταντίνου Κυρηλλή Ενάγοντας και Εταιρείας Ακαπούλκο Χόλτιγκς Λίμιτεδ Εναγόμενης Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Λ. Λουκαϊδης Για Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κα. Μ. Κωνσταντίνου και κα Λ. Παπακωνσταντίνου για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. και Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση ημερομηνίας 14.3.2014 για ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα) Ο αρχικός φάκελος της αγωγής δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Μετά από έρευνα του Πρωτοκολλητή εικάζεται ότι αυτός παρέμεινε στο κτίριο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Κερύνειας στην Κερύνεια μετά τα τραγικά γεγονότα του καλοκαιριού του έτους
- Παρά ταύτα τέθηκε ενώπιον μου Αίτηση ημερομηνίας 14.3.2014 με την οποία ο Ενάγοντας - Αιτητής επιζητεί διάφορες ενδιάμεσες θεραπείες στα πλαίσια της αγωγής. Παρατίθενται αυτούσιες αμέσως πιο κάτω: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει μέχρι την εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής την εναγόμενη τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους της από το να αποξενώσουν, μεταβιβάσουν, ενεχυριάσουν, επιβαρύνουν, πωλήσουν ή δωρίσουν την ακίνητη περιουσία τεμάχιο 121/1, 130/2/1, 129/1 του Φ/ΣΧ Χ2/24, Άγιος Επίκτητος με αρ. εγγραφής 6848 ημερομηνίας 10/10/1973 με υποθήκη αρ. Υ837/973 καταχωρησθείσα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Κερύνειας. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να παρεμποδίζει μέχρι την εκδίκαση της αγωγής την εναγόμενη τους αντιπροσώπους και υπαλλήλους της από το να υλοποιήσουν την συμφωνία πώλησης της εν λόγω περιουσίας ημερομηνίας 8/9/2006 μεταξύ του Φοίβου Πουλεγκέρη, Αντιπροσώπου της εναγόμενης εταιρείας, μέσω της μεταβίβασης των μετοχών της εναγόμενης προς όφελος του Τούρκου Unal Caginer έναντι 1,400,000 στερλινών ή άλλου ποσού. (Γ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι εφόσον ισχύει ο περί Ανακουφίσεως Οφειλετών (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1979 (24/1979) όπως τροποποιήθηκε και συνεχίζει η τουρκική κατοχή που περιλαμβάνει και την πιο πάνω ακίνητη περιουσία και εφόσον αποδείχθηκε ότι οι πωλήσεις προς τους Τούρκους στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου καταλήγουν στην Τουρκία και αποτελούν την πολιτική της σε βάρος της ασφάλειας και της ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας και συνεπώς είναι ασυμβίβαστες με την δημόσια πολιτική που καθορίζεται δικαστικά με αποτέλεσμα τέτοιες πωλήσεις να είναι παράνομες και άκυρες σύμφωνα με το άρθρο 23 του περί Συμβάσεως Νόμου Κεφ. 149 η εναγόμενη δεν δικαιούται να προβεί σε τέτοια πώληση του εν λόγω ακινήτου σε Τούρκο ή Τούρκους. (Δ) Δήλωση του δικαστηρίου ότι εν πάση περιπτώσει για πωλήσεις με σημερινές τιμές περιουσιών στα κατεχόμενα για τις οποίες εκκρεμούσαν οφειλές από τον οφειλέτη/αγοραστή στον πιστωτή που παγοποιήθηκαν βάσει του πιο πάνω Νόμου θα πρέπει το οφειλόμενο υπόλοιπο μετά την παρέλευση πολλών δεκαετιών εφόσον πραγματοποιείται τώρα η πώληση τέτοιας περιουσίας από την εναγόμενη με σημερινές τιμές να αναπροσαρμοσθεί ανάλογα και το εν λόγω οφειλόμενο ποσό με βάση την σημερινή αξία της περιουσίας και του τιμήματος (rebus sic standibus) σύμφωνα με το δικαίωμα ιδιοκτησίας που προβλέπει το Σύνταγμα και τους κανόνες περί ίσης μεταχείρισης αγοραστή και πωλητή και γι' αυτό θα πρέπει να μην επιτρέπεται εν πάση περιπτώσει πώληση περιουσίας από την εναγόμενη στα κατεχόμενα μέχρι ως ότου καθοριστεί κατόπιν των αναγκαίων προσαρμογών η τιμή του οφειλομένου ποσού από το αρμόδιο δικαστήριο. (Ε) Στην έκταση που το αίτημα (Δ) πιο πάνω προσκρούει στον Νόμο 24/1979 τότε ο Νόμος αυτός είναι αντισυνταγματικός ως ασυμβίβαστος με την συνταγματική αρχή της ισονομίας και το δικαίωμα σεβασμού της ιδιοκτησίας και λόγω της αλλαγής των δεδομένων και σκοπών επί των οποίων στηρίχθηκε ο εν λόγω Νόμος που οδηγούν στην προκειμένη περίπτωση σε αχρησία των σχετικών προνοιών του. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 32 και 41 του περί Δικαστηρίου Νόμου 14 του 1960 και επί των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ.4 και Δ.48Θ.Θ.1-4, 7, 9, στο άρθρο 23 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στα άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 και του Πρωτοκόλλου 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η παρούσα αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κωνσταντίνου Κυριλλή - Ενάγοντος ημερομηνίας 14.3.
- Σύμφωνα με την Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, στις 10.10.1973 ο Ενάγοντας πώλησε το ακίνητο του τεμάχιο 121/1, 130/2/1, 129/1 του Φ/ΣΧ Χ2/24, Άγιος Επίκτητος με αρ. εγγραφής 6848 (στο εξής «το ακίνητο») στον Φοίβο Πουλέγκερη για το ποσό των £135,000 (Τεκμήριο 1). Με υπόδειξη του κ. Πουλέγκερη ο Ενάγοντας μεταβίβασε στις 10.10.1973 το ακίνητο στην εναγόμενη την οποία έλεγχε πλήρως ο κ. Πουλέγκερης. Κατά τον χρόνο μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου το οφειλόμενο υπόλοιπο έναντι του τιμήματος ήταν £50,
- Το εν λόγω ποσό έφερε σύνθετο τόκο 7% από 30.9.1973 μέχρι 1.4.
- Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι εάν το ποσό των £50,000 δεν καταβαλλόταν μέχρι την 1.4.1974 τότε θα έφερε σύνθετο τόκο επί του ως άνω ποσού 8% ετησίως από 1.4.1974 μέχρι τελικής εξόφλησης. Προς διασφάλιση της καταβολής του πιο πάνω ποσού υποθηκεύτηκε το ακίνητο με την υποθήκη αρ. Υ837/973 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Κερύνειας. Επειδή η Εναγόμενη αμέλησε ή και αρνήθηκε να εξοφλήσει την ως άνω οφειλή της η οποία κατέστη πληρωτέα και απαιτητή καταχωρήθηκε στις 13.5.1974 η με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον της εναγόμενης με την οποία ζητούνταν τα πιο πάνω ποσά και διαταγή του δικαστηρίου για την πώληση ολοκλήρου της υποθηκευμένης πιο πάνω περιουσίας προς πλήρη ή μερική ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντα και έξοδα της αγωγής. Ως Τεκμήριο 2 παρουσιάστηκε το Κλητήριο Ένταλμα στην αγωγή. Ακολούθησε η τουρκική εισβολή σαν αποτέλεσμα της οποίας θεσπίστηκε ο Νόμος περί Ανακουφίσεως Οφειλετών του 1979 ν. 24/
- Ο Ενάγοντας - Αιτητής αναφέρει ότι δυνάμει του εν λόγω νόμου αναστάληκε το δικαίωμα του για είσπραξη των οφειλομένων από την εναγόμενη. Ισχυρίζεται περαιτερω ότι η Εναγόμενη μέσω του αντιπροσώπου της κ. Φοίβου Πουλέγκερη συμφώνησε στις 8.9.2006 την πώληση όλων των μετοχών της και κατ' επέκταση του ακινήτου στον Τούρκο κ. Unal Caginer, Διευθυντή της Acapulco Holiday Village έναντι 1,400,000 στερλινών και ο πωλητής εισέπραξε ως προκαταβολή το ποσό των 140,000 στερλινών που αποτελούσε το 10% του ποσού των 1,400,000 (Τεκμήριο 3). Η εν λόγω συμφωνία πώλησης δεν προωθήθηκε και αδράνησε για λόγους που αφορούσαν διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων. Τελικά η εν λόγω διαφορά παραπέμφθηκε στην επιτροπή αποζημιώσεων στα κατεχόμενα η οποία αποφάσισε ότι το ποσό για αποζημίωση και αγορά του ακινήτου ανέρχεται στις 2 500 000 στερλίνες. Ο Ενάγοντας - Αιτητής εκφράζει τον φόβο ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να ενεργοποιηθεί η απόφαση με αποτέλεσμα η εναγόμενη να αξιοποιήσει το ακίνητο χωρίς να εξοφλήσει τον Ενάγοντα και χωρίς να ενεργοποιείται παράλληλα και η υποχρέωση πληρωμής από την εναγόμενη του οφειλόμενου σύνθετου τόκου ως και η αναπροσαρμογή της αξίας του οφειλόμενου υπόλοιπου με βάση τις σημερινές αξίες το οποίο καταλήγει σε €1,737,584 (Τεκμήριο 4). Υποστηρίζει ότι τα πιο πάνω είναι αντίθετα με τους σκοπούς και το πνεύμα της νομοθεσίας που ανέστειλε τις οφειλές λόγω έκτακτης κατάστασης και που είχε σαν στόχο να παγιοποιηθούν οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις συμβάσεων λόγω της έκτακτης κατάστασης ενώ θα είναι και παράνομη βάσει του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 ως ασυμβίβαστη με την δημόσια πολιτική που καθορίζεται δικαστικά και γι' αυτό η εναγόμενη δεν δικαιούται να προβεί σε τέτοια πώληση. Εν πάση περιπτώσει ο Ενάγοντας - Αιτητής ισχυρίζεται ότι για πωλήσεις περιουσιών στα κατεχόμενα με σημερινές τιμές για τις οποίες εκκρεμούσαν οφειλές από τον οφειλέτη/αγοραστή στον πιστωτή που παγοποιήθηκαν βάσει του πιο πάνω Νόμου θα πρέπει το οφειλόμενο υπόλοιπο μετά την παρέλευση πολλών δεκαετιών από το 1974 εάν και εφόσον ενεργοποιείται τώρα η πώληση τέτοιας περιουσίας από την εναγόμενη με σημερινές τιμές να αναπροσαρμοσθεί ανάλογα και το εν λόγω οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό με βάση με την σημερινή αξία της περιουσίας και του τιμήματος σύμφωνα με το δικαίωμα ιδιοκτησίας που προβλέπει το Σύνταγμα και τους κανόνες περί ίσης μεταχείρισης αγοραστή και πωλητή και συνεπώς θα πρέπει εν πάση περιπτώσει να μην επιτρέπεται η πώληση περιουσίας από την εναγόμενη στα κατεχόμενα μέχρι ως ότου καθοριστεί κατόπιν των αναγκαίων προσαρμογών η τιμή του οφειλομένου ποσού από το αρμόδιο δικαστήριο. Οι Εναγόμενη εταιρεία καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης στις 3.7.2014 και στις 8.10.2014 καταχώρησε ειδοποίηση για την πρόθεση να προβάλει Ένσταση στην Αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.48 Θ.Θ.1-4, 7 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στα Άρθρα 32 και 41 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, στο Άρθρο 23 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στα Άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος, στο Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 και του Πρωτοκόλλου 12 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στον Περί Ανακουφίσεως Οφειλετών (Προσωρινοί Διατάξεις) Νόμο του 1979, Ν.24/1979, στον Περί Τόκου Νόμο του 1977, Ν.2/1977και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Καθ' ης η Αίτηση παραθέτει σωρεία λόγων ένστασης οι οποίοι εμφαίνονται στο σώμα της Ένστασης και τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Την ένσταση συνοδεύει η Ένορκη Δήλωση του κ. Φοίβου Πουλέγκερη, ο οποίος είναι διευθυντής και μέτοχος της Εναγομένης-Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η Εναγόμενη εταιρεία είχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο την έδρα εργασιών της στην Κερύνεια. Παραδέχεται ότι ο Ενάγοντας του πώλησε το κτήμα του τεμάχιο 121/1, 130/2/1, 129/1 του Φ/ΣΧ Χ2/24, Άγιος Επίκτητος με αρ. εγγραφής 6848 για το ποσό των £135,
- Παραδέχεται επίσης ότι κατόπιν υπόδειξης του ιδίου ο Ενάγοντας μεταβίβασε στις 10.10.1973 το ακίνητο στην εναγόμενη εταιρεία και ότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης του εν λόγω ακινήτου το οφειλόμενο υπόλοιπο έναντι του τιμήματος ήταν £50,000 το οποίο έπρεπε να καταβληθεί μέχρι την 1.4.1974 ειδάλλως θα έφερε σύνθετο τόκο 8% ετησίως από 1.4.1974 μέχρι τελικής εξόφλησης. Προς διασφάλιση της καταβολής του πιο πάνω ποσού υποθηκεύτηκε το ακίνητο με την υποθήκη αρ. Υ837/973 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Κερύνειας. Αναφέρει ότι η Εναγομένη εταιρεία ουδέποτε αρνήθηκε να εξοφλήσει την οφειλή της προς τον Αιτητή αλλά η μη αποπληρωμή του εναπομείναντος ποσού των £50.000, το οποίο εξασφαλίστηκε με την υποθήκη υπ' αριθμό Υ837/1973 ημερομηνίας 10.10.1973, οφείλεται στην Τουρκική εισβολή. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η αγωγή αρ. 872/1974 δεν είχε έλθει σε γνώση της Εναγομένης μέχρι σήμερα. Εν πάση δε περιπτώσει υποστηρίζει ότι η εν λόγω αγωγή δεν έχει προωθηθεί και έχει απορριφθεί ή έχει ανασταλεί ενόψει της Τουρκικής εισβολής και της έκρυθμης κατάστασης. Αρνείται ότι η Εναγόμενη πώλησε όλες τις μετοχές της στον Unal Caginer και υποστηρίζει ότι η συμφωνία πώλησης ολόκληρου του μετοχικού κεφαλαίου της Καθ' ης η Αίτηση εταιρείας ημερομηνίας 8.9.2006 ουδέποτε τέθηκε σε ισχύ και δεν έχει εκτελεστεί. Ο κ. Unal Caginer ουδέποτε εκτέλεσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ως αυτές προνοούνται ρητά στην ως άνω αναφερόμενη συμφωνία. Εν πάση περιπτώσει, διατείνεται ότι η εν λόγω συμφωνία ουδεμία σχέση έχει με τα επίδικα ζητήματα και η αναφορά από τον Αιτητή σε αυτή αποσκοπεί στο να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο από τα πραγματικά και ουσιώδη γεγονότα και να παρακωλύσει την πλήρη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Περαιτέρω αναφέρει ότι έχει υποβάλει αίτηση στην επιτροπή αποζημιώσεων στα κατεχόμενα, βάση της οποίας επιδικάστηκαν αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης και για την αγοραία αξία του ακινήτου ύψους 2.500.000,00 Στερλινών. Αντίγραφο της εν λόγω απόφασης επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α. Είναι η θέση του ότι ο Αιτητής προωθεί την παρούσα δικαστική διαδικασία διότι περιήλθε εις γνώση του η απόφαση της επιτροπής αποζημιώσεων στα κατεχόμενα και επειδή γνωρίζει ότι η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου δύναται να καταστεί δυνατή μόνο με την εξόφληση του εξασφαλισθέντος ποσού με την ως άνω αναφερόμενη υποθήκη και κατ' επέκταση με την εξάλειψη αυτής, γεγονός το οποίο αναγράφεται και προβλέπεται ρητά από την εν λόγω απόφαση ο Αιτητής απαιτεί αδικαιολόγητα, εκβιαστικά και καταχρηστικά από την Καθ' ης η Αίτηση την καταβολή του ποσού των €1.737.584,
- Σχετική επιστολή του δικηγόρου του Αιτητή ημερομηνίας 29.1.2013 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Β. Περαιτέρω είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι ο Αιτητής παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων. Συγκεκριμένα παράλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε εσκεμμένα από το Δικαστήριο την έγερση της αγωγής υπ' αριθμό 2/2013 με την οποία αξιώνει την ακύρωση της σύμβασης πώλησης του επίδικου ακινήτου η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του Αιτητή και της Καθ' ης η Αίτηση, την ακύρωση του τίτλου ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση και κατ' επέκταση την ακύρωση της υποθήκης και την προώθηση της ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 9.4.2013 με την οποία αιτήθηκε την έκδοση διαταγμάτων πανομοιότυπης φύσης με τα αιτούμενα, με την υπό εξέταση αίτηση, διατάγματα (Τεκμήριο Γ). Περαιτέρω, ο Αιτητής παραλείπει να αναφέρει ότι κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας επέλεξε να μην προωθήσει την ως άνω αναφερόμενη ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 9.4.2013 και προχώρησε στην, άνευ επιφύλαξης, απόσυρση της. Η μη προώθηση της εν λόγω αίτησης καταδεικνύει ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε κίνδυνος και δη ορατός για αποξένωση του επίδικου ακινήτου και πρόκλησης ζημιάς στα συμφέροντα του Αιτητή. Τέλος αναφέρει ότι δεν υπάρχει κίνδυνος, μεταβίβασης, ενεχυρίασης, επιβάρυνσης, πώλησης ή δωρεάς του ενυπόθηκου ακινήτου καθότι για να καταστεί δυνατή και εφικτή η μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου θα πρέπει να συναινέσει ο Αιτητής ως ενυπόθηκος δανειστής. Η συγκατάθεση και συναίνεση του Αιτητή θα πρέπει να ληφθεί ακόμη και σε περίπτωση μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου με την υποθήκη. Περαιτέρω, η μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου είναι εφικτή μόνο εφόσον προηγηθεί καταβολή του οφειλομένου, προς τον Αιτητή, ποσού, ούτως ώστε να επιτευχθεί η εξάλειψη της υποθήκης υπ' αριθμό Υ837/
- Ακόμη όμως και στην περίπτωση εξάλειψης και ακύρωσης της υπό τον ως άνω αριθμό υποθήκης, η μεταβίβαση ή η αποξένωση καθ' οιονδήποτε τρόπο του επίδικου ακινήτου είναι απαγορευτική και θα συνιστά παρακοή του διατάγματος ημερομηνίας 1.11.2011 το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής υπ' αριθμό 6752/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και κατέστη απόλυτο την 31.10.
- Το εν λόγω διάταγμα απαγορεύει, μεταξύ άλλων, την καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση, πώληση, αποξένωση, επιβάρυνση, αποξένωση κατοχής, ενοικίαση, άδεια χρήσης και διάθεση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 6848, Φύλλο/Σχέδιο ΧΙΙ/24, Τεμάχιο 129/1, 121/1, 130/2/1 που βρίσκεται στον Άγιο Επίκτητο Κερύνειας. Αντίγραφο του εν λόγω διατάγματος ημερομηνίας 1.11.2011 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ. ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ - ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Ήταν η εισήγηση των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη καθότι στερείται της απαραίτητης νομικής βάσης, Ειδικότερα αναφέρουν ότι, η απουσία του περί Ανακουφίσεως Οφειλετών (Προσωριναί Διατάξεις) νόμου Ν.24/1979από τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης την καθιστά παράτυπη και στερούμενης του δικαιώματος προώθησης και εξέτασης της. Η εισήγηση των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Στην παρούσα περίπτωση η κύρια ουσιαστική-δικαιοδοτική βάση της Αίτησης είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου ν. 14/
- Στο στάδιο ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος αυτό που έχει σημασία είναι το κατά πόσον ένα τέτοιο διάταγμα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του εν λόγω άρθρου. Κύρια δικονομική βάση της Αίτησης η Δ.48 θθ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ντίνος Μιχαηλίδης ν. Χρήστου Πουργουρίδη
(2001)1Β Α.Α.Δ 1263, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η αίτηση στηριζόταν στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τη Δ.48 θθ.1 και 2. Με την επίκλησή τους ικανοποιήθηκε πλήρως η δικονομική επιταγή της Δ.48 θ.1 για περίληψη στη νομική βάση της αίτησης τόσο του ουσιαστικού και δικαιοδοτικού όσο και του δικονομικού πλαισίου που προσέδιδε στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα.» Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd ν. Muskita-Aluminium Co Limited και Άλλων,
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 λέχθηκε ότι: «Αυτό που προκύπτει για εξέταση είναι κατά πόσο στην αίτηση για προσωρινό διάταγμα πρέπει να γίνεται αναφορά στους Νόμους οι οποίοι προστατεύουν το κατ' ισχυρισμό δικαίωμα ή κατά πόσο είναι αρκετή η επίκληση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Έχει νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναφορικά με το δικονομικό δίκαιο η Δ.48 θ.2 προβλέπει ότι η αίτηση πρέπει να κάμνει αναφορά στο συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή στο συγκεκριμένο θεσμό επί του οποίου εδράζεται. Εδώ η αίτηση κάμνει αναφορά στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το οποίο συνιστά το ουσιαστικό δίκαιο. Είναι το άρθρο το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να χορηγήσει προσωρινό διάταγμα. Επομένως έχει σημειωθεί συμμόρφωση με το δικονομικό δίκαιο. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί στο κλητήριο ένταλμα γίνεται αναφορά σε παραβίαση των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των εφεσιβλήτων και στην ένορκη δήλωση τους γίνεται αναφορά σε παραβίαση των δικαιωμάτων των εφεσιβλήτων. Τίθεται το εξής ερώτημα: Αν η αγωγή προχωρήσει σε ακρόαση θα δικαιούνται οι εφεσίβλητοι να αναφερθούν στις νομοθετικές πρόνοιες οι οποίες προστατεύουν τα δικαιώματα τους, τα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, παραβιάζονται; Η απάντηση είναι σαφώς καταφατική γιατί τα δικόγραφα περιλαμβάνουν μόνον γεγονότα (βλ. Δ.19 θ.4). Έχουμε την άποψη πως ο ίδιος κανόνας τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση των προσωρινών διαταγμάτων. Εφόσον οι εφεσίβλητοι έχουν συμμορφωθεί με τη Δ.48 θ. 2 και εφόσον έχουν επικαλεσθεί το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούνται στο στάδιο της τελικής τους αγόρευσης - όπως ήταν εδώ η περίπτωση - να επικαλεσθούν τις νομοθετικές εκείνες διατάξεις οι οποίες είναι προστατευτικές των δικαιωμάτων τους που έχουν κατά τους ισχυρισμούς τους παραβιασθεί. Ακολουθεί πως ορθά προχώρησε στην εξέταση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αναφορικά με τη δυνατότητα προστασίας των σχεδίων των εφεσιβλήτων ως βιομηχανικών σχεδίων (βλ. επί του προκειμένου και Demades Overseas Ltd v. Studio MA.ST. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799, 807). Ο σχετικός λόγος της έφεσης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.» Κατ' ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι η απουσία του περί Ανακουφίσεως Οφειλετών (Προσωριναί Διατάξεις) νόμου Ν.24/1979από τη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δεν μπορεί να επηρεάσει την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης. Στην Αίτηση των Εναγόντων - Αιτητών περιλαμβάνεται το κύριο δικαιοδοτικό και δικονομικό βάθρο για την απόδοση της θεραπείας, ήτοι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και η Δ.48 θθ.1 και 2. ΟΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ Ν.14/60 Η δικαιοδοσία που πηγάζει από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960ασκείται όταν ικανοποιούνται και συνυπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις. Αυτές έχουν κατ' επανάληψη διατυπωθεί και αναλυθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι οι ακόλουθες: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, και (γ) Εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Με άλλα λόγια αφού διαπιστωθεί ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του ν. 14/1960 το Δικαστήριο θα πρέπει να ακολουθήσει εκείνη την πορεία που κατά την κρίση του θα προκαλέσει λιγότερη αδικία αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με το πραγματικό και νομικό καθεστώς της υπόθεσης. Αυτό πρέπει να αφήνεται να κριθεί κατά τη δίκη κατόπιν πλήρους ακρόασης. Στην απόφαση Jonitexo v.Adidas
(1984)1 AAΔ (σελίδες 267 - 268) λέχθηκε ότι κατά το στάδιο ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος τα μέρη πρέπει να περιοριστούν στο κατά πόσον ένα τέτοιο διάταγμα πρέπει να εκδοθεί υπό το φως των προνοιών του άρθρου 32
(1)του ν. 14/60 και των σχετικών αρχών της νομολογίας. Αυτό το στάδιο δεν είναι το κατάλληλο για την εις βάθος εξέταση της ουσίας της αγωγής. (βλ. επίσης C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853 και Χάρης Σταυράκης κ.α. ν. Δήμος Λευκωσίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 68/2013, ημερομηνίας 24/3/2015). Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το μόνο που απαιτείται σε σχέση με αυτή την προϋπόθεση είναι η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (βλ. Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 C. L. R. 557 σελ.569) Στην προκείμενη περίπτωση το ακίνητο που αφορά η παρούσα αγωγή μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της Εναγομένης εταιρείας κατόπιν υπόδειξης του κ. Πουλέγκερη ο οποίος είχε και τον πλήρη έλεγχο επί της Εναγομένης εταιρείας. Προς διασφάλιση της εξόφλησης του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης ακινήτου δυνάμει γραπτής σύμβασης μεταξύ του Ενάγοντος και του Φοίβου Πουλέγκερη, συνεστήθη υποθήκη επί του ακινήτου. Με την αγωγή ο Ενάγοντας ζητά την εκποίηση του ακινήτου προς ικανοποίηση της απαίτησης του. Από τα πιο πάνω προκύπτει κατά την κρίση μου σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση πάντοτε στον βαθμό που απαιτείται για την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του ν. 14/
- Πιθανότητα ο αιτών διάδικός να δικαιούται θεραπείας, Βάσει αυτής της προϋπόθεσης ο εκάστοτε αιτητής δεν υπέχει υποχρέωση, να αποδείξει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Το βάρος που έχει είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Σ' αυτό το πλαίσιο το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς βεβαία να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ Ενάγοντος. Στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω) λέχθηκε ότι, το αποδεικτικό εμπόδιο το οποίο απαιτείται από τον Ενάγοντα να υπερβεί δεν είναι πολύ υψηλό. Απαιτείται μόνο να καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας που ερμηνεύεται ως κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που αποτελεί το αποδεικτικό επίπεδο στις πολιτικές υποθέσεις. Στην παρούσα αγωγή αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι το δικαίωμα του Αιτητή για είσπραξη της οφειλής του από την Εναγομένη αναστάληκε με βάση τι πρόνοιες του περί Ανακουφίσεως Oφειλετών νόμου. Ειδικότερα ολόκληρη η Αίτηση και τα επιχειρήματα του Αιτητή λαμβάνουν ως δεδομένο ότι έχει ανασταλεί το δικαίωμα του ως ενάγοντα για είσπραξη της οφειλής του. Αυτό προκύπτει μέσα από την ένορκη μαρτυρία που έδωσε ο Αιτητής στο Δικαστήριο (βλ. παραγρ. 5,7,10) αλλά και από τις αιτούμενες θεραπείες (Γ,Δ,Ε). Η Εναγόμενη εταιρεία μέσα από την Ένορκη δήλωση του κ. Πουλέγκερη παραδέχεται την ύπαρξη της οφειλής αλλά αναφέρει ότι δεν εξοφλήθηκε λόγω των τραγικών γεγονότων του
- Επίσης μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων των μερών γίνεται δήλωση ότι ο νόμος 24/1979 εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση και ότι η συμφωνία των μερών έχει ανασταλεί. Σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του ν. 24/1979 "πληγείς oφειλέτης" σημαίνει πάντα οφειλέτην τoυ oπoίoυ η εργασία ή επιχείρησις, λόγω της εκρύθμου καταστάσεως, επηρεάσθη εις τoιoύτov βαθμόv ούτως ώστε vα μη ηδύvατo ούτος κατά τον χρόνον αμέσως μετά τηv 14ηv Αυγούστου 1974 vα ανταποκριθή προς τας συμβατικάς αυτoύ υπoχρεώσεις εξ ωv προέκυψε η οφειλή ή οφειλέτην τoυ oπoίoυ αγvoείται η τύχη συvεπεία της Τoυρκικής εισβoλής και περιλαμβάvει συvoφειλέτηv και εγγυητήv παvτός τoιoύτoυ oφειλέτoυ. "oφειλέτης" σημαίvει πάvτα oφειλέτηv oφειλής και περιλαμβάvει εξ απoφάσεως oφειλέτηv, ενυπόθηκον oφειλέτηv, συνοφειλέτην και εγγυητήv Τα άρθρα 3 και 7 του ιδίου προνοουν ότι: «3.-
(1)Παρά τας διατάξεις oιoυδήπoτε ετέρoυ Νόμoυ, και τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 4, διαρκoύσης της εκρύθμoυ καταστάσεως τo δικαίωμα παvτός πιστωτoύ δι' είσπραξιv oφειλής oφελoμέvης υπό εκτoπισθέvτoς ή πληγέvτoς oφειλέτoυ αvαστέλλεται και άπασαι αι κατά τηv ημέραv εvάρξεως της ισχύoς τoυ παρόvτoς Νόμoυ εκκρεμoύσαι ή oρισθείσαι αvαγκαστικαί πωλήσεις αναστέλλονται εάv αύται αφoρoύv εις- (α) ακίvητον ή κιvητήv ιδιoκτησίαv ευρισκoμέvηv εvτός πληγείσης περιoχής (β) ακίνητον ή κιvητήv ιδιoκτησίαv μη ευρισκoμέvηv εvτός πληγείσης περιoχής αλλά τελoύσαv υπό πώλησιv δι' ικανοποίησιν χρέoυς πρoκύψαvτoς εκ της πωλήσεως, υπoθηκεύσεως, εvεχυριάσεως ή κατ' άλλov τρόπov επιβαρύvσεως ετέρας ιδιoκτησίας ευρισκoμέvης εvτός πληγείσης περιoχής.» «7. Αι διατάξεις τoυ παρόvτoς Νόμoυ εφαρμόζovται εις εκκρεμoύσας αγωγάς επί τω σκoπώ εκδόσεως απoφάσεως τoυ αρμoδίoυ Δικαστηρίoυ επί oιασδήπoτε εις αυτό υπoβληθείσης αιτήσεως δυvάμει τωv καταργoυμέvωv διά τoυ παρόvτoς Νόμoυ Νόμωv, vooυμέvoυ ότι τo Δικαστήριov κατά τηv εξέτασιv τoιoύτωv αγωγώv δύvαται vα εκδίδη τoιoύτo διάταγμα αvαφoρικώς πρoς τα έξoδα oια τo Δικαστήριov ήθελεv υπό τας περιστάσεις θεωρήσει πρέπov.» Στην υπόθεση Montedison S P A v Neoplast Ltd
(1983)1 CLR 509, που αφορούσε αγωγή για ανάκτηση χρέους από μια εταιρεία, αποτέλεσε παραδεκτό γεγονός κατά την πρωτόδικη διαδικασία ότι η εναγομένη εταιρεία ήταν εκτοπισθείς οφειλέτης εν τη έννοια του νόμου ν.24/1979 και ότι η οφειλή δημιουργήθηκε πριν το χρονικό σημείο που προβλέπεται από τον ν.24/1979. Κατά την έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου επικροτήθηκε η πρωτόδικη προσέγγιση ότι υπό το φως των παραδεκτών γεγονότων η αγωγή υπόκειτο σε απόρριψη καθότι ο ν. 24/1979ανέστειλε την ανάκτηση χρεών τα οποία εμπίπτουν στις πρόνοιες του και κατά συνέπεια η αγωγή των Εναγόντων θεωρήθηκε ως μια προσπάθεια παράκαμψης των διατάξεων του εν λόγω νόμου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε επίσης στο άρθρο 7 του ν.24/1979 το οποίο καθορίζει ότι οι πρόνοιες του νόμου εφαρμόζονται και σε εκκρεμείς αγωγές. Επομένως όταν είναι παραδεκτό ή αποδυκνύεται ότι ο οφειλέτης είναι εκτοπισθείς ή πληγείς οφειλέτης η δικαστική διαδικασία αναπόφευκτα πρέπει να διακοπεί και είναι αχρείαστο να προηγηθεί απόφαση από το αρμόδιο Δικαστήριο που να κηρύσσει τον οφειλέτη πληγέντα ή εκτοπισθέντα. Στην παρούσα περίπτωση όπως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία και δηλώσεις τόσο των συνηγόρων όσο και των ενόρκως δηλούντων είναι παραδεκτό γεγονός ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είναι πληγείς οφειλέτης εν τη έννοια του ν. 24/1979 οι πρόνοιες του οποίου τυγχάνουν εφαρμογής. Στην υπόθεση Bank of Cyprus Ltd v Ambrosia Oils and Margarine Industry Ltd and Others
(1986)1 CLR 190 επρόκειτο για οφειλή η οποία κατά παραδοχή ενέπιπτε στην εμβέλεια του ν. 24/1979. Είχε μάλιστα εκδοθεί ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα με το οποίο Εναγόμενος διατάχθηκε να μην αποξενώσει κάποιο ακίνητο. Το Εφετείο με αναφορά στην Montedison v. Neoptast Ltd (ανωτέρω) ανέφερε κατ' αρχήν ότι ο νόμος 24/1979 θεσπίστηκε για να αντιμετώπιση των επιπτώσεων που προέκυψαν από την τουρκική εισβολή και κατοχή και να παρέχει ελάφρυνση σε πληγέντες και εκτοπισθέντες οφειλέτες. Στην συνέχεια το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσον μια αγωγή η οποία είχε καταχωρηθεί πριν την έναρξη ισχύος του νόμου 24/1979 έπρεπε να ανασταλεί ή να διακοπεί. Επισημάνθηκε η διαφορά ανάμεσα στην διακοπή μιας αγωγής και στην αναστολή της διαδικασίας σε μια αγωγή. Σε αντίθεση με την διακοπή μιας αγωγής, στην περίπτωση της αναστολής η αγωγή εξακολουθεί να εκκρεμεί και η αναστολή μπορεί ανά πάσα στιγμή να αρθεί και η αγωγή να αναβιώσει. Για απάντηση στο ερώτημα που ετίθετο, το Εφετέιο αναφέρθηκε στην έννοια του όρου «αιτία αγωγής» και με αναφορά στον περί Δικαστηρίων νόμο ν.14/1960και σε αγγλική νομολογία ανέφερε ότι μια αγωγή για να εξακολουθήσει να υπάρχει πρέπει να στηρίζεται σε αιτία αγωγής. Αιτία αγωγής είναι μια κατάσταση πραγμάτων η ύπαρξη της οποίας δίδει δικαίωμα σε ένα πρόσωπο να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο θεραπεία εναντίον ενός άλλου προσώπου. Αποφασίστηκε ότι κατά την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος οι εφεσείοντες είχαν αιτία αγωγής αλλά μετά την θέσπιση του ν. 24/1979, εξαλείφθηκε η κατάσταση πραγμάτων η οποία νομιμοποιεί τον πιστωτή να αναζητήσει θεραπεία εναντίον του πιστωτή ενόσω διαρκεί η περίοδος αναστολής. Το δικαίωμα ανάκτησης του χρέους δεν ισχύει καθόλου κατά την διάρκεια ισχύος του εν λόγω νόμου. Με άλλα λόγια δεν αναστέλλεται μόνο η θεραπεία αλλά και το δικαίωμα σε θεραπεία με αποτέλεσμα ο εν λόγω πιστωτής να μην έχει πλέον δικαίωμα καταχώρησης ή προώθησης αγωγής καθότι δεν έχει πλέον νόμιμο δικαίωμα να απαιτεί πληρωμή του χρέους. Το Εφετείο αποφάσισε επίσης ότι δεν υπάρχει καμιά διάκριση ανάμεσα σε μια αγωγή η οποία καταχωρήθηκε πριν την έναρξη ισχύος του ν. 24/1979 και μιας αγωγή που καταχωρήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του. Από την στιγμή που η αγωγή δεν μπορεί να διατηρηθεί και δεν μπορεί να καταλήξει σε απόφαση υπέρ του Ενάγοντος, τότε η περαιτέρω προώθησή της είναι ενοχλητική και δεν μπορεί να αφεθεί να εκκρεμεί. Απορρίφθηκε επίσης το επιχείρημα ότι με την απόρριψη της αγωγής το ενδιάμεσο διάταγμα που είχε εκδοθεί στα πλαίσια της αγωγής θα ακυρωθεί. Όπως αναφέρθηκε, η αποδοχή τέτοιας θέσης έρχεται σε αντίθεση με το ξεκάθαρο γράμμα του νόμου. Εν όψει των πιο πάνω επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή και κατά συνέπεια ακυρώθηκε το ενδιάμεσο διάταγμα που είχε εκδοθεί στα πλαίσια εκείνης της αγωγής. Παρεμβάλλω επίσης τα όσα λέχθηκαν μεταξύ άλλων στην υπόθεση Louis Vuitton v. ΔέρμοσακΛτδ. κ.ά.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, ότι δηλαδή«... η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη.» Επαναλαμβάνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η αξίωση του Ενάγοντος, κατά παραδοχή των μερών, εμπίπτει εντός της εμβέλειας του ν. 24/1979. Εν όψει των πιο πάνω και από την στιγμή που κατά την δίκη ο Ενάγοντας δεν θα μπορούσε με τα σημερινά δεδομένα να εξασφαλίσει θεραπεία ούτε και έχει δικαίωμα σε θεραπεία κρίνω ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει θεραπεία ούτε στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο. Κατά συνέπεια ο Ενάγοντας - Αιτητής έχει αποτύχει να καταδείξει ορατή και υφιστάμενη προοπτική επιτυχίας. Ενόψει της κατάληξης αυτής παρέλκει η εξέταση των υπόλοιπων προύποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων νόμου καθώς και των λοιπών λόγων ένστασης. Παραπέμπω σχετικά στην Μαίρη Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Θα προσθέταμε μόνο ότι, από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα.» Κατ' αναλογία όταν δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για την πιθανότητα αδυναμίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο ή κατά πόσον η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι δίκαιη και πρόσφορη με βάση το ισοζύγειο της ευχέρειας. Κατα συνέπεια η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης - Καθ' ης η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Χ. Ρασπόπουλος, πρ. Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο