Χρυσόστομος Χαρή ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 6241/12, 26/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2015:A415 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6241/12 Μεταξύ: Χρυσόστομος Χαρή Ενάγοντας και
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Marfin CLR (Financial Services) Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
- Ανδρέας Βγενόπουλος
- Νεοκλής Λυσάνδρου
- Βασίλειος Θεοχαράκης
- Ευθύμιος Μπουλούτας
- Χρίστος Στυλιανίδης
- Παναγιώτης Κουννής
- Ελευθέριος Χιλιαδάκης
- Πλάτων Ε. Λανίτης
- Στέλιος Στυλιανού
- Joseph Kamal Eskander
- Pricewaterhouse Coopers Ltd
- Grant Thornton
- Fadel Al Ali
- Albdulrazaq Al Jassim
- Κωνσταντίνος Μυλωνάς
- Μάρκος Φόρος
- Omnium Corporate and Trustees Services Ltd Εναγομένων ------------------------------------ Αίτηση ημερομηνίας 17/4/15 από εναγόμενο 5 - αιτητή για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 26 Οκτωβρίου 2015 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο 5-Αιτητή: κ. Ν. Θρασυβούλου Για την Ενάγουσα-Καθ΄ ης η αίτηση: κα. Ηρώ Κωνσταντινίδου για κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Για σκοπούς καλύτερης κατανόησης της παρούσας απόφασης, θεωρώ ορθό να παραθέσω το ιστορικό, όπως προκύπτει από τα εντός του φακέλου στοιχεία. Στις 13.9.2012 ο ενάγοντας καταχώρισε την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, με την οποία αιτείται την έκδοση διατάγματος ακύρωσης των ομολόγων και/ή του δανείου και/ή των αξιογράφων κεφαλαίου της εναγόμενης 1, τα οποία εκδόθηκαν κατά ή περί το 2009, καθώς και παντός σχετιζόμενου εγγράφου, λόγω απάτης και/ή δολίων και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή ψευδών δηλώσεων και/ή δόλιας ή σκόπιμης μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή άσκησης πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης κατά ή περί τον Απρίλιο του 2000 και έπειτα, καθώς και αποζημιώσεις. Η αγωγή εγείρεται εναντίον είκοσι ένα συνολικά προσώπων, στα οποία περιλαμβάνονται τα μέλη του τότε Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και διάφοροι ελεγκτικοί οίκοι. Στις 14.1.2013 ο ενάγοντας εξασφάλισε, κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερ. 21.12.2012, διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και για υποκατάστατη επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και/ή του κλητηρίου εντάλματος στους εναγομένους που κατοικούν μόνιμα στο εξωτερικό μεταξύ των οποίων είναι και ο εναγόμενος 5 στη διεύθυνση Λεωφ. Θησέως 67, Νέα Ερυθραία, 146 71, Ελλάδα. Μετά την επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου στον εναγόμενο 5, αυτός καταχώρισε αίτηση ημερ. 25/06/2013 για ακύρωση και παραμερισμό της ειδοποίησης επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και του διατάγματος ημερ. 14/1/13 που επέτρεψε την εν λόγω επίδοση. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από τον ενάγοντα στις 31/10/
- Το Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) απέρριψε την εν λόγω αίτηση με ενδιάμεση απόφασή του ημερ. 19/03/
- Ο εναγόμενος 5 καταχώρισε την έφεση αρ. Ε79/14 κατά της εν λόγω απόφασης. Με αίτηση του ημερομηνίας 20/11/14 που συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της ίδιας ημερομηνίας, ο εναγόμενος 5 επιζητεί διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται η διαδικασία της παρούσας αγωγής σε σχέση με τον ίδιο, μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης στην έφεση αρ. Ε79/14 που στρέφεται εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημερ. 19/03/14 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του εναγομένου 5 για παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 14/1/13 και των πραγματοποιηθεισών επιδόσεων. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση από τον καθ΄ ου η αίτηση-ενάγοντα στις 5/2/2015 και στις 17/4/15 καταχωρήθηκε από τον εναγόμενο 5 αιτητή η υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης του ημ. 20/11/14 για αναστολή της παρούσας διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της έφεσης Ε79/14 που καταχώρησε εναντίον της πρωτόδικης απόφασης ημ. 19/03/14 με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του ημ. 25/06/13 για ακύρωση και παραμερισμό του διατάγματος με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στον ενάγοντα να επιδώσει ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας Κύπρου στον εναγόμενο 5 και ακύρωση της επίδοσης που του έγινε ως παράτυπη και αντικανονική. Η βάση της αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, θ.θ.1-9 και Δ.64 ως επίσης η συμφυής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση της δικηγόρου Άννας Παύλου η οποία συνεργάζεται με τον Νικόλα Θρασυβούλου, δικηγόρο του εναγόμενου 5 - αιτητή και είναι εξουσιοδοτημένη από τον αιτητή να προβεί σε αυτήν για λογαριασμό του. Στην ένορκο της δήλωση η κα Παύλου αναφέρει ότι στις 12/03/15 που ήταν ορισμένες ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου για προδικασία κάποιες από τις εφέσεις που στρέφονται κατά παρόμοιων αποφάσεων ως η έφεση Ε79/14 δηλαδή της απόφασης ημερ.19/3/14 με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση για παραμερισμό των επιδόσεων που έγιναν μεταξύ άλλων και στον εναγόμενο 5, εκφράστηκε πρόθεση από την πλευρά των διάφορων δικηγόρων που εμφανίζονται για τους εφεσείοντες, μεταξύ των οποίων είναι και ο δικηγόρος του αιτητή στην παρούσα υπόθεση, να υποβληθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο αίτημα για εκδίκαση όλων των εφέσεων που εκκρεμούν για το ίδιο θέμα, από την πλήρη ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Για το σκοπό αυτό οι εφέσεις είχαν οριστεί στις 27/4/
- Στις 30/3/15 υπεβλήθη το αίτημα από τους δικηγόρους των εφεσειόντων το οποίο απαντήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 31/03/2015 με επιστολή του Προέδρου του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία αναφέρει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι το αίτημα των δικηγόρων είναι πρόωρο καθότι εκκρεμούν προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δ.Ε.Ε. στα πλαίσια των πολιτικών εφέσεων Ε23/13 - Ε29/13 Alpha Bank v. Si Seuh Dau κ.α. και θεώρησε ορθό όπως περιμένουν την απάντηση του Δ.Ε.Ε.. Ο αιτητής με την παρούσα αίτηση επιθυμεί όπως με συμπληρωματική ένορκη δήλωση θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα πιο πάνω γεγονότα και ιδιαίτερα την επιστολή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ημ. 31/03/2015, καθώς θεωρεί ότι το σκεπτικό του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι άμεσα συνυφασμένο με τα ζητήματα και τους παράγοντες που το παρόν Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά την εκδίκαση της αίτησης αναστολής. Θέση της κας Παύλου είναι ότι υπάρχει καλός λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να παραχωρήσει άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αφού πρόκειται για γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την καταχώρηση της αίτησης αναστολής και τα οποία είναι ορθό και δίκαιο όπως τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η ενόρκως δηλούσα επισυνάπτει, μεταξύ άλλων, ως τεκμήριο αντίγραφο της προτιθέμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που προτίθεται να καταχωρήσει, σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει το αίτημα. Ο ενάγοντας - καθ΄ ου η αίτηση στην ένσταση που έχει καταχωρήσει η οποία έχει ως νομική βάση τις Δ.9, θ.θ.2 και 10, Δ.12, Δ.25, θ.θ.1 και 5, Δ.35, Δ.39 το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60το άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, την νομολογία των Δικαστηρίων και τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι δεν συντρέχει καλός λόγος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ούτε και έχει αποδείξει καλό λόγο ο αιτητής για να του επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκο δήλωση, ότι η αίτηση είναι αχρείαστη, καταχρηστική, κακόπιστη και καταχωρήθηκε με στόχο την καθυστέρηση της όλης διαδικασίας, ότι η ένορκος δήλωση που σκοπείται να καταχωρηθεί είναι γενική και αόριστη και, από το περιεχόμενο της, δεν προκύπτει αναγκαιότητα καταχώρησης της. Αναφέρει ακόμη ότι ο αιτητής επιδιώκει να προβάλει στο Δικαστήριο άσχετα γεγονότα για να παραπλανήσει το Δικαστήριο να θεωρήσει ότι υπάρχουν εξαιρετικοί λόγοι που να δικαιολογούν την αναστολή, κάτι που στην πραγματικότητα δεν υφίσταται. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Αλέξανδρου Κληρίδη η οποία επαναλαμβάνει με λεπτομέρεια όλους τους λόγους ένστασης. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των μερών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτές εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τις οποίες και υιοθέτησαν. Σε αυτές η κάθε πλευρά επαναλαμβάνει τη θέση της όπως εκδηλώνεται μέσα από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και με αναφορά στη νομολογία. Ο αιτητής ζητά από το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα του και να του επιτρέψει την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης που επιδιώκει αναφέροντας παράλληλα ότι η ένορκος δήλωση του Αλέξανδρου Κληρίδη που συνοδεύει την ένσταση είναι αντικανονική και παράτυπη καθώς σε αυτήν δεν περιέχονται γεγονότα καθ΄ υπέρβαση της Δ.39 θ.2 αλλά απλά περιέχει εξολοκλήρου νομική επιχειρηματολογία με την επανάληψη των λόγων ένστασης. Σημειώνει όμως ότι ο κ. Κληρίδης δεν αμφισβητεί τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκο δήλωση της Παύλου και ιδιαίτερα τη θέση ότι τα γεγονότα που θέλει να εισάξει με την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι μεταγενέστερα της καταχώρησης της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας. Ο αιτητής επίσης θεωρεί ότι όλοι οι λόγοι ένστασης είναι αβάσιμοι και ότι τα γεγονότα που επιθυμεί να εισάξει είναι απόλυτα σχετικά με τα επίδικα θέματα και σε πλήρη συνάρτηση με τη φύση της διαδικασίας στα πλαίσια της οποίας επιχειρείται να καταχωρηθεί. Θέση του είναι επίσης ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που επιχειρείται να εισαχθεί, κάτι το οποίο θα γίνει στο στάδιο εκδίκασης της αίτησης αναστολής. Καταληκτικά σε ότι αφορά το επιχείρημα για καθυστέρηση είναι η θέση του αιτητή ότι είναι ο ενάγοντας που έχει προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής αναφέροντας ότι η έκθεση απαίτησης του καταχωρήθηκε στις 8/4/2014 ενώ το κλητήριο στις 13/9/12, δηλαδή 17 μήνες μετά. Ο ενάγοντας - καθ΄ ου η αίτηση στην δική του αγόρευση προωθεί όλους τους λόγους ένστασης και θεωρεί ότι το αίτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο για γρήγορη εκδίκαση όλων των εφέσεων που εκκρεμούν για το θέμα της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας μπορούσε να είχε γίνει προγενέστερα από τον αιτητή και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο αιτητής γνώριζε ότι θα προέβαινε σε αυτό πριν την καταχώρηση της αίτησης του για αναστολή καθώς και ότι από την απάντηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν προκύπτει καμία αιτιώδης και ουσιαστική σύνδεση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Είναι η θέση του ότι δεν έχει αποδείξει ο αιτητής ότι συντρέχει καλός λόγος, ως έχει ερμηνευτεί από τη νομολογία η προϋπόθεση αυτή, για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και ότι δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του. Θεωρεί επίσης ότι το τι επιδιώκει ο αιτητής με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση να εισάξει, αποτελεί πρόσθετη μαρτυρία που δεν είναι επιθυμητή κατά την εξέταση της φύσης της αίτησης για αναστολή. Αναφέρει επίσης ότι η ενέργεια του αιτητή να καταχωρήσει την αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι καταχρηστική και το τι επιδιώκεται είναι περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας. Θέση της είναι ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το αίτημα και να καταδικάσει τον αιτητή στα έξοδα. Οι αρχές της νομολογίας που διέπουν το θέμα καταχώρησης συμπληρωματικής-απαντητικής ένορκης δήλωσης επεξηγούν την Δ.48 θ.4-2 που είναι ο θεσμός της Πολιτικής Δικονομίας που επιτρέπει την υποβολή αίτησης για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Συγκεκριμένα η εν λόγω διαταγή προνοεί: «Δ.48 θ.4
(2)το Δικαστήριο ή Δικαστής μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα μπορεί για καλό λόγο να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων. Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39». Είναι φανερό από το λεκτικό της Δ.48 θ.4
(2)ότι η χορήγηση άδειας για καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εμπίπτει στη σφαίρα της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με τρόπο που να εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο θεσπίστηκε. Υπενθυμίζω ότι η αναμόρφωση της εν λόγω διαταγής περί τα τέλη του 1990 απέβλεπε στην εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευτεί λόγω της ερμηνείας που δόθηκε στον προηγούμενο κανονισμό από την νομολογία ώστε να τα γεγονότα σε αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του στόχου που έγινε πρόβλεψη και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης τους αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Ο όρος «καλός λόγος» δεν προσδιορίζεται στον υπό αναφορά κανονισμό και τούτο για ευνόητους λόγους, κατά την άποψη μου, που σχετίζονται άμεσα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου Ματθαίου
(2008)1(Α) ΑΑΔ 510 το Δικαστήριο ανέφερε: «Είναι φανερό ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου». Επιτρέπεται επίσης με βάση τη νομολογία η καταχώρηση ένορκης δήλωσης προς αντίκρουση αμφισβητούμενων ισχυρισμών. Σχετική αναφορά έγινε στη υπόθεση Ελένη Μαυροκωνσταντή κ.α. v. Γεώργιου ΄Ιβρου κ.α. ημερ. 29.3.11 όπου αναφέρθηκε: «...Κρίνεται πως δεν θα είχε νόημα η τροποποίηση αυτή εάν δεν επιτρεπόταν η καταχώρηση ένορκης δήλωσης για αντίκρουση ισχυρισμών ώστε να μπορεί ο αιτητής να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται επί των ώμων του.. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα
(2003)1 ΑΑΔ 269 το Εφετείο επικυρώνοντας πρωτόδικη απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση υπέδειξε: «Τούτο ο Εφεσείων απέτυχε εντελώς να κάνει εφ΄όσον ούτε αντεξέτασε την Εφεσίβλητη για να υποσκάψει ενδεχομένως τους δικούς της ισχυρισμούς ούτε επεδίωξε να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση για να τους αντικρούσει και να θέσει τη δική του εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου» Σε πάρα πολλές πρωτόδικες αποφάσεις Επαρχιακών Δικαστηρίων αλλά και του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί οι πρόνοιες που διέπουν το θέμα καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, όλες εκ των οποίων υπογραμμίζουν την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αφενός και την ύπαρξη «καλού λόγου» προς έγκριση του αιτήματος από την πλευρά του αιτητή. Έχει επίσης τονιστεί ότι στόχος της καταχώρησης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων είναι ολοκληρωμένη παρουσίαση είτε της αίτησης, είτε της ένστασης, ούτως ώστε το Δικαστήριο, κατά το στάδιο της ακρόασης, να έχει ολοκληρωμένη εικόνα της διαφοράς. Πρέπει όμως πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη η φύση της αίτησης υπό εκδίκαση και οι ανάγκες της διαδικασίας την οποία η συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκει να εξυπηρετήσει. Στην απόφαση Κώστα v. Κώστα (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε ενδιάμεση αίτηση και σημείωσε τα εξής: «Κατά την γνώμη μας «καλός λόγος» για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποδεικνύεται αν με την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα τα οποία είναι ορθό και δίκαιο να τεθούν ενώπιον του για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και που η αιτήτρια δεν γνώριζε εξ υπαρχής ή γεγονότα που παρουσιάστηκαν μετά την ένορκο δήλωση της, (δική μου υπογράμμιση) πράγμα που δεν υφίσταται στη περίπτωση μας». Έχω μελετήσει με προσοχή την αίτηση την ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν καθώς και τις αγορεύσεις των μερών προς υποστήριξη των θέσεων τους εκατέρωθεν. Το πρώτο που αναφέρω είναι ότι με την επιδιωκόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, όπως αυτή επισυνάπτεται ως τεκμήριο 3 στην αίτηση, εκείνο που επιδιώκεται να εισαχθεί είναι γεγονότα και όχι νομικοί ισχυρισμοί. Κατά δεύτερον είναι αποδεκτό και από την πλευρά του ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση ότι τα γεγονότα τα οποία επιδιώκεται να εισαχθούν, αν επιτραπεί από το δικαστήριο η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι γεγονότα τα οποία δεν ήταν στην γνώση του εναγόμενου 5 αιτητή όταν καταχωρούσε την αίτηση για αναστολή της διαδικασίας προς τούτο παραπέμπω στην αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον ενάγοντα - καθ΄ ου η αίτηση, σχετική είναι η σελίδα 7. Η θέση του Αλέξανδρου Κληρίδη ότι το αίτημα στο Ανώτατο Δικαστήριο μπορούσε να είχε γίνει και προγενέστερα από τον αιτητή και/ή ήταν στα άμεσα σχέδια του όταν προχώρησε σε καταχώρηση της αίτησης για αναστολή πέραν του ότι δεν τεκμηριώνεται δεν μπορεί να αποτελεί κατά τη γνώμη μου βάσιμο λόγο ένστασης εφόσον αμέσως προηγουμένως γίνεται ρητή παραδοχή ότι όντως τα γεγονότα που επιδιώκεται να εισαχθούν προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αίτησης για αναστολή. Εν πάση περιπτώσει η απάντηση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο αίτημα των συνηγόρων για γρήγορη εκδίκαση δεν μπορούσε να είχε προβλεφθεί από κανένα από τα μέρη. Σημειώνω σχετικά την απόφαση A. Messios & Sons Ltd κ.α. ν. Λεωνίδα (αρ. 1), 2010 1(Α) Α.Α.Δ. 195 όπου έχουν λεχθεί τα πιο κάτω: «.. Δεν πρόκειται κατά την κρίση μας για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσιόντων αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους αιτητές να προβάλουν ώστε το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Η νομολογία καταδεικνύει ότι ο καλός λόγος ερμηνεύεται σε συνάρτηση με το γενικότερο δικαίωμα του διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλο το αναγκαίο υλικό πριν την ακρόαση μιας αίτησης. Είναι αρκετό να καταδείξει ο αιτητής για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το αίτημα του εδράζεται σε καλό λόγο την αναγκαιότητα παράθεσης γεγονότων που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ή να ενισχύσουν ένα νομικό επιχείρημα. Σημειώνω επίσης ότι η αρχή ότι με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν μπορούν να αναφερθούν γεγονότα μεταγενέστερα της αίτησης για να επανορθωθεί πρωθύστερη παράληψη για να μεταβληθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση στην οποία δεν είχε εξασφαλιστεί για παράδειγμα κανένα μονομερές διάταγμα. Σχετική είναι η υπόθεση Stavros Georghiou & Son (Scrap Metals) Ltd v. του πλοίου LIRA
(2001)1 Α.Α.Δ.
- Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι ο «καλός λόγος» που η νομολογία απαιτεί, έχει αποδειχτεί. Δεν θα συμφωνήσω με τη θέση του καθ΄ ου η αίτηση - ενάγοντα ότι η αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική, αχρείαστη και καταχωρήθηκε με στόχο την καθυστέρηση εκδίκασης της αίτησης για αναστολή της διαδικασίας με απώτερο σκοπό την καθυστέρηση εκδίκασης της υπόθεσης. Από το φάκελο προκύπτει ότι μέχρι σήμερα έχουν καταχωρηθεί στο Δικαστήριο και διεκπεραιωθεί σε πρώτο στάδιο, δηλαδή με αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων με άλλη σύνθεση, διάφορες αιτήσεις τις οποίες καταχώρησαν κάποιοι από τους εναγομένους. Σε πλείστες των αποφάσεων αυτών έχουν καταχωρηθεί εφέσεις οι οποίες εκκρεμούν. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα η εκδίκαση της αγωγής να μην έχει ακόμη αρχίσει. Όμως όλα τα δικονομικά διαβήματα στα οποία έχουν προβεί οι διάφοροι εναγομένοι προβλέπονται στους διαδικαστικούς κανονισμούς και άπτονται θεμάτων που έχουν άμεση σχέση με την προώθηση των θέσεων των εναγομένων. Δεν θα μπορούσα να πω ότι αχρείαστα και κακόπιστα προκαλείται καθυστέρηση στην υπόθεση ή και ειδικά στην εκδίκαση της αίτησης για αναστολή αφού έχω τη θέση ότι τα στοιχεία που ο αιτητής επιδιώκει να εισάξει έχουν άμεση σχέση με την εκκρεμούσα για εκδίκαση αίτηση για αναστολή και θα δώσουν στο Δικαστήριο την σφαιρική εικόνα για τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα. Αναφέρω επίσης ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν θα αξιολογήσει τη μαρτυρία που επιδιώκεται να τεθεί ενώπιον του, αυτό θα γίνει στο στάδιο ακρόασης της αίτησης για αναστολή. Παραπέμπω σχετικά στην πρωτόδικη απόφαση ημ. 31/10/2013 του ΠΕΔ Οικονόμου Τ. σε αίτηση για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια εκδίκασης συντηρητικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε μονομερώς στην αγωγή 8400/12 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Επίσης σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς σε πρόκληση καθυστέρησης, θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να δώσει τέτοιες οδηγίες σε σχέση με το χρόνο καταχώρησης της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης και να ορίσει την αίτηση για αναστολή για ακρόαση σε τέτοιο χρονικό διάστημα που να μην τίθεται τέτοιο θέμα. Είναι η θέση μου καταληκτικά ότι ο αιτητής έχει καταδείξει καλό λόγο για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ενώ ο ενάγοντας - καθ΄ ου η αίτηση έχει αποτύχει να αποδείξει ότι η ένσταση του είναι ορθή. Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα με το οποίο να επιτρέπεται στον εναγόμενο 5 - αιτητή όπως προς υποστήριξη της αίτησης του ημερομηνίας 20/11/14 καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση ως η προτεινόμενη - Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της κας Παύλου ημερομηνίας 17.4.15 εντός 5 ημερών από σήμερα. Σε ότι αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, σύμφωνα με τον κανόνα που καθορίζει ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου 5 - αιτητή και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση - ενάγοντα όπως υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας εκδίκασης της αίτησης για αναστολή ημερομηνίας 20/11/
- (Υπ.) ................... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο