← Κύπρος

Μιχάλης Ανδρέα Χατζήμιχαήλ ν. Στυλιανός Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 6779/08, 30/9/2015

Μιχάλης Ανδρέα Χατζήμιχαήλ ν. Στυλιανός Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 6779/08, 30/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A363 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Ρασπόπουλος, προσ. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 6779/08 Μεταξύ: Μιχάλης Ανδρέα Χατζήμιχαήλ, από την Λευκωσία Ενάγων και Στυλιανός Νικολάου, από την Λευκωσία Εναγόμενος Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Καλυψώ Θεοχαρίδου Για τον Εναγόμενο: κ. Δ. Παυλίδης με κα Κ. Λούτσιου για Δημήτριος Α. Παυλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των €12.000 δυνάμει συμφωνίας, τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Ειδικότερα σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης στις 26.6.2008 ο Ενάγοντας συμφώνησε με τον Εναγόμενο ώστε ο Εναγόμενος να ενεργήσει ως μεσάζων για την πώληση ενός κτήματος του Ενάγοντος στην Πάφο με αρ. Εγγραφής

  1. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι μόλις ο Εναγόμενος εξασφάλιζε πώληση του κτήματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο θα κατέβαλλε στον Ενάγοντα το ποσό των €25.
  2. Ο Εναγόμενος πώλησε το πιο πάνω κτήμα σε άλλο πρόσωπο κατά ή περί την 25.7.2008 και δημιουργήθηκε, ως ισχυρίζεται, η υποχρέωση καταβολής του ποσού των €25.500 από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των €13.500 ενώ παρέμεινε ως υπόλοιπο €12.000 το οποίο αξιώνει με την αγωγή του. Με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος εγείρει κατ' αρχήν προδικαστική Ένσταση λέγοντας ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα αγωγή καθότι δεν δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα μεταξύ των διαδίκων καθότι ο Ενάγοντας δεν είναι αδειούχος κτηματοσμεσίτης για να μπορεί να δικαιούται σχετική προμήθεια. Σημειώνεται ότι η προδικαστική Ένσταση δεν προωθήθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία. Ανεξάρτητα από την προδικαστική Ένσταση ο Εναγόμενος με την Υπεράσπιση του αναφέρει ότι συμφώνησε προφορικά με τον Ενάγοντα όπως ο τελευταίος του πωλήσει το υπό αναφορά κτήμα. Συμφώνησαν επίσης ότι με την πώληση του εν λόγω κτήματος θα κατέβαλλε στον Ενάγοντα το ποσό των €13.500 και όχι €25.000 όπως ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. Παραδέχεται ότι πώλησε το κτήμα με αριθμό Εγγραφής 15280 και ότι κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό €13.500 προς πλήρη εξόφληση και συνεπώς ζητά απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ του και εναντίον του Ενάγοντα. ΕΠΙΔΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Από τα πιο πάνω προκύπτουν ως παραδεκτά γεγονότα από τη δικογραφία ότι ο Εναγόμενος πώλησε ένα κτήμα του Ενάγοντος με αρ. Εγγραφής 15280 και ότι κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό €13.
  3. Αυτό που απομένει ως επίδικο θέμα είναι το περιεχόμενο της συμφωνίας μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένου και ειδικότερα το ύψος του ποσού που είχε συμφωνηθεί να καταβάλει ο Εναγόμενος στον Ενάγοντα. Όπως είναι γνωστό, στις πλείστες των περιπτώσεων το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί εξαίρεση. Εάν ο Ενάγοντας που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να πείσει το Δικαστήριο ότι η υπόθεση του έχει αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων τότε η αγωγή θα απορριφθεί. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι κατά πόσον η υπόθεση του Ενάγοντος είναι πιο πιθανή από την υπόθεση του Εναγομένου αλλά η υπόθεση του Ενάγοντος εκτιμάται με σημείο αναφοράς ένα αντικειμενικό επίπεδο πιθανότητας η υπόθεση του να είναι πιο πιθανή παρά όχι. (βλ. Baloise Insurance Co Ltd ν. Xαράλαμπου Kατωμονιάτη και άλλων,

(2008)1 Α.Α.Δ, 1275 Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003)σελ. 80-83.) Στην Baloise ανωτέρω έγινε αναφορά στην υπόθεση Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948 όπου αποφασίστηκε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών. Οι ενάγοντες ήταν εκείνοι που είχαν το νομικό βάρος απόδειξης στο επίδικο θέμα κατά πόσο κάποιο πλοίο είχε απολεσθεί λόγω θαλάσσιων κινδύνων. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν. Αναφορικά δε με το βάρος απόδειξης στην υπόθεση Ανδρέας Μιχαηλίδης ν. Ανδρέα Δημοσθένους Κακουλλή και άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ 674, στις σελίδες 684 και 685 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφέρεται ότι, είναι πρωτίστως καθήκον του εφεσείοντα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με αξιόπιστη μαρτυρία για τη βασιμότητα της απαίτησης του και όχι στους εφεσίβλητους να την αντικρούσουν. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι το βάρος απόδειξης και η αξιοπιστία των μαρτύρων είναι δύο έννοιες που δεν πρέπει να συγχέονται. Η υποχρέωση του ενάγοντα ή αιτητή σε κάθε δοσμένη υπόθεση να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το δικαστήριο διαπιστώνει καταρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του δικαστηρίου. (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος A.E. v. Χατζηνέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41. Liu Xiaodan ν. Iωάννη Tριφταρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1000 Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, KEO Plc v. Χριστάκης Χριστοφή, Πολιτική Έφεση αρ. 138/2010 ημερομηνίας 22/5/2015) Εάν η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο τότε αυτή δεν μπορεί μετέπειτα να αξιολογηθεί και να ζυγιστεί ώστε να αποφασιστεί κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης το έχει αποσείσει. (βλ. Κades v. Νicolaou a.o.
(1986)1 C.L.R. 212) Επομένως προτού χρησιμοποιηθεί η μαρτυρία που έχει προσφερθεί στο Δικαστήριο αυτή πρέπει να αξιολογηθεί ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις πάνω σε όλα τα αμφισβητούμενα γεγονότα. (βλ. Κώστας Ιωάννου ν. Όλγας Παλάζη
(2004)1 Α.Α.Δ. 576.) Μαρτυρία η οποία κρίνεται αναξιόπιστη δεν μπορεί να αποτελέσει αποδεικτικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου. (βλ. Αθανασίου και Άλλος ν. Αντώνη Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Για την πλευρά του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας ενώ για την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τους μάρτυρες να δίνουν δια ζώσης τη μαρτυρία τους στο εδώλιο του μάρτυρα και να αξιολογήσω την συνολική εμφάνιση και συμπεριφορά τους. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση της συμπεριφοράς τους ενόσω έδιναν μαρτυρία, και γενικά όλων των χαρακτηριστικών της μαρτυρίας τους, χωρίς κάποια ιεράρχηση του ενός στοιχείου έναντι του άλλου. Τέτοια χαρακτηριστικά είναι η πηγή της γνώσης τους, η μνήμη τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τυχόν προκατάληψη, ανιδιοτέλεια και η αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Περαιτέρω η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν περιορίστηκε σε απόλυτη αποτίμηση της αξιοπιστίας του καθενός ξεχωριστά αλλά συσχετίστηκε, αντιπαραβλήθηκε και διερευνήθηκε μέσα από την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056. Κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα έλαβα επίσης υπόψη μου ότι έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο. (βλ. Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ v. Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339). Το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια είτε να αποδεχθεί στο σύνολο της την μαρτυρία ενός μάρτυρα ο οποίος κρίθηκε αξιόπιστος είτε να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του το οποίο κρίνει ότι εκφράζει την αλήθεια και ταυτόχρονα να απορρίψει άλλο μέρος το οποίο θεωρεί ως λανθασμένο είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης Shahin Mohamed v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 266, 268 Ο Ενάγων κατά την κυρίως εξέταση του απαντώντας σε ερώτημα της συνηγόρου του ανέφερε ότι ετοίμασε γραπτή δήλωση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του και την οποία ο μάρτυρας διάβασε στο Δικαστήριο (Έγγραφο Α). Σύμφωνα με αυτή, ο Ενάγοντας στις 26.6.2008 συμφώνησε με τον Εναγόμενο ώστε ο Εναγόμενος να ενεργήσει ως μεσάζων για την πώληση ενός κτήματος του Ενάγοντος στην Πάφο με αρ. Εγγραφής
  1. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι μόλις ο Εναγόμενος εξασφάλιζε πώληση του κτήματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο θα κατέβαλλε στον Ενάγοντα το ποσό των €25.
  2. Ο Εναγόμενος πώλησε το πιο πάνω κτήμα σε άλλο πρόσωπο κατά ή περί την 25.7.2008 εξ ου και δημιουργήθηκε η υποχρέωση καταβολής του ποσού των €25.500 από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος κατέβαλε το ποσό των €13.500 ενώ παρέμεινε ως υπόλοιπο €12.000 το οποίο αξιώνει με την αγωγή του. Παρά το ότι στην εν λόγω γραπτή δήλωση αναφέρεται ότι επισυνάπτεται ως τεκμήριο το πιστοποιητικό εγγραφής της υπό αναφορά ακίνητης ιδιοκτησίας στην συνέχεια της κυρίως εξέτασης του μάρτυρα η συνήγορος του ενάγοντος ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν έχει μαζί της το πρωτότυπο αλλά αντίγραφο. Ρώτησε τον μάρτυρα που βρίσκεται το πρωτότυπο και ο τελευταίος απάντησε ότι δεν είναι σίγουρος και ότι πιθανόν να είναι στο σπίτι ή σε κάποιο ταμιευτήριο χωρίς περαιτέρω εξήγηση. Ο Ενάγοντας δεν επιχείρησε να καταθέσει το αντίγραφο του εν λόγω τίτλου ιδιοκτησίας ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Κατά την αντεξέταση του ο μάρτυρας ανέφερε ότι είναι ισιωτής αυτοκινήτων. Ερωτούμενος πόσα ήταν τα χρήματα που του έδωσε ο Εναγόμενος απάντησε, χωρίς να πιεστεί από τον συνήγορο του Εναγομένου, ότι δεν είναι σίγουρος αν ήταν €12.000 ή €13.
  3. Όπως πιο πάνω αναφέρθηκε, στην γραπτή του δήλωση αναγράφεται ότι έλαβε €13.
  4. Ξένισε επομένως η αναφορά κατά την αντεξέταση του ότι δεν είναι σίγουρος. Η ίδια αβεβαιότητα συνεχίστηκε και στη συνέχεια όταν του υπεβλήθη ότι έλαβε €13.500 κάτι το οποίο αποδέχτηκε. Σε άλλο στάδιο της αντεξέτασης του ανέφερε ότι το ποσό των €13.500 αναγράφηκε ίσως από λάθος του δικηγόρου του και ο ίδιος θυμάται ότι πήρε €12.
  5. Περαιτέρω του υπεβλήθη η θέση ότι η συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Εναγομένου ήταν να πάρει το ποσό των €13.500 και το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης να το πάρει ο Εναγόμενος. Απάντησε ότι δεν είναι δυνατόν να πουλήσεις κάτι και να μοιράσεις το προϊόν την πώλησης με τον μεσάζοντα. Στην συνέχεια ανέφερε ότι η συμφωνία πώλησης ήταν προφορική και ότι ήταν για 30 με 35 χιλιάδες ευρώ χωρίς να είναι σίγουρος και από αυτές τις €25.500 θα τις έπαιρνε ο Ενάγοντας και όσα περισσότερα από αυτά θα τα έπαιρνε ο Εναγόμενος. Έπειτα ο μάρτυρας ανέφερε ότι την γραπτή δήλωση που διάβασε στο Δικαστήριο την ετοίμασε ο δικηγόρος του προφανώς με βάση όσα ο ίδιος του ανέφερε όταν αποφάσισε να προχωρήσει με την αγωγή. Ο κ. Παυλίδης υπέβαλε στον μάρτυρα ότι η συμφωνία ήταν για 13.500 και όσα περισσότερα από αυτά θα τα έπαιρνε ο Εναγόμενος. Ο Ενάγοντας απάντησε ότι ήταν για περισσότερα 30 με 35 αν θυμάται καλά και η συμφωνία ήταν να πάρει τις 25.
  6. Πήρε τις 13.500 και μετά τίποτε άλλο. Σε περαιτέρω ερώτηση του συνηγόρου του Εναγομένου σε σχέση με το ύψος του τιμήματος πώλησης του ακινήτου στο κτηματολόγιο ο Ενάγοντας απάντησε ότι δεν δήλωσε ο ίδιος οποιαδήποτε τιμή, ότι δεν είδε το πωλητήριο και ότι ήθελε μόνο τις €25.
  7. Στην συνέχεια ο μάρτυρας ανέφερε ότι ίσως να σύγχυσε τις λίρες Κύπρου με τα Ευρώ. Τέλος ο μάρτυρας για να δικαιολογήσει το γεγονός ότι μεταβίβασε το ακίνητο χωρίς να εξοφληθεί ανέφερε ότι ήταν Παρασκευή και η επιταγή που δόθηκε από τον Αγοραστή δεν μπορούσε να αλλαχτεί εκείνη την ημέρα και έπρεπε να περιμένει την Δευτέρα. Ανέφερε τέλος ότι τα χρήματα τα πήρε από τρίτο άτομο ο οποίος συγχωρέθηκε. Δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες και άφησε το Δικαστήριο στο σκότος σε σχέση με αυτή την πτυχή. Ο Ενάγοντας δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν παρουσίασε καμία συνοχή ούτε σταθερότητα στις απαντήσεις του. Ήταν ανακριβής και αόριστος στις απαντήσεις του σε σχέση με τις συνθήκες σύναψης και εκτέλεσης της επίδικης σύμβασης. Είναι ο άμεσα ενδιαφερόμενος και αναμένετο να μπορούσε να διαφωτίσει πλήρως σε σχέση με την επίδικη συμφωνία. Εντούτοις δεν γνώριζε βασικές πτυχές της υπόθεσης του όπως για παράδειγμα ποιο ποσό ακριβώς έλαβε από τον Εναγόμενο. Υιοθέτησε την γραπτή του δήλωση όπου ρητά αναφέρεται ότι έλαβε το ποσό των €13.500 ενώ στην συνέχεια κατά την αντεξέταση του είπε ότι πήρε €12.000 και απέδωσε τα γραφόμενα στην γραπτή δήλωση, στον δικηγόρο του. Δεν ήταν όμως ο δικηγόρος του που ορκίστηκε να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Προστίθεται ανάμεσα στα άλλα και η διάσταση της μαρτυρίας της θέσης ότι έλαβε €12.000 με τις δικογραφημένες θέσεις του κάτι το οποίο επίσης προσμετράται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία. (βλ. Σοφοκλής Σοφοκλέους v. Κυριακής Τσεσμελόγλου
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1153). Δεν απαντούσε ευθέως στις ερωτήσεις του συνηγόρου του Εναγομένου αλλά με υπεκφυγές όπως όταν του υπεβλήθη η θέση ότι η συμφωνία μεταξύ του ιδίου και του Εναγομένου ήταν να πάρει το ποσό των €13.500 και το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης να το πάρει ο Εναγόμενος. Σε διάφορα σημεία τελούσε υπό σύγχυση κυρίως στο σημείο όπου ανέφερε ότι πιθανόν να σύγχυσε τις λίρες Κύπρου με τα Ευρώ. Τέλος δεν μπορώ να αποδεχτώ ότι ο Ενάγοντας ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την τιμή πώλησης που δηλώθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο κατά την μεταβίβαση του ακινήτου. Θεωρώ ότι ο Ενάγοντας αντιμετώπισε την μαρτυρία του στο Δικαστήριο με επιπολαιότητα, προχειρότητα και με έλλειψη σεβασμού προς την ανάγκη πλήρους αποκάλυψης της αλήθειας. Αποδέχομαι το μέρος της μαρτυρίας του ότι συμφώνησε με τον Εναγόμενο να μεσολαβήσει ο τελευταίος ώστε να πωληθεί το κτήμα του Ενάγοντος στην Πάφο, θέση η οποία ούτως ή άλλως συνάδει και με την θέση της υπεράσπισης. Στο υπόλοιπο όμως μέρος της μαρτυρίας του και ειδικότερα όσον αφορά τους όρους της συμφωνίας, το οποίο χαρακτηρίζεται από ασάφεια, αοριστία και αντιφατικότητα δεν μπορώ να προσδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα. Σε σχέση με αυτά τα σημεία η μαρτυρία του ήταν «φτωχή» σε τέτοιο βαθμό που μου δημιούργησε την εντύπωση ότι ούτε ο ίδιος γνωρίζει τι ακριβώς συμφώνησε με τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος επίσης υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης το οποίο ετοίμασε για σκοπούς της κυρίως εξέτασής του στο Δικαστήριο (Έγγραφο Β). Σύμφωνα με το περιεχόμενο της δήλωσής του στις 26.6.2008 συμφώνησε με τον Ενάγοντα όπως μεσολαβήσει για την πώληση ενός κτήματος στην Πάφο σε οποιοδήποτε καταβάλει τουλάχιστο το ποσό των €13.500. Περί τα τέλη Ιουλίου του 2008 πώλησε πράγματι το κτήμα σε τρίτο πρόσωπο για το ποσό των €13.500 και ακολούθως παρέδωσε επιταγή στον Ενάγοντα για το ίδιο ποσό. Ακολούθως πήγε στο Κτηματολόγιο μαζί με τον αγοραστή για να προχωρήσουν με την μεταβίβαση. Αφού ολοκληρώθηκε η ανάγνωση της γραπτής δήλωσης του Εναγομένου ο μέχρι τότε δικηγόρος του Ενάγοντος κ. Λ. Λουκαϊδης αποσύρθηκε από συνήγορος του με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να προχωρήσει μόνος του πλέον στην αντεξέταση του μάρτυρα. Ο Ενάγοντας επικεντρώθηκε κατά την αντεξέταση στο θέμα της καταβολής του ποσού των €13.500 με επιταγή. Ο Ενάγοντας ζητούσε επίμονα από τον μάρτυρα να του προσκομίσει στοιχεία σε σχέση με την επιταγή που αναφέρει ότι έδωσε στον ίδιο. Ο Εναγόμενος από την άλλη επέμεινε στην θέση του ότι έδωσε στον Ενάγοντα €13.500 με επιταγή αλλά δεν είχε τα στοιχεία ούτε αντίγραφο αυτής. Κατ' αρχήν επαναλαμβάνω για ακόμα μια φορά ότι η καταβολή του ποσού των €13.500 από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός από την δικογραφία. Κατά πάγια νομολογία η δίκη δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετούν τα δικόγραφα και όχι έξω από αυτά (Homeros Th. Kourtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180). Η παραδοχή ισχυρισμών μέσα από τα δικόγραφα δεν αφήνει περιθώρια για εισαγωγή αντίθετης μαρτυρίας. (Γ. & Ντ. Μαυρογένης Εστέϊτ Λτδ ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας Πελεκάνος
(2011)1 Α.Α.Δ. 1472). Δεν υπήρχε επομένως καμιά ωφέλεια από την αντεξέταση του Εναγομένου επί του εν λόγω σημείου. Σε κάθε περίπτωση ο Εναγόμενος παρέμεινε σταθερός στην θέση ότι έδωσε στον Ενάγοντα το ποσό των €13.500. Η αξιοπιστία του δεν πλήγηκε σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Επισημαίνεται αρχικά ότι το κατά πόσο έχει συναφθεί σύμβαση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί θέμα που κρίνεται με βάση τα δεδομένα κάθε ξεχωριστής περίπτωσης και τις αρχές που η νομολογία έχει αναγνωρίσει διαχρονικά (βλ. σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 24η έκδοση, παραγρ.41, σελ. 21). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles 27η έκδοση, παραγρ.12-002, σελ. 559, μια συμφωνία μπορεί να συναφθεί εν μέρει προφορικά και εν μέρει γραπτώς. Περαιτέρω, πολλές συμφωνίες μπορεί να γίνουν μόνο προφορικά ή να περιλαμβάνονται σε έγγραφα που δεν υπογράφηκαν από το επηρεαζόμενο μέρος. Σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να αποδεικνύεται τί αποτελεί το περιεχόμενο της συμφωνίας και έχει δεσμευτική ισχύ. Στην υπόθεση Οικονόμου Σολωμός και Άλλη ν Γεωργίου Α Ττοφινή και Άλλης
(1993)1 CLR 436 λέχθηκαν τα εξής: «Το άρθρο 29 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σκοπό έχει την εισαγωγή στο Νόμο μας του Κανόνα του Κοινοδικαίου, ότι μόνο συμφωνίες οι όροι των οποίων είναι βέβαιοι έχουν νομική ισχύ. Τα στοιχεία μιας νομικά δεσμευτικής συμφωνίας αναφέρονται στην υπόθεση Horrocks v. Forray
(1976)1 All E.R. 737, που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Saab and Αnother v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 CLR 499, στη σελ. 514, και είναι τα ακόλουθα: «(α) Η σύμπτωση της διάνοιας των συμβαλλομένων μερών. (β) Εύλογη βεβαιότητα των όρων του συμβολαίου. Οι ουσιώδεις όροι της σύμβασης πρέπει να είναι διατυπωμένοι με σαφήνεια. (γ) Η συμφωνία πρέπει να συνοδεύεται με πρόθεση δημιουργίας νομικής δέσμευσης των συμβαλλομένων μερών, και (δ) Πρέπει να υπάρχει αντάλλαγμα που να πηγάζει από την υπόσχεση.» Επομένως η βεβαιότητα ως προς τους βασικούς όρους της σύμβασης αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση δεσμευτικής συμφωνίας. Το κριτήριο για τον προσδιορισμό των όρων της συμφωνίας καθορίστηκε στην υπόθεση Saab and Another (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα εξής: «Whether someone genuinely seeking to discover its meaning, is able to do so.» Στη απόφαση Alpan Furnishings v. Δημάδη
(1989)1(E) ΑΑΔ 170, στη σελ. 176 αναφέρονται τα εξής: «Είναι αξίωμα του δικαίου των συμβάσεων ότι οι όροι της σύμβασης καθορίζονται από τους συμβαλλόμενους, αρχή η οποία πηγάζει από την ελευθερία του συμβάλλεσθαι που στην Κύπρο κατοχυρώνεται και συνταγματικά από το άρθρο 26 του Συντάγματος. Δεν είναι ευθύνη ή έργο του δικαστηρίου η συμπλήρωση ατελούς σύμβασης. Οι όροι της σύμβασης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια ώστε το περιεχόμενο να μπορεί να προσδιοριστεί με βεβαιότητα .» Στρεφόμενος στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης καταλήγω μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος ότι δεν έχω ενώπιον μου μαρτυρία σε σχέση με τους βασικούς όρους της συμφωνίας των μερών. Η μαρτυρία του Ενάγοντος, συνιστά ανασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Το μόνο που μπορεί να λεχθεί με βεβαιότητα, το οποίο εξάλλου δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, είναι ότι υπήρχε κάποια προφορική συμφωνία. Ουσιαστικά όμως καμιά μαρτυρία δεν υπάρχει ως προς τους ακριβείς όρους της εν λόγω συμφωνίας. Μετά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Ενάγοντος ως αναξιόπιστης δεν υπάρχει κάτι το οποίο μπορεί να ζυγιστεί με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με αν και ποιο ποσό οφείλει ο Εναγόμενος στον Ενάγοντα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους πιο πάνω λόγους, ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει στον βαθμό που επιβάλλεται, την αξίωση του. Κατά συνέπεια η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντος τα έξοδα της αγωγής τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)..................................... Χρ. Ρασπόπουλος, προσ. Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.