← Κύπρος

Σύνδεσμος Αποφοίτων Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας (ESOBGA) μέσω της Μάγδας Νίκολσον και Ιωάννας Τάκη Βαρνάβα ν. The Junior School κ.α., Αρ. Αγωγής: 8449/1

Σύνδεσμος Αποφοίτων Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας (ESOBGA) μέσω της Μάγδας Νίκολσον και Ιωάννας Τάκη Βαρνάβα ν. The Junior School κ.α., Αρ. Αγωγής: 8449/12, 29/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A355 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8449/12 Μεταξύ: Σύνδεσμος Αποφοίτων Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας (ESOBGA) μέσω της Μάγδας Νίκολσον και Ιωάννας Τάκη Βαρνάβα Εναγόντων και

  1. The Junior School
  2. Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων Αίτηση Ημ. 28.11.12 Για Έκδοση/Οριστικοποίηση Απαγορευτικού Διατάγματος Ημερομηνία: 29 Σεπτεμβρίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Ο κ. Γ. Ιωάννου, για Γ. Ζ. Γεωργίου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για τους Εναγόμενους 1/Καθ' ων η Αίτηση 1: Ο κ. Χ. Παπαχριστοδούλου, για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ. Για την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση 2: Η κ. Ε. Συμεωνίδου, για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Απευθείας Από Την Έδρα) Στις 28.11.12, στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε μονομερώς το ακόλουθο παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα (ως το αιτητικό Α): «Μετά από αίτηση των κ.κ. Γιώργο Ζ. Γεωργίου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. δικηγόρων ενάγοντων - αιτητών ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ, αφού ανάγνωσε την ένορκο δήλωση που κατατέθηκε από ή εκ μέρους των εναγόντων και μετά την κατάθεση από εγγύησης για το ποσό των €10,000 για πλήρη κάλυψη οιωνδήποτε ζημιών και εξόδων που οι πιο πάνω εναγόμενοι ήθελαν υποστούν από την έκδοση του παρόντος διατάγματος. ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ τους Εναγομένους 1 και 2 και/ή αντιπροσώπους κατ/ή υπηρέτες και/ή υπαλλήλους και/ή Κυβερνητικά Τμήματα και/ή Κυβερνητικές Υπηρεσίες και/ή αξιωματούχους και/ή εταιρείες που λειτουργούν και/ή ενεργούν εκ μέρους τους με βάση τις εντολές και/ή τις οδηγίες τους και/ή άλλως πως, όπως παύσουν και/ή αναστείλουν και/ή μην προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες και/ή πράξεις που ως αποτέλεσμα θα έχουν την προώθηση των σκοπών που αναφέρονται στη Σύμβαση Μίσθωσης ημερομηνίας 05/07/2012 και/ή θα διαφοροποιούν και/ή θα μεταβάλλουν και/ή θα τροποποιούν οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό καθεστώς σε σχέση με την κρατική γη και τα δικαιώματα των Εναγόντων επί του μέρους του τεμαχίου που καθορίζεται με πράσινο χρώμα πάνω στο επισυναπτόμενο σχέδιο που σημειώνεται ως «Παράρτημα Α», το ο ποίο κατέχουν και χρησιμοποιούν οι Ενάγοντες από το 1973 για τους σκοπούς του σωματείου τους και/ή για τη στέγαση του οικήματος τους (ESOBGA Hall), μέχρι εκδίκασης της παρούσας αγωγής ή περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου. .». Με το αιτητικό Β της αίτησης, οι ενάγοντες/αιτητές ζητούν: «Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγομένους και/ή μέσω αντιπροσώπων και/ή υπηρετών και/ή υπαλλήλων και/ή Κυβερνητικών Τμημάτων και/ή Κυβερνητικών Υπηρεσιών και/ή αξιωματούχων και/ή εταιρειών που λειτουργούν και/ή ενεργούν εκ μέρους τους με βάση τις εντολές και/ή τις οδηγίες τους και/ή άλλως πως, από του να επεμβαίνουν και/ή εισέρχονται στο μέρος του τεμαχίου γης το οποίο βρίσκεται στην Ενορία του Αγίου Δημητρίου του Δήμου Στροβόλου της Επαρχίας Λευκωσίας το οποίο αποτελείται από τα κρατικά κτήματα με αριθμούς τεμαχίων 2324, του τμήματος 9 και 138 του Κτήματος 13 του Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου 21/54W2, το οποίο καθορίζεται με πράσινο χρώμα πάνω στο επισυναπτόμενο σχέδιο που σημειώνεται ως «Παράρτημα Α», το οποίο κατέχουν και χρησιμοποιούν οι Ενάγοντες από το 1973 για τους σκοπούς του σωματείου τους και/ή για τη στέγαση του οικήματος τους (ESOBGA Hall), μέχρι εκδίκασης της παρούσας αγωγής ή περαιτέρω διαταγής του Δικαστηρίου». Στις 7.1.13, μετά την επίδοση του εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος, καταχωρίσθηκε ένσταση από τους εναγόμενους 1/καθ' ων η αίτηση, με την εναγόμενη 2/καθ' ης η αίτηση, να καταχωρεί τη δική της ένσταση στις 21.1.
  4. Οι λόγοι ένστασης (δεκαπέντε συνολικώς) από μέρους των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση (όπως διατυπώνονται στο σώμα της Ειδοποίησης Περί Προθέσεως Ένστασης) και δέκα εν όλω, από μέρους της εναγόμενης 2/καθ' ης η αίτηση (ως ομοίως καταγράφονται στο σώμα της δικής της Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης), συγκλίνουν στο ότι δεν συντρέχουν (κατ' ισχυρισμόν), οι προϋποθέσεις για τη διατήρηση σε ισχύ του επίδικου διατάγματος (και της έκδοσης άλλου, ως το αιτητικό Β της αίτησης), με βάση (και) το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και ότι, εν πάση περιπτώσει, οι ενάγοντες/αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ως όφειλαν επειδή παρουσίασαν την υπόθεση τους διαστρεβλωμένα και δίχως να προβούν σε πλήρη και αληθινή αποκάλυψη όλων των επίδικων γεγονότων. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Μάγδας Νίκολσον, φερόμενα Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγόντων/αιτητών. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, επισυνάπτεται σειρά τεκμηρίων και επεξηγούνται οι (κατά την άποψη της ομνύουσας), περιστάσεις που δικαιολογούν τη συνέχιση ισχύος του επίδικου διατάγματος και την επιπρόσθετη έκδοση διατάγματος ως το Β της αίτησης. Οι ενστάσεις των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση συνοδεύονται και αυτές από ένορκες δηλώσεις εκ μέρους των διαδίκων στις οποίες προωθούνται οι εκατέρωθεν απόψεις αναφορικώς με τα όσα ενδιαφέρουν την περίπτωση. Δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία ή αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε από τους ενόρκως δηλώσαντες. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων/αιτητών εισηγήθηκε στο στάδιο των αγορεύσεων πως συντρέχουν όλες οι νομοθετικές και νομολογιακές προϋποθέσεις για οριστικοποίηση του επίδικου διατάγματος (και την έκδοση διατάγματος βάσει του αιτητικού Β), εφοδιάζοντας προς τούτο το Δικαστήριο και με κείμενο της αγόρευσης του (συνοδευόμενο από σειρά αυθεντιών). Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση πρότειναν (ο καθένας ξεχωριστά), πως καμιά απολύτως προϋπόθεση υφίσταται έτσι ώστε το επίδικο διάταγμα να συνεχίσει να ισχύει - πόσω δε μάλλον να εκδοθεί και διάταγμα ως το Β της αίτησης - παραπέμποντας και αυτοί σε σχετική νομολογία. Οι αγορεύσεις ήσαν λεπτομερείς και εμπεριστατωμένες και βοήθησαν πολύ το Δικαστήριο στο να κατανοήσει καλύτερα τις προτασσόμενες θέσεις και επιχειρήματα και να αχθεί στην απόφαση του αυθημερόν μετά από σύντομο διάλειμμα. Έλαβα υπόψη καθετί που τέθηκε ενώπιον μου ως μαρτυρία, καθώς και τις τοποθετήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Σε σχέση με τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων της φύσης που εδώ εξετάζεται, το Ανώτατο Δικαστήριο συνόψισε τα πράγματα στη Hellenic Bank Public Company Limited v Alpha Panareti Public Limited, ΠΕ 145/11, ημ. 13.6.13, ως ακολούθως: «. Όσον αφορά τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, αυτές ορθά επισημάνθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο και είναι οι ακόλουθες: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303 Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επιπρόσθετα των πιο πάνω, θα πρέπει εντέλει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο, υπό τις συνθήκες, είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί το διάταγμα. (Βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης v. Αντρέου
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ v. C.Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Όσον αφορά την πρώτη προϋπόθεση, το πρωτόδικο Δικαστήριο επισημαίνει ότι αυτή «. έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα». Περαιτέρω, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στις ζητούμενες θεραπείες, διαπιστώνει ότι «. όπως διατυπώνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αποκαλύπτουν, κατά την κρίση μου, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση». Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειόντων εισηγήθηκε ότι η πιο πάνω κατάληξη, που βασίζεται μόνο στα δικόγραφα, είναι εσφαλμένη, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, θα έπρεπε κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής να λαμβάνονται υπόψη και τα στοιχεία που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης, παρέπεμψε στην υπόθεση Σοφοκλέους v Ταβελούδη κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 92, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 99: «Ανεξάρτητα όμως από την κατάληξη μας υπήρχε το υλικό να θεμελιώσει και τις δύο προϋποθέσεις. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources Plc [1984] 1 All Ε.R. 225, σοβαρό θέμα προς εκδίκαση (serious question to be tried) θεωρείται «one for which there is some supporting material».Ο όρος είναι ο ίδιος και στο άρθρο 32.» Επί του θέματος αυτού παρατηρούμε τα ακόλουθα. Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd,
(1998)1 ΑΑΔ 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Κυπριακής Δημοκρατίας κ.ά., ΠΕ 170/2011, ημερ. 20.10.2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 ΑΑΔ 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.» Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη,
(1992)1 ΑΑΔ 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιόν του. Περαιτέρω, όσον αφορά αυτή τη δεύτερη προϋπόθεση, με βάση τη νομολογία την οποία παραθέτει το πρωτόδικο Δικαστήριο, ο Ενάγοντας είναι αρκετό για να επιτύχει έκδοση διατάγματος αν πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας, αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας». Κατά λογική τάξη, πρώτο ζήτημα προς απόφανση αποτελεί το κατά πόσο οι ενάγοντες/αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα σε βαθμό που τούτος να θεωρείται παραβιαστικός της υποχρέωσης τους να επιζητούν θεραπεία όπως η συζητούμενη στη βάση των αρχών της επιείκειας. Εάν έτσι καταλήξει το Δικαστήριο, τούτο θα εξανδραποδίσει τόσο τη βάση έκδοσης του μονομερούς απαγορευτικού διατάγματος αλλά (περαιτέρω) και το θεμέλιο για έκδοση του έτερου διατάγματος που εξαιτούνται οι ενάγοντες/αιτητές βάσει του αιτητικού Β της αίτησης. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου αναφορικώς με τη θεματική αυτή της μη αποκάλυψης, καθόλου δεν με βρίσκουν συγκλίνοντα οι απόψεις που εξέφρασαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Το ότι οι προτασσόμενες ως εσκεμμένες ή παραπλανητικές τοποθετήσεις των εναγόντων/αιτητών στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ή ακόμη και οι προσδιοριζόμενες ως μη αποκαλύψεις γεγονότων και μαρτυρίας στην ίδια ένορκη δήλωση, ποσώς αποτελούν τέτοιες εφόσον τα όσα ισχυρίζονται οι ενάγοντες/αιτητές (ή τους αποδίδονται πως δεν αποκάλυψαν πρεπόντως), είτε συμπληρώνονται από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην υπό αναφορά ένορκη δήλωση είτε (αντικειμενικώς ορώμενα), δεν θα μπορούσαν υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις να καταταχθούν (ως ζήτημα αρχής ή γεγονότος), στην κατηγορία εκείνων που η νομολογία - όπως φερ' ειπείν, η Γρηγορίου και Άλλοι ν Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 248 (στην οποία παρέπεμψε και η συνήγορος της εναγομένης 2/καθ' ης η αίτηση) - αναγνωρίζει ως επαρκείς για ένταξη τους εντός της κατηγορίας που τώρα αναλύεται. Ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση απορρίπτεται. Αυτά με τα οποία καταπιάστηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αμφοτέρων των πλευρών αναφορικώς με διάφορα γεγονότα που άπτονται της επίδικης σχέσης μεταξύ των διαδίκων - ακόμη και στη βάση υποβολών από μέρους των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση πως το τι προσδιορίζεται στη δικογραφία ως επίδικη διαφορά διέπεται από τις αρχές του διοικητικού δικαίου, με αποτέλεσμα τα προς απόφανση ζητήματα να εκπίπτουν δικαιοδοτικώς των παρόντων δυνατοτήτων - συνιστούν, τωόντι, ένδειξη πως υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, με επακόλουθο να ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του θέτει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  1. Στη βάση του επίδικου μαρτυρικού υλικού, κρίνω πως ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως προς την ύπαρξη δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες/αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία στο πλαίσιο της αγωγής, ως τούτη προσδιορίζεται στην Έκθεση Απαίτησης. Επομένως, συμφωνώ με τον δικηγόρο των εναγόντων/αιτητών σε σχέση με τα όσα αφορούν στις πρώτες δύο προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Εκεί που αποκλίνω από τις απόψεις του κ. Ιωάννου και συγκλίνω με εκείνες των δικηγόρων των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, είναι σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση μια και πουθενά στην ένορκη δήλωση της Μάγδας Νίκολσον δεν εξειδικεύεται επαρκώς ή παρατίθεται κάτι που να ικανοποιεί αντικειμενικώς και ευλόγως τα απαιτούμενα στην ενότητα αυτή και για το πώς είναι που οι ενάγοντες/αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί καθοιονδήποτε τρόπο, ή έστω (και ανεξαρτήτως τούτου), τέτοιο επηρεασμό, που να αμβλύνει ή ακυρώσει τη δυνατότητα ενάσκησης των δικαιωμάτων των εναγόντων/αιτητών στην παρούσα υπόθεση (σε οποιοδήποτε επίπεδο). Η υπόδειξη της ομνύουσας στην παράγραφο 38 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση πως η έκδοση (επομένως και η διατήρηση) των επίδικων διαταγμάτων είναι αναγκαία ώστε «. να διατηρηθεί το status quo και να αποτραπεί μια κατάσταση η οποία εξαιτίας των πράξεων των εναγομένων τείνει να μετατραπεί σε μη ανατρέψιμη καθιστώντας το πάρα πολύ δύσκολο να αποκατασταθεί η ζημιά που θα υποστούν οι ενάγοντες/αιτητές», πολύ απέχει (αποτιμούμενη στο σύνολο και των όσων συναφώς παρατίθενται στην ίδια ένορκη δήλωση), από το να ικανοποιούν τα όσα η νομολογία επιτάσσει σχετικώς επί του ζητήματος. Κρίνω πως δεν έχει ικανοποιηθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  3. Κατ' ακολουθίαν, το μονομερώς εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 28.11.12, ακυρώνεται, με την ισχύ του, να τερματίζεται (εκ των πραγμάτων) αμέσως. Το αιτητικό Β στην αίτηση, απορρίπτεται για τους ίδιους λόγους. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον των εναγόντων/αιτητών και υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή (στον καταλλήλως επιμερισμένο βαθμό) και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. Δυο λόγια σε σχέση με την επί μακρόν εκκρεμοδικία. Η παρούσα αίτηση χρειάστηκε σχεδόν τρία έτη για να εκδικαστεί και σημαντικό αίτιο για τούτο φαίνεται να αποτέλεσαν οι (παραδεκτές από τους διαδίκους), διαβουλεύσεις που κατά καιρούς εγένοντο με σκοπό τη διευθέτηση της διαφοράς. Τούτες οι διαβουλεύσεις, μολονότι επιθυμητές (για να μην πω επιβεβλημένες), δεν αμβλύνουν (και δεν πρέπει να αφήνονται να καθορίζουν), τις ουσιαστικές και δικονομικές υποχρεώσεις των διαδίκων, και αυτό μας το υπενθυμίζει το σκεπτικό στη Fort Sterling Ltd v South Atlantic Cargo Shipping NV ("The Finnrose")
(1984)1 Lloyd's Rep 559, 564. Δυστυχώς όμως, αυτό είναι που συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Όπως και να έχουν τα πράγματα, το Δικαστήριο οφείλει να προχωρήσει αμέσως στην εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Δίνονται οδηγίες όπως η Υπεράσπιση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση καταχωρισθεί εντός τριών ημερών από σήμερα. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες την 6.10.15 και ώρα 8.30 πμ. Κατά την ημερομηνία εκείνη (και με δεδομένη την καταχώρηση της Υπεράσπισης), θα εφαρμοστούν αυστηρώς οι διατάξεις της Δ.30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (που αφορούν στην παρούσα), ώστε να προετοιμαστεί η υπόθεση το γρηγορότερο δυνατό για ακρόαση. Οι διάδικοι πρέπει να είναι έτοιμοι κατά την επόμενη δικάσιμο να τοποθετηθούν ως προς την αναγκαιότητα υποβολής τυχόν αιτημάτων ενδιάμεσης φύσεως που ενδέχεται να βοηθήσουν στη ταχύτερη και αποδοτικότερη προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση - ή συμβιβασμό. (Υπ.) .......... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.