← Κύπρος

Aurora Aviation S.A. ν. Dateline Overseas Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2193/2014, 21/10/2015

Aurora Aviation S.A. ν. Dateline Overseas Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2193/2014, 21/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A403 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2193/2014 Μεταξύ: Aurora Aviation S.A. Ενάγουσας v. 1. Dateline Overseas Ltd 2. Zao Aviakompaniya Polet 3. Polet Aircraft Management Ltd Εναγομένων Αίτηση Εναγομένης 2 ημ. 19 Φεβρουαρίου 2015 για Διαγραφή μέρους της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 2 - Αιτήτρια: κ. Β. Νεοφύτου για Αντώνης Πασχαλίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Λοΐζου για Χάρης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η εναγομένη 2 ζητά τη διαγραφή των παραγράφων 18 και 20-23 της έκθεσης απαίτησης ισχυριζόμενη ότι αυτές είναι αχρείαστες και ή σκανδαλώδεις και ή περιέχουν μαρτυρία και ή δύνανται να προκαλέσουν αμηχανία και ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της διαδικασίας. Στην Αίτηση αναφέρεται ότι τα γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και προσδιορίζονται ως ακολούθως: (
  2. i)Η έκθεση απαίτησης στερείται νομικού ή πραγματικού υποβάθρου και ή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, (
  3. ii)Η έκθεση απαίτησης τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει και ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της υπόθεσης, (iii) Η έκθεση απαίτησης έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας οι οποίοι καθορίζουν τον σκοπό και το περιεχόμενο των δικογράφων, (
  4. iv)Οι παράγραφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή είναι αντίθετοι με τους Θεσμούς καθότι αντικανονικά εισάγεται μαρτυρία μέσω αυτών, (
  5. v)Στην έκθεση απαίτησης παραβιάστηκε σε μεγάλη κλίμακα ο θεμελιακός κανόνας ότι η διατύπωση και παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και να περιορίζεται μόνο στα ουσιαστικά γεγονότα, και (
  6. vi)Είναι ορθό και δίκαιο όπως οι εν λόγω παράγραφοι διαγραφούν. Η Αίτηση βασίζεται στις Δ.19 Θ.26, Δ.23 Θ.2, Δ.27 Θ.3, και Δ.48 Θ.1-3, 9(
  7. j)και (
  8. o)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις γενικές εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η Αίτηση με την προσθήκη των Δ.19 Θ.4, Δ.27 Θ.1-2, Δ.48 Θ.4-9 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, του άρθρου 30.1 του Συντάγματος και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης είναι ουσιαστικά οι ακόλουθοι: Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η αιτούμενη διαγραφή δεν είναι αναγκαία και ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Η Αίτηση γίνεται κακόπιστα και καταχρηστικά με μοναδικό σκοπό την παρεμπόδιση της ομαλής διεξαγωγής και προώθησης της υπόθεσης της ενάγουσας και την πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής. Η Αίτηση είναι γενική και αόριστη και δεν αποκαλύπτει βάσιμο λόγο για την έκδοση της αιτούμενης θεραπείας. Οι παράγραφοι των οποίων ζητείται η διαγραφή καταγράφουν ουσιαστικά γεγονότα άμεσα συνυφασμένα με τα επίδικα θέματα και απαραίτητα για τη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης της ενάγουσας. Οι εν λόγω παράγραφοι δεν περιέχουν οτιδήποτε που να θεωρείται αχρείαστο και ή σκανδαλώδες και ή ότι εισάγει μαρτυρία. Οι εν λόγω παράγραφοι έχουν συνταχθεί σύμφωνα με τις νομοθετικές και νομολογιακές αρχές και είναι αναγκαίες για τη διαμόρφωση ολοκληρωμένης έκθεσης απαίτησης. Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει κενά στην έκθεση απαίτησης. Η διατήρηση των εν λόγω παραγράφων δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στην εναγομένη 2 ούτε και δυσχεραίνει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Νικόλα Κυριακίδη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την ενάγουσα. Σε αυτήν ο κ. Κυριακίδης επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης. Ειδικότερα αναφέρει ότι οι παρ. 18 και 20-23 περιέχουν με σαφήνεια όλα τα γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν τη θέση της ενάγουσας, ήτοι για την παραδοχή και γραπτή αναγνώριση της επίδικης οφειλής εκ μέρους των εναγομένων, για την παράλληλη άρνηση τους να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά στην ενάγουσα, για τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, για τις διάφορες οχλήσεις της ενάγουσας προς την εναγομένη 2 προς συμμόρφωση της με τα συμφωνηθέντα και τις δεσμεύσεις της και γενικότερα για να προβάλει όσα διαδραματίστηκαν μεταξύ των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο κ. Κυριακίδης ισχυρίζεται ότι αυτά αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία πρέπει να βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς δίκαιης εκδίκασης της υπόθεσης. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι διάδικοι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες οι δικηγόροι ανέπτυξαν και υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των δύο πλευρών με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Αναφορά στις γραπτές αγορεύσεις θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο και όπου κρίνεται αναγκαίο. Ι. Πλαίσιο της Αίτησης Πριν την εξέταση της ουσίας της Αίτησης κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί ότι ενώ στο αιτητικό της ζητείται η διαγραφή συγκεκριμένων παραγράφων, οι πλείστοι λόγοι στους οποίους η Αίτηση βασίζεται αφορούν ολόκληρη την έκθεση απαίτησης. Σημειώνεται ακόμα πως στον τέταρτο λόγο στον οποίο βασίζεται η Αίτηση γίνεται αναφορά στην παρ. 30 της έκθεσης απαίτησης. Όμως, από τη στιγμή που το αιτητικό της Αίτησης προσδιορίζει και καθορίζει σαφώς και συγκεκριμένα ότι ζητείται η διαγραφή των παρ. 18 και 20-23, τότε αναμφίβολα και η αίτηση περιορίζεται και καλύπτει μόνο τις εν λόγω παραγράφους και το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να ασχοληθεί και εξετάσει τη διαγραφή είτε ολόκληρης της έκθεσης απαίτησης είτε της παρ. 30. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο λόγος υπ΄ αρ. (
  9. i)ανωτέρω ως αναφερόμενος στο σύνολο του δικογράφου είναι εκ προοιμίου απορριπτέος από τη στιγμή που στην πραγματικότητα ζητείται η διαγραφή μόνο συγκεκριμένων παραγράφων. Αναμφίβολα θα εξεταστούν οι λόγοι υπ΄ αρ. (
  10. iv)και (
  11. vi)καθότι αυτοί αναφέρονται ρητώς στις συγκεκριμένες παραγράφους, ήτοι 18 και 20-23. Η εξέταση αυτών των λόγων εμπεριέχει και τα όσα αναφέρονται στους λόγους υπ΄ αρ. (ii), (iii) και (
  12. v)οι οποίοι βεβαίως θα εξεταστούν σε συνάρτηση με τις εν λόγω παραγράφους και δεν θα επεκτείνονται σε όλη την έκθεση απαίτησης. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται περαιτέρω ότι στον τελευταίο λόγο στον οποίο βασίζεται η Αίτηση, εκτός από τη διαγραφή, αναφέρεται ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως οι εν λόγω παράγραφοι τροποποιηθούν. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η εναγομένη 2 δεσμεύεται από το αιτητικό της Αίτησης, το οποίο περιορίζεται μόνο σε διαγραφή και έτσι δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο αίτημα. ΙΙ. Νομική Ανάλυση Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή οποιουδήποτε θέματος σε οποιαδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο, το οποίο (θέμα) μπορεί να είναι αχρείαστο ή σκανδαλώδες ή το οποίο μπορεί να τείνει να προκαλέσει δυσμενή επηρεασμό, ενόχληση ή καθυστέρηση στη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Χρήσιμη καθοδήγηση για την εφαρμογή της πιο πάνω Διάταξης περιέχεται στο The Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.19 r.27, και στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270, στην οποία αναφέρεται πως ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφα τους, νοουμένου ότι και οι διάδικοι δεν θα πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Αν κάποιος διάδικος εισαγάγει με το δικόγραφο του θέμα που είναι αχρείαστο και που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του διαδίκου. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd. κ.ά. v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.

(2000)1 Α.Α.Δ. 787 γίνεται αναφορά στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ. κ.ά. v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, στην οποία λέχθηκε ότι «τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων ή τετελεσμένων γεγονότων». Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο ανέφερε ότι σύμφωνα με το The Annual Practice 1960 η αντίστοιχη της Δ.19 Θ.26 Αγγλική πρόνοια έχει ερμηνευτεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, στην οποία λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξη τους διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19 Θ.4, βάσει της οποίας μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς. Γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd.
(1936)1 K.B. 697, στην οποία η λέξη «ουσιώδες» («material») ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει «αναγκαίο για τη διατύπωση μίας ολοκληρωμένης αιτίας αγωγής» («necessary for the purpose of formulating a complete cause of action»). Τα οποία, ας σημειωθεί ότι επαναλήφθηκαν αργότερα στην υπόθεση Γεωργική Εταιρεία Πλατωνία Λτδ v. Sharif
(2012)1(A) A.A.Δ. 28. Στην υπόθεση Christie v. Christie L.R.8 Ch. 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι σχετικός με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Willington v. Loring 6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί ενοχλητικό ("embarrassing") είναι σχετικό το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v. Horner
(1914)111 L.T.: «I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Σύμφωνα με τη Δ.19 Θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιλαμβάνει μόνο συνοπτική δήλωση των ουσιωδών γεγονότων στα οποία ο διάδικος στηρίζει την απαίτηση ή υπεράσπιση του και όχι τη μαρτυρία με την οποία προτίθεται να τα αποδείξει. Στο The Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.19 r.4, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Pleadings now are to be merely concise statements of the facts which the party pleading deems material to his case (per Brett, j, in Lord Hammer v. Flight 1876, 24 W.R at p. 347, not evidence to prove the facts (N.W Salt Co. Ltd v. Electrolytic Alakli Co. Ltd. [1913] 3 K.B. The inferences of law to be drawn from those facts need to be stated in the pleading.» Χρήσιμη παραπομπή γίνεται και στο σύγγραμμα Odger's Principles of Pleadings and Practice, 16η έκδοση, σελ. 99, με αναφορά στην Αγγλική Διάταξη, όπου αναφέρονται τα εξής: «Facts should be alleged as facts. It is not necessary to state in the pleadings circumstances which merely tend to prove the truth of the facts already alleged. The fact in issue between the parties is the factum probandum, the fact to be proved, and therefore the fact to be alleged. It is unnecessary to tell the other side how it is proposed to prove the fact; such matters are merely evidence, facta probantia, facts by means of which one proved the fact in issue. Such facts will be relevant at the trial but they are not material facts for pleading purposes. This was always a clear rule of the common law. Evidence shall never be pleaded because it tends to prove matter in fact and therefore the matter in fact shall be pleaded.» Η πιο πάνω νομική αρχή υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Alpan (Taki Bros.) Ltd v. Nakufreight Ltd
(1978)1 C.L.R. 582 και Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη (ανωτέρω). Η τελευταία υπόθεση περιέχει μία ιδιαίτερα διαφωτιστική ανάλυση του θέματος, ως ακολούθως : «Η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει σχέση με δικόγραφο. Αν παρεισφρύσει πρέπει να διαγραφεί: Merchants' and Manufacturers' Insurance co. v. Davies [1938] 1 K.B. 196,
  1. Έτσι δεν είναι συγχωρητή η παράθεση ολόκληρου εγγράφου. Είναι αρκετό να δηλωθεί η έννοια και το αποτέλεσμά του. Οι Bullen & Leake 'Precedents of Pleadings' 12η έκδοση, σελ. 44 θέτουν τα ζητήματα που αφορούν έγγραφα ή μια συνομιλία ως εξής: "Where any document or conversation is referred to in any pleading, the precise words of the document or conversation should not be stated, but only the effect of the document or the purport of the conversation should be briefly stated; but if the precise words of a document or conversation are themselves material, they must be set out in full in the pleading. Thus, it is not ordinarily necessary to set out verbatim the entire terms of a written contract, but only to state briefly the effect thereof and to specify the particular terms in respect of which any breach is alleged. So it is not ordinarily necessary to set out the precise words used by the parties when making a contract or taking part in any conversation relied on." Μια τέτοια περίπτωση παράθεσης του ακριβούς κειμένου είναι εκείνη που τα ουσιαστικά γεγονότα ταυτίζονται με τις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, όπως, λ.χ., δημοσίευμα εφημερίδας σε αγωγή λιβέλλου: βλέπε Π.Ε. 9435 "Αλήθεια" Εκδοτική Εταιρεία Λτδ. και ΄Αλλος ν. Χαράλαμπου Λεωνίδα ημερ. 19/5/
  2. Πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing, σύμφωνα με τον παραπάνω κανονισμό, αναφέρει με καθαρότητα στη σελ. 147 ο εκδότης των Bullen & Leake, ανωτέρω: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο γι΄ αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine [1994] 72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being - made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. . . . Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing." Όπως και να εξετασθεί το θέμα που ανέκυψε έχουμε στην παρούσα περίπτωση παραβίαση σε μεγάλη κλίμακα του παραπάνω θεμελιακού κανόνα. Και στις τρεις περιπτώσεις το δικόγραφο περιέχει εκτεταμένη μαρτυρία, που ο κανονισμός αυτός απαγορεύει. Παρέχει πολύτιμη καθοδήγηση, γιατί άπτεται της ουσίας των θεμάτων που συζητήσαμε και περαιτέρω καθορίζει το ρόλο Εφετείου σε τέτοια ζητήματα, η απόφαση Davy ν. Garrett [1878] 7 C. D. 473: "Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence." Ας σημειωθεί ότι η απόφαση αυτή εφαρμόστηκε στη μεταγενέστερη Re W. R. Willcocks & Co. Ltd. [1973] 2 All E.R. 93.» Η πιο πρόσφατη υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 1422 ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με τη Δ.19 Θ.19, η οποία αναφέρεται στον τρόπο δικογράφησης περιεχομένου εγγράφου το οποίο κρίνεται ουσιώδες. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι: «Δεν συμφωνούμε ότι οι Εφεσείοντες είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση να δικογραφήσουν αυτές τις λεπτομέρειες. Σύμφωνα με την Δ.19, θ.18 το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου δεν είναι ανάγκη να δικογραφείται, εκτός και αν οι ακριβείς λέξεις είναι ουσιώδεις, που δεν είναι η περίπτωσή μας. Όπως αναφέρεται στη Δ.19, θ.19, αρκεί στο δικόγραφο να αναφέρεται «το αποτέλεσμα» («effect»), χωρίς να χρειάζεται να παρατεθεί ολόκληρο ή μέρος του εγγράφου, εκτός εάν οι ακριβείς λέξεις του εγγράφου είναι ουσιώδεις. Παρόμοιες είναι και οι πρόνοιες της Δ.19, θ.22 σε σχέση με συμβάσεις.» IΙΙ. Περιεχόμενο Έκθεσης Απαίτησης Πριν την ενασχόληση με τις παραγράφους των οποίων ζητείται η διαγραφή, καθίσταται αναγκαία μία γενική αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης ούτως ώστε να διαφανεί η φύση της απαίτησης και οι θέσεις της ενάγουσας που τη στοιχειοθετούν. Προσδιορίζοντας αυτό το πλαίσιο θεωρώ ότι το περιεχόμενο των συγκεκριμένων παραγράφων θα καταστεί πιο κατανοητό, πράγμα που με τη σειρά του θα συμβάλει στη μετέπειτα εξέταση τους. Η αξίωση της ενάγουσας αφορά ποσό US$1,687.164,47 πλέον τόκο δυνάμει συμφωνίας και ή δυνάμει όρων παροχής υπηρεσιών και ή δυνάμει τιμολογίων. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης η ενάγουσα παρέχει υπηρεσίες σε σχέση με πτήσεις, ανεφοδιασμό, συντήρηση αεροσκαφών και αεροπορική υποστήριξη. Η εναγομένη 2 δραστηριοποιείται στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών και ο Anatoly Karpov (εφεξής «ΑΚ») είναι διευθυντής της και το μοναδικό πρόσωπο το οποίο ενεργεί για λογαριασμό της. Ο ΑΚ είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης της εναγομένης 3, ενώ η εναγομένη 1 ανήκει στην εναγομένη 2. Με βάση πάντοτε την έκθεση απαίτησης η ενάγουσα προσέφερε υπηρεσίες στην εναγομένη 2, σύμφωνα με όρους και προϋποθέσεις συμφωνίας συνεργασίας και έναντι έκδοσης τιμολογίων, με την κοινή αντίληψη ότι οι εναγόμενες 1 και 2 θα ήταν από κοινού και ή ξεχωριστά υπεύθυνες για την πληρωμή όλων των ανεξόφλητων τιμολογίων. Λόγω της μη εξόφλησης διαφόρων τιμολογίων, έλαβαν χώρα συναντήσεις μεταξύ της ενάγουσας και των εναγομένων 1 και 2, στις οποίες οι τελευταίες αναγνώρισαν την οφειλή τους και ζήτησαν πίστωση χρόνου. Η ενάγουσα ρώτησε για την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων τα οποία θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως εξασφάλιση της οφειλής και οι αντιπρόσωποι των εναγομένων 1 και 2 δήλωσαν ότι για το θέμα έπρεπε να λάβουν οδηγίες από τον ΑΚ. Στην παρ. 18 γίνεται αναφορά σε γραπτή ενημέρωση της ενάγουσας από τον ΑΚ ότι η εναγομένη 2 δεν είχε αντίρρηση για τη μεταβίβαση δύο αεροσκαφών της προς την ενάγουσα, ως εξασφάλιση της οφειλής, και ότι η διαδικασία εγγραφής ιδιοκτησίας διαρκεί τουλάχιστον 30 μέρες από την ημέρα ετοιμασίας των εγγράφων. Επίσης αναφέρεται ότι η εναγομένη 2 απέστειλε εγγυητική επιστολή με την οποία δήλωνε την πρόθεση της να πωλήσει αεροσκάφη της (σε τρίτους) προς εξόφληση και του επίδικου χρέους καθώς επίσης και ότι εγγυήθηκε γραπτώς την πληρωμή του χρέους στην ενάγουσα μέσω μεταβίβασης ενός αεροσκάφους SAAB. Η ενάγουσα με επιστολή της εξέφρασε την ανησυχία της και εισηγείτο τρόπους εξασφάλισης της μέσω γραπτής βεβαίωσης από την εναγομένη 2. Στην παρ. 20 της έκθεσης απαίτησης γίνεται αναφορά σε ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 28.3.14 του Mikhail Aksarov (εφεξής «ΜΑ»), υπεύθυνου πωλήσεων της εναγομένης 2, προς την ενάγουσα, ενώ στην παρ. 21 σε πληροφορίες τις οποίες η ενάγουσα έλαβε στις 27.3.14 αναφορικά με τη διαδικασία μεταβίβασης των αεροσκαφών και σε σχετική ενημέρωση της προς την εναγομένη 2. Στην παρ. 22 η ενάγουσα αναφέρεται σε επιστολή της προς τον ΜΑ. Στην παρ. 23 αναφέρεται πως η ενάγουσα δεν έλαβε απάντηση και πως στις 9.4.14 πληροφορήθηκε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ότι η τελευταία αδυνατεί να ικανοποιήσει την απαίτηση της ενάγουσας αλλά θα έκανε ό,τι ήταν δυνατόν προς τον σκοπό αυτό. Παρά τις συναντήσεις και διαβουλεύσεις μεταξύ των μερών, τελικώς δεν έγινε οποιαδήποτε πληρωμή αλλά ούτε υπεγράφη συμφωνία εκχώρησης. Ακολούθως η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη 3 έδωσε επίσης εγγύηση προς την ενάγουσα για την πληρωμή της επίδικης οφειλής μέσω μεταβίβασης του προαναφερόμενου αεροσκάφους. Τελικώς, στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται πως η επίδικη οφειλή παραμένει χωρίς πληρωμή της και χωρίς παροχή γραπτής εγγύησης, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να έχει την προαναφερόμενη αξίωση εναντίον των εναγομένων. ΙV. Παράγραφοι 18 και 20-23 Έκθεσης Απαίτησης Εξετάζοντας λεπτομερέστερα τις επίμαχες παραγράφους επισημαίνω αρχικά ότι το περιεχόμενο της παρ. 18 εκτίθεται ανωτέρω. Παρόλο που γίνεται αναφορά σε περιεχόμενο εγγράφων, ήτοι γραπτής ενημέρωσης και επιστολών, εντούτοις αυτή (η αναφορά) περιορίζεται στην προβολή και παράθεση των ισχυρισμών της ενάγουσας αναφορικά με τη στάση της εναγομένης 2 όσον αφορά την επίδικη οφειλή, ήτοι την αναγνώριση αυτής, την εγγύηση αποπληρωμής της και την ανάληψη δεσμεύσεων προς την ενάγουσα. Αυτά τα θέματα είναι ουσιώδη για την υπόθεση της ενάγουσας όσον αφορά τη στάση αλλά και την κατ΄ ισχυρισμό απόδοση ευθύνης στην εναγομένη 2. Αυτά ουδόλως αποτελούν μαρτυρία αλλά αντιθέτως αποτελούν βασικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας προς υποστήριξη της απαίτησης της οι οποίοι πρέπει να περιλαμβάνονται στο δικόγραφο της. Είναι γεγονός ότι στην εν λόγω παράγραφο παρατίθενται αυτούσια δύο αποσπάσματα από έγγραφα. Το πρώτο προέρχεται από την εγγυητική επιστολή και αφορά την πρόθεση της εναγομένης 2 να «πουλήσει σύνολο του στόλου των επιβατικών της [και] να προχωρήσει σε εξόφληση των χρεών της προς την Aurora Aviation». Το δεύτερο προέρχεται από τη γραπτή εγγύηση αποπληρωμής του χρέους «με ένα αεροσκάφος SAAB-340 (το αεροσκάφος SAAB) με τιμή αγοράς στο 1,9 - 3,5 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ». Παρόλο που η παράθεση περιεχομένου εγγράφου δεν αποτελεί τον ορθό και ενδεδειγμένο τρόπο σύνταξης δικογράφου, εντούτοις διαπιστώνεται ότι στην παρούσα περίπτωση αυτή περιορίζεται μόνο σε κάποια πολύ σύντομα αποσπάσματα, τα οποία είναι αυτά που ακριβώς μεταφέρουν τη στάση και θέση της εναγομένης 2 έναντι της επίδικης οφειλής. Είναι η διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι, αντί να γραφούν σε πλάγιο λόγο, αυτά μεταφέρονται αυτούσια, όμως αφορούν βασικούς ισχυρισμούς οι οποίοι πρέπει να δικογραφηθούν και ως τέτοιοι δεν θεωρώ ότι αναφέρονται εκ του περισσού ή ότι είναι αχρείαστοι. Επομένως, καταλήγω ότι η αυτούσια παραπομπή σε έγγραφα δεν προκαλεί σύγχυση ή ταλαιπωρία ούτε και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό στην άλλη πλευρά και έτσι δεν κρίνεται βάσιμο το αίτημα για διαγραφή της εν λόγω παραγράφου. Στην παρ. 20 αναφέρεται ότι στις 28.3.14 η ενάγουσα έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από τον ΜΑ ο οποίος, ενεργώντας για λογαριασμό της εναγομένης 1, επιβεβαίωσε ότι ο ΑΚ δεν είχε ένσταση να δώσει την εγγύηση εκτός από τη χρονική περίοδο. Ουσιαστικά με αυτή την πρόταση τίθεται η θέση της ενάγουσας αναφορικά με ένα γεγονός στο οποίο στηρίζει την αξίωση της, ήτοι την προθυμία της εναγομένης 1 να δώσει την εγγύηση, αποκαλύπτοντας ταυτόχρονα τον τρόπο με τον οποίο αυτή δόθηκε, ήτοι με ηλεκτρονικό μήνυμα του ΜΑ. Ακολούθως, στην ίδια παράγραφο, η ενάγουσα παραθέτει αυτούσια αποσπάσματα από το εν λόγω μήνυμα, όσον αφορά (
  1. i)τη χρονική περίοδο των 30 ημερών που χρειάζεται για την ετοιμασία των εγγράφων για τη διαδικασία εγγραφής της ιδιοκτησίας των αεροσκαφών, (
  2. ii)την επείγουσα πώληση των αεροσκαφών από την εναγομένη 2 και την πιθανή ολοκλήρωση αυτής πριν την εγγραφή, και (iii) την ανάληψη υποχρέωσης του ΑΚ στην επιστολή εγγύησης για την άμεση πληρωμή της οφειλής πριν ακόμη την ολοκλήρωση της διαδικασίας εγγραφής. Είναι γεγονός ότι με την παράθεση του συγκεκριμένου μέρους του εν λόγω εγγράφου η ενάγουσα επιδιώκει να περιλάβει στο δικόγραφο της τις βασικές θέσεις της εναγομένης 2 όσον αφορά την παροχή εγγύησης, τη δέσμευση της για αποπληρωμή της επίδικης οφειλής, καθώς επίσης και τον τρόπο αποπληρωμής, θέσεις οι οποίες αφορούν ουσιώδη ζητήματα για την υπόθεση της ενάγουσας. Αυτό βεβαίως θα μπορούσε να επιτευχθεί με μία συνοπτική αναφορά στο περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου σε πλάγιο λόγο και όχι με την παράθεση αυτούσιων αποσπασμάτων αυτού. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η παράθεση της πρώτης πρότασης αλλά και αυτούσιων αποσπασμάτων του μηνύματος δεν αποτελεί μαρτυρία η οποία τείνει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας αλλά ισχυρισμούς για το περιεχόμενο του εγγράφου, και υπό αυτή την έννοια δηλώσεις και γεγονότα στα οποία η ενάγουσα στηρίζει την απαίτηση της και τα οποία είναι ουσιώδη και ως τέτοια πρέπει να περιέχονται στην έκθεση απαίτησης. Η μορφή με την οποία αυτά παρατίθενται ομολογουμένως δεν αποτελεί αυστηρή συμμόρφωση με τις δικονομικές πρόνοιες. Εντούτοις, από τη στιγμή που αυτά είναι γεγονότα τα οποία πρέπει να περιέχονται στο δικόγραφο και με τη συμπερίληψη τους, ως έχει, δεν προκαλείται αδικία ή δυσμενής επηρεασμός ή σύγχυση στην πλευρά της εναγομένης 2, τότε θεωρώ ότι δεν συντρέχει καλός λόγος για τη διαγραφή της παρ. 20 ή κάποιου μέρους της. Στην παρ. 21 αναφέρεται ότι στο μεσοδιάστημα η ενάγουσα έλαβε πληροφόρηση από τους αντιπροσώπους των εναγομένων 1 και 2 ότι τα αεροσκάφη (για τα οποία αφέθηκε να πιστεύει ότι ανήκουν στην εναγομένη 2 και για τα οποία ο διευθυντής της προσέφερε την εγγύηση) ήταν εγγεγραμμένα στις Βερμούδες. Γι΄ αυτόν τον λόγο, στις 27.3.14 η ενάγουσα αποτάθηκε σε δικηγόρους στις Βερμούδες, ήτοι τους Conyers Dill & Pearman, οι οποίοι ανέφεραν στους αντιπροσώπους των εναγομένων 1 και 2 ότι ενεργούν για τον Polet και ότι με τη συγκατάθεση της εναγομένης 2 τα αεροσκάφη θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν αμέσως στην ενάγουσα. Είναι πρόδηλο ότι η εν λόγω παράγραφος περιέχει σημαντικό ισχυρισμό της ενάγουσας (στα πλαίσια των διαβουλεύσεων των μερών για την παροχή εγγύησης) όσον αφορά τη δυνατότητα άμεσης εγγραφής των προταθέντων ως παροχή εγγύησης αεροσκαφών στο όνομα της, καθώς επίσης και το ότι η ίδια η εναγομένη 2 ενημερώθηκε άμεσα περί τούτου. Επομένως, θεωρώ ότι τέτοιος ισχυρισμός πρέπει να περιλαμβάνεται στην έκθεση απαίτησης. Πέραν της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο θεωρεί ότι πράγματι εν μέρει η ενάγουσα πλατειάζει αχρείαστα στην εν λόγω παράγραφο. Ειδικότερα, δεν κρίνεται αναγκαία η λεπτομερής αναφορά περί του ότι «η Ενάγουσα ρώτησε τους δικηγόρους στις Βερμούδες για την διαδικασία επανεγγραφής και το χρονοδιάγραμμα αυτής της διαδικασίας. Η δικηγορική εταιρεία την οποία εμείς προσεγγίσαμε, κ. Conyers Dill & Pearman, τους συμβούλεψε ότι ενεργούν για τον Polet και τους ενημέρωσε ότι με τη συγκατάθεση της Εναγομένης 2, τα αεροσκάφη θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν αμέσως στην Ενάγουσα . » Αυτή η αναφορά θα μπορούσε να συμπτυχθεί στο ότι «Η ενάγουσα πληροφορήθηκε από πρόσωπο το οποίο ενεργούσε για τον Polet ότι με τη συγκατάθεση της Εναγομένης 2, ... » Άλλωστε η αναφορά στο όνομα των δικηγόρων αποτελεί μαρτυρία και επομένως δεν θα έπρεπε να δικογραφείται. Είναι νομολογιακά αναγνωρισμένο ότι η μακρηγορία από μόνη της δεν αποτελεί λόγο για διαγραφή. Στις περιπτώσεις όμως όπου πέραν της εκτενούς παράθεσης ουσιωδών γεγονότων περιέχονται μακρές καταγραφές άσχετων γεγονότων και εγγράφων τα οποία είναι σχετικά μόνο ως μαρτυρία, τότε προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στην άλλη πλευρά αναφορικά με την υπόθεση που έχει να αντιμετωπίσει. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Davy v. Garrett (ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπ΄ όψιν τη μικρή έκταση της μακρηγορίας η οποία όμως δεν δημιουργεί οποιαδήποτε σύγχυση ή δυσμενή επηρεασμό στην πλευρά της εναγομένης 2. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για τη συμπερίληψη μαρτυρίας, η οποία αφορά μόνο ένα όνομα. Ως εκ τούτου η θέση της δικηγόρου της εναγομένης 2 ότι η εν λόγω παράγραφος περιέχει στην ολότητα της ασήμαντες πληροφορίες και ή λεπτομέρειες που τείνουν να περιπλέξουν τη διαδικασία δεν γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο το οποίο θεωρεί ότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος για τη διαγραφή της εν λόγω παραγράφου. Στην παρ. 22 γίνεται εκτενής αναφορά στο περιεχόμενο της επιστολής της ενάγουσας ημ. 28.3.14 προς τον υπεύθυνο πωλήσεων της εναγομένης 2 με την οποία: · τονίστηκε η παράλειψη της εναγομένης 2 να δώσει τη γραπτή βεβαίωση και ζητούνται λεπτομέρειες αναφορικά με τα αεροσκάφη, τα οποία η ενάγουσα επιθυμεί να επιθεωρήσει μέσω ανεξάρτητων επιθεωρητών · αμφισβητήθηκε η 30ήμερη προθεσμία της διαδικασίας επανεγγραφής ιδιοκτησίας στη βάση της ληφθείσας συμβουλής και επαναλήφθηκε ότι αυτό έπρεπε να γίνει άμεσα · ζητήθηκε από την εναγομένη 2 να δώσει γραπτή αναγνώριση των απαιτήσεων της ενάγουσας σε επιστολόχαρτο της εταιρείας με τη σφραγίδα της και στην οποία να αναφέρονται τα στοιχεία των αεροσκαφών και η τοποθεσία τους για επιθεώρηση · δόθηκε ειδοποίηση όπως σε περίπτωση παράλειψης ανταπόκρισης εντός της ίδιας μέρας η ενάγουσα θα προχωρούσε σε νομικές διαδικασίες χωρίς άλλη προειδοποίηση. Στην εν λόγω παράγραφο η ενάγουσα παραθέτει τις θέσεις και απαιτήσεις της προς την εναγομένη 2, όπως αυτές είχαν καταγραφεί στην επιστολή της ημ. 28.3.14. Παρόλο που όντως γίνεται αναφορά στο περιεχόμενο εγγράφου, εντούτοις αυτή περιορίζεται στην καταγραφή των θέσεων και απαιτήσεων της ενάγουσας στα πλαίσια και πάλι των διαβουλεύσεων της με την εναγομένη 2 αναφορικά με την επίδικη οφειλή, οι οποίες αφορούν ουσιώδη ζητήματα για την υπόθεση της ενάγουσας και δεν αποτελούν ούτε αχρείαστες θέσεις ούτε και τεκμηρίωση και ή απόδειξη ισχυρισμών ως η θέση της δικηγόρου της εναγομένης 2. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι η εν λόγω παράγραφος περιέχει ουσιώδεις ισχυρισμούς της ενάγουσας οι οποίοι, αν και περιέχονται σε έγγραφο, περιλαμβάνονται στο δικόγραφο σε πλάγιο λόγο και δίνουν μία ολοκληρωμένη εικόνα των θέσεων της ενάγουσας. Ως εκ τούτου δεν ικανοποιούμαι ότι συντρέχει λόγος για τη διαγραφή της παραγράφου αυτής. Τέλος, στην παρ. 23 αναφέρεται ότι η ενάγουσα δεν έλαβε απάντηση στην επιστολή της ημ. 28.3.14 και στις 9.4.14 πληροφορήθηκε από την εναγομένη 2 μέσω κάποιου ηλεκτρονικού μηνύματος ότι η εναγομένη 2 «δεν μπορεί να ικανοποιήσει την απαίτηση (της) (για πληρωμή) αυτή τη στιγμή αλλά θα κάνει οτιδήποτε προκειμένου να τηρήσει τις χρηματικές υποχρεώσεις (τους) προς την Ενάγουσα». Και σε αυτή την περίπτωση παρατηρείται η παράθεση αυτούσιου αποσπάσματος εγγράφου. Το συγκεκριμένο απόσπασμα αφορά βασική θέση της ενάγουσας, ήτοι την πληροφόρηση της για την αδυναμία της εναγομένης 2 να πληρώσει την ενάγουσα και την ταυτόχρονη δέσμευση της για πληρωμή, η οποία πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στο δικόγραφο της. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι αυτός ο ισχυρισμός της ενάγουσας θα έπρεπε να καταγραφόταν με απλή μεταφορά σε πλάγιο και με συνοπτικό τρόπο και όχι με παραπομπή στο ίδιο το κείμενο του εγγράφου. Όμως και πάλι το Δικαστήριο καταλήγει ότι το απόσπασμα είναι μικρής έκτασης και δεν προκαλεί οποιαδήποτε ταλαιπωρία στην άλλη πλευρά τέτοια που να την επηρεάζει δυσμενώς. Επομένως, δεν συντρέχει λόγος για τη διαγραφή της. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η σύνταξη των παρ. 18 και 20-23 δεν συνάδει απολύτως με τις σχετικές δικονομικές διατάξεις και δεν έγινε με τον πλέον ενδεδειγμένο και ορθόδοξο τρόπο. Αυτές οι αδυναμίες όμως δεν είναι τέτοιας έκτασης και μορφής που να δημιουργούν αμηχανία και δυσμενή επηρεασμό στην εναγομένη 2 σε βαθμό που να πρέπει να διαταχθεί η διαγραφή τους. V. Κατάληξη Για όλους τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, καταλήγω ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 2 - Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, συν Φ.Π.Α., και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας αγωγής. (Υπ.) ......... Έ. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ.Ο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.